Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Κυριάκου Χαραλαμπίδη:ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ ΠΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ


ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ ΠΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ
 Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μιλήσει κανείς για ένα θέμα — εξαρτάται πάντα από τη λαβή που θα του κάνει. Μάλλον εννοώ την προσέγγιση που πηγάζει από την οπτική γωνία και την ατομικότητα του επιχειρούντος, όπως ατομικές —κατ’ ακρίβειαν μοναδικές— είναι και οι στραφταλίδες, όταν ο ήλιος παίζει με το κύμα. Δοκιμάστε να πιάσετε μιαν από αυτές. Εδώ θ’ ανακαλέσω δυο στίχους από την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα», εφόσον άλλωστε καλούμαι να ιδώ τα πράγματα από τη σκοπιά ενός Κύπριου λογοτέχνη. Οι στίχοι ανήκουν στο ποίημα «Σύλληψη πόλης». Θέλοντας να πιάσω την πόλη που έπεφτε στην κούνια μου σκάλωσα στη σκληρή φράση του Δάντη la materia è sorda. «La materia è sorda» σημαίνει: η ύλη είναι κουφή. Βροντάς την πόρτα της και δεν ακούει κι ούτε ανοίγει κανείς. Όμως υπάρχει και το αντίβαρο· η φράση που λέει έπεφτε στην κούνια μου. Στις σημειώσεις του βιβλίου το ζήτημα επεξηγείται: Καλλιτέχνης, έλεγε ο Γκωτιέ, είναι κείνος που πιστεύει στην ύπαρξη του αισθητού κόσμου, σαν το παιδί που θέλει να πιάσει την αχτίνα που πέφτει στην κούνια του. Προς ενίσχυση του πράγματος επισύναπτα και τα λόγια του Ρενέ Μαγκρίτ: Βρισκόμουν στην αθώα κατάσταση του παιδιού στην κούνια, που πιστεύει ότι μπορεί να πιάσει ένα πουλί που πετάει στον ουρανό. Τέτοια κατέθετα σε κείνο το βιβλίο, προς επίρρωση του φευγαλέου και του μαγικού, που αποτελεί και την ουσία της ποιητικής αίσθησης του κόσμου. Μιας αίσθησης που προσομοιάζει με του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη την ομολογία: Θα’ θελα να με φανταστείτε σε μια ακρογιαλιά να στέκουμαι και να μετρώ τα κύματα. Δεν αρνιέμαι ότι το μέτρημα αυτό ενέχει κάτι το μαγικό. Όπως φυσικά και οι στραφταλίδες που ανέφερα στην αρχή. Δοκιμάστε να πιάσετε μιαν από αυτές. Χάνεται, μαζί με τις άλλες, στο δέκατο του δευτερολέπτου! Αυτή η διαρκής εναλλαγή προσφέρει και το πλαίσιο για ν’ αντιληφθούμε τη ρευστότητα των πραγμάτων, αν μη και των ίδιων των εννοιών. Τι είναι λοιπόν η Ευρώπη; Για ποιαν Ευρώπη μιλάμε; Για τη Βόρεια ή τη Νότια; Για την πλούσια της μονοδιάστατης αποταμίευσης ή τη φτωχή της ρεμούλας και της έλλειψης προγραμματισμού; Για την Ηπειρωτική που επιθυμεί ν’ αποκλείσει θεωρητικά το Βυζάντιο από τον πολιτισμικό της Μεσαίωνα; Για την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων; Και για να εστιάσουμε στο μείζον θέμα των ημερών μας, την οικονομική Ευρώπη, που ενισχύεται από μια ευρωπαϊκή Γερμανία ή την άλλη που κατακυριεύεται από μια γερμανική Ευρώπη; Εφόσον βρισκόμαστε στον αστερισμό της Γερμανίας, επιτρέψτε μου «αυτή την μνήμη να την πω», καταπώς θα ’λεγε ο Καβάφης. Αναφέρομαι σε δυο περιστατικά που τα βίωσα στο Βερολίνο. Το πρώτο σχετίζεται με την παρουσία μου εκεί, λίγο καιρό πριν η Κύπρος ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν, νομίζω, η πρώτη φορά που θα φιλοξενούνταν στο Kulturhaus του Βερολίνου δυο λογοτέχνες από την Κύπρο, επιλεγμένοι από τη δική μας Πρεσβεία: εκτός δηλαδή από εμένα, είχε προσκληθεί, για ευνόητους λόγους δικοινοτικής ισορροπίας, και η Τουρκοκύπρια ποιήτρια Νεσιέ Γιασίν. Αφού απαγγείλαμε τα ποιήματά μας, ακολούθησε ανοιχτή συζήτηση με το κοινό. Θυμάμαι λοιπόν μια κυρία που ρώτησε κατά πόσο η επικείμενη ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελούσε πρόβλημα για την ίδια την Ευρώπη. Της απάντησα περίπου ως εξής: «Η ερώτησή σας πραγματικά με ανησυχεί, κυρίως η ιδέα που έχετε σχηματίσει για την Κύπρο, ως πρόβλημα και πονοκέφαλο για την Ευρώπη. Γνωρίζετε, παρακαλώ, τι είναι Ευρώπη; Γνωρίζετε τη ρίζα του ονόματος; Γνωρίζετε το εύρος της; Γνωρίζετε πως είναι λέξη ελληνική —που συνταιριάζει με την εθνικότητα των Ελλήνων της Κύπρου— και την πρωτοσυναντάμε σ’ έναν Ομηρικό ύμνο; Την επανευρίσκουμε και στον Αισχύλο, ως γεωγραφικό προσδιορισμό του τότε γνωστού δυτικού κόσμου. Αλλά, πολύ πριν από τούτη την αναφορά, η Ευρώπη ήταν μια βασιλοπούλα, καταντικρύ της Κύπρου, στην ακτή της Φοινίκης. Λέγουν πως τη ξεγέλασε ο Δίας, παίρνοντας τη μορφή τρισχαριτωμένου λευκού ταύρου, και κείνη τόνε ζύγωσε να τον χαϊδέψει. Κι αφού ο πονηρός αυτός γονάτισε, την έβαλε στη ράχη του και όρμησε με βία κατά Κρήτη μεριά, παραπλέοντας βέβαια την Κύπρο. Τι να σημαίνει άραγε για μας και για τους άλλους ο συγκεκριμένος μύθος; Ότι η Κύπρος, με τον δικό της κόσμο του Ομήρου, βρίσκεται στη βάση ή, αν προτιμάτε, στο νύχι της ευρωπαϊκής ιστορίας· ότι η Ευρώπη διεκτείνεται ίσαμε το νησί της Αφροδίτης, που διαφύλαξε την ελληνική παράδοσή του μέσα στους αιώνες, για να την προσφέρει σ’ αυτήν τη μεγάλη ήπειρο εμπλουτίζοντας τα πολιτισμικά της αποθέματα και διευρύνοντας την ταυτότητά τους ως την αρχέγονη πρωτογενή τους ρίζα. Εάν η Ευρώπη αδυνατεί ν’ αντιληφθεί πού βρίσκεται η ρίζα της, εάν δεν γνωρίζει από πού ξεκινά η ιστορία της, τότε το πρόβλημα το έχει αυτή· κοντολογίς δεν θα είναι η Κύπρος ένα πρόβλημα για την Ευρώπη, αλλά η Ευρώπη πρόβλημα για την Κύπρο». * Η επόμενη σκηνή διαδραματίστηκε πριν από δυο χρόνια, 9 του Νοέμβρη, ανήμερα της 21ης επετείου για τη πτώση του τείχους του Βερολίνου, ακριβώς λίγα μέτρα από την Πύλη του Βραδεμβούργου. Εκεί βρίσκονται τα γραφεία και ο χώρος εκδηλώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βερολίνου, όπου διοργανώνονται μια σειρά συζητήσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Διαπολιτισμικού Διαλόγου. Ο διευθυντής του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου Βερολίνου και συντονιστής της εκδήλωσης Τόμας Βόλφαρτ, αφού με παρουσίασε στους προσκεκλημένους επί τούτω Γερμανούς δημοσιογράφους, λογοτέχνες και πολιτικούς, αναρωτήθηκε γιατί το νησί, που λέγεται Κύπρος, είπε ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν, ματαιώνοντας τον προγραμματισμό της Ευρώπης. Θα ήταν ενδιαφέρον, πρόσθεσε, να ακούσει από τα χείλη ενός ποιητή πώς βλέπει την ιστορία του τόπου του και, αλήθεια, θα ήθελε πολύ να γνωρίζει ως ποιο βαθμό η κυπριακή διάλεκτος επηρεάζεται από την ελληνική γλώσσα και ποία η σχέση μας με τη γλώσσα την ελληνική, αν φυσικά την ομιλούμε. Είπε, και του απάντησα ως εξής: «Δεν είμαι, όπως αντιλαμβάνεστε, πολιτικός — ποίηση κάνω, αν και η ποίηση αποτελεί τελικά μια υπέρτατη πολιτική πράξη, ακόμα κι όταν ομιλεί για τον έρωτα ή για την ομορφιά ενός λουλουδιού και για όσα άλλα ευαισθητοποιούν και μαστορεύουν τη συνείδηση του πολίτη. Σας λέω λοιπόν ότι ο ρόλος της Ευρώπης δεν πρέπει να περιορίζεται στο να κατακρίνει ένα λαό που άσκησε ελεύθερα το δικαίωμά του ν’ απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα που θα σημάδευε για πάντα την ιστορική του πορεία, αλλά στο ν’ αναρωτηθεί γιατί αυτός ο λαός, παρά την έξωθεν μεγάλη πίεση, αντέταξε το ΟΧΙ του. Μην το θαρρείτε ως άρνηση, παρά ως απαύγασμα της ανασφάλειας των Ελληνοκυπρίων απέναντι στην τουρκική βουλιμία, που εξακολουθεί να διατηρεί σε χώρα ευρωπαϊκή 40.000 κατοχικού στρατού. Και ποια η εγγύηση ότι οι Τούρκοι θα τηρούσαν τις συμφωνίες, όταν το κράτος θ’ αυτοκαταργείτο και θα έμενε μετέωρο και όμηρο στα χέρια του κατακτητή; Ενθυμίζω τι είπε παλαιότερα ο εν Αγκύρα Πρέσβης της Σουηδίας στον Έλληνα συνάδελφό του, σύμφωνα με μαρτυρία του δευτέρου στο ΡΙΚ: “Οι Τούρκοι πολιτικοί χαρακτηρίζονται από τούτο το τρίπτυχο: α) ψεύδονται διαρκώς, β) τα θέλουν όλα δικά τους, γ) ουδέποτε παραχωρούν οτιδήποτε”. Με τέτοιες τουρκικές «διαπιστεύσεις» και με το φόβο, την ανασφάλεια, τη δυσπιστία στο κατακόρυφο, χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις ευρωπαϊκής προστασίας, οι Έλληνες της Κύπρου είπαν το δικό τους ΟΧΙ. Για να έρθουμε τώρα στο ζήτημα της κυπριακής διαλέκτου, είναι αρκετό να γνωρίζετε πόσο βαθιά πηγαίνει μέσα στο χρόνο, με ρίζες καθαυτό ομηρικές. Άλλωστε Κύπριος ήταν και ο φημολογούμενος γαμπρός του Ομήρου, ο Στασίνος — κάτι ασφαλώς θέλει να πει αυτός ο μύθος, πέρα από το γεγονός ότι η Σαλαμίνα περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που διεκδικούν τη δόξα για τη γέννηση του ίδιου του Ομήρου. Ανήκουμε στην Ευρώπη και οι Ευρωπαίοι δεν γνωρίζουν αν μιλάμε ελληνικά! Ιδού ένα σημείο εκκίνησης προς αναγνώριση του προβλήματος. Και να ήταν μόνο αυτό! Σεις οι Γερμανοί ακυρώνετε και στην πράξη όχι μονάχα την ελληνική μας ταυτότητα παρά και την κρατική μας αυτεξουσιότητα. Απόδειξη περί τούτου είναι ότι μια γερμανική αρχαιολογική αποστολή ανέσκαπτε παράνομα στην κατεχόμενη Σαλαμίνα. Γιατί εκμεταλλευτήκατε την αδυναμία ενός σπαραγμένου κράτους να εμποδίσει τέτοιες ενέργειες σε κατεχόμενη περιοχή; Γιατί, όταν σας παρατηρήθηκε από το Πανεπιστήμιό μας ή από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ότι ενεργείτε παρά τη ρητή απαγόρευση της ίδιας της Unesco, σεις εξακολουθήσατε ν’ ανασκάπτετε στο παράνομο ψευδοκρατίδιο και να διατείνεστε πως όλα τούτα γίνονται εν ονόματι της επιστήμης και δεν έχετε καμία εμπλοκή με την πολιτική; Η αίσθηση μιας τέτοιας αδικίας με ώθησε να γράψω το ποίημα «Οι επιστήμονες» — αναφέρεται βέβαια στους δικούς σας αρχαιολόγους». Και τους απάγγειλα το ποίημα, που είναι σχετικά εκτενές. Από αυτό επιλέγω εδώ τους καταληκτήριους στίχους, κατατεθειμένους στη συλλογή «Κυδώνιον μήλον». Μιλούν οι Γερμανοί αρχσαιολόγοι: Να φανταστείτε αφήκαμε τις έδρες μας, τ’ ακαδημαϊκά μαθήματά μας, τους κύκνους τέλος πάντων του Starnbergersee κι ήρθαμε αχίτωνες κατακαλόκαιρα, ωσάν στην άκρη πηγαδιού, να εγκύψουμε στα έγκατα σας, πέδιλα φορώντας. Καλά το λέει ο Paul απευθυνόμενος σε μας τους Κορινθίους: «Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; [...] τις δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων;» Και σε τούτα θαρρούμε συμφωνούν οι παροχθίως εν Σαλαμίνι τεθειμένοι Απόλλων, Αφροδίτη, πρωτίστως δε ο Ζευς, γιατί γνωρίζουν το πόσο η Επιστήμη μάς οπλίζει με λογική και σθένος και γεωτρύπανα για διεισδύσεις και μεταμοσχεύσεις, συγκριτική μελέτη, πρόοδο και λοιπά. Το λόγο πήρε τότε ο κ. Βόλφαρτ και είπε: «Τελικά, όπως βλέπουμε, υπάρχει πέρα από τη στρατιωτική, και μια πολιτισμική εισβολή εις βάρος της Κύπρου. Εμείς οι Γερμανοί θα πρέπει να αισχυνόμαστε, τουλάχιστον ως προς τη δεύτερη, και να ζητήσουμε συγγνώμη». Ειπώθηκαν και άλλα πολλά σε κείνη την εκδήλωση, αλλά δυστυχώς ο χρόνος λιγοστεύει και δεν μπορώ να επεκταθώ. Υπογραμμίζω μονάχα τη σημασία της σωστής διαφώτισης, σε συνδυασμό προς τη γενικότερη ευρωπαϊκή της προέκταση, και τούτο είναι κάτι που εκ φύσεως αδυνατούν να επιτελέσουν οι εξ επαγγέλματος πολιτικοί. Την ευθύνη επωμίζονται, αυτόβουλα θα έλεγα, οι εργάτες του πνεύματος, γιατί σ’ αυτούς, απ’ ό, τι φαίνεται, δόθηκε η μυστική εντολή να γίνονται φορείς των υποστασιακών στοιχείων της πατρίδας τους, που έχει ως σταθερό πυρήνα τη διαχρονική ελληνικότητά της. Δεν αποτελεί εθνικισμό να αναγνωρίσουμε το είδος της αναπνοής. Η συνείδηση της ελληνικότητας είναι θεμελιακή ευρωπαϊκή αξία. Βαθύτερα απ’ όλους ίσως να το ένιωσε ο Βιργίλιος που φιλοδόξησε με την «Αινειάδα» του ν’ ακολουθήσει τα χνάρια του Ομήρου. Αλλά, επί του προκειμένου, η ψυχική προσέγγιση του Λατίνου ποιητή προσφέρεται έμμεσα από τον Δάντη. Η σκηνή είναι παρμένη από τη Θεία «Κωμωδία» του, συγκεκριμένα από την «Κόλαση», Άσμα 26. Σε ένα σημείο της ξενάγησής του, με οδηγό τον Βιργίλιο, στα ενδότερα της Κολάσεως, ο Δάντης συναπάντησε τον Διομήδη και τον Οδυσσέα και γεμάτος λαχτάρα θέλησε να ριχτεί στη φωτιά τους, για να μάθει από το φλεγόμενο στόμα του Οδυσσέα περισσότερες λεπτομέρειες για το μυθικό του ξάνοιγμα προς τον Ατλαντικό Ωκεανό. Απάνω σ’ αυτό ο Βιργίλιος τον συγκρατεί και του λέει: Άσε με εμένα να μιλήσω, ξέρω τι θέλεις, και στο δικό σου λόγο μπορεί ν’ αντισταθούν, μην το ξεχνάς πως στη ζωή τους ήταν τούτοι Έλληνες… Ας προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό το «Έλληνες», σημειώνει ο Τάκης Παπατσώνης σχολιάζοντας τους συγκεκριμένους στίχους. Η έννοια είναι πως το Βιργίλιο θα μπορούσαν να τον εκτιμήσουν ως ποιητή, που έγραφε κάποτε «τα υψηλά ποιήματα», όπως ο ίδιος τους θυμίζει, καθώς τους καλεί κοντά του, για να τους καλοπιάσει. Ενώ, αν τους μιλούσε ο Ντάντε, άσημος κι άγνωστος τότε και γράφοντας στην γλώσσα του όχλου, σίγουρα θα τον περιφρονούσαν, γιατί αυτοί υπήρξαν στον καιρό τους Έλληνες περήφανοι κι αλαζόνες, με συνείδηση της αξίας τους. Με τη διατύπωση αυτή, ο Ντάντε πια, δείχνει το σεβασμό του και την αναγνώριση της υπεροχής των Ελλήνων. Οι στίχοι του Δάντη και ο σχολιασμός του Παπατσώνη στάθηκαν η αφορμή για να γράψω πριν από χρόνια (το 1969) το ποίημα «Μην το ξεχνάς πως Έλληνες είναι αυτοί», κατατεθειμένο στη συλλογή «Το αγγείο με τα σχήματα». Το απαγγέλλω: ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ ΠΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ Δάντε, Κόλαση, Άσμα 26 Περήφανοι και αλαζόνες, με συνείδηση της αξίας τους, ξεκίνησαν οι Οδυσσέας και λίγοι απομένοντες σύντροφοι για να διαβούνε «το στενό κανάλι, που ο Ηρακλής έθεσε σύνορο στον άνθρωπο». Θέλησαν έτσι ν’ αντιπεράσουν τη μετάφραση της υπόνοιας και να δουν με τα μάτια τους την άγνωστη κίνηση, μη λησμονώντας τη φύτρα τους, ότι μοίρα τους ήταν η ανδρεία και η γνώση — η τόλμη για διάνοιξη του στενού. Έτσι καταποντίστηκαν λίγο πριν μάθουν. Μα εγώ θα έρθω μαζί με πιστούς συντρόφους προς τον Ατλαντικό που χαθήκανε οι άντρες εκείνοι, Έλληνες το γένος, γιατί κι εγώ Έλληνας είμαι και δεν αντέχω να είναι βουλιαγμένοι άλλο πια. Σαν τίμιος κλέπτης καθιστώ ολοφάνερες μέσα στο ποίημα τις οφειλές μου, που μάλιστα βαθαίνουν, αν θυμηθούμε και τα λόγια που ο Δάντης βάζει στο στόμα του Οδυσσέα: …Εγώ και τα συντρόφια μου είμαστε γερασμένοι πια και αργοκίνητοι, όταν αγγίξαμε το στενό κανάλι, που ο Ηρακλής έθεσε σύνορο στον άνθρωπο, να μην το ξεπεράσει. Και παρακάτω οι στίχοι: Για στοχαστείτε τη θεϊκιά σας φύτρα· δεν έχετε πλαστεί να ζήσετε σαν κτήνη, μοίρα σας είναι η ανδρεία, η γνώση. Τους συντρόφους μου τα παρακάλια μου τους λύγισαν, τα λίγα λόγια τους φτέρωσαν για το άγνωστο ταξίδι. Μια τέτοια ριψοκίνδυνη ανδρεία, ταυτισμένη με τη γνώση, ήταν μοιραίο να οδηγήσει τους φλογισμένους εκείνους Έλληνες στο τραγικό φινάλε: Ένα μπουρίνι ξέσπασε και χτύπησε σκληρά την πλώρη μας […] που βούλιαξε στο σίφουνα. Ήταν βουλή θεού, το κύμα μάς κουκούλωσε, εκλείστη η θάλασσα από πάνω μας. Αυλαία. Ο θαλάσσιος πέπλος σε όλο του το μεγαλείο, καθώς εσκέπασε τέτοιες ψυχές. Όμως εγώ προσπάθησα να ιδώ από μια χαραμάδα την αλήθεια του θαύματος, που είναι η ελληνική συνδρομή στη διάνοιξη του στενού — στη διεύρυνση του μυαλού, στο πλάτεμα της Ευρώπης και την περαιτέρω διέκταση του κόσμου. Ήθελα να τονίσω πως όσο μεγεθύνεται η ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου, τόσο μεγεθύνεται ο κόσμος έξω και μέσα του. Αυτό σε μένα εξηγεί και το γιατί μια εξάμηνη θητεία μου στο Μόναχο, τη δεκαετία του ’70, μ’ ενέταξε αναδρομικά στην εποχή της «θύελλας και της ορμής» (Sturm und Drang). Ο βομβαρδισμός και η πλημμύρα των εντυπώσεων σε μια σφύζουσα ευρωπαϊκή μεγαλούπολη, τα εξαίσια μουσεία, οι εξορμήσεις προς πάσα κατεύθυνση, η γνωριμία με προσωπικότητες της κουλτούρας ωθούσαν το πνεύμα να γρηγορεί και την ψυχή ν’ ανασαίνει τον αέρα των πλατιών οριζόντων. Εκεί, στην ξένη χώρα, επαναπροσδιόριζα την ταυτότητά μου και σταδιακά μετασχηματιζόμουν, από Έλληνας ως προς το γένος, σε «ελληνικόν» ως προς το πνεύμα, γευόμενος το ήθος και την ευγένεια των εκθεμάτων του αρχαίου πολιτισμού μας. Θυμάμαι που ο κ. Μπόκνερ, ανώτατο στέλεχος της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, με ρώτησε μια μέρα τι μ’ εντυπωσίασε περισσότερο στο Μόναχο κι εγώ του απάντησα: «Τ’ αρχαία ελληνικά αγγεία και τα γλυπτά που πλημμυρίζουν τα μουσεία σας». «Ωραία», είπε, «εσείς τα φτιάξατε, εμείς τα έχουμε!» Παρά τις εθνικές παρενέργειες που μπορεί να προκαλεί αυτή η απάντηση, το ουσιώδες είναι ότι το Μόναχο, το Βερολίνο, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Βιέννη (όπου πήγα εξορμώντας από τη Γερμανία) μου αποκάλυψαν μιαν απεριόριστη θέα τόσο του ελληνικού όσο και του παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτές οι περιπέτειες του βίου, καθώς απεικονίζαν μια πραγματικότητα εν προόδω, σφυρηλατούσαν ταυτόχρονα την τόλμη για διάνοιξη του στενού, τα φαουστικά στοιχεία μιας ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Μπορεί αυτό να δένει με του Παλαμά το στίχο έσκυψα προς την ψυχή μου σαν στην άκρη πηγαδιού. Ο ποιητής εδώ δεν καθρεφτίζει ασφαλώς τον δικό του νάρκισσο — θέλω να πω, την εικόνα του προσώπου του στο νερό — παρά την ασίγαστη δίψα του και το αβυθομέτρητο της ψυχής. Μες από τέτοιαν άβυσσο καθίσταται ο άνθρωπος τραγικός και βαθύτατα αινιγματικός. Το θεμελιώδες ερώτημα είναι «τι εστίν ο άνθρωπος» και ποία η σφίγγα που κουβανεί μες στην ψυχή του. Όλα κατατείνουν στην αυτογνωσία. Στην περίπτωση των λογοτεχνών, θα λέγαμε πως αυτή αποτελεί μια μορφή «ενδοκειμενικότητας», που δεν αντιστρατεύεται παρά μάλλον φωτίζεται από τη διακειμενική τους σχέση με τους άλλους. Κάθε ποιητής, όπως άλλωστε παρατηρεί ο Χάρολντ Μπλουμ, είναι ένα ον εχόμενο σε διαλεκτική σχέση με έναν άλλο ποιητή. Των ποιητών οι παρερμηνείες — προσθέτει — είναι πιο δραστικές από των κριτικών τις παρερμηνείες […] Η ποίηση είναι η αγωνία της επίδρασης, είναι παρατύπωση, είναι μια πειθαρχημένη διαστροφή. Είναι η μαγεία της αιμομιξίας, πειθαρχημένη από την αντίσταση σ’ αυτή τη μαγεία. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις του περιώνυμου αποδομητή φωτίζουν άμεσα και τη δική μου σχέση και συνομιλία με ποιητές που αγάπησα ή που μ’ ενδιαφέρουν προς αναίρεση. Γιατί η ποίηση —και συχνά ο θαυμασμός— δεν σημαίνει την υποταγή στον άλλο, σημαίνει και αντίσταση, ανατροπή και ανορθόδοξη χρήση του προσφερόμενου από εκείνον υλικού. Στην περίπτωσή μου, για παράδειγμα, αρκεί να μελετήσει κανείς το ποίημά μου «Μαθητευόμενος επιθεωρητής στην υποχώρηση (πλησίον της οδού Σταντάλ)» για να διαπιστώσει πως όλα τα στοιχεία είναι αντλημένα από το έργο του Σταντάλ «Τα προνόμια», με μόνη διαφορά τη χρησιμοποίησή τους με αυθαίρετο τρόπο, ώστε να γίνει το δικό μου έργο. Το σχετικό αποτέλεσμα βρίσκεται στη συλλογή «Κυδώνιον μήλον», όπου και άλλα ανατρεπτικού τύπου ποιήματα, όπως λόγου χάρη το «Isidore Ducasse», που αναμοχλεύει ιδιόμορφα το Τέταρτο Άσμα του «Μαλντορόρ» του Κοντ ντε Λωτρεαμόν (ψευδώνυμο του Ισιδώρου Λουσιέν Ντυκάς). Μακάρι να υπήρχε τρόπος να κατόπτευα από ψηλά, εν είδει αεροφωτογραφίας, το πεδίο της διαλεκτικής μου σχέσης με πλήθος Ευρωπαίων ποιητών, πεζογράφων, φιλοσόφων αλλά κι επιστημόνων και καλλιτεχνών. Τα ονόματα όσων γονιμοποίησαν το έργο μου, διάσπαρτα σε όλη την ποιητική μου διαδρομή, υπενθυμίζουν εν μέρει και ανακαλούν στοιχεία ιστορίας του νεότερου ευρωπαϊκού πνεύματος. Είχα κάποια στιγμή επιχειρήσει να καταρτίσω σχετικό κατάλογο με τα ποιήματα και τις αντιστοιχίες τους. Ίσως και να ήταν αυτή η πρόθεσή μου, όταν ξεκίνησα να γράφω τη σημερινή μου ομιλία. Το κύμα ωστόσο με πήρε αλλού, επαληθεύοντας εκείνο που είπα στην αρχή, ότι το θέμα εξαρτάται από τη λαβή του. Ο Λοξίας Απόλλων μού αλλοίωσε τα σχέδια, ως τιμωρία για τις ποιητικές μου ανορθοδοξίες, παρόλο που γνωρίζει φυσικά πως η πραγματικότητα δομείται από ετερογενή στοιχεία, για να υπηρετήσει με μυθοπλασίες και άλλες φαντασίες τη δική της αλήθεια: την αιφνίδια διεύρυνση της ευαισθησίας, καταπώς το είπε ο Τ. Σ. Έλιοτ, αυτήν που πλημμυρίζει με στιγμιαίες στραφταλίδες το ποιητικό υφαντό αθανατοποιώντας επίκαιρα καθετί μεταβαλλόμενο και θνητό· κάτι που εν τέλει δεν σχετίζεται με καμιά ευρωπαϊκή και καμιάν άλλη ποιότητα, προγραμματικά ελληνική. Μπορεί να φαντάζει αντιφατικό, αλλά είναι καθαρά ζήτημα εξίσωσης. Μην μας διαφεύγει αυτό που είπε ο εθνικός μας ποιητής: Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα (o altra cosa) ή ό, τι άλλο. Αυτό το ό, τι άλλο είναι η υπερθεματική προσέγγιση του υπερελληνικού, είναι η καθαυτό πραγματικότητα που μεταποιεί ακριβώς σε εθνικό ό, τι είναι αληθινό· είναι η μεγάλη αλήθεια —σαφώς θεολογική— που υπερβαίνει τα διεστώτα, διαπλαταίνει τις έννοιες, διασπά εμμονές και αυτοεγκλεισμούς. Όσο για μένα, τον Κύπριο, που δεν έπαψε στιγμή να συνυφαίνεται με την ευρωπαϊκή του διάσταση, παρακαλώ επιτρέψτε μου να επαναλάβω, καταλήγοντας, αυτό που σημειώνω στο βιβλίο δοκιμίων μου «Ολισθηρός ιστός»· ότι δηλαδή επιθυμώ να καταστήσω τη γλώσσα μου ένα στραγγιστήρι των πολιτισμικών μας διαστρωματώσεων και να την ενεργοποιήσω μουσικά, ώστε να αγγίξω αδρανοποιημένες ηχητικές περιοχές και μυστηριώδεις δυνατότητες του λόγου. Μέσα σ’ αυτόν —τώρα προσθέτω— τελεσιουργείται ο οικουμενικά μαγικός χαρακτήρας της Ποίησης. Από το σταυρικό σημείο της Κύπρου, όπου η τύχη το ’φερε να βρίσκομαι κι εγώ, χρησιμοποιώ καθετί που χρειάζομαι για να αρθρώσω το λόγο μου, μη λησμονώντας ότι η εξάρτησή μου από τα γενετικά στοιχεία του δικού μας πολιτισμού είναι παράλληλα και ένα χρέος. Χρέος να συλλάβεις το ουσιώδες μέσα από την ποικιλωνυμία της ιστορίας και του μύθου, χρέος να υπάρξεις ως Έλληνας της Κύπρου και πολίτης του Κόσμου, μέρος του οποίου είναι η πολυδαίδαλη ιστορία της πατρίδας σου και του έθνους. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ------------------ Σπίτι της Κύπρου, Αθήνα, 24.11.2012 (Στα πλαίσια της ημερίδας «Η Κύπρος στην ελλαδική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου