Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

PORTA AUREA:Μπάσταρδες με αμνησία


Τα λιμάνια μας πουλιούνται σε Τούρκους επιχειρηματίες,η Τουρκοκρατία εξιδανικεύεται από τον ΣΚΑΙ και τους λοιπούς, ενώ κάποιοι δήθεν επαναστάτες αναλαμβάνουν την υποστήριξή τους. Διότι πάντα στην ιστορία οι επιτήδειοι πηγαίνουν μαζί με τους αφελείς.Η ιστοσελίδα PORTA AUREA απαντά τεκμηριωμένα και στους μεν και στους δε
Μπάσταρδες με αμνησία

 Τον Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε (στη Θεσσαλονίκη) από τη συλλογικότητα «Μπάσταρδες με μνήμη» (ΜΜΜ) μια μελέτη με τίτλο «Μπάσταρδη μνήμη. 100 χρόνια Ελλάδας, πατριαρχίας, καπιταλισμού είναι αρκετά». Σκοπός της μελέτης είναι να αντιταχθεί στην κυρίαρχη ρητορεία περί «απελευθέρωσης της ελληνικής Θεσσαλονίκης». Το πόνημα αποτελείται από 336 σελίδες (με βιβλιογραφία 90 πηγών και βοηθημάτων) και σε αυτό αναπαράγεται αυτούσια η μονομέρεια που διέπει κάθε οπτική του πολιτικού αυτού χώρου, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσπάθεια να δειχτεί ποιος είναι «προαιώνιος εχθρός» (στην περίπτωσή μας: ο ελληνικός κρατικός εχθρός ενός αιώνα). Η Μπάσταρδη μνήμη (στο εξής Μ.Μ.) παρουσιάζει ενδιαφέρον όσον αφορά στην απαρίθμηση των απεργιών και των εργατικών αγώνων στην Θεσσαλονίκη μεταξύ 1908-1936. Εκτός αυτών, γίνεται αναφορά στις αρνητικές, κατά τις ΜΜΜ, για την Θεσσαλονίκη συνέπειες της κατάληψης της πόλης από τους Έλληνες το 1912. Θα άξιζε, λοιπόν, η παρουσίαση των αντιφάσεων και ανακριβειών της μελέτης αυτής. Ενώ ήδη από τον τίτλο του Μ.Μ. κανείς υποψιάζεται ότι η «πατριαρχία» εμφανίστηκε ή κυριάρχησε στην πόλη μετά το 1912, στη συνέχεια δεν διευκρινίζεται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αλλά αντίθετα υποστηρίζεται ότι «η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη έδινε δυνατότητες ευκαιριών στις γυναίκες» (σ. 180) σε αντίθεση με την ελληνική Θεσσαλονίκη. Στην περιγραφή των συνθηκών ζωής των γυναικών ανά εθνότητα/θρησκεία, γίνεται προσπάθεια να υποβαθμιστεί το ισλαμικό φαινόμενο του χαρεμιού ως προϊσλαμικό και ως σχετιζόμενο μόνο με τις τουρκικές ελίτ (σσ. 43-45). Ουδόλως κάνει τις ΜΜΜ η αναφορά τους ότι στα χαρέμια εγκλείονταν συνήθως κοπέλες των άλλων (υπόδουλων) εθνοτήτων (σ. 44) να σκεφτούν για την ανάγκη αποτίναξης της οθωμανικής κυριαρχίας εξαιτίας της οποίας εμφανίστηκαν τα χαρέμια στην Θεσσαλονίκη. Ουδόλως κάνει τις ΜΜΜ να αναρωτηθούν για τα περί ίσων ευκαιριών των γυναικών στην ισλαμοκρατούμενη (πολυπολιτισμική) Θεσσαλονίκη και την εμφάνιση της πατριαρχίας μετά το 1912, το δικό τους συμπέρασμα (σσ. 42-49) ότι συγκριτικά με τις μη Μουσουλμάνες οι Μουσουλμάνες γυναίκες υστερούσαν κατά πολύ στα θέματα της παιδείας, της εργασίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας μετακίνησης· ίσα ίσα, οι διαφορές αυτές δεν είχαν σημασία (σ. 49: «οι χριστιανές δεν είχαν καλύτερη μοίρα»). Ούτε θεωρούν αντιφατική την άποψη ότι «ώς το 1922 στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει ιδιαίτερη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά το γυναικείο κίνημα» (σ. 224) και ότι στην πραγματικότητα το φεμινιστικό κίνημα εμφανίστηκε Θεσσαλονίκη μόνο μετά την Απελευθέρωση (σσ. 224-232), με την άποψή τους για μεγαλύτερες γυναικείες ελευθερίες και λιγότερη ή ανύπαρκτη «πατριαρχία» πριν από το 1912. Κι αυτό γιατί έτσι θα «έδιναν πάτημα στον εθνικισμό» των βαλκανικών κρατών του 1912. Σε μια καπνεργατική απεργία του 1914 η Φεντερασιόν έθεσε το αίτημα για χαμηλότερες αμοιβές των γυναικών (σ. 178) και οι εργοδότες αντέδρασαν κι έφεραν Μουσουλμάνες απεργοσπάστριες οι οποίες ξυλοφόρτωσαν τις Εβραίες εργάτριες (σ. 179): Το συμπέρασμα, σίγουρα, δεν μπορεί παρά να είναι ότι «σεξισμό» και «πατριαρχικό» πνεύμα επέδειξαν οι καπνέμποροι της Φεντερασιόν και οι Εβραίες εργάτριες· κι όχι η ελληνική κρατική παρουσία, που τάχα δια μαγείας εισήγαγε την μισθολογική διάκριση γυναικών-ανδρών. Καθώς και ότι στην πολυπολιτισμική πόλη οι Μουσουλμάνοι δεν είχαν δυσκολία να επιτίθενται στους Εβραίους συναδέλφους τους. Όμως, για το Μ.Μ., όλα αυτά δείχνουν ότι ο «εξελληνισμός» κατέστρεψε τις ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες. Ένα άλλο κεφάλαιο αφορά την δράση της ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), το Μ.Μ. παρουσιάζει ως αρχικό σκοπό της την «προστασία του βουλγαρικού στοιχείου στη Μακεδονία» (σ. 57). Δεν διευκρινίζεται από τι χρειαζόταν προστασία το μακεδονοβουλγαρικό στοιχείο. Αναφέρεται η αλλαγή του καταστατικού της ΕΜΕΟ προς μια πιο «αεθνική» και πολιτικά σεπαρατιστική κατεύθυνση στα 1897 (σ. 59 - στην πραγματικότητα, αυτό έγινε επισήμως στα 1902), αλλά όχι ότι παρά ταύτα, η «Μυστική Επαναστατική Οργάνωση της Μακεδονίας-Αδριανούπολης» παρέμεινε μια οργάνωση της οποίας τα μέλη και η ηγεσία ήταν Βούλγαροι. Υπερτονίζεται η διαφορά μεταξύ δεξιάς και αριστερής πτέρυγάς της, η οποία αφορούσε στον τελικό στόχο (ένωση ή όχι με την Βουλγαρία) και όχι στον προσωρινό στόχο της πολιτικής αυτονομίας, ο οποίος είχε υποστηριχθεί και από το βουλγαρικό κράτος και από τους Βερχοβιστές επανειλημμένα και χωρίς κανένα σοσιαλιστικό περιεχόμενο ή περίβλημα. Για το ιδρυτικό μέλος της ΕΜΕΟ, Χρ. Τατάρτσεφ, μια αυτόνομη Μακεδονία θα μπορούσε να ενσωματωθεί πιο εύκολα στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τα πρώτα κείμενα της Οργάνωσης στα 1897, συνταχθέντα από τους Πετρόφ και Ντέλτσεφ («Βουλγαρικά Επαναστατικά Κομιτάτα της Μακεδονίας και του βιλαετιού της Αδριανούπολης»), τα μέλη θα ήταν Βούλγαροι και θα αγωνίζονταν για την απελευθέρωση των Βουλγάρων στις περιοχές αυτές. Το Μ.Μ. αναφέρεται αποκλειστικά στις σποραδικές επιθέσεις κατά οθωμανικών στόχων στην Μακεδονία (σσ. 61-64), αλλά καμμία αναφορά δεν γίνεται για τις αναίτιες δολοφονίες κι επιθέσεις κατά Ελλήνων και Πατριαρχικών, ατόμων (δασκάλων, ιερέων, προκρίτων, εμπόρων, γηγενών και μη) αλλά και πληθυσμών χωριών, μεταξύ 1897-1903. Προφανώς, αποσιωπάται ότι η ΕΜΕΟ εξαρχής –κι όχι απλώς έπειτα από κάποια στιγμή– στόχο είχε όχι κάποια απλή προστασία των Βουλγαρομακεδόνων από τους Οθωμανούς ή και τους Έλληνες, οι οποίοι ακόμη δεν είχαν συστήσει ένοπλα σώματα, αλλά την βίαιη μεταστροφή των σλαβόφωνων Πατριαρχικών και Ελλήνων στην Εξαρχία διότι –κι αυτό αποσιωπάται– τέτοια μεταστροφή στην πλειονότητα των διεκδικούμενων περιοχών ήταν διαπιστωμένα αδύνατη με τα ειρηνικά μέσα της Εξαρχίας. Αν ο στόχος αυτός αναφερόταν, τότε η επιχειρηματολογία για αρχικά σοσιαλιστική ΕΜΕΟ (σ. 74: «είχε ένα σαφή χαρακτήρα αγροτικού ομοσπονδιακού σοσιαλισμού») στην οποία κατοπινά οι «δεξιοί» Βουλγαρομακεδόνες καταχθόνια διείσδυσαν και κυριάρχησαν (σσ. 61, 69, 73) θα έπεφτε στο κενό και φρόνιμα οι ΜΜΜ σιωπούν. Σοσιαλιστική ή μη, η ΕΜΕΟ στόχο εξαρχής είχε τους ελληνομακεδόνες. Άλλο ένα ζήτημα που αποσιωπάται είναι, όπως είπαμε, ο λόγος για τον οποίο χρειάζονταν προστασία οι Βουλγαρομακεδόνες. Πράγματι, στο 1ο κεφάλαιο (σσ. 27-41) δεν γίνεται καμμία αναφορά στην καταπίεση των χριστιανών της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς τον 19ο αι., μετά τα 1830 (δυσβάστακτοι τακτικοί κι έκτακτοι φόροι, εξισλαμισμοί, αγγαρείες, δουλοπαροικία, βιαιοπραγίες του ισλαμικού όχλου κατά χριστιανικών συνοικιών, νομική ανισότητα και τοπική άρνηση εφαρμογής των εξισωτικών μεταρρυθμίσεων, επεμβάσεις στην εκπαίδευση των χριστιανικών εθνοτήτων κ.ά.)· προφανώς, η υπενθύμιση εθνοθρησκευτικής καταπίεσης στη Μακεδονία από τους Τούρκους συνεπάγεται ταύτιση σε επίπεδο συμπερασμάτων, για το αναγκαίο της εκδίωξης των Οθωμανών, των ΜΜΜ με τους Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους κ.ά. «εθνικιστές», ασχέτως του αν η προτεινόμενη επίλυση ήταν διαφορετική για κάθε πλευρά. Κι επειδή το αυτονόητο της οθωμανικής καταπίεσης είναι για τις ΜΜΜ επικίνδυνο ιδεολογικά, προτιμούν να το κουκουλώσουν: Και μάλιστα να ισχυριστούν, με μπόλικη μαρξική σάλτσα ότι οι αλυτρωτισμοί «στα Βαλκάνια και να ιδωθούν ως μια πολύ πετυχημένη μέθοδος πρωταρχικής συσσώρευσης ώστε η μη ανταγωνιστική φεουδαρχικού τύπου οθωμανική βαλκανική χερσόνησος να μετασχηματιστεί σε μια σύνθεση από σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη» (σσ. 105-106) - άσχετα αν οι Μαρξ-Ένγκελς είχαν αναφερθεί στην τουρκική καταπίεση και στην εξαιτίας της οπισθοδρόμηση της χερσονήσου του Αίμου. Εννοείται ότι οι Νεότουρκοι περιγράφονται ως απλώς «φιλελεύθερη-αστική δύναμη» (σ. 248), ίσως για να ωραιοποιηθεί στα μάτια των «αντιεθνικιστών» αναγνωστών η κατοπινή συνεργασία της αριστερής φράξιας της ΕΜΕΟ με αυτούς και η φιλική στάση της Φεντερασιόν (σσ. 71, 270). Καμμία αναφορά δεν γίνεται στο ότι μέσω νομοσχεδίων της οθωμανικής βουλής οι Νεότουρκοι έλαβαν μέτρα κατά των χριστιανικών εθνοτήτων, περιορίζοντας ακόμη και τον αριθμό των βουλευτών που αυτές εξέλεγαν, ενώ προχώρησαν σε αλλεπάλληλες δολοφονίες σημαινόντων μελών της ελληνικής κοινότητας. Όσον αφορά στον Μακεδονικό Αγώνα, στο Μ.Μ. διαβάζει κανείς την ανεκδιήγητη θέση ότι «Το ερώτημα αν χτύπησαν πρώτοι οι Βούλγαροι ή οι Έλληνες είναι άτοπο. Άσχετα με τον αν οι Βούλγαροι συγκροτούσαν ένοπλες ομάδες ενάντια στους Έλληνες και αντίστοιχα οι Έλληνες τους «Μακεδονομάχους» ενάντια στους Βούλγαρους, αργά ή γρήγορα τα δύο κράτη θα έμπαιναν σε διαδικασία εθνοκάθαρσης του μακεδονικού χώρου» (σσ. 82-83). Η θέση αυτή (που ούτε σε παιδάκια του δημοτικού δεχόμενα αναίτιες επιθέσεις από βίαιους συμμαθητές τους δε θα φαινόταν λογική ή ηθική), συνιστά εμμέσως -ηθελημένα ή μη, αδιάφορο- απόλυτη κάλυψη στην μονομερή τρομοκρατία της ΕΜΕΟ κατά των ελληνικών και πατριαρχικών πληθυσμών ώς το 1903. Οι ΜΜΜ με τον τρόπο που δείχνουν την «ισότητα των εθνικισμών και των εθνικιστικών εγκλημάτων» φαίνεται, είτε το θέλουν είτε όχι, ότι προτιμούσαν στα 1903 σφαγμένους ή προσφυγοποιημένους Ελληνομακεδόνες αντί για Ελληνομακεδόνες που απάντησαν με το ίδιο νόμισμα στην αναίτια βουλγαρική βία την οποία υφίσταντο πολύ πριν από το 1904: και τότε –κατ’ ευχή– δεν θα συνέβαινε καμμία επιπλέον εθνοκάθαρση του μακεδονικού χώρου, ούτε «αργά» ούτε «γρήγορα». Αλλά με τι συνέπεια λόγων μιλάνε για «εθνοκάθαρση» τη στιγμή που αποσιωπούν αιώνες μεθοδικής οθωμανικής εθνοκάθαρσης (με σφαγές, παιδομάζωμα, εποικισμούς και εξισλαμισμούς); Με ποια συνέπεια μιλάνε για εθνοκάθαρση που αργά ή γρήγορα θα έκαναν Ελλάδα και Βουλγαρία, τη στιγμή που περιγράφοντας τους Νεότουρκους ως απλώς φιλελεύθερους, δεν αναφέρουν ούτε την επίσημη απόφασή τους για εθνοκάθαρση-γενοκτονία των χριστιανών υποτελών της Αυτοκρατορίας αλλά ούτε και τις συστηματικές νεοτουρκικές ενέργειες εποικισμού της Μακεδονίας με ξενόφερτους ισλαμικούς πληθυσμούς ούτως ώστε να αποβεί αδύνατη η απόπειρα εκδίωξης των Οθωμανών; Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τους βαλκανικούς πολέμους, το μόνο πρακτικά εναλλακτικό σενάριο της ιστορίας θα ήταν όχι μια υπερεθνική επανάσταση αλλά η εθνοκάθαρση εκ μέρους των Νεότουρκων. Ο Μακεδονικός Αγώνας προβάλλεται στο Μ.Μ., λοιπόν, ως απλώς ενάντιος στις εθνότητες της Μακεδονίας (σ. 92-93) και όχι ως έσχατη λύση αυτοάμυνας και ένοπλης αυτοπροστασίας (και διαμέσου αντεκδικήσεων) του μακεδονικού Ελληνισμού· οι Μακεδονομάχοι, γηγενείς (σλαβόφωνοι και μη) και μη, περιγράφονται ως «γκραικομάνοι» (σ. 97: βουλγαρικός και, σήμερα, σλαβομακεδονικός απαξιωτικός χαρακτηρισμός), ως ληστές κι εγκληματίες που «τρομοκρατούν τα βουλγαροχώρια» (σσ. 95, 99): Ίσως η ιδιαίτερη απέχθεια που κρύβουν οι χαρακτηρισμοί αυτοί προς τους σλαβόφωνους Έλληνες να οφείλεται στο ότι οι ομοϊδεάτες των ΜΜΜ όπως και οι βούλγαροι Κομιτατζήδες της περιόδου εκείνης, δεν μπόρεσαν να χωνέψουν την τόσο τεράστια διάψευση της θεωρίας τους για προκρούστειο περιορισμό των τοτινών μακεδόνων Ελλήνων αποκλειστικά στους μακεδόνες ελληνόφωνους Χριστιανούς. Πρέπει να έσπαγαν τα μούτρα τους καθημερινά σε αυτήν την σκληρή πραγματικότητα, οπότε απομένει η οργισμένη καταδίκη της. Επίσης, οι χαρακτηρισμοί αυτοί πρέπει να ιδωθούν υπό το φως της σχεδόν αθωωτικής παρουσίασης της ένοπλης τρομοκρατίας της ΕΜΕΟ (εναντίον και των σλαβόφωνων Ελλήνων/Πατριαρχικών) μεταξύ 1897-1908 και των στελεχών της, για να γίνει κατανοητό πόσο λίγη σχέση με σοβαρό ή ειλικρινή αντιεθνικισμό έχουν οι εξεταζόμενες απόψεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σλαβόφωνος Κώττας, ο οποίος αν και αποδεδειγμένα Έλληνας («ζήτω η Ελλάς», η τελευταία του φράση) ήταν συνδιαλλακτικός και πρόθυμος για αντιτουρκική ελληνοβουλγαρική συμμαχία («ας σκοτώσωμεν την αρκούδα και για το τομάρι είναι εύκολον να το μοιράσωμεν»), και ο οποίος είχε απαλλάξει την περιοχή του από αρκετούς Οθωμανούς σατραπίσκους περιγράφεται ως ένας κοινός εγκληματίας «χωρίς συγκροτημένες ιδέες ή ιδεολογία» (σ. 99), μάλλον επειδή δεν ήταν μορφωμένο κολλεγιόπαιδο σαν τους ιδρυτές της ΕΜΕΟ. Και ο καπετάν Άγρας, ο οποίος έδειχνε παρόμοια διαλλακτικότητα χαρακτηρίζεται ως κάποιος που απλώς ήθελε «να στρατολογήσει Βούλγαρους στο ελληνικό κομιτάτο» (σ. 99). Όσον αφορά την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Θεσσαλονίκη, σημειώνεται ότι «ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη λεηλατώντας, σφάζοντας, βιάζοντας τον πολυεθνικό πληθυσμό της» (σ. 11). Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, το γνωστό παραμύθι, το οποίο είτε είναι ανεπιβεβαίωτο είτε διαψεύδεται από τοτινές πηγές, αλλά και του οποίου η πηγή-ο ανώνυμος ανταποκριτής ήταν στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην αποκλεισμένη Θεσσαλονίκη. Αλλού, επαναλαμβάνεται η γνωστή ρητορεία για απουσία υποκειμένου προς απελευθέρωση: «Μια πιο προσεκτική ματιά στην εθνογραφία μας φανερώνει την εσκεμμένη και επιτηδευμένη απόκρυψη/αποσιώπηση άλλων υποκειμένων και γεγονότων που δεν «βολεύουν» μια συνεκτική εθνική (πατριωτική) και αρρενωπή μνήμη. Για παράδειγμα, στην πόλη της Θεσσαλονίκης για αρκετούς αιώνες κατοικούσαν εβραίοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί και ασχέτως με τo θρήσκευμα Έλληνες, Σλάβοι, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Αλβανοί κ.λπ. Ποιοι απελευθερώθηκαν, λοιπόν, και από ποιους;» (σ. 21). Η πληθυσμιακή σύνθεση της Θεσσαλονίκης θεωρείται ουρανοκατέβατη και θεϊκά απαραβίαστη, και δίνεται, ηθελημένα ή αναγκαστικά, συγχωροχάρτι στις εθνοκαθάρσεις των Οθωμανών. Διαφεύγει της προσοχής του Μ.Μ. τόσο ότι οι εκάστοτε κατακτητές και οι σύμμαχοί τους δεν απελευθερώνονται όσο και ότι στα 1912 υπήρχαν πληθυσμοί οι οποίοι θεωρούσαν τον εαυτό τους κατακτητή της Θεσσαλονίκης. Έτσι, επειδή μια δήθεν αντιεθνικιστική τακτική το επιβάλλει, πρέπει να αποσιωπηθεί η πολιτική που οδήγησε στην συγκεκριμένη πολυεθνική Θεσσαλονίκη. Αλλά πώς μπορεί να υπάρχει υποκριτική και διαφορετική αντιμετώπιση των πληθυσμιακών αλλαγών; Ό,τι συμφέρει στα ιδεολογικά πλαίσια της πολεμικής («κατά του ελληνικού εθνικισμού») αποσιωπάται ή υπερτονίζεται κατάλληλα. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό κάνει και η άλλη πλευρά, σε τι διαφέρει από εκείνη η οπτική του Μ.Μ.; Γεγονός είναι ότι παρ’ όλο που στο Μ.Μ. αναγνωρίζεται ότι στην Θεσσαλονίκη επικρατούσε ο εθνικισμός σε κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα (σσ. 137, 174), δεν γίνεται καμμία απόπειρα σύνδεσης του έντονου αυτού εθνοκεντρισμού-εθνικισμού με το οθωμανικό σύστημα του απόλυτου διαχωρισμού των υποτελών λαών κι ατόμων σε μιλέτ (θρησκευτικές ή εθνικές ομάδες). Ίσως δεν γίνεται, γιατί τέτοια σύνδεση θα έθιγε το «ιερό» οθωμανικό (ιερό, γιατί ήταν προ-ελληνικό, το οποίο κατέλυσαν οι «εθνικιστές» Έλληνες) καθεστώς, και συνεπώς αναπόδραστα θα ενίσχυε τις ελληνικές εθνοκεντρικές θέσεις περί τουρκοκρατίας και απελευθέρωσης. Ωστόσο, είναι προφανές ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η πολυεθνικότητα υπήρχε στα λόγια. Κάθε κοινότητα ήταν υποχρεωμένη να μην αναμιγνύεται με τις υπόλοιπες. Αυτό προφανώς ενίσχυσε τον εθνοκεντρισμό στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι αρνητικές συνέπειες της ελληνικής Απελευθέρωσης τονίζονται ιδιαίτερα. «Οι μουσουλμάνοι και οι σλαβόφωνοι, ήταν οι πρώτοι που εκτοπίστηκαν βίαια τη δεκαετία του 1920 για να ακολουθήσει είκοσι χρόνια μετά, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγερή σιωπή και συνενοχή του ελληνικού πληθυσμού στη ναζιστική σφαγή των εβραίων» (σ. 12). Αλλά, αν η απόδοση συλλογικής ευθύνης του ελληνικού πληθυσμού στην ναζιστική γενοκτονία των Εβραίων δεν είναι λιγότερο ιδεολογικά ναζιστική, οι Μουσουλμάνοι έφυγαν χωρίς βία, σε αντίθεση με λ.χ. τους Σμυρνιούς, και αποζημιώθηκαν με τις, υπερδιπλάσιες των μακεδονομουσουλμανικών, περιουσίες των Μικρασιατών. Επίσης, αναφέρεται η προσπάθεια λήθης του οθωμανικού παρελθόντος: «Το έργο της λήθης ξεκίνησε από τις πρώτες μέρες του1912 με την αντικατάσταση των οθωμανικών ονομάτων στις οδούς της πόλης από αρχαιοελληνικά, με το γκρέμισμα των μιναρέδων και των μουσουλμανικών τεμενών» (σ. 12). Επαναλαμβάνεται, δηλαδή η μονομέρεια στην αντιμετώπιση ίδιων πρακτικών, και η αποσιώπησή τους ανάλογα με το τι υπαγορεύει η πολεμική. Το ίδιο συμβαίνει με την αναφορά σε καταστροφές εβραϊκών και μουσουλμανικών νεκροταφείων (σσ. 141, 144): Απουσιάζει κάθε αναφορά σε ανάλογες οθωμανικές πρακτικές εις βάρος ελληνικών και εβραϊκών νεκροταφείων τόσο στις απαρχές της Τουρκοκρατίας όσο και στο τέλος της, ώστε να δειχτεί ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε στην πόλη μαζί με τον ελληνικό στρατό στα 1912. Τα οθωμανικά ονόματα των οδών, που στα τέλη του 19ου αι. αντικατέστησαν τα ανεπίσημα λαϊκά, θεωρούνται τόσο σημαντικά, ώστε η αλλαγή τους να θεωρείται αποσιώπηση του παρελθόντος. Η πυρκαγιά του 1917 αφήνεται να εννοηθεί ότι έγινε επίτηδες από τους Έλληνες, σε συμφωνία με ακροδεξιές αντιεβραϊκές συνωμοσιολογίες, με συνειδητό σκοπό την οικονομικοκοινωνική και φυσική εξόντωση των Εβραίων (σσ. 12, 140), όσο κι αν η εβραϊκή πυρίκαυστη ζώνη ήταν μόνο η μισή της συνολικής ζώνης. Το Σχέδιο Εμπράρ αντιμετωπίζεται είτε ως όπλο εξελληνισμού (σσ. 140, 142-143) είτε (όντας ιπποδάμειας λογικής) ως όπλο κατά των αστικών λαϊκών εξεγέρσεων, τις οποίες τα στενοσόκακα βοηθούσαν (σ. 142). Πράγματι, το ιπποδάμειο σύστημα θεωρείται από την εμφάνισή του ως ειδικά εφευρεμένο διαβολικό όπλο κατά των λαϊκών εξεγέρσεων της Αρχαιότητας (σσ. 110-114). «Η ομάδα του Εμπράρ έχει σαφείς εντολές να υποβαθμίσει τα αλλόθρησκα μνημεία και τεμένη. Έτσι λοιπόν το κατά τα άλλα πολυβραβευμένο πολεοδομικό σχέδιο…αναδεικνύει μόνο τα μνημεία της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής… ενώ υποβαθμίζει και περικυκλώνει με πολυώροφες οικοδομές τα μουσουλμανικά τεμένη, τζαμιά και χαμάμ… οι εβραϊκές συναγωγές εξαφανίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά από το χάρτη» (σ. 143). Το ότι τα εβραϊκά και ισλαμικά μνημεία κρίνονταν ως ασήμαντης ή μικρής αρχιτεκτονικής αξίας από μελετητές της τουρκοκρατούμενης πόλης (π.χ. P. Lindau 1888, Tafrali 1913, M. Bernard κ.ά.) σε σχέση με τα βυζαντινά· το ότι οι Οθωμανοί εξεπίτηδες δεν επέτρεπαν οι ορθόδοξες εκκλησίες να βρίσκονται πάνω στους κεντρικούς δρόμους και επέβαλλαν τα εβραϊκά και χριστιανικά θρησκευτικά κτήρια να είναι ταπεινά κι ασήμαντα, όλα αυτά δεν φαίνεται να απασχολούν τις ΜΜΜ, που ίσως φαντάζονται ότι τέτοιες πρακτικές στη Θεσσαλονίκη εγκαινιάστηκαν με την ελληνική κρατική κυριαρχία. Το ότι ο αρχαίος Πειραιάς ιδρύθηκε από την αμεσοδημοκρατική Αθήνα και ακολούθησε εξαρχής το ιπποδάμειο σύστημα δεν θεωρείται στοιχείο ικανό για την αθώωση του Ιππόδαμου ως εχθρού του λαού (σ. 114). Εννοείται ότι, πάλι χάρη σε δυο μέτρα και σταθμά, δεν κατακρίνονται παρόμοιες πολεοδομικές επεμβάσεις (π.χ. της πυρκαγιάς του 1890), δεν θεωρούνται επιχειρήσεις αποεβραιοποίησης ή εθνικής και ταξικής ομογενοποίησης, και φυσικά κάθε αναφορά στις δεκάδες επιδημίες και πυρκαγιές στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκης ακριβώς εξαιτίας της ανατολίτικης ρυμοτομίας απουσιάζει για ευνόητους λόγους (δεν ευνοεί την επανάσταση και το ξεσκέπασμα της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας). Πολύ σημαντική είναι η αναφορά στη σχέση εθνικού και κοινωνικού ζητήματος όσον αφορά στην τακτική της Φεντερασιόν (σσ. 173, 265-6, 269, 271-2), η οποία επικρίνεται στο Μ.Μ.: «το κοινωνικό ζήτημα διαπλέκονταν με το εθνικό, χάνοντας έτσι ένα σημαντικό μέρος της δυναμικής του. Το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η πολυεθνική και πολιτισμική Θεσσαλονίκη ήταν η ανάπτυξη των εθνικισμών» (σ. 174). Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν ήταν καθεαυτή η διαπλοκή του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα: ήταν ότι ορισμένοι από τους Εβραίους στα 1912 είχαν ξεπεράσει τα δίκαια όρια όσον αφορά στην ικανοποίηση του δικού τους εθνικού ζητήματος, και αντί να απαιτήσουν στα 1912-13 ισονομία και πλήρη μειονοτικά δικαιώματα, απαίτησαν την παλαιστινιοποίηση της Θεσσαλονίκης εκθέτοντας την πλειονότητα των Εβραίων της πόλης, σοσιαλιστών (παρά τον εμφανή αντισιωνισμό των Σαλονικιών σοσιαλιστών Εβραίων στα 1920: σ. 284) και μη, δηλητηριάζοντας τις εθνοτικές σχέσεις και προκαλώντας εναντίωση στους κοινωνικούς αγώνες μέσω της άθελης κι αναπόφευκτης ταύτισης των αγώνων αυτών με (εθνικιστικά) αιτήματα για απόσπαση της Θεσσαλονίκης από τους Έλληνες. Το ίδιο λάθος έκανε αργότερα ο Πουλιόπουλος με τα συνθήματα για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη παραδεχόμενος εκ των υστέρων ότι: «ήταν τόσο άτυχα, ώστε άφηναν να δημιουργηθεί η τρομερή παρεξήγηση ότι επαναστατικός διεθνισμός δεν είναι τίποτα άλλο, παρά συμμαχία με τους Βουλγάρους κομιτατζήδες. Του κάκου προσπαθήσαμε να διαλύσουμε τη σύγχυση». Την ανυπαρξία εγγενούς διάστασης μεταξύ κοινωνικού κι εθνικού ζητήματος δείχνει άλλωστε η συμμετοχή Ελλήνων και ξένων αναρχικών στην Κρητική Επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 (βλ. Σπ. Κουτρούλη, «Αναρχικοί – ριζοσπάστες στον αγώνα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και για την ελληνική ανεξαρτησία», Ρήξη τχ. 74). Παρά την έκκληση του ΜΜ «Σε καιρούς που τα αφεντικά φωνάζουνε για εθνική ενότητα, μιλάνε για εθνικό συμφέρον, μας ζητάνε να βάλουμε πλάτη στα κέρδη τους και ταφόπλακα στις επιθυμίες και τις ανάγκες μας» (σ. 23), η αναφορά των ιδίων ότι στην Θεσσαλονίκη των τελευταίων δεκαετιών της Τουρκοκρατίας είχε δημιουργηθεί μια «κοσμοπολίτικη τάξη με κοινά οικονομικά συμφέροντα (εύποροι χριστιανοί και Εβραίοι, προστατευόμενοι των Δυτικών, μαζί με τους Ντομνέδες κυριαρχούσαν στο εμπορικό επιμελητήριο)» (σ. 137) δείχνει ότι –όπως και τότε– αν κάποιοι σίγουρα δεν έχουνε πατρίδα, αυτοί είναι τα αφεντικά. Συμπερασματικά, το Μ.Μ. αποσιωπά πολλές πτυχές της πραγματικότητας της εποχής εκείνης, ώστε να παρουσιάσει μια πραγματικότητα στα μέτρα συγκεκριμένων πολιτικών επιδιώξεων. Πρέπει να φανεί ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν καταπιεστικοί, ότι οι Έλληνες, Μακεδονομάχοι και κρατική παρουσία, ήταν τυραννικοί καθώς και ότι η βουλγαρική ΕΜΕΟ αγωνιζόταν για το όραμα μιας υπερεθνικής σοσιαλιστικής Μακεδονίας. Οι «Μπάσταρδες με μνήμη», με τις τόσες αποσιωπήσεις μάλλον αποδεικνύεται πως όχι μόνο μνήμη δεν διαθέτουν αλλά κι ότι πάσχουν από βαριά αμνησία.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Γιώργου Ρακκά:"Ανατολή και Δύση"


ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/10786

Πολύς λόγος, και πολλές κριτικές έχουν ακουστεί σχετικά με την «περίεργη» (υποτίθεται) θέση του Άρδην πάνω στο ζήτημα της Ε.Ε., του ευρώ, των σχέσεων μας με την Ευρώπη εν γένει. Οι παρανοήσεις και οι διαφωνίες, προκύπτουν κατά τη γνώμη μας από την αδυναμία να συλλάβει κανείς την ελληνική πραγματικότητα στο σύνολο των διαστάσεών της. Από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, η έτερη πτυχή του ελληνικού δράματος, έχει να κάνει με τη δραματική αύξηση της βαρύτητας που έχει η τουρκική οικονομία στην ελληνική. Ας δούμε τις κυριότερες παραμέτρους της. Στον τομέα των Τραπεζών. Η εξαγορά της Φινανσμπανκ από την Εθνική το 2006, κόστισε 5.2 δισ.$, έφερε τη χώρα μας στην τρίτη θέση των χωρών με τις περισσότερες ξένες άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία, κατά την περίοδο 2001-2011, και ως εκ τούτου πολυδιαφημίστηκε ως αιχμή της ελληνικής εισβολής στην τουρκική αγορά. Ωστόσο, η διαφορά δυναμικού και χαρακτήρα των δύο οικονομιών αντέστρεψε αυτή τη σχέση. Πλέον, η Φινανσμπανκ διαθέτει σχεδόν 3 φορές μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση από την Εθνική, ενώ η μητρική τράπεζα εξαρτά σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό τα κέρδη της από την κατά πολύ μεγαλύτερη θυγατρική της τράπεζα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όπως πολύ χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρόεδρος της Τράπεζας στη Χουριέτ: «Η Finansbank δεν έχει μοιράσει ούτε μία λίρα μέρισμα από τα κέρδη της και δεν σχεδιάζει να το κάνει. Το σύνολο του κέρδους προστίθεται στο κεφάλαιο της τράπεζας και σκοπός είναι η επέκταση της Finansbank στην Τουρκία. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα μεταφοράς κέρδους. […]. Δεν λειτουργούμε ως υποκατάστημα της Εθνικής. Η Finansbank λειτουργεί στην Τουρκία ως τουρκική τράπεζα. Μας ελέγχει το Συμβούλιο Ελέγχου Τραπεζών και έχουμε ένα άκρως υγιή ισολογισμό. Συνεχίζουμε να αναπτυσσόμαστε. Οι στόχοι που θέσαμε με τον προϋπολογισμό του 2010 αφορούν ανάπτυξη πάνω από το μέσο όρο του τραπεζικού τομέα στην Τουρκία και τα δεδομένα του πρώτου τριμήνου μας επιβεβαιώνουν» (Πηγή: Εδώ) Δεύτερον, στις ελληνικές εξαγωγές, η Τουρκία είναι πλέον στη δεύτερη θέση πίσω από τη Γερμανία. Τα τελευταία χρόνια σημειώνουν διαρκή αύξηση: «από 1 δισεκατομμύρια 150 εκατομμύρια δολάρια που ήταν το 2008 αυξήθηκαν στα 3 δισεκατομμύρια 300 εκατομμύρια δολάρια». Αναλυτικά, για το πρώτο οκτάμηνο του 2012 τα κυριότερα εξαγωγικά προϊόντα παρουσιάζονται στον κάτωθι πίνακα: Συνολικές τουρκικές εισαγωγές από Ελλάδα Column2 Column3 Column4 Αξία σε $ Ιανουάριος-Αύγουστος 2011 Ιανουάριος-Αύγουστος 2012 Μεταβολή 2011-2012 Τρόφιμα και Ζώντα Ζώα 37,055,794 24,063,422 -35.06% Ποτά και καπνός 84,931 322,659 279.90% Πρώτες ύλες μη εδώδιμες εκτός από καύσιμα 95,434,553 178,899,477 87.40% Ορυκτά καύσιμα 1,217,938,650 1,464,676,071 20.20% Λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης 3,471,600 1,352,753 -61.03% Χημικά Προϊόντα και συναφή 203,584,084 163,153,462 -19.85% Βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κατά πρώτη ύλη 157,862,378 154,733,125 -1.98% Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 70,885,505 47,093,310 -33.56% Διάφορα βιομηχανικά είδη 20,571,488 17,788,464 -13.52% Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένες ανά κατηγορία 6,901 19,057,329 276053.15% 1,806,895,884 2,071,140,072 14.62% Πηγή Ωστόσο, κι εδώ, η διαφορά δυναμικού και πλεονεκτημάτων μεταξύ των δύο οικονομιών εκμηδενίζει τα ενδεχόμενα ελληνικά οφέλη από την ελληνοτουρκική οικονομική συνεργασία. Παράδειγμα, η ΣΕΚΑΠ, καπνοβιομηχανία της Θράκης, η οποία πρωτοστατεί στις ελληνικές εξαγωγές καπνού προς την Τουρκία. Οι αντίστοιχες τουρκικές εταιρείες απορροφούν το μερίδιο του λέοντος της ελληνικής παραγωγής, και πλέον ενδιαφέρονται ανοιχτά για την εξαγορά της. Μάλιστα, έχουν απομείνει οι μοναδικοί διεκδικητές στην κούρσα της αποκρατικοποίησής τους, και άρα η εξαγορά φαντάζει κάτι παραπάνω από πιθανή (Πηγή: Εδώ). Από την άλλη πλευρά, τον τελευταίο καιρό παρατηρείται έντονη κινητικότητα σε ό,τι έχει να κάνει με τις τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα: - Ο όμιλος Dogus εξαγόρασε τις μαρίνες που ήταν στην ιδιοκτησία του ομίλου Κυριακούλη: στη Ζέας, τη Λευκάδα, την Καλαμάτα, και στα Γουβιά της Κέρκυρας (πηγή εδώ). Ένα μήνα πιο πριν, ο ίδιος όμιλος είχε αποκτήσει το 50% της Μαρίνας του Φλοίσβου (Πηγή: Εδώ). Επίσης, στον ίδιο κλάδο, τον περασμένο Μάιο η τουρκική «Setur Servis Turistik» ανέλαβε από κοινού με τη «Folli Follie» τη λειτουργία της τουριστικής μαρίνας της Μυτιλήνης. - Η Μακεδονική Χαρτοποιία, με παραγωγή άνω των 100.000 τόνων ετησίως, πουλήθηκε σε εταιρεία τούρκικων συμφερόντων. Με αυτήν την εξαγορά η τουρκική ΡΑΚ έγινε η 4η μεγαλύτερη χαρτοβιομηχανία της Ευρώπης (Πηγή: Εδώ) - Τουρκικές εταιρείες στο χώρο της λιανικής λειτουργούν ήδη ή εκφράζουν τη διάθεση για μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα (εστίαση, ένδυση, έτοιμα έπιπλα). - Τέλος, ιδιαίτερη κινητικότητα αναπτύσσεται, σύμφωνα με δημοσίευμα του «Έθνους» στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη. Εκεί πρωταγωνιστούν εταιρίες του τούρκικου «ισλαμικού καπιταλισμού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ILSAM, με έδρα στις Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή, τα κεφάλαια της οποίας φέρεται να ανήκουν στο βακούφι στο «Μπιρλίκ βακφέ», που ανήκει στο κυβερνών AKP (Πηγή: Εδώ). - Tέλος, είναι οι δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της Ζιράτ. Η Ζιράτ λειτουργεί από το 2006 στη Θράκη, ως άμεση συνέπεια της συμφωνίας που πραγματοποίησε η Εθνική για την εξαγορά της Finansbank. H δραστηριότητά της σε ό,τι αφορά στη μειονότητα, πραγματοποιείται σε στενή (ανοιχτή) σχέση με το εκεί προξενείο, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ο ψευδομουφτής καλεί ανοιχτά τους πιστούς να καταθέσουν τα χρήματα τους στην Τράπεζα (Πηγή: Εδώ). Τελευταία, η Ζιράτ φέρεται να ηγείται ευρύτερης πρωτοβουλίας που λαμβάνει η τουρκική πρεσβεία στην Ελλάδα, για την εμπλοκή των τουρκικών κεφαλαίων στην ελληνική αγορά, η οποία ξεκινάει με την παροχή φθηνών, επιδοτούμενων δανείων σε Έλληνες αγρότες και επιχειρηματίες, με τη διαμεσολάβηση του γραφείου του ΟΗΕ στην Αθήνα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, οι Έλληνες αξιωματούχοι υποδέχτηκαν θετικά την πρόταση (Πηγή: Εδώ). Χαρακτηριστική για το ποιόν της Τράπεζας, η ιστορία εμπλοκής που έχει στην ελληνοτουρκική διαμάχη (χρηματοδοτούσε τον στρατό του Κεμάλ το 1920-1922, ήταν ο κύριος αποδέκτης του σκληρού κεφαλικού φόρου που επέβαλε το τουρκικό κράτος στους Έλληνες της πόλης την περίοδο 1941-1942, χρηματοδότησε την ίδρυση της Τουρκοκυπριακής αγροτικής τράπεζας το 1958). Επίσης, εξίσου χαρακτηριστική για τον τύπο της δραστηριότητάς της, είναι οι καταγγελίες αγγλόφωνων κουρδικών εφημερίδων και ειδησεογραφικών πρακτορείων ότι στο Ιράκ το υποκατάστημα της Ζιράτ λειτουργεί ως υποσταθμός των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών (Πηγή: Εδώ). Σε ό,τι αφορά στις καταναλωτικές υπηρεσίες και στη λιανική, κεντρικό πρόβλημα για την επέκταση των τουρκικών επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά είναι η αρνητική στάση που έχουν οι Έλληνες στα τουρκικά προϊόντα (π.χ. η Ιστκμπάλ με τα έπιπλα δεν πάει πολύ καλά γι’ αυτό ακριβώς το λόγο). Εδώ ακριβώς είναι που παίζουν κάποιο ρόλο και τα τουρκικά σήριαλ, και είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι τα δίνουν πιο φτηνά στα ελληνικά κανάλια, γιατί προσβλέπουν σε μια αλλαγή της στάσης της κοινής γνώμης -που ασφαλώς θα έχει αντίκτυπο και στις καταναλωτικές τους προτιμήσεις. Έπειτα από όλα αυτά, αντιλαμβανόμαστε ότι όντας έξω από την Ε.Ε., οι τάσεις αυτές θα είχαν μεγιστοποιηθεί και η δορυφοριοποίησή μας από την Τουρκία θα ήταν εντονότερη. Θα ήμασταν μονοσήμαντα στραμμένοι προς την Ανατολή, αφού θα είχαμε γυρίσει την πλάτη μας στη Δύση. Βέβαια, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, το επιχείρημα αυτό μπορεί να αποδυναμωθεί στο μέτρο που θα επικρατήσει πλήρως η «Γερμανική Ευρώπη» καθώς ο γερμανικός ιμπεριαλισμός προωθεί τη γραμμή της «συνεργασίας» με το νεο-οθωμανισμό για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων (βλέπε τι έγινε στο Κόσοβο). Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έχει κριθεί ακόμα τελεσίδικα, κι έτσι υπάρχουν ακόμα περιθώρια για την Ελλάδα για ελιγμούς και συμμαχίες. Αυτή είναι η πραγματικότητα πάνω στην οποία θα πρέπει να συζητήσουμε τη σχέση της χώρας μας με την Δύση, και –δυστυχώς– με την Ε.Ε. Από την άλλη, βέβαια, η σχέση μας με τη Γερμανική Ευρώπη παραμένει εξ ίσου, και χειρότερα, αποικιακή. Έτσι, η συζήτηση περί της χειραφέτησης της χώρας αναγκαστικά πρέπει να γίνει στο πλαίσιο ενός διμέτωπου αγώνα. Αντί να συζητάμε για την ρητορική της «αμέσου εξόδου από την Ε.Ε.» που εκτός ότι παραμένει ρητορική καθώς στερείται οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής βάσης, κινδυνεύει να μας ωθήσει στο άλλο άκρο της δορυφοριοποίησής μας στην Τουρκία, θα έπρεπε να συζητούμε για τους όρους συγκρότησης μιας Βαλκανικής συνιστώσας, πάνω στον άξονα συμμαχιών με την Βουλγαρία και τη Σερβία για αρχή. Ας σκεφτούμε μόνο, πόσο διαφορετική (και καλύτερη) θα ήταν για μας η κατάσταση, αν είχαμε το μυαλό μας στη θέση του κατά την δεκαετία του 1990 και αν δεν γυρνούσαμε την πλάτη μας στα Βαλκάνια με τον τρόπο που το κάναμε. Σε αλληλεπίδραση κι αλληλοκάλυψη, η οικονομίες της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας θα παρείχαν συνθήκες μεγαλύτερης αυτονομίας και αυτάρκειας και στους 3, ενώ τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, ακόμα και στις διεθνείς συμμαχίες της χώρας, διότι ένα μπλοκ 3 χωρών, και 30 εκατομμυρίων ανθρώπων μπορεί πολύ πιο εύκολα να ‘παίξει’ με τη Ρωσία ή την Κίνα, και με πολύ καλύτερους όρους, απ’ ό,τι ο καθένας μόνος του. Για να μην αναφερθούμε στην μεγιστοποίηση της γεωπολιτικής συμμαχίας και των 3, καθώς θα δημιουργούνταν ένας άξονας που σχεδόν τέμνει κάθετα και οριζόντια την Χερσόνησο του Αίμου, δημιουργώντας ένα ενιαίο χώρο από τη Μαύρα Θάλασσα, μέχρι την Αδριατική, και από το λιβυκό Πέλαγος μέχρι την Κεντρική Ευρώπη. Αυτό ο Νταβούτογλου το είχε καταλάβει πολύ καλά, και γι’ αυτό από το 1995, υποστηρίζει μια ενεργό τουρκική πολιτική στον «μουσουλμανικό βαλκανικό άξονα» ως αντίβαρο σε μια ενδεχόμενη σύμπραξη Ελλάδας και Σερβίας, η οποία και θα δημιουργούσε προϋποθέσεις αυτονόμησης της ευρύτερης περιοχής από τα αποικιακά συμφέροντα Δύσης και Ανατολής. (Πηγή:Εδώ). Βέβαια, εδώ ο Νταβούτογλου έκανε τεράστιο σφάλμα, καθώς υποτίμησε την ακατανίκητη δύναμη της εθελοδουλίας και της ηλιθιότητας των ελλαδικών ελίτ: Αντί όλων αυτών, η Ελλάδα του 1990 συνέπραξε, αφού ο Σαμαράς υποκλίθηκε στον Γερμανό υπουργό εξωτερικών Γκένσερ (τυχαίο; δε νομίζω), στην δολοφονική πολιτική διάλυσης των Βαλκανίων, και -αργότερα- σε μια πολιτική ταυτόχρονα ευρωλιγούρικη και τουρκολιγούρικη… Τα αποτελέσματα γνωστά σε όλους. Βάσει όλων αυτών, το 1992 ο Γιώργος Καραμπελιάς σ’ ένα κείμενό του (δημοσιευμένο στο εξαντλημένο «Ελλάδα, μια χώρα των συνόρων») έγραφε: Η Ευρώπη είναι η τακτική, τα Βαλκάνια, η στρατηγική. Αυτό το διαλεκτικό σχήμα, αντιστοιχεί στις ανάγκες του «διμέτωπου» αγώνα ενάντια στην διπλή (και ίσως και «ταυτόχρονη») αποικιοποίηση της χώρας που αξιώνουν Τουρκία και Γερμανία. Και αυτή η «κύρια αντίθεση» είναι που διαμορφώνει τη συγκεκριμένη στάση έναντι της Ε.Ε.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του "Νέου Λόγιου Ερμή"



Λάκης Προγκίδης
Δημιουργώ άρα υπάρχω
σελ. 5

Πέτρος Αρτάνης
Ελευθερία
σελ. 9

Μιχάλης Γ. Μερακλής
Δράμα και λαϊκός πολιτισμός στην αρχαία Αθήνα: Η γυναίκα
σελ. 10

Μάριος Κωνσταντίνου
Tο Υπερρεαλιστικό Ριζίτικο του Ρήγα
σελ. 16

Βασίλειος Μαρκεζίνης
Ρωσία και ΕΕ: Η αναπόφευκτη επαναπροσέγγιση
σελ. 24

Τσιχάν Τουγκάλ
Δημοκρατικοί Γενίτσαροι: Ο ρόλος της Τουρκίας στην Αραβική Άνοιξη
σελ. 53

Αφιέρωμα: Κώστας Παπαϊωάννου
σελ. 75

Οκτάβιο Παζ
In Memoriam: Κώστας Παπαϊωάννου
σελ. 77

Παναγιώτα Βάσση
Κώστας Στρ. ΠαπαϊωάννουOpera et dies
σελ. 83

Γιώργος Καραμπελιάς
Μάζα και Ιστορία
σελ. 95

Ρεϋμόν Αρόν
Προμηθέας και Λούσιφερ: Ο Μαρξ του Κώστα Παπαϊωάννου
σελ. 112

Σωτήρης Γουνελάς
Κώστας Παπαϊωάννου: Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και η νόθα δυτικοευρωπαϊκή συνέχειά του
σελ. 130

Κώστας Παπαϊωάννου
Πλάτων ο ειδώς: Φιλοσοφία της καταδικασμένης συνείδησης
σελ. 137

Κώστας Παπαϊωάννου
Η Δύση και η Ρωσία: Εισαγωγή στη ρωσοφοβία του Μαρξ
σελ. 159

Έργα του Κώστα Παπαϊωάννου που κυκλοφορούν στα ελληνικά
σελ. 184

Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Αβροτέλης Ελευθερόπουλος (1869-1963): Το μακρύ οδοιπορικό ενός Καππαδόκη κοινωνιολόγου στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, Μέρος Α’
σελ. 185

Σπύρος Κουτρούλης
Ο συντηρητισμός, ο ρομαντισμός και η Αριστερά: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου, Μέρος Α΄
σελ. 204

Αστέριος Αργυρίου
Εισαγωγή στην ελληνική πολεμική και απολογητική γραμματεία έναντι του ισλάμ κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας
σελ. 227

Χρίστος Δάλκος
Η προέλευση καί η πρωταρχική σημασία του ονόματος «Αρβανίτης»
σελ. 249

Βιβλιοκρισίες
Σπύρος Κουτρούλης
Νάσος Βαγενάς, Κινούμενος Στόχος: Κριτικά κείμενα
σελ. 259

Σπύρος Κουτρούλης
Νάσος Βαγενάς, Μεταμοντερνισμός και Λογοτεχνία
σελ. 259

Σπύρος Κουτρούλης
Ιωάννης Τσέγκος, Ο Ψυχιατρικός Κοινοτισμός
σελ. 262

Χρίστος Δάλκος
Γιάννης Παπακώστας, Από τη λογοτεχνία στον κοινωνικό προβληματισμό
σελ. 264

Δημήτρης Μπαλτάς
Κύριλλος, Ελευθερία καί Ευθύνη
σελ. 267

Δημήτρης Μπαλτάς
Χάιντς Χάιμζετ, Τά έξι μεγάλα προβλήματα της δυτικής μεταφυσικής
σελ. 269

Παναγιώτα Βάσση
Γιώργος Ν. Πολίτης, Το Δικαίωμα της Πολιτικής Ανυπακοής
σελ. 270

Χρίστος Δάλκος
Ελληνικά Κάλαντα
σελ. 274

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

«O Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο»: Κ.Καστοριάδης, Κ.Παπαϊωάννου, Π.Κονδύλης




«O Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο»: Κ.Καστοριάδης, Κ.Παπαϊωάννου, Π.Κονδύλης



Ο Θουκυδίδης, η αθηναϊκή δημοκρατία, ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων για την Ισχύ και το Δίκαιο, καθώς η σχέση της τραγωδίας με την φιλοσοφία και την δημοκρατία απασχόλησαν τους τρείς Έλληνες στοχαστές, τον Κ.Καστοριάδη, τον Κ.Παπαϊωάννου και τον Π.Κονδύλη.
 Πέρα από την βαθιά και ουσιαστική γνώση του νεότερου στοχασμού, και οι τρείς  θήτευσαν  για ένα διάστημα της πορείας τους  στην μαρξική σκέψη, κατέχουν δε με γόνιμο και κριτικό τρόπο το σύνολο του αρχαιοελληνικού στοχασμού.
Ειδικά ο Κ.Καστοριάδης καταφεύγει σε αυτόν με ερευνητικό ενδιαφέρον που αγγίζει τα όρια του πάθους. Στα περισσότερα έργα του οι εκτενείς, διεισδυτικές και γόνιμες  προσεγγίσεις  της τραγωδίας, του μύθου και στον φιλοσοφικού λόγου των αρχαίων Ελλήνων[1] απαρτίζουν ένα ενιαίο σύνολο. Προφανώς υπάρχουν οι ιδιαίτερες αφετηρίες κάθε προσωπικότητας, αλλά είναι βέβαιο ότι το ενδιαφέρον του Μάρξ για τον αρχαιοελληνικό λόγο, όπως αποτυπώθηκε όχι μόνο στην διδακτορική του διατριβή για την διαφορά δημοκρίτειας και επικούρειας φιλοσοφίας  αλλά και στα Grundrisse και στο Κεφάλαιο, δεν άφησε ανεπηρέαστο κανένα από αυτούς τους  τρείς Έλληνες στοχαστές. 
Ξεκινώντας από τον Κ.Καστοριάδη είναι αναγκαίο να μην σκιάσουν την προσέγγισή μας  και την ανάδειξη των πολλών σημαντικών, ενδιαφερόντων   πλευρών του, τα πιο αδύνατα σημεία του έργου του. Για παράδειγμα η άποψη του, ότι ο μονοθεϊσμός και οι μονοθεϊστικές θρησκείες, αποτελούν ένα αδιαχώριστο ομοιογενές μείγμα, αγνοεί τόσο τις ουσιώδεις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον χριστιανισμό, τον ιουδαϊσμό και τον μουσουλμανισμό όσο και το γεγονός ότι κάθε μια από αυτές κουβαλά πολλές διαφορετικές ερμηνείες που δεν παύουν να συγκρούονται ανειρήνευτα μέσα στον χρόνο. Λανθασμένο είναι το συμπέρασμα, που καταλήγει, ότι η  κοινωνία ,  μπορεί να αυτοθεσμίζεται και να είναι συνεπώς αυτόνομη, μόνο όταν κυριαρχεί ο πολυθεϊσμός     όπως έγινε στις  αρχαιοελληνικές κοινωνίες  ή όπου ο θεϊκός λόγος ή δεν είναι παρόν κατά τις διαδικασίες συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας ή είναι μέρος ενός κληρονομημένου λόγου που δεν παύει όμως να είναι αντικείμενο κριτικής και αναστοχασμού. Το πόρισμά του θεμελιώνεται στην σκέψη  ότι στον μονοθεϊσμό ο θεϊκός λόγος, είναι ριζικά έτερος από τον άνθρωπο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συζητηθεί ούτε να αμφισβητηθεί, αλλά μόνο να γίνει αποδεχτός  αυτούσιος και ακέραιος.
Όμως η ερμηνεία του Καστοριάδη περιφρονεί το γεγονός ότι η πολιτική κοινωνία συνυπήρξε και συνυπάρχει με τον μονοθεϊσμό – όπως άλλωστε και με τον πολυθεϊσμό. Δημοκρατία και ολοκληρωτισμός, αυταρχισμός και φιλελεύθερες ολιγαρχίες  μπορούν  να επικαλούνται τον μονοθεϊσμό ή τον πολυθεϊσμό χωρίς να αλλάζει για αυτό τον λόγο η πολιτική τους ουσία. Η αθηναϊκή δημοκρατία , γεννάται μαζί περίπου με την τραγωδία και οπωσδήποτε ευνοείται από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο αρχαιοελληνικός λόγος την σχέση του με το ιερό. Αλλά όπως ο ίδιος ο Καστοριάδης αποκαλύπτει,  οι ναζιστές επικαλούνται τον παγανισμό ή και τον Επιτάφιο του Περικλή αφού πρώτα τους επανερμηνεύσουν στα μέτρα τους . Η δημοκρατία, στις διάφορες εκδοχές της, λειτουργεί σε χώρες όπου κυριαρχούν χριστιανικές ομολογίες, ενώ στην ορθόδοξη ανατολή (Ελλάδα, σλαβικές χώρες) ο κοινοτισμός ευνοήθηκε από το περιβάλλον που δημιούργησε η ορθοδοξία. Βεβαίως άλλες ερμηνείες του μονοθεϊσμού  ταυτίστηκαν με τον αυταρχισμό ή την θεοκρατία, ώστε τελικά να αποδεικνύεται, ότι ούτε σε κάθε θρησκεία αντιστοιχεί μια αποκλειστικά  πολιτική κοινωνία, αλλά και ούτε  τα πολύπλοκα  και αντιφατικά φαινόμενα μπορούν να συλληφθούν από  μονοσήμαντες ερμηνείες.
Πέραν τούτων, ο Καστοριάδης δεν λαμβάνει υπόψην στην διαμόρφωση των συμπερασμάτων του, ότι εξ αρχής ο χριστιανισμός,  ταυτίστηκε με ατέλειωτες συζητήσεις για το νόημα της πίστης που κατέληξαν σε αποκλίνουσες ερμηνείες,  αιρέσεις, συγκρούσεις  ή σε νέες ομολογίες, μια κατάσταση  δηλαδή που απέχει πολύ από ένα κληρονομημένο λόγο που γίνεται αποδεχτός δίχως συζητήσεις. Μάλιστα ο αντιδραστικός Ζ.ν.Μαίστρ θεώρησε τον αρχαιοελληνικό λόγο, τον οποίο οι πρώτοι χριστιανοί ενσωμάτωσαν στον τρόπο που διατύπωσαν το δόγμα τους, ως τον υπαίτιο για τις έριδες και τις διαμάχες που καθόρισαν την ιστορική εξέλιξη του χριστιανισμού.
Βεβαίως αν περιοριστούμε σε αυτές τις πλευρές θα έχουμε χάσει τις σημαντικότερες και πιο ενδιαφέρουσες  πλευρές  του έργου του Καστοριάδη όπως, την κριτική στην ορθολογική κυριαρχία πάνω στον κόσμο, το πόρισμα  του ότι «η ιστορική πραγματικότητα δεν είναι τελείως  και εξαντλητικά ορθολογική»[2] , την  ευφυή σκέψη ότι το «αποκαλείται  κανείς “υλιστής” δεν διαφέρει σε τίποτα από το να αποκαλείται “σπιριτουαλιστής”, αν με ύλη εννοούμε μια οντότητα κατά τα άλλα απροσδιόριστη, αλλά εξαντλητικά διεπόμενη από συνυπόστατους και συνεκτατούς προς τον νου μας νόμους, και οι οποίοι συνεπώς ήδη από τώρα μπορούν να συλληφθούν νοητικά από μας αυτοδικαίως »[3] , αλλά και το πόρισμα που διατρέχει όλο το έργου του, ότι η συνολιστική -ταυτιστική   λογική σε άλλα σημεία λειτουργεί, σε άλλα όμως δεν αρκεί και οπωσδήποτε δεν μπορεί να εκτοπίσει την σημασία της φαντασίας και του φαντασιακού  ως « προϋπόθεση κάθε σκέψης»[4].  
Ο Καστοριάδης έδωσε μία σειρά σεμιναρίων στην γαλλική Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών ( EHESS) που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα σε τρείς τόμους. Ο τρίτος τόμος περιλαμβάνει δώδεκα σεμινάρια των ετών 1984-1985[5], που αναφέρονται στον Θουκυδίδη, στην ισχύ και το δίκαιο. Σε όλα τα σεμινάρια συνδυάζεται ο ζωντανός προφορικός λόγος, ο διάλογος με τους ακροατές με  την εμμονή στην γόνιμη, ανοιχτή προσέγγιση του αρχαιοελληνικού λόγου. Για την ακρίβεια ο νεώτερος στοχασμός χρησιμεύει για να φτάσουμε στην τραγωδία, στην φιλοσοφία, στην πολιτική κοινωνία των αρχαίων Ελλήνων  και να χτιστεί στην συνέχεια μια αμφίδρομη σχέση όπου  αρχαίος και νεωτερικός λόγος αλληλοτροφοδοτούνται. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε στον λόγο του Καστοριάδη, τόσο  την ύπαρξη διαλόγων με διάφορους άλλους στοχαστές, όπως η Ζ.Ρομιγύ, η Χ.Άρεντ,ο Μ.Χάϊντεγκερ, όσο και την  εντυπωσιακή παράλειψη άλλων που μελέτησαν την γενεαλογία του τραγικού, όπως ο Νίτσε. 
Ο διάλογος Αθηναίων- Μηλίων και η σφαγή στην συνέχεια από τους Αθηναίους όλων των ενήλικων Μηλίων δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον Καστοριάδη. Ιστορικά η αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί την πρώτη αυτόνομη κοινότητα που αυτοθεσμίζεται. Αποτελεί για αυτόν το «σπέρμα» - όχι το πρότυπο που πρέπει να αντιγράψουμε με θρησκευτική ευλάβεια- για την κοινωνική αναδημιουργία. Γι αυτό και τα ερωτήματα για το φοβερό έγκλημα που διέπραξαν οι Αθηναίοι – ένα από τα πρώτα μαζικά πολιτικά εγκλήματα που έχουν καταγραφεί από χέρι ιστορικού - είναι περισσότερο επιτακτικά και δραματικά συγχρόνως: γιατί  μία κοινότητα ανθρώπων που δημιουργεί η ίδια τους θεσμούς της, αυτοδιευθύνεται  και κυβερνάται με άμεσο και γνήσιο τρόπο, αναπτύσσει τον δημόσιο χώρο, τον ανοικτό και απροϋπόθετο διάλογο  καταλήγει σε μια πράξη ειδεχθούς βαρβαρότητας ; Πρόκειται για λόγους που ανάγονται στον χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατίας, που η ανθρωπιστική δημοκρατική της ιδεολογία δεν εμπόδισε διόλου, ή η ίδια η ανθρώπινη φύση, υπό ορισμένες προυποθέσεις, μπορεί ανεξάρτητα από  το πολιτικό καθεστώς που κυριαρχεί και τις αξίες που το διέπουν, να προβαίνει σε πράξεις βαρβαρότητας, «πέραν του καλού και του κακού»; Το δίκαιο μπορεί να γίνει αποδεκτό από κάθε λογικό και καλοπροαίρετο υποκείμενο  ή απλά ακολουθεί  την ισορροπία ισχύος που προηγούμενα έχει διαμορφωθεί; 
Πριν προχωρήσει στην διατύπωση απαντήσεων, ο Καστοριάδης ξεκινά τις ομιλίες του, όχι τυχαία,  επιχειρώντας να ορίσει την αυτόνομη κοινωνία και το αυτόνομο άτομο. Κατ’ αρχήν το άτομο είναι προϊόν και δημιουργία της κοινωνίας, οπότε άμεσα τοποθετούνται τα όρια του  και διακρίνεται από το «άτομο», όπως παριστάνεται από τους νεοφιλελεύθερους ή τον Στίρνερ ή και τον Σάρτρ ακόμη. Σε έργο  του, που έχει εκδοθεί προγενέστερα και αποτελεί την συνισταμένη της σκέψης του, θεώρησε ως αυτόνομο άτομο, όχι αυτό που έχει καταπνίξει τις ενορμήσεις και τα ένστικτα, αλλά εκείνο που τα έχει ελέγξει, γράφοντας: «Η αυτονομία θα είναι η κυριαρχία του συνειδητού πάνω στο ασυνείδητο»[6].  Από αυτό το σημείο  ξεκίνησαν  διάφορες παρεξηγήσεις στις οποίες ο Καστοριάδης αφιέρωσε αρκετές σελίδες για να τις αναιρέσει. Για παράδειγμα, ο Κάντ θα ορίσει ως αυτονομία της θέλησης «να μην εκλέγω άλλους γνώμονες, από εκείνους οι οποίοι μπορούν ταυτόχρονα να ισχύσουν μέσα στη θέλησή μου ως καθολικός νόμος »[7], ενώ θα αποσαφηνίσει ότι «εάν ήμουνα μέλος μόνο του νοητού κόσμου, όλες οι πράξεις μου θα συμφωνούσαν τέλεια με το αξίωμα της αυτονομίας της καθαρής θέλησης∙ εάν ήμουνα ένα τμήμα μόνο του αισθητού κόσμου, όλες οι πράξεις μου θα έπρεπε να θεωρηθούν ως εντελώς σύμφωνες με τον φυσικό νόμο των πόθων και των ροπών, άρα ως σύμφωνες με την ετερονομία της φύσης».[8] Ο Καστοριάδης όταν χρησιμοποιεί όρους, που έχουν χρησιμοποιηθεί παλαιότερα  και από άλλους στοχαστές –όπως ο Κάντ που αντιπαραθέτει την αυτονομία της νόησης στην ετερονομία της φύσης, δηλαδή τελικά την νόηση στην  εμπειρία- θα πρέπει να αναμένει και να μην ξαφνιάζεται για τις ενδεχόμενες παρανοήσεις της σκέψης του. Παρότι παρέμεινε πάντα αντικαντιανός, ο έλλογος έλεγχος των ενστίκτων τον φέρνει κοντά στον πλατωνικό Σωκράτη και σε ευθεία αντίθεση με τους νιτσεϊκούς αφορισμούς που καταφάσκουν την προτεραιότητα των ενορμήσεων.
Η αυτονομία αν και όταν υπάρχει είναι αποτέλεσμα της ίδιας της βούλησης των ανθρώπων, διότι αν είναι προϊόν εξωγενών παραγόντων θα  πρόκειται για ετερονομία. Επίσης διακρίνει το αυτόνομο άνθρωπο, από την ρουσσωϊκή αντίληψη  του «Κοινωνικού Συμβολαίου », ότι ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος «πριν» την κοινωνία. Κάτι τέτοιο το θεωρεί απαράδεκτο, διότι «δεν μπορούμε να σκεφτούμε ένα άτομο πριν από την πολιτεία»[9]. Εξίσου απαράδεκτη είναι η  ρουσσωϊκή θέση ότι «ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος», διότι «ο Rousseau δεν μπορεί να νομίζει ότι είναι ελεύθερο το νεογέννητο που πεθαίνει σε είκοσι τέσσερις ώρες αν δεν ασχοληθεί κανείς μαζί του»[10]. Κάθε στοιχείο του ανθρώπου, όπως η ομιλία, του προσφέρεται μέσα από την κοινότητα στην οποία γεννιέται και αναπτύσσεται: «Και το ότι σκέφτομαι οφείλεται στο ότι μπορώ και μιλώ. Την ομιλία δεν την έδωσα εγώ στον εαυτό μου ούτε την απέκτησα επειδή κατά κάποιον τρόπο την άξιζα. Είναι κάτι που δόθηκε από την κοινότητα∙ κανένα υποκείμενο δεν θα μπορούσε να θεσμίσει αυτή την γλώσσα, και η ίδια η ιδέα ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο είναι παραλογισμός. Το καρτεσιανό-καντιανό υποκείμενο έχει ανάγκη από μια γλώσσα, ακόμα και για να διακρίνει τις σκέψεις του ή τους διαλογισμούς του τους μεν από τους δε, συνιστά δε αδυναμία όλων των ιδεαλιστικών φιλοσοφιών και του ίδιου του Kant το γεγονός ότι δεν έχουν ικανοποιητική απάντηση σε αυτό. Δεν έχει νόημα να πούμε ότι η κοινωνία είναι ή δεν είναι εξωτερική ως προς το υποκείμενο∙ το υποκείμενο, κατά ένα σχεδόν απεριόριστο τμήμα, με μοναδικό όριο τον ψυχικό πυρήνα, συνιστά κοινωνική κατασκευή»[11]. Τα στοιχεία της αυτονομίας, θα πρέπει να έχει πολύ περισσότερο ο επιστημονικός λόγος, γεγονός που τον φέρει πολύ κοντά στο βεμπεριανό αίτημα της αξιολογικής ουδετερότητας και της διάκρισης της επιθυμίας από την πραγματικότητα: «όταν σκέφτομαι ή όταν γράφω, ή τουλάχιστον όταν γράφω για ορισμένα θέματα, προσπαθώ να απαλλαγώ από κάθε εμπειρικό ή ψυχολογικό καθορισμό, από τα πάθη μου, από τις αγάπες και τα μίση μου»[12].
 Ο Καστοριάδης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η «επιλογή μιας αυτόνομης κοινωνίας ή της αυτονομίας δεν μπορεί να θεμελιωθεί . Είναι ένα είδος έσχατης, τελευταίας επιλογής, και δεν χρειάζεται να το συζητήσουμε δια μακρών. Θα ήθελα όμως να διευκρινίσω ότι δεν πρέπει να συγχέουμε αυτή τη θέση με ό,τι ονομάζεται στην πολιτική φιλοσοφία “αποφασιοκρατία ή ντεσιζιονισμός” δηλαδή με τις θέσεις που υποστήριξε ο Carl Schmitt, ένας γερμανός νομικός, ο οποίος  προηγήθηκε του ναζισμού αλλά συνέπλευσε με αυτόν, ένας εξαιρετικά ευρυμαθής θεωρητικός και όχι κάποιος χυδαίος προπαγανδιστής, διάδοχος του οποίου στη Γαλλία ήταν μάλιστα ο Julien Freund»[13].Ούτε ο Θεός, ούτε ο Λόγος, ούτε η Παράδοση , ούτε το Δίκαιο μπορούν να θεμελιώσουν την καίρια για τον Καστοριάδη επιλογή, που είναι αποκλειστικό αποτέλεσμα απόφασης, αν όχι με υπαρξιακά χαρακτηριστικά, οπωσδήποτε όπως με στοιχεία θεμελιωτικά, που συγκροτεί κατά αυτόν τον τρόπο τον κόσμο του αυτόνομου υποκειμένου. Συγχρόνως η σκέψη του Καστοριάδη, αν και αρκετά πρωτογενής και ανεπεξέργαστη σε αυτό το σημείο, εχθρική προς την απόλυτη αιτιοκρατία όσο και προς τον σκεπτικισμό, προσεγγίζει εκείνη του Π.Κονδύλη που έγραφε « απόφαση είναι η πράξη ή η διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού, από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση»[14].
Στα επόμενα χρονικά σεμινάρια, ο Καστοριάδης, αντιμετωπίζει την καρδιά του στοχασμού του Θουκυδίδη, την σχέση Δίκαιου και Ισχύος,  για να αναδείξει τελικά την δραματική του επικαιρότητα. Βεβαίως θα κάνει και πάλι μια παραπομπή για να επισημάνει ότι το διακριτικό στοιχείο του αρχαιοελληνικό κόσμου είναι ο αναστοχασμός και η συνείδηση  των πράξεων τους και των θεσμών που δημιουργούν. Ως πιο αντιπροσωπευτικό λόγο του θα αναδείξει τον λόγο του Σοφοκλή στην «Αντιγόνη»: «Πολλά τα δεινά, κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει».[15] Δηλαδή πολλά τα φοβερά, αλλά από τον άνθρωπο τίποτε φοβερότερο. Πρόκειται για ένα διάσημο απόσπασμα που θα απασχολήσει ιδιαίτερα τον Μ.Χάϊντεγκερ[16], η ερμηνεία του οποίου όμως δεν βρίσκει καθόλου σύμφωνο τον Καστοριάδη.  
Ο Θουκυδίδης, και σε αυτό το σημείο συμφωνεί μαζί του ο Καστοριάδης, θεωρεί ότι ο άνθρωπος, η «ανθρώπινη φύση», έχει ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σχετικά αναλλοίωτο, να τείνει και να επιθυμεί την ισχύ, με αποτέλεσμα να «οδηγεί στη σύσταση κέντρων εξουσίας τα οποία αντιμάχονται το ένα το άλλο, και τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη θέληση του ισχυρότερου να επεκταθεί»[17]. Η δομή της ιστορίας του, έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της τραγωδίας, με ήρωα τον ίδιο τον αθηναϊκό λαό.[18]  Σύμφωνα με τον Επιτάφιο του Περικλή, ο θάνατος των Αθηναίων πολιτών για την πατρίδα τους είναι  άξια πράξη, διότι η πατρίδα τους είναι τόπος αρετής και ελευθερίας, σχολείο για όλη την Ελλάδα.  Θυσιάστηκαν για την πόλη τους σαν  να ήσαν ερωτευμένοι με αυτή[19]. Ο μετριοπαθής λόγος της Περικλή εκθειάζει τα θετικά στοιχεία της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ισορροπία που φροντίζουν να κρατούν ανάμεσα σε ότι  εισάγουν και σε ότι εξάγουν σε άλλες πόλεις , τις άνετες κατοικίες τους που δεν συνδυάζονται με την τρυφηλότητα, αλλά   με την φιλοσοφία και τον φιλόκαλο βίο (φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας). Οι παραλογισμοί  των δημαγωγών, αντίθετα, θα καλλιεργήσουν ανάμεσα στον αθηναϊκό λαό,  την οίηση, την ύβριν, την αλαζονεία που θα τον οδηγήσει  στην διάπραξη φοβερών εγκλημάτων, αλλά και στην οδυνηρή ήττα και το τέλος της δημοκρατίας .
 Ο Π.Κονδύλης, ακολουθώντας τον Θουκυδίδη, θα καταλήξει ότι ο άνθρωπος «ούτε είναι αναγκαστικά “κακός” όταν σκοτώνει ούτε αναγκαστικά “καλός” όταν αγαπά. Είναι όν ανοιχτό και ρευστό, κι αν διψά τόσο πολύ για μια ταυτότητα, αν γαντζώνεται από ό,τι του δίνει προσανατολισμό ( λ.χ. την ηθική), το κάνει ακριβώς από φόβο μπροστά στο ενδεχόμενο να μείνει ό,τι είναι, δηλ. ανοιχτός και ρευστός, αβέβαιος κι ανερμάτιστος.»[20] Ο Καστοριάδης, από παρόμοιους προβληματισμούς  ορμώμενος, καταλήγει στην διαπίστωση ότι όταν οι Έλληνες σφάζουν άλλους πληθυσμούς, αυτό δεν το αποδίδουν στην θεία βούληση, όπως συμβαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά στην ανθρώπινη φύση και στην επιθυμία για ισχύ. Βεβαίως  η χρησιμοποίηση διαφορετικών σκοπών, αξιών ή και ιδεολογιών για να δικαιολογηθούν οι πράξεις βίας έχει δευτερεύουσα σημασία διότι δεν αλλοιώνει σε τίποτε τις εγκληματικές πράξεις.
Στην συνέχεια των σεμιναρίων του, ο  Καστοριάδης, θα επισημάνει ορισμένα άλλα καίρια  στοιχεία από τον λόγο του Περικλή, όπως: σημαντικό είναι ο τρόπος και ο λόγος για τον οποίο πεθαίνει κάποιος και όχι το τι επακολουθεί μετά τον θάνατό του, ο άνθρωπος που δεν συμμετέχει στα κοινά δεν θεωρείται ήσυχος αλλά άχρηστος.
Στο σεμινάριο της  6ης Μαρτίου 1985 θα αναφερθεί διεξοδικά στην σχέση ισχύος και δικαίου με βάση τον διάλογο Αθηναίων και Μηλίων. Έτσι το δίκαιο είναι αποδεκτό μεταξύ ίσων, ενώ μεταξύ άνισων επικρατεί η ισχύς. Πρόκειται για την ρεαλιστική κατανόηση του πολιτικού, η οποία θα περάσει στην νεότερη σκέψη κυρίως δια μέσου του Μακιαβέλλι και του Χόμπς. Στα πλαίσια της είναι ανέφικτο  και ατελέσφορο να προσδοκούμε να μετατραπούν τα πολιτικά σε νομικά ζητήματα. Ο Χόμπς βέβαια θα αναδείξει την σχετικότητα  και την παροδικότητα της ισχύος, καθώς  «κανείς δεν είναι αρκετά δυνατός για να αντισταθεί στη συμμαχία όλων των άλλων».[21]
Η εξουσία και η ισχύ είναι φαινόμενα αυτοτροφοδοτούμενα. Η ισχύς είναι σαν το αέριο «τείνει να καταλάβει όλο τον διαθέσιμο χώρο»[22], ενώ «η απόκτηση ορισμένης δύναμης συνεπάγεται-δεδομένου του φθόνου, της ζήλιας που προσελκύει κάθε ισχυρός- την υποχρέωση της επαύξησής της. Και μαζί με την ισχύ έρχονται, φυσικά, η τιμή, η δόξα, καθώς και τα υλικά οφέλη, τα οποία είναι εξάλλου αναγκαία, καθώς η εξουσία δεν ασκείται από ρακένδυτους, και αν δεν εμφανίζεται στους άλλους περιβεβλημένη με τα σύμβολα της δόξας, αρχίζει να αποσαθρώνεται»[23].  Ο ασθενής αναγκάζεται να υποχωρήσει, ενώ ο ισχυρός ενεργεί δικαιότερα καθώς μετριάζει την δύναμη, αφού την αναμίξει με την επιείκεια[24]. Βέβαια σε ορισμένες περιπτώσεις ο ισχυρός επιζητεί όχι την φιλία αλλά την εχθρότητα του ανίσχυρου ώστε να δημιουργήσει στους τρίτους τα αναγκαία πειστικά  παραδείγματα επιβολής.
Ο Καστοριάδης θα αναγνωρίσει την ρευστή και την μη αγαθή φύση του ανθρώπου. Γι αυτό ενώ θεωρεί ότι θα πρέπει να καταργηθεί το κράτος ως κατάσταση διαχωρισμένη από την κοινωνία, είναι εντελώς αντίθετος και δεν μπορεί να διανοηθεί μια κοινωνία χωρίς εξουσία[25]. Συμφωνώντας σε αυτό το σημείο τόσο με τον Θουκυδίδη όσο και με τους νεότερους όπως ο Κονδύλης, καταλήγει ότι «η φυσική τάση των ανθρώπινων όντων είναι να αλληλοσκοτωθούν, όποια κι αν είναι η μορφή του κοινωνικού καθεστώτος. Μόνο από τη στιγμή κατά την οποία υπάρχει κοινωνική θέσμιση και νόμοι περιορίζεται αυτή η ψυχική τάση»[26].  Η δημοκρατική νομιμότητα  και η δημοσιότητα που προϋποθέτει μπορεί να λειτουργήσουν ως μέσα εκπαίδευσης της κοινότητας. Όμως δεν μπορεί  να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρξει θύμα τους εαυτού της,  της «ύβρεως» , όπως έγινε με  τους Αθηναίους.
Ο Π.Κονδύλης δέχθηκε  διαχρονικά την επιρροή του Θουκυδίδη. Όπως είπε, ανάμεσα σε αυτούς που τον επηρέασαν «τόσο ως προς το πνευματικό του βάρος όσο και χρονολογικά, πρώτος ανάμεσά τους στάθηκε ο Θουκυδίδης, του οποίου η μελέτη με συνοδεύει από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια μέχρι σήμερα»[27].
Στο δοκίμιο του Οι Φιλόσοφοι και η Ισχύς, που περιλαμβάνεται στο έργο του Η Ηδονή ,η Ισχύς, η Ουτοπία θεώρησε  τον Θουκυδίδη ως τον ιδιοφυέστερο μαθητή της Σοφιστικής. Ο τελευταίος παρακολουθώντας την αθηναϊκή δημοκρατία είδε να έρχονται στην επιφάνεια οι πιο σκοτεινές, οι πιο ερεβώδεις πλευρές του ανθρώπου . Στο διάλογο Αθηναίων και Μηλίων απεικονίστηκαν με τον πιο διάφανο τρόπο η σχέση ανάμεσα στην ισχύ και το δίκαιο καθώς και η επιθυμία για διεύρυνση  της ισχύος , που από ένα σημείο και πέρα είναι διαδικασία αυτοκινούμενη.
 Επισημάνει, ο Π.Κονδύλης, για την πολιτική σκέψη του Θουκυδίδη: «Η ανθρώπινη φύση, την οποία ωθεί η φιλαρχία και η πλεονεξία, παραμένει στα μάτια του σταθερό μέγεθος, και γι’ αυτό η ειρήνη δεν μπορεί παρά να είναι σχετική, όπως κι ο πόλεμος δεν αποτελεί έκπληξη∙ όμως μονάχα μέσα στην αναταραχή του πολέμου γίνεται πρόδηλο σε πόσο εύθραυστα θεμέλια στηρίζεται η ειρήνη. Όταν καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται στο άψε-σβήσε, όταν τα ιερά δεσμά της θρησκείας και της ηθικής καταρρακώνονται αιφνίδια, όταν ακόμα και οι λέξεις αλλάζουν τη σημασία τους- τότε γίνεται ηλίου φαεινότερον ότι όλα αυτά είναι τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι γεννήματα της Φύσης. Πίσω από το σκισμένο προσωπείο των θεσμίσεων προβάλλει τώρα το αληθινό πρόσωπο της Φύσης: είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν. Δεν το  ζητούν με τη συνείδησή τους βεβαρυμένη, δεν πιστεύουν ότι έτσι παραβιάζουν τη θεία τάξη, γιατί η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου. Μόνο οι αδύνατοι αντλούν από τη θεία ή φυσική τάξη μιαν ηθική- όμως η ηθική, ως επιχείρημα και ως όπλο, δεν μπορεί να είναι ισχυρότερη από όσους υποχρεώνονται να καταφύγουν σ’αυτήν. Η πίστη στην υπερίσχυση των ηθικών κανόνων γεννά απλώς φρούδες   ελπίδες, ωθεί σε απελπισμένες και αυτοκαταστροφικές ενέργειες. Η πράξη θα όφειλε να προσανατολίζεται στους κανόνες της φρόνησης, οι οποίοι πάλι πρέπει να υπηρετούν τη φυσική επιταγή της αυτοσυντήρησης. Βεβαίως, η αυτοσυντήρηση έχει διαφορετικό νόημα για τον ισχυρό, ο οποίος μπορεί  να διατηρήσει την ισχύ του μονάχα διευρύνοντας την συνεχώς, και για τον αδύνατο, ο οποίος σώζεται ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του ισχυρότερου»[28].
Μάλιστα ο Π.Κονδύλης,  θα καταφύγει και πάλι στον Θουκυδίδη, για να απαντήσει σε αυτούς που σήμερα ισχυρίζονται,  ότι οι δημοκρατίες –ειδικότερα οι δυτικές, με κορυφαία περίπτωση τις   ΗΠΑ-, ή καθεστώτα που βρίσκονται σε διαδικασία εκδημοκρατισμού και εξευρωπαϊσμού, είναι αναγκαστικά ειρηνόφιλα και δεν μπορούν κατά συνέπεια  να διεξάγουν πολέμους: «οι αρχαίες δημοκρατίες ποτέ δεν καυχήθηκαν για την ειρηνοφιλία τους προκειμένου να την παρουσιάσουν ως το διακριτικό τους γνώρισμα απέναντι στις ολιγαρχίες και στις τυραννίες. Μάλιστα ο Θουκυδίδης πίστευε ότι οι χειρότερες βιαιότητες του Πελοποννησιακού Πολέμου οφείλονταν στα ακαταλόγιστα πάθη της δημοκρατικής μάζας των Αθηνών».[29]
Ο Κ.Παπαϊωάννου θα αποκαλύψει την κοινή αφετηρία και προέλευση της Τραγωδίας και της Δημοκρατίας. Όπου υπήρχε η μία εμφανιζόταν και η άλλη[30], ώστε εύλογα καταλήγει ότι εν πολλοίς η γενεαλογία της αθηναϊκής δημοκρατίας θα πρέπει να αναζητηθεί στην τραγωδία. Όμως τραγική είναι και η εξέλιξη της αθηναϊκής δημοκρατίας, με πρωταγωνιστή της τραγωδίας τον ίδιο  τον αθηναϊκό λαό  να περνά διαδοχικά από την Ύβριν στη Νέμεση, στην Κάθαρση.
Στο έργο του Τέχνη και πολιτισμός στην αρχαία Ελλάδα, στο κεφάλαιο με τίτλο «ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός και ο πελοποννησιακός πόλεμος», θα αναφερθεί διεξοδικά στα γεγονότα που διηγείται ο Θουκυδίδης στην ιστορία του.  Θα σταθεί σε ορισμένα αποσπάσματα, καθώς έχουν διαχρονικό ενδιαφέρον, στα οποία οι Αθηναίοι αιτιολογούν ,την εξουσία τους πάνω στους υπόλοιπους Έλληνες. Ο φόβος, η τιμή και το συμφέρον είναι οι λόγοι που θεμελιώνουν, κατ’ αυτούς, την κυριαρχία τους. Η αποδοχή της κυριαρχίας του ισχυρού από τον ασθενέστερο δεν είναι δικά τους δημιουργήματα, αλλά συμπεριφορές σύμφυτες με τον άνθρωπο:  «κανείς μέχρι σήμερον δεν απέφυγε την πλεονεξίαν προτιμήσας το δίκαιον, οσάκις του εδόθη η ευκαιρία ν’αποκτήση κάτι δια της δυνάμεως του. Άξιοι επαίνου είναι εκείνοι, οι οποίοι ακολουθήσαντες τους φυσικούς νόμους των ανθρώπων και γενόμενοι ηγεμόνες άλλων, εδείχθησαν δικαιότεροι από όσον επιτρέπει η δύναμις των. Ημείς τουλάχιστον νομίζομεν ότι αν ελάμβανον άλλοι την ιδική μας εξουσίαν, θα απεδείκνυον λαμπρότατα ότι είμεθα επιεικείς».[31]
Σχολιάζοντας τον διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, ο Κ.Παπαϊώαννου, γράφει ότι «όλοι οι δαίμονες που είχε ξορκίσει η τραγωδία ξύπνησαν»[32] , ενώ η δίψα των Αθηναίων για εξουσία έφτασε σε απροσμέτρητα ύψη. Ο στυγνός  ρεαλισμός θεωρείται όχι ως δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας, αλλά αντίθετα  ως ανατροπή των κλασσικών αξιών και ως κατάρρευση του κόσμου του Σόλωνα και του Αισχύλου. Η σφαγή των Μηλίων συνιστά τον θρίαμβο της Ύβρεως και την ηθική χρεοκοπία της αθηναϊκής δημοκρατίας, που θα την ακολουθήσει  η πολιτικής της κατάρρευση,   και η οδυνηρή της ήττα, με γεγονότα όπως η σφαγή των Αθηναίων οπλιτών στην εκστρατεία στην Σικελία  και η πανωλεθρία στους Αιγώς ποταμούς.
Ο Κ.Καστοριάδης, ο Κ.Παπαϊώαννου και ο Π.Κονδύλης, παρότι οι κοσμοθεωρητικές τους ερμηνείες δεν ταυτίζονται,  διαπίστωσαν ότι η ιστορία του Θουκυδίδη  και  τα γεγονότα που οδήγησαν στην παρακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας αφορούν κρίσιμα την κατανόηση του ανθρώπου. Αν ο Καστοριάδης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί το «σπέρμα» για κάθε απόπειρα να δημιουργηθεί στην νεωτερικότητα η άμεση δημοκρατία, συγχρόνως θεωρεί, ότι είναι αυτή που έθεσε με τον πιο καθαρό,  σαφή και τραγικό τρόπο, την σχέση ισχύος και δικαίου. Ο Κ.Παπαϊώαννου αξιολόγησε τις ειδεχθείς σφαγές που διέπραξε η αθηναϊκή δημοκρατία ως έμπρακτη αναίρεση της ουσίας της, η οποία προετοίμασε το τέλος της. Όμως ο Π.Κονδύλης τελευταίος  χρονικά, αλλά εγγύτερα από όλους ίσως στην προβληματική του Θουκυδίδη και της αρχαίας σοφιστικής για την ισχύ, διέγνωσε ότι ανεξάρτητα από τα πολιτικά συστήματα που επικρατούν κάθε φορά και τις αξίες που αυτά επικαλούνται, υπό ορισμένες προυποθέσεις, μοιραία και αναπότρεπτα θα αποκαλύπτεται η ερεβώδη πλευρά του ανθρώπου που επιθυμεί την ισχύ και την κυριαρχία.



[1] Ο Κ.Καστοριάδης στο θεμελιώδες έργο του  Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας ,μεταξύ άλλων, .αναφέρεται στον τρόπο που αντιμετώπισε ο Μάρξ τον αρχαιοελληνικό στοχασμό, ενώ στα κεφάλαια με τον τίτλο «η φιλοσοφική θεμελίωση του χρόνου» και «χρόνος και δημιουργία» (σελ.273-294) αναφέρεται διεξοδικά στο πλατωνικό έργο. Σε όλο το έργο υπάρχουν σποραδικές αναφορές στον Θουκυδίδη, στον Αριστοτέλη και στην τραγωδία. Στο βιβλίο του Χώροι του ανθρώπου(μετ. Ζ.Σαρίκαεκδόσεις Ύψιλον,1986 )θα αναφερθεί  στην ελληνική πόλη και στην δημιουργία της δημοκρατίας, στο βιβλίο του Η άνοδος της ασημαντότητας (μετ. Κ.Κουρεμένος,εκδόσεις Ύψιλον,2000)θα αναφερθεί στο αρχαίο ελληνικό και πολιτικό φαντασιακό και στην αθηναϊκή δημοκρατία, στο βιβλίο του Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου (μετ. Ζ.Σαρίκαεκδόσεις Ύψιλον,1991), θα αναφερθεί στην ελληνική τέχνη ενώ στο εκτενές δοκίμιο του αξία, ισότητα, δικαιοσύνη, πολιτική θα περιγράψει την περιπέτεια των εννοιών από τον Αριστοτέλη στον Μάρξ. Επίσης το έργο του Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της(εκδόσεις Ύψιλον,1986) συγκεντρώνει τις απόψεις για ένα θέμα που δεν έπαυσε να τον απασχολεί. Τέλος το δοκίμιο Αισχύλεια ανθρωπογονία και Σοφόκλεια αυτοδημιουργία του ανθρώπου , που είναι αφιερωμένο στον Κ.Δεσποτόπουλο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ανθρωπολογία,πολιτική,φιλοσοφία (εκδόσεις Ύψιλον,2001).
[2] Κ.Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μετάφραση Σ.Χαλικιάς, Γ.Σπαντιδάκη, Κ.Σπαντιδάκης,  εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1985, σελ.120.
[3] όπως προηγ. σελ.82.
[4] όπως προηγ. σελ.471.
[5] Οι τρείς τόμοι κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα με τον γενικό τίτλο Η ελληνική ιδιαιτερότητα, από τις εκδόσεις Κριτική. Ο πρώτος  τόμος (σελ. 527) εκδόθηκε στα ελληνικά το 2007 με υπότιτλο Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο, σε μετάφράση του Ξ.Γιαταγάνα και επιμέλεια της Ζ.Καστοριάδη.  Ο δεύτερος τόμος  (σελ. 452) εκδόθηκε στα ελληνικά το 2008, με υπότιτλο Η Πόλις και οι νόμοι, , σε μετάφράση της Ζ.Καστοριάδη. Ο τρίτος τόμος (σελ. 465) εκδόθηκε στα ελληνικά το 2011, με υπότιτλο Ο Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο, σε μετάφράση της Ζ.Καστοριάδη και επιμέλεια του Θ.Σκάσση. Ο πρώτος περιλαμβάνει το δοκίμιο του Π.Βιντάλ-Νακέ Ο Καστοριάδης και η αρχαία Ελλαδα,ο δεύτερος ξεκινά με το δοκίμιο του Philippe Raynaud Ο Καστοριάδης και η ελληνική κληρονομιά και ο τρίτος με το δοκίμιο της Claudia Moatti  Σκέψεις για την πολιτική δημιουργία στην Αθήνα. Οι επιμελητές της γαλλικής έκδοσης είναι οι :Enrique Escobar, Myrto Gondicas, Pascal Vernay.
[6] Κ.Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μετάφραση Σ.Χαλικιάς, Γ.Σπαντιδάκη, Κ.Σπαντιδάκης,  εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1985, σελ.151.
[7] Ι.Κάντ, Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Γιάννη Τζαβάρα, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1984,σελ.97.
[8] όπως προηγούμενα σελ.116
[9] Κ.Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Γ’,μετάφραση Ζ.Καστοριάδη, εκδόσεις Κριτική, 2011, σελ.55
[10] όπως προηγ.σελ.57.
[11] όπως προηγ.σελ.143.
[12] όπως προηγ.σελ.56.
[13] όπως προηγ.σελ.97.
[14] Π.Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση:η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών ,εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1991,σελ.23.
[15] Κ.Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Γ’, μετάφραση Ζ.Καστοριάδη, εκδόσεις Κριτική, 2011, σελ.158.
[16] Μ.Χάϊντεγκερ, Εισαγωγή στη Μεταφυσική, εισαγωγή –μετάφραση- επιλεγόμενα Χρήστου Μαλεβίτση, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα  1973, σελ. 181- σελ.199.
[17] Κ.Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Γ’,μετάφραση Ζ.Καστοριάδη, εκδόσεις Κριτική, 2011, σελ.161,162.
[18] Όπως προηγ.σελ.170.
[19] Όπως προηγ.σελ.178.
[20] Π.Κονδύλη, Οφειλόμενες απαντήσεις. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Λεβιάθαν ,τεύχος 15, 1994, σελ.123.
[21] Κ.Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Γ’,μετάφραση Ζ.Καστοριάδη, εκδόσεις Κριτική, 2011, σελ.238.
[22] όπως προηγ.σελ.253.
[23] όπως προηγ.σελ.239,240.
[24] όπως προηγ.σελ.242.
[25] όπως προηγ.σελ.284.
[26] όπως προηγ.σελ.284.
[27] Π.Κονδύλης, Το αόρατο χρονόλογιο της σκέψης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σελ.92.
[28] Π.Κονδύλης, Η Ηδονή, η Ισχύς, η Ουτοπία, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1992, σελ.57-59.
[29] Π.Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα-Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000,εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ.82.
[30] Κ.Παπαϊωάννου, Μάζα και Ιστορία, επιμέλεια-σημειώσεις Γ.Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2003, σελ.124.
[31]  Κ.Παπαϊωάννου, Τέχνη και Πολιτισμός στην αρχαία Ελλάδα, μετάφραση-επιμέλεια Χ.Σταματοπούλου- Σ.Κακουριώτης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998,σελ.283.
[32] όπως προηγούμενα, σελ.287.