Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Β.Φτωχόπουλου : Το κούρεμα των Κωλοελλήνων

Το κούρεμα στις κυπριακές καταθέσεις από την γερμανοκρατούμενη Ευρώπη, αποτελεί επίθεση στον πιο δραστήριο τομέα της κυπριακής οικονομίας, δηλαδή στην ίδια την Κύπρο. Δεν πειθαρχεί σε κανενός είδους οικονομική λογική, παρά μόνο στην μεταβολή της Κύπρου σε αποικία. Προφανώς πέρα από την γεωπολιτική της σημασία, οι υδρογονάνθρακες είναι ένας λόγος που οδηγεί στο κούρεμα της κυπριακής ανεξαρτησίας. Όμως τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Ο Αναστασιάδης σχεδιάζει νέα τετραμερή (Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία,Τ/Κ), όπου θα επανέλθει το σχέδιο Ανάν, με στόχο και την τυπική κατάργηση του κυπριακού κράτους. Όμως αυτοί που υπέγραψαν τα μνημόνια στην Ελλάδα και στην Κύπρο, το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων και των κυπριακών καταθέσεων να είναι σίγουροι ότι η ιστορία θα τους γράψει με μαύρα γράμματα.  

Το Κούρεμα των Κωλοελλήνων


1
«Μελαμψές φυλέςκοντοπόδαρες,Σειλινοί του κράτουςπου ξερνάει και να `τους,τσιφτετέλληνεςμε γονείς ληστέςτων συντρόφων τους θύτεςγια αμνηστία αλήτεςτώρα διοικητές.Κράτος ασυστόλωνκαι πεσμένων κώλωνκωλοέλληνες. 
Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτηπου φτάνει στον γνωστό άγριο ρωμιόστο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτηαπ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό.»
του Βάσου Φτωχόπουλου από το προσωπικό του ιστολόγιο
Ο μέγας Σαββόπουλος μέσα σε λίγες γραμμές ευφυέστατα αναλύει τον μάταιο ελληνικό μας κόσμο. Ρίχνει αυγά στον τοίχο, κανείς δεν ακούει ούτε καν πια στην Βόρειο Ήπειρο (εξολοθρεύσαμε τους βορειοηπειρώτες) ούτε στην Κύπρο. Κουρέψαμε αντί την κεφαλή μας, τον νουν μας. Τώρα όλοι οι Έλληνες καλούμαστε να αποφύγουμε άλλες εθνικές τραγωδίες. Δεν πρέπει να σπάσει ούτε μια ελληνική μύτη. Με μαχητικότητα και σθένος και κουράγιο να αντιμετωπίσουμε το δεξιό ΑΚΕΛ του συναγερμού και να το αναγκάσουμε να φύγει τώρα πριν τελειώσει η θητεία του. Αν ο Χριστόφιας έκανε 5 χρόνια για να μας καταστρέψει και να μας ξεφτιλίσει, ο νέος Χριστόφιας θα τα καταφέρει πολύ πιο γρήγορα. Ο λαός βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη θέση. Είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι στους πολέμους υπάρχουν θύματα. Εμείς θα είμαστε τα θύματα εκτός εάν αντισταθούμε, εάν ξεπεράσουμε τον κακό μας εαυτό και από κωλοελληνες μεταλλαχτούμε σε Έλληνες. Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται. Να κατανοήσουμε ότι οι νεοναζί οι νεοβρετανοι και οι νεοσυναγερμικοι θα πάψουν να μας πατούν στο λαιμό μόνο αν τους αντισταθούμε. Όχι με χάπενινγκ και φουσκωμένα μπαλόνια, αλλά με τον τρόπο που τους αντιμετωπίσαμε το 1940 το 1955 και το 2004. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία και μιαν οκκάν αρτζίθκια που λέει κι ο ποιητής.
Ο συναγερμός άρχισε να δείχνει τα σάπια και βρώμικα δόντια του. Δεν πέρασε ένας μηνάς από τότε που πήρε την εξουσία και άρχισε τα δαγκώματα. Μόνο οι τυφλοί και οι συνειδητοί προδότες της αγγλολάγνας ελίτ δεν βλέπουν που μας οδηγεί ο Αναστασιάδης, ο άνθρωπος που τάχατες δεν θα δεχόταν κανένα κούρεμα και θα νοικοκύρευε τα οικονομικά μας και διάφορες τέτοιες άλλες αρλούμπες.
Τώρα θα δούμε ποιοι θα σταθούν διπλά στον λαό και ποιοι ξανά θα τον παραπλανήσουν. Δεν έχουμε αυταπάτες. Εμείς αυτόνομα και προσεκτικά θα σταθούμε εμπόδιο στους ξένους και ντόπιους νεοναζί. Τάγματα εφόδου αυτοί ξυπόλητα τάγματα εμείς. Ε όχι και εντελώς ξυπόλυτα κάτι έχει αλλάξει από το 1940 κατι εχουμε μάθει κι εμείς.
«Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβήγια να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλήΘέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούςΘέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.»
Η άνοιξη είναι εδώ, οι νεκροί μας είναι συνεχώς στους τροχούς και τώρα η σειρά μας να δώσουμε το αίμα μας. Αν το έγραψε η μοίρα να βρούμε τον πρωτομάστορα μας απ’ αυτούς που κρατούσαν ελληνικές σημαίες δεν θα είναι η πρώτη φορά. Συνηθισμένοι οι ενωτικοί από τέτοια. Αδέλφια στους δρόμους. Αδέλφια ξανά έξω απ’ το Προεδρικό. Αδέλφια έξω από την γερμανική Πρεσβεία. Αδέλφια εάν είναι να φύγουμε από την ευρωπαϊκή ένωση και το ευρώ για να παραμείνουμε Έλληνες και αφέντες του τόπου μας, πολύ μα πολύ μικρό το κακό. Τα οποιαδήποτε χρέη μας τα ξεπληρώνουμε πουλώντας όλα τα υπάρχοντα μας και όλες τις περιουσίες μας με το χαμόγελο στα χείλη, ω σκατάες.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Καλωσορίζουμε τον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη



ΚύΚΛΟΣ στο ΚέΝΤΡΟ


ο Κύκλος Ποιητών
&
ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεoλαίας
του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ)

παρουσιάζουν τον

Κυριάκο Χαραλαμπίδη
μια κορυφαία ποιητική φωνή της ελληνικής περιφέρειας

Δευτέρα, 4 Μαρτίου, 7 μ.μ.
Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων
(Ακαδημίας 50)

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, για πολλά χρόνια Διευθυντής Ραδιοφωνίας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και παραγωγός πολιτιστικών εκπομπών. Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικά βιβλία, δύο τόμους δοκιμίων, μετέφρασε Ρωμανό τον Μελωδό και έκανε επιλογή κειμένων για τη Λευκωσία στη σειρά «Μια πόλη στη λογοτεχνία» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο η ποιητική του συλλογή «Στη γλώσσα της υφαντικής»


Τον ποιητή θα παρουσιάσει και θα συνομιλήσει μαζί του
η κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος & Δρ. φιλολογίας
Ανθούλα Δανιήλ

Ποιήματά του θα διαβάσει ο ποιητής
και θα συζητήσει με το κοινό

Συντονίζει ο Γιώργος Μπλάνας

Θα προβληθεί επίσης το ημίωρο ντοκιμαντέρ
«Αμμόχωστος Βασιλεύουσα»
σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιωάννου

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Εκδήλωση για τον Π.Κονδύλη από το περιοδικό Βαβυλωνία


Είναι ενδιαφέρον ότι το έργο του Π.Κονδύλη προσεγγίζουν διαφορετικοί ή και ενάντιοι πολιτικοί και κοινωνικοί χώροι. Το γεγονός είναι θετικό και μπορεί να βοηθήσει, να βελτιωθεί η ποιότητα της αντιπαράθεσης. Έτσι την 1η Μαρτίου, στις 20.00 το περιοδικό Βαβυλωνία, οργανώνει συζήτηση, στον χώρο NOSOTROS, Θεμιστοκλέους 66, με θέμα :Μηδενισμός, πλανητική πολιτική και μαζική δημοκρατία στη σκέψη του Π.Κονδύλη, με ομιλητές τους Σ.Ροζάνη, Γ.Μερτίκα και Β.Μπογιατζή.
Όλη η εκδήλωση έχει αναρτηθεί στην διεύθυνση:
http://www.antifono.gr/portal/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%9A%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1/videos/4225-%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82.html

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

19 Φεβρουαρίου στον ΙΑΝΟ παρουσιάζουμε το νέο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά



Το βιβλιοπωλείο Ιανός και οι Εναλλακτικές Εκδόσεις παρουσιάζουν την Τρίτη 19 Φεβρουαρίου, στις 20.00 το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά  “Η Αποστασία των Διανοουμένων”. Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Γιώργος Κοντογιώργης, καθηγητής Παντείου, Σπύρος Κουτρούλης, συγγραφέας και ο συγγραφέας του βιβλίου.  Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο βιβλιοπωλείο Ιανός (Σταδίου 24).

Ακολουθεί το κείμενο της παρουσίασης που διάβασα στην εκδήλωση:


Το 1927 κυκλοφόρησε στην Γαλλία, το εμβληματικό όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, έργο του Ζυλιέν Μπεντά με τον τίτλο «η προδοσία των διανοουμένων». Ως τίτλος θα γίνει σύνθημα, και θα περιγράψει με επιτυχία την πορεία ενός μέρους της γαλλικής διανόησης από τον υπερεθνικισμό στον δωσιλογισμό. Στο τέλος του 2012 κυκλοφόρησε στην χώρας μας το έργο του Γ.Καραμπελιά με τον παρεμφερή τίτλο «η αποστασία των διανοουμένων ». Αν το συγκρίνουμε με το πρώτο θεωρώ ότι είναι περισσότερο αναλυτικό και τεκμηριωμένο ως προς την συμπεριφορά ενός μέρους της ελληνικής διανόησης, η οποία όχι μόνο έχει αφομοιωθεί από την αθλιότητα, αλλά ακόμη περισσότερο επιχειρεί να θεμελιώσει την συναίνεση την ελληνικού λαού σε μια κατάσταση που ελάχιστα διαφέρει πλέον με την ανοιχτή κατοχή. Οι ελάσσονες των διανοουμένων, που είναι κυρίως κάποιοι δημοσιογράφοι, διακινούν ιδεολογήματα, όπως ότι η ελληνική κοινωνία συλλογικά είναι υπεύθυνη για την οικονομική χρεοκοπία και ακόμη χειρότερα συγχέοντας τον κοσμοπολίτισμό, τον διεθνισμό με τον ανοικτό δωσιλογισμό διατείνονται ότι ο ελληνικός λαός είναι ανίκανος να αυτοκυβερνηθεί και για αυτό είναι αναγκαίο να έρθουν οι ξένοι να τον κυβερνήσουν. Το αστείο είναι ότι τα ίδια πρόσωπα, που δίχως ντροπή και δίχως ιστορική αίσθηση γράφουν αυτά, υποστήριξαν εκείνες τις πολιτικές ηγεσίες, που μας οδήγησαν στην σημερινή κατάσταση. Για παράδειγμα ενώ κατηγορούν τους λαϊκιστές, σιωπούν μπροστά στο γεγονός ότι και κάποιοι αυτοαποκαλούμενοι ευρωπαϊστές έλαβαν μίζες, ή ότι η κυβέρνηση Σημίτη με το περιβόητο swaps της Goldman Sacks μας υποχρέωσε να πληρώσουμε 16 δις ευρώ για δάνειο 2 δις ευρώ. Αλλά ας προχωρήσουμε, πιο συγκεκριμένα, στο έργο του Γ.Καραμπελιά. Κατ’ αρχήν δείχνει ιδιαίτερα φροντίδα στην γλώσσα, στο ύφος και αυτό καθιστά την ανάγνωσή του ιδιαίτερα γοητευτική. Επίσης είναι τεκμηριωμένο, διότι έχει εξαντλήσει όλη την αναγκαία βιβλιογραφία και για αυτό τα συμπεράσματά του είναι θεμελιωμένα σε γερές βάσεις. Επιγραμματικά ασχολείται με τον Σ.Ράμφο, την εθνοαποδομητική ιστοριογραφία, τον νεοπαγανισμό, τον νεοφαναριωτισμό, την απολογία του αμερικανισμού και της «αυτοκρατορίας» από τον Νέγκρι και τέλος την απογοητευτική εξέλιξη του Δ.Σαββόπουλου. Κάθε ένα κεφάλαιο συνιστά αναίρεση διαφορετικών μεν ιδεολογημάτων τα οποία όμως στην πραγματικότητα συνθέτουν μια ενιαία ιδεολογία υποταγής. Ειδικότερα η ιδεολογία υπεράσπισης της τρόικας προϋποθέτει την παραδοχή ότι ο ελληνικός λαός είναι πολιτικά νήπιο και για αυτό έχει ανάγκη κηδεμόνων, ενώ η δυσφήμιση της ελληνικής ανεξαρτησίας προϋποθέτει επίσης τον εθνομηδενισμό, τον μεταμοντέρνο σχετικισμό που παρά τα ιστορικά γεγονότα και τα πορίσματα των περισσότερων ιστορικών προβάλλει την ερμηνεία ότι ο ελληνισμός είναι νεώτερη κατασκευή. Επίσης ο νέο-παγανισμός αφενός συνιστά μια ιδεοληπτική, αντισημιτική και γι αυτό μειωτική προσέγγιση του αρχαιοελληνικού στοχασμού αλλά και μια κακόγουστη προσπάθεια να αναιρεθεί η ανατολική διάσταση του νεοελληνισμού. Ο νεοφαναριωτισμός, όπως αποτυπώνεται κυρίως στα πιο πρόσφατα άρθρα του Χ.Γιανναρά, προβάλλει ως όραμα για τον ελληνισμό, την αναίρεση των αποτελεσμάτων της επανάστασης του 1821 και την υπαγωγή του στην Τουρκία, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο τις προσδοκίες και τις εξαρτήσεις ενός μέρους της οικονομικής ελίτ που βρίσκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κοινωνικό και πολιτικό του κέντρο. Τέλος η εξέλιξη του Δ.Σαββόπουλου ως διαφημιστή των διαβόητων Ολυμπιακών αγώνων αλλά και του Νέγκρι ως απολογητή της αμερικάνικης αυτοκρατορίας δείχνουν την απογοητευτική κατάληξη που έχει ένα μέρος της ελπιδοφόρου γενιάς του ’60. Ο Σαββόπουλος, φάντασμα του παλαιού εαυτού του, δεν μπορεί πλέον να δημιουργήσει, ενώ ο Νέγκρι στην καλύτερη περίπτωση υποβάλει μια «αντιπαγκοσμιοποίηση», που όμως ταυτίζεται με την παγκοσμιοποίηση , αφού αποβλέπει και αυτή σε ένα ομογενοποιημένο κόσμο, υπό αμερικάνικη ηγεμονία. Προφανώς τα συμπτώματα αυτά δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος της διανόησης, όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται να χαράξει δρόμους εξόδου από την παρακμή, αλλά επειδή είναι τόσο βαθιά βουτηγμένη σε αυτή, το μόνο που κάνει είναι να επιχειρεί να την νομιμοποιήσει, να την νοηματοδοτήσει και συνεπώς να εμποδίσει κάθε προσπάθεια διεξόδου. Ο Γ.Καραμπελιάς ξεκινά με την αναφορά στο έργο του Σ.Ράμφου. Πράγματι με τις συχνές τηλεοπτικές του εμφανίσεις και την συνεχή του αρθρογραφία, ο τελευταίος, δίκαια κερδίζει τον τίτλο του συγγραφέα της «φιλοσοφίας του μνημονίου». Για όσους παρακολουθούν την εξέλιξη της σκέψης του Ράμφου διόλου δεν εκπλάγηκαν από την κυνική του συνηγορία στο μνημόνιο. Ήδη στα τελευταία έργά του, ουσιαστικά κλείνει το μάτι στον αυταρχισμό και στον ολοκληρωτισμό, γεγονός που επισημαίνουν και άλλοι στοχαστές όπως ο Μ.Μπέζγος. Ξεχνώντας με μεγάλη άνεση ότι υποστήριζε σε ένα σχετικά πρόσφατα παρελθόν, εκστασιάζεται με το παράδειγμα του ιαπωνικού εκ του άνω αυταρχικού «εκσυγχρονισμού», ώστε να υποβάλλει το συμπέρασμα ότι θα πρέπει κάποια βιβλία όπως η Φιλοκαλία, που μας εμποδίζουν να χαθούμε μέσα στην Δύση, να απαγορευτούν. Βεβαίως στις διάφορες συνεντεύξεις του, ίσως επειδή ο προφορικός λόγος είναι πιο πηγαίος, πιο αχαλίνωτος από τον γραπτό, οι σκέψεις που διατυπώνει είναι ακόμη πιο ακραίες και διανθισμένες με ιστορικές ανακρίβειες – όπως για τα γεγονότα που προηγήθηκαν του 1204- που με ευστοχία επισημαίνει ο Γ.Καραμπελιάς. Συγχρόνως με μανιχαϊστικό τρόπο, αντικαθιστά τον άνθρωπο που πρότεινε σε παλαιότερα κείμενα του, που έχει εγκλωβιστεί απόλυτα στο παρελθόν, με τον άνθρωπο χωρίς παρελθόν, ιστορία ρίζες, έρμαιο του συγκρητισμού και του παγκοσμιοποιημένου χυλού. Είναι πολύ σημαντική η επισήμανση που ιστορικού Στογιάνοβιτς, την οποία επικαλείται ο Γ.Καραμπελιάς, για την συμπεριφορά και τον ρόλο του ελληνορθόδοξου έμπορου στα Βαλκάνια, η οποία απαντά πειστικά στις επιθέσεις του Ράμφου . Σύμφωνα με τον Στογιάνοβιτς «Για τον Έλληνα έμπορο του δεκάτου εβδόμου και δεκάτου ογδόου αιώνα, η θρησκεία ήταν εγκόσμια-δηλαδή αυτού του κόσμου- ενώ και οι επιχειρήσεις θρησκευτικό ζήτημα. Θρησκεία, επιχειρήσεις, οικουμενική κοινότητα και έθνος, αποτελούσαν κάτι ενιαίο, ένα ολοκληρωμένο αδιαφοροποίητο σύνολο. Ευσεβισμός, εκκοσμίκευση και εθνική αλληλεγγύη ούτε αλληλοσυμπληρώνονται ούτε έρχονταν σε αντίθεση μεταξύ τους. Αποτελούσαν μάλλον τα αδιαφοροποίητα στοιχεία μιας ενιαίας αντίληψης του κόσμου»(σελ.74). Το κεφάλαιο για τον Σ.Ράμφο, περιέχει σημαντικές επισημάνσεις για τον νεοελληνισμό και τα διάφορα πνευματικά και αισθητικά ρεύματα που τον καθόρισαν. Καταλήγει με ένα ευτράπελο και συγχρόνως τραγικό δημοσίευμα εφημερίδας που περιγράφει το πως διασκεδάζει στην Μύκονο τα καλοκαίρια της, η άρχουσα εκείνη ελίτ που έχει απορρίψει πλήρως το παραδοσιακό ήθος που είχαν στο παρελθόν ο Ζάππας, ο Βαρβάκης, ο Μπενάκης, για χάριν του νεοπλουτισμού, του χαρούμενου , κατά Κονδύλη, μηδενισμού και της παγκοσμιοποίησης. Κάποιοι από αυτούς που διασκέδαζαν με ένα τρόπο εξεζητημένα χυδαίο και αλαζονικά περιφρονητικό, όπως ταιριάζει σε όποιον δεν αισθάνεται να υπάρχει πίσω του πολιτισμός και ιστορία είναι σήμερα τρόφιμοι του Κορυδαλλού ή συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους που πούλησαν τα λιμάνια μας σε Τούρκους επιχειρηματίες. Η εθνοαποδομητική ιστοριογραφία- εκπροσωπούμενη κυρίως από τον Α.Λιάκο- αφενός χρησιμοποιεί τις δυσφημιστικές αξιολογήσεις του Βυζαντίου από δύο Άγγλους ιστορικούς, τον Μάνγκο και τον Τζένκις, αφετέρου θεωρεί το ελληνικό έθνος ως νεώτερη κατασκευή, που δεν έχει καμία σχέση με το Βυζάντιο. Σε αυτή την περίπτωση τα ενάντια πορίσματα των περισσότερων ιστορικών, με πιο πρόσφατη περίπτωση τον Δημαρά, διόλου δεν πλήττει τις βεβαιότητες της, διότι ο μεταμοντέρνος θεωρητικός σχετικισμός τους, έγινε το μέσο για να παρακάμπτονται τα ίδια τα γεγονότα και τα συμπεράσματα που αυτά μας θέτουν. Ο νεοφαναριωτισμός, εκπροσωπούμενος κυρίως από τον Χ.Γιανναρά, προέρχεται από ένα ρεύμα που μέχρι πρόσφατα διατύπωνε ένα αδιάλλακτο πατριωτικό λόγο. Με άρθρα εξαιρετικά προκλητικά μας προτείνει, για να σωθούμε, να γίνουμε μέρος του νέο-οθωμανισμού καθώς και να αντικαταστήσουμε της σημαία μας και τον εθνικό μας ύμνο. Έτσι συναντάται με τον εθνομηδενισμό, ενώ συγχρόνως εκφράζει γνήσια το τμήμα εκείνων της ελίτ, που έχει ταυτίσει την οικονομικής και την πολιτική της ύπαρξη με την υποταγή στην Τουρκία. Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση, ο Γιανναράς, με μεγάλη άνεση εγκαταλείπει θέσεις που έχει με πάθος υποστηρίξει, ενώ παρερμηνεύει το έργο του Α.Κοραή- που όπως και να το κάνουμε, όσες επιμέρους ενστάσεις μπορεί να έχουμε, και χαλκέντερος φιλόλογος υπήρξε και σπουδαίος εμπνευστής του απελευθερωτικού αγώνα κατά της Τουρκοκρατίας αναδείχθηκε. Επιπλέον, ο Γιανναράς για να ολοκληρώσει την πολεμική εναντίον του Κοραή και του «κοραϊσμού», με εξόφθαλμα λανθασμένο τρόπο, τον ανάγει ως την κύρια αιτία για ότι στραβό έχει συμβεί στον νεοελληνισμό. Ο Γ.Καραμπελιάς καταλήγει, ότι θα πρέπει να υπερασπιστούμε το συγκεκριμένο ελληνικό κράτος – ειδικότερα τα δύο ελληνικά κράτη, το ελλαδικό και το κυπριακό- αντί να εξαντληθούμε στην ρητορεία για μια καθόλα φανταστική πλέον ελληνική οικουμενικότητα. Η υπαρκτή ελληνική διασπορά θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ενίσχυσης του ελληνικού έθνους-κράτους από τις πολλαπλές απειλές που σήμερα αντιμετωπίζει και όχι ως πρόφαση για να εγκαταλειφθεί στους δανειστές του και στις επεκτατικές φιλοδοξίες της Τουρκίας. Το δίλημμα είναι : «είτε θα αποδεχτούμε το ιστορικό τέλος μας, τη μεταβολή της Ελλάδας σε μια πολυφυλετική και πολυεθνική ζώνη-ταμπόν μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ένας Λίβανος των Βαλκανίων, ελεγχόμενοι ταυτόχρονα από τη φραγκική Δύση και την τουρκική Ανατολή (εξάλλου, ο άξονας Βερολίνου-Τουρκίας λειτουργεί εδώ και πάνω από εκατό χρόνια),είτε, για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως συλλογικό υποκείμενο, θα πρέπει να ανακτήσουμε την αυτονομία μας, να πραγματοποιήσουμε σήμερα την ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα»(σελ.314). Η δεύτερη προοπτική θα συνιστά το ξεπέρασμα του «καημού της ρωμιοσύνης» και θα δημιουργεί την νέα μεγάλη ιδέα που θα είναι και η ανάκτηση «των “χαμένων πατρίδων” της ιστορικής και πνευματικής μας διαδρομής.»(σελ.318) Προφανώς τελειώνοντας θα μας έμενε μια μελαγχολική διάθεση για την μοίρα του τόπου μας. Όμως υπάρχουν ορισμένα γεγονότα που μας κάνουν να αισιοδοξούμε. Πρώτα- πρώτα η ίδια η ακαταπόνητη προσπάθεια του Γ.Καραμπελιά να αναμετράται με το ιστορικό κακό, και δεύτερον η ύπαρξη αρκετών άλλων στοχαστών που είτε είναι κοντά μας είτε έχουν φύγει από την ζωή, όπως ο Κ.Παπαϊωάννου και ο Π.Κονδύλης, που δείχνουν ότι υπάρχουν τα αντίθετα θετικά παραδείγματα εκείνων που δεν αφομοιώθηκαν από την κυριαρχούσα αθλιότητα . Οι τελευταίοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι και το αντικείμενο ενός επόμενου βιβλίου.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Σωτήρη Δημόπουλου: Αλέξανδρου Σολτζενίτσεν «Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς»




Αλέξανδρου Σολτζενίτσεν «Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς»

του Σωτήρη Δημόπουλου

Το φθινόπωρο του 2012 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την δημοσίευση του βιβλίου του Αλέξανδρου Σολτζενίτσεν «Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς». Ήταν το 1962, όταν η σοβιετική κοινωνία διάβαζε, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Νόβι-Μιρ», αυτό που έως τότε μονάχα ψιθυριζόταν: την ύπαρξη των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, τα περιβόητα Γκούλαγκ, τα οποία η σταλινική απολυταρχία είχε δημιουργήσει στις, πιο αντίξοες κλιματολογικά, εσχατιές του αχανούς κράτους.
Η δημοσίευση, χωρίς αμφιβολία, έγινε με την έγκριση του Χρουστσώφ. Η σκιά του ανελέητου δεσπότη στοίχειωνε ακόμη τη ζωή του νέου κομματικού ηγέτη. Έξι έτη μετά το 20ό συνέδριο, αναζητούσε τρόπους για να γκρεμίσει τον «ατσαλένιο» μύθο, που η προπαγάνδα, η πυγμή και η ιστορική συγκυρία είχαν στήσει στους ώμους ενός καθημαγμένου λαού. Κι ο ίδιος για χρόνια υπήρξε ένα υπάκουο όργανο στις προσταγές του Στάλιν. Αυτός, ο παλιός ανθρακωρύχος, που έκανε τον γελωτοποιό λικνιζόμενος υπό τους ήχους της ουκρανικής μουσικής, όταν ο παντοδύναμος Γεωργιανός το απαιτούσε, αυτός επέτρεψε την επίσημη έκδοση του βιβλίου ενός σπουδαίου συγγραφέα και ανθρώπου. Γιατί ο Αλέξανδρος Σολτζενίτσεν ήταν σίγουρα ξεχωριστός. Με καταγωγή από τους Κοζάκους του Ντον, τους ανυπότακτους αιρετικούς που τα γυρίσματα του καιρού τους έκαναν φρουρούς της ρωσικής ορθοδοξίας στη γραμμή των συνόρων, αγάπησε τη γνώση, τον άνθρωπο και την ελευθερία. Ένας διανοούμενος που η ζωή και το έργο του είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένα. Με τη σειρά που το διατύπωσε ο Γκαίτε, πρώτα το είναι και μετά η δημιουργία. Και ως είναι και ως ζωή νοείται τόσο το νήμα των εξωτερικών περιπετειών όσο και η διαρκής εσωτερική αναζήτηση. Στον Σολτζενίτσεν η αναζήτηση προς την αλήθεια δεν έπαψε ως τη τελευταία στιγμή να τροφοδοτεί τον αιχμηρό λόγο του. Δεν έπαψε ούτε στα παραπήγματα που έστησε η διαστροφή μιας αρχικά ελπιδοφόρας ουτοπίας, ούτε στην θαλπωρή που προσέφερε στον διαφωνούντα, και γι’ αυτό «χρήσιμου» πολιτικά, η «μαζική δημοκρατία» της δύσης.
Έως και τον Φεβρουάριο του 1945, ο Σολτζενίτσεν, αφοσιωμένος μαρξιστής, θα υπηρετεί στον σοβιετικό στρατό. Στην Ανατολική Πρωσσία, όμως, θα συλληφθεί γιατί σε γράμμα του προς ένα φίλο αναφερόταν κριτικά στον Στάλιν. Καταδικάστηκε σε 8ετή κάθειρξη. Ανάμεσα στους τόπους που εκτέλεσε την ποινή του ήταν και το «Ειδικό Στρατόπεδο» στην πόλη Εκιμπαστούζ στο Καζακστάν. Εκεί εργάστηκε σε ορυχείο, σε οικοδομές, σε χυτήριο. Οι εμπειρίες του αυτές θα αποτελέσουν το υλικό για το βιβλίο «Μια ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς».
Στις σελίδες του βιβλίου του δεν επιδίδεται σε μια απλή καταγραφή εικόνων της καταρράκωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ούτε περιορίζεται στην καταδίκη ενός συστήματος που ισοπέδωσε τον άνθρωπο για τους δήθεν υψηλούς στόχους του. Καταφέρνει να διεισδύσει μέχρι το «μεδούλι» της ανθρώπινης ψυχής. Αποτυπώνει με λόγο απέριττο, χωρίς εξιδανικεύσεις ή με πρόθεση πρόκλησης οίκτου, την ενστικτώδη βούληση για ζωή. Ίσως γιατί σε αντίθεση με τη κόλαση του Δάντη, στην κόλαση των Γκούλαγκ κάπου αχνοφέγγει ακόμη η φλόγα της ελπίδας. Η μάχη επομένως απλώνεται σε όλα τα μέτωπα. Ο κρατούμενος ανακαλύπτει, με το διάβα του χρόνου, τακτικές για να κερδίζει την κάθε στιγμή που θα τον κρατήσει όρθιο. Με θάρρος και επιμονή, με υποκρισία και πονηριά, με υποτακτικότητα και σκληρότητα, όλη η ψυχική και διανοητική αρματωσιά έχει στόχο μόνο την επιβίωσή του.
Στο στρατόπεδο ο διαχωρισμός δεν είναι σαφής. Δεν είναι μονάχα δύο οι ανταγωνιστικές ομάδες, οι φύλακες και οι φυλακισμένοι, όπως θα υπέθετε ένας, μαθημένος στους μανιχαϊσμούς, αναγνώστης. Οι ομαδοποιήσεις είναι πολλές. Το σύστημα μέσα στο σύστημα έχει τους δικούς του κανόνες, τη δική του ιεραρχία, ακόμη και τη δική του κινητικότητα. Που φθάνει κάποιες φορές έως το έσχατο όριο, στον απόλυτο ατομικισμό, καθώς, όπως λέει σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας, ο χειρότερος εχθρός του κρατούμενου είναι ο άλλος κρατούμενος! Τη στιγμή, την κρίσιμη στιγμή της επιβίωσης, του θλιβερού αγώνα των ρακένδυτων και απόκληρων για λίγη ψευτόσουπα, ο καθένας μετατρέπεται σε θηρίο. Μπορεί να σκοτώσει για λίγη …βρώμη.     
Οι περισσότεροι έγκλειστοι «ζεκ» καταδικάστηκαν χωρίς πραγματικές κατηγορίες. Όπως ο κρατούμενος Σ-854, ο αγρότης Ιβάν Ντενίσοβιτς Σούχωφ, του οποίου τις περιπέτειες μιας μέρας παρακολουθούμε με τη πένα του Σολτζενίτσεν. Όπως και οι άλλοι που πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς, δραπέτευσαν και κατηγορήθηκαν ως προδότες. Και μετετράπηκαν από το καθεστώς σε εργατική δύναμη που δημιουργούσε «σοσιαλιστικές» πόλεις στις παγωμένες στέπες για να εκμεταλλευθούν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Έτσι θα «εγκαθίστατο» η ευτυχία που είχε επαγγελθεί η επανάσταση. Αγνοώντας τις έγκαιρες προειδοποιήσεις του συγγραφέα-προφήτη Ντοστογιέφσκυ ότι οι υψηλοί σκοποί δεν επιτυγχάνονται με ανήθικα μέσα.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Σολτζενίτσεν είχε ως πρότυπό του το βιβλίο του γίγαντα της ρωσικής λογοτεχνίας «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», όπου περιγράφονται και εκεί οι συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων στη Σιβηρία. Και που ο ίδιος ο συγγραφέας τους θα γνωρίσει καταδικασμένος ως μέλος του κύκλου των «ουτοπιστών» σοσιαλιστών της Αγίας Πετρούπολης. Ο Σολτζενίτσεν στο βιβλίο του δεν θα ξεδιπλώσει κάποια εσωτερική μεταμόρφωση, όπως ο Ντοστογιέφσκυ -άλλωστε δεν υφίσταται σύγκριση μεταξύ τους. Δεν θα οδηγηθεί ο ήρωάς του στον χριστιανισμό και στην αποκάλυψη της δύναμης της αγάπης προς τον άνθρωπο. Αυτό θα συμβεί, όμως, στον ίδιο τον συγγραφέα και θα σημαδέψει τη σκέψη του ως το τέλος.
Μετά την ανατροπή του Χρουστσώφ, οι νέοι ένοικοι του Κρεμλίνου έχοντας θορυβηθεί από την επιρροή του Σολτζενίτσεν αλλάζουν στάση απέναντί του. Ο κλοιός σφίγγει γύρω του και ο ίδιος γίνεται πιο επιφυλακτικός. Το μνημειώδες «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ» θα δημοσιευθεί αφού βρέθηκε στα χέρια της ασφάλειας. Το βραβείο Νόμπελ δεν θα αποτρέψει τελικά την αναγκαστική φυγή του από την Σοβιετική Ένωση. Το 1973 θα μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Εκεί παρά την ελευθερία λόγου και τις ανέσεις που του παρέχονται επιδιώκει να βρίσκεται μακριά από τη δημοσιότητα. Παράλληλα, θα ασκήσει αυστηρή κριτική για την έλλειψη πνευματικότητας στις δυτικές δημοκρατίες, τη δικτατορία των μέσων ενημέρωσης και την μαζική επιβολή του «συρμού». Αλλά και αυτός θα κατηγορηθεί ως οπαδός του «ρωσικού εθνικισμού» και της «υπερσυντηρητικής ορθοδοξίας». Αργότερα, εξαιτίας του βιβλίου «200 χρόνια μαζί» (δηλ. Ρώσσοι και Εβραίοι) θα του προσάψουν και τη μομφή του «αντισημίτη». Θα επιστρέψει στη Ρωσία λίγα χρόνια μετά τη πτώση της ΕΣΣΔ και θα απογοητευτεί ακόμη μια φορά αντιλαμβανόμενος ότι η πατρίδα του δεν ακολουθούσε τις ηθικές και πνευματικές αρχές που ο ίδιος οραματιζόταν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εκπομπή του στη τηλεόραση σταμάτησε λόγω χαμηλής τηλεθέασης. Οι εποχές είχαν πλέον αλλάξει. Το τίμημα της πτώσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας ήταν υψηλό. Αποκαταστάθηκε η ελευθερία του λόγου αλλά εν πολλοίς εξέλιπε ο λόγος και πρωτίστως οι πρόθυμοι ακροατές του.  
Ο Σολτζενίτσεν έφυγε από τη ζωή το 2008. Θα παραμείνει όμως ζωντανός με το έργο του και το παράδειγμά του, το παράδειγμα ενός αδέσμευτου από τις εξουσίες διανοουμένου και ανθρώπου.

Το βιβλίο «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

PORTA AUREA:Μπάσταρδες με αμνησία


Τα λιμάνια μας πουλιούνται σε Τούρκους επιχειρηματίες,η Τουρκοκρατία εξιδανικεύεται από τον ΣΚΑΙ και τους λοιπούς, ενώ κάποιοι δήθεν επαναστάτες αναλαμβάνουν την υποστήριξή τους. Διότι πάντα στην ιστορία οι επιτήδειοι πηγαίνουν μαζί με τους αφελείς.Η ιστοσελίδα PORTA AUREA απαντά τεκμηριωμένα και στους μεν και στους δε
Μπάσταρδες με αμνησία

 Τον Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε (στη Θεσσαλονίκη) από τη συλλογικότητα «Μπάσταρδες με μνήμη» (ΜΜΜ) μια μελέτη με τίτλο «Μπάσταρδη μνήμη. 100 χρόνια Ελλάδας, πατριαρχίας, καπιταλισμού είναι αρκετά». Σκοπός της μελέτης είναι να αντιταχθεί στην κυρίαρχη ρητορεία περί «απελευθέρωσης της ελληνικής Θεσσαλονίκης». Το πόνημα αποτελείται από 336 σελίδες (με βιβλιογραφία 90 πηγών και βοηθημάτων) και σε αυτό αναπαράγεται αυτούσια η μονομέρεια που διέπει κάθε οπτική του πολιτικού αυτού χώρου, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσπάθεια να δειχτεί ποιος είναι «προαιώνιος εχθρός» (στην περίπτωσή μας: ο ελληνικός κρατικός εχθρός ενός αιώνα). Η Μπάσταρδη μνήμη (στο εξής Μ.Μ.) παρουσιάζει ενδιαφέρον όσον αφορά στην απαρίθμηση των απεργιών και των εργατικών αγώνων στην Θεσσαλονίκη μεταξύ 1908-1936. Εκτός αυτών, γίνεται αναφορά στις αρνητικές, κατά τις ΜΜΜ, για την Θεσσαλονίκη συνέπειες της κατάληψης της πόλης από τους Έλληνες το 1912. Θα άξιζε, λοιπόν, η παρουσίαση των αντιφάσεων και ανακριβειών της μελέτης αυτής. Ενώ ήδη από τον τίτλο του Μ.Μ. κανείς υποψιάζεται ότι η «πατριαρχία» εμφανίστηκε ή κυριάρχησε στην πόλη μετά το 1912, στη συνέχεια δεν διευκρινίζεται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αλλά αντίθετα υποστηρίζεται ότι «η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη έδινε δυνατότητες ευκαιριών στις γυναίκες» (σ. 180) σε αντίθεση με την ελληνική Θεσσαλονίκη. Στην περιγραφή των συνθηκών ζωής των γυναικών ανά εθνότητα/θρησκεία, γίνεται προσπάθεια να υποβαθμιστεί το ισλαμικό φαινόμενο του χαρεμιού ως προϊσλαμικό και ως σχετιζόμενο μόνο με τις τουρκικές ελίτ (σσ. 43-45). Ουδόλως κάνει τις ΜΜΜ η αναφορά τους ότι στα χαρέμια εγκλείονταν συνήθως κοπέλες των άλλων (υπόδουλων) εθνοτήτων (σ. 44) να σκεφτούν για την ανάγκη αποτίναξης της οθωμανικής κυριαρχίας εξαιτίας της οποίας εμφανίστηκαν τα χαρέμια στην Θεσσαλονίκη. Ουδόλως κάνει τις ΜΜΜ να αναρωτηθούν για τα περί ίσων ευκαιριών των γυναικών στην ισλαμοκρατούμενη (πολυπολιτισμική) Θεσσαλονίκη και την εμφάνιση της πατριαρχίας μετά το 1912, το δικό τους συμπέρασμα (σσ. 42-49) ότι συγκριτικά με τις μη Μουσουλμάνες οι Μουσουλμάνες γυναίκες υστερούσαν κατά πολύ στα θέματα της παιδείας, της εργασίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας μετακίνησης· ίσα ίσα, οι διαφορές αυτές δεν είχαν σημασία (σ. 49: «οι χριστιανές δεν είχαν καλύτερη μοίρα»). Ούτε θεωρούν αντιφατική την άποψη ότι «ώς το 1922 στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει ιδιαίτερη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά το γυναικείο κίνημα» (σ. 224) και ότι στην πραγματικότητα το φεμινιστικό κίνημα εμφανίστηκε Θεσσαλονίκη μόνο μετά την Απελευθέρωση (σσ. 224-232), με την άποψή τους για μεγαλύτερες γυναικείες ελευθερίες και λιγότερη ή ανύπαρκτη «πατριαρχία» πριν από το 1912. Κι αυτό γιατί έτσι θα «έδιναν πάτημα στον εθνικισμό» των βαλκανικών κρατών του 1912. Σε μια καπνεργατική απεργία του 1914 η Φεντερασιόν έθεσε το αίτημα για χαμηλότερες αμοιβές των γυναικών (σ. 178) και οι εργοδότες αντέδρασαν κι έφεραν Μουσουλμάνες απεργοσπάστριες οι οποίες ξυλοφόρτωσαν τις Εβραίες εργάτριες (σ. 179): Το συμπέρασμα, σίγουρα, δεν μπορεί παρά να είναι ότι «σεξισμό» και «πατριαρχικό» πνεύμα επέδειξαν οι καπνέμποροι της Φεντερασιόν και οι Εβραίες εργάτριες· κι όχι η ελληνική κρατική παρουσία, που τάχα δια μαγείας εισήγαγε την μισθολογική διάκριση γυναικών-ανδρών. Καθώς και ότι στην πολυπολιτισμική πόλη οι Μουσουλμάνοι δεν είχαν δυσκολία να επιτίθενται στους Εβραίους συναδέλφους τους. Όμως, για το Μ.Μ., όλα αυτά δείχνουν ότι ο «εξελληνισμός» κατέστρεψε τις ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες. Ένα άλλο κεφάλαιο αφορά την δράση της ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), το Μ.Μ. παρουσιάζει ως αρχικό σκοπό της την «προστασία του βουλγαρικού στοιχείου στη Μακεδονία» (σ. 57). Δεν διευκρινίζεται από τι χρειαζόταν προστασία το μακεδονοβουλγαρικό στοιχείο. Αναφέρεται η αλλαγή του καταστατικού της ΕΜΕΟ προς μια πιο «αεθνική» και πολιτικά σεπαρατιστική κατεύθυνση στα 1897 (σ. 59 - στην πραγματικότητα, αυτό έγινε επισήμως στα 1902), αλλά όχι ότι παρά ταύτα, η «Μυστική Επαναστατική Οργάνωση της Μακεδονίας-Αδριανούπολης» παρέμεινε μια οργάνωση της οποίας τα μέλη και η ηγεσία ήταν Βούλγαροι. Υπερτονίζεται η διαφορά μεταξύ δεξιάς και αριστερής πτέρυγάς της, η οποία αφορούσε στον τελικό στόχο (ένωση ή όχι με την Βουλγαρία) και όχι στον προσωρινό στόχο της πολιτικής αυτονομίας, ο οποίος είχε υποστηριχθεί και από το βουλγαρικό κράτος και από τους Βερχοβιστές επανειλημμένα και χωρίς κανένα σοσιαλιστικό περιεχόμενο ή περίβλημα. Για το ιδρυτικό μέλος της ΕΜΕΟ, Χρ. Τατάρτσεφ, μια αυτόνομη Μακεδονία θα μπορούσε να ενσωματωθεί πιο εύκολα στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τα πρώτα κείμενα της Οργάνωσης στα 1897, συνταχθέντα από τους Πετρόφ και Ντέλτσεφ («Βουλγαρικά Επαναστατικά Κομιτάτα της Μακεδονίας και του βιλαετιού της Αδριανούπολης»), τα μέλη θα ήταν Βούλγαροι και θα αγωνίζονταν για την απελευθέρωση των Βουλγάρων στις περιοχές αυτές. Το Μ.Μ. αναφέρεται αποκλειστικά στις σποραδικές επιθέσεις κατά οθωμανικών στόχων στην Μακεδονία (σσ. 61-64), αλλά καμμία αναφορά δεν γίνεται για τις αναίτιες δολοφονίες κι επιθέσεις κατά Ελλήνων και Πατριαρχικών, ατόμων (δασκάλων, ιερέων, προκρίτων, εμπόρων, γηγενών και μη) αλλά και πληθυσμών χωριών, μεταξύ 1897-1903. Προφανώς, αποσιωπάται ότι η ΕΜΕΟ εξαρχής –κι όχι απλώς έπειτα από κάποια στιγμή– στόχο είχε όχι κάποια απλή προστασία των Βουλγαρομακεδόνων από τους Οθωμανούς ή και τους Έλληνες, οι οποίοι ακόμη δεν είχαν συστήσει ένοπλα σώματα, αλλά την βίαιη μεταστροφή των σλαβόφωνων Πατριαρχικών και Ελλήνων στην Εξαρχία διότι –κι αυτό αποσιωπάται– τέτοια μεταστροφή στην πλειονότητα των διεκδικούμενων περιοχών ήταν διαπιστωμένα αδύνατη με τα ειρηνικά μέσα της Εξαρχίας. Αν ο στόχος αυτός αναφερόταν, τότε η επιχειρηματολογία για αρχικά σοσιαλιστική ΕΜΕΟ (σ. 74: «είχε ένα σαφή χαρακτήρα αγροτικού ομοσπονδιακού σοσιαλισμού») στην οποία κατοπινά οι «δεξιοί» Βουλγαρομακεδόνες καταχθόνια διείσδυσαν και κυριάρχησαν (σσ. 61, 69, 73) θα έπεφτε στο κενό και φρόνιμα οι ΜΜΜ σιωπούν. Σοσιαλιστική ή μη, η ΕΜΕΟ στόχο εξαρχής είχε τους ελληνομακεδόνες. Άλλο ένα ζήτημα που αποσιωπάται είναι, όπως είπαμε, ο λόγος για τον οποίο χρειάζονταν προστασία οι Βουλγαρομακεδόνες. Πράγματι, στο 1ο κεφάλαιο (σσ. 27-41) δεν γίνεται καμμία αναφορά στην καταπίεση των χριστιανών της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς τον 19ο αι., μετά τα 1830 (δυσβάστακτοι τακτικοί κι έκτακτοι φόροι, εξισλαμισμοί, αγγαρείες, δουλοπαροικία, βιαιοπραγίες του ισλαμικού όχλου κατά χριστιανικών συνοικιών, νομική ανισότητα και τοπική άρνηση εφαρμογής των εξισωτικών μεταρρυθμίσεων, επεμβάσεις στην εκπαίδευση των χριστιανικών εθνοτήτων κ.ά.)· προφανώς, η υπενθύμιση εθνοθρησκευτικής καταπίεσης στη Μακεδονία από τους Τούρκους συνεπάγεται ταύτιση σε επίπεδο συμπερασμάτων, για το αναγκαίο της εκδίωξης των Οθωμανών, των ΜΜΜ με τους Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους κ.ά. «εθνικιστές», ασχέτως του αν η προτεινόμενη επίλυση ήταν διαφορετική για κάθε πλευρά. Κι επειδή το αυτονόητο της οθωμανικής καταπίεσης είναι για τις ΜΜΜ επικίνδυνο ιδεολογικά, προτιμούν να το κουκουλώσουν: Και μάλιστα να ισχυριστούν, με μπόλικη μαρξική σάλτσα ότι οι αλυτρωτισμοί «στα Βαλκάνια και να ιδωθούν ως μια πολύ πετυχημένη μέθοδος πρωταρχικής συσσώρευσης ώστε η μη ανταγωνιστική φεουδαρχικού τύπου οθωμανική βαλκανική χερσόνησος να μετασχηματιστεί σε μια σύνθεση από σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη» (σσ. 105-106) - άσχετα αν οι Μαρξ-Ένγκελς είχαν αναφερθεί στην τουρκική καταπίεση και στην εξαιτίας της οπισθοδρόμηση της χερσονήσου του Αίμου. Εννοείται ότι οι Νεότουρκοι περιγράφονται ως απλώς «φιλελεύθερη-αστική δύναμη» (σ. 248), ίσως για να ωραιοποιηθεί στα μάτια των «αντιεθνικιστών» αναγνωστών η κατοπινή συνεργασία της αριστερής φράξιας της ΕΜΕΟ με αυτούς και η φιλική στάση της Φεντερασιόν (σσ. 71, 270). Καμμία αναφορά δεν γίνεται στο ότι μέσω νομοσχεδίων της οθωμανικής βουλής οι Νεότουρκοι έλαβαν μέτρα κατά των χριστιανικών εθνοτήτων, περιορίζοντας ακόμη και τον αριθμό των βουλευτών που αυτές εξέλεγαν, ενώ προχώρησαν σε αλλεπάλληλες δολοφονίες σημαινόντων μελών της ελληνικής κοινότητας. Όσον αφορά στον Μακεδονικό Αγώνα, στο Μ.Μ. διαβάζει κανείς την ανεκδιήγητη θέση ότι «Το ερώτημα αν χτύπησαν πρώτοι οι Βούλγαροι ή οι Έλληνες είναι άτοπο. Άσχετα με τον αν οι Βούλγαροι συγκροτούσαν ένοπλες ομάδες ενάντια στους Έλληνες και αντίστοιχα οι Έλληνες τους «Μακεδονομάχους» ενάντια στους Βούλγαρους, αργά ή γρήγορα τα δύο κράτη θα έμπαιναν σε διαδικασία εθνοκάθαρσης του μακεδονικού χώρου» (σσ. 82-83). Η θέση αυτή (που ούτε σε παιδάκια του δημοτικού δεχόμενα αναίτιες επιθέσεις από βίαιους συμμαθητές τους δε θα φαινόταν λογική ή ηθική), συνιστά εμμέσως -ηθελημένα ή μη, αδιάφορο- απόλυτη κάλυψη στην μονομερή τρομοκρατία της ΕΜΕΟ κατά των ελληνικών και πατριαρχικών πληθυσμών ώς το 1903. Οι ΜΜΜ με τον τρόπο που δείχνουν την «ισότητα των εθνικισμών και των εθνικιστικών εγκλημάτων» φαίνεται, είτε το θέλουν είτε όχι, ότι προτιμούσαν στα 1903 σφαγμένους ή προσφυγοποιημένους Ελληνομακεδόνες αντί για Ελληνομακεδόνες που απάντησαν με το ίδιο νόμισμα στην αναίτια βουλγαρική βία την οποία υφίσταντο πολύ πριν από το 1904: και τότε –κατ’ ευχή– δεν θα συνέβαινε καμμία επιπλέον εθνοκάθαρση του μακεδονικού χώρου, ούτε «αργά» ούτε «γρήγορα». Αλλά με τι συνέπεια λόγων μιλάνε για «εθνοκάθαρση» τη στιγμή που αποσιωπούν αιώνες μεθοδικής οθωμανικής εθνοκάθαρσης (με σφαγές, παιδομάζωμα, εποικισμούς και εξισλαμισμούς); Με ποια συνέπεια μιλάνε για εθνοκάθαρση που αργά ή γρήγορα θα έκαναν Ελλάδα και Βουλγαρία, τη στιγμή που περιγράφοντας τους Νεότουρκους ως απλώς φιλελεύθερους, δεν αναφέρουν ούτε την επίσημη απόφασή τους για εθνοκάθαρση-γενοκτονία των χριστιανών υποτελών της Αυτοκρατορίας αλλά ούτε και τις συστηματικές νεοτουρκικές ενέργειες εποικισμού της Μακεδονίας με ξενόφερτους ισλαμικούς πληθυσμούς ούτως ώστε να αποβεί αδύνατη η απόπειρα εκδίωξης των Οθωμανών; Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τους βαλκανικούς πολέμους, το μόνο πρακτικά εναλλακτικό σενάριο της ιστορίας θα ήταν όχι μια υπερεθνική επανάσταση αλλά η εθνοκάθαρση εκ μέρους των Νεότουρκων. Ο Μακεδονικός Αγώνας προβάλλεται στο Μ.Μ., λοιπόν, ως απλώς ενάντιος στις εθνότητες της Μακεδονίας (σ. 92-93) και όχι ως έσχατη λύση αυτοάμυνας και ένοπλης αυτοπροστασίας (και διαμέσου αντεκδικήσεων) του μακεδονικού Ελληνισμού· οι Μακεδονομάχοι, γηγενείς (σλαβόφωνοι και μη) και μη, περιγράφονται ως «γκραικομάνοι» (σ. 97: βουλγαρικός και, σήμερα, σλαβομακεδονικός απαξιωτικός χαρακτηρισμός), ως ληστές κι εγκληματίες που «τρομοκρατούν τα βουλγαροχώρια» (σσ. 95, 99): Ίσως η ιδιαίτερη απέχθεια που κρύβουν οι χαρακτηρισμοί αυτοί προς τους σλαβόφωνους Έλληνες να οφείλεται στο ότι οι ομοϊδεάτες των ΜΜΜ όπως και οι βούλγαροι Κομιτατζήδες της περιόδου εκείνης, δεν μπόρεσαν να χωνέψουν την τόσο τεράστια διάψευση της θεωρίας τους για προκρούστειο περιορισμό των τοτινών μακεδόνων Ελλήνων αποκλειστικά στους μακεδόνες ελληνόφωνους Χριστιανούς. Πρέπει να έσπαγαν τα μούτρα τους καθημερινά σε αυτήν την σκληρή πραγματικότητα, οπότε απομένει η οργισμένη καταδίκη της. Επίσης, οι χαρακτηρισμοί αυτοί πρέπει να ιδωθούν υπό το φως της σχεδόν αθωωτικής παρουσίασης της ένοπλης τρομοκρατίας της ΕΜΕΟ (εναντίον και των σλαβόφωνων Ελλήνων/Πατριαρχικών) μεταξύ 1897-1908 και των στελεχών της, για να γίνει κατανοητό πόσο λίγη σχέση με σοβαρό ή ειλικρινή αντιεθνικισμό έχουν οι εξεταζόμενες απόψεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σλαβόφωνος Κώττας, ο οποίος αν και αποδεδειγμένα Έλληνας («ζήτω η Ελλάς», η τελευταία του φράση) ήταν συνδιαλλακτικός και πρόθυμος για αντιτουρκική ελληνοβουλγαρική συμμαχία («ας σκοτώσωμεν την αρκούδα και για το τομάρι είναι εύκολον να το μοιράσωμεν»), και ο οποίος είχε απαλλάξει την περιοχή του από αρκετούς Οθωμανούς σατραπίσκους περιγράφεται ως ένας κοινός εγκληματίας «χωρίς συγκροτημένες ιδέες ή ιδεολογία» (σ. 99), μάλλον επειδή δεν ήταν μορφωμένο κολλεγιόπαιδο σαν τους ιδρυτές της ΕΜΕΟ. Και ο καπετάν Άγρας, ο οποίος έδειχνε παρόμοια διαλλακτικότητα χαρακτηρίζεται ως κάποιος που απλώς ήθελε «να στρατολογήσει Βούλγαρους στο ελληνικό κομιτάτο» (σ. 99). Όσον αφορά την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Θεσσαλονίκη, σημειώνεται ότι «ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη λεηλατώντας, σφάζοντας, βιάζοντας τον πολυεθνικό πληθυσμό της» (σ. 11). Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, το γνωστό παραμύθι, το οποίο είτε είναι ανεπιβεβαίωτο είτε διαψεύδεται από τοτινές πηγές, αλλά και του οποίου η πηγή-ο ανώνυμος ανταποκριτής ήταν στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην αποκλεισμένη Θεσσαλονίκη. Αλλού, επαναλαμβάνεται η γνωστή ρητορεία για απουσία υποκειμένου προς απελευθέρωση: «Μια πιο προσεκτική ματιά στην εθνογραφία μας φανερώνει την εσκεμμένη και επιτηδευμένη απόκρυψη/αποσιώπηση άλλων υποκειμένων και γεγονότων που δεν «βολεύουν» μια συνεκτική εθνική (πατριωτική) και αρρενωπή μνήμη. Για παράδειγμα, στην πόλη της Θεσσαλονίκης για αρκετούς αιώνες κατοικούσαν εβραίοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί και ασχέτως με τo θρήσκευμα Έλληνες, Σλάβοι, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Αλβανοί κ.λπ. Ποιοι απελευθερώθηκαν, λοιπόν, και από ποιους;» (σ. 21). Η πληθυσμιακή σύνθεση της Θεσσαλονίκης θεωρείται ουρανοκατέβατη και θεϊκά απαραβίαστη, και δίνεται, ηθελημένα ή αναγκαστικά, συγχωροχάρτι στις εθνοκαθάρσεις των Οθωμανών. Διαφεύγει της προσοχής του Μ.Μ. τόσο ότι οι εκάστοτε κατακτητές και οι σύμμαχοί τους δεν απελευθερώνονται όσο και ότι στα 1912 υπήρχαν πληθυσμοί οι οποίοι θεωρούσαν τον εαυτό τους κατακτητή της Θεσσαλονίκης. Έτσι, επειδή μια δήθεν αντιεθνικιστική τακτική το επιβάλλει, πρέπει να αποσιωπηθεί η πολιτική που οδήγησε στην συγκεκριμένη πολυεθνική Θεσσαλονίκη. Αλλά πώς μπορεί να υπάρχει υποκριτική και διαφορετική αντιμετώπιση των πληθυσμιακών αλλαγών; Ό,τι συμφέρει στα ιδεολογικά πλαίσια της πολεμικής («κατά του ελληνικού εθνικισμού») αποσιωπάται ή υπερτονίζεται κατάλληλα. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό κάνει και η άλλη πλευρά, σε τι διαφέρει από εκείνη η οπτική του Μ.Μ.; Γεγονός είναι ότι παρ’ όλο που στο Μ.Μ. αναγνωρίζεται ότι στην Θεσσαλονίκη επικρατούσε ο εθνικισμός σε κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα (σσ. 137, 174), δεν γίνεται καμμία απόπειρα σύνδεσης του έντονου αυτού εθνοκεντρισμού-εθνικισμού με το οθωμανικό σύστημα του απόλυτου διαχωρισμού των υποτελών λαών κι ατόμων σε μιλέτ (θρησκευτικές ή εθνικές ομάδες). Ίσως δεν γίνεται, γιατί τέτοια σύνδεση θα έθιγε το «ιερό» οθωμανικό (ιερό, γιατί ήταν προ-ελληνικό, το οποίο κατέλυσαν οι «εθνικιστές» Έλληνες) καθεστώς, και συνεπώς αναπόδραστα θα ενίσχυε τις ελληνικές εθνοκεντρικές θέσεις περί τουρκοκρατίας και απελευθέρωσης. Ωστόσο, είναι προφανές ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η πολυεθνικότητα υπήρχε στα λόγια. Κάθε κοινότητα ήταν υποχρεωμένη να μην αναμιγνύεται με τις υπόλοιπες. Αυτό προφανώς ενίσχυσε τον εθνοκεντρισμό στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι αρνητικές συνέπειες της ελληνικής Απελευθέρωσης τονίζονται ιδιαίτερα. «Οι μουσουλμάνοι και οι σλαβόφωνοι, ήταν οι πρώτοι που εκτοπίστηκαν βίαια τη δεκαετία του 1920 για να ακολουθήσει είκοσι χρόνια μετά, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγερή σιωπή και συνενοχή του ελληνικού πληθυσμού στη ναζιστική σφαγή των εβραίων» (σ. 12). Αλλά, αν η απόδοση συλλογικής ευθύνης του ελληνικού πληθυσμού στην ναζιστική γενοκτονία των Εβραίων δεν είναι λιγότερο ιδεολογικά ναζιστική, οι Μουσουλμάνοι έφυγαν χωρίς βία, σε αντίθεση με λ.χ. τους Σμυρνιούς, και αποζημιώθηκαν με τις, υπερδιπλάσιες των μακεδονομουσουλμανικών, περιουσίες των Μικρασιατών. Επίσης, αναφέρεται η προσπάθεια λήθης του οθωμανικού παρελθόντος: «Το έργο της λήθης ξεκίνησε από τις πρώτες μέρες του1912 με την αντικατάσταση των οθωμανικών ονομάτων στις οδούς της πόλης από αρχαιοελληνικά, με το γκρέμισμα των μιναρέδων και των μουσουλμανικών τεμενών» (σ. 12). Επαναλαμβάνεται, δηλαδή η μονομέρεια στην αντιμετώπιση ίδιων πρακτικών, και η αποσιώπησή τους ανάλογα με το τι υπαγορεύει η πολεμική. Το ίδιο συμβαίνει με την αναφορά σε καταστροφές εβραϊκών και μουσουλμανικών νεκροταφείων (σσ. 141, 144): Απουσιάζει κάθε αναφορά σε ανάλογες οθωμανικές πρακτικές εις βάρος ελληνικών και εβραϊκών νεκροταφείων τόσο στις απαρχές της Τουρκοκρατίας όσο και στο τέλος της, ώστε να δειχτεί ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε στην πόλη μαζί με τον ελληνικό στρατό στα 1912. Τα οθωμανικά ονόματα των οδών, που στα τέλη του 19ου αι. αντικατέστησαν τα ανεπίσημα λαϊκά, θεωρούνται τόσο σημαντικά, ώστε η αλλαγή τους να θεωρείται αποσιώπηση του παρελθόντος. Η πυρκαγιά του 1917 αφήνεται να εννοηθεί ότι έγινε επίτηδες από τους Έλληνες, σε συμφωνία με ακροδεξιές αντιεβραϊκές συνωμοσιολογίες, με συνειδητό σκοπό την οικονομικοκοινωνική και φυσική εξόντωση των Εβραίων (σσ. 12, 140), όσο κι αν η εβραϊκή πυρίκαυστη ζώνη ήταν μόνο η μισή της συνολικής ζώνης. Το Σχέδιο Εμπράρ αντιμετωπίζεται είτε ως όπλο εξελληνισμού (σσ. 140, 142-143) είτε (όντας ιπποδάμειας λογικής) ως όπλο κατά των αστικών λαϊκών εξεγέρσεων, τις οποίες τα στενοσόκακα βοηθούσαν (σ. 142). Πράγματι, το ιπποδάμειο σύστημα θεωρείται από την εμφάνισή του ως ειδικά εφευρεμένο διαβολικό όπλο κατά των λαϊκών εξεγέρσεων της Αρχαιότητας (σσ. 110-114). «Η ομάδα του Εμπράρ έχει σαφείς εντολές να υποβαθμίσει τα αλλόθρησκα μνημεία και τεμένη. Έτσι λοιπόν το κατά τα άλλα πολυβραβευμένο πολεοδομικό σχέδιο…αναδεικνύει μόνο τα μνημεία της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής… ενώ υποβαθμίζει και περικυκλώνει με πολυώροφες οικοδομές τα μουσουλμανικά τεμένη, τζαμιά και χαμάμ… οι εβραϊκές συναγωγές εξαφανίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά από το χάρτη» (σ. 143). Το ότι τα εβραϊκά και ισλαμικά μνημεία κρίνονταν ως ασήμαντης ή μικρής αρχιτεκτονικής αξίας από μελετητές της τουρκοκρατούμενης πόλης (π.χ. P. Lindau 1888, Tafrali 1913, M. Bernard κ.ά.) σε σχέση με τα βυζαντινά· το ότι οι Οθωμανοί εξεπίτηδες δεν επέτρεπαν οι ορθόδοξες εκκλησίες να βρίσκονται πάνω στους κεντρικούς δρόμους και επέβαλλαν τα εβραϊκά και χριστιανικά θρησκευτικά κτήρια να είναι ταπεινά κι ασήμαντα, όλα αυτά δεν φαίνεται να απασχολούν τις ΜΜΜ, που ίσως φαντάζονται ότι τέτοιες πρακτικές στη Θεσσαλονίκη εγκαινιάστηκαν με την ελληνική κρατική κυριαρχία. Το ότι ο αρχαίος Πειραιάς ιδρύθηκε από την αμεσοδημοκρατική Αθήνα και ακολούθησε εξαρχής το ιπποδάμειο σύστημα δεν θεωρείται στοιχείο ικανό για την αθώωση του Ιππόδαμου ως εχθρού του λαού (σ. 114). Εννοείται ότι, πάλι χάρη σε δυο μέτρα και σταθμά, δεν κατακρίνονται παρόμοιες πολεοδομικές επεμβάσεις (π.χ. της πυρκαγιάς του 1890), δεν θεωρούνται επιχειρήσεις αποεβραιοποίησης ή εθνικής και ταξικής ομογενοποίησης, και φυσικά κάθε αναφορά στις δεκάδες επιδημίες και πυρκαγιές στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκης ακριβώς εξαιτίας της ανατολίτικης ρυμοτομίας απουσιάζει για ευνόητους λόγους (δεν ευνοεί την επανάσταση και το ξεσκέπασμα της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας). Πολύ σημαντική είναι η αναφορά στη σχέση εθνικού και κοινωνικού ζητήματος όσον αφορά στην τακτική της Φεντερασιόν (σσ. 173, 265-6, 269, 271-2), η οποία επικρίνεται στο Μ.Μ.: «το κοινωνικό ζήτημα διαπλέκονταν με το εθνικό, χάνοντας έτσι ένα σημαντικό μέρος της δυναμικής του. Το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η πολυεθνική και πολιτισμική Θεσσαλονίκη ήταν η ανάπτυξη των εθνικισμών» (σ. 174). Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν ήταν καθεαυτή η διαπλοκή του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα: ήταν ότι ορισμένοι από τους Εβραίους στα 1912 είχαν ξεπεράσει τα δίκαια όρια όσον αφορά στην ικανοποίηση του δικού τους εθνικού ζητήματος, και αντί να απαιτήσουν στα 1912-13 ισονομία και πλήρη μειονοτικά δικαιώματα, απαίτησαν την παλαιστινιοποίηση της Θεσσαλονίκης εκθέτοντας την πλειονότητα των Εβραίων της πόλης, σοσιαλιστών (παρά τον εμφανή αντισιωνισμό των Σαλονικιών σοσιαλιστών Εβραίων στα 1920: σ. 284) και μη, δηλητηριάζοντας τις εθνοτικές σχέσεις και προκαλώντας εναντίωση στους κοινωνικούς αγώνες μέσω της άθελης κι αναπόφευκτης ταύτισης των αγώνων αυτών με (εθνικιστικά) αιτήματα για απόσπαση της Θεσσαλονίκης από τους Έλληνες. Το ίδιο λάθος έκανε αργότερα ο Πουλιόπουλος με τα συνθήματα για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη παραδεχόμενος εκ των υστέρων ότι: «ήταν τόσο άτυχα, ώστε άφηναν να δημιουργηθεί η τρομερή παρεξήγηση ότι επαναστατικός διεθνισμός δεν είναι τίποτα άλλο, παρά συμμαχία με τους Βουλγάρους κομιτατζήδες. Του κάκου προσπαθήσαμε να διαλύσουμε τη σύγχυση». Την ανυπαρξία εγγενούς διάστασης μεταξύ κοινωνικού κι εθνικού ζητήματος δείχνει άλλωστε η συμμετοχή Ελλήνων και ξένων αναρχικών στην Κρητική Επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 (βλ. Σπ. Κουτρούλη, «Αναρχικοί – ριζοσπάστες στον αγώνα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και για την ελληνική ανεξαρτησία», Ρήξη τχ. 74). Παρά την έκκληση του ΜΜ «Σε καιρούς που τα αφεντικά φωνάζουνε για εθνική ενότητα, μιλάνε για εθνικό συμφέρον, μας ζητάνε να βάλουμε πλάτη στα κέρδη τους και ταφόπλακα στις επιθυμίες και τις ανάγκες μας» (σ. 23), η αναφορά των ιδίων ότι στην Θεσσαλονίκη των τελευταίων δεκαετιών της Τουρκοκρατίας είχε δημιουργηθεί μια «κοσμοπολίτικη τάξη με κοινά οικονομικά συμφέροντα (εύποροι χριστιανοί και Εβραίοι, προστατευόμενοι των Δυτικών, μαζί με τους Ντομνέδες κυριαρχούσαν στο εμπορικό επιμελητήριο)» (σ. 137) δείχνει ότι –όπως και τότε– αν κάποιοι σίγουρα δεν έχουνε πατρίδα, αυτοί είναι τα αφεντικά. Συμπερασματικά, το Μ.Μ. αποσιωπά πολλές πτυχές της πραγματικότητας της εποχής εκείνης, ώστε να παρουσιάσει μια πραγματικότητα στα μέτρα συγκεκριμένων πολιτικών επιδιώξεων. Πρέπει να φανεί ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν καταπιεστικοί, ότι οι Έλληνες, Μακεδονομάχοι και κρατική παρουσία, ήταν τυραννικοί καθώς και ότι η βουλγαρική ΕΜΕΟ αγωνιζόταν για το όραμα μιας υπερεθνικής σοσιαλιστικής Μακεδονίας. Οι «Μπάσταρδες με μνήμη», με τις τόσες αποσιωπήσεις μάλλον αποδεικνύεται πως όχι μόνο μνήμη δεν διαθέτουν αλλά κι ότι πάσχουν από βαριά αμνησία.