Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Ημερίδα: Κοινοτισμός και Ψυχική Υγεία


ΑΝΤΙΣΤΙΓΜΑ: Δίκτυο γιά τα Δικαιώματα καί τί ς
Παραβιάσεις στόν χῶρο τῆς Ψυχικῆς Ὑγείας
ΗΜΕΡΙΔΑ
"Κοινοτισμός καί Ψυχική Ὑγεία"
Πέμπτη 18 Ἀπριλίου 2013
Νέο Ἀμφιθέατρο «Ἄλκης Ἀργυριάδης»
(Κεντρικό Κτήριο τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν,
Πανεπιστημίου 30, Προπύλαια).
Εἴσοδος ἐλεύθερη

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
Εὐγενία Γεωργάκα, Ἐπίκουρη Καθηγήτρια Κλινικής
Ψυχολογίας τοῦ ΑΠΘ, Μέλος τοῦ Παρατηρητηρίου γιά τά
Δικαιώματα στόν Χῶρο τῆς Ψυχικῆς Ὑγείας.
Λυκοῦργος Καρατζαφέρης, Εἰδικευόμενος Ψυχίατρος,
Μέλος τοῦ Δικτύου «Hearing Voices» Ἀθηνῶν.
Δημήτρης Λίβας, Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής ὁμάδας.
Δημήτρης Μοσχονᾶς, Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής ὁμάδας,
Πρόεδρος τοῦ «Ἀντιστίγμα».
Ζάχος Παπαζαχαρίου, Ἀνθρωπολόγος, Συγγραφέας.
Διονύσης Πέρρος, Μηχανικός, Ἀντιπρόεδρος τοῦ
«Ἀντιστίγμα».
Ἰωάννης Κ. Τσέγκος, Ψυχίατρος, Διευθυντής τοῦ
Ἐκπαιδευτικοῦ-Ἐρευνητικοῦ Τομέως τοῦ Ἀνοικτοῦ
Ψυχοθεραπευτικοῦ Κέντρου.
Ἀκυλίνα Δεσπότη, Φοιτήτρια Ψυχολογίας, Μέλος τῆς
Κίνησης Ἀδελφῶν Ἀτόμων μέ πρόβλήματα Ψυχικῆς Ὑγείας
(ΚΙΝΑΨΥ).
Σπύρος Κουτρούλης, Οἰκονομολόγος, Συγγραφέας


Ἐγγραφές
9.30 -10.00 Xαιρετισμοί
10.00 -12.00 1η Συνεδρία
Συντονιστής: Δημήτρης Μοσχονᾶς
Λυκούργος Καρατζαφέρης: «Κοινότητες Φωνῶν –
Κοινότητες Ἀνάρρωσης».
Εὐγενία Γεωργάκα: «Κινήσεις Αὐτοβοήθειας
Ἀτόμων μέ Ψυχιατρική Ἐμπειρία: Ἕνα
Ἐναλλακτικό Παράδειγμα Ἀλληλεγγύης καί
Ἐνδυνάμωσης»
Διονύσης Πέρρος: «Ἡ Δημοκρατική Θεραπευτική
Κοινότητα ἀπ᾿ τήν Πλευρά τῶν Θεραπευομένων»
12.00 – 12.30 Διάλειμμα

12.30 -14.30 2η Συνεδρία
Συντονιστής: Δημήτρης Λίβας
Ζάχος Παπαζαχαρίου: «Θεραπευτική τῆς
Μαζοποίησης»
Ἰωάννης Κ. Τσέγκος: «Στίγματα γιά τήν
Κοινότητα καί τόν Κοινοτισμό»
14.30 -15.30 Διάλειμμα
15.30 -17.00 3η Συνεδρία
Συντονιστές: Δημήτρης Μοσχονᾶς, Δημήτρης Λίβας
Ἀκυλίνα Δεσπότη: «Ὁ Χορός ὡς Ἔκφραση
Κοινοτισμοῦ καί Θεραπείας»
Σπῦρος Κουτρούλης: «Ὁ Κωνσταντίνος Καραβίδας
και ὁ Κοινοτικός Συνεργατισμός

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Σωτήρη Δημόπουλου:για το βιβλίο του Δ.Ραυτόπουλου που αφορά τον ελληνικό εμφύλιο



«Αν ο Μάρξ είχε διαβάσει Χαίλντερλιν…»*

Δημήτρης Ραυτόπουλος, «Εμφύλιος και Λογοτεχνία», εκδ. Πατάκη (σελ. 391)

Τούτη η εποχή/του εμφύλιου σπαραγμού/
δεν είναι εποχή/για ποίηση/ κι άλλα παρόμοια/
σαν πάει κάτι/ να γραφεί/ είναι/ ως αν/ να γράφονταν/
από την άλλη μεριά/ αγγελτηρίων θανάτου

Ν. Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948», Ελευσίς, 1948


Η, όσο αναλυτική κι αντικειμενική, ιστορική καταγραφή δεν είναι εις θέσιν να αποτυπώσει από μόνη της ολοκληρωμένα μια εποχή. Πάντα θα της λείπει η εσωτερική διάσταση των υποκειμένων που προσλαμβάνουν και δημιουργούν την πραγματικότητα, σε μια πολυσύνθετη αλληλουχία προθέσεων και δράσεων. Κι εδώ το πρώτο λόγο έχει η λογοτεχνία, παρά την υποκειμενικότητά της, η οποία, συνιστά, ταυτοχρόνως, και την προϋπόθεση της εγκυρότητάς της. Επομένως, κι η λογοτεχνική παραγωγή για μια εποχή όπως του δικού μας εμφυλίου, τη δεκαετία του 1940, επιβάλλεται για την κατανόησή της. Πολλώ δε μάλλον που η ιστορική προσέγγιση για τον εμφύλιο πάσχει από ιδεοληπτικές μονομέρειες και η «κληρονομιά» του επιβιώνει και σήμερα –ή ορθότερα, οι τερατογενέσεις του φαίνεται να επανακάμπτουν δριμύτερες.
Μια συγκροτημένη χαρτογράφηση της εργογραφίας που συνδέεται με την ταραγμένη αυτή εποχή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δίνει το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου, «Εμφύλιος και Λογοτεχνία». Σ’ αυτό περιέχονται 23 δοκίμια ενώ η οριοθέτηση της περιόδου εκτείνεται πέρα όχι μόνο από το 1949, αλλά και την πτώση της χούντας. Η έκδοση δεν στοχεύει σε μια εξαντλητική παρουσίαση όλων των συγγραφέων και ποιητών της περιόδου. Έχει, όμως, πολλούς και σπουδαίους. Η άμεση εμπειρία του Ραυτόπουλου ως δρώντα στην εθνική αντίσταση και στον εμφύλιο, η προσωπική του γνωριμία με τους πλείστους των λογοτεχνών της περιόδου, η εξαιρετική γνώση του της ιστορίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας εξασφαλίζουν στο βιβλίο του αναμφίβολη αξία. Το γεγονός βέβαια της άμεσης σχέσης με πρόσωπα και πράγματα ενισχύει το στοιχείο της υποκειμενικότητας, το οποίο όμως είναι προτιμότερο, ακόμη κι αν διαφωνείς με τις θέσεις που διατυπώνονται, από τις «ψυχρές» ακαδημαϊκές κριτικές. Ιδιαίτερα αυτές που βάζουν «το κάρο μπρος από το άλογο», τη θεωρία πριν από την πραγματικότητα, συνήθως εις βάρος της πραγματικότητας.
Ξαναγυρνώντας λοιπόν προς τα πίσω, με αφορμή το βιβλίο του Ραυτόπουλου, ας επιχειρήσουμε να ξεδιπλώσουμε κάποιες σκέψεις. Στις παραμονές του β΄ παγκοσμίου πολέμου τα νέα ρεύματα που έπνεαν τη δεκαετία του 1930, και πυροδότησαν τη σκέψη μιας γενιάς που απέκτησε ταυτότητα αναζητώντας τη συλλογική ταυτότητα, είχαν δημιουργήσει  αισιόδοξες προσδοκίες για το αύριο της Ελλάδας. Επιδιώκοντας να αφήσουν πίσω τη μελαγχολία της ήττας της Μεγάλης Ιδέας στις απέναντι όχθες του Αιγαίου, φαινόταν σαν η σύνθεση, παρά την πολιτική ανωμαλία και παρά τις διαφορετικές αφετηρίες των νέων διανοητών, να είχε ξεκινήσει να γονιμοποιεί ένα νέο ελληνικό όραμα. Η προσπάθεια, όμως, θα μείνει μετέωρη. Πολύ σύντομα ο εμφύλιος σπαραγμός, ήδη αρχινημένος στα χρόνια της κατοχής, θα μετέτρεπε τη χώρα σε ερείπια, την επαρχία μισοερημωμένη, την ξένη εξάρτηση ακόμη πιο ισχυρή. Για να αρχίσει ένας νέος κύκλος, μακρύς κι επίπονος, μέχρι να κλείσουν οι πληγές, κοινωνικές και ψυχικές, να επανέλθουν οι ισορροπίες, οι όποιες ισορροπίες.
Εν τω μεταξύ, η εικόνα του εμφυλίου βρέθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες της δεξιάς «εθνικοφροσύνης», που εμφανιζόταν ως η επίσημη κρατική άποψη έως το 1981, και της αγιογράφησης της αριστεράς, που με τη σειρά της κατέστη αυτή ως η ημιεπίσημη κρατική ιδεολογία από τη δεκαετία του ’80. Όπως γράφει ο Ραυτόπουλος «…η ιδεολογημένη ιστοριογραφία, απομνημονευματογραφία κ.λπ. αρνείται τη συνευθύνη των πολιτικών παρατάξεων για τον εμφύλιο, ιδίως για τα αίτια και τις απαρχές του στα χρόνια της Κατοχής. Ιδιαίτερα στον κόσμο της Αριστεράς, που υπέστη αδικαίωτες θυσίες, διωγμούς και περιθωριοποίηση μετά τις αλλεπάλληλες ήττες του, εγκαταστάθηκε το αίσθημα της ιστορικής αδικίας, σε μια κουλτούρα ηρωική και θυματική, που αποστρέφεται την αυτοκριτική και εξωραΐζει το παρελθόν της».
Ενώ η αυτοκριτική και καθαρτήρια ανάγνωση της εμφυλιακής περιόδου δεν επετεύχθη μέσω της ιστορίας ή των κοινωνικών επιστημών, η αξιόλογη λογοτεχνική παραγωγή που αναφέρεται στην ίδια περίοδο παραγκωνίσθηκε εσκεμμένα. Σύμφωνα με τον Ραυτόπουλο η λογοτεχνία είναι υποτιμημένη γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της είναι «αιρετική, απομυθευτική, αντιηρωική, ακόμα και αποκαλυπτική. Γενικά δεν βολεύει κανένα από τα δύο συμπαγή, το συντηρητικό, βέβαια, αλλά και το ‘‘προοδευτικό’’. Το πρώτο ποιος (διανοούμενος που σέβεται τον εαυτό του) το λογαριάζει; Το δεύτερο, όμως, διατηρεί το προνόμιο μιας ιδιόρρυθμης ετεροδικίας κριτικής, εν είδει επανορθώσεων, ακόμα και μετά την κατάρρευση των μύθων αλλά και τις νίκες επί χάρτου του ‘’σοσιαλισμού’’» (σελ. 17)
Την ιδιότυπη λογοκρισία θα την υποστούν όλοι όσοι αποκαλύπτουν «την τερατώδη πλευρά του εμφυλίου και τον απανθρωπισμό» και καταδικάζονται στη «σιωπηρή αποδοκιμασία-αδιαφορία». Όπως ο Ρένος Αποστολίδης με τη «Πυραμίδα 67» (1950), ένα χρονικό (ή όπως θα γράψουν τα παιδιά του στο πρόλογο πρόσφατης έκδοσης «το πιστό πρακτικό της ραγδαίας ωρίμανσης μες το θάνατο μιας νέας συνείδησης») που «δεν χώρεσε ούτε στον Παράδεισο ούτε στην Κόλαση», (Αλ. Αργυρίου, «Η μεταπολεμική πεζογραφία»). Την χειρότερη λογοκρισία όμως θα υποστούν οι ηττημένοι, κυρίως από το κομματικό ιερατείο, όταν το έργο τους έβγαινε εκτός γραμμής. Όπως ο Γιάννης Μανούσακας, τον οποίο ο Ραυτόπουλος θεωρεί ως τον μεγαλύτερο, πιο ιδιοφυή απομνημονευματογράφο «του εικοστού μας Μεσαίωνα(sic), όπως ο Μακρυγιάννης του δεκάτου ενάτου, αλλά πολύ πιο διεξοδικός, πολυμερής, πλούσιος και ολοκληρωμένος». Στα κείμενά του ανακαλύπτουμε να ρέουν οι χείμαρροι της λαϊκής παράδοσης, που είχε την ελευθερία ως υψηλότερη αξία: «ο ίδιος αναφερόμενος στη γενεαλογία του ή στις διηγήσεις προγιαγιάδων και άλλων, συνδέει συμβολικά τη δική του εξέγερση με την παράδοση των προγόνων και του τόπου του, από τα Ορλωφικά του 1770 και του Εικοσιένα ως τις κρητικές επαναστάσεις» (σ.38).
Εντέλει, η κατάρρευση των προσδοκιών που οι αριστεροί διανοούμενοι είχαν εναποθέσει στο Κομμουνιστικό Κόμμα, λόγω της αυταρχικής και ανελεύθερης στάσης που ακολούθησε απέναντι σε κάθε ανεξάρτητη σκέψη, βιώνεται ως μεγαλύτερη ακόμη ήττα απ’ αυτήν στο πεδίο της μάχης. Κάποιοι, όπως, ο Άρης Αλεξάνδρου, θα θέσουν εξ αρχής την υποψία, την αμφιβολία, το τραγικό «γιατί;». Μάλιστα στο κορυφαίο μυθιστόρημά του «Το Κιβώτιο» (1975) λέει χωρίς περιστροφές: «κι όλη η επιχείρηση Κιβώτιο στο σύνολό της στάθηκε άχρηστη κι αυτή, άχρηστες οι εκτελέσεις, άχρηστοι οι θάνατοι…». Άλλοι, θα αυτολογοκριθούν.  Όπως  ο Δημήτρης Χατζής, ως πολιτικός εξόριστος, όπου μετά την σκληρή κομματική κριτική για τους «Ανυπεράσπιστους» (1964) «που εικονογραφούσαν την άποψή του για την ήττα και των δύο παρατάξεων στον εμφύλιο» θα γράψει τα εξής θλιβερά στην κομματική Επιτροπή Διαφώτισης δικαιολογώντας τις αιτιάσεις τους: «αγαπητοί φίλοι, εγώ δεν παύω ποτές να βλέπω πως εσείς είστε πιο αρμόδιοι και πιο υπεύθυνοι από μένα» (σ.56). Αλλά κι ο Στρατής Τσίρκας που στη τριλογία του «Ακυβέρνητες Πολιτείες»(1960-1965)  «η πνευματική προσωπικότητα του Μάνου είναι σύνθεση Ευρωπαίου ουμανιστή, με μια πινελιά ελληνορθόδοξης παράδοσης, εστέτ και μαρξιστή[…]» (σ.69), θα διαγραφεί από το κόμμα γιατί παρέκλινε της «ορθοδοξίας» (εκείνο το «Ανθρωπάκι» ενοχλούσε πολύ). «Αυτοτιμωρούμενος, στην επταετία θεώρησε χρέος του να ξαναστρατευθεί στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Έτσι χάθηκε η άνοιξη, όχι του Ανένδοτου αλλά του μυθιστορήματος που ενέδωσε» (σ.24).
Τα χρόνια που πέρασαν άλλαξαν αναμφισβήτητα την Ελλάδα. Το μεταπολεμικό ζοφερό τοπίο των λαϊκών συνοικιών που περιέγραφε στα πρώτα του μυθιστορήματα ο Αντρέας Φραγκιάς ή στα ποιήματά του ο Τάσος Λειβαδίτης δεν υπήρχε πλέον. Στις χιλιάδες πολυκατοικίες κατοικούσε ένα «πλήθος» μικρομεσαίων που σκαρφάλωνε γρήγορα την κοινωνική κλίμακα στα ακμαία χρόνια της οικονομικής ανάπτυξης. Μέχρι που ήλθε κι η ώρα της πολιτικής επικράτησης. Κι ο εμφύλιος συνέχιζε να δημιουργεί νικητές. Γιατί στο φόντο της ιστορικής χειραψίας του Μάρκου με τον Τσακαλώτο ο πραγματικός νικητής ήταν …ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ήταν τότε που στις οροφές της εξουσίας κράδαινε, με αλαλαγμούς, τη πλαστική σημαία του ο «homo pasocus». Όπως ο ήρωας του μυθιστορήματος «Φανταστική Περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά 1. Ο ανθρωπότυπος, λοιπόν του ’80, όπως γράφει ο Ραυτόπουλος «φαντάζει σαν ρομπότ σημείων, δειγματολόγιο ανεστραμμένων αρετών, από τις οποίες παίρνει μόνο τις πόζες, όπως η λεβεντιά, ο συναισθηματικός πλούτος, η κοινωνικότητα. Κάθε εκδήλωσή του προσβάλλει κάτι, το όλον του προκαλεί αποστροφή» (σελ. 183). Ο αμοραλιστής χαμαιλέων, όμως, έχει ανάγκη το μύθο για να διατηρήσει το προσοδοφόρο προνόμιο του ελέγχου του κράτους. Η ιδεολογική του χλαμύδα μεγαλώνει ανάλογα με την ανικανότητα του στη διακυβέρνηση και της γενικής παρακμής που προκαλεί. Γι’ αυτό πορεύεται αγκαζέ με τον οργανικό διανοούμενο, ο οποίος σιτιζόμενος- περισσότερο γενναιόδωρα από τα ψυχία «των πιπτόντων απ της τραπέζης των κυρίων αυτών»- κατασκευάζει το άλλοθι της ανηθικότητάς του. Είναι η εποχή που εμφανίζονται ως όργανα της ιστορίας ακόμη και τα σκουπίδια της. «Η λογοτεχνία είναι μέσον, εργαλείο, νομενκλατούρα, και βέβαια, κάτι υλικό, πελατειακό, μετρήσιμο (οπαδοί, ψήφοι, ακροατήριο, εκπομπές…) […] Η πραγματικότητα της πνευματικής ζωής είναι τα σύνολα, οι συντεχνίες, τα κέντρα εξουσίας  […] οι ομάδες πίεσης, οι ‘‘φορείς’’, οι ‘‘προοδευτικές δυνάμεις’’» (σελ. 181). Πόσο αδύναμα ακούγεται πια η ηχώ της «Διαθήκης» του Μ. Κατσαρού…           
Ως ένσταση απέναντι στο, χωρίς αμφιβολία στιβαρό, κριτικό έργο του Ραυτόπουλου, θα αναφέραμε κυρίως την στηλίτευση αποκλειστικά του λαϊκισμού ως αιτία των δεινών μας. Γράφει, το 1992, ότι «σε ατμόσφαιρα ιδεολογικής τρομοκρατίας –που πιάνει πάντα με απίστευτη ευκολία- ασχημονούν παντοειδείς σαλτιμπάγκοι, αλλαξοσκούφηδες και επιτήδειοι των κονδυλίων, τώρα ως νέοι Φερραίοι, Θεόφιλοι, Μακρυγιάννηδες, Καραγκιόζηδες, Χατζηαβάτες» (σελ. 178). Η αυστηρή του, όμως, πένα, που ορθώς ξιφουλκεί εναντίον της κούφιας και υποκριτικής ρητορικής της πρώτης περιόδου της μεταπολίτευσης, αφήνει στο απυρόβλητο την «αλλαγή φρουράς» στη δεύτερη περίοδο. Όπου ακριβώς για τους ίδιους λόγους, με την ίδια βουλιμία και με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα αναλαμβάνουν την πνευματική ηγεμονία οι «αντι-μακρυγιάννηδες» του εκσυγχρονισμού. Με παντιέρα τον ευρωπαϊσμό, τα ομομήτρια παιδιά της «αλλαγής» σάρωσαν ό,τι είχε απομείνει όρθιο, υψώνοντας στον ιδεολογικό τομέα τη δεκαετία του ’90 το ν εις το Μ –να μην ξεχνιόμαστε! Κι η τραγική ειρωνεία, ως συνήθως συμβαίνει, ήταν ότι τις θέσεις στην ορχήστρα της εκθεμελιωτικής αποχαύνωσης τις πήραν κατ’ αποκλειστικότητα τα, κατά δική τους παραδοχή, πνευματικά τέκνα της «ποίησης της ήττας», της λογοτεχνίας της αμφισβήτησης και του βαθιά ανθρώπινου. Το «Ανθρωπάκι», με ευρωπαϊκό κοστούμι πλέον, έπιασε πάλι δουλειά, με κρατική πια προστασία, προγράφοντας τις «αιρετικές» φωνές. Όσο για τους πρωτοπόρους της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου προσαρμόστηκαν μια χαρά στα νέα δεδομένα, αφού προσπορίζονταν γενναία ποσοστά για τη συγκατάθεσή τους στη νέα «κατάσταση».    
Και τέλος πάντων, σήμερα, καθώς η απειλή της καταστροφής μας δεν συνιστά λεκτική υπερβολή, αποδεικνύεται, ότι η ιστορία σε αυτή τη γωνία της γης δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια ακαδημαϊκή κι ευχάριστη αναδίφηση του παρελθόντος -έτσι εξηγείται ότι ακόμη κι οι «housewives» θεωρώντας τα «ξένα» χωράφια της ιστορικής γνώσης και δικά τους έχουν ενίοτε το θράσος να μπαίνουν μέσα, ενοχλώντας τους ελέω διδακτορικών ιδιοκτήτες τους. Όσοι, λοιπόν, βιάστηκαν να επαναπαυθούν, όταν σχετικά πρόσφατα ανακηρύχθηκε το τέλος της Ιστορίας, για να χωνέψουν ήσυχα τη λεία τους, λάθεψαν γιατί λησμόνησαν τον ποιητή που έγραφε τα προφητικά:
«Τότε, θυμάσαι που μου λες: Ετέλειωσαν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»
Μ. Αναγνωστάκης «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…», Εποχές)

1. Το βιβλίο του «Πολιορκία», μια από τις πιο «δυνατές» αφηγήσεις για την εμφυλιακή ατμόσφαιρα πριν την απελευθέρωση, του στοίχησε εκ μέρους της αριστερής κριτικής, και του Ραυτόπουλου τότε, τον τίτλο του μέλους της ομάδας της «μαύρης πολιτικής λογοτεχνίας», μαζί με τον Ρ. Ρούφοτο Χρονικό μιας σταυροφορίας»), τον Θ.Δ. ΦραγγόπουλοΤειχομαχία») και τον Ν. ΚάσδαγληΔόντια της μυλόπετρας») ενώ οι σύγχρονοι ιδεολογικοί «Προκρούστες» θα ενέτασσαν οπωσδήποτε και τον Θ. Βαλτινό που τόλμησε μετά την «Κάθοδο των Εννιά» την ιερόσυλη «Ορθοκωστά».

*Φράση του Τόμας Μαν, που χρησιμοποιεί ο Ραυτόπουλος στο δοκίμιό του για τον Τίτο Πατρίκιο (σελ. 334) 

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Ε.Αρβελέρ:σημαντική συζήτηση στα ΝΕΑ(6.4.2013) για το Βυζάντιο με τον Θ.Νιάρχο και τον Θ.Μαρκόπουλο


Είναι σαφέστατα σημαδιακή η φράση της Ελένης Αρβελέρ όταν λέει πως «από το Βυζάντιο αρχίζει ο βίος ο καθημερινός».Πόσο όμως μπορεί να υπάρξει ως πρότυπο ένας βίος που περιλαμβάνει μέσα του το έγκλημα της τύφλωσης περίπου δεκαπέντε χιλιάδων βούλγαρων στρατιωτών από τους Βυζαντινούς, ώστε να αντιδρά η πασίγνωστη βυζαντινολόγος όταν χαρακτηρίζεται το Βυζάντιο συνώνυμο του σκοταδισμού;Δεν είναι εύκολο να αντιδικεί κανείς με την Ελένη Αρβελέρ – και δεν χρειάζεται. Διαθέτει μια τέτοια σύνολη αίσθηση της ιστορίας των κοινωνιών και του πνεύματος, ώστε όποιος κι αν είναι αυτός που θα της αντιπαρατεθεί σίγουρα θα αισθανθεί άβολα και αμήχανα. Αλλωστε δουλειά της επιστήμης δεν είναι να αποτιμά ηθικώς τα γεγονότα – φτάνει και περισσεύει η λογοτεχνία και το Βυζάντιο έχει εμπνεύσει ένα πλήθος μυθιστορημάτων εντελώς πρώτης γραμμής, με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μας, το «Ενας σκούφος από πορφύρα» της Μάρως Δούκα.Επομένως, αυτό που μας προσφέρει η σημερινή συζήτηση της Ελένης Αρβελέρ με τον μαθητή της, τον καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θάνο Μαρκόπουλο, είναι κάτι μοναδικό.Αν και οφθαλμοφανέστατο, ενδέχεται να μην το διακρίνεις. Μιλάνε για το Βυζάντιο σαν να πρόκειται για μια υπόθεση χθεσινή, πολύ πλησιέστερη σε εμάς απ’ ό,τι ο Πόλεμος του ‘40.Γεγονός που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει κάτι προκειμένου να το απολαμβάνεις βιωματικά!


ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ: Κυρία Αρβελέρ, περιέρχεστε τον κόσµο µιλώντας για το Βυζάντιο. Ποιον µπορεί να ενδιαφέρει σήµερα, το 2013, αυτή η διαρκής αναφορά στο Βυζάντιο;
ΕΛΕΝΗ ΑΡΒΕΛΕΡ: Αν είσαι Ελληνας, είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις σήμερα, γιατί είναι θέμα ταυτότητας. Λένε όλοι ότι είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Για να κάνουμε όμως αυτό το άλμα, από την αρχαιότητα ώς σήμερα, βάλαμε σε παρένθεση χίλια χρόνια βυζαντινής ιστορίας, χίλια χρόνια ενός μείζονος και όχι μόνον ελλαδικού Ελληνισμού. Είμαστε ο μόνος λαός που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα, την Κωνσταντινούπολη, αν και η Κωνσταντινούπολη διατήρησε τη γλώσσα και μας έδωσε την Ορθοδοξία. Είχα «σκοτωθεί» στο Παρίσι με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, βέβαια ο ίδιος ήταν αρχαιομανής, γιατί το Βυζάντιο υπήρξε πάντοτε γι' αυτόν μια καταπτωτική περίοδος. Το ίδιο έχουν πάθει και πολλοί Ελληνες που θεωρούν το Βυζάντιο συνώνυμο του σκοταδισμού. Τώρα όμως που οι ξένοι έχουν βάλει το Βυζάντιο στις μεγάλες ιστορικές σπουδές και δεν το θεωρούν πια ως ένα παράρτημα της μεσαιωνικής ιστορίας έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται «τι τρέχει, τι τρέχει;».
ΘΑΝΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κάτι πολύ βασικό για το Βυζάντιο. Το 1453 είναι μια συμβατική χρονολογία θανάτου. Το Βυζάντιο των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών τελειώνει το 1204. Αν μπορούσα να το πω μεταφορικά, το 1204 θάβουμε το Βυζάντιο, αλλά τον τάφο τον κλείνουμε το 1453. Το μεγάλο κακό λοιπόν γίνεται το 1204. Νιώθω σε προνομιακή θέση λέγοντάς τα αυτά γιατί είχα τη χαρά και την τιμή να τα έχω ακούσει από τη δασκάλα μου, την κυρία Αρβελέρ. Και να εξομολογηθώ σήμερα κάτι που μάλλον δεν το γνωρίζει η ίδια. Οταν έμενα στη Cité Universitaire, άκουγα τα μαθήματά της προς τους πρωτοετείς φοιτητές που τα μετέδιδε το ραδιόφωνο της Σορβόννης. Βέβαια, όταν μας μιλούσε για το Βυζάντιο, ενώ ήμασταν πια στο μεταπτυχιακό, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ομως είτε στους προπτυχιακούς είτε στους μεταπτυχιακούς απευθυνόταν, αυτό που κυρίως σου μάθαινε ήταν τη μεγάλη θεώρηση των μεγάλων πραγμάτων.
Ε.Α.: Θυμάμαι τον καθηγητή μου, τον Φαίδωνα Κουκουλέ, που έλεγε πως «ό,τι και αν κάνουμε, η συνέχεια η νεοελληνική αρχίζει από το Βυζάντιο». Υπάρχουν δύο πράγματα που δίνουν τη νεοελληνική ταυτότητα του Βυζαντίου. Αφενός η Ορθοδοξία και αφετέρου οι νέοι λαοί, οι νεήλυδες, που ήρθαν στον χώρο τον ελληνοπρεπή, δεν λέω τον ελληνικό, λέω τον ελληνοπρεπή, αυτόν που είχε κατά κάποιον τρόπο ενοποιηθεί από την αλεξανδρινή κατάκτηση. Ετσι έγινε λοιπόν και λαοί όπως οι Αλβανοί, οι Σλάβοι κ.ά. μπήκαν στο χωνευτήρι το ελληνικό και έγιναν Ελληνες, ίσως μάλιστα καλύτεροι σε σχέση με τους ίδιους τους Ελληνες. Αυτό είναι υπόθεση βυζαντινή, δεν είναι υπόθεση της αρχαιότητας. Από το Βυζάντιο αρχίζει ο βίος ο καθημερινός. Φτάσαμε όμως στη σχιζοφρένεια να λέμε ότι στα σχολειά μας διαβάζουν τον Ομηρο, την Αντιγόνη και τρέχα γύρευε να καταλάβεις τι εννοούν.
Θ.Μ.: Θυμάμαι ακόμη τη συγκίνηση, όταν στο πρώτο μεταπτυχιακό μάθημα μάς μίλησε η κυρία Αρβελέρ για τον Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη, που είχε πει μια τρομερή φράση, ότι «το ρωμαϊκό έθνος, το κράτος της Ρώμης, δεν πρόκειται να καταστραφεί επειδή είναι το πρώτο που πίστεψε στον Χριστό και επειδή με το νόμισμά του εμπορεύονται πάντα τα έθνη». Πρόκειται για έναν καλόγηρο που τον 6ο μ.Χ. ταξίδεψε την περιέργειά του ώς τις Ινδίες. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει για έναν μεταπτυχιακό είκοσι τεσσάρων χρόνων να ξεκινάει την προσέγγιση του Βυζαντίου με τη φράση αυτή και στη συνέχεια να αναλύει ιδεολογικά το περιεχόμενό της με την κυρία Αρβελέρ.
Θ.Ν.: Πώς συµβαίνει, κυρία Αρβελέρ, µια βυζαντινολόγος όπως εσείς να έχει εξελιχθεί σε έναν σταρ µέσα στον σύγχρονο κόσµο;
Ε.Α.: Δεν είναι θέμα σταρ. Δεν είμαι βυζαντινολόγος. Ξέρω καλά τη βυζαντινή εποχή και αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Νιώθω δηλαδή ως συνέχεια ενός κόσμου ελληνικού, βιωμένου. Θα έλεγα ότι έχω το Βυζάντιο ως βίωμα, δεν έχω γνώση για το Βυζάντιο. Οταν με ρωτάνε τι μπορεί να γίνει σήμερα με την κρίση, απαντώ πως όταν ο Αλέξιος Α' ο Κομνηνός βρέθηκε σε δυσκολία πήρε την Αγια-Σοφιά, πήρε τις εκκλησιές, πήρε όλα τα κειμήλια, ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε, και έφτιαξε στρατό προκειμένου να σώσει την αυτοκρατορία από τους Νορμανδούς, τους Σελτζούκους και τους Πετσενέγους. Οταν ο Πέτρος Πατρίκιος πήγε ως αντιπρόσωπος του Ιουστινιανού στους Πέρσες για να συνάψει μαζί τους ειρήνη, είπε στον πέρση βασιλιά: «Μολονότι είμαστε σίγουροι, αν και εσείς δεν το πιστεύετε, ότι θα νικήσουμε, θεωρώ ότι οι νικητές ζούνε άσχημα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι». Ακόμη όταν μου μιλάνε για το νόμισμα, απαντώ ότι οι Βυζαντινοί κατάφεραν να έχουν ένα νόμισμα πιο φτηνό για να πληρώνουν και ένα πιο καλό για να πληρώνονται. Ετσι ξέρω το Βυζάντιο και γι' αυτό έγινα σταρ όπως λέτε.
Θ.Μ.: Το 1972, όταν δεν υπήρχε ακόμη ούτε ευρώ ούτε τίποτε, η κυρία Αρβελέρ παρέπεμπε σε έναν ερευνητή, τον Λοπέζ, που είχε πει ότι «το βυζαντινό νόμισμα ήταν το δολάριο του Μεσαίωνα». Δεν είναι τυχαίο ότι βυζαντινά νομίσματα βρέθηκαν σε περιοχές που είναι αδύνατον να τις φανταστεί κανείς. Περιοχές που δεν έχουν καμιά σχέση με το Βυζάντιο, όπως για παράδειγμα η Κίνα. Αφθονα μάλιστα νομίσματα, γιατί τους λαούς αυτούς δεν τους ενδιέφερε η επιγραφή που έφερε το νόμισμα αλλά πόσο ζύγιζε αυτό καθ' εαυτό. Αυτό που τους ένοιαζε ήταν πιάνοντας το νόμισμα να καταλαβαίνουν αν πρόκειται για νόμισμα ισχυρό ή ψεύτικο.
Θ.Ν.: Ποιο θεωρείτε πως είναι το µέλλον του Βυζαντίου και των βυζαντινών σπουδών;
Ε.Α.: Βαθύτατο μάθημα πρώτης γραμμής σε όλο τον κόσμο. Αν λάβουμε υπόψη μας τις εκθέσεις τις βυζαντινές που γίνονται στην Ευρώπη και στην Αμερική, θα καταλάβουμε ότι το Βυζάντιο είναι ένα αναφαίρετο τμήμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οταν πήγαν οι Ευρωπαίοι να κάνουν το περίφημο μουσείο, χωρίς να βάλουν μέσα το Βυζάντιο, γιατί έλεγαν ότι το Ισλάμ και το Βυζάντιο είναι Ανατολή, έγραψα ένα βιβλίο στα αγγλικά που έλεγε ότι δεν θα υπήρχε η Ευρώπη αν δεν είχε υπάρξει το Βυζάντιο ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία. Ο Πολ Βαλερί έχει γράψει ότι «Ευρώπη είναι όσοι έχουν δεχτεί την ελληνική παιδεία της αρχαιότητας, τη ρωμαϊκή εμβέλεια του νόμου και την πνευματικότητα του ιουδαϊκοχριστιανισμού». Δηλαδή Αθήνα, Ρώμη και Ιερουσαλήμ είναι οι τρεις πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ποιος έχει όμως και τις τρεις μαζί, και την ελληνοσύνη, και τη χριστιανοσύνη, και τη ρωμιοσύνη; Μόνον η Κωνσταντινούπολη.
Θ.Μ.: Δεν είναι μόνο οι εκθέσεις που έχουν αλλάξει πραγματικά τη ροή πολλών βυζαντινών πραγμάτων ή οι κατάλογοι που έχουν εκδοθεί και είναι πολύ εντυπωσιακοί. Υπάρχει ένα άνοιγμα προς το Βυζάντιο από λαούς που δεν θα πίστευε κανείς, τουλάχιστον έως κάποιο διάστημα, ότι θα ήταν δυνατόν να τους ενδιαφέρει αυτός ο κόσμος. Να αναφέρω ενδεικτικά ένα ακραίο παράδειγμα, τους Ιάπωνες και τους Κινέζους. Δεν είναι μόνο ότι μετέφρασαν στα ιαπωνικά την «Βυζαντινή Ιδεολογία» της κυρίας Αρβελέρ (το βιβλίο πουλιέται σαν ζεστό κουλούρι) αλλά έχουμε επιπλέον κινέζους και ιάπωνες φοιτητές με πάθος για τις βυζαντινές σπουδές.
Ε.Α.: Δεν αποκλείεται να φαντάζεται κανείς πως γίνεσαι πλούσιος όταν μεταφράζεται ένα βιβλίο σου στα ιαπωνικά. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν παίρνεις φράγκο.
Θ.Μ.: Δεν είναι όμως μόνο οι απομακρυσμένοι λαοί. Αρμένιοι, Αραβες, Σλάβοι, Γεωργιανοί, όλοι αυτοί έχουν ως απαρχή της δικής τους ιστορίας το Βυζάντιο. Η εθνογένεση είναι βυζαντινή υπόθεση. Επομένως το Βυζάντιο είναι κάτι πολύ πιο σπουδαίο σε σχέση με την αρχαιότητα, για όλο τον κόσμο. Να το πούμε καθαρά: Αν η αρχαιότητα έχει την πνευματική εμβέλεια, το Βυζάντιο συνιστά το αδιαπραγμάτευτο τμήμα της ιστορίας κάθε λαού της Ευρώπης.
Ε.Α.: Αν υπάρχουν κείμενα σύγχρονα εχθρικά προς το Βυζάντιο, είναι συχνά βουλγαρικής προέλευσης. Θυμούνται κάτι που είναι αναμφισβήτητα ένα σκάνδαλο, την ήττα του Κλειδίου το 1014, όταν ο Βασίλειος Β' τύφλωσε όλο τον στρατό, περίπου δεκαπέντε χιλιάδες άτομα, εκτός από έναν στους εκατό προκειμένου να δείχνει στους άλλους τον δρόμο. Οταν τους είδε ο βούλγαρος αρχηγός, ο Σαμουήλ, πέθανε από τον καημό του. Σε αυτό το γεγονός αναφέρονται οι Βούλγαροι και θεωρούν το Βυζάντιο βάρβαρο, αν και είναι η ιστορία τους.
Θ.Μ.: Πάντως οι βούλγαροι βυζαντινολόγοι, αλλά και η βουλγαρική ιστορία, θεωρούν ότι η Βουλγαρία εισέρχεται στον ευρωπαϊκό λεγόμενο κόσμο, όταν οι Βούλγαροι γίνονται χριστιανοί χάρη στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' (863 μ.Χ.). Είναι τότε που ο πασίγνωστος πατριάρχης Φώτιος (867 μ.Χ.) στέλνει ένα γράμμα στον ηγεμόνα των Βουλγάρων, τον Μπόρις (που όταν βαφτίστηκε πήρε το όνομα του νονού του και έγινε Μιχαήλ), και του γράφει ότι θα πρέπει να διοικεί ως χριστιανός βασιλιάς και όχι ως οποιοσδήποτε βασιλιάς. Πρέπει δηλαδή να είναι ελεήμων, δίκαιος, φιλάνθρωπος, μιμητής Θεού.
Ε.Α.: Το κυριότερο που θα έπρεπε να σκεφτόμαστε όταν μιλάμε για το Βυζάντιο είναι ότι δεν γνώρισε ποτέ Μεσαίωνα. Δεν υπάρχει Μεσαίωνας στο Βυζάντιο. Οταν μιλάμε για μεσαιωνική ιστορία, μιλάμε μόνο για τη Δύση. Τι είναι Μεσαίωνας; Είναι όταν χάθηκε η νομισματική εμβέλεια, αλλά συνέχισαν να έχουν εμπόριο που λειτουργούσε ανταλλακτικά, δηλαδή είδος με είδος. Και από την άλλη μεριά υπήρχαν τα βαρβαρικά βασίλεια, δηλαδή οι εθνότητες. Αντίθετα, το Βυζάντιο είχε νόμισμα με όλη τη ρήτρα χρυσού που θέσπισε ο Κωνσταντίνος, το περίφημο κωνσταντινάτο. Νόμισμα δηλαδή διεθνούς εμβέλειας που σημαίνει αυτοκρατορία («όπου γη βατή και όπου θάλασσα πλωτή»). Φτάνουμε επομένως σε μια παγκοσμιότητα, γιατί ήταν η συνέχεια της Ρώμης, και σε μια οικουμενικότητα, γιατί δέχτηκε τον χριστιανισμό. Δεν μας έφτανε δηλαδή όλη η γη, πήραμε και τον ουρανό. Η μεγάλη αναστάτωση όμως γίνεται τον 11ο και τον 12ο αιώνα με τις Σταυροφορίες, με τους ομόθρησκους σταυροφόρους.
Θ.Μ.: Ενώ με τους Αραβες δεν έχουμε το ομόθρησκο. Ο Διγενής Ακρίτας (Ακρίτης είναι το σωστό) έχει πατέρα Αραβα, που έρχεται στην Κωνσταντινούπολη και γίνεται χριστιανός. Βλέπετε επομένως την αλλαγή. Οπως πολύ σωστά είχε πει ένας σπουδαίος Γάλλος που δεν ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο αλλά ήταν βυζαντινολόγος παλαιάς κοπής, ο Σλουλμπερζέ, οι αγώνες κατά των Αράβων όλα αυτά τα χρόνια ήταν μια βυζαντινή εποποιία εναντίον αλλοθρήσκων.
Ε.Α.: Γιατί; Γιατί το Βυζάντιο είναι έθνος χριστιανών. Οταν ένας Αραβας γίνεται χριστιανός, δεν έχει καμιά σημασία το ότι υπήρξε Αραβας. Είναι χριστιανός, πάει και τελείωσε. Εθνος χριστιανών το λέει ο Λέων ΣΤ' ο Σοφός και γράφει ανάμεσα σε άλλα ότι «θα πολεμήσουμε για τους αλύτρωτους αδελφούς. Ο Σταυρός πάντα νικά». Ποιο είναι μάλιστα το σύνθημα του βυζαντινού στρατού; «Αήρ», δηλαδή «αέρα». Οπως ακριβώς φωνάζανε στον Πόλεμο του '40.      

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Συνέντευξη του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη στην Αυγή της 31.3.2013


Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Αισθανόμαστε προδομένοι από την ελληνική κυβέρνηση


Ημερομηνία δημοσίευσης: 31/03/2013

    Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη

    Πολλοί λένε ότι θα ήταν προτιμότερο να σκύβαμε το κεφάλι και να δεχτούμε αυτό που εκείνοι αποφάσισαν για μας, όμως το ότι τους πετάξαμε κατάμουτρα ένα Όχι αποδεικνύει περίτρανα ότι ο άνθρωπος ακόμα και μέσα από τον τάφο του μπορεί να αντιστέκεται και να υπάρχει με αξιοπρέπεια
    Έχουν μιλήσει και μιλούν πολλοί αυτές τις μέρες για τη νέα καταστροφή της Κύπρου. Τι να λέει άραγε ένας ποιητής; Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης επιλέγει τον συγκεκριμένο στίχο από το θεατρικό του δρώμενο "Αμμόχωστος Βασιλεύουσα": "Αν ο λαός μας δεν μπορεί να αντλήσει απ' τα δεινά του/ τότε του δόθηκε άδικα μια τέτοια τραγωδία" και λέει τα πάντα.

    Από τις πλέον σημαίνουσες ποιητικές φωνές, όχι μόνο της κυπριακής αλλά και της ελληνικής ποίησης, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, με έντονο το στίγμα του στο μεταπολεμικό, μεταπολιτευτικό ποιητικό τοπίο, με κρατικά βραβεία και άλλες διακρίσεις στις αποσκευές του, σήμερα αφήνει την ποίηση στην άκρη και μιλάει μόνο για την Κύπρο. "Ναι, μας πρόδωσε η ελληνική κυβέρνηση" λέει, ωστόσο παραδέχεται ότι "η αγάπη και η αφοσίωση του κυπριακού ελληνισμού για τον ελληνισμό της Ελλάδας είναι βαθιά ριζωμένες στην ψυχή μας".

    Τον πετύχαμε στο σπίτι του στη Λευκωσία. Μπορεί η τηλεφωνική επικοινωνία να μη δίνει τη δυνατότητα να δεις το βλέμμα του ποιητή, όμως η φωνή του μαρτυρά εξ αρχής τη βάσανο των ημερών. Μέσα από το ηχόχρωμά της ιχνογραφείται ανάγλυφα η αντοχή, η αξιοπρέπεια, το πείσμα των Κυπρίων και η μεγάλη μοναξιά τους επίσης. Γι' αυτά μιλάει σήμερα ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, αλλά και για τη στάση της Ευρώπης, για το Όχι των Κυπρίων, για το "γερμανικό οικονομικό imperium", για το κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη, για την Ελλάδα.

    - Ο Αττίλας ακρωτηρίασε την Κύπρο. Το ζωντανό της κομμάτι στάθηκε στα πόδια και τα πόδια του και τα πόδια αυτά κόβονται τώρα από τη Δύση προς την οποία είχε στραμμένο το πρόσωπό του. Ποια είναι η μοίρα της Κύπρου;

    Η μοίρα της Κύπρου είναι να αντέξει μέσα στους αιώνες παρά τις δυσκολίες και τις καταιγίδες που αντιμετωπίζει. Το απέδειξε εξάλλου, μέσα σ' αυτή τη μακραίωνη ιστορία της, γιατί παρέμεινε ελληνική εδώ και 4000 χρόνια. Είναι απίστευτο το πως αυτός ο λαός της Κύπρου, ελληνικός στη μεγίστη πλειοψηφία του, βρήκε τον τρόπο να αντέξει και να κρατήσει την ελληνική του συνείδηση, τη γλώσσα, την πίστη και τα έθιμά του. Είναι κάτι θαυμαστό και πρωτόγνωρο αν σκεφτεί κανείς ότι τα γύρω βασίλεια τα ελληνιστικά, όπως το βασίλειο της Περγάμου, η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων έχουν χαθεί όπως έχουν χαθεί και οι ελληνικές αποικίες της Σικελίας, των παραλίων της Μ. Ασίας, της Μαύρης Θάλασσας κοκ. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος είναι σκληρό καρύδι και πεισματερό. Ενώ αποκαλείται Νησί της Αφροδίτης, το  κύταρό της είναι πολύ δυνατό και ανθεκτικό μέσα στο χρόνο.

    - Εμείς εδώ, με τρία μνημόνια στην πλάτη, σας καταλαβαίνουμε. Εσείς που είδατε τη χώρα σας να καταστρέφεται εν μία νυκτί πως το βιώνετε;

    Στην αρχή είχαμε υποστεί ένα σοκ, ένα φοβερό κλυδωνισμό γιατί ήταν ένας αιφνιδιασμός στοχευμένος από την Ευρώπη, για να συντρίψει την έννοια της Κυπριακής Πολιτείας, σε τελική ανάλυση. Βρήκε ως πρόσχημα αυτή η συμμορία των εντιμότατων ότι νοσεί το τραπεζικό μας σύστημα και με αυτό το πρόσχημα προχώρησε στη δολοφονία του Κυπριακού ελληνισμού. Γιατί πρόκειται για φόνο εν ψυχρό, χωρίς συμπόνια.

    - Και προμελετημένο;

    Ασφαλώς, όπως φαίνεται ήταν προαποφασισμένο και έγινε χωρίς καμιά συμπόνια με ασύμμετρη εκδικητικότητα που αγγίζει την ύβρη, με την αρχαιοελληνική σημασία. Ο Καβάφης λέει "αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία". Όμως αυτό δεν υπήρξε ποτέ από τους Ευρωπαίους εταίρους μας.

    - Αισθάνεστε απελπισμένοι;

    Απελπισμένοι δεν είμαστε. Βγαίνει μια αισιοδοξία πάντα μέσα από την απελπισία όταν ένας λαός είναι αποφασισμένος να επιβιώσει. Και είμαστε αποφασισμένοι να επιβιώσουμε. Κι έχουμε τον τρόπο να επιβιώσουμε. Η διανοητική πολιτιστική στειρότητα, λέει κάπου ο Μισέλ Φουκό, μου φαίνεται ένα από τα σημαντικότερα συμβάντα της εποχής μας. Το θυμήθηκα επειδή ακριβώς η κα Μέρκελ και η παρέα της, ο κ. Σόιμπλε και αυτός ο  ανεκδιήγητος Ολλανδός νεανίας, που είναι και πρόεδρος του Eurogroup Γερουν Ντεισελμπλουμ, έκαναν το παν για να αποδείξουν τη δική τους πολιτική στειρότητα. Χρησιμοποίησαν κάθε λογής στρατηγήματα και σοφιστικά επιχειρήματα και μυθοπλασίες για να πείσουν τους Ευρωπαίους ότι η Κύπρος είναι ένα μαύρο πρόβατο που πρέπει να συντριβεί. Δεν στοχάστηκαν καθόλου τη θέση της Κύπρου στην Ευρώπη και την ευρύτερη σημασία  της.

    - Νομίζετε ότι αυτό που γίνεται τώρα έχει σχέση με τις οικονομικές συνθήκες και συσχετισμούς ή έχει και εθνικό χαρακτήρα; Η γερμανική εθνική νοοτροπία ενάντια στις εθνότητες της Μεσογείου;

    Η οικονομική πτυχή είναι το πρόσχημα. Η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι η Κύπρος μπήκε στο στόχαστρο προκειμένου να απορφανιστεί και από την Ελλάδα και από όλους τους γύρω δυνητικούς συμμάχους της, εννοώ Αίγυπτο, Ισραήλ, Συρία, Λίβανο αλλά και τους ίδιους τους Ρώσους οι οποίοι έχουν πολλά οικονομικά συμφέροντα στην Κύπρο. Στόχος λοιπόν της Ευρώπης, και αυτό δεν είναι μόνο δική μου άποψη αλλά κυριαρχεί στην σκέψη των Κυπρίων, είναι να απογυμνώσει την Κύπρο από κάθε έρεισμα οικονομικό και πολιτικό με προφανή γι' αυτήν ωφελήματα. Αντιμετώπισαν ένα κράτος μέλος της ΕΕ που βυθιζόταν με το χειρότερο τρόπο, όπως έγραψαν πρόσφατα και οι Finincial Times, αντί να του ρίξουν σωσίβιο του πέρασαν μια μυλόπετρα στο λαιμό. Ο δε πρώην πρόεδρος του Eurogroup και τωρινός πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου κ. Γιούνγκερ, είπε ακριβώς ότι οι Ευρωπαίοι αντιμετώπισαν τους Κυπρίους σαν να ήταν γκάνγκστερ. Στην πραγματικότητα οι ληστές είναι αυτοί γιατί ήθελαν να βάλουν χέρι στα πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων της Κυπριακής ΑΟΖ εξουδετερώνοντας την οικονομία μας έτσι ώστε η Κύπρος να μην μπορεί να αντισταθεί σε επικίνδυνες λύσεις και διεξόδους.

    - Αισθάνεστε προδομένοι από την ελληνική κυβέρνηση;

    Ναι. Αισθανόμαστε προδομένοι από την ελληνική κυβέρνηση. Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι αυτή την περίοδο η Ελλάδα αιμορραγεί, αλλά άσχετα προς αυτό, η υποστήριξη της Ελλάδας θα μπορούσε να γίνει πιο εμφανής τουλάχιστον κατά τη διαπραγμάτευση στο Εurogroup. Χουμε συνηθίσει, κι έχει γίνει πια τρόπος ζωής για τους Έλληνες πολιτικούς που κυβερνούν αυτή τη στιγμή να σκύβουν το κεφάλι για να δείχνουν καλή διαγωγή. Όμως αυτό ενθαρρύνει ακόμα περισσότερο αυτούς που προσπαθούν να υφαρπάξουν τον εθνικό μας πλούτο και την εθνική μας κυριαρχία και εδώ στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Το Όχι της Κυπριακής βουλής για παράδειγμα που σχολιάστηκε από ποικίλες οπτικές γωνίες, ήταν κατά την άποψή μου μια μεγάλη ιστορική στιγμή γιατί έστω για μια στιγμή τολμήσαμε να πούμε στους ισχυρούς ότι είναι άδικο αυτό που πάνε να κάνουν. Πολλοί λένε ότι θα ήταν προτιμότερο να σκύβαμε το κεφάλι και να δεχτούμε αυτό που εκείνοι αποφάσισαν για μας, όμως το ότι τους πετάξαμε κατάμουτρα ένα Οχι αποδεικνύει περίτρανα ότι ο άνθρωπος ακόμα και μέσα από το τάφο του μπορεί να αντιστέκεται και να υπάρχει με αξιοπρέπεια. Εκείνο που εμένα με θλίβει είναι ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την απώλεια της τραπεζικής μας αξιοπιστίας, απέδειξαν κάτι πολύ μεγαλύτερο: την  απώλεια της δικής τους ηθικής αξιοπιστίας. Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον ...Σόιμπλε, κι εδώ παραφράζω το στίχο μου από την "Νεκρώσιμο ακολουθία" για πω πολύ απλά: θα πεθάνει δυστυχισμένος. "Κάθε μέρα" όπως είπε κάποιος ποιητής "οι άνθρωποι πεθαίνουν δυστυχισμένοι επειδή τους λείπουν αυτά που βρίσκονται μέσα στα ποιήματα". Το μόνο που σκέφτεται το γερμανικό οικονομικό imperioum είναι η ευδαιμονία του κράτους τους εις βάρος της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

    - Το κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη το διαβάσατε;

    Το διάβασα, μου άρεσε και το έστειλα και σε πολλούς φίλους εκτός Κύπρου. Πήρα πολλές και συγκινητικές αντιδράσεις. Το κύριο σημείο του Αλκίνοου, που πολύ φοβάμαι ότι παρεξηγήθηκε από μερικούς δημοσιογράφους και σχολιαστές στην Ελλάδα, είναι η καταγραφή της ελληνικής παθογένειας στο σύνολό της, τόσο από Κυπριακής όσο και από Ελλαδικής πλευράς. Επειδή ο λαός έχει απολέσει την ικανότητά του να στοχάζεται εθνικά, τον ξενίζουν και τον σκανδαλίζουν καίριες επισημάνσεις που σχετίζονται με την Σολωμική έννοια του έθνους. Δεν είναι αντίθετο προς τον διεθνισμό να αγαπάς την πατρίδα σου, το γερό θεμέλιο του διεθνισμού είναι να αγαπάς την πατρίδα σου και το έθνος. Γιατί αν δεν έχει κάπου αν πατήσεις και κάτι να αγαπήσεις και να αγωνιστείς γι' αυτό τότε είσαι κρατημένος στον αέρα.

    - Τι σημαίνει πατρίδα κύριε Χαραλαμπίδη;

    Είναι ουσιαστικά η αίσθηση της κοινότητας μεταξύ των ανθρώπων. Η πατρίδα είναι ένα συμβόλαιο μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται στον ίδιο τόπο και γίνονται ενεργοί πολίτες για να συντάξουν την πολιτεία τους, το κράτος. Μη ξεχνάμε ότι αυτό σχετίζεται άμεσα με τον πολιτισμό, και μην ξεχνάμε επίσης ότι ο πολιτισμός εδράζεται στη λέξη πολίτης. Η δε πολιτεία έχει τη ρίζα της στο "πολιτεύω" που στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε είμαι ελεύθερος άνθρωπος. Η έννοια της πατρίδας συντάσσεται επίσης με την έννοια της μνήμης που αντλεί την ουσία της αναίρεση της λήθης, εφόσον διασώζει από τη λήθη ότι είναι α-ληθές, αυτό που δεν είναι δυνατό να λησμονηθεί; Συνεπώς η μνήμη ως απουσία λήθης αποτελεί την ταυτότητα της αλήθειας. Σε κρίσιμους καιρούς είναι καλό να το θυμόμαστε: οι άνθρωποι και οι λαοί "αληθεύουν" μονάχα μέσω της μνήμης τους. Η πατρίδα επομένως είναι ο συνεκτικός δεσμός των ανθρώπων που έχουν κοινή μνήμη και κοινά παθήματα.

    - Στο παρελθόν μου είχατε μιλήσει για την "επιστήμη της αγάπης προς την πατρίδα". Τι διδάσκει αυτή η επιστήμη σήμερα;

    "Αν ο λαός μας δεν μπορεί να αντλήσει απ' τα δεινά του/ τότε του δόθηκε άδικα μια τέτοια τραγωδία" είχα γράψει στο θεατρικό δρώμενο "Αμμόχωστος Βασιλεύουσα". Νομίζω ότι από εδώ μπορούμε να αντλήσουμε το ουσιώδες συμπέρασμα ότι η επιστήμη της αγάπης προς την πατρίδα στηρίζεται στη βαθύτερη συναίσθηση της πραγματικότητας και στη σωφροσύνη που μπορούμε να αντλήσουμε ως λαός απ' αυτό. Θα 'λεγα αυτή την κρίσιμη ώρα ότι εμείς εδώ στην Κύπρο έχουμε την πολυτέλεια να βλέπουμε κριτικά την Ευρώπη και να διακρίνουμε το βάθος των πραγμάτων, πράγμα που δεν ισχύει για όλους εκείνους τους οικονομικούς παντογνώστες της Ευρώπης. Η Liberation ωστόσο γράφει "οικονομολόγοι καλά πληροφορημένοι αυτό αποτελεί σχήμα οξύμωρο".

    - Στην πάλη ανάμεσα στο νεοφιλελευθερισμό και στις πολιτικές που έχουν ως πρόταγμα τις ανθρωπιστικές αξίες, ένας Έλληνας ποιητής που οι Θερμοπύλες του είναι στην Κύπρο πώς αντιμετωπίζει αυτό το δίπολο;

    Ξέρω ότι ουσιαστικά η Ευρώπη έχοντας χάσει το πρόσωπό της και όντας σε τύφλωση αυτή τη στιγμή, έχει απολέσει ταυτόχρονα και το μεγάλο όραμα της Ευρώπης της αλληλεγγύης σε κάθε τομέα με κέντρο τον Άνθρωπο. Το κεφάλαιο της Ευρώπης, και του κόσμου ολόκληρου, οφείλει να είναι ο Άνθρωπος, ο πολίτης και όχι τα τραπεζικά κεφάλαια. Κάποια στιγμή η ιστορία η ίδια θα ζητήσει το δίκαιο και τα δικαιώματά της. Τίποτα δε μένει στατικό στον κόσμο. Αισθάνομαι ότι η Ελλάδα και η Κύπρος είναι πολύ όμορφες χώρες γιατί έχουν πονέσει πολύ. Η ομορφιά είναι δύναμη γιατί ανακεφαλαιώνει τον κόσμο μέσα από τον πόνο. Να ευχηθώ να το καταλάβουν και οι λαοί μας και να καταλάβουν οι λαοί μας ότι το αντίδοτο στο δηλητήριο που μας ποτίζουν μπορεί να γίνει στα χέρια μας η υπέρτατη ποιητική πράξη που καταφάσκει στην ίδια τη ζωή.

    Ανέκδοτο ποιήμα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη

    Εκτός από την κουβέντα ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης μας έστειλε κι ένα δώρο από την Κύπρο. Είναι το ανέκδοτο ποιήμα του "Η Αφροδίτη για τις νέες οικονομικές ρυθμίσεις" από την τελευταία του ποιητική συλλογή "Στη γλώσσα της υφαντικής" (εκδόσεις Μεταίχμιο) που θα κυκλοφορήσει το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου.  

    Η Αφροδίτη για τις νέες οικονομικές ρυθμίσεις

    Συγκεκριμένα θα φορολογούνται

    τα υψηλά επιδόματα του στήθους,

    τʼ αριστερό μου χέρι, το δεξί ποδάρι,

    τʼ αλκοολούχα των ματιών μου και όλα

    τα καπνικά προϊόντα των μαλλιών.



    Όσο για τις θυγατρικές μου εταιρείες

    και το συντελεστή των ακινήτων,

    θα συμπεριληφθούν στο νέο πακέτο

    που η μοίρα ήδη κατέθεσε στον Όλυμπο:



    Επιβολή σε τρόφιμα, σε φάρμακα,

    σʼ έσοδα κι από τόκους των ερώτων,



    τέλος εισαγωγή και της βαλάνου

    στα επιπλέον μέτρα, προς λιτότητα

    και προς εξοικονόμηση ενεργείας.



    Καθώς αντιλαμβάνεστε, άνθρωποί μου,

    θα περιπέσω σε ανεργία, θα είμαι

    η Αφροδίτη των Βαρών, των Βράχων,

    του Εξορθολογισμού και της Συντήρησης.



    Τι θʼ απομείνει εν τέλει από τη μνήμη

    μιανής θεάς που σώμα δεν ορίζει;
    Πηγή: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=763233

    Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

    Σωτήρη Δημόπουλου: ομιλία στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας για τον ελληνικό εμφύλιο




    Κυρίες και κύριοι,

    Το θέμα μας σήμερα, αφορά σε μια ιστορική περίοδο που θα σημαδέψει βαθιά και επώδυνα τη σύγχρονη Ελλάδα. Διότι, ο εμφύλιος πόλεμος τη δεκαετία του 1940 συνιστά μια από τις πλέον δραματικές περιπέτειες του νεοελληνικού εθνικού βίου. Κι ακόμη και σήμερα, 64 χρόνια μετά, η επιστημονική αντικειμενικότητα στην αποτίμηση της εποχής δεν είναι αυτονόητη. Γιατί ο εμφύλιος, με την ευρύτερη έννοια του όρου, δεν έληξε εκείνη την ημέρα του Αυγούστου, στο μακρινό 1949. Αλλά διαμόρφωσε το πλαίσιο της κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης, που επηρέασε τις επόμενες δεκαετίες, και, που στοιχεία του υφίστανται ακόμη και σήμερα.
    Στη παρουσίασή μας θα αναφερθούμε στα σημαντικότερα από μια πυκνή σε γεγονότα περίοδο, αλλά κυρίως θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απαντήσεις σε καίρια και εύλογα ερωτήματα για τις επιλογές των πρωταγωνιστών, ελπίζοντας μακριά από εύκολους μανιχαϊσμούς.
    Θα παρατηρήσατε ότι κάναμε λόγο για τη δεκαετία του 1940, κι όχι μόνο την τριετία 46-49. Κι αυτό γιατί συντασσόμαστε με όσους θεωρούν ότι η εμφύλια διαμάχη, μεταξύ της αριστεράς και των υπόλοιπων δυνάμεων, έχει ήδη εκδηλωθεί στα χρόνια της κατοχής και της εθνικής αντίστασης. Διαμάχη που σκοπό είχε όχι μόνον την εξουσία μετά την απελευθέρωση, αλλά και τη μορφή του κοινωνικού συστήματος.
    Αυτή η μακρά περίοδος του εμφυλίου πολέμου χωρίζεται σε τρεις φάσεις ή «γύρους»:
    ·        ο «πρώτος», από το 1943 έως και την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944.
    ·        ο «δεύτερος», το Δεκέμβρη του 1944, στη λεγόμενη «μάχη των Αθηνών», και
    ·        ο «τρίτος» συμβατικά από το Μάρτη του 1946 μέχρι τον Αύγουστο του 1949.
    Πριν προχωρήσουμε, είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας ότι αυτή η φονική αντιπαράθεση  για την εξουσία δεν έλαβε χώρα σε «κενό αέρος»:
    ·        Πραγματοποιείται σε κράτος, το οποίο από τη συγκρότησή του είναι βαθιά εξαρτημένο, και η ιδρυτική πράξη του συνοδεύεται από την «προστασία» της Μεγάλης Βρετανίας. Η οποία χρειάζεται την Ελλάδα για τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών της Μεσογείου και, ταυτόχρονα, ως ανάχωμα στη ρωσική επέκταση στις ζεστές θάλασσες. Όπως το διατύπωσε ο Βρετανός πρέσβυς στην Αθήνα το 1841: «μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει είτε αγγλική είτε ρωσική και αφού δεν μπορεί να γίνει ρωσική είναι ανάγκη να γίνει αγγλική». Κι αυτή η πραγματικότητα, που έμπαινε ως τεράστιο εμπόδιο στην εθνική χειραφέτηση και ολοκλήρωση, επηρέαζε διαχρονικά την πολιτική σκέψη και δράση των Ελλήνων.
    ·        Ο παγκόσμιος πόλεμος, όπως και κάθε πόλεμος, θα άλλαζε τους συσχετισμούς ισχύος. Και οι νικητές του επεδίωκαν το μέγιστο κέρδος με κάθε μέσο. Και με την εμπλοκή στις εσωτερικές έριδες των κρατών-στόχων. Φυσιολογικά, λοιπόν, πίσω από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις θα δρουν ξένες δυνάμεις και συμφέροντα. Ο ξένος παράγων, στο σύνολό του, είτε από την πλευρά του κράτους είτε των ανταρτών θα έχει καθοριστικό ρόλο. Και να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι στόχοι των κρατών στη διεθνή σκακιέρα παραμένουν σχεδόν οι ίδιοι, παρά τις αλλαγές στην πολιτική τους ηγεσία, στο πολίτευμα ή ακόμη στο κοινωνικό τους σύστημα. Π.χ. Η Μόσχα θα θέλει πάντοτε την ελευθερία κινήσεων στα στενά των Δαρδανελλίων και την έξοδο στο Αιγαίο. Και η Βρετανία θα κάνει το παν για να την εμποδίσει. Η γεωπολιτική, έχει διαχρονική αξία.
    ·        Τα παραπάνω, βέβαια, δεν συνεπάγονται ότι ο εμφύλιος ήταν αποτέλεσμα των ξενικών παρεμβάσεων. Είναι αρκετοί όσοι, ανάλογα με την ιδεολογική τους αφετηρία, χρεώνουν στους Βρετανο-αμερικανούς ή αντίστροφα στους Σοβιετικούς και Γιουγκοσλάβους την αποκλειστική αιτία της «δυστυχίας» μας. Άποψή μας είναι, όμως, ότι οι εμφύλιες συγκρούσεις, αν και επηρεάζονται από εξω-κρατικούς παράγοντες, δεν θα ξεσπούσαν ποτέ αν δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι εσωτερικοί παράγοντες, -τα πρόθυμα χέρια, δηλαδή,  που θα κρατήσουν τα όπλα... Αν και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο άνθρωπος ενίοτε (ή μήπως σχεδόν πάντα;) παρασύρεται, σχεδόν ακουσίως, από τις θύελλες της ιστορίας.

    ·        Πώς όμως φθάσαμε σε έναν τόσο βαθύ διχασμό. Τόσο σύντομα μετά από τις ημέρες του εθνικού θριάμβου στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο;
    ·        Και πως ένα μικρό κόμμα του 6%, όπως ήταν προπολεμικά το ΚΚΕ, κτυπημένο μάλιστα από την δαιμόνια δραστηριότητα του μεταξικού υπουργού Δημόσιας Τάξης Μανιαδάκη, αποκτά τέτοια ισχύ στη διάρκεια της ξενικής κατοχής.
    Το πρώτο ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί ακόμη και σήμερα. Τα χάσματα στην επιφάνεια ανοίγονται ξαφνικά αλλά το διαβρωμένο υπέδαφος που τα προκαλεί προϋπάρχει. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι το ηρωικό 1940 δεν διέγραψε την προϊστορία του εθνικού διχασμού, την αντίθεση βενιζελικών-βασιλικών, την υπονομευτικής αντιπαράθεση γηγενών-προσφύγων, τη δυσαρέσκεια διαφόρων μειονοτήτων από την ένταξή τους στο ελληνικό κράτος,  τη βασανιστική φτώχεια ή την στυγνή εκμετάλλευση για κάποιες κατηγορίες του πληθυσμού εξαιτίας των οποίων οι επαναστατικές θεωρίες ακούγονταν με ευχαρίστηση. Και τέλος μη λησμονούμε ότι, στον πόλεμο κι ιδιαίτερα στον εμφύλιο, απελευθερώνονται ένστικτα και πάθη, κι η εξουσία επί της ζωής και του θανάτου μεθά τον άνθρωπο. Κι ο κύκλος του αίματος όταν ανοίγει δύσκολα κλείνει.
    Στο δεύτερο ερώτημα, οι απαντήσεις είναι πιο εύκολες:
    Ο αστικός πολιτικός κόσμος έκανε το τεράστιο λάθος να αφήσει το πεδίο δράσης ελεύθερο μετά την τριπλή κατοχή. Δεν πήρε τις πρωτοβουλίες που έπρεπε. Ένα μέρος του κατέφυγε στη Μέση Ανατολή και αρκετοί κινητοποιήθηκαν με ηρωισμό και αυτοθυσία στην κατεχόμενη Ελλάδα. Όμως οι κινήσεις ήταν ασύνδετες κι ασυντόνιστες. Πολλά μέλη της παλαιάς πολιτικής τάξης συνέχιζαν να ασχολούνται, εν μέσω του πολέμου, με το θέμα της αποκήρυξης της μοναρχίας. Η ιστορία, όμως, όπως και η φύση, απεχθάνεται το κενό... Κι όπως αναφέρει ο ιστορικός Richard Clogg «η ανικανότητα και η απροθυμία του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου να προσφέρει καθοδήγηση τελικά άφησε τον χώρο στο ΚΚΕ να αναπτυχθεί και να δράσει σχεδόν μόνο του».
    Και πράγματι το ΚΚΕ άδραξε την ευκαιρία, διότι:
    ·        είχε μεγάλη πείρα συνωμοτικής δράσης, και αυτό ήταν εξαιρετικό προσόν στις συνθήκες της κατοχής
    ·        είχε ηγεσία συμπαγή που δεν αμφισβητείτο, άρα και ενιαίο κέντρο συντονισμού των ενεργειών.
    ·        διέθετε μεγάλη δεξαμενή συμπαθούντων ανάμεσα στους προσφυγικούς πληθυσμούς, ανήκοντες στην εργατική τάξη οι περισσότεροι.
    ·        η αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης και του Στάλιν μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ ενίσχυε και τους ντόπιους ιδεολογικούς συγγενείς, φαινόμενο που παρατηρείται και στην Ευρώπη.
    ·        έθεσε ως προτεραιότητα εξαρχής εθνικοαπελευθερωτικούς στόχους. Αυτό που επιθυμούσε ο ελληνικός λαός. Να αντισταθεί για την ελευθερία του, για την αξιοπρέπειά του ως έθνος. Είναι χαρακτηριστική η ονομασία της οργάνωσης που στήνει Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Η ταξική διάσταση υποχωρεί. Ανοίγει ο δρόμος για πλατιές συμμαχίες. Ουσιαστική ώθηση θα δοθεί με τη δημιουργία του ΕΛΑΣ, που διεκδικούσε την επαναστατική κληρονομιά του 1821. Και αυτό οφείλεται στους λεγόμενους καπετάνιους και ιδιαίτερα στον, χαρισματικό αλλά αμφιλεγόμενο, Άρη Βελουχιώτη.
    Πριν φθάσουμε εκεί, με την κήρυξη του πολέμου, ο ισχυρός άνδρας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης θα καλέσει σε «συστράτευση του λαού για τη νίκη της Ελλάδας». Αλλά λίγες ημέρες αργότερα θα κάνει λόγο για ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο και κομματικά φυλλάδια που καλούν σε λιποταξία θα κυκλοφορήσουν στο μέτωπο. Θυμίζουμε ότι είναι ακόμη η εποχή που το σύμφωνο Σοβιετικών-Γερμανών ήταν σε ισχύ και το κόμμα ακολουθούσε πιστά την γραμμή της κομμουνιστικής Μέκκας. Τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν όταν η ναζιστική Γερμανία θα εισβάλει στην Σοβιετική Ένωση. Η ίδρυση του ΕΑΜ γίνεται ακριβώς τότε.
    Μετά την ίδρυση του ΕΛΑΣ, ο Βελουχιώτης θα αξιοποιήσει ευφυώς τις παραδόσεις της κλεφτουριάς και την ισχυρή εθνική συνείδηση των χωρικών. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή της πρώτης του δημόσιας εμφάνισης: «Το απόγευμα της Κυριακής 7 Ιουνίου 1942, όσοι κάτοικοι της Δομνίστας βρίσκονταν στην πλατεία του χωριού, το πρώτο που άκουσαν ήταν ένα ομαδικό και βροντώδες ‘μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά…’. Μετά είδαν να μπαίνει ορμητικά τραγουδώντας ένα τμήμα οπλοφόρων, συντεταγμένο κατ΄ άνδρα, με την ελληνική σημαία μπροστά.» Ο Άρης αφού ζητήσει την άδεια από τον πρόεδρο να μιλήσει με την εμφάνιση του παπά στέκεται προσοχή, τον χαιρετάει στρατιωτικά και σκύβει και του φιλάει το χέρι. Στη συνέχεια θα τους μιλήσει για τον απελευθερωτικό αγώνα, το νέο ’21, για εθνική ανεξαρτησία. Τα λόγια αυτά μπαίνουν στην καρδιά των απλών ανθρώπων. Και αυτό θα κάνει παντού.
    ·        Τα πιστεύει όσα υποστηρίζει ή είναι μια έξυπνη τακτική που οδηγεί τον ΕΛΑΣ να γίνει η κυρίαρχη ένοπλη δύναμη στην κατεχόμενη Ελλάδα;
    Θεωρούμε ότι τα πιστεύω του ήταν αληθινά, ανεξάρτητα από τα μέσα επιβολής τους. Πάντως η ηγεσία του ΚΚΕ θα διατηρούσε έντονη καχυποψία για τους καπετάνιους. Μεταξύ τους θα υφίσταται ένας ανταγωνισμός για την ηγεμονία του αγώνα. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι στο «τρίτο γύρο» οι στρατηγοί του αντάρτικου θα προέρχονται από το κομματικό κονκλάβιο και όχι τους παλαιούς καπεταναίους.
    Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτή η αντίθεση αντανακλούσε κάποιες νέες πραγματικότητες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Πρόκειται για την διάσταση που εκδηλώθηκε μεταξύ:
    ·        της μαρξιστικής ορθοδοξίας που συνέχιζε να αναμένει την επανάσταση από την εργατική πρωτοπορία των πόλεων, όπως είχε περιγραφεί από τον πατριάρχη της κομμουνιστικής θεωρίας, και
    ·        όσων πίστευαν ότι την νίκη σε μη καπιταλιστικές χώρες μπορούσαν να τη δώσουν οι αγροτικοί πληθυσμοί, ενώ συνέδεαν τους εθνικοαπελευθερωτικούς με τους κοινωνικούς στόχους. Μια τακτική που εφαρμόζεται την ίδια εποχή με τον ελληνικό εμφύλιο επιτυχώς στην Κίνα από τον Μάο Τσε Τουνγκ.
    Παρά την εμφάνιση και άλλων αντιστασιακών ομάδων, και κυρίως του ΕΔΕΣ, ήδη από το 1943 το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έχουν σχεδόν τον απόλυτο έλεγχο. Οι Βρετανοί, μέσω και της Στρατιωτικής Αποστολής τους, αν και αρχικώς είχαν ενισχύσει οικονομικά και στρατιωτικά τον ΕΛΑΣ, είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Η αγωνία για την μεταπολεμική τύχη της χώρας κορυφωνόταν ταυτόχρονα στο Λονδίνο, στο Κάιρο που ήταν η έδρα της εξόριστης κυβέρνησης, στην Αθήνα, στα στρατηγεία των ανταρτών. Και, δυστυχώς, όσο πλησίαζε η ώρα της λευτεριάς τόσο εντεινόταν ο εσωτερικός αγώνας, που συνδαύλιζαν εντέχνως και οι Γερμανοί. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, θα συστήσουν μια κυβέρνηση των βουνών, και θα εξαπολύσουν επίθεση σε όλα τα μέτωπα για να ξεκαθαρίσει το τοπίο:
    ·        Θα οργανώσουν μαζική εξέγερση σε στρατό και στόλο στη Μέση Ανατολή, πριν ξεκινήσουν για το μέτωπο της Ιταλίας, διαλύοντάς τους.
    ·        Θα εξοντώσουν την αντιστασιακή οργάνωση ΕΚΚΑ, εκτελώντας τον αρχηγό της αντισυνταγματάρχη Ψαρρό.
    ·        Θα επιτεθούν εναντίον του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο, η οποία είναι η μοναδική περιφέρεια που δεν ελέγχουν.
    ·        Ο Βελουχιώτης θα κατέβει στην, πάντα συντηρητική, Πελοπόννησο για να κτυπήσει τα Τάγματα Ασφαλείας, που συνεργάζονται με τους Γερμανούς, αλλά η άνθισή τους οφειλόταν στην σύγκρουση με την άκρα αριστερά. Η αγριότητα της καταστολής καταγράφεται σε γεγονότα όπως του Μελιγαλά.
    ·        Στις συνοικίες πέριξ του κέντρου της Αθήνας ήδη η εξουσία είχε περάσει στο ΚΚ. Οι φονικές αψιμαχίες με τη χωροφυλακή και τους εθνικόφρονες ήταν στην ημερήσια διάταξη.
    Παρά το γεγονός ότι η δράση του αυτή το έκανε να χάσει μεγάλο μέρος από τους συμπαθούντες προηγουμένως το ΕΑΜ, το ΚΚΕ το φθινόπωρο του ’44 θα μπορούσε να αρπάξει την εξουσία. Ήταν η πιο οργανωμένη ένοπλη δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Κι όμως δεν το έκανε. Μάλιστα ήδη από τον Αύγουστο είχε τελικά συμφωνήσει με την κυβέρνηση που συγκρότησε ο Γεώργιος Παπανδρέου, με την καθοδήγηση των Βρετανών, στο Λίβανο. Και με τη συμφωνία της Καζέρτας θα είχε και δικούς του υπουργους.
    ·        Τι ήταν αυτό που το συγκράτησε; Όταν ακόμη οι Βρετανοί δεν είχαν φθάσει στην χώρα, και καμία οργανωμένη δύναμη δεν μπορούσε τότε να τους αντισταθεί;
    Στην πραγματικότητα, η τύχη της Ελλάδας κρινόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων των εν δυνάμει νικητών του πολέμου. Ήδη από την άνοιξη φαίνεται ότι υπήρχε η σιωπηρή συγκατάθεση της Μόσχας για τις ενέργειες της Βρετανίας στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντάς την ως μέρος της σφαίρας επιρροής της. Και η σοβιετική στρατιωτική αποστολή στα ελληνικά βουνά τον Αύγουστο του ’44 θα έδωσε τις δικές της συμβουλές, που επέβαλαν το συμβιβασμό. Εξάλλου, ο σοβιετικός στρατός με ιδιαίτερη προσοχή δεν πέρασε ούτε εκατοστό σε ελληνικό έδαφος, διερχόμενος τη Βουλγαρία. Η συμφωνία πρέπει να έκλεισε στις 9 Οκτωβρίου, στη Μόσχα, στη συνάντηση Τσώρτσιλ-Στάλιν, πριν επικυρωθεί στη Γιάλτα. Είναι η περίφημη ιστορία με το χαρτάκι που γράφτηκαν, σύμφωνα με τον Τσόρτσιλ, τα ποσοστά επιρροής για τις διάφορες χώρες. Η Ελλάδα θα πήγαινε κατά 90% στους Βρετανούς και 10% στους Σοβιετικούς. Αληθεύει άραγε; Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι συμφωνία υπήρξε και θα τηρείτο μέχρι τέλους, ακόμη και όταν τη θέση των Βρετανών θα έπαιρναν οι ΗΠΑ. Και μάλλον θα ετηρείτο μέχρι τέλους της Σοβιετικής Ένωσης.
    Έχοντας υπόψη μας σήμερα ότι, ο Στάλιν είχε δεσμευθεί να μη βοηθήσει στη κατάληψη της εξουσίας από τους Έλληνες κομμουνιστές τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι:
    ·        οι τελευταίοι το γνώριζαν; Κι αν ναι γιατί επιχείρησαν στη συνέχεια δύο φορές ένοπλο αγώνα κατά του κράτους; Κι αν όχι, πώς δεν αντελήφθησαν από τη στάση της Μόσχας ότι θα έμενε απλός παρατηρητής των εξελίξεων;
    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Στάλιν είχε κάθε συμφέρον να παραμένει μια χαίνουσα πληγή για τους δυτικούς στην Ελλάδα. Να μπορεί να χρησιμοποιεί το ελληνικό χαρτί στο παιχνίδι του διεθνούς ανταγωνισμού. Ό,τι κέρδη θα πετύχαινε το ΚΚΕ καλοδεχούμενα. Αλλά ποτέ δεν θα προχωρούσε σε ευθεία αντιπαράθεση με τους δυτικούς γι’ αυτό το ζήτημα, πέρα από τις αντεγκλήσεις που θα λάβουν χώρα αργότερα στον ΟΗΕ. 
    Και επίσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, ο Τίτο, ο Κροάτης «εθνικιστής-κομμουνιστής» ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, με ικανοποίηση παρακολουθούσε την αναταραχή στη χώρα που κατείχε την έξοδο στη θάλασσα του Αιγαίου, και εξυπηρετούσε τα σχέδιά του για μια μεγάλη βαλκανική σοσιαλιστική ομοσπονδία, υπό την δική του ασφαλώς ηγεσία.
    Και μάλλον τη δική του σύμφωνη γνώμη πήραν οι ηγέτες του ΚΚΕ, όταν αποφάσισαν να αλλάξουν στάση και να προλάβουν τις εξελίξεις επιχειρώντας τελικά την εξουσία, με ένοπλη επανάσταση, τα γνωστά Δεκεμβριανά. Μια επανάσταση που παρ’ ολίγον να πετύχει, καθώς οι αστικές δυνάμεις έφθασαν να ελέγχουν μόνο 2-3 τετραγωνικά χιλιόμετρα στο κέντρο της πόλης, ενώ την άμυνα εκτός από λίγες δυνάμεις της χωροφυλακής και της οργάνωσης Χ, την  κρατούσε ο αγγλικός στρατός.
    Η επανάσταση δεν πέτυχε, διότι η ηγεσία του ΚΚΕ έκανε δύο λάθη:
    ·        την ίδια ώρα έστειλε 15 χιλιάδες Ελασίτες εναντίον του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και το κυριότερο
    ·        δίστασε, για άγνωστο λόγο, όταν ακόμη οι Βρετανοί δεν είχαν προλάβει να φέρουν στρατιωτικές ενισχύσεις στην Αθήνα.
    Η σημασία, όμως, που είχε για το Λονδίνο η Ελλάδα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τσώρτσιλ καταφθάνει στην Αθήνα. Το παιχνίδι για το ΚΚΕ θα χαθεί για δεύτερη φορά. Οι Βρετανοί θα νικήσουν κατά κράτος και ο ΕΛΑΣ θα απομακρυνθεί από την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του ερείπια, αίμα και μίσος.
    Το επόμενο βήμα θα είναι η συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του ’45, που προέβλεπε, κυρίως, τον αφοπλισμό των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ, παρά τη συμφωνία, απέκρυψε ένα μεγάλο τμήμα του οπλισμού του, ενώ κάποιες χιλιάδες μαχητών του παρέμειναν στο βουνό, και άλλοι εγκαταστάθηκαν σε στρατόπεδα εκπαίδευσης στην Αλβανία και Γιουγκοσλαβία. Προφανώς, τελώντας εν αναμονή μιας λύσης. Ποια θα ήταν αυτή; Αποδοχή του status που είχε διαμορφωθεί ή ένοπλη απόπειρα ανατροπής της;
    Ας δούμε, όμως πρώτα, την κατάσταση στη χώρα στις παραμονές του εμφυλίου:
    ·        Στην Αθήνα, ενώ ξεκινούν οι δίκες των δοσίλογων, κάποια αισιοδοξία είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Η διάθεση για ζωή στους ταλαιπωρημένους Έλληνες εκδηλωνόταν στους κινηματογράφους, στα θέατρα, στις κοινωνικές συνάξεις. Η ατμόσφαιρα, όμως, παρέμενε γενικά ηλεκτρισμένη.
    ·        Η κατάσταση, όμως, στην ύπαιθρο ήταν χαοτική. Ο αντιστράτηγος Ζαφειρόπουλος αναφέρει ότι εκεί δρούσαν 4 κατηγορίες ενόπλων ομάδων. Υπολείμματα του ΕΛΑΣ 4-5 χιλιάδες, που μπαινόβγαιναν στα σύνορα, κοινοί ληστές που εμφανίζονταν ως εθνικόφρονες, χωρικοί που με όπλα προάσπιζαν τις περιουσίες τους και παρακρατικές οργανώσεις εθνικοφρόνων, που δρούσαν ανεξέλεγκτα εναντίον του οποιουδήποτε είχε σχέση με το ΕΑΜ, η λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία». Κι όπως ο ίδιος τονίζει «με τη σαδιστικήν των συμπεριφορά θα είναι οι κύριοι στρατολόγοι» των ανταρτών. Το επιχείρημα αυτό θα είναι το κύριο που θα προβάλει στη συνέχεια το ΚΚΕ για την ένοπλη αντίδρασή του.
    ·        Οι δικογραφίες των αριστερών για κατοχικά αδικήματα θα φθάσουν τις 80.000. Το κράτος ήταν φανερό ότι επεδίωκε να ανασχέσει τη δύναμη της άκρας αριστεράς έως ότου σταθεί στα πόδια του. Και οι διώξεις, όμως, θα δώσουν μια υπαρκτή δικαιολογία στο στρατόπεδο των οπαδών της τελικής σύγκρουσης, που θα εμφανίζουν τους αγωνιστές της αντίστασης ως καταδιωκόμενους και τους συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων ως αποκατεστημένους.
    ·        Η κοινωνική δυσαρέσκεια που ενίσχυε την αριστερή προπαγάνδα οφειλόταν ασφαλώς και στην κάκιστη κατάσταση της οικονομίας. Ο Δεκέμβρης του ’44 οδήγησε τον πληθυσμό πάλι στο κυνήγι της χρυσής λίρας. Μια απόπειρα ανόρθωσης της οικονομίας από τον επιφανή οικονομολόγο Κυριάκο Βαρβαρέσο το καλοκαίρι του 45 για να χαλιναγωγήσει τον πληθωρισμό με φορολόγηση των εύπορων στρωμάτων θα αποτύχει. Η Ελλάδα επιβίωνε χάριν της εξωτερικής βοήθειας στην αρχή της M-L και στη συνέχεια της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ουσιαστικά αμερικανικής προέλευσης. Καμία απελευθερωμένη χώρα δεν έλαβε τόσα αγαθά όσο η Ελλάδα (έως το τέλος του 45 περίπου 2 εκ τόνοι αγαθά). Αλλά και καμία χώρα δεν έχει ελπίδες να ορθοποδήσει αν δεν δημιουργήσει ένα δικό της παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης. Και για την Ελλάδα θα χρειαστεί γι’ αυτό ακόμη μια δεκαετία.
    ·        Στο πολιτικό πεδίο η αδυναμία συγκρότησης μιας αξιόπιστης κυβερνητικής πρότασης είναι εμφανής. Μετά την κυβέρνηση Πλαστήρα, καταρρέουν και αυτή του ναυάρχου Πέτρου Βούλγαρη αλλά και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
    Η αριστερά, την ίδια ώρα, παρά την ήττα της ανασυντάσσεται. Κομβικό γεγονός θα είναι η επιστροφή του ηγέτη της Νίκου Ζαχαριάδη το Μάιο του 1945, μετά από 5 χρόνια εξορίας στο Νταχάου, με αγγλικό μεταγωγικό αεροπλάνο.
    Η παρουσία του Ζαχαριάδη θα έχει καθοριστική σημασία για τις επιλογές που θα κάνει το ΚΚΕ. Ο ηγέτης-μεσσίας για τους αριστερούς, θα είναι ο μοιραίος άνθρωπος τόσο για την έναρξη του τρίτου αιματηρότερου γύρου του εμφυλίου όσο και για την ήττα του αντάρτικου Δημοκρατικού Στρατού. Αυτό ο χαλυβδωμένος αγωνιστής, φανατικός ιδεολόγος και αφοσιωμένος στη Μόσχα ήταν ο Έλληνας «Στάλιν». Και γι’ αυτό το λόγο η αίγλη των καπεταναίων της αντίστασης του δημιουργούσε μια ψυχολογική μειονεξία, καθώς ο ίδιος το διάστημα της εθνικής αντίστασης ήταν απών. Κι αυτό το συναίσθημα επέδρασε προφανώς στις μαξιμαλιστικές τους επιλογές.
    Αρχικώς, θα δώσει δείγματα διαλλακτικότητας:
    ·        Θα καταδικάσει μερικώς τα Δεκεμβριανά και, κυρίως, τη σύλληψη, ομηρία και εκτέλεση χιλιάδων αθώων αμάχων.
    ·        Θα μιλήσει για εθνικές διεκδικήσεις, ακόμη και για την Κύπρο.
    ·        Και απέναντι στον πραγματικό ηγέτη του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, αρνητή της Βάρκιζας που επεδίωκε την έναρξη ενός ανταρτοπολέμου, θα είναι αμείλικτος: θα τον καταγγείλει ως τυχοδιώκτη και όργανο της αντίδρασης. Η είδηση καταρράκωσε τον Άρη που όπως φαίνεται αυτοκτόνησε και το κεφάλι του μαζί με του πρωτοπαλίκαρού του με συνοδεία οργάνων και ασμάτων θα εκτεθεί στην πλατεία των Τρικάλων. Ο Ζαχαριάδης είχε γλυτώσει από έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή.

    ·        Ήταν, όμως, ειλικρινής σε αυτή του την εκδήλωση νομιμοφροσύνης απέναντι στη συμφωνία της Βάρκιζας;
    ·        ή συνιστούσε τακτική προετοιμασίας πριν τη τελική εφόρμηση;
    Εκ του αποτελέσματος προκύπτει το δεύτερο. Εντούτοις, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιες ήταν τότε οι πραγματικές προθέσεις του.
    Το ΚΚΕ αυτή τη περίοδο
    ·        προβαίνει σε πολυπληθείς συγκεντρώσεις που συνιστούν επίδειξη δύναμης και ξεπερνά έτσι το αίσθημα του ηττημένου που προκάλεσε ο Δεκέμβρης,
    ·        κατορθώνει να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του, και κυρίως στην Αθήνα,
    ·        δημιουργεί παράνομο δίκτυο στις πόλεις ως «αυτοάμυνα» και τη «στενή αυτοάμυνα», ως συνέχεια της ΟΠΛΑ, ένοπλο, δηλαδή, τρομοκρατικό μηχανισμό,
    ·        πραγματοποιεί τακτικό συνέδριο, σε συνθήκες νομιμότητας
    Τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις συνέχιζε να τις διχάζει το πολιτειακό, η επιστροφή ή όχι δηλαδή του βασιλιά Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα. Αν και η Δεξιά έβλεπε στο πρόσωπό του το καθοριστικό παράγοντα της σταθερότητας του καθεστώτος οι Βρετανοί, υπό την ηγεσία πλέον των Εργατικών, επέμεναν να προηγηθούν εκλογές, που θα έδιναν δημοκρατική πρόσοψη στο πολιτικό σύστημα. 
    Οι εκλογές προκηρύχθηκαν για τις 31 Μαρτίου του 1946. Για την αριστερά η εκλογική αυτή αναμέτρηση, η πρώτη έπειτα από 10 θυελλώδη έτη, αποτελούσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κατοχυρώσει τη τεράστια δύναμή της. Και να βάλει τη σφραγίδα της στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής Ελλάδας. Την ευκαιρία αυτή την «κλώτσησε». Το ΚΚΕ αποφάσισε αποχή από τις εκλογές. Ένα τεράστιο λάθος που θα ανοίξει το δρόμο στη σύγκρουση. Το 1950  ο Ζαχαριάδης θα αναγνωρίσει το λάθος, όχι όμως διότι έτσι θα αποτρεπόταν ο εμφύλιος αλλά διότι «θα γινόταν πιο αποτελεσματική και ολόπλευρη προετοιμασία για τον ένοπλο αγώνα».
    Αυτοί που μάλλον ικανοποιήθηκαν περισσότερο από την απόφαση του ΚΚΕ, ήταν
    πρώτα ο Τίτο, καθώς ο ίδιος ο ηγέτης του ΚΚΕ θα γράψει το 1950: «Ο Τίτο και η κλίκα του μας υποσχέθηκαν την πιο πλατειά βοήθεια. Αυτό έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην απόφασή μας να προχωρήσουμε στην οργάνωση της ένοπλης πάλης…» αλλά και
    οι Βρετανοί που έβλεπαν τη σύγκρουση ως ευκαιρία να ξεμπερδεύουν με αυτό το αγκάθι στην οιωνεί αποικία τους, που θα οδηγούσε στη βαθύτερη ακόμη εξάρτησή της.
    Στις εκλογές το Λαϊκό Κόμμα θα κερδίσει με 54,5%. Το ποσοστό της αποχής δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ακριβώς. Όμως, ήταν αναμφίβολα μεγάλο. Αν η αριστερά ελάμβανε μέρος, ίσως μαζί με τους φιλελεύθερους, να είχε ακόμη και συμμετοχή στην νέα κυβέρνηση, όπως είχε γίνει στην Γαλλία και στην Ιταλία.
    Ο Ζαχαριάδης είχε αποφασίσει, όμως, διαφορετικά. Με δική του εντολή την παραμονή των εκλογών, στο Λιτόχωρο της Κατερίνης ομάδα ανταρτών κτυπά τα κτίρια της χωροφυλακής και εθνοφυλακής. Αποτέλεσμα 12 νεκροί χωροφύλακες.
    Αν και αυτή η ημερομηνία θεωρείται ως αρχή του τρίτου γύρου ο εμφύλιος, θα αργήσει λίγο ακόμη να κλιμακωθεί: Μετά το τέλος του, ο Ζαχαριάδης θα εξηγήσει το γιατί: «το 1946 όλοι συμφωνούσαμε πως η κατάσταση ήταν ώριμη, να πάρουμε τα όπλα και να πολεμήσουμε. Αλλά θα έπρεπε να μην προκαλέσουμε τους Εγγλέζους για να αντιδράσουν αμέσως. Η πολιτική μας θα έπρεπε να είναι φαινομενικά αμυντική … να απομονώσουμε τους Εγγλέζους, να προλάβουμε την άμεση ένοπλη παρέμβασή τους, ενώ παράλληλα θα στηριζόμαστε στις Λαϊκές Δημοκρατίες –για να αρχίσουμε την επίθεση ενάντια στην εσωτερική αντίδραση».
    Όμως υφίσταντο ευνοϊκές συνθήκες για ένοπλη επανάσταση το 1946; Πιστεύουμε όχι, διότι εκτός των άλλων παραγόντων που αναφέρθηκαν υφίστατο μια νέα πραγματικότητα:
    ·        Η πλειοψηφία του λαού είχε κουραστεί από τα χρόνια του πολέμου και ανέμενε την ειρηνική ανασυγκρότηση.
    ·        Η βιαιότητα των κομμουνιστών, στους δύο προηγούμενους γύρους, είχε δημιουργήσει σφοδρές αντιδράσεις, και
    ·        Η μεγάλη διαφορά με τα χρόνια της κατοχής ήταν ότι, ο αγώνας δεν εμφανιζόταν στα μάτια της πλειοψηφίας του λαού ως εθνικο-απελευθερωτικός.
    Ποια, όμως, θα είναι τα κοινωνικά στρώματα και ομάδες στα οποία θα στηριχθεί ο Ζαχαριάδης και το ΚΚΕ για να ξεκινήσουν τον ένοπλο αγώνα;
    ·        Ένα τμήμα του αγροτικού πληθυσμού, που είχε λάβει μέρος στην εθνική αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
    ·        Μεγάλο τμήμα των κατοίκων των προσφυγικών συνοικισμών, κυρίως πέριξ των Αθηνών και του Πειραιώς, που στη πλειοψηφία τους όμως δεν βγήκαν στο βουνό. 
    ·        Η μειονότητα των σλαβομακεδόνων, η οποία μέσω και της οργάνωσής της ΝΟΦ, θα έχει διευρυμένη συμμετοχή στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού. Ιδίως προς το τέλος του εμφυλίου οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους ξεπερνά το 30% του συνόλου.
    ·        Αντι-μοναρχικοί αξιωματικοί, που είχαν συμμετάσχει και στον ΕΛΑΣ. Αν και η εμπειρία τους δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς, γιατί προτιμήθηκαν ως στρατηγοί τα κομματικά στελέχη.
    ·        Επίσης, οι γυναίκες θα αποτελέσαν μεγάλο ποσοστό των μαχητών του ΔΣΕ, που είτε για λόγους ιδεαλισμού είτε ως επιλογή χειραφέτησης πολέμησαν με φανατισμό.
    ·        Από τα τέλη του 1947 αρχές του 48 οι νέοι μαχητές θα είναι κυρίως εξαναγκαστικά ή βίαια στρατολογημένοι από τις περιοχές που καταλαμβάνονται, σύμφωνα και με την αναφορά του Βαφειάδη..
    Από τα μέσα του 1946 χιλιάδες αντάρτες, εφοδιασμένοι από τις Λαϊκές δημοκρατίες, αρκετοί από αυτούς εκπαιδευμένοι σε στρατόπεδα όπως το Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας, θα εξαπολύσουν επιθέσεις σε πάμπολλα σημεία της ελληνικής επικράτειας. Το κράτος απέναντι στη ογκούμενη απειλή, και μέχρι οι Βρετανοί να οργανώσουν τον στρατό, θα αντιδράσει με τη χωροφυλακή, την εθνοφυλακή και τις μονάδες ένοπλων χωρικών, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Οι πολλαπλασιαζόμενες επιθέσεις των ανταρτών εκδιώκουν τους χωροφύλακες από πολλές περιοχές και δημιουργούν τετελεσμένα.
    Ως απάντηση η δεξιά κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη –η οποία θα αποτύχει στις εθνικές διεκδικήσεις αφού μόνον τα Δωδεκάνησα δίνονται στην Ελλάδα- προωθεί το λεγόμενο Γ΄ ψήφισμα, και στήνονται έκτακτα στρατοδικεία που τάχιστα καταδικάζουν και ξεκινούν εκτελέσεις.
    Σ’ αυτό το κλίμα το Σεπτέμβριο του 1946, στο δημοψήφισμα για το πολιτειακό, στο οποίο η αριστερά αυτή τη φορά θα συμμετάσχει, ο Γεώργιος Β΄ θα λάβει 68,3%. Αν και παρατηρήθηκαν φαινόμενα νοθείας είναι βέβαιο ότι η κομμουνιστική απειλή είχε ενισχύσει εκ νέου το βασιλικό θεσμό ως το κύριο ανάχωμά απέναντί της.
    Οι αντάρτες, πάντως, ανακοινώνουν το Γενικό Αρχηγείο τους στις 28 Οκτωβρίου, και στην εκπνοή του 1946 ανακηρύσσεται ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Γενικός Αρχηγός αναλαμβάνει ο Μάρκος Βαφειάδης. Ένας μικρασιάτης πρόσφυγας, πρώην καπνεργάτης, με εξαιρετικές ικανότητες, στον οποίο οφείλονται σε μεγάλο βαθμό οι νίκες του ΔΣΕ, με την τακτική του ανταρτοπολέμου ή αλλιώς «hit and run». Με την τακτική του Μάρκου οι αντάρτες  πετυχαίνουν να κόψουν την Ελλάδα στα δύο. Στις αρχές του 1947, ελέγχουν μεγάλους ορεινούς όγκους από το Γράμμο και το Καϊμακτσαλάν έως και τον Ταΰγετο στην Πελοπόννησο, με σημαντική παρουσία ακόμη στη Σάμο και στη Κρήτη, ενώ δρα και ένας τεράστιος παράνομος μηχανισμός στις πόλεις. Ο αριθμός των ενόπλων θα είναι φθάσει στο ανώτατο σημείο του στις 25-30 χιλιάδες.
    Ο κίνδυνος για το κράτος είναι υπαρκτός. Η «προστάτης» Μεγάλη Βρετανία αγκομαχούσε να διατηρήσει την Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής της. Η αυτοκρατορία, όμως, ήταν πλέον παρελθόν. Και δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Μόνη λύση η αλλαγή «προστάτη». Και το ρόλο αυτό τον ανέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Έναν ρόλο τον οποίο, όπως φαίνεται, επεδίωξαν ήδη από τα χρόνια του πολέμου, έχοντας ως στόχο τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της μέσης ανατολής.
    Στις 12 Μαρτίου 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα εξαγγείλει το περίφημο δόγμα Τρούμαν, που προέβλεπε την παροχή οικονομικής και τεχνικής βοήθειας στην Ελλάδα και στην Τουρκία ύψους 400 εκ δολαρίων. Σε λίγο θα ακολουθήσει και η εξαγγελία του σχεδίου Μάρσαλ, για την ανασυγκρότηση της Ευρώπης, από το οποίο επίσης θα ωφεληθεί για τη διεξαγωγή του πολέμου η ελληνική κυβέρνηση, αλλά και λόγω της διαφθοράς θα αυξήσει τον πλούτο σε τμήματα των αστικών στρωμάτων.
    Μια νέα εποχή θα άρχιζε και ουσιαστικά, από τότε, η τύχη του εμφυλίου είχε ήδη κριθεί. Οι ΗΠΑ σε φάση εκρηκτικής ανόδου δεν θα επέτρεπαν την επέκταση της σοβιετικής επιρροής πέραν των συμφωνηθέντων ήδη ορίων. Αλλά ούτε ο Στάλιν θα δοκίμαζε τα όρια της Ουάσιγκτον. Πολλώ δε μάλλον που η τελευταία κατείχε μόνη της την ατομική βόμβα.
    Στο ΚΚΕ όμως, δεν αντιλαμβάνονται την νέα κατάσταση. Ακόμη, θα μπορούσαν, ίσως, να επιδιώξουν μια συμφωνία που θα κατοχύρωνε τη συμμετοχή τους σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Επέλεξαν το δρόμο του αδελφοκτόνου πολέμου. Προφανής στόχος τους η ανακήρυξη μιας μεγάλης περιφέρειας ως ξεχωριστής επικράτειας και η αναγνώριση από τις λαϊκές δημοκρατίες μιας επαναστατικής κυβέρνησης, που θα δημιουργούσε τετελεσμένα.
    Οι Αμερικανοί όμως δεν έχαναν τον καιρό τους.
    ·        Ιδρύουν την American Mission Aid for Greece  που φέρνει μαζί της δεκάδες χιλιάδες δολάρια, ενώ ξεκινά τη δράση της η Αμερικανική Στρατιωτική Αποστολή. Τα στελέχη τους απολαμβάνουν ειδικά προνόμια. Εν πολλοίς, αυτοί θα καθοδηγούν την κυβέρνηση, τη διοίκηση, το στρατό.
    ·        Έτσι επιβάλλουν την ένωση του πολιτικού αστικού κόσμου με μια κυβέρνηση Λαϊκών-Φιλελευθέρων με πρωθυπουργό τον υπέργηρο Σοφούλη.
    Η νέα φάση θα περιλαμβάνει και τη δημιουργία τριών στρατοπέδων για τους αριστερούς: στη Μακρόνησο, στα Γιούρα και στο Τρίκερι. Εκεί κλείστηκαν χιλιάδες σε συνθήκες πραγματικά απάνθρωπες. Πάντως η λειτουργία τους συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην ήττα των κομμουνιστών.
    Ο Ζαχαριάδης, από τη πλευρά του, θα κλιμάκωνε τον πόλεμο επιδιώκοντας διεύρυνση της ζώνης ελέγχου και κατάληψη πόλεων. Παρά τις αντιξοότητες και παρά την απροθυμία των ανατολικών, που συνέχιζαν τον εφοδιασμό του, να υποσχεθούν κάποια αναγνώριση, το ΚΚΕ συγκροτεί στις 24 Δεκεμβρίου του ‘47 μια προσωρινή κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας. Πρωθυπουργός ο Βαφειάδης. Μέλη της όλα στελέχη του ΚΚΕ. Κανείς συνεργαζόμενος, κανείς μη κομμουνιστής πλην του ιατρού Π. Κόκκαλη. Και ταυτόχρονα εξαπολύεται μια αποτυχημένη επίθεση κατά της πόλης της Κόνιτσας, ως δυνητικής πρωτεύουσας της κομμουνιστικής κυβέρνησης.
    Η αντίδραση είναι άμεση:
    ·        Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ τίθενται εκτός νόμου και η προπαγάνδα του κομμουνισμού τιμωρείται με ποινές που φθάνουν στην εκτέλεση. Συνολικά μέχρι και στις 31 Αυγούστου 1948 εκτελέστηκαν περίπου 1.800.
    ·        Ο εθνικός στρατός, που θα φθάσει τους 200.000 άνδρες, με σύγχρονο αμερικανικό πολεμικό υλικό και τη συνδρομή της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής και του στρατηγού Βαν Φλητ θα επιχειρήσει, με αναπτερωμένο ηθικό, την εκκαθάριση των βουνών της Ρούμελης της δυτικής Μακεδονίας.
    Αν και ο στρατός νικά στη Ρούμελη και στον Γράμμο –«επιτυχία» που στοίχησε 800 νεκρούς και 5.000 τραυματίες για το στρατό και 2.500 νεκρούς αντάρτες- ο κύριος όγκος των ανταρτών κατορθώνει και διαφεύγει στο Βίτσι και παρ’ ολίγον να αλλάξει τα δεδομένα.
    Τελικά ο πόλεμος έμελλε να συνεχιστεί ακόμη έναν αιματηρό χρόνο. Με συγκρούσεις σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα και με καταλήψεις πόλεων, ο πόλεμος διεξάγεται πιο άγριος από ποτέ, ακόμη και στην κατά κανόνα δεξιών φρονημάτων Πελοπόννησο, όπου πλοία από την Αλβανία μεταφέρουν οπλισμό και μαχητές.
    Όπως είπαμε, όμως, το ρολόι μετρούσε αντίστροφα.
    ·        Πρώτον: ο 87χρονος Σοφούλης θα ανέθετε τον απόλυτο έλεγχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Παπάγο, και πλέον δεν θα υφίστατο πρόβλημα συντονισμού. Επιπλέον θα εξαρθρωθεί σε μεγάλο βαθμό το παράνομο δίκτυο του ΚΚΕ στις πόλεις.
    ·        Δεύτερον: Οι ΗΠΑ συνέχιζαν τον εφοδιασμό του στρατού, του οποίου το φρόνημα σταδικά είχε αποκατασταθεί.
    ·        Τρίτον: η εφαρμογή των σχεδίων του ΔΣΕ, απαιτούσε μεγάλες εφεδρείες. Κι ο ΔΣΕ δεν ήταν ΕΑΜ, τη στιγμή μάλιστα που τα χωριά άδειαζαν, και οι πρόσφυγες συνέρρεαν στα αστικά κέντρα. Να αναφέρουμε εδώ ότι ο ΔΣΕ την ίδια περίοδο προχωρά σε ένα μέτρο, που θα αμαυρώσει σημαντικά τη φήμη του. Αυτό της αποστολής παιδιών στις λαϊκές δημοκρατίες, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών τους.  
    ·        Τέταρτον: το απρόσμενο διαζύγιο Τίτο-Στάλιν που θα άλλαζε τα δεδομένα. Ο Κροάτης κομμουνιστής  δεν θα γινόταν ένας ακόμη υποτακτικός της Μόσχας. Θα ακολουθούσε τον δικό του δρόμο και τα δικά του πολιτικά συμφέροντα. Κι αυτό θα επηρέαζε καταλυτικά το αποτέλεσμα του εμφυλίου. Οι στρόφιγγες της βοήθειας προς τους Έλληνες κομμουνιστές σιγά σιγά θα έκλειναν. Και στο τέλος θα έκλειναν και τα σύνορα.
    ·        Πέμπτον: εκδηλώθηκε απόλυτη διαφωνία μεταξύ του Ζαχαριάδη και του Μάρκου, καθώς ο πρώτος θεωρώντας ότι το κράτος βρισκόταν σε αποσύνθεση ήθελε τη μετατροπή του ανταρτοπολέμου σε πόλεμο με τακτικό στρατό σε αντίθεση με τον Μάρκο. Όπως ήταν φυσικό επικράτησε ο κομματικός ηγέτης του στρατιωτικού. Ο Μάρκος παραμερίστηκε και τελικά αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα το τελευταίο διάστημα του πολέμου, δήθεν ως ασθενής.

    Με αυτά τα δεδομένα, το 1949 ξεκινά με την εκκαθάριση από το στρατό όλων των ανταρτικών ομάδων της Πελοποννήσου και της Ρούμελης. Οι ανταρτικές ομάδες παρά τις κάποιες επιτυχίες, όπως η κατάληψη της πόλης του Καρπενησίου για πάνω από 2 εβδομάδες υπό την ηγεσία του καπετάν-Γιώτη, Χαρίλαου Φλωράκη, θα αναδιπλώνονταν στα άπαρτα κάστρα του Γράμμου και Βίτσι.
    Ο Ζαχαριάδης σε κατάσταση απελπισίας, αναζητώντας εναγωνίως εφεδρείες, αλλά και θέλοντας να αντιμετωπίσει τον Τίτο, θα διαπράξει ένα από τα σοβαρότερα λάθη. Θα επαναφέρει την προ του 1935 πολιτική γραμμή του ΚΚΕ για το μακεδονικό, και υπόσχεται στους σλαβομακεδόνες δικό τους κράτος. Ενώ συμπεριλαμβάνει και μέλη της μειονότητας στη σύνθεση της νέας του κυβέρνησής, χωρίς πλέον τον Μάρκο.
    Μια τελευταία του σπασμωδική κίνηση για την κατάληψη της Φλώρινας θα καταλήξει σε πανωλεθρία. Το καλοκαίρι του 49, ο στρατός ενισχυμένος και με νέα αμερικανικά όπλα, ανάμεσά τους αεροπλάνα που ρίχνουν βόμβες ναπάλμ, θα καταλάβει πρώτα το Βίτσι και μετά τον Γράμμο. Στις 10 το πρωί της 30ης Αυγούστου έπαψαν πλέον να ηχούν οι φρικιαστικοί  ήχοι του πολέμου. Ο εμφύλιος είχε λήξει. Αν και το ΚΚΕ τον Οκτώβριο θα διακηρύξει ότι «ο ΔΣΕ δεν κατέθεσε τα όπλα, μόνο τα έθεσε παρά πόδα» η ήττα θα είναι συντριπτική.

    Ως επίλογο, να αναφέρουμε λοιπόν ότι την ίδια ώρα που σε άλλες χώρες της Ευρώπης έβαζαν τα θεμέλια της ανάπτυξης, ξεκινώντας τα λεγόμενα τριάντα ένδοξα χρόνια, ο εμφύλιος θα άφηνε πίσω του μια Ελλάδα, ενταγμένη στο δυτικό κόσμο, αλλά ρημαγμένη, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, με εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες εντός της χώρας και αρκετές χιλιάδες στις λαϊκές δημοκρατίες, κατεστραμμένες υποδομές, έρημα χωριά, γεμάτες φυλακές και ξερονήσια, μηχανισμούς καταστολής και μίσος. Οι πληγές του εμφυλίου, όπως είπαμε, θα ήταν βαθιές και τραυματικές. Θα καθόριζαν όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές  εξελίξεις που θα ακολουθήσουν, μέχρι και την λεγόμενη μεταπολίτευση, παρά τα όποια επιτεύγματα σημειώνονται την ίδια περίοδο. Επιπλέον, θα ισχυροποιούσαν τους δεσμούς εξάρτησης στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου. Εις βάρος βεβαίως των όποιων εθνικών στόχων και οραμάτων, όπως της ένωσης της Ελλάδας με την Κύπρο, εις βάρος της συγκρότησης επιτέλους μιας ελληνικής πρότασης σε αυτή την πάντα ανήσυχη περιοχή των συνόρων των πολιτισμών.