Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Σωτήρης Γουνελάς:ο Σταυρός και η Ανάσταση πάντα στη θέση τους



Οι άνθρωποι αυτής της χώρας ζούμε από αρχαιοτάτων χρόνων τυλιγμένοι στον λόγο. Αυτό τον λόγο έναςφιλόσοφος, ένας άνθρωπος δηλαδή αλλοιώτικος από τους άλλους, με μυστικές εμπειρίες και ‘αποκαλύψεις’, που παραιτήθηκε από την βασιλική εξουσία και την παρέδωσε στον αδελφό του, ύψωσε τη σημασία του σε επίπεδο σύμπαντος, μίλησε για τον Λόγο αρμονιστή των πάντων και την ίδια στιγμή μίλησε για τον λόγο που προερχόμενος από τον Άλλο (Λόγο) κατοικεί τους ανθρώπους (το πόσο αυτοί έχουν επίγνωση του πράγματος είναι άλλο ζήτημα, που, ωστόσο, και αυτό, το διευκρίνισε ο Ηράκλειτος).
Άνθρωποι σαν τον Ηράκλειτο μίλησαν για το μυστήριο της ζωής, συνέλαβαν το εξώκοσμο στοιχείο, συνέλαβαν την κρυμμένη αρμονία, έφτασαν σε μονοθεϊσμό. Ο μύθος του σπηλαίου στον Σωκράτη-Πλάτωνα μας βάζει μπροστά στη διάσταση του Λόγου-Φωτός (γιατί και τα δύο είναι υπερβατικά και θεία) και δείχνει την ανάδυση απο την ψευδαίσθηση στην αληθινή αίσθηση, από τον κλειστό κύκλο της ζωής-οι δεσμώτες που δεν μπορούν ούτε το κεφάλι τους καλά καλά να σηκώσουν- στην απελευθέρωση που ενεργεί ο Λόγος-Φως και που αλλάζει όλη την προοπτική του ανθρώπου, ή μάλλον της ψυχής του, γιατί ο άνθρωπος στους αρχαίους φιλο-σόφους και ποιητές είναι πρώτιστα ψυχή και ελάχιστα ψυχοσωματική ενότητα. Ακολουθεί και αυτό την αρχέγονη Πτώση, η οποία στον Πλάτωνα έχει τη μορφή φυλάκισης της ψυχής μέσα στο σώμα, εξ ου και η ανάγκη λύτρωσής της από αυτό για να ξαναβρεί την ουράνια όψη της και την συναναστροφή της με το Αγαθό.
Είπα ‘ακολουθεί την αρχέγονη Πτώση’ γιατί και μέσα από την ιουδαϊκή και χριστιανική Παράδοση, Πτώση σημαίνει ένα είδος βιολογικής αποθέωσης του ανθρώπου, την απώλεια της φωτεινότητας, της διαφάνειας και της αρχικής μακαριότητας, η οποία μπορεί στην πρώτη της όψη να μην ήταν ούτε ολοκληρωμένη, ούτε τέλεια, αλλά είχε δοθεί, είχαν μπολιαστεί οι πρωτόπλαστοι με αυτή την «πνοήν ζωής» (Γεν.2,7)  και καθετί θεϊκό είναι φωτεινό, αγαθό και καλό λίαν, αλλιώς ούτε θεϊκό είναι ούτε υπερβατικό.
Μα μαζί με τον άνθρωπο της Πτώσης χάνει και η κτίση την αληθινή της όψη, στερεοποιείται και υλικοποιείται, γιατί ο άνθρωπος αυτός βλέπει το σύμπαν με τα μάτια της έκπτωσής του, κατασκευάζει κατά κάποιο τρόπο έναν άλλο κόσμο, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και όχι με την εικόνα του Δημιουργού.  Όπως βρίσκεται μέσα στο χρόνο της φθοράς και του θανάτου, έτσι μεταθέτει σε όλα τις διαστάσεις αυτές, στο Θεό, στην κτίση, στον εαυτό του και στον διπλανό του, και όλα τείνουν να αποκτήσουν μια παγερότητα, μια υλικότητα γυαλιστερή αλλά άψυχη. Τα χωριστά εγώ του ατομικοποιημένου ανθρώπου συμπλέκονται σε όλα τα επίπεδα, συσκοτίζουν τα πάντα, επινοούν φανταστικούς κόσμους, αλλοιώνουν τα πάντα, διαιρούν τα πάντα, τινάζουν στον αέρα την Ενότητα και την Αλήθεια που υπαγορεύει η Τριάδα. Πίσω από κάθε ναρκισσισμό, πίσω από κάθε αυτοειδωλοποίηση ο άνθρωπος παραμένει ριγμένος έ ξ ω από τον εαυτό του, έχει εξέλθει εδώ και αιώνες και αυτή του την αποξένωση την μεταδίδει παντού.
Αντί ο άνθρωπος να φωτίζει τον κόσμο, την κτίση και να συμβάλλει στην ‘των πάντων ενότητα’, αντί να εκπέμπει από μέσα του το Φως που έλαβε ‘εν αρχή’, λαμβάνει το φως από τον φυσικό ήλιο, και όλα λίγο πολύ περιστρέφονται γύρω από αυτόν. «Ο ήλιος του κόσμου έπρεπε να είναι ο άνθρωπος», γράφει κάπου ο Μπερντιάεφ, και αυτή του η διατύπωση σχετίζεται  κ α ι  με το πλατωνικό σπήλαιο (έξοδος στο Φως) και με το Φως του ‘Ηλίου της Δικαιοσύνης’, που είναι η Ζωή και η Αλήθεια, το Φως που ‘φαίνει εν τη σκοτία’ και που δεν το αγγίζει ούτε φθορά, ούτε θάνατος, ούτε απάτη.
Το Φως αυτό το πρωτοείδαν οι μαθητές στο Θαβώρ και μάλιστα όχι όλοι παρά μονάχα οι τρεις. Η Μεταμόρφωση αυτή δεν έγινε μόνο και μόνο για να φανερωθεί η δόξα του Χριστού, αλλά για να δοθεί όσο γινόταν πιο απτά η προοπτική της ζωής των ανθρώπων, η δική μας μεταμόρφωση που είναι και μια άλλη ανάσταση. Ο Χριστός έλαμψε σαν τον ήλιο, η λάμψη αυτή φανερώθηκε διαμέσου του σώματός Του, αποκαλύφθηκε η θεία Του φύση ορατώς, μπροστά στα μάτια των τρομαγμένων μαθητών που δεν άντεχαν τόση θεία πραγματικότητα. 
Αλλά εκείνοι, μετά την Ανάσταση και προπαντός μετά την Πεντηκοστή, πήραν μέσα τους τη θεία πραγματικότητα και πορεύτηκαν στον εξαγιασμό ανθρώπων και πραγμάτων. Εγιναν ‘καινοί’ άνθρωποι και ανακαίνισαν τον κόσμο.  Όταν αυτό δεν γίνεται-και όντως δεν γίνεται για την μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων-φορτωνόμαστε με άλλου είδους φορτία μιας πεζής και επίγειας πραγματικότητας και μέσα μας χορεύει κάθε λογής φαντασίωση, κάθε λογής αλλοτριωμένη ζωή. Ζούμε και αντικρύζουμε τη ζωή μέσα από ένα φίλτρο σαν την ινδική ‘μάγια’: φίλτρο ψευδαίσθησης και απάτης. 
Η Ανάσταση του Χριστού είναι κάλεσμα οικείωσής μας με το θαύμα και  το Φως. Αυτό που χάθηκε στο δρόμο των αιώνων, αυτό που απωλέσαμε με την αρχέγονη Πτώση-που σήμερα κοντεύουμε και εμείς οι χριστιανοί να μην καταλαβαίνουμε τι σήμαινε- και σκοτείνιασε  η αληθινή εικόνα μας –δηλαδή το ‘κατ’ εικόνα’. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ψάχναμε μέσα από την ποίηση, τη φιλοσοφία, τη θεολογία, τις επιστήμες, τις τέχνες να το βρούμε, έχοντας επίγνωση του τί χάσαμε ή μη έχοντας. Από μια στιγμή και ύστερα- Νεώτεροι χρόνοι-η αναζήτηση ξεστράτισε σε ιδιάζοντα μηδενισμό, σε γενικευμένη ειδωλοποίηση και ειδωλολατρεία, σε ζωή αφαιρέσεων και πλαστών αναγκών. Είναι εκπληκτικό με τι ελαφρότητα οι άνθρωποι αποστράφηκαν πνευματικές αλήθειες δοκιμασμένες στη διάρκεια αιώνων και στράφηκαν σε επινοήσεις ζωής, σε γιγαντισμούς τεχνικών εφευρέσεων, λησμονώντας ότι «όπως κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται μόνος του έτσι δεν ανήκει στον εαυτό του» και πως αν το κάνει αυτό μέσα από μια αποθέωση ατομοκρατίας είναι σαν να αυτοκτονεί. 
Η Ανάσταση είναι μια Πράξη που κόβει τον Κόσμο στη μέση, τελειώνει ότι υπήρχε μέχρι τότε και ΟΛΑ υπάρχουν ‘εν ετέρα μορφή’. Εισάγεται αυτή η ‘ετέρα μορφή’ δια των μυστηρίων. Εισάγεται τον πρώτο καιρό με μια απλότητα, με μια αμεσότητα. Ο αναστημένος περπατά στο πλάι των μαθητών και δεν παίρνουν είδηση. Έχει τεράστια σημασία η μυστικότητα στη ζωή, έχει μεγάλη σημασία η μυχιότητα. «Μή δώτε το άγιον τοις κυσίν» (Ματθ. 7, 6) ή «πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6,6). Εισάγεται η απελευθέρωση της ζωής από τις ανάγκες, η οικείωση με το άρρητο. Τελειώνει ο βιασμός της φύσης από τη μαγεία και καθιερώνεται η ιερότητα της δημιουργίας. Έχει προηγηθεί ένα μεγάλο ταξίδι . Ο Χριστός έχει κατέβει στα έγκατα, εκεί που κατέβηκε η ανθρωπότητα μετά τον Αδάμ, γεγονός που προεικονίζει ήδη η Γέννησή Του στο σκοτεινό σπήλαιο. Ο Ευδοκίμωφ κάνει μια θαυμαστή παρατήρηση: «Τα σπάργανα του παιδίου έχουν ακριβώς την μορφή των νεκρικών σαβάνων, που ο άγγελος θα δείξη στις Μυροφόρες γυναίκες το πρωί της Αναστάσεως» (Η πάλη με τον Θεόν). Από το σκοτάδι του σπηλαίου το σπαργανωμένο βρέφος φέρνει το άλλο Φως και κατεβαίνοντας στον Άδη μεταμορφώνε ι το μαύρο σε λευκό, καταυγάζει με αυτό το Φως τα σκοτάδια.  Ολόκληρη η ζωή του Χριστού είναι μια εναλλαγή σκοταδιού και Φωτός, μια πάλη με τους ποικίλους θανάτους, τους κλειστούς και ανοιχτούς τάφους, την παγερότητα, την αναλγησία, τον φαρισαϊσμό, την κάθε λογής απάτη. Έρχεται να κλείσει τις θύρες του χρόνου, του χώρου, των φυσικών στοιχείων της γης, του νερού, του αέρα, της φωτιάς, για να τις ανοίξει στην αιωνιότητα, να τις μπολιάσει ανάσταση, να τις εξαγιάσει. 
Ωστόσο, για όλα αυτά προηγείται η κένωση, ο σταυρός, η απάρνηση της παντοδυναμίας, η έκθεση σε κάθε σπίλο του κόσμου και του κακού, η αποδοχή της απανθρωπίας και της κτηνωδίας για να νικηθούν, να καούν ανάμεσα Σταυρό και Ανάσταση, να συντριφτούν όπως οι μοχλοί του Άδη. Δεν θαυματουργεί ο Χριστός ως μάγος, θαυματουργεί ως σταυρωμένη Αγάπη, θαυματουργεί ως Πάσχων, σε μια κορύφωση Υπακοής στον Πατέρα που είναι ταυτόχρονα κορύφωση Ελευθερίας που γίνεται Ανάσταση. Αλλιώς πως θα ακουόταν εκείνο το «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί της γης» (Ματθ. 28,18); 
Αλλά πώς συνεχίζουμε εμείς; Παραδομένοι στον κόσμο και στα τερτίπια του, συμβιβασμένοι, άχόρταγοι, πληθωρικοί, ματαιόσπουδοι, ανθρωπολάτρες, αθεράπευτοι, νήπιοι σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα; Τί κουρνιαχτός είναι αυτός που έχει απλωθεί στον κόσμο και μάλιστα με ηλεκτρονικά μέσα, με αδιάκοπη αντάρα, βουητό, ηχορύπανση ανελέητη; Σε ποιό βαθμό καταλαβαίνουμε ότι άλλο πράγμα είναι ο άνθρωπος-δημιούργημα που επιλέγει ελεύθερα (γιατί έχει βούληση) τη σχέση του με την Τριάδα (δια του Υιού) και άλλο πράγμα, να είναι απλώς δημιούργημα ή ούτε καν τέτοιο, αλλά ένα πλάσμα που βρέθηκε τυχαία μέσα στον κόσμο, ή αποτελεί μέρος της φυσικής και υλικής αλυσσίδας της ζωής; 
Ο αποχριστιανισμός της ζωής έχει ωθήσει στο περιθώριο τις ουσιαστικές διακρίσεις και διευκρινήσεις για την Αγάπη, τη Ζωή, την Αλήθεια, την Ομορφιά, το Θάνατο, τη Σχέση, την Ανάσταση. Σε ποιό βαθμό ένας άνθρωπος υπάρχει, νιώθει την ύπαρξή του χωρίς Αγάπη, χωρίς Σχέση, χωρίς αναφορά στην Τριάδα; Και πώς ένας τέτοιος άνθρωπος θα καταλάβει κάτι για την Ανάσταση; Για την Ανάσταση στη ζωή του, γι’ αυτό το ρεύμα ουράνιας χαράς που συμπαρασύρει τα παντα και τα ανακαινίζει όταν αιστανθεί ο άνθρωπος την αύρα της αιωνιότητας, όταν ζει με την αίσθηση της υπέρβασης του θανάτου, λόγω της μετοχής του στο Μυστήριο της εν Χριστώ ζωής. Γιατί η Ανάσταση του Χριστού εγκαινιάζει τη δική μας και καλεί στη δική μας ανάσταση, εδώ σε τούτη την επίγεια ζωή. Το γεγονός ότι στην Εκκλησία η εσχατολογική πραγματικότητα έρχεται και σμίγει με την ιστορική, με την παρούσα, δεν σημαίνει ότι ζω για το μέλλον και το έσχατο, σημαίνει ότι φέρνω το έσχατο στον παρόντα καιρό, ανοίγομαι σήμερα στο αναστάσιμο Φως, που σημαίνει αγιάζομαι και φωτίζομαι και έτσι αλλάζω εν τοις εγκάτοις τη ζωή μου. Και κάτι ακόμη: η ανάσταση δεν έρχεται μετά το σταυρό, όπως δεν έρχεται και χωρίς τον σταυρό: κατοικεί μέσαθέ του, βρίσκεται ήδη μέσα του και εκπέμπεται έξω, ανακαινίζει,  φωτίζει και ειρηνεύει. 

Πρώτη έντυπη δημοσίευση "Νέα Ευθύνη" τχ. 22 (Mάρτιος-Απρίλιος) 2014 σελ.231-234


Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Νάσος Βαγενάς: Επετειακά


Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου έδωσε πάλι αφορμή να αναζωπυρωθεί στις εφημερίδες η εμφύλια σύγκρουση πολιτισμών που μας ταλαιπωρεί με την ιδιαίτερη έντασή της τις τελευταίες δεκαετίες. Οι εμπροσθοφυλακές των δύο αντίπαλων παρατάξεων - οι θεματοφύλακες της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, από τη μια, και οι εισαγωγείς της εθνικής παρθενογένεσης του 1821, από την άλλη - διασταύρωσαν πάλι τα ξίφη τους, με λιγότερο, είναι αλήθεια, μένος αυτή τη φορά, προφανώς εξασθενημένοι από τις συνέπειες του Μνημονίου. Ετσι ακούσαμε για Μαραθώνες και Θερμοπύλες από τους μεν και για ανυπαρξία νεοελληνικού έθνους πριν από την Επανάσταση από τους άλλους.

Εντύπωση μού προκάλεσε από τους δε η ιστοριογραφική και φιλολογική ενημερότητα ενός νεαρού δημοσιογράφου που ως απόδειξη της ανυπαρξίας εθνικού αισθήματος πριν από το 1821 υπογράμμιζε «το γεγονός ότι τέτοιο αίσθημα δεν υπάρχει στα γραμμένα στη νεοελληνική γλώσσα ποιήματα των περιόδων πριν από την Επανάσταση». Ο υπογραμμίζων παρέπεμπε, ως μη ειδικός, στις «νέες» επί του θέματος «διαπιστώσεις αρμοδίων καθ' ύλην πανεπιστημιακών καθηγητών» παραθέτοντας το πόρισμα ενός από αυτούς: «Σ' εκείνα τα κρίσιμα χρόνια 1821-1831» διαβάζουμε σε αυτό «η ποίηση συνδέθηκε με το εθνικό συναίσθημα, κάτι ανύπαρκτο παλαιότερα».

Είναι καλό να ενημερώνονται οι εγρήγοροι δημοσιογράφοι· καλύτερο όμως είναι να γρηγορούν οι καθεύδοντες πανεπιστημιακοί - θέλω να πω, να μην ενημερώνονται μόνο από τις θεωρίες του γνωστικού τους πεδίου αλλά και από την έρευνα αυτού του πεδίου (από την ενδελεχή έρευνα, από την οποία παράγεται η ευσταθής θεωρία). Η βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε εθνικό συναίσθημα στην Ελλάδα πριν από το 1821 είναι απόρροια μιας ατεκμηρίωτης ιστοριογραφικής θεωρίας - ακριβέστερα: μιας θεωρίας ασύστατης, γιατί το σκεπτικό της έχει διατυπωθεί ερήμην της ιστορικής πραγματικότητας των πριν από την Επανάσταση εποχών.

Ποια είναι αυτή η πραγματικότητα; Ας αφήσουμε κατά μέρος τους συγγραφείς που συνθέτουν κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα στην αρχαία ελληνική ποιητικούς θρήνους για την κατάσταση της Ελλάδας με εκκλήσεις προς τους Δυτικούς να την ελευθερώσουν (Μ. Μουσούρος, Αντ. Επαρχος, Μ. Δεβαρής, Λ. Αλλάτιος, Μ. Καρυφύλλης, Ι. Κωττούνιος)· ας παραλείψουμε τα γραμμένα σε δημώδη γλώσσα ποιήματα των πρώτων μεταβυζαντινών αιώνων στα οποία εκφράζεται εύγλωττα νεοελληνικό εθνικό συναίσθημα: τη Βελισαριάδα, πολυανατυπούμενο ανάγνωσμα των αρχών του 16ου αιώνα («Ελλήνων παίδες είμεθεν, ως Ελληνες φανώμεν»)· τον «Θρήνο και κλαυθμό της Κωνσταντινουπόλεως» (αρχές του 17ου αιώνα) του Ματθαίου Μυρέων («Πώς εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων», που «εξάπλωσε στην οικουμένη όλη τη φρόνησι και τη σοφία», τώρα να εξουσιάζεται από «το γένος των βαρβάρων»)· το ομόθρηνο στιχούργημα του Παπα-Συναδηνού του Σερραίου (μέσα του 17ου αιώνα), που επαναλαμβάνει κατά λέξη τους παραπάνω (και πολλούς άλλους) στίχους του Ματθαίου Μυρέων· τον Κρητικό πόλεμο (1681) του Μ. Τζ. Μπουνιαλή («κι εις τον Πονέντε ν' ακουστεί οι Γραίγοι πώς μαλώνουν» = πολεμούν)· και ας περιοριστούμε «στις περιόδους πριν από την Επανάσταση», δηλαδή στον 18ο αιώνα. Θα δούμε ότι οι τρεις σημαντικότεροι έλληνες ποιητές αυτού του αιώνα (και όχι μόνο αυτοί) όχι μόνο αισθάνονται εθνικά συναισθήματα αλλά και τα δηλώνουν.

Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης στο ιστορικό ποίημά του Κλαυθμός Πελοποννήσου (1716) παρουσιάζει την Πελοπόννησο να θρηνεί για την ανακατάληψή της από τους Οθωμανούς (1715), ενώ «η αδελφή της» Ελλάδα προσπαθεί να την παρηγορήσει. Οι δύο αδελφές,  «θυμώντας» τους αρχαίους έλληνες προγόνους («τους εδικούς μας/ πόκαμναν δόξα του ονόματού μας»), οραματίζονται την ημέρα της απελευθέρωσής τους. Αλλά και στον επίλογο της τραγωδίας του Ιφιγένεια (1720) ο Κατσαΐτης προτρέπει τους απογόνους «των άξιων προγονέων Ελλήνων» να πάρουν «ξόμπλι [παράδειγμα] οκ τούτους» και να θυσιάζονται «για της πατρίδος την τιμή».

Στο ποίημα με τον ενδεικτικό τίτλο «Κατά των Τουρκοφίλων», σε δύο σονέτα, καθώς και σε ιταλικά του ποιήματα (όλα του 1771), ο Χιώτης Θωμάς Βελάστης δεν συγκρατεί το εθνικό του συναίσθημα. Είναι η εποχή των Ορλωφικών και οι ελπίδες των Ελλήνων για λυτρωτική επέμβαση των Ρώσων βρίσκονται στα ύψη. Με στίχους γεμάτους μυθολογικές αναφορές που εξαίρουν το προγονικό αρχαιοελληνικό μεγαλείο, ο Βελάστης ζητά να πάψει «η Διχομερία» (η Διχόνοια) και καλεί τη Μεγάλη Αικατερίνη να γίνει «ελευθερώτρια της Ελλάδας από την τυραννία των Τούρκων».

Ο Σκοπελίτης Καισάριος Δαπόντες σε ποιητικά έργα του αυτοπροσδιορίζεται εθνικά με το όνομα Γραικός (Καθρέπτης Γυναικών, 1766), θεωρεί τους αρχαίους Ελληνες «πάλαι προπάτορές μας» και προγόνους «προχθεσινούς» τους Βυζαντινούς, πιστεύει ότι η ελληνική ιστορία αριθμεί ως την εποχή του «τρεις χιλιάδες χρόνους», «ελεεινολογεί» για την κατάντια του «το γένος μας το τωρινό» (Κήπος Χαρίτων, 1768) και γράφει γι' αυτό στίχους γεμάτους οδύνη, ανάμεσα στους οποίους και τον γνωστό θρήνο για την Ελλάδα της εποχής του («Ελλάς, καθέδρα των εθνών...», Γεωγραφική Ιστορία, π. 1770), πλήρη εθνικού συναισθήματος.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
πηγή:ΤΟ ΒΗΜΑ,http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=584157

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

«Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος» Τα πεζά του ποιητή Νίκου Καρούζου


ΡΗΞΗ Φ.103

                                                                     Α'

Οι ποιητές, διασώζουν στα γραπτά τους κείμενα μια  βαθιά αίσθηση του κόσμου αλλά και της γλώσσας που γράφουν . Γι’ αυτό τα δοκίμια ποιητών όπως του Ν. Καρούζου, ή του Γ. Σεφέρη, ή του Ο. Ελύτη  μας ενδιαφέρουν γνωστικά και μας γοητεύουν αισθητικά.
Από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, το 1993,  εκδόθηκαν το σύντομο δοκίμιο του Ν. Καρούζου «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» και το 2010  η εκτενέστερη και πληρέστερη συλλογή,  σε φιλολογική επιμέλεια της Ελισάβετ Λαλουδάκη  με τον τίτλο «Πεζά κείμενα». 
Στο πρώτο βραχύβιο δοκίμιο, που γράφτηκε το 1966, ο κόσμος ερμηνεύεται ως προέκταση μίας πραγματικότητας που τον ξεπερνά. Ο άνθρωπος αναζητεί το Ιερό ώστε «κάθε θρησκεία είναι κι από ένα βαθύ δικαίωμα της ανυποταξίας του ζώντος θεού»[1]. Σε αυτή του την προσπάθεια η ποίηση έρχεται ως αρωγός και συμπαραστάτης καθώς η ποίηση «χαρίζει την ολοκληρία της γλώσσας, μ’ άλλα λόγια την άναρχη οντότητα της γλώσσας εσχατικά του μύθου»[2], ενώ η θρησκεία «συνεχόμενο προς την ποίηση λειτούργημα » μας «χαρίζει τη μυθική ολοκληρία της γλώσσας»[3].
 Ο Καρούζος ταυτίζει ελευθερία και θρησκεία , ελευθερία και πίστη ενώ «στη νύχτα της υπάρξεως, και ο προφήτης και ο ποιητής, όργανα λεπτότατα του φωτός, ταυτόσημα εξεργάζονται την απροσμέτρητη οδύνη, που συνειδηταίνει και το φως, που φανερώνει πως ακόμη και το φως είναι μύθος. Ο θεός, αλήθεια, είναι πιο νυχτερινός κι απ’ τη νύχτα, πιο λέξη από κάθε λέξη, περ’ απ’ τις λέξεις όλες, περ’ από κάθε φως»[4]. Η αναζήτηση του Ιερού, της θεότητας, της αγιότητας  τελικά «είναι ο βαθύτερος πραγματισμός της υπάρξεως, η βαθύτερη χρήση της ελευθερίας, το εσώτατο κίνητρο, που κατευθύνει στην κλίμακα των απελευθερώσεων έως το θάνατο και τη θέωση. Ο άνθρωπος ακαταμάχητα θέλει το ύψος, εκείνο που τον λυτρώνει απ’ τις αμέτρητες αιχμαλωσίες του αποτελέσματος και του χαρίζει την ποθούμενη και γι’ αυτό τόσο ρεαλιστική αυτοβεβαίωση. Άρα, λοιπόν, η μεταφυσική αντίληψη δεν είναι παρανόηση της φυσικότητας, μα είναι η αποκορύφωση της φυσικότητας, η δύναμη που κάνει κατόρθωμα τη φυσικότητα και που χωρίς τη λειτουργία της η φυσικότητα σκλαβώνει τον άνθρωπο»[5].
Ο Καρούζος γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε οι αναχωρητές, τα ενσαρκωμένα  παραδείγματα αυτής διαδρομής, δεν συνιστούν  φυγή από τον κόσμο, αλλά «οι ελευθερούμενοι προς την αγιότητα, με το να είναι ωφέλιμοι στο θεό είναι και για τον κόσμον ωφέλιμοι»[6]. Η πορεία προς την αγιότητα αποδίδει αυτοδυναμία στην εσωτερικότητα και αρτίωση. Στο έργο του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» αποκαλύπτει μια άλλη οδό αναζήτησης της αγιότητας καθώς «το αρνητικό της οντικής παραδοξότητας, που μπορεί με τη δύναμη της αδιάστατης τωρινότητας να φανερώσει το θεό. Ώστε να αναβλύσει μέσα μας ερωτική ελευθερία, που να μας οδηγεί δημιουργικά στο βασίλειο του ταυτιστικού ευτυχισμού, εκείνου που, εγκαταλείποντας τα δεσμά του συνειδησιακού βασιλείου, αγγίζει τώρα και για μας την ολότητα, τη θεότητα»[7].
Η ζωή όσο και η ποίηση του Ν. Καρούζου έχει σφραγισθεί από το θεμελιακό γεγονός, της απώθησης του θανάτου και της αναζήτησης του Θεού, σε ένα κόσμο που όμως λειτουργεί χωρίς τον Θεό.
Τα περισσότερα από τα μικρά δοκίμια του Ν. Καρούζου δημοσιεύθηκαν στο σημαντικό περιοδικό «Ευθύνη». Σε ένα από αυτά που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 31 τον Νοέμβριο του 1963 αφενός υπερασπίζεται τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της ποίησης  του από την μανιασμένη επίθεση ενός μέρους της κριτικής που δεν μπορεί να αποδεχθεί κάτι τέτοιο, αφετέρου προσπαθεί να κάνει έναν σύντομο προσωπικό απολογισμό. Για εκείνους  που η «κοινοτοπία της αθεΐας»  τους οδηγεί να θεωρούν σαν ανέφικτη την ποιότητα στην τέχνη με τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της, απαντά με το παράδειγμα του Πασκάλ, το «τρομερό λουλούδι της υπάρξεως, που με τόση εσωτερική λάμψη μας έδειξε ολότελα την ηλιθιότητα της λογικής, φανερώνοντας την ακεραιότητα της αγωνίας, υπήρξε φαίνεται, τυχερός –για χάρη του Θεού- με το να μη γεννηθεί Έλληνας κι ακόμη με το να ζήσει σ’ άλλη εποχή, με άλλη μορφή παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων»[8]. Το τελευταίο ισχύει διότι ο Πασκάλ γλίτωσε από την φανατισμένες επιθέσεις κάποιων Ελλήνων κριτικών.
Ο Καρούζος επιχειρώντας μια προσωπική αναδρομή γράφει ότι κατά την νεότητά του αγάπησε την «δυναμική πεπρωμενοκρατία του Nietzsche, τις θυελλοφόρες  κορυφές του Ζαρατούστρα, έζησα τη μεγάλη ανάσα της δρακόντειας απελπισιάς που κομματιάζει το στήθος και φτύνει τη λογική. Ερωτεύτηκα το μαρξισμό, γεμάτος ερωτήματα για τη ναρκισσευόμενη λογική του, και πέρασα στην περιπέτεια του κοινωνικού επαναστάτη, κρατώντας σαν ιψενικός ήρωας  -δηλαδή  μοναχικά κι ανώφελα- τη σημαία του Ιδανικού με πάθος. Επίσης, χώθηκα στη γαλαρία του Freud, ως ένα σημείο γοητευμένος»[9].
Οι πνευματικές του περιπέτειες δεν είναι παρά τα αναγκαία βήματα, τα γυμνάσματα της ψυχής, για να δει,  όπως λέει ο λαός μας, «Θεού πρόσωπο». Γράφει λοιπόν : «Έτρωγα το χρόνο, για να βγω στο ξέφωτο του Ιησού με την ψυχή οριστικά έκπληκτη. Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος. Ο Nietzsche χαστούκισε το θαύμα , κι όμως ήτανε καλή αφετηρία για την ευσέβεια. Με βοήθησε –τι περίεργο ίσως- να θυμηθώ τον Ιησού, με βοήθησε αποφασιστικά. Νιώθω σήμερα πως ήμουνα στους καιρούς της νεότητας αρραβωνιασμένος με την αγωνία. Γιατί βλέπω κάθε εικοσιτετράωρο και πιο καθαρά, πως η θρησκευτικότητα είναι ο γάμος με την αγωνία. Και δεν μπορούσε να ήτανε άλλη απ’ το Χριστιανισμό η θρησκεία μου στην Ελλάδα. Και δεν μπορώ να βεβαιώσω τίποτα μέσα μου δίχως την Ορθοδοξία των Ελλήνων. Όταν γύριζα στον αυστηρό Ιησού γύριζα στις ρίζες μου, όταν γύριζα στον απέραντο Ιησού γύριζα στο μέλλον»[10]
Ο Ν. Καρούζος με διαύγεια δείχνει ότι ακολουθώντας τα βήματα του Νίτσε μπορεί να συναντηθούμε με τον Θεό. Αλλά πιο μεγάλη σπουδαιότητα έχει η υπαρξιακής αφετηρίας ταύτιση της θρησκείας με την αγωνία και το συμπέρασμα που φτάνει, ότι η ορθοδοξία  και ο νέος ελληνισμός έχουν μια προνομιακή σχέση. Θα  μπορούσαμε να συμπληρώσουμε πως διαβάζοντας τα ποιήματα και πεζά του, ότι έχει θεμελιώσει μια καρδιακή, πυρηνική σχέση με την γλώσσα μας, τις λέξεις, τις φράσεις της, ώστε με τον λόγο του κατακτά νέες δυνατότητες. Θυμίζει σε αυτόν τόσο τον Ηράκλειτο (κοινός Λόγος) όσο και τον Βιτγκενστάιν (τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου), που δοκιμάστηκαν με την αναζήτηση των ορίων και των δυνατοτήτων  του λόγου και της γλώσσας.  





[1] Νίκος Καρούζος, Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1993, σελ.15.
[2] ό.,π. σελ. 15.
[3] ό.,π. σελ. 16.
[4] ό.,π. σελ. 16.
[5] ό.,π. σελ. 18.
[6] ό.,π. σελ. 20.
[7] Ό. π. , σελ. 37.
[8] Νίκος Καρούζος, Πεζά κείμενα, φιλολογική επιμέλεια Ελισάβετ Λαλουδάκη, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα 2010, σελ. 43.
[9] Ό. π., σελ. 44.
[10] Ό. π., σελ. 44.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Σ.Γουνελά 31/3/2014 στις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ



Οι Εκδόσεις Αρμός σας προσκαλούν στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου του Σωτήρη Γουνελά

Πρόταση λόγου και πολιτισμού

Σπουδή, κριτικές επισημάνσεις και αναγνώσεις στους: Σπύρο Κυριαζόπουλο, Κώστα Παπαϊωάννου, Κορνήλιο Καστοριάδη, Κώστα Αξελό, Ζήσιμο Λορεντζάτο, Χρήστο Γιανναρά, Στέλιο Ράμφο
 
την Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014 στις 19.30, στο βιβλιοπωλείο του Αρμού
(Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα, 10678, τηλ:210 3830604)
Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:
Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης, Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Δημήτρης Μαυρόπουλος, θεολόγος
Δημήτρης Κοσμόπουλος, Ποιητής και δοκιμιογράφος
Θα γίνουν ολιγόλεπτες παρεμβάσεις απο το κοινό.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Μελέτη Μελετόπουλου: «Η δυστυχία να είσαι Έλληνας»

ΚΟΝΤΡΑΝΙΟΥΖ 27.3.2014


Διάβασα με πραγματική θλίψη ένα άρθρο του κ. Νίκου Δήμου σε πολιτική ιστοσελίδα, με τίτλο «Πότε θα διδαχθούν τα παιδιά την αλήθεια για το 21;» Το άρθρο επιχειρεί να απαξιώσει την μεγάλη Επανάσταση, στην οποία ο κ.Δήμου οφείλει το γεγονός ότι είναι ελεύθερος άνθρωπος και όχι δούλος σε ένα ανελεύθερο κράτος. Στο γεμάτο μίσος κείμενό του, παραθέτει εκφράσεις του τύπου: «Η επανάσταση ξεκίνησε όχι από τους ηρωικούς αρματολούς και κλέφτες (αντίθετα αυτοί και μέσα στον Αγώνα πολεμούσαν σαν μισθοφόροι για αμοιβή και λάφυρα)....»,  «Το Πατριαρχείο το αφόρισε.  Οι Πρόκριτοι και οι Ιεράρχες το χλεύασαν. Ο Καποδίστριας του γύρισε τις πλάτες. Ο Κοραής μας το μυκτήρισε», «Η Εκκλησία όχι μόνο δεν πρωτοστάτησε στον Αγώνα αλλά τον πολέμησε με κάθε τρόπο.», «Φυσικά κανείς δεν ήταν στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός όχι μόνο δεν σήκωσε το λάβαρο (που φτιάχτηκε μετά από 50 χρόνια) αλλά έβριζε τον επαναστάτη Παπαφλέσσα ως ‘εξωλέστατον’», «Η επανάσταση του 21 απέτυχε ολοκληρωτικά», «Στην Επανάσταση έγιναν πράξεις θηριωδίας εκ μέρους των Ελλήνων. Στην κατάληψη της Τριπολιτσάς σφάχτηκαν πάνω από 30.000 άμαχοι – ανάμεσά τους πολλοί Εβραίοι που ήταν αμέτοχοι στον αγώνα. Λόγος: το πλιάτσικο..... (Αντίθετα οι Τουρκαλβανοί υπερασπιστές της πόλης έφυγαν αλώβητοι μετά από συμφωνία. Που σημαίνει ότι ο Κολοκοτρώνης είχε τον έλεγχο του στρατού του και άρα επέτρεψε τη εθνοκάθαρση).” Κλπ. κλπ.
    Οι ισχυρισμοί του συγγραφέα του άρθρου δεν έχουν παραχθεί από μελέτη των πηγών αλλά από στερεότυπα, ιδεοληψίες και πολλή-πολλή εμπάθεια. Σταχυολογώντας: το δήθεν ζήτημα της Αγίας Λαύρας  έχει ήδη λυθεί από  την (καθόλου εθνικιστική εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, φαντάζομαι ότι ο κ.Δήμου θα συμφωνεί σε αυτό), με την δημοσίευση αδιάσειστου ντοκουμέντου στο φύλλο της 18 Μαρτίου, την προηγούμενη εβδομάδα, που αποδεικνύει ότι το γεγονός της Αγίας Λαύρας υπήρξε πράγματι όπως μεταφέρεται ακριβώς από την ιστορική μνήμη, αν και τρεις μέρες νωρίτερα από την επέτειο. Αποκλείεται ο κ.Δήμου, με διδακτορικό στην Φιλοσοφία από Γερμανικό πανεπιστήμιο, να μην αναθεώρησε κατόπιν τούτου το στερεότυπό του ότι «δεν υπήρξε Αγία Λαύρα» από ένα τόσο ισχυρό ντοκουμέντο, που αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο.
    Πέραν αυτού, ο –επαναλαμβάνω- διδάκτωρ έγκριτου Γερμανικού πανεπιστημίου κ.Δήμου δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τον όρο «εθνοκάθαρση» γιά γεγονότα που συνέβησαν τον 19ο αιώνα, σαν τους παλαιούς, ξεπερασμένους πιά μαρξιστές, που χαρακτήριζαν... ιμπεριαλιστική την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την στιγμή που ο ιμπεριαλισμός ορίζεται από την μαρξιστική βιβλιογραφία ως η κατάκτηση νέων αγορών από ένα καπιταλιστικό κράτος.... Επίσης ο κ.Δήμου σίγουρα δεν αγνοεί (αν αγνοεί τότε τι παρεμβαίνει σε άγνωστο σε αυτόν έδαφος) ότι ο Παπαφλέσσας μύησε ολόκληρη την Πελοποννησιακή Δημογεροντία και την Κλεφτουριά στην Φιλική Εταιρεία, και ασφαλώς ότι οι πρόκριτοι έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, ηγήθηκαν και χρηματοδότησαν την Επανάσταση, και πλήθος εξ αυτών θυσιάστηκε πολεμώντας τους Τούρκους (οι επιφανέστερες οικογένειες προκρίτων είχαν νεκρούς, όπως οι Κρεββατάδες, οι Δεληγιανναίοι, οι Μαυρομιχαλαίοι κλπ), ενώ οι υπόλοιποι έδωσαν την περιουσία τους. Και, μάλιστα, θηριωδίες έγιναν, όπως έγιναν δυστυχώς και γίνονται σε όλους τους πολέμους, αλλά κ.Δήμου μου, οργανισμός που να κάνει δώρο την Ελευθερία σε υπόδουλα έθνη δεν υπήρχε το 1821 και μάλλον δεν υπάρχει και σήμερα.
    Τέλος, η «αποτυχία» της Επανάστασης, που αναφέρει ο κ.Δήμου, μάλλον θα είχε οδηγήσει στο να είναι σήμερα ο κ.Δήμου ελληνικής καταγωγής υπήκοος της Τουρκικής Δημοκρατίας (χωρίς τουίτερ γιά να εκπέμπει τις απόψεις του....). Το δε Ναυαρίνο, το ύστατο επιχείρημα του κ.Δήμου για να αποδείξει ότι «η Επανάσταση απέτυχε», δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχαν προηγηθεί τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι και όλα τα γεγονότα που προκάλεσαν την αλυσσίδα συμβάντων και τις διεθνείς εξελίξεις που οδήγησαν στο Ναυαρίνο. Διότι έτσι στα καλά καθούμενα δεν θα έρχονταν τρεις τεράστιοι στόλοι να απελευθερώσουν ένα φρόνιμο και ευχαριστημένο από την διαβίωσή του στο «πολυπολιτισμικόν» οθωμανικό πλαίσιο....
    Το θλιβερό είναι ότι όλα αυτά προέρχονται από έναν άνθρωπο με υψηλή παιδεία. Αλλά ποτέ και πουθενά η παιδεία δεν είναι ισχυρότερη από τα σκοτεινά ψυχικά βάθη. Γνωρίζω κοινωνικά τον κύριο Νίκο Δήμου από το 1986. Είναι γεννημένος το 1934. Φοίτησε στο Κολλέγιο Αθηνών, σπούδασε Φιλοσοφία στην Γερμανία και στην συνέχεια εργάσθηκε ως διαφημιστής. Είχε μάλιστα δική του εταιρεία. Κάποτε βαρέθηκε, κουράστηκε, έκλεισε ή πούλησε την διαφημιστική του εταιρεία και ασχολήθηκε με το γράψιμο. Δεν εξελίχθηκε ποτέ σε σημαντικό φιλοσοφικό μέγεθος (του ύψους ενός Κωνσταντίνου Τσάτσου, ενός Δεσποτόπουλου ή ενός Καστοριάδη). Με είχε όμως παραξενέψει ο τίτλος που είχε δώσει σε ένα μικρό, ολιγοσέλιδο πόνημά του: «Η δυστυχία να είσαι Έλληνας».
    Ο τίτλος αυτός μου έδωσε την εντύπωση ότι ο ίδιος ο συγγραφέας είναι δυστυχισμένος που γεννήθηκε Έλληνας. Διότι όλοι εμείς εδώ, στην ξερή, πανάρχαιη αλλά ιστορική κόγχη στην οποία κατοικούμε από την εποχή του λίθου, και μαζί όλοι όσοι ήρθαμε στους αιώνες που πέρασαν ως ειρηνικοί μετανάστες ή πολεμοχαρείς εισβολείς Ιλλυριοί, Σλαύοι, Φράγκοι κ.λπ., είμαστε ευτυχείς που είμαστε Έλληνες. Που βλέπουμε κάθε μέρα την Ακρόπολη για την οποία ταξιδεύουν εκατομμύρια τουριστών από όλο τον κόσμο μέχρις εδώ. Που περπατάμε στα ίδια καλντερίμια που περπάτησαν ο Σόλων, ο Σωκράτης, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, ο Καραϊσκάκης και ο Κολοκοτρώνης. Που βλέπουμε τα ίδια τοπία που ενέπνευσαν τον Γύζη, τον Παρθένη, τον Θεόφιλο, τον Παλαμά, τον Καζαντζάκη, τον Σικελιανό, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Ελύτη. Που μιλάμε μία ασύλληπτα πλούσια και εκφραστική γλώσσα. Που ζούμε σε μία χώρα εκπληκτικής καλλονής. Που μας λιάζει ο πιό φωτεινός ουρανός του κόσμου (παρεπιμπτόντως ο κ.Δήμου έχει συγγράψει και μία μελέτη γιά το Ελληνικό Φως, το οποίο όμως φαίνεται ότι δεν τον παρηγορεί που γεννήθηκε Έλλην).
    Διερωτάται κανείς τι απωθημένα απέναντι στην πατρίδα του (και εν τέλει απέναντι στον εαυτό του) έχει ένας άνθρωπος που στα ογδόντα του, ανήμερα της εθνικής επετείου, αισθάνεται την ανάγκη να λοιδωρήσει την συγκλονιστική Επανάσταση που μας έδωσε πίσω  το φως μας.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Πέθανε ο σπουδαίος συγγραφέας και μεταφραστής Κωστής Παπαγιώργης




Του Nίκου Φελέκη

Ο ΚΩΣΤΗΣ (ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ) ΤΗΝ ΚΟΠΑΝΗΣΕ, ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ…

Α, ρε Κωστή. Δεν άντεξες. Και “γω περίμενα πότε θα βγεις για να μου στείλεις το καινούργιο σου άρθρο. Μου το “χες υποσχεθεί Κωστή, όταν ήρθα και σε είδα στο Λαϊκό. Ήταν κι ο Τάσος μπροστά όταν μου είπες ότι την άλλη βδομάδα μάλλον θα πας στο σπίτι. Δεν πήγες ρε Κωστή. Έφυγες. Την κοπάνησες μπαγάσα. Για άλλες παρέες, για άλλη ζωή. Ίσως είχες βαρεθεί που έκοψες το τσιγάρο και τα ξίδια και ήθελες να τα ξαναρχίσεις, χωρίς να σου ζαλίζουν το ζάχαρο. Ίσως μας βαρέθηκες όλους. Εντάξει, εκτός από τη Ράνια και το παιδί. Αυτούς ξέρω θα τους έχεις πάντα φυλαχτό και αποκούμπι.
Θυμάμαι φίλε την πρώτη φορά που σε γνώρισα. Ήταν πριν περίπου 20 χρόνια. Είχες έλθει στον «Επενδυτή» για να μου φέρεις το κείμενο, μια σελίδα όπως είχαμε συμφωνήσει. Με ειδοποίησαν ότι ήσουν στην είσοδο και με ζητούσες. Είπα ν” ανέβεις πάνω στο γραφείο. Μου είπαν ότι δεν ανεβαίνεις και ήθελες να κατέβω εγώ. Κατέβηκα, και μου “δωσες το χειρόγραφο. Μετά έμαθα πως δεν σου άρεσαν οι κλειστοί χώροι με τους πολλούς ανθρώπους. Αργότερα τα γραφτά ερχόντουσαν με φαξ ή τα “φερνε η Ράνια και στο τέλος με μέιλ.
Ούτε στα γραφεία του «Κόσμου του Επενδυτή», στην αρχή στο Σύνταγμα και μετά στη Συγγρού, ήρθες ποτέ. Και ήταν τόσοι πολλοί οι συνάδελφοι που ήθελαν να σε γνωρίσουν, να σε δουν από κοντά, να σου σφίξουν το χέρι, να σου εκφράσουν το θαυμασμό τους γι” αυτά που έγραφες. Ήρθες όμως στο matrix24. Εντελώς αναπάντεχα. Χτύπησες το κουδούνι και μπήκες. Μόνος. Τώρα, το Γενάρη, λίγες μέρες πριν μπεις στο νοσοκομείο. Δυο χρόνια δεν είχες έλθει. Μάλλον έκανες περατζάδα από μέρη που ήθελες να πάρεις μαζί σου. Να τα έχεις στη μνήμη σου. Ίσως να προαισθανόσουν κάτι και ήθελες να με χαιρετήσεις.
Αν και σε είχα δει πριν λίγο καιρό στα Εξάρχεια, όταν πήγαμε να φάμε με τον Τάσο και κάποιους δικούς μου φίλους. Θυμάσαι Κωστή; Ναι, τότε που μας παράτησες. Ξαφνικά. Βγήκες δήθεν για λίγο έξω και δεν ξαναγύρισες. Πήγες βόλτα ή στο σπίτι. Δεν σε ρώτησα ποτέ ούτε μου είπες. Έτσι ήσουν. Ιδιαίτερος. Γι” αυτό και ξεχώρισες.
Εγώ πάντως σε ξεχώρισα απ” τ” γραφτά σου. Απ” τους «ζώντες και τεθνεώτες», απ” τα «λάδια και ξίδια», απ” την «ομηρική μάχη», απ” το «περί μέθης», απ” τον Ντοστογιέφσκι, τον Ασημάκη, τον Σωκράτη. Αυτά ήταν που με είχαν γοητεύσει. Τα «καπάκια», ο «Κανέλλος Δεληγιάννης», ο «Εμμανουήλ Ξάνθος», ο «Παπαδιαμάντης», τα «τρία καπέλα» και τ” άλλα σου βιβλία ήρθαν μετά, αφού είχε ξεκινήσει η συνεργασία μας.
Τα πρώτα σου βιβλία, μια συνέντευξή σου στο «Ε» της Ελευθεροτυπίας και ένα κείμενό σου στη «Ρήξη» για τις «Κάψες» αφιερωμένο στον Τάαο Μπάνο, ήταν αυτά που με έκαναν να πω «θ” αναγκάσω τους Έλληνες να μάθουν γράμματα διαβάζοντας Παπαγιώργη». Και έβαλα το άρθρο σου στην τρίτη σελίδα. Άνοιγε την εφημερίδα κάποιος και το πρώτο πράγμα που έβλεπε ήταν το δικό σου άρθρο.
Και τι δεν άκουσα γι” αυτή μου την αποκοτιά. «Μα είναι δυνατόν μια πολιτικο-οικονομική εφημερίδα, και μάλιστα όπως ο «Επενδυτής» να ξεκινάει με τα σχόλια ενός λογοτέχνη;» μου έλεγαν, με πρώτο και καλύτερο τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας. Κι αργότερα, στον «Κόσμο του Επενδυτή», η ίδια πάλι γκρίνια απ” τον μεγαλομέτοχο της εφημερίδας. Εγώ επέμενα. Και Κωστή, όχι πως δεν ήμουν σίγουρος αλλά δικαιωθήκαμε.
Η στήλη σου έγινε σημείο αναφοράς και ήταν πολλοί, μεταξύ των οποίων και πολιτικοί, όπως ο Πρόεδρος της Βουλής Απόστολος Κακλαμάνης που μου τηλεφωνούσε για να μου κάνει σχόλια και παρατηρήσεις για κείμενά σου ή, όπως ο Αλέκος Παπαδόπουλος, που ήθελαν να σε γνωρίσουν και να συζητήσουν μαζί σου. Μπορεί οι Έλληνες να είναι η χειρότερη φάρα, αλλά νομίζω τα καλά γραφτά τα ξεχωρίζουν και τα υπολήπτονται.
Και συ Κώστα, για μένα, είσαι ίσως ο κορυφαίος δοκιμιογράφος τα τελευταία 20-30 χρόνια. Και δεν το λέω για να σε κολακέψω, το λέω τώρα που δεν μπορείς να τ” ακούσεις ή να το διαβάσεις. Και μην μου θυμώσεις. Τετριμμένα πράγματα γράφω. Το λέω γιατί ξέρω πως θα θυμώσεις με κάποιους άλλους που θα βγουν να πουν και να γράψουν καλά για σένα. Δεν το θέλεις γιατί δεν σ” ενδιαφέρουν. Μόνον κάποιοι λίγοι, όπως ας πούμε ο Στέλιος ο Ράμφος, θα ήθελες να μάθεις τι θα πουν για σένα.
Πάντα έτσι ήσουν: μοναχικός, απόμακρος και στρείδι. Και πονεμένος, γι” αυτό και ευγενής. «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις» έλεγες. «Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται».
Εσύ διάλεγες τους ανθρώπους που ήθελες να “ναι κοντά σου, δεν άφηνες να σε διαλέξουν οι άλλοι. Πρώτα τους αγαπούσες και μετά τους συμπαθούσες. Και, νομίζω, μέσα σου, μοίραζες ρόλους. Λίγους. Όπως σε μια οικογένεια. Είχες τον αδελφό, τον πατέρα, τη μάνα, το γιό, τον ανιψιό, τον ξάδελφο. Αυτοί σ” ενδιέφεραν και γι’αυτούς νοιαζόσουν. Μ” αυτούς ένιωθες ελεύθερος και μπορούσες να “σαι ο εαυτός σου. Ακόμη και κυνικός και απότομος, αλλά και τρυφερός και χωρατατζής.
Στα λεγόμενα και τα γραφτά σου μπορείς να λες ότι θέλεις για το θάνατο, όμως, όσο μεγάλωνες όσο ένιωθες, όπως όλοι οι άνθρωποι, ότι το λάδι στο καντήλι, με τα χρόνια, σβήνει, τόσο χτύπαγες ξύλο να μην έρθει. Όσο πλησίαζες προς το θάνατο τόσο περισσότερο αγαπούσες τη ζωή. Και το κατάλαβες αυτό όταν για πρώτη φορά τον άγγιξες εκεί κοντά στα σαράντα σου. Γι” αυτό και έλεγες, πριν περίπου 30 χρόνια στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο: «Έχει νόημα να ζεις, γιατί ο θάνατος δε μπαίνει μέσα στη ζωή. Γι’ αυτό λένε, χτύπα ξύλο… Η ζωή έχει τρομακτική καύλα – για όλους, για τους πάντες. Βλέπεις, άνθρωποι ανάπηροι που έχουν μείνει με το ένα δαχτυλάκι και τρώνε με το δαχτυλάκι… Και δεν ζει κανείς σκεπτόμενος διαρκώς το θάνατο, όσο φιλόσοφος κι αν είναι. Ο θάνατος είναι μια πένθιμη σκέψη που έρχεται και φεύγει – χωρίς να ορίζει τη ζωή».
Για πολλούς ήσουν ένας κορυφαίος συγγραφέας-δοκιμιογράφος, για άλλους ένας λαϊκός φιλόσοφος, για κάποιους ένας περίεργος και ανάποδος άνθρωπος. Για μένα για τα λίγα, τα περίπου είκοσι, χρόνια που σε γνώρισα ήσουν καλός άνθρωπος, καλός συνεργάτης, υπέροχος γραφιάς -αν και σε μένα, τελευταία, λίγο τεμπελάκος, ίσως επειδή έγραφες το τελευταίο σου βιβλίο ή επειδή έπρεπε να ψωμίζεσαι και από αλλού για να τα φέρνεις βόλτα τώρα με την κρίση- και θέλω να πιστεύω ότι και συ με θεωρούσες λίγο φίλο σου ή έστω ένα καλό «αφεντικό», όπως με αποκαλούσες. Κι ας είμαι «γαύρος» -αλλά και συ αδερφέ μου πολύ «βαζέλα».
Καλό σου ταξίδι Κωστή μου. Και μην αρχίσεις πάλι, εκεί που πας, τις καταχρήσεις. Σκέψου τη Ράνια σου. Και μην μας ξεχάσεις φίλε. Εγώ κι ο Τάσος όσο κι αν σ” αγαπάμε, ειδικά ο Τάσος (ο αδελφός σου, το καρντάσι σου, ο συνοδοιπόρος σου που δεν ξέρω κι αυτός τι θα κάνει τώρα, ειδικά τ” απογεύματα) λέμε να καθυστερήσουμε να “ρθουμε να σε δούμε. Το καταλαβαίνεις αδελφέ. Σου υπόσχομαι όμως μία απ” αυτές τις μέρες να πάμε να πιούμε ένα κρασί για σένα στα Πετράλωνα. Και μάλλον θα το κάνουμε όσο μπορούμε συχνότερα. Και όταν μπορεί, και θέλει, και η Ράνια θα την παίρνουμε κι αυτή μαζί μας. Γειά σου σύντροφε…

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Τραγική ειρωνεία: Στις 20 Μαρτίου, δηλαδή προχθές, ο Κωστής είχε γενέθλια. Διάλεξε να φύγει χθες, ακριβώς μια ημέρα μετά. Ίσως επειδή ήθελε να κερδίσει έναν ακόμη χρόνο. Τα κατάφερε, έστω και για μια μέρα.

Πηγή: http://www.matrix24.gr/2014/03/%CE%BF-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%83-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CE%B4%CE%B5%CE%BD/

Παρουσίαση σε αυτό το ιστολόγιο  του βιβλίου του Κωστή Παπαγιώργη: Τρία μουστάκια: ψιχία μηδενισμού», εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 2006, σελ. 195. : http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2010/03/blog-post_08.html

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Κυκλοφόρησε το νέο μου βιβλίο: Το ξερίζωμα του Ανθρώπου, Η κρίση της νεωτερικότητας, οι ιδεολογίες και οι στοχαστές


exofkout-e1394638358679

Σπύρος Κουτρούλης: Το ξερίζωμα του Ανθρώπου, Η κρίση της νεωτερικότητας, οι ιδεολογίες και οι στοχαστές
Εναλλακτικές Εκδόσεις 2014
Σειρά: Δοκίμιο 24
Σελ. 280
Σχήμα 16Χ24
ISBN: 978-960-427-145-0

Τιμή: 18 ευρώ



Το νεωτερικό κράτος προκάλεσε τέτοιο ενθουσιασμό σε κάποιους στοχαστές, ώστε θεώρησαν ότι ο κύκλος της ιστορίας είχε ολοκληρωθεί. Ο Ναπολέων είναι μια από τις μορφές που ενθουσίασαν, τον Χέγκελ καθώς τον αντίκρισε να περνά στην Ιένα. Στο βηματισμό του, θεώρησε ότι ακολουθούσε ο βηματισμός της Ιστορίας, ενώ στο πρωσικό κράτος ενσαρκωνόταν ο ύπατος σκοπός της ιστορίας.
Προφανώς μια τέτοια αντιμετώπιση θεωρεί ως εύλογη την ταύτιση του Λόγου και της πραγματικότητας.
Επειδή πολλοί στοχαστές της νεωτερικότητας δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ με αυτές τις σκέψεις, αλλά τις θεώρησαν μόνο ως μια εξαιρετική ευκαιρία προβληματισμού, για ένα κόσμο που κυριαρχείται από ασυμφιλίωτες διαφορές αλλά και συγκρούσεις που δεν επιλύονται, με ένα τρόπο τουλάχιστον, που θα έδειχνε ότι υπακούουν σε ένα έλλογο σχέδιο, προέκυψαν τα θέματα που εξετάζουμε στις σελίδες που ακολουθούνε.
Ο ξεριζωμός και η αποξένωση του ανθρώπου δεν αναφέρεται μόνο στην καταπίεση που υφίσταται ο άνθρωπος ως μέλος ενός έθνους που είτε έχει απολέσει την αυτονομία και την ανεξαρτησία του είτε γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης με στόχο την πλήρη εξαφάνιση του, αλλά και στο γεγονός ότι ως ύπαρξη που ζει και συγκροτείται στον σύγχρονο κόσμο είναι «πεταγμένος», ξεριζωμένος και ανέστιος. Η αποξένωση περιγράφει ένα γεγονός θεμελιώδες, μια συνθήκη συντακτική για την νεωτερική κοινωνία όπου ο άνθρωπος χάνει την μικρή του πατρίδα, από όπου προέρχεται, όσο και την πατρίδα-κόσμο.
Η εσχατολογική αντίληψη της ιστορίας ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το τέλος της ιστορίας, κατά το οποίο ο χρόνος ουσιαστικά σταματά και τα γεγονότα που ακολουθούν με όρους ιστορικούς είναι ασήμαντα. Όμως δεν αρκείται σε αυτό. Το τέλος ταυτίζεται με την κυριαρχία πλανητικά ενός συγκεκριμένου προτύπου είτε αυτό είναι το «πνεύμα», ή η «αταξική κοινωνία», ή ο «δημοκρατικός καπιταλισμός». Προφανώς όποιος ισχυρίζεται ότι επέτυχε κάτι τέτοιο διατυπώνει συγχρόνως μια απαίτηση για παγκόσμια κυριαρχία. Γι’ αυτό τις ιστορικές τελεολογίες τις επικαλούνται δυνάμεις, που θρέφουν φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας. Ενώ αντίθετα οι υπάρξεις μικρότερου μεγέθους που αγωνίζονται σκληρά να επιβιώσουν απέναντι σε δυνάμεις που συχνά τις ξεπερνούν ταυτίζονται περισσότερο με την τραγική αντίληψη της ιστορίας, η οποία περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση τους: η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας και το τέλος δεν είναι ποτέ προδιαγεγραμμένο.
Παράλληλα με την αποθέωση του κράτους στην Δυτική Ευρώπη ξεκίνησε η αντίθετη τάση της απομυθοποίησης του. Ο κοινοτισμός επιχείρησε όχι μόνο να δείξει το αδιέξοδο των κρατών, αλλά και να αποτελέσει ο ίδιος την πειστική διέξοδο. Ο Γ. Λαντάουερ και ο Μ. Μπούμπερ – ο πρώτος με νιτσεϊκές επιρροές, ο δεύτερος με πλατιά φιλοσοφική καλλιέργεια- δεν αντιμετώπισαν τον κοινοτισμό ως αποκλειστικά θεωρητική ενασχόληση, αλλά προσπάθησαν να τον κάνουν πράξη. Είναι ενδιαφέρον ότι στην χώρα μας ο κοινοτισμός πολεμήθηκε για χάρη ενός κράτους, που σε πολλές περιπτώσεις στέκεται ξένο ή εχθρικό προς την ελληνική κοινωνία, αφού ελέγχεται από αλλότριες δυνάμεις. Οι επικριτές του ελληνικού κοινοτισμού ισχυρίζονται ότι δεν αποτέλεσε εστία άμεσης δημοκρατίας και κοινοτικού συνεργατισμού, αλλά κέντρο του «κοτζαμπασισμού». Όμως οι ίδιοι που διατείνονταν αυτά, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι ο κοινοβουλευτισμός που διαδέχθηκε τον κοινοτισμό υπήρξε το μέσο με το οποίο οι κοτζαμπάσηδες και οι ξένες δυνάμεις εδραίωσαν την κυριαρχία τους στον νεοελληνισμό. Συνεπώς το πολιτικό σύστημα αναγνωρίζει και επικυρώνει τον συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει μέσα στην κοινωνία, ώστε δεν έχει ευθύνη ο κοινοτισμός αν σε ορισμένες περιπτώσεις ξεστράτισε από τον αρχικό προορισμό του, αλλά και ούτε έπαψε για αυτόν τον λόγο, να είναι πιεστική κοινωνική αναγκαιότητα.
Βεβαίως η Πολιτική –ήδη από την εποχή των Σοφιστών και του Θουκυδίδη– είναι συνυφασμένη με την Ισχύ, είναι μια «ανθρώπινη πολύ ανθρώπινη» κατάσταση, που αν την παραμερίζουμε και την αντικαθιστούμε με ιδεοληψίες δεν υπηρετούμε τους ανίσχυρους, αλλά τα σχέδια των εκάστοτε ισχυρών.
Ο Φ. Νίτσε, αντίθετα από ότι διέδιδαν οι ανόητοι και οι κακόπιστοι, υπήρξε ανελέητος επικριτής κάθε αξίας, αποσκοπώντας όμως στην «μεταξίωση όλων των αξιών». Ως εκ τούτου επιτέθηκε με σφοδρότητα στην κοινωνία του χρήματος, στο «πιο παγερό από τα παγερά τέρατα, το κράτος», στον γερμανικό σωβινισμό, αλλά και στον αντισημιτισμό. Εκκινώντας από το πάθος της απόστασης συναντάται κατ’ αυτόν τον τρόπο με τον Μαρξ που είχε ως αφετηρία το πάθος της εγγύτητας.
Βεβαίως ο Νίτσε και ο Μαρξ, αφού ανέπτυξαν καθένας, ένα τεράστιο έργο, είναι εύλογο να παρουσιάζουν πολλές πλευρές, οι οποίες κάποτε είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Το γεγονός όμως αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να τους δούμε ως πλούσιους σε σκέψεις στοχαστές και όχι ως πετρωμένα, νεκρά μαυσωλεία του παρελθόντος. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Μαρξ τον πόλεμο, ως δημιουργό κοινωνικών σχηματισμών, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.
Απέναντι στον εργαλειακό ορθολογισμό, δηλαδή στον ορθολογισμό που μετατράπηκε σε μέσο χειραγώγησης του ανθρώπου και κυριαρχίας πάνω στην φύση, υπήρξαν πολλών μορφών αντιδράσεις, μία εκ των οποίων είναι ο ποιητικός λόγος του Νόβαλις. Συγχρόνως διατυπώνεται η σκέψη του Στίρνερ, που παρά τις ακρότητες και τις αστοχίες που περιέχει, μας δείχνει πλευρές της νεωτερικότητας, που πριν από αυτόν, δεν είχαν προσεχθεί.
Ο στοχασμός του Σιοράν φανερώνει ότι ένα ρεύμα πανάρχαιο, όπως ο μηδενισμός, όταν φτάσει μέχρι το τέρμα τις λογικές του συνέπειες και αμφισβητήσει όχι μόνο την δυνατότητα για γνώση της πραγματικότητας και εγκυρότητα των αξιών, αλλά και την ίδια την σκοπιμότητα της ύπαρξης, τότε μπορεί άνετα να συνυπάρξει με την πιο βαθιά πίστη.
Η διαμόρφωση της κοινωνίας, της οικονομίας και του κράτους των ΗΠΑ οφείλει πολλά στις θρησκευτικές και αξιακές προυποθέσεις, που δημιούργησε η κυριαρχία του πουριτανισμού. Ίσως δε η θρησκευτική επιρροή να είναι εντονότερη από αυτή που είχαμε στην Δυτική Ευρώπη, διότι στις ΗΠΑ δεν υπήρξε η διαλεκτική κοινωνική σύγκρουση αστικών και φεουδαρχικών στοιχείων. Η αμερικάνικη κοινωνία δημιουργείται χωρίς να υπάρχει πίσω μια σοβαρή και κραταιά ιστορική παράδοση που θα μπορούσε να θέσει προσκόμματα στην δραστηριότητα των διαφόρων προτεσταντικών οργανώσεων.

 Η θεωρία του ανταρτοπολέμου είναι αναγκαία σε ένα κόσμο, που μπορεί να μην θεωρεί ότι η ισχύς ταυτίζεται πάντα με την βία, ή ότι ο πόλεμος είναι αυτοσκοπός, αλλά σίγουρα μετά τον Κλαούζεβιτς επαναλαμβάνει ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Πόλεμος και ειρήνη, φιλία και εχθρότητα, εναλλάσσονται περιοδικά, δείχνοντας ότι είμαστε μακριά από την «παγκόσμια ειρήνη», ώστε είναι αδύνατο να αποφύγουμε να σκεφθούμε για τις σκοτεινές όψεις του ανθρώπου.
Η νεωτερικότητα και ο στοχασμός είναι μια ανοιχτή πολύπλοκη σχέση, μια διαδικασία διαρκώς ασυμπλήρωτη, ακριβώς διότι ο άνθρωπος έχει μεν κάποια στοιχεία, που δεν αλλοιώνονται από τον χρόνο όπως η επιθυμία για ισχύ και αυτοσυντήρηση, αλλά συγχρόνως είναι μια αινιγματική και απρόβλεπτη ύπαρξη, φωτεινή και σκοτεινή, ενθαδική και ανοίκεια, λογική και παιχνιώδη, δημιουργός γεγονότων και συμβάντων που άλλοτε τα προβλέπουμε και άλλοτε μας εκπλήσσουν θετικά ή και αρνητικά.