Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Με αφιέρωμα (α' μέρος) στον Παναγιώτη Κονδύλη κυκλοφόρησε ο Νέος Λόγιος Ερμής τ.10


Εισαγωγικό σημείωμα τ. 10
Στο πρώτο μέρος του 10ου τεύχους του Λόγιου Ερμή, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, σε ένα μικρό, εξαιρετικής πυκνότητας κείμενο, με αφετηρία τη λοιδορούμενη θυσία των γυναικών του Ζαλόγγου, αναφέρεται σε ανάλογα ιστορικά γεγονότα, από τις γυναίκες των Ταόχων που περιγράφει ο Ξενοφών, μέχρι τις γυναίκες του Κορδελιού, προς δόξαν «τοῦ θαυμαστοῦ καὶ γενναίου πανεπιστημιακοῦ κόσμου τοῦ καιροῦ μας». Ο Μιχάλης Πάτσης, συνεχίζοντας τη διερεύνηση της πνευματικής δραστηριότητας των Ελλήνων στην πρ. Σοβιετική Ένωση, γράφει για «το φιλολογικό – εκδοτικό έργο των πολιτικών προσφύγων στα ρωσικά (Ανταίος, Στάθης, Μότσιος)». Ο Γιώργος Καραμπελιάς στο τρίτο μέρος της περιδιάβασής του στα σύγχρονα φιλοσοφικά προβλήματα, με το δοκίμιο «Φύση και Ιστορία», διερευνά τις δυνατότητες «υπέρβασης της χρησιμοθηρικής και δυναμοκεντρικής αντίληψη της γνώσης και της επιστήμης, ανατρέχοντας στην αρχαιοελληνική και βυζαντινή οπτική της μη εργαλειακής επιστήμης, ανακαλύπτοντας, παράλληλα, άλλες, μη ευρωπαϊκές, παραδόσεις». Το ζητούμενο είναι «να ξαναθέσουμε τον κόσμο μας –που πλέον έχει εκτοξευθεί σε μια αυτόνομη τεχνοκρατική τροχιά– υπό τον έλεγχο μιας κοινωνίας προσώπων και πολιτών». Ουσιαστικά πάνω στο ίδιο ζήτημα, ο Εντγκάρ Μορέν στον «Χερσονήσιο άνθρωπο» υποστηρίζει πως «αυτό που πεθαίνει σήμερα, είναι μια “νησιωτική” αντίληψη για τον άνθρωπο, τον αποκομμένο τόσο από τη φύση γενικότερα, όσο και από την ίδια του τη φύση» εξάλλου δεν υπάρχει πλέον κανένα μέλλον για μια ανθρωπολογία περιορισμένη σε μια επιφανειακή ψυχο-πολιτισμική στιβάδα που υπερίπταται σαν ιπτάμενο χαλί πάνω από τον φυσικό κόσμο. Και καταλήγει: «Ούτε πανβιολογισμός, ούτε πανκουλτουραλισμός, αλλά μια ευρύτερη αλήθεια, που προσδίδει πιο ουσιαστικό ρόλο στην βιολογία του ανθρώπου και στον ανθρώπινο πολιτισμό, αφού πρόκειται για έναν ρόλο αμοιβαιότητας της μιας σε σχέση με τον άλλον.». Τέλος, ο Σωτήρης Δημόπουλος στη μελέτη του, «Προσεγγίσεις και ερμηνείες του “εθνικού ζητήματος” στο έργο των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς», υποστηρίζει πως παρά την περιβόητη φράση, «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο έργο των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς το «εθνικό ζήτημα» δεν αναλύεται πάντα μέσα από το ίδιο, αφοριστικό πρίσμα και οι προσεγγίσεις τους ποικίλουν, εξάλλου «η έλλειψη μιας συμπαγούς θεωρίας για το έθνος και τα εθνικά κινήματα θα επιτρέψει θεαματικές αποκλίσεις στο ζήτημα αυτό, από τους επιγόνους του μαρξισμού [...] από τους πλέον αυθεντικούς αρνητές της όποιας πατριωτικής συνείδησης έως τον σοσιαλσοβινισμό αλλά και τα μαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα».
Ακολουθεί το πρώτο μέρος του αφιερώματος μας στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, το οποίο και θα συνεχιστεί και στα δύο επόμενα τεύχη του περιοδικού. Γράφουν οι Μελέτης Μελετόπουλος, «Στοιχεία για τον βίο του Παναγιώτη Κονδύλη», Σπύρος Κουτρούλης, «Ο Π. Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα», Ρεϋμόνδος Πετρίδης, «“Ισχύς” και “Εξουσία” στο όψιμο έργο του Π. Κονδύλη», Γιάννης Ταχόπουλος, «Π. Κονδύλης-Κ. Καστοριάδης: μια σύγκριση» και παρατίθεται το μεγαλύτερο από την τελευταία συνέντευξη του Κονδύλη στον Σπύρο Κουτρούλη. Περισσότερα για το περιεχόμενο του αφιερώματος ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί, ανατρέχοντας στο σχετικό εισαγωγικό σημείωμα.
Στο δεύτερο μέρος του τεύχους, ο Χρίστος Κορκόβελος με τη μελέτη του για το «Το ιστορικό υπόβαθρο της 25ης Μαρτίου», εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι «στη χώρα μας σπανίζει η άρτια κι απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα βασικών πτυχών της Επανάστασης του 1821», αφού εξετάζει με επάρκεια μια πληθώρα σχετικών τεκμηρίων συμπεραίνει πως παρά τις προσπάθειες ποικιλώνυμων «απομυθοποιητών», καταδεικνύεται πως «η ιστορικότητα της 25ης Μαρτίου είναι αναμφισβήτητη» και «εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι η ανώτατη Αρχή της Φιλικής Εταιρίας, υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, καθόρισε την ημέρα αυτή της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης». ο καθηγητής Λαογραφίας Μανόλης Βαρβούνης, με τη μελέτη του για τη «Συμβολή του Μακεδονικού Κομιτάτου στη λύση του Σαμιακού Ζητήματος (1908-1912)» φωτίζει μια αγνοημένη σελίδα της ιστορίας μας, τη συνεργασία του ηγέτη των Σαμίων πατριωτών, Θεμιστοκλή Σοφούλη, με το μακεδονικό Κομιτάτο για την εκτέλεση του φιλότουρκου ηγεμόνα της Σάμου Ανδρέα Κοπάση, η οποία και πραγματοποιήθηκε το 1912 από τους μακεδονομάχους Σταύρο Μπαρέτη και Αθανάσιο Σταυρούδη σε συνεργασία με τους Σαμίους πατριώτες. τέλος ο μηχανικός Χαράλαμπος Αλεξάνδρου, μέλος του Ινστιτούτου Μπάτση, στο δοκίμιο «Τo Αόρατο Χέρι του Άνταμ Σμιθ και η Θεία Πρόνοια» καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία ουσιώδης αντίφαση ανάμεσα στις απόψεις που διατυπώνει ο Σμιθ στη Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος, και στη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων, και εν τέλει το αόρατο χέρι της αγοράς ταυτίζεται με το «αόρατο χέρι» της θείας πρόνοιας: «Ο Α.Σ. ενστερνιζόμενος την άποψη ότι το ατομικό συμφέρον προάγει ασυναίσθητα το συμφέρον της κοινωνίας συνολικά, πίστευε ότι αυτό συντελείται ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της Θείας πρόνοιας. Το θεϊκό αόρατο χέρι παρεμβαίνει στον καταμερισμό του πλούτου και στον εναρμονισμό της κοινωνίας».
Ο Μιχάλης Μερακλής παρουσιάζει το βιβλίο του Χαράλαμπου Μηνάογλου, ο Αν. Μιχαήλ και ο Λόγος περί Ελληνισμού, ο Σπύρος Κουτρούλης, το εκτενές δοκίμιο του Σωτήρη Γουνελά, Πρόταση λόγου και πολιτισμού, ο Χρίστος Δάλκος, το συλλογικό έργο Διετείς διακοπαί: Ένα Χρονικό και ο Δημήτρης Μπαλτάς, τα έργα του Ernest Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και του Jürgen Moltmann, Ο ερχόμενος Θεός. Χριστιανική εσχατολογία.

Περιεχόμενα τεύχους 10
Eισαγωγικό Σημείωμα ……………………………………………. 4
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Κατά κρημνών: Γυναίκες των Ταόχων και γυναίκες
του Κορδελιού (Μικρὴ συμβολὴ στὴν ἀπομύθευση τῆς νέας μυθολογίας) ……………….. 7
Μιχάλης Πάτσης, Το φιλολογικό – εκδοτικό έργο των πολιτικών προσφύγων στα ρωσικά (Ανταίος, Στάθης, Μότσιος) …………. 10
Γιώργος Καραμπελιάς, Φύση και Ιστορία ………………………… 21
Edgar Morin, O χερσονήσιος άνθρωπος ………………… 36
Σωτήρης Δημόπουλος, Προσεγγίσεις και ερμηνείες
του «εθνικού ζητήματος» στο έργο των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς ……………… 53
* * *
Αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη – Μέρος Α΄
Εισαγωγικό σημείωμα ……………………………………….. 65
Μελέτης Μελετόπουλος, Στοιχεία για τον βίο του Παναγιώτη Κονδύλη ………………. 69
Η τελευταία συνέντευξη του Παναγιώτη Κονδύλη ……………………………………………….. 82
Σπύρος Κουτρούλης, Ο Π. Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα ……… 97
Ρεϋμόνδος Πετρίδης, «Ισχύς» και «Εξουσία» στο όψιμο έργο του Π. Κονδύλη …….. 118
Γιάννης Ταχόπουλος, Π. Κονδύλης-Κ.Καστοριάδης: μια σύγκριση ……………………… 163
* * *
Χρήστος Κορκόβελος, Το ιστορικό υπόβαθρο της 25ης Μαρτίου ………………………… 186
Μανόλης Βαρβούνης, Η συμβολή του Μακεδονικού Κομιτάτου
στη λύση του Σαμιακού Ζητήματος (1908-1912) ……………………. 199
Χάράλαμπος Αλεξάνδρου, Το αόρατο χέρι του Άνταμ Σμιθ ……………………….. 208
* * *
βιβλιοκριτικές-βιβλιοπαρουσιάσεις
Μιχάλης Μερακλής, Χ. Μηνάογλου, ο Αν. Μιχαήλ και ο Λόγος περί Ελληνισμού … 223
Σπύρος Κουτρούλης, Σ. Γουνελά, Πρόταση λόγου και πολιτισμού ………………………. 228
Χρίστος Δάλκος, Δι­ε­τείς δι­α­κο­παί: Ένα Χρο­νι­κό ………………………………………………….. 232
Δημήτρης Μπαλτάς, Ernest Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού …………………… 235
Δημήτρης Μπαλτάς, Jürgen Moltmann, Ο ερχόμενος Θεός. Χριστιανική εσχατολογία 237
Το νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 10 μπορέιτε να τον βρείτε στα εξής βιβλιοπωλεία:
  Αθήνα: Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα, τηλ.: 210 38.02.644
 Αθ. Χριστάκης, Ιπποκράτους 10, τηλ.: 210 36.07.876
 Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1, 210-3600235
Αχ. Σίμος, Μαυροκορδάτου 9, 2103830491
Ελ. Τζανακάκης, Χαρ. Τρικούπη 11Α, 2103811201
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Ζαλόγγου 9, 2103800520
 Ελένη Τζεβελέκου, Ζαλόγγου 6, 10678, τηλ.: 210 3844588
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαρ. Τρικούπη 28
  Βιβλιοπωλείο Ιανός, Σταδίου 24
 Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5
 Βιβλιοπωλείο «Χωρίς Όνομα», Φανερωμένης 8, Χολαργός
Βιβλιοπωλείο Ευριπίδης, Αν. Παπανδρέου 11, Χαλάνδρι
Θεσσαλονίκη:
 Πολυχώρος Άρδην Θεσ/κης, Βαλαωρίτου 1 & Δωδεκανήσου, τηλ.: 2310 543751
 Κέντρο Βιβλίου, Λασσάνη 3, τηλ.: 2310 237463
  Βιβλιοπωλείο Ιανός, Αριστοτέλους 7
 Πάτρα:
Στέκι Κοινοτικόν, Ηφαίστου 50
 Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31
 Βόλος:
 Βιβλιοπωλείο «Χάρτα», Σκενδεράνη 16Β
 Το περιοδικό αποστέλλεται και με αντικαταβολή, για συνδρομές επικοινωνήστε στο 210 3826319 (Ν. Δημητριάδης)

Εξαιρετική συνέντευξη του Παντελή Βουτουρή στην "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ",με αναφορές στην ιδεοληψία της νεοκυπριακής ταυτότητας και τους υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν


«Μπερδεμένη» η ταυτότητα της Κύπρου


  • «Η Ελλάδα δεν θέλει να δεχθεί ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα του Ελληνισμού και όχι αποκλειστικά και μόνο των Κυπρίων», δηλώνει ο Π. Βουτουρής.
«Η Ελλάδα δεν θέλει να δεχθεί ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα του Ελληνισμού και όχι αποκλειστικά και μόνο των Κυπρίων», δηλώνει ο Π. Βουτουρής.
Περιδιαβάζουμε με τον Παντελή Βουτουρή τα σοκάκια της παλιάς Λευκωσίας. Ο πρόεδρος του τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου με ξεναγεί στα όρια της Πράσινης Γραμμής, την οποία επισκέπτομαι για πρώτη φορά.

Βλέπω τη θηριώδη βλάστηση να κρύβει τους τοίχους των σπιτιών που τρυπήθηκαν από την ανταλλαγή πυρών το ’74, αφουγκράζομαι αυτήν την περίεργη σιγή της άλλης πλευράς, που απέχει μια ανάσα. Μπαίνουμε μαζί σε εκκλησιές, με τις φροντισμένες, γαλήνιες αυλές. Ανοίγουμε τα πνευμόνια μας στις εκμαυλιστικές μυρωδιές από τα γιασεμιά που στολίζουν τις εικόνες στα τέμπλα. Και μιλάμε για την Κύπρο, την ιστορία της και τις σημερινές της προκλήσεις, τα τραύματα και τις προοπτικές της. Τα λόγια του, σταράτα, αιχμηρά, από καρδιάς.

Γεννημένος το 1956, έζησε τα τραγικά γεγονότα της εισβολής στο τέλος της εφηβείας του. Ηταν μια εμπειρία που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του και μέχρι σήμερα δεν έχει περάσει τα τουρκοκυπριακά σύνορα, για να επισκεφθεί την άλλη πλευρά του νησιού απ’ όπου έλκει την καταγωγή του. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και δίδαξε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. Καταπιάστηκε με τη νεοελληνική λογοτεχνία, γλώσσα, κριτική, και ιστορία των ιδεών από την ύστερη βυζαντινή περίοδο μέχρι σήμερα. Εστίασε το ενδιαφέρον του στον Κωστή Παλαμά, στον Ανδρέα Εμπειρίκο, στην πνευματική ανάπτυξη του ελληνισμού κατά τον 19ο αιώνα.

Η οπτική του στο θέμα της Κύπρου ξεπερνά τα στενά όρια των γραμμάτων και εκτείνεται ώς το ευαίσθητο θέμα της εθνικής ταυτότητας, της πνευματικής σχέσης με τη μητέρα Ελλάδα. Και μαζί, βαδίζουμε νοερά όλη την πορεία από την Αγγλοκρατία ώς την Ανεξαρτησία, το Σχέδιο Ανάν, την οικονομική κρίση και τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού που είναι σήμερα στα σκαριά. Με ενδιάμεσες στάσεις μπροστά σε ιστορικά κτίρια, σε φυλάκια, σε τραύματα παλιά που φαίνεται ότι δεν έχουν ακόμα επουλωθεί.

Ναρκωτικό η ευπορία

– Πώς είναι η ζωή ενάμιση χρόνο μετά τον αιφνιδιασμό του 2013, που άλλαξε τα οικονομικά δεδομένα της Κύπρου; Πού βρισκόμαστε σήμερα;

– Η οικονομική κρίση άφησε βαθιά τα σημάδια της. Ανθρωποι έχασαν την εργασία τους, δρόμοι ερήμωσαν, ο ρυθμός της ζωής μεταβλήθηκε. Η οικονομική κρίση όμως κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί. Με τα υπόλοιπα τι γίνεται; Γιατί, ασφαλώς, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Η ζωή, οι συνειδήσεις και οι συμπεριφορές δεν ρυθμίζονται πάντα από τους οικονομικούς δείκτες. Ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά» λέει ότι δεν είναι η στέρηση της ευμάρειας που κάνει τη δυστυχία μας ανυπόφορη. Αναφερόταν στη ζωή στη γερμανοκρατούμενη Αθήνα του 1943. Στη σημερινή Κύπρο, η στέρηση ίσως μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε την αξία όσων είχαμε χάσει στα χρόνια της ευμάρειας. Να συνειδητοποιήσουμε την πνευματική μας υπανάπτυξη, την κρίση της παιδείας μας, την απαξίωση του πολιτισμού μας, την αλαζονεία μας. Η άμεση προτεραιότητα που δόθηκε στην οικονομική και τουριστική ανάπτυξη από το 1974 και εξής, η προαγωγή του πλούτου σε απόλυτη αξία, μπορεί να λειτούργησε κατευναστικά και θεραπευτικά, σαν μπάλωμα της αιμάσσουσας πληγής, συγχρόνως όμως ευνόησε την καθολική, ηθική, ιδεολογική, και πολιτιστική μας αλλοτρίωση. Η ευπορία επέδρασε σαν ναρκωτικό, και μας οδήγησε σε έναν καταναλωτικό εθισμό, ευτέλισε τις αξίες μας και εξαγόρασε τα ιδανικά μας. Οταν όμως μια κοινωνία αφήνεται να εξαρτηθεί σε τέτοιο βαθμό από τον πλούτο, εύκολα δελεάζεται και ακόμη πιο εύκολα χειραγωγείται. Παράδειγμα σήμερα, με το εκκολαπτόμενο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, υπάρχει μια απροκάλυπτη σύνδεση της οικονομίας μας και του πολιτικού μας προβλήματος, λες και επειδή χάσαμε την ευμάρειά μας, μπορούν να μας εξαγοράσουν. Δεν αναφέρομαι σε σκοτεινά σχέδια συνωμοσίας, αλλά στο πλέγμα των συνθηκών που διαμορφώνουν το τοπίο στις ημέρες μας.

Ιδεολογήματα

– Ποια είναι η ταυτότητα της Κύπρου σήμερα; Ποια ήταν τα καθοριστικά στοιχεία της διαμόρφωσής της;

– Μπερδεμένη. Ως δάσκαλος απελπίζομαι όταν οι φοιτητές μου με ρωτάνε «τι είμαστε;». Για να κατανοήσουμε τη σημερινή κρίση ταυτότητας πρέπει να γυρίσουμε πίσω πολλές δεκαετίες, στην περίοδο της Αγγλοκρατίας. Οι Αγγλοι, στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το ενωτικό κίνημα, έστησαν μια μηχανή η οποία, όπως έγραφε ο Σεφέρης, έκανε τους ανθρώπους μπαστάρδους, «σπαρτούς», Κυπρίους, όχι Ελληνες. Ετσι επινοήθηκαν τα σοβινιστικά νεοκυπριακά ιδεολογήματα περί ύπαρξης κυπριακού έθνους και κυπριακής ταυτότητας. Ανιστόρητα ιδεολογήματα που ευδοκιμούν σήμερα σε όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους και παρατάξεις, αριστερά και δεξιά. Αυτή η κρίση ταυτότητας δεν είναι άσχετη με τη σημερινή αβουλία και παθητικότητά μας. Γιατί τι άλλο χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας εκτός από απωθήσεις και μεταθέσεις; Αποστρέφουμε το βλέμμα από τον Πενταδάκτυλο, περνάμε από την Πράσινη Γραμμή και κάνουμε ότι δεν ξέρουμε τι συμβαίνει δέκα βήματα μπροστά μας. Πριν από λίγο καιρό γινόταν μια αντιφασιστική διαδήλωση στη Λευκωσία. Οι διαδηλωτές διέσχισαν τη Λήδρας και βάδιζαν πλάι στην Πράσινη Γραμμή. Ε, λοιπόν, κανένας από αυτούς δεν συνέδεσε τον φασισμό με την κατοχή. Ούτε ένα αντικατοχικό σύνθημα δεν ακούστηκε. Και κάπως έτσι φτάσαμε από το σύνθημα «Απελευθέρωση» στο ακατανόητο σύνθημα της διζωνικής «Επανένωσης». Ακατανόητο, αφενός γιατί οι δύο ζώνες οριστικοποιούν τη διχοτόμηση, δεν επανενώνουν, και αφετέρου γιατί ο διαχωρισμός των πολιτών με φυλετικά και εθνοτικά κριτήρια είναι αντιδραστικός, ρατσιστικός, και ασύμβατος με τις ευρωπαϊκές αξίες. Είμαστε –νομίζω– σε μια κατάσταση πολιτικής και πολιτιστικής σύγχυσης, ιδιαιτέρως επικίνδυνη.

Η Ελλάδα μάς έχει γυρίσει την πλάτη
– Η ιδεολογική αυτή κρίση πώς επηρέασε τον πολιτισμό στην Κύπρο;

Η Κύπρος δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμικά χωρίς την Ελλάδα. Αλλωστε μετέχουμε σε έναν κοινό πολιτισμό, έχουμε την ίδια γλώσσα και την ίδια ιστορία. Οπως είπα και πριν, έγιναν πολλές προσπάθειες από τους Βρετανούς να απομονωθεί η Κύπρος από την Ελλάδα, μέσα από μια επινοημένη διακριτή ταυτότητα. Ηδη από το 1950, προέβαλαν τη θεωρία ότι η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι ελληνική. Οτι τάχα είναι γλώσσα απότοκος της κοινής ελληνιστικής που διαμορφώθηκε μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ. Σήμερα, πάλι, υπάρχει ένα μικρό κίνημα γλωσσολόγων που ισχυρίζονται ότι η κυπριακή είναι γλώσσα και όχι διάλεκτος. Η λογοτεχνία μας παρουσιάστηκε ως κυπριακή και όχι ως ελληνική, από την αποικιοκρατία, και το ίδιο συνεχίζεται σήμερα. Από το 1974 υπήρχε μια εκνευριστική αδιαφορία για πολλά σημαντικά ζητήματα τέτοιας φύσης, τάση που ενισχύθηκε και από τον τρόπο που τα αντιμετώπιζαν και οι Ελλαδίτες. Το 2004, όταν μας εκβίαζαν με το σχέδιο Ανάν, περισσότεροι από 200 «πνευματικοί άνθρωποι» στην Ελλάδα υπέγραψαν ένα κείμενο υποστήριξης του σχεδίου, χωρίς προηγουμένως να το έχουν διαβάσει. Και το λέω με βεβαιότητα διότι όταν δημοσιοποίησαν το κείμενό τους, οι χίλιες σελίδες του σχεδίου δεν είχαν ακόμη μεταφραστεί στα ελληνικά. Η Ελλάδα δεν θέλει να δεχθεί ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα του Ελληνισμού και όχι αποκλειστικά και μόνο των Κυπρίων. Την ίδια στάση αποπνέουν και τα σχολικά βιβλία στην Ελλάδα. Αγνοούν προκλητικά την Κύπρο. Το 2014 εορτάζουμε στην Κύπρο το έτος του μείζονος ποιητή Κώστα Μόντη. Ποιος τον γνωρίζει στην Ελλάδα; Ολα αυτά είναι δείγματα μιας συνολικότερης στάσης. Τεκμαίρεται από αυτά ότι η Ελλάδα έχει γυρίσει την πλάτη στην Κύπρο πολιτιστικά, πολιτικά και συναισθηματικά.– Στην Κύπρο τι φτάνει από την Ελλάδα σε επίπεδο πολιτισμού;

– Τηλεοπτικά υποπροϊόντα ανάξια λόγου. Η Κύπρος οδηγείται σε άτυπο πολιτιστικό απομονωτισμό. Οι πνευματικοί άνθρωποι στην Ελλάδα αποστρέφουν το βλέμμα τους από την Κύπρο και, από την άλλη, πολλοί Κύπριοι βολεύονται στη μοναξιά τους. Ομως η Ελλάδα στενεύει τρομερά χωρίς την Κύπρο, χάνει τα στρατηγικά ερείσματά της στην Ανατολική Μεσόγειο και αποκλείει περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους που μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης. Για την κατάσταση αυτή νομίζω ότι έχει μεγάλη ευθύνη η ελληνική Αριστερά και οι πολιτικοί που έβλεπαν το νησί σαν αναμμένο κάρβουνο στα χέρια τους. Που θα ήθελαν να το πετάξουν μακριά, χωρίς να έχει σημασία πού. Απαντήστε μου ειλικρινά, ποιο πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα έχει επεξεργασμένες θέσεις για το Κυπριακό και πόσο αυτές ανατροφοδοτούνται από τη σύγχρονη πραγματικότητα; Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα του πολιτισμού, ο Ελληνισμός έχει μπει σε περίοδο πολιτιστικής συστροφής εν γένει. Δυστυχώς. Δεν έχουμε συγκροτημένη στάση για το πώς θα αναπτύξουμε μια πολιτιστική δράση εκτός συνόρων, στα Βαλκάνια ή αλλού, παρότι πρέπει να σας πως ως ελληνιστής ότι υπάρχει ενδιαφέρον από τους ξένους για τη λογοτεχνία μας, τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Ας γνωρίζουμε όμως και μια πικρή αλήθεια. Ας μην περιμένουμε από τους ξένους να στραφούν σε μας, αν εμείς δεν περάσουμε πρώτα από το στάδιο της οδύνης που προηγείται κάθε δημιουργίας.

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Ιωάννης Κ. Τσέγκος, Ο Ανταρτόπαπας-Διηγήματα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014, σελ.126.


ΡΗΞΗ Φ.106

Τα διηγήματα του  Γ.Τσέγκου, που τα περισσότερα έχουν δημοσιευθεί στο εκλεκτό περιοδικό «Νέα Ευθύνη», γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έχουν  έναν έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα αλλά και την ικανότητα να  μας κάνουν οικείες τις καταστάσεις και τα γεγονότα που ο ίδιος έζησε. Η  μέθεξη συνεπώς και όχι η απλή εξοικείωση  με γεγονότα που έχουν συμβεί σε άλλο πρόσωπο και σε άλλο χρόνο  είναι ένα μεγάλο προσόν που διαθέτει ο λόγος του συγγραφέα. 
Άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον αξιακό  κώδικα που απηχούν τα διηγήματα, είναι η συγκατάβαση , η επιείκεια, η αγάπη προς τους συγκεκριμένους ανθρώπους που ζουν μέσα σε καταστάσεις τις οποίες σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατο να ελέγξουν ή να αντιμετωπίσουν. Φυσικά αν δεν υπήρχε μια πολύ καλή δραστική γραφή αλλά και η άρτια γνώση της γλώσσας μας τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσε να συμβεί. Οι άνθρωποι  μπορεί να κινούνται από κάποιες ιδεολογίες ή αξίες, να έρχονται σε σύγκρουση ή να συμφιλιώνονται, αλλά δεν παύουν  να έχουν κάποια κοινά στοιχεία που προκαλούν το ενδιαφέρον και την συμπάθεια μας. Μέσα σε μια τέτοια οπτική είναι εντελώς ξένη κάθε μανιχαϊστική λογική, που χωρίζει τους ανθρώπους με αυστηρό και κάθετο τρόπο ανάμεσα σε αυτούς που ανήκουν στο απόλυτο κακό και στους άλλους που ανήκουν στο απόλυτο καλό, δηλαδή ανάμεσα στο «φως» και στο «σκοτάδι».
Το ομώνυμο διήγημα «ο Ανταρτόπαπας», που χαρίζει και τον τίτλο στο βιβλίο, αναφέρεται σε μια θρυλική μορφή της Εθνικής Αντίστασης, τον παπά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Δημήτριο Χολέβα. Στην συζήτηση  που σκηνοθετείται μαζί του, περιγράφεται η διάσταση ανάμεσα  στην κομματική καθοδήγηση και τους αντάρτες για την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αλλά και η ηθικολογική διαστρέβλωση της εκκλησιαστικής ζωής. Οι διάλογοι από άποψης ύφους  διακρίνονται από τον ρεαλισμό τους, ενώ με ιστορική ακρίβεια και πιστότητα ξαναφτιάχνονται τα επεισόδια μια τραγικής εποχής. Όπως λέει ο Ανταρτόπαπας: «όταν εμείς βγήκαμε στο βουνό, μπαίναμε στα χωριά με τη γαλανόλευκη∙ πηγαίναμε πρώτα στην εκκλησία, ο Άρης πάντα φίλαγε το χέρι του παπά και τους μίλαγε για νέο ’21… για τον Καραϊσκο, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα∙ είχαν βγει πρωτύτερα και κάποιοι άλλοι, αλλά το κόμμα τους κόλλησε τη ρετσινιά «λησταντάρτες∙ αυτοί βλέπεις δεν είχαν «ταξική συνείδηση»∙ ήρθαν όμως κι αυτοί μαζί μας…Ήταν σηκωμός, δεν ήταν «γύρος». Έτσι είχαμε και δεύτερο «γύρο» στα Δεκεμβριανά, αλλά βέβαια και τον τρίτο με τον εμφύλιο»(σελ 71). Ο ανταρτόπαπας θα περιγράψει με τα μελανότερα χρώματα τον εμφύλιο που ακολούθησε και στον οποίο δεν συμμετείχε.
Ξεχωριστό είναι το διήγημα η «Γιωργή», που και αυτό περιγράφει τις δραματικές συνέπειες που είχε ο εμφύλιος στην καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων. Πρόκειται για μάνα δύο παιδιών, η οποία έπασχε από φυματίωση  και η οποία ζούσε μόνη, αφού ο άντρας της ήταν αντάρτης που δεν είχε παραδώσει τα όπλα, ενώ τα δύο της παιδιά, τα είχαν δώσει σε άλλους να τα μεγαλώσουν που είχαν μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια. Οι εικόνες που φτιάχνει, χρησιμοποιώντας ένα λιτό λεξιλόγιο είναι από τις πιο δυνατές: «Η Μητέρα ευχαρίστησε γύρισε σε ‘μένα λέγοντας: «εσύ κάτσε εδώ ώσπου να γυρίσω» και βγήκε στο δρόμο κατευθυνόμενη προς το σπίτι της Γιωργής, η οποία ήταν ήδη έξω και καθόταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνί. Εγώ παρατηρούσα τη Μητέρα και την Γιωργή∙ η απόσταση δεν ήταν μεγάλη κι έτσι δεν ήταν δύσκολο να διακρίνω  το  πόσο είχε αδυνατίσει η καϋμένη και να καταλάβω καλύτερα την έννοια του «φορτώνει»!... Ήταν ντυμένη και στα μαύρα, απ’ όταν της είπαν ότι χάθηκε ο Μήτσος, που  βρέθηκε ξεπαγιασμένος στο  βουνό όταν τραυματίστηκε σε μια μάχη»(σελ.54,55).
Βεβαίως  ο Γ.Τσέγκος δεν περιγράφει μόνο την τραγική  πλευρά της ζωής, αλλά και την περισσότερο διασκεδαστική, αφού και ο ίδιος διαθέτει πηγαίο χιούμορ. Είναι εντυπωσιακό ότι και στις πιο σκοτεινές, στις πιο οδυνηρές  στιγμές των ανθρώπων, δεν απουσιάζει ούτε η χαρά, ούτε το γέλιο. Τέτοιες     είναι στο διήγημα με τον τίτλο η «Πληροφορία», όπου  σε μια φυλακή είναι κλεισμένα ένα ανώτερο, ένα κατώτερο κομματικό στέλεχος και ένας ποινικός κρατούμενος. Είναι εντυπωσιακό, με πόση εξουσιομανία είναι διαποτισμένο ένα κομματικό στέλεχος, ακόμη  και όταν είναι έγκλειστο και διωκόμενο. Εδώ θίγεται όμως ένα ευρύτερο θέμα: τι σχέσεις εξουσίας  εγκατέστησε το κομμουνιστικό κόμμα, όταν διωκόταν, με τι τρόπο  θεμελίωσε   μια αυστηρή πειθαρχία, που δεν συγχωρούσε καμία παρέκκλιση και  τιμωρούσε κάθε αιρετικό.
Ανάμεσα στα άλλα διηγήματα ξεχωρίζω  αυτό που αναφέρεται στο Ρένο Αποστολίδη. Πρόκειται για μια πνευματική φυσιογνωμία προκλητική, απρόβλεπτη, αυθεντική. Όμως συγχρόνως  ήταν πολύ καλός φιλόλογος και πολύγραφος συγγραφέας. Βεβαίως λόγω της ιδιοσυγκρασίας δεν μπορούσε  να είναι παρά «στιρνερικός». Τα διάφορα γνωστά επεισόδια στα οποία πρωταγωνίστησε, ο αυθεντικά περιπαικτικός, προκλητικός μέχρι  υβριστικός λόγος του, τον έριξαν για πολλά χρόνια στην αφάνεια, αφού η μεθοδευμένη αποσιώπηση  στην χώρα  μας είναι μια συνήθης κατάσταση, ανεξάρτητα αν επικρατεί δημοκρατικό ή αυταρχικό καθεστώς. Στο σπίτι του σύχναζαν  διάφοροι στοχαστές όπως ο Μ.Αναγνωστάκης. Στο Ρένο οφείλουμε  ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα  για τον ελληνικό εμφύλιο, την «Πυραμίδα 67» . Την σκηνή, από αυτό, όπου οι δύο πλευρές σταματούν τον πόλεμο και τραγουδούν «Κάποια μάνα αναστενάζει» χρησιμοποίησε ο Π.Βούλγαρης στην ταινία του «Ψυχή βαθιά». Εδώ ο Τσέγκος περιγράφει έναν Ρένο χαρούμενο, σχεδόν έφηβο: «Στη γιορτή μου όλη την μουσική, με σι-ντί, την φρόντιζε η νεολαία, εν συνεργασία με τον  ‘Ρένο που δεν έβλεπε την ώρα για τα προσφιλή του νταβαντούρικα, κυρίως αμερικάνικα ροκεντρολικά, ως αναμνησιακό φόρο τιμής στα νιάτα του  και όχι από κάποια αμερικανοφιλία, γι’ αυτό άλλωστε τα «χόρευε» εκείνος, αφού δεν ακολουθούσε τον όποιον ρυθμό έχουν συνήθως αυτά τα πατιρτνί! Για τα μπλουτζίν έλεγε ότι ήταν κατάλληλα για αμερικάνους χοντρόκωλους γελαδάρηδες! Μετά απ’ αυτά ακολουθούσε συνήθως η ιαχή για τη μεγάλη , την  πολυαναμενόμενη ατραξιόν: «Ρένο την τούμπα!». Ο Ρένος δεν ήθελε παρακάλια∙ το νούμερο της τούμπας το  γλεντούσε ο ίδιος και θα την έκανε και χωρίς επικλήσεις του κοινού… »(σελ. 103) .
Τέλος, το έργο, από τα πιο ενδιαφέροντα που διάβασα τα τελευταία χρόνια, είναι γραμμένο  σε πολυτονικό και συμπληρώνεται από τα πολύ πετυχημένα σκίτσα του Δημήτρη Μοράρου.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Χρήστος Γιανναράς: Η απαιδευσία των πολιτικών κυοφορεί τερατογενέσεις


                                                                             
Ο όρος «λαϊκή δεξιά» μοιάζει λεκτικό πυροτέχνημα, κενό από κάθε πολιτικό ρεαλισμό – όπως και το κενολόγημα «κεντροαριστερά». Οταν η εκδοχή της πολιτικής είναι μόνο διαχειριστική και ολική η έκλειψη κοινωνικών στόχων άλλων πέρα από την αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας, τότε η πολιτική γίνεται παιχνίδι παραγωγής ψευδαισθήσεων. Το παιχνίδι οργανώνεται με τους κανόνες εντυπωσιασμού του καταναλωτή, κανόνες του μάρκετινγκ – η «λαϊκή δεξιά» ή η «κεντροαριστερά» είναι τα λεκτικά ισοδύναμα στην πολιτική με το «λευκότερο του λευκού» στα απορρυπαντικά ή με το «διπλό φλουοράιντ» στις οδοντόκρεμες.

Το 1974 ο Κων. Καραμανλής ίδρυσε ένα καινούργιο κόμμα: σαφώς σχήμα - όχημα για να ασκήσει την προσωπική του δεξιότητα στη διαχειριστική πολιτική. Προδικτατορικά ονόμαζε το κόμμα του «Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση», μεταδικτατορικά το ονόμασε «Νέα Δημοκρατία». Και οι δύο ονομασίες ήταν απολύτως εμπορικές (διαφημιστικές), δεν απηχούσαν κοινωνικούς στόχους ούτε πολιτικές προτεραιότητες. Πολιτική φιλοσοφία του Κων. Καραμανλή ήταν, σαφέστατα, ο Ιστορικός Υλισμός, με άψογο (χρησιμοθηρικό) σέβας για το εθνικοθρησκευτικό «εποικοδόμημα».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ίσως πανουργότερος, διέβλεψε τις συνέπειες του κενού που είχε αφήσει στις συνειδήσεις η γελοιοποίηση του εθνικοθρησκευτικού «εποικοδομήματος» από τη χούντα. Δεν δίστασε να αγνοήσει τον διεθνιστικό χαρακτήρα των «σοσιαλιστικών» (υποτίθεται) αρχών του και να συνθηματολογήσει με μια ρητορική πατριωτικού ελληλοκεντρισμού, ολοφάνερα ιδεοληπτικού αλλά αρεστού στη μάζα. Αποδείχθηκε όμως και αυτός ο «πατριωτισμός» παροδικό διαφημιστικό τέχνασμα, που ταχύτατα θάφτηκε, μαζί με τον «σοσιαλισμό», στη θυελλώδη και αδίστακτη υστερία απόλυτης προτεραιότητας του καταναλωτισμού. Υστερία που ισοπέδωσε το πολιτικό τοπίο εξαφανίζοντας και τα τελευταία ίχνη διαφοροποιήσεων λογικής του «δημοσίου συμφέροντος» ή στοχεύσεων «ποιότητας» του κοινού βίου.

Για λόγους που δύσκολα ανιχνεύονται, η εμφανιζόμενη ως «αριστερά» στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση, προσπάθησε με κάθε τρόπο και πολύ πάθος να χαρίσει στη χούντα των μικρονοϊκών δικτατόρων του 1967 - 1974 (και μετά την έκλειψη του πανάθλιου συμπτώματος) την εσαεί αποκλειστικότητα εκπροσώπησης και διαχείρισης (μονοπώλιο) όχι μόνο του εθνικιστικού πρωτογονισμού και της ψυχολογικής πατριδοκαπηλίας, αλλά κάθε εκδοχής του πατριωτισμού: Η χρήση και μόνο της λέξης «πατρίδα». Η αναφορά σε ελληνική ιδιαιτερότητα (αναγκών, ιστορικών εθισμών, ιεράρχησης προτεραιοτήτων, νοοτροπίας και πολιτισμού). Η παραδοχή οργανικής, εξελικτικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ώς σήμερα, συνέχειας της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Ο ουσιαστικός, δημιουργικός εξελληνισμός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η αποκαλυπτική ελληνικότητα της Τέχνης, των θεσμών της παιδείας της – τέτοια και πλήθος ανάλογα θέματα χαρακτηρίστηκαν από την «αριστερά» ότι προδίδουν σαφή προσχώρηση στη χουντική «εθνικοφροσύνη», εκφράζουν «τον αμυντικό εθνικισμό του ελληνικού εθνολαϊκισμού», δεν απέχουν πολύ από τον φασισμό, συντηρούν το φάσμα μιας αενάως επαπειλούμενης χούντας.

Εντεχνα και μεθοδικά θάφτηκε, αποσιωπήθηκε, αγνοήθηκε κάθε έκφραση πατριωτισμού – ελληνοκεντρισμού που βρισκόταν στους αντίποδες (αναιρούσε την ψευτιά) της εθνικιστικής καπηλείας ή υστερίας. Καμιά ποτέ παραμικρή νύξη από την «αριστερά» για τον ελληνοκεντρισμό λ.χ. του Μάνου Χατζιδάκι και τη συναρπαστική, ανεπανάληπτη πολιτική πραγμάτωση αυτού του ελληνοκεντρισμού στο «Τρίτο Πρόγραμμα». Απόλυτη αποσιώπηση του πατριωτικού μανιφέστου της μεταπολίτευσης, που είναι το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»: η ελληνική ετερότητα ως δυνατότητα ενεργητικής μετοχής στο παγκοσμιοποιημένο σήμερα. Αγνόησε χυδαία και προκλητικά η «αριστερά» τον πολιτικό Σεφέρη, τις συγκλονιστικές του υποθήκες και νουθεσίες, αγνόησε την πολιτική σκέψη του συνεπέστατου στις εκσυγχρονιστικές του απαιτήσεις, ελληνοκεντρικού ευρωπαϊστή, Γιώργου Θεοτοκά.

Εσκεμμένα και δόλια επιδίωξε η «αριστερά» να αγνοηθεί και παρακαμφθεί η γνησιότητα του πατριωτισμού, να ταυτιστεί ο πατριωτισμός στις συνειδήσεις «με την πολιτική κουλτούρα και τις αξίες των λαϊκών στρωμάτων του συντηρητισμού... Αγροτικοί πληθυσμοί, ηλικιωμένοι και θρησκευόμενοι (δηλαδή: λούμπεν στοιχεία της ελλαδικής κοινωνίας), όλοι εχθρικοί απέναντι στη δυτική πολυπολιτισμική κουλτούρα (αλήθεια: πολυπολιτισμικός ο Γερμανός; πολυπολιτισμικός ο Γάλλος;) με ροπή στον αυταρχισμό, κάνουν δυναμικές εμφανίσεις σε συλλαλητήρια για το Μακεδονικό ή για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες». Αυτό θέλει η «αριστερά» να είναι ο πατριωτισμός στην Ελλάδα.

Για λόγους που ακόμα πιο δύσκολα ανιχνεύονται, αυτήν ακριβώς την αντίληψη για τον πατριωτισμό και την ελληνικότητα εγκολπώθηκε και η «Νέα Δημοκρατία» – παλεύει με κάθε τρόπο, χρόνια τώρα, να αποφύγει τη «ρετσινιά» του πατριωτικού κόμματος ή των κριτηρίων φιλοπατρίας (αξιοπρέπειας) στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η καταγραφή και μόνο των συμπτωμάτων αυτής της υστερικής φοβίας θα απαιτούσε πολυσέλιδο σύγγραμμα – θυμηθείτε την εκπαιδευτική πολιτική της κυρίας Γιαννάκου, τον πελιδνό και άφωνο Καραμανλή, τον βραχύ, τη νύχτα που η Τουρκία παζάρευε τον τίτλο του υποψήφιου μέλους της Ε.Ε., χωρίς να υπάρχει κανένας να της θέσει στοιχειώδεις όρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.

Η Ν.Δ. αρνήθηκε μετά βδελυγμίας να αποτελέσει κόμμα πατριωτικό, να υπηρετήσει την κοσμοπολίτικη ελληνικότητα του Σεφέρη, του Θεοτοκά, του Ελύτη, του Μάνου Χατζιδάκι. Το νοητικό επίπεδο και η στάθμη καλλιέργειας των στελεχών της καθήλωσαν το κόμμα σε ουραγό της «αριστεράς»: να ταυτίζει την ελληνικότητα με τον επαρχιώτικο εθνικισμό και τη βαλκανική μιζέρια, να αποκλείει κάθε ενεργό ρόλο ελληνικής ετερότητας στον εντόπιο και στον διεθνή πολιτικό στίβο.

Ετσι φτάσαμε «κάποιοι κλόουν της πολιτικής σκηνής» να διεκδικούν στο κοινοβούλιο και στην κοινωνία την εκπροσώπηση του πατριωτισμού και της ελληνικότητας, ακριβώς με τις προδιαγραφές που βολεύουν απολύτως τη δολιότητα της «αριστεράς» και την ευτέλεια της Ν.Δ. Τα ονόματα των κλόουν γνωστά, γραφικά, «της πλάκας». Μήπως και ο εθνικιστικός τραμπουκισμός της Χ.Α. είναι επίσης αποκύημα της ίδιας πολιτικής;

Πηγή:http://www.kathimerini.gr/775010/opinion/epikairothta/politikh/h-apaideysia-twn-politikwn-kyoforei-teratogeneseis

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Νίκος Καρούζος: Τα πεζά - Γ' μέρος


Ρήξη φ.105
                                
Πτώση, Παράδεισος και Ουτοπία

Ο Καρούζος περιπλανήθηκε στους δρόμους της κοινωνικής ουτοπίας με σκοπό να φέρει στοιχεία του Παραδείσου στο κόσμο της πτώσης.
 Γράφει λοιπόν: «ο μαρξισμός κι ο φροϋδισμός: κατοικίδιες αλήθειες. Η σκέψη-μουτσούνα κι όχι η σκέψη-σάρκα. Ωστόσο, μπορεί να φόβισε το κακό για κοινωνικές παραχωρήσεις ο ένας κι ο άλλος, πάλι, μπορεί ν’ αποτέλεσε κάποιαν άσκηση των συνειδήσεων  ενάντια στην υποκρισία. Κάτι κι αυτό, μα η άγρια φύση του Ανείπωτου, μονάχα στου Θεού το θέλημα ξεχύνεται για να συνταράζει τον ύπνο μας»[1].
Θα αντιμετωπίσει την τάση για υπερκατανάλωση ως καταστροφή των ουσιωδών στοιχείων της υπάρξεως: «χάνουμε την ένταση μέσα μας κι απορίχνουμε την υπόσταση στα βορβορώδη ρείθρα της υπερκαταναλώσεως, μ’ αυτό τον τρόπο μεταβάλλοντας από θεϊκό δώρο της έμορφη καθημερινότητα σε φρικαλέο δυνάστη, σε γρυλίσματα χοίρων»[2]. Ανάμεσα στα αστικά πλήθη αισθάνεται την έρημο να προχωρά. Η διέξοδος είναι «ο δρόμος οπού μπορεί να μας οδηγήσει προς το Πρόσωπο κι αυτός ο δρόμος είν’ η επανεύρεση μέσα στις σύγχρονες αγέλες, όπου χαιρόμαστε κ’ υποφέρουμε δίχως ταυτότητα, της εξατομικευμένης ευθύνης, της αγαπητικής εκείνης ενέργειας του πνεύματος, όπου χτίζει κι ανυψώνει την Άχραντη συντροφικότητα…»[3] Συγχρόνως θα πρέπει να ξεφύγουμε από την «εξουσιαζόμενη και εξουσιάζουσα μάζα», ώστε να γίνουμε αυτεξούσιοι «να λιγοστέψουμε τον υλισμό μας και να πετύχουμε κάποιαν αποκόλλησή μας απ’ τα είδωλα της Τεχνικής, ώστε να σημάνει και κάποια λυτρωτική  κατάπαυση στον ίλιγγο τον ερεβώδη του τεχνολογικού διονυσιασμού της Ιστορίας»[4].
Ο Καρούζος θα σταθεί στην τραγωδία του κυπριακού ελληνισμού, στην τουρκική εισβολή και κατοχή ενός μεγάλου μέρους του νησιού. Βλέπει ότι στο πολύπαθο νησί έγινε ένα μεγάλο κακό, φρικαλέο και ανείπωτο όπου διασταυρώθηκαν «η θρασεμένη κακία, η αρπακτικότητα, ο όλεθρος, η κωφάλαλη αγριότητα». Όμως η ρωμιοσύνη θα βρεί δυνάμεις για να σταθεί ολόρθη: «ο έλληνας, άλλωστε, σαν ένας απ’ τους πιο δυνατούς ανθρώπινους τύπους, βρίσκει και στου γκρεμού τ’ αχείλι καινούργια δύναμη να φανερώσει, καινούργια βάθη στην ψυχή του την ακατάβλητη, δεν είναι για να σβήσει απ’ το χάρτη ο έλληνας, με τέτοια κληρονομιά που διαθέτει, τέτοια γλώσσα-μήτρα, τέτοια πραγματική κι ασύνορη δόξα, δεν είν’ ο έλληνας από κανένα χτεσινό νταμάρι ξεφανερωμένς, είν’ ο αρχαιότατος διδαχός της χιλιάκριβης της λευτεριάς και με το πνεύμα και με το αίμα, είν’ ο ταγμένος από φυλετικού γεννησιμιού του στο φως και τη μεγάλη καθαρότητα της αλήθειας, είν’ εκείνος που’ χει χαράξει στο γρανίτι της Ιστορίας τ’ ανεξίτηλα αιτήματα της ηθικής και της αξιοπρέπειας, της λεβεντιάς και της ακράδαντης δικαιοσύνης»[5].
Αντίθετος θα σταθεί στις μεταπολιτευτικές γλωσσικές ακρότητες, όπου συχνά με πρόσχημα την εδραίωση μίας «δημοτικιστικής» καθαρότητας, παρόμοιας σε φανατισμό και φορμαλισμό με αυτό των γλωσσαμυντόρων της καθαρεύουσας, ξεκινούσε αρχικά η απίσχνανση και στην συνέχεια  η διάλυση της γλώσσας. Για αυτό θα καταγγείλει τον Ψυχάρη ως «ανεκδιήγητο» και «αστείο»[6].  Παρόλα αυτά δεν ανησύχησε από την κατάργηση του πολυτονικού και  την σχολίασε θετικά.
Βεβαίως δεν συμμερίζεται τον «ηρωικό μηδενισμό» του Ν.Καζαντάκη, αλλά αποδέχεται ότι «έχει προσφέρει στη νέα ελληνική λογοτεχνία την πιο θησαυριστική γλώσσα που, παρ’ όλες τις ακρότητες της, δεν παύει να’ ναι μια ξέχωρα δυναμική και ιδιότυπη πραγματικότητα»[7].
 Σε τρία σύντομα δοκίμια θα αναφερθεί στον δίχως «μεταφυσικό έρμα», τον αιχμάλωτο του σώματος  Κ. Καβάφη. Όμως  θα βρεί  αξιοθαύμαστα στοιχεία καθώς αν και χρησιμοποιεί μια πεζή, ξερή πραγματικότητα δημιουργεί ποιητικά αποτελέσματα. Θα τον συγκρίνει με το θέατρο του  Μπέκετ και με τα ρεμπέτικα, που δύσκολα έγιναν αποδεκτά αλλά εκφράζουν «με τον δροσερό βγαλμένο απ’ την πραγματική ζωή, ριζικό θρήνο, την απελπισμένη λεβεντιά και την κατάκαρδη λύπη»[8]. Τελικά θα του αναγνωρίσει πως «άλλαξε την κατεύθυνση της ποίησης» καθώς ότι υπήρξε «ιδιότυπος σκηνοθέτης του λόγου», «έξοχα μυθοχαρής», που η Ελλάδα και ο κόσμος δεν θα πάψουν να τον έχουν ανάγκη[9].
Όμως στον Σολωμό, στον «μεγάλο κι ολοφάνερο δάσκαλο», θα εκβάλλουν οι χείμαρροι του δημοτικού τραγουδιού για να γνωρίσουν μια νέα ζωή , ενώ  στον Κ.Παλαμά  διατρανώνεται η συνέχεια της γλώσσας μας «από την αρχαιότητα ως τα δημοτικά τραγούδια, ως τη ζωντανή λαλιά του νεοέλληνα»[10], αφού ο ποιητής «κατέβηκε ή μαλλον ανέβηκε στο λαό, προσευχήθηκε στο λαό»[11].
Με βραχύ σχεδόν επιγραμματικό τρόπο θα αναφερθεί στον Γ.Θεοτοκά, στον Α.Τερζάκη, στον Μ.Καραγάτση, στον αυτόχειρα συγγραφέα  Γιώργο Μακρή, στον Α.Εμπειρίκο, στον φιλόσοφο  Ντίμη Αποστολόπουλο, στον Θ.Νιάρχο, στον Α.Κατακουζηνό,  αλλά και στον Γκογκόλ και στον Βαλερύ.
Με ένα κείμενο κάπως υπερρεαλιστικό θα γράψει πως η «Λογική λατρεύει τα μακαρόνια», θα εξομολογηθεί  ότι είναι «αναρχοκομμουνιστής», ενώ στον ίδιο τόνο θα συγκρίνει τον Μάρξ και τον Μπακούνιν[12].
Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Κοινωνικοί αγώνες και σοσιαλιστική ηθική», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τομές, τ.33, Φεβρουάριος 1978 θα παρουσιάσει τις Αναμνήσεις του αιρετικού τροτσκιστή Α.Στίνα. Κάπως αισιόδοξα θεωρεί ότι ο Λένιν θα συγκρατούσε την γραφειοκρατική παραμόρφωση και τον υπερασπίζεται ακόμη και έναντι κάποιων επικρίσεων του Στίνα, που φτάνουν να χαρακτηρίζουν τον Λένιν και τον Τρότσκι ως απατεώνες με αφορμή την αιματηρή κατάπνιξη της εξέγερσης της Κροστάνδης. Αλλά όμως καταλήγει ότι ο «ανθρώπινος παράγοντας υπάρχει τελικά αστάθμητος και ανησυχητικός, ο σοσιαλισμός από ιστορική αναγκαιότητα μεταβάλλεται σε ιστορική πιθανότητα και επομένως η συμβολή του μαρξισμού-λενινισμού στο όραμα του σοσιαλιστικού μέλλοντος της ανθρωπότητας ως «επιστημονικής θεωρίας» μεταπίπτει σε συμβολή ενός θεωρητικού φορμαλισμού, με έναν αριθμό θετικές και ένα μεγαλύτερο αριθμό αρνητικές συνέπειες»[13].
Οι πνευματικές ανησυχίες του Καρούζου θα απλωθούν ως τον Βούδα και τον Λάο-Τσε.
 Παρότι αποβλέπει στην κοινοβιακότητα και στην ακτημοσύνη θεωρεί ότι αυτή δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα κάποιων εξωτερικών οικονομικών όρων, αλλά της ελευθερίας που «είναι κυρίως πνευματική υπόθεση που κατορθώνει το εσωτερικά μαχόμενο ανθρώπινο πρόσωπο»[14]. Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Ποίηση και Ιστορία», που δημοσιεύτηκε στο βολιώτικο περιοδικό «Η Ζάλη», τ.4,Απρίλιος 1989, προβληματίζεται  και  πάλι για τον Μάρξ που «αναγγέλλει  τη συντροφικότητα κι αντικαθιστά το άτομο με τις μάζες» αλλά και τον Νίτσε που «ανυμνεί ως δαιμονιακός ποιητής της φιλοσοφίας, την τραγική μοναξιά του ηγετικού ατόμου μέσα στους κινδύνους της ηδονικής πανωλεθρίας»[15].
Σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που χρησίμευσε ως σκελετός μιας τηλεοπτικής ταινίας που του είχε αφιερωθεί καταλήγει: «λατρεύω τη φύση, τον καθαρό αέρα, την εποποιία του πρασίνου στην Ελλάδα, δυστυχώς όμως έξω απ’ τα φαλακρά αυτοκινητοκρατούμενα (να μου επιτραπεί η λέξη) αστικά κέντρα. Το πράσινο της ύπαιθρης Ελλάδας μου θυμίζει την επιταγή «μηδέν άγαν». Είναι σαν θεϊκός λογαριασμός  της διαλεχτής λιτότητας των όντων»[16]
Ο Ν.Καρούζος  αναζητεί την αφθαρσία σε ένα κόσμο φθοράς, τον Παράδεισο σε μια εποχή δαιμονική, το νόημα σε μια περίοδο παράλυσης και καταναλωτικής αποχαύνωσης, την γλωσσική αρτιότητα στον καιρό της γλωσσικής καταστροφής, την λιτότητα και την ισορροπία  όταν το χρήμα θεοποιείται. Η προσπάθεια του θαυμαστή  μας αποδεικνύει πως η πεζή πραγματικότητα μπορεί να μεταμορφωθεί σε ποίηση.



[1] Ό. π., σελ. 135
[2] Ό. π., σελ.149. 
[3] Ό. π., σελ. 151.
[4] Ό. π., σελ. 151.
[5] Ό. π., σελ. 156.
[6] Ό. π., σελ. 171.
[7] Ό. π., σελ. 179.
[8] Ό. π., σελ. 88.
[9] Ό. π., σελ. 268,269.
[10] Ό. π., σελ. 278.
[11] Ό. π., σελ. 282.
[12] Ό. π., σελ. 207,208,209.
[13] Ό. π., σελ. 219.
[14] Ό. π., σελ. 234.
[15] Ό. π., σελ. 308.
[16] Ό. π., σελ. 314.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

18 Ιουνίου-19.30: η παρουσίαση του νέου μου βιβλίου

                                                             

Οι Εναλλακτικές Εκδόσεις παρουσιάζουν την Τετάρτη 18 Ιουνίου στις 19.30 το βιβλίο “Το ξερίζωμα του ανθρώπου, η κρίση της νεωτερικότητας, οι ιδεολογίες και στοχαστές” του Σπύρου Κουτρούλη. Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:Σωτήρης Γουνελάς, συγγραφέας, Μελέτης Μελετόπουλος,δρ.ιστορικός-κοινωνιολόγος, Ρεϋμόνδος Πετρίδης, δρ Φιλοσοφίας και ο συγγραφέας του βιβλίου. Συντονίζει ο Γιώργος Καραμπελιάς. Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού του ΆρδηνΞενοφώντος 4, πλ. Συντάγματος.




Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Ευχαριστούμε Κωστή Παπαγιώργη



Αρδην τ.96


Η αποδημία ενός στοχαστή  μας δίνει την ευκαιρία να αποτιμήσουμε συνολικά το έργο του  και να αξιολογήσουμε το τι κόμισε τελικά στην πνευματική μας ζωή.
Για τον Κωστή Παπαγιώργη ίσως δεν ήταν αναγκαίο κάτι τέτοιο, γιατί ήδη  είχε κερδίσει μια καθολική αναγνώριση, που με τον θάνατό του επιβεβαιώθηκε.
Μέσα από το τεράστιο και έγκυρο μεταφραστικό έργο του, το πλούσιο δοκιμιακό του έργο, τις συνεργασίες σε διάφορες εφημερίδες και έντυπα, κερδίζει τον τίτλο ενός ακαταπόνητου  και γόνιμου στοχαστή, μεγάλης παιδείας. Επιπλέον αποδεικνύει ότι στην χώρα μας σημαντικός και ενδιαφέρον δοκιμιακός λόγος γράφεται συνήθως εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Ο Παπαγιώργης μετάφρασε σπουδαία και σημαντικά κείμενα του φιλοσοφικού λόγου, που απαιτούν όχι μόνο μια πολύ καλή και σε βάθος γνώση των γλωσσών που χρησιμοποιεί, αλλά και μια άρτια γενική και ειδική παιδεία. Έργα όπως το «Είναι και το Μηδέν» του Ζ.Π.Σάρτρ, οι «Σκέψεις» του Πασκάλ,  οι «Λέξεις και τα Πράγματα» του Μ.Φουκώ, η «Μεταμοντέρνα Κατάσταση» του Ζ.Φ.Λυοτάρ, το «Περί Γραμματολογίας» του Ζ.Ντερριντά  για να μεταφραστούν από την μία γλώσσα σε μια άλλη, προυποθέτουν προφανώς εξαιρετική γνώση της ελληνικής και γαλλικής γλώσσας   αλλά και επαρκή, τουλάχιστον, φιλοσοφική παιδεία.
Προφανώς ένα τέτοιο έργο δεν πρόκειται να αμειφθεί ποτέ όπως πρέπει, παρότι από αυτό βιοπορίστηκε. Όμως αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι για τον  Παπαγιώργη η ανάγνωση και η γραφή ήταν μια υψηλή απόλαυση.
Τα κείμενα του σε εφημερίδες και περιοδικά όπως ο Επενδυτής, το Αθηνόραμα, το Lifo διακρίνονταν για την διαύγεια και την ανεξαρτησία τους. Ίσως ήταν ένας από τους λίγους στοχαστές, από αυτούς που έγραφαν τακτικά στον περιοδικό τύπο, που η γραφή τους δεν έχανε το ενδιαφέρον της. Μπορούσε να διακρίνει   με εγκυρότητα το σημαντικό από το ασήμαντο, τα πνευματικά ρεύματα που άξιζε να ασχοληθούμε από αυτά που θα έπρεπε να προσπεράσουμε.
Τα ενδιαφέροντα του έχουν μια μεγάλη ευρύτητα, αφού περιλαμβάνουν δοκίμια για τον Χάιντεγκερ, τον Νίτσε, τον Μαλλαρμέ,τον Χέγκελ, τον Σωκράτη, επεκτείνονται σε συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Α.Παπαδιαμάντης, σε στοχαστές όπως ο Βακαλόπουλος,  αλλά και ολοκληρώνονται σε περισσότερο ιστορικά κείμενα όπως για τον Κανέλλο Δεληγιάννη, για τον Βαρνακιώτη, τον Καραϊσκάκη, τον Ανδρούτσο,  και τον Ε. Ξάνθο.
Σε μια συνέντευξη του, τόνισε πόσο λάθος κάνουμε όταν επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά  στην αρχαία ελληνική γραμματεία και στον νεώτερο ελληνισμό και περιφρονούμε ή απαξιώνουμε όλη την ενδιάμεση περίοδο, δηλαδή την Βυζαντινή φιλοσοφία  και την σημαντική σε ποιότητα και έκταση πατερική γραμματεία.
Σε ένα από τα παλαιότερα βιβλία του, το «Σιαμαία και Ετεροθαλή»(εκδόσεις Ροές, 1987), στο δοκίμιο με τον  τίτλο «βιβλιολάτρες», γράφει πως κατά την παραμονή του στο Παρίσι, βρέθηκε να περνά ατέλειωτες ώρες σε εξαιρετικά και πλούσια βιβλιοπωλεία, της αριστερής όχθης, στον Σαιν Ζερμαίν και στο Σαιν Μισέλ κυρίως. Το πάθος της ανάγνωσης και η ανάγκη, δηλαδή τα περιορισμένα χρήματα τον οδήγησαν να αρπάξει πολλά βιβλία που του άρεσαν. Σε αυτό το βιβλίο περιέχονται πολλά από τα πρώτα του δοκίμια, που είχαν δημοσιευθεί προηγουμένως σε διάφορα περιοδικά και περιέχουν όλες τις αρετές της γραφής του Παπαγιώργη: βαθιά γνώση του αντικειμένου που ασχολείται, που όμως δεν εξαντλείται στον σχολαστικισμό, αλλά με όχημα ένα απλό και σαφές ύφος, προβαίνει  σε σπινθηροβόλες επισημάνσεις. Ένα τέτοιο κείμενο, είναι αυτό με τον τίτλο «ο διάδοχος »που αναφέρεται στον Κ.Αξελό, όπως και εκείνο με τον τίτλο «ένας πεζογράφος» που αναφέρεται στον Γιώργο Ιωάννου. Σημαντικά ήσαν τα δοκίμια του «η παρουσία και το ίχνος», που με αφορμή τον Ντεριντά κάνει μια αναδρομή στην φιλοσοφία και την γλώσσα από τον Πλάτωνα, στον Χέγκελ, τον Χάιντεγκερ και τον Σωσύρ.
Το δοκίμιο με τον τίτλο «Η οντολογία του Μ.Χάιντεγκερ», εκδόθηκε από την Νεφέλη το 1983 αποτελεί μια πρώιμη ενασχόληση με τον γερμανό φιλόσοφο που δεν θα πάψει να τον απασχολεί, όπως φαίνεται και από το υστερότερο έργό του.  
Το έργο «Τα καπάκια: Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος» (εκδόσεις Καστανιώτης, 2003,σελ.290),  είναι ένα αντιπροσωπευτικό ιστορικό δοκίμιο, με άρτια τεκμηρίωση , με γοητευτική γραφή και καλά θεμελιωμένα συμπεράσματα. Το πρώτο δοκίμιο με τον τίτλο «από την Πίζα στο Μεσολόγγι» αναφέρεται στις συχνές σφαγές των Φαναριωτών από τους Τούρκους, τις  εξαγορές των πατριαρχικών αξιωμάτων, στα διλήμματα του οικουμενικού πατριαρχείου ανάμεσα στις οικουμενικές του υποχρεώσεις και τις απαιτήσεις για το υπόδουλο γένος, δηλαδή ένα άκρως ιδιαίτερο περιβάλλον που οδήγησε στην συνέχεια στην ανάδειξη της πιο αμφιλεγόμενης ίσως προσωπικότητας της Επανάστασης του 1821, του Α.Μαυροκορδάτου. Όπως γράφει ο Παπαγιώργης «ήταν η ξένη δύναμη, η νεοφανής αρχή, η εισαγωγή του καινού δαιμονίου που αποφάσιζε για το παρόν ενόψει  του μέλλοντος»(σελ.36).
Το έργο του «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» (εκδόσεις Καστανιώτης, 1998,σελ.216), αναφέρεται στον Α. Παπαδιαμάντη και στο έργο του. Διόλου τυχαία ξεκινά με μια εκτενή αναφορά στον Α.Κοραή,  για να  αναφερθεί στις συγκρούσεις που χαρακτήρισαν την διαμόρφωση του νεότερου ελληνισμού ανάμεσα στην πατερική σκέψη των Κολλυβάδων και ότι τελικά εκπροσώπησε ο Κοραής. Από αυτές τις διαμάχες τελικά προκύπτει η φυσιογνωμία του Α.Παπαδιαμάντη. Ο Παπαγιώργης θα ενδώσει στον πειρασμό και θα αναφερθεί στην μοίρα του νέου ελληνισμού: «ξεριζωμένος, δίγνωμος και παραβλώψ, ο νεοέλληνας θα αναγκασθεί να ζήσει σε μια χώρα που, είτε είναι «ιστορικό λάθος» είτε εθνική νεύρωση, θα δεχθεί ως συνθήκη της την απομόνωση και την περικύκλωση. Η τουρκοπατημένη ρωμιοσύνη στερήθηκε το ιστορικό μέλλον∙ η δυτική ρωμιοσύνη έπεσε στα χέρια των ελευθερωτών της »(σελ.41). Το έργο του Παπαδιαμάντη θα αποκορυφωθεί στα διηγήματά του, ειδικά στην «Φόνισσα», όπου διακρίνουμε τα στοιχεία της προσωπικής του δημιουργίας. Ο Παπαγιώργης, εν προκειμένω, καταλήγει: «η εγκατάλειψη του φράγκικου μυθιστορήματος προς χάρη του διηγήματος δεν υποδηλώνει τη μετάβαση από ένα ξένο είδος σε μια ντόπια τεχνοτροπία. Το διήγημα είναι εξίσου ευρωπαϊκό και ξενόφερτο. Αν συνέβη κάτι ιδρυτικό στο μεταξύ, αυτό αναμφίβολα είναι μια μύχια αναβάπτιση στο οικείο ήθος. Συγγραφέας χωρίς πατρίδα, γλώσσα και ιθαγένεια δεν μπορεί να υπάρξει»(σελ.215).
Ο Κωστής Παπαγιώργης  στο έργο «Τρία μουστάκια: ψιχία μηδενισμού» (εκδόσεις Καστανιώτης, 2005,σελ.195), αναγκαστικά είναι πυκνός, ίσως κάπου αφοριστικός, διότι θα πρέπει να εξετάσει σε ένα σχετικά σύντομο κείμενο τέσσερις διαφορετικούς στοχαστές: τον Νίτσε, τον Χάιντεγκερ, τον Μαλλαρμέ, τον Γιούνγκερ. Τόσο σημαντικοί στοχαστές, με πολύ ευρύ έργο, δεν μπορεί παρά να ασφυκτιούν σε ένα σύντομο κείμενο. Όμως, αν διαθέτεις τις γνώσεις και το γλωσσικό αισθητήριο του Κ. Παπαγιώργη, μπορείς να ανασύρεις στην επιφάνεια πολλά από τα ουσιώδη στοιχεία της σκέψης τους. 
Στο πρώτο κεφάλαιο, για τον Νίτσε, ο Παπαγιώργης ανατρέχει στις σκέψεις του Νίτσε που περιέχονται στο έργο του «Γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής». Στη συνέχεια θα αναφερθεί στην επίθεση του Νίτσε στις ηθικές κατηγορίες της «γενεαλογίας της ηθικής». Γράφει: «Ο Νίτσε πλάθει το εξής αλλόκοτο φιλοσόφημα: διά της μνησικακίας διαμορφώνεται ένα νέο είδος ανθρώπου που μεταρσιώνει παθητικά την βία του αντιπάλου, την μεταπλάθει σε ηθικές αξίες και μολονότι ευαγγελίζεται τη σωτηρία της ζωής, ουσιαστικά είναι ο κατεξοχήν πολέμιός της» (σελ. 36). Εξετάζεται αναλυτικά η κριτική του Νίτσε στον Ιερέα και στο «ασκητικό ιδεώδες», ενώ συγκρίνεται με την χεγκελιανή «διαλεκτική του Κυρίου και του Δούλου». Παράλληλα, με συνοπτικό τρόπο εξετάζεται η ερμηνεία του Νίτσε από τον Ντελέζ. 
Ο Παπαγιώργης γράφει: «Μολονότι ο Χάιντεγκερ εγκαινίασε την προβληματική του Είναι μέσω της εμπειρίας του μηδενός, ουδέποτε θεωρήθηκε μηδενιστής. Ο λόγος είναι απλός: κινήθηκε πέραν ή εντεύθεν των ηθικών κριτηρίων, υπέβαλε σε ριζική κριτική την κλασική και νεότερη μεταφυσική χωρίς να συνδέσει τα επιχειρήματά του με την ηθική ισχύ των αξιών. Μίλησε για αυθεντική και αναυθεντική ύπαρξη, αλλά όχι για καλό και κακό ή για άρχοντες και δούλους» (σελ. 65). Αναγκαστικά, ο Παπαγιώργης θα επανέλθει στο σύνολο του έργου του Χάιντεγκερ και θα συμπεράνει ότι ο τελειωτικός λόγος του Χάιντεγκερ για τον Νίτσε θα τον κατατάξει μέσα στην Ιστορία της δυτικής μεταφυσικής, «στον πλατωνισμό, στον χριστιανισμό, στον γερμανικό ιδεαλισμό» (σελ. 93). 
Το δεύτερο κεφάλαιό του είναι αφιερωμένο «στη μνήμη του φίλου Ηλία Λάγιου». Αναφέρεται στο έργο του Μαλαρμέ «Ιγκοτούρ» και στην περίφημη «μεταφυσική κρίση του Μαλαρμέ, που τοποθετείται χρονικά στην περίοδο 1866-1870 και συναρτάται ασφαλώς με την ανακάλυψη του μηδενός» (σελ. 97). Με τη βοήθεια του Μπλανσό και του Ρισάρ θα αναδείξει τις χεγκελιανές επιρροές στον Μαλλαρμέ. 
Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Πέρα από το όριο», θα εξετάσει την ιδιαίτερη κατάσταση του γερμανικού μεσοπολέμου, αλλά και τον εθνικό λόγο του Φίχτε, τις πολιτικές του Βίσμαρκ και τις κοινωνικές της επιπτώσεις. Παράλληλα με την εμφάνιση του Χίτλερ, στον πνευματικό χώρο συμβαίνουν τα εξής: Ο Χάιντεγκερ εκδίδει το «Είναι και Χρόνος» το 1927, ο Ερνστ Γύνγκερ εκδίδει το 1933 το έργο «Ο Εργάτη», ο Λύο Στράους εκδίδει, στην Νέα Υόρκη, το 1941, την διάλεξη για τον γερμανικό μηδενισμό. Όπως συμπληρώνει ο Παπαγιώργης, υπάρχει και συνέχεια: «Το 1951 δημοσιεύεται το “Πέρα από το όριο” του Γύνγκερ, στο οποίο, το 1955, ο Χάιντεγκερ θα απαντήσει με την επιστολή του “Περί του ερωτήματος του Είναι”» (σελ. 146). 
Έτσι, εξετάζει τις σκέψεις του Στράους ότι  ηθικές είναι οι πηγές του γερμανικού μηδενισμού, ο οποίος καταδικάζει το κέρδος και την ανεύθυνη εξουσία. Ο άκρατος ιδεαλισμός τους τούς ωθούσε να απορρίπτουν τις μικροαπολαύσεις και τις μικροχαρές της καθημερινής ζωής. Ο Στράους διαπίστωσε ότι πολλοί μηδενιστές «είναι μεγάλοι θαυμαστές της πνευματικής καλλιέργειας, καθόσον αυτή διακρίνεται από τον υλικό πολιτισμό και τον απορρίπτει (σελ. 155). Ο Παπαγιώργης θεωρεί παράδοξη τη θέση του Στράους ότι οι Γερμανοί είναι εχθροί του ορθού λόγου «παρότι γνωρίζει ότι ο γερμανικός ιδεαλισμός και δη ο Καντ θεράπευσαν τον ορθό λόγο κατ’ εξακολούθησιν» (σελ. 156). 
Ο Ε. Γύνγκερ ανέλαβε να δώσει απάντηση σε ένα ριζικό ερώτημα του γερμανικού μεσοπόλεμου: Την εναρμόνιση του Τεχνικού εκσυγχρονισμού με τον ανορθολογισμό, δηλαδή τον μιλιταρισμό, τον εθνικισμό και τον ρομαντισμό των δεξιών κύκλων της Βαϊμάρης. Ας σημειωθεί ότι ο Γύνγκερ, παρότι συνήγορος του μιλιταρισμού, δεν προσχώρησε πότε στον ναζισμό, ενώ στα τελευταία του βραβεύθηκε για το έργο του από τον Μιττεράν. Όμως η αποθέωση του πολέμου, η εξύψωση της στρατιωτικής ζωής (ο Παπαγιώργης συλλέγει κάποιες φράσεις του όπως «να ζεις σημαίνει να σκοτώνεις»), η άποψη ότι η καπιταλιστική αλλοτρίωση ξεπερνιέται μέσα στην στρατιωτική κοινότητα, έκανε αποδεκτή τη βαρβαρότητα του πολέμου. Θα έπρεπε να ισοπεδωθεί πρώτα όλη η Ευρώπη για να αποδειχθεί η τραγική αφέλεια αυτών των απόψεων. Ο Παπαγιώργης αναφέρει αρκετές πληροφορίες για το έργο του Γύνγκερ «Ο εργάτης» καθώς και τις πολιτικές επιλογές του για τον εθνομπολσεβικισμό και τις σποραδικές διακηρύξεις του υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η απρουπόθετη λατρεία της καταστροφής, του πολέμου, η αποστροφή για την ομορφιά της ζωής, η άρνηση  να αποδεχθεί τον ηρωισμό και τις σημασίες που περιέχει η καθημερινή ζωή, ακόμη χειρότερα η απόρριψη  της αγάπη προς τον άλλον και της αγάπης για  τον κόσμο, όσο και αν διανθίζονται με μια υψηλής ποιότητας αισθητική, αποτελούν την πιο θλιβερή κατάληξη του μεσοπολεμικού μηδενισμού. 
Ο Παπαγιώργης παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην πνευματική μας κίνηση. Ήταν τακτικός αναγνώστης της «Ρήξης», όπως φαίνεται ,από τις αναφορές σε αυτή, σε κάποια από τα τελευταία του δημοσιεύματα, στο περιοδικό Lifo στις  29.1.2014 και στην ιστοσελίδα matrix 24.gr. στις 25.1.2014.

Κωστή Παπαγιώργη σε ευχαριστούμε!