Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Από την Άλωση στο 1821: μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση

Ο χώρος πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής» διοργάνωσε στις 26 Μαΐου 2015 εκδήλωση με θέμα:
«Από την Άλωση στο 1821: Αντίσταση και διαμόρφωση της συνείδησης του νεώτερου Ελληνισμού».
Ομιλητές:
Γιώργος Ανδρειωμένος, αντιπρύτανης Παν/μιου Πελοποννήσου,
Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας,
Χαρίτων Καρανάσιος, ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών
Κωνσταντίνος Χολέβας, δημοσιογράφος-συγγραφέας



Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Συνέντευξη του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη στον Γ.Χατζηγεωργίου

Κυριάκος Χαραλαμπίδης: «Δεν γράφω ποίηση, εγγράφομαι μέσα στην ποίηση»


 
Όταν είχε αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ομότεχνοί του τον είχαν χαρακτηρίσει ως τον ζώντα «εθνικό ποιητή της Κύπρου». Εκείνος αποστρέφεται τέτοιους χαρακτηρισμούς. Ακόμη και αν κάποιοι ισχυρίζονται πως αν ποτέ απονεμόταν Νόμπελ Λογοτεχνίας σε κύπριο λογοτέχνη, θα έπρεπε να δινόταν σε εκείνον, στα πλατιά όρια του οικουμενικού ποιητή.


Γράφει: Γιάννης Χατζηγεωργίου
Φωτογραφίες: Στυλιανός Δημητρίου



Τις προάλλες, στο café της Αγλαντζιάς όπου είχαμε συναντηθεί, εκείνο το Σάββατο που άνθιζαν οι μαργαρίτες, οι τουλίπες και τα ζουμπούλια, που μύριζε πεύκο στη λεωφόρο Κυρηνείας και πικροδάφνη, ο σερβιτόρος, με το θάρρος του συχνού πελάτη, τον είχε ρωτήσει τι δουλειά ακριβώς κάνει. Δεν κόμπιασε ούτε στιγμή. «Ποιητής!», απάντησε ο πολυβραβευμένος, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, Κυριάκος Χαραλαμπίδης. «Ιδιότητα δεν έχει ο κόσμος τιμιοτέραν!», συμπλήρωσε. «Η τέχνη συστενάζει και αγωνιά μαζί μου», μου λέει απ' την αρχή της κουβέντας μας. «Κι αυτό είναι κάτι που κατακτάς με τον ιδρώτα του προσώπου σου. Αν δει κανείς πώς δουλεύω τα ποιήματα μου, θα καταλάβει… Για μία λέξη, που να μην με ικανοποιεί, για μέρες, εβδομάδες, μήνες, ακόμη και χρόνια, μπορεί να παιδεύομαι. Μέχρι να πετύχω την καίρια στιγμή της. Συμβαίνει καθώς οδηγώ, ξαφνικά να έρχεται η λέξη, και τότε σταματώ σε μία γωνία του δρόμου και τη σημειώνω. Ζω με την τέχνη, περπατώ με την τέχνη, τη νιώθω ζυμωμένη με τα κύτταρά μου. Δεν γράφω ποίηση, εγγράφομαι μέσα στην ποίηση».
 
Σας έλειψε η θάλασσα της Αμμοχώστου;
Με τα μάτια της ψυχής μου συνεχίζω να τη βλέπω αφάνταστα δυνατά. Δεν έχω πάει ποτέ, από τότε που έγινε ο πόλεμος. Κάθε μέρα, όμως, εκεί κολυμπάω. Αλλά περισσότερο κολυμπάω στον Άγιο Φίλωνα, την αρχαία Καρπασία. Εκεί έβλεπα χελώνες κι αχινούς και φίδια που ερωτεύονταν πλάι σε αρχαίους τάφους. Λέω σε ένα μου ποίημα: «Τι μέρες ξέγνοιαστες και τι αετοί!/ Ο Χρύσης πελεκούσε ξόπρωτο ραβδί/ και τ' ουρανού το σχήμα μελετούσε./ Ο Απόλλων έφτιανε κλουβιά για τ' άστρα,/ κι ο Ποσειδών, αυτός πουλούσε αλόγατα/ σε λογικές τιμές, χάριν του μέτρου». Με καθόρισαν το κρυονέρι και τα φύκια του Αγίου Φίλωνα, τα αρχαία νομίσματα και οι ψηφίδες που γεννούσε το χώμα. Ακόμη κι ένας πανάρχαιος σπόνδυλος εκεί, τον καιρό της ΕΟΚΑ, με καρφωμένη δίπλα του ελληνική σημαία και μια δεμένη σε αυτό γουρούνα.

Σας καθόρισε και η πόλη;
Ασφαλώς, εκεί μεγάλωσα. Γεννήθηκα στην Άχνα συμπτωματικά. Η μητέρα μου ήταν ήδη έγκυος εμένα, όταν ο πατέρας μου πήγε να πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αδελφή της μητέρας μου, που ήταν μαία, έμενε στην Άχνα, και ο πατέρας, για ασφάλεια, μας πήγε κοντά της. Όταν πια είχα γίνει τεσσεράμισι χρόνων, μετακινηθήκαμε στην Αμμόχωστο, στο Βαρώσι, μία πόλη που ίσως αριθμούσε τότε μόλις 10-15 χιλιάδες κατοίκους.

Ποια είναι η πρώτη σας παιδική ανάμνηση;
Θυμάμαι που είχε έρθει ο πατέρας μου σε μια ανάπαυλα του πολέμου, νομίζω από την Παλαιστίνη, μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν, όπου πήρε μέρος -είχε συμμετάσχει και στη μάχη της Κρήτης και αλλού-, με έβαλε μέσα σε μία μοτοσικλέτα-βαρκούλα και πήγαμε βόλτα πέριξ του χωριού. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εικόνες της παιδικής μου ηλικίας στην Άχνα.

Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σας;
Ξεκίνησε ως λιθοξόος, έφτιαχνε όμορφες προσόψεις σπιτιών και εκκλησιών λαξεύοντας το μάρμαρο. Ήταν με τον τρόπο του καλλιτέχνης. Στη συνέχεια, γύρω στα 17 του, πήγε και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατόπιν έγινε αστυνομικός, παντρεύτηκε τη μητέρα μου, έκανε 5 παιδιά. Εγώ είμαι ο πέμπτος και τελευταίος - με τον πρώτο αδελφό μου έχουμε 16 χρόνια διαφορά, εκείνος γεννήθηκε το 1924. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του πατέρα μας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μεγαλύτερος αδελφός ήταν ο προστάτης της οικογένειας. Στη συνέχεια έγινε και εκείνος αστυνομικός, όπως και ο άλλος μου αδελφός.

Τα αδέλφια σας ήταν σαν να κουμάνταραν τους νόμους, ενώ εσείς τις λέξεις…
Είναι, όμως, πολύ πιο δύσκολο να κυβερνάς τις λέξεις. Γιατί η ίδια η γλώσσα είναι ένα Σύνταγμα - άλλωστε μιλάμε για «συντακτικό» που ρυθμίζει και οργανώνει τον λόγο και στερεώνει το πνεύμα. Κι όταν έχεις αυτή την αίσθηση, ολοκληρώνεις και συντάσσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Το «είναι» στερεοποιείται μέσω της πνευματικής διάστασης. Ίσως γι' αυτό πολλές φορές λέμε «πρέπει να πήξει ο νους, για να ωριμάσει κανείς».

Έχετε παραβιάσει ποτέ κάποιο άρθρο αυτού του Συντάγματος;
Μπορεί, άθελά μου. Ίσως να το παραβίαζα όταν ήμουν νεότερος, νέος πολύ, μέχρι να καταλάβω τι σημαίνει τέχνη. Σιγά σιγά μπαίνω στο νόημα της τέχνης -δεν σημαίνει ότι την καταλαβαίνω ακόμη-, αλλά τουλάχιστον άρχισα να τη σέβομαι βαθιά. Αρχικά, την τέχνη την ήθελα για να με εξυπηρετεί - να με χειροκροτούν, να με ερωτεύονται, να με καμαρώνουν. Τώρα πια γίνομαι ένας δούλος της τέχνης - την εξυπηρετώ, τη «θεραπεύω» ταπεινά. Κι αυτό ήταν κάτι που κατέκτησα και κατανόησα με τα χρόνια.

Πώς διαχωρίζει κάποιος το καλό από το μη καλό ποίημα;
Θυμάμαι που παλιά ο Κώστας Μόντης, στην εκπομπή  του ΡΙΚ «Για τους νέους», όταν  τον ρωτούσαν «πώς μπορούμε να καταλάβουμε αν ένα ποίημα είναι καλό;», έδινε συνήθως την απάντηση: «Διαβάστε μια στιχουργική». Όμως δεν είναι τόσο απλό. Πιστεύω πως το ουσιώδες είναι να διευρύνεις την προσωπικότητά σου, να ταξιδέψεις, να ευαισθητοποιηθείς με χίλιους δυο τρόπους, να «πονέσεις» ιδιαίτερα. Κάποιος ζήτησε κάποτε από τον Ντοστογιέφσκι την άποψή του για το πρωτόλειό του κι εκείνος τον συμβούλευσε: «Πρέπει να πονέσετε!». Ο πόνος είναι αυτός που ωριμάζει και ανοίγει τους κρουνούς της ευαισθησίας.



Έτσι διαφοροποιούνται μεταξύ τους οι ποιητικές σας συλλογές;
Οι πρώτες ήταν ένα άνθισμα, ένα πετάρισμα ερωτικού ανοίγματος προς τη ζωή και τον κόσμο, προς τη φύση και προς το σώμα του άλλου, αλλά και κάποια θέματα πρώιμου φιλοσοφικού ή μεταφυσικού τύπου. Στο βάθος μπαίνει κανείς σταδιακά - εφόσον, βέβαια, αναζητεί εξ όλης της καρδίας του αυτό το βάθος. Αν, για παράδειγμα, ένα δέντρο έχει βαθιές ρίζες κι εσύ σκάψεις επιπολαίως, το δέντρο δεν θα κρατηθεί. Επιπλέον χρειάζεται και μόχθος! Επίσης, κατάλαβα πως εκείνο που γράφουμε δεν είναι το ποίημα, παρά ο εαυτός μας. Ο Μιχαήλ Άγγελος δεν σκάλιζε για να φτιάξει ένα άγαλμα, σκάλιζε την ίδια την ψυχή του επάνω στην πέτρα. Την ψυχή, λοιπόν, σκαλίζεις! Με τα χρόνια κατέληξα στο συμπέρασμα πως ο δημιουργός δεν φτιάχνει το έργο, αντίθετα το έργο φτιάχνει εμάς - εμείς δημιουργούμαστε από το έργο. Και τότε αρχίζεις πια να αυτονομείσαι - κι εσύ κι εκείνο μαζί σου. Το περπατάς, το προχωρείς όσο θες, διότι όσο βαθαίνεις, όσο σκαλίζεις, τόσο ανακαλύπτεις.

Η ποίηση είναι υπεράνω των ποιημάτων;
Η ποίηση αποκτά μία θεολογική διάσταση της τέχνης και της ζωής. Η ζωή προκαθορίζεται από κάποιους νόμους που δεν ξέρουμε ποιοι είναι, διότι βαδίζουμε μέσα στο άγνωστο της ύπαρξης ανακαλύπτοντας συνεχώς νέους νόμους και νέους κανόνες, ακόμη και νέα στοιχεία. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποίηση. Η ποίηση είναι ένα σύμπαν που δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί στο μέλλον. Δεν αποκλείεται η μελλοντική μορφή της ποίησης εσχατολογικά να είναι μια μαθηματική γραφή και τίποτε άλλο.
 
Αυτό, όμως, που λέτε έχει λογική…
Η ποίηση διαθέτει λογική; Η ποίηση έχει αφάνταστη λογική! Η διάχυτη αίσθηση είναι ότι η ποίηση είναι κάτι πολύ εύκολο. Δεν μπορείς να φανταστείς όμως πόσο οργανωμένη είναι η ποίηση, ώστε αν ταράξεις ένα λιθαράκι από το πραγματικό ποίημα, ένα γράμμα, καταρρέει όχι απλώς το ποίημα, παρά ολόκληρο το σύμπαν! Φτάνεις, λοιπόν, στο σημείο να λες: «Δεν θα μετακινήσω αυτό, για να μην χαλάσω το έργο του Θεού!». Αλλά για να φτάσεις σ' αυτό το σημείο πρέπει να είσαι ιερουργός! Συμβαίνει συχνά να  περπατώ και να γράφω. Ο κόσμος μπορεί να με βλέπει και να  λέει: «Αλαφροΐσκιωτος θα είναι!». Σήμερα, λοιπόν, στον πρωινό μου περίπατο, σημείωσα το εξής: «Ο μόνος τρόπος να εκβιάσεις τον Θεό, είναι να επιτρέψεις στον γιο του να μην σταυρώνεται!». Γιατί στ' αλήθεια ο Θεός έχει αποφασίσει να σταυρώσει τον γιο του από υπέρτατη αγάπη. Όσο τα σκέφτεσαι αυτά, τόσο οικοδομείς έναν κόσμο που στηρίζεται στο σύμπαν μιας άλλης παγκοσμιοποίησης, της «παγκοσμιοποίησης της αρετής», που δεν είναι του κόσμου τούτου, του σημερινού, του φθαρτού, του γήινου. Η ποίηση είναι δημιούργημα του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός.

Με ποιο τρόπο;
Όταν είναι πολύ ανθρώπινος, ευπαθής και βαθύς.
 
Πώς τον ξεχωρίζετε απ' τον απάνθρωπο;
Ο απάνθρωπος δεν έχει πρόσωπο, έστω κι αν έχει μορφή. Ουσιαστικά, το ζητούμενο για όλα τα πράγματα είναι να ανακαλύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο, το οποίο δεν ξέρουμε. Το πρόσωπό μας είναι μία μάσκα. Αλλά οι μάσκες χρειάζονται για τα καρναβάλια, είναι απαραίτητες εκεί. Γι' αυτό ποτέ μην πετάς τη μάσκα! Είναι χρήσιμη στο να γίνεις για λίγο ένας άλλος που θα ήθελες να νιώσεις, να κρύψεις το αληθινό σου πρόσωπο για λίγα λεπτά. Όμως ο καθρέφτης είναι εκείνος που σου δείχνει το πρόσωπό σου - κοιτάς τον καθρέφτη, αλλά κι εκείνος σε κοιτά. Πάντα νομίζεις ότι κοιτάς ένα λουλούδι, όμως ξεχνάς πως κι εκείνο σε κοιτά! Όταν κοιτάζεις ένα έντομο, γνώριζε πως κι εκείνο σε κοιτά. Κι όταν κοιτάζεις τον Θεό κι Εκείνος σε κοιτά! Το παν είναι να καταλάβεις τον άλλον. Έχουμε χάσει την αίσθηση του άλλου, γιατί μείναμε βασανιστικά προσκολλημένοι στο «εγώ», και αυτό το «εγώ» το βασανίζουμε κι εμείς οι ίδιοι.

Εσείς πότε το αποβάλατε;
Δεν ξέρω αν το απέβαλα. Το προσπαθώ. Θέλω να το αποβάλω! Ούτε και ισχυρίζομαι ότι έχω καταλάβει το νόημα της τέχνης. Γιατί, αν το είχα καταλάβει, δεν θα έγραφα. Γράφω προσπαθώντας να ανακαλύψω αυτό που δεν ξέρω. Αν γράφω για να πω αυτό που ξέρω, τότε προς τι γράφω; Γι' αυτό και ο Σεφέρης λέει: «Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».

Υπήρξαν πολλά βράδια που δεν καταφέρνατε να κοιμηθείτε, επειδή σας βασάνιζε μία λέξη;
Κοιμάμαι πάρα πολύ εύκολα. Και ποτέ δεν έχασα τον ύπνο μου, για έναν βασικό λόγο: είμαι ήρεμος -δεν έχω αρνητικές παρτίδες με μένα- είμαι ο καλύτερος φίλος του εαυτού μου και όχι αντίμαχός του. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σπουδαίο αν το επιτύχεις. Ωστόσο, βλέπω πάρα πολλά όνειρα… Και κυρίως αριστουργηματικά ποιήματα που τα χάνω μόλις ξυπνήσω.

Δεν τα σημειώνετε;
Ό,τι προλάβω. Αλλά, πολλές φορές, διασώζεται μία ουρά ή μία λέξη ή ένας στίχος. Σας πληροφορώ ότι τα ποιήματα που βλέπω στον ύπνο μου είναι απείρως ωραιότερα από αυτά που γράφω! Και τα ζηλεύω πραγματικά! Κι αυτό γίνεται επί καθημερινής βάσεως.

Ποια είναι η πιο μεγάλη αμαρτία σας, κύριε Χαραλαμπίδη;
Είχαμε ένα λυκόσκυλο στο Βαρώσι, που το έλεγαν Λάσσυ. Ακολουθούσε και τον πατέρα μου στις αστυνομικές περιπολίες του. Όταν γέρασε και γέμισε πληγές, μήτε έτρωγε πια και είχε ρέψει, η μητέρα μου την έδεσε για ασφάλεια στην αυλή και ειδοποίησε τους ανθρώπους του δημαρχείου να την πάρουν για ευθανασία - ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει για το σκυλί. Όταν έφτασε η κλούβα γεμάτη σκύλους που είχαν περιμαζευτεί, η Λάσσυ διαισθάνθηκε το τέλος, έλυσε το λουρί της κι έτρεξε στο απέναντι χωράφι που ήταν πνιγμένο από μαργαρίτες. Όσο πλησίαζε κάποιος για να την πιάσει, τόσο πιο μακριά εκείνη έφευγε. Και μου είπε η μητέρα μου: «Εσένα σου έχει πολλή εμπιστοσύνη. Πήγαινε κοντά της να την πιάσεις». Πήγα και της είπα: «Έλα, Λάσσυ…». Και ήρθε κοντά μου. Και την παρέδωσα! Την ώρα που την έβαλαν στην κλούβα, οι άλλοι σκύλοι -κακομούτσουνοι κι αναρχικοί- γάβγιζαν άγρια. Εκείνη, σαν πριγκηπέσσα, με κοίταξε στα μάτια και δεν είπε τίποτα. Μα, ένιωσα πως δάκρυσε… Αυτό είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα της ζωής μου! Πρέπει να νιώθεις τον πόνο του άλλου και κυρίως εκείνου που δεν μπορεί να τον εκφράσει με λόγια.

Η ευαισθησία είναι που ξεχωρίζει τον ποιητή από τον μη ποιητή;
«Η ποίηση», έλεγε ο Έλιοτ, «είναι μια ξαφνική διεύρυνση της ευαισθησίας». Είναι αυτό που λέει και ο Πλάτων, «το αίφνης» δηλαδή. Ο καταιγισμός που έρχεται και σε βρίσκει αιφνιδίως. Αισθάνομαι ουσιαστικά να υπάρχω μέσα από την έκπληξη των πραγμάτων!
 
Η ζωή συνεχίζει να σας εκπλήσσει;
Όσο περισσότερο γίνεται. Κι όσο γερνώ γίνομαι ολοένα και πιο νέος στην ευαισθησία. Γιατί η ευαισθησία είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας, μην ακούς λόγια. Ο νέος ζει μέσα σε μία άγνοια, είναι δηλαδή πολύ γέρος. Για να γίνεις, όμως, νέος στο πνεύμα, πρέπει να γεράσεις, έτσι ώστε να ομορφύνεις τη ζωή σου με το κάλλος και το σφρίγος του πνεύματος.

Με τι πονέσατε πιο πολύ στη ζωή σας;
Με όλων των ειδών τους πόνους. Έγραψα, για παράδειγμα, ένα βιβλίο για τους αγνοούμενους, τον «Θόλο», που βραβεύτηκε και από την Ακαδημία Αθηνών. Δεν έχω κανένα συγγενή αγνοούμενο. Ένιωσα, ωστόσο, τον άφατο πόνο σε αυτό το θέμα. Στην Κύπρο, όμως, πιστεύω πως έχουμε χάσει το στοιχείο της πνευματικής διάστασης της τραγωδίας μας. Δεν υπήρξαμε ποτέ τραγικοί. Κι αν δεν ανακαλύψεις τον πυρήνα της τραγικότητας, τίποτε δεν έχεις καταλάβει από τη ζωή! Γιατί μόνο η τραγικότητα  μπορεί να σου αποκαλύψει το σύμπαν της δικής σου ύπαρξης! Είμαστε ένας λαός πολύ τραγικός για έναν πολύ βασικό λόγο: δεν καταλαβαίνουμε την τραγικότητά μας.
Αυτό είναι μειονέκτημα; Φοβερό! Έγραψα κάποτε: «Αν ο λαός μας δεν μπορεί να αντλήσει απ' τα δεινά του, τότε του δόθηκε άδικα μια τέτοια τραγωδία». Η τραγικότητά μας συνίσταται από την άγνοιά μας. Παραμένουμε ανυποψίαστοι. Μέσα στην ελαφρότητα της άγνοιας. Αλλά μόνο άμα γνωρίσεις, άμα συνειδητοποιήσεις τη γύμνια σου, γίνεσαι τραγικός.

Ποιο είναι το νόημα της ζωής, κύριε Χαραλαμπίδη;
Το να αγαπάς! Ωστόσο, για να κατακτήσεις την αγάπη, πρέπει να γίνεις ο ίδιος αγάπη. Πρέπει όλα σου τα κύτταρα να μεταποιηθούν σε αγάπη. Δεν είναι δύσκολο ούτε και εύκολο αυτό.

Το καταφέρατε;
Όχι, δεν το κατάφερα. Αλλά εκείνο που καταφέρνω είναι να στοχάζομαι πόσο μεγάλη ανάγκη έχει ο κάθε άνθρωπος την αγάπη, μέσα από το μακρυγιαννικό «εμείς» και όχι το «εγώ». Τότε αρχίζεις κάπως να υποπτεύεσαι τι είναι η ζωή και τι ο θάνατος.



Τι υποψία έχετε τώρα;
Τον θάνατο τον αγαπώ πολύ. Τοσούτον ηγάπησε ο Θεός τον άνθρωπον, ώστε του έδωκε τον θάνατο, συνηθίζω να λέω. Φαντάσου να ζούσε διά παντός ο Χίτλερ, ο επικατάρατος! Καλύτερα να πεθάνει και να χαθεί. Για να βγάλει η φύση τρυφερά βλαστάρια, με την ελπίδα μιας νέας ανθρώπινης ανθοφορίας.

Φανταστείτε, όμως, να ζούσε ακόμη ο Ντοστογιέφσκι ή ο Μιχαήλ Άγγελος που μου αναφέρατε προηγουμένως…
Πρέπει κι εκείνοι να πεθάνουν. Γιατί φράζουν τον δρόμο σε έναν άλλο Ντοστογιέφσκι, σε έναν άλλον Μιχαήλ Άγγελο. Στα πρώτα μου βήματα στην τέχνη είχα ενθαρρυνθεί κι εγώ από άλλους - και τους οφείλω πολλά! Πέρα όμως από αυτό, τι έμεινε τελικά σε μένα; Ο απόλυτος σεβασμός προς τις μεγάλες ψυχές που μας μεταλαμπαδεύουν το πνεύμα τους και η ευθύνη απέναντι στην τέχνη, την οποία διαρκώς καλλιεργώ.

Για τι άλλο αισθάνεστε υπεύθυνος;
Λέει ο Τσέχοφ: «Το ταλέντο είναι μεγάλη ευθύνη». Όταν έχεις λοιπόν κάποιο ταλέντο, έχεις ευθύνη πρώτα απ' όλα απέναντι στο ταλέντο σου - οφείλεις να το στρέφεις στη σωστή κατεύθυνση, να είσαι σωστός και ευθύς με την τέχνη σου, να λειτουργείς ως ολοκληρωμένος άνθρωπος. Η έννοια της ευθύνης θα έλεγα πως είναι κάτι πολύ πλατύ. Η ευθύνη έναντι του εαυτού είναι και ευθύνη έναντι παντός πράγματος πλέον. Γιατί ο εαυτός διαπλατύνεται και γίνεται ο κόσμος όλος! Όχι εγωπαθώς, αλλά διότι ταυτίζεις το είναι σου με την ύπαρξη των πραγμάτων. Με το ταλέντο σου έχεις την ευθύνη τού να ολοκληρωθείς ως άνθρωπος μέσα σε ένα σύμπαν πραγμάτων, που είναι το καθετί: πολιτικό, κοινωνικό, ψυχολογικό.

Φοβάστε τον θάνατο;
Αλήθεια, δεν τον φοβάμαι. Αλλά, ποτέ δεν ξέρεις. Σαν αυτό που έλεγε, παραφράζοντάς τον, ο Ραμπελέ: «Μπορώ να αγωνιστώ μέχρι τον θάνατο, μη συμπεριλαμβανομένου». Μεγάλο λόγο μην πεις, λέγουν άλλωστε οι παλαιοί. Θεωρητικά, λοιπόν, είμαστε όλοι παλληκαράδες. Στην πράξη, όμως, δοκιμάζονται τα πράγματα. Αλλά τον θάνατο, ακόμη και αν ως ανθρωπάκι τον φοβηθώ την κρίσιμη στιγμή, ως ποιητής δεν τον φοβήθηκα ποτέ! Είναι δευτέρου είδους θάνατος εκείνος. Το να υπερβαίνεις όμως τη φθορά των πραγμάτων μέσω της τέχνης, αυτό αποτελεί  άλλου είδους νίκη: είναι η ανάσταση της ψυχής! Το 1961, στα 21 μου, έγραφα: «Αν είναι αύριο εμείς να πεθάνουμε,/ εγώ έχω κιόλας αναστηθεί».

Πιστεύετε πως ζήσατε μια ευτυχισμένη ζωή;
Πάρα πολύ! Και με τη γυναίκα μου και με τα δύο μου παιδιά και με τα δύο μου εγγόνια τώρα, την Ηρώ και τον Πάρη. Το πρωί, πριν έρθω κοντά σου, πήγα να τα δω πριν τα πάει ο μπαμπάς τους στο σχολείο τους. Και μου λέει ο Πάρης: «Παππού, μ' αγαπάς;». Χρειάζεται περισσότερη πλήρωση από αυτό; Γεμίζει ιλαρότητα την ψυχή αυτή η αίσθηση του  παιδιού που ρωτάει με αθωότητα εάν το αγαπάς!

Αναζητάτε κι εσείς την επιβεβαίωση της αγάπης;
Θέλω να μ' αγαπάνε, γιατί δεν θέλω να με μισούν. Και δεν θέλω να με μισούν, για να μην μου θολώνουν το νερό στην καρδιά μου. Αν δεν αγαπάς κι αν δεν σ' αγαπούν, τότε γιατί ήρθες στον κόσμο; Η αγάπη είναι απαίτηση της ύπαρξής μας.

Προτιμάτε να σας αγαπούν παρά να σας εκτιμούν;
Οπωσδήποτε. Οπωσδήποτε! Κάποτε, σε μία επέτειο για την 28η Οκτωβρίου, είχαν ρωτήσει τον πατέρα μου, σε συνέντευξη που έδωσε στο ΡΙΚ: «Εσύ, ένας μπαρουτοκαπνισμένος, που πήρες μέρος σε όλα τα μέτωπα, πώς έκανες έναν γιο ντελικάτο, έναν ποιητή;». Εκείνος απάντησε: «Είναι το ίδιο. Είναι απολύτως το ίδιο. Διότι, για να είσαι καλός ποιητής, πρέπει να είσαι ανδρείος!». Αυτό ήταν η πνευματική διαθήκη του πατέρα προς εμένα. Γιατί η ανδρειοσύνη δεν βρίσκεται μόνο στον κρότο του όπλου και στην εξουδετέρωση του άλλου, η ανδρειοσύνη βρίσκεται στο να σεβαστείς την ύπαρξη. Είναι πολύ πιο ανδρείο το να είσαι καθαρός, χωρίς μικρότητες, το να αγαπάς αληθινά αλλά και να αγαπιέσαι. Είναι πολύ ανδρείο να καταφέρεις να ανακαλύψεις το θαύμα της ζωής!

INFO: Η τελευταία ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Στη γλώσσα της υφαντικής», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.




Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Δύο νέα ποιήματα του Αντώνη Μπουντούρη, αφιερωμένα στον Φώτη Αγγουλέ




ΟΙ ΑΛΛΟΙ                                       

     Στον Φώτη Αγγουλέ



Λένε ισχύει απο παλιά.

Οι προσκυνημένοι δεν μπορούν.

Κατάρραχα στα τέσσερα ανεβαίνουν
ολότρεμοι και τρέχουν.

Οι άλλοι
αιώρα κάναν τη ζωή.

Μιά στις ξερολιθιές
και μιά στους τάφους πέφτουν.

Αφήναν πάντα το παραγώνι του χειμώνα
πότε κλαδεμένοι αλλά ορθοί 
πότε ομορφα κρεμασμένοι.

Αυτό θα ξανακάνουν.

Οι άλλοι.

Ολοι αφανείς
Που αθέατα εσώζαν

Την μία και μοναδική Τιμή
Πούχει αυτή η Πατρίδα.




ΚΡΙΣΗ

Κρεμασμένα αναφιλητά

Μονόχορδα

Οι μέρες μας.

Χωρίς πνοή

Η αναπνοή

Τις νύχτες μας.





Γιώργος Ανδρειωμένος, Ανιχνεύοντας τον πρώιμο Βρεττάκο- με αφορμή ένα μαθητικό του τετράδιο, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2015, σελ.214.



ΡΗΞΗ φ.114

Ο συγγραφέας  μας παρουσιάζει τα πρωτόλεια  ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που έγραψε, όταν ήταν μαθητής. Πρόκειται για ένα αθησαύριστο έργο που μαρτυρά  το πρώιμο ποιητικό του ταλέντο, αλλά και τις ιδεολογικές του ανησυχίες που τείνουν  να συγκροτήσουν με τον χρόνο και την πρόσθεση νέων εμπειριών  το αξιακό του πλαίσιο. Ο νεαρός ποιητής προέρχεται από μία ευκατάστατη οικογένεια, που κάτω από δύσκολες και απρόβλεπτες συνθήκες  θα καταστραφεί οικονομικά, γεγονός που βέβαια δεν θα τον αφήσει ανεπηρέαστο. Οικογένεια βενιζελική και αντιμοναρχική θα του  εμπνεύσει ποιήματα αντίστοιχου προσανατολισμού. Μάλιστα σε κάποια χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Δήμος Κράτης. Ενδιαφέρον είναι ότι αξιοποιώντας μια πολύ πενιχρή και δυσεύρετη βιβλιογραφία, τελειώνοντας τις γυμνασιακές του σπουδές  του, το 1928 ή το 1930, θα δώσει στο Γύθειο, στην Εμπορική Λέσχη, δύο διαλέξεις  με θέμα τον Χριστιανισμό και τον Μαρξισμό. Ο Γ. Ανδρειωμένος επισημαίνει ότι "χρειαζόταν περισσό θάρρος για έναν έφηβο να εμφανιστεί ενώπιον ενός συντηρητικού (κατά τεκμήριο) ακροατηρίου και να αναπτύξει τις απόψεις του για ζητήματα σαν και τα πιο πάνω, που "έκαιγαν" κατά τα χρόνια εκείνα "(σελ. 31).
Τα πρωτόλεια ποιήματα βρέθηκαν σε ένα μαθητικό τετράδιο  που απαρτίζεται από σαράντα αριθμημένος σελίδες και το οποίο διασώθηκε από τον γιό του ποιητή, Κώστα Βρεττάκο. Ο Γ.Ανδρειωμένος διακρίνει σε αυτά λυρισμό, μελαγχολία, στενή σχέση με την φύση, εξύμνηση της  απλής αγροτικής και κτηνοτροφικής ζωής, ερωτική διάθεση, ενώ "σε πολλά ποιήματα του τετραδίου υποφώσκει ο ρυθμός του δημοτικού τραγουδιού, γνωστός στον ποιητή από τα ακούσματά του και δευτερευόντως,, τη σχολική του παιδεία∙ τούτο παρατηρείται ιδίως στην πιο "επεξεργασμένη" ενότητα από αυτά ("Δάκρυα ψυχής", με έξι αριθμημένα ποιήματα ,I-VI ) ή στην καταπληκτική σύνθεση " ο Διγενής κι' ο χάρος", όπου τα ακριτικά συμπλέκονται με τα μοιρολόγια"(σελ 50). Πράγματι σε αυτό το ποίημα φανερώνεται ο πρώιμος δυναμισμός της γραφής, η δημιουργικότητα του ποιητή, η αισθαντική φύση που έχει χωνέψει με γόνιμο τρόπο την παράδοση μας και την χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο για ότι ο ίδιος κατορθώνει.
Γράφει : " Κάτω στ' αλώνια ο Διγενής παλεύει με το χάρο...-Απ' τις ολόβαθες πληγές το αίμα αναβρύζει...- (Του κάκου τώρα δέρνεσαι εγώ θε να σε πάρω)- καθένας με στριγγιά φωνή τον άλλο φοβερίζει...- Μα στο γοργό το άλογο του χάροντα το μαύρο- ο νικημένος Διγενής ανέβη απ' το χώμα,- και πάει στον άδη τρέχοντας με το σκληρό το ΄χαρο...- Του κάκου κλαίει και δέρνεται στο πέλαγος η γοργόνα...- Ο δρόμος είν' απέραντος, κι ο Διγενής γελώντας- κοιτά το δρόμο για να ιδή πως θάρθη απ' τα ξένα- και για σημάδια στα στρατιά που πάει ακολουθώντας- σκορπάει μαύρα ψίχουλα μικρά ματοβαμμένα...- Και γλίστρησε απ' τ' άλογο στη σκοτεινιά του άδη- έμεινε λίγο σκεπτικός να μην τον δη το μάτι- του χάρου και ανάμεσα στ' ολόμαυρο σκοτάδι- κοιτά να βρη του γυρισμού ξανά το μονοπάτι." (σελ.81).
Στο ποίημα "Μεγάλη Παρασκευή" η εικόνα του Εσταυρωμένου  συγκρίνεται με την αίσθηση της αναγεννώμενης φύσης: "Και ξεψύχησε στου Γολγοθά το πλάνο ψήλωμα- μες το σταυρό.- τα ρείκια ευώδιαζαν τα πουλιά τραγουδούσαν- την άχρονη ώρα - και σκορπούσαν στα μαγιάπριλα- τ' απλά τους τιτιβίσματα σ' όλη τη χώρα...- Και πέθανε αυτός μες το σταυρό!- Την ώρα εκείνη - η γη ταράχθηκε συνθέμελη- και η γαλήνη εταράχθη του θανάτου- και οι νεκροί ορθοί σταθήκανε- στα μνήματά τους.- Εκείνος πέθανε στο μυρανάσασμα!- Το αμαρτωλό και το ασύγκριτο- έδιωξε πέρα  το μεθύσι της ζωής- και ξεψύχησε!- Όλα κοιτούσαν- μόνο οι άνθρωποι εχλεύαζαν- και σκιρτούσαν.-Εκείνος πέθανε μες το σταυρό του, και μέσα στην ασύγκριτη γιορτή, μ' έν' αλαφρό τους κρυφομίλημα- αγκάλιαζε ο ουρανός τη γη... "(σελ. 83).
Σύμβολα του Ιερού θα χρησιμοποιήσει και σε άλλα του ποιήματα, όπως: "στου Γολγοθά το ψήλωμα ν' ανέβω- που με προσμένει πάνω ένας σταυρός- με δίκοπο μαχαίρι σφάζω κλέβω-της σκέψης μου τον άγιο ναό"(σελ. 91) ή και "ολόχλωμη ξεπρόβαλες εσύ- στ' απάνεμου βραδιού την ερημιά- κι' είπα πως είσαι πάνω στο πανί- ζωγραφισμένη Παναγία.- Έκαψα το λιβάνι της καρδιάς-άναψα της ψυχής μου το καντήλι- για προσευχή στην όψι σου μπροστά - ύψωσα αλαφρόσειστα τα χείλη.- Κι' είπα τις πιο τρανές μου προσευχές- στ' απανέμου βραδιού την ερημία- της νιάς χαράς μου αλύτρωτες φωνές- είπα ω χλωμιασμένη Παναγία."(σελ 92.).
Τέλος σε άλλα ποιήματα, όπως στο "σπίτι της Λακωνικής Ακτής"  απεικονίζεται  η νοσταλγία της γενέθλια γης, ο νόστος, η επιστροφή σε αυτή: "Έζησα χρόνια μέσα σ' ένα σπίτι ερημικό,- χωρίς απλά κοσμητικά ή παλιές τοιχογραφίες...-τη θάλασσα έβλεπα μακριά και το πλατύ ουρανό- μακριά από κύριους σοβαρούς κι από λεπτές κυρίες...- Μα έφυγα ως αγνάντευα, στο πέλαγος μι΄αυγή- από το σπίτι το ήρεμο, και το έρημο αυτό σπίτι, και με του Κνούτ  Χάμψουν στερνά τη πείνα ανοιχτή, σ' ένα παγκάκι σκάζοντας με βρήκε ο αποσπερίτης... "(σελ. 148.).



Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ο Σ.Ράμφος, εκ βαθέων, γράφει για τον Π.Κονδύλη, στο "Νέο Πλανόδιον"





Στις τρείς φωτογραφίες είναι οι  παλιοί γνώριμοι από το περιοδικό ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ, ο Γ.Καλιόρης,ο Π.Κονδύλης, ο Σ.Ράμφος και ο Γ.Χατζόπουλος. Ο Σ.Ράμφος νομίζω ότι απολυτοποιεί τον θρησκευτικό παράγοντα, όπως άλλοι απολυτοποιούν τον οικονομικό, γι' αυτό και θεωρεί ότι η ορθοδοξία, στην Ανατολική Ευρώπη, παίζει τελικά τον πιο κρίσιμο ρόλο. Άλλοτε την θεωρούσε ως θετικό παράγοντα, τώρα κυρίως αρνητικό. Βεβαίως σε κάθε περίπτωση  τέτοιου είδους ερμηνείες αποτελούν  αφαίρεση από την πραγματικότητα και μονομέρεια. Αν ο Π.Κονδύλης είχε κρατήσει απόσταση  από κάθε είδους πίστη, παρότι αναγνώρισε την σημασία τους, ο Σ.Ράμφος με τις περιπλανήσεις του σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες, πραγματοποιώντας στροφές 180 μοιρών ,μας έδειξε ότι η απόλυτη πίστη του έχει πάντα κάποια χρονικά όρια. Κατ' αυτόν τρόπο -διαφορετικά βέβαια από τον Κονδύλη- και ο Ράμφος συντείνει στην σχετικοποίηση των αξιών. Όμως  είναι πολύ σημαντικό ότι στοχαστές με διαφορετικές ή και ενάντιες σκέψεις μπορούν να ανταλλάσσουν σκέψεις με φιλικό τρόπο. Είναι γνωστό ότι ο Γ.Καλιόρης  στο ογκώδες έργο του "Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς" επικρίνει αυστηρά το έργο του Σ.Ράμφου μετά την όψιμη στροφή του."Ένας πολύ καλός φίλος του Π.Κονδύλη, ο Α.Λαυραντώνης, έχει περίπου τριάντα επιστολές του, που αν αποφασίσει να τις δημοσιεύσει κάποτε, θα βοηθήσει πολύ να κατανοήσουμε την εξέλιξη του. Ακολουθεί το κείμενο του Σ.Ράμφου από την ιστοσελίδα του περιοδικού "Νέο Πλανόδιον". 

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.
Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.
Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;
Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!
ΠΗΓΗ: Προδημοσίευση απο το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ (Ἁρμός, 2015). ηλ. πηγή: περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, http://neoplanodion.gr/νώ

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Η Πινακοθήκη Κουβουτσάκη τιμά τον Παναγιώτη Κονδύλη την Τετάρτη 29 Απριλίου 2015 στις 20:00



«Ενας στοχαστής ενάντια στις βεβαιότητες (1943-1998)» είναι ο τίτλος της τιμητικής εκδήλωσης για τον Παναγιώτη Κονδύλη που διοργανώνει το «Φόρουμ για την Κηφισιά» στην Πινακοθήκη Κουβουτσάκη (Λεβίδου 11, Κηφισιά) την Τετάρτη 29 Απριλίου 2015.

O Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε ένας καθολικός στοχαστής με διεθνή εμβέλεια, του οποίου το έργο αφορά την φιλοσοφία, την ιστορία των ιδεών, την πολιτική επιστήμη αλλά και τις διεθνείς σχέσεις.

Τέσσερις ομιλητές θα επιχειρήσουν να αναδείξουν διαφορετικές πτυχές του έργου του, το οποίο, όμως, χαρακτηρίζεται από ενότητα όσον αφορά τις βασικές του θεωρητικές αφετηρίες και μεθοδολογικές παραδοχές.

Συντονιστής: Μάριος Μπέγζος, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

«Πτυχές της φιλοσοφικής σκέψης του Παναγιώτη Κονδύλη» Παναγιώτης Νούτσος, Καθηγητής της Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

«Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η μεταφυσική», Μιχάλης Παπανικολάου, φιλόλογος, μεταφραστής

«Από τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό ως τις μέρες μας: ο Παναγιώτης Κονδύλης για τον Σύγχρονο Ελληνισμό», Βασίλης Μπογιατζής, Ιστορικός των ιδεών (Δρ. ΕΜΠ-ΕΚΠΑ)

«Η διεθνολογική σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη», Γεώργιος Ευαγγελόπουλος, Δικηγόρος - Δρ. Διεθνών Σχέσεων (LSE)

http://www.kouvoutsakis-pinakothiki.gr/phps/forumnews.php


Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Δύο σημαντικά κείμενα του Γ. Καραμπελιά και του Γ. Ρακκά για την κρίσιμη συγκυρία

1. Οι μαθητευόμενοι μάγοι και η έλλειψη ιστορικής συνείδησης


Του Γιώργου Καραμπελιά
Παρακολουθούμε όλοι ως υπνωτισμένοι το θέαμα μιας κυβέρνησης ασχέτων και μαθητευόμενων μάγων να βυθίζει μέρα με τη μέρα σε μεγαλύτερο αδιέξοδο τη χώρα σε όλα τα πεδία, και έναν άβουλο πρωθυπουργό να παρακολουθεί ανίκανος να παρέμβει προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση· παρακολουθούμε ταυτόχρονα το θέαμα μιας σταδιακήςκατεδάφισης των οραμάτων του… αντιμνημονιακού κινήματος. Δεν θα επανέλθουμε όμως σε αυτά που έχουμε τονίσει πολλές φορές, (ad nauseam) την τελευταία περίοδο, αλλά θα προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε για μια ακόμα φορά το ιδεολογικό και πολιτικό υπόστρωμα αυτής της πολιτικής.
Όταν ανήκεις σε μια γενιά και μια ιδεολογική και πολιτική σχολή που τις τελευταίες δεκαετίες προσπάθησε να κατεδαφίσει την ιστορική συνείδηση του ελληνισμού, αρνείται τη συνέχεια του ελληνικού έθνους· σε ένα ρεύμα που αρνείται να αναγνωρίσει στην οθωμανική Τουρκία εκείνον τον παράγοντα που από τη μάχη του Ματζικέρτ το 1071 μέχρι την εισβολή στην Κύπρο και τις αδιάκοπες προκλήσεις έχει ως διαρκή διακηρυγμένο και μόνιμο στόχο του την κατοχή ή την υποταγή του «συνόρου» που αποτελεί η Ελλάδα.
Όταν από την άλλη πλευρά δεν έχεις καμία συνείδηση ότι η σχέση μας με την Δύση δεν είναι μια σχέση οργανική αλλά τακτική και αναγκαστική συμμαχία απέναντι στην εξ Ανατολών απειλή και πλέεις μέσα σε πελάγη ενός αφελούς ευρωκεντρισμού και δεν έχεις συνείδηση πως ο ελληνισμός είναι όντως, δυστυχώς, «ανάδελφος», αλλά αντίθετα έχεις ανατραφεί με όλες τις εξυπνάδες που λοιδορούσαν την τόσο καίρια έκφραση του πρόεδρου Σαρτζετάκη.
Όταν αγνοείς το γεγονός της βαθύτατης παρακμής στην οποία έχει εισέλθει εδώ και πολλά χρόνια ο ελληνισμός.
Όταν αγνοείς πως το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα είναι η δημογραφική της παρακμή η οποία εκτός από την πληθυσμιακή συρρίκνωση θα την μεταβάλει πολύ σύντομα σε χώρα γερόντων (ήδη ο μέσος όρος ηλικίας είναι 43 χρόνια) με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό σε όλα τα πεδία, από την άμυνα, την παραγωγή έως το συνταξιοδοτικό και την αδυναμία να καλυφθούν οι «περιβόητες» συντάξεις.
Όταν κλείνεις τα μάτια μπροστά στη μεγάλη μετακίνηση των πληθυσμών που λαμβάνει χώρα από την Ανατολή προς τη Δύση, μετακίνηση η οποία είναι ενταγμένη και στη στρατηγική του μόνιμα απειλητικού γείτονα, τότε μπορείς να αναφέρεσαι στο ζήτημα των προσφύγων και των μεταναστών, μόνον ως ζήτημα «ανθρωπιστικό» και όχι ως ζήτημα που στο βάθος χρόνου μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Όταν δεν έχεις συνείδηση ότι μία πλήρης οικονομική και κοινωνική κατάρρευση της χώρας κινδυνεύει να σε οδηγήσει σε μια καθοδική σπείρα χωρίς επιστροφή.
Όταν αρνείσαι να δεις τι έχει συμβεί στη Βουλγαρία, η τη Σερβία εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια ή ακόμα χειρότερα τι συμβαίνει στη γειτονική Συρία.
Όταν εν ολίγοις έχεις ανατραφεί με μια ψευδοταξική ιδεολογία που υποτιμά συστηματικά την εθνική διάσταση και με μια ατομοκεντρική δυτική αντίληψη για την οποία σημασία έχει απλώς «να περνάμε καλά», και όλα αυτά σε ένα έθνος που αριθμεί πλέον μόνο δέκα εκατομμύρια πληθυσμό, τότε σου επιτρέπονται τα πάντα.
Τότε μπορείς πολύ εύκολα με απόλυτη έλλειψη συναίσθησης της ιστορικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας, να παίζεις την κυβέρνηση και το θέαμα της δήθεν διακυβέρνησης.
Τότε σου επιτρέπεται να οδηγείς μια χώρα με τα μεγέθη και τις δυνατότητες της σύγχρονης Ελλάδας σε μια πολιτική αφασία, όπου καθημερινά καταρρέουν όλα τα οικονομικά δεδομένα αλλά και οι υποδομές της χώρας και όπου μέσω ενός απίστευτου μιθριδατισμού εθιζόμαστε και αρκούμαστε στο «κάθε μέρα και χειρότερα».
 Συντήρηση ή όραμα;
Πολλοί μας έχουν επικρίνει τα τελευταία χρόνια ως υπερβολικά συντηρητικούς που δεν τολμούν να προχωρήσουν στις απαραίτητες «ρήξεις» έστω κι αν αυτό συνεπάγεται στην επιστροφή στη δραχμή ή ακόμα και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό συχνά, από εκείνους που όταν, πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, έμπαινε η Ελλάδα στο ευρώ πανηγύριζαν ή σιωπούσαν, σε αντίθεση με εμάς που είχαμε ταχθεί όσο γίνεται πιο αποφασιστικά ενάντια σε μια τέτοια πολιτική.
Τι συμβαίνει λοιπόν σήμερα; Έχουμε επαναλάβει αναρίθμητες φορές πως η έξοδος από το ευρώ δεν είναι σήμεραεπιλογή δική μας, μιας ισχυρής Ελλάδας ικανής να προχωρήσει σε νέες οικονομικές πολιτικές και νέες συμμαχίες, αλλά θα γίνει αναγκαστικώς ως εκδίωξή μας.
Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να προσδοκούμε τίποτα το θετικό από αυτήν, διότι όχι μόνον με τις αλλεπάλληλες υποτιμήσεις, θα ρίξει ακόμα περισσότερο το ήδη δραματικά πεσμένο εισόδημα των Ελλήνων αλλά και κυρίως διότι θα οδηγήσει σε μια γεωπολιτική απομόνωση την χειρότερη δυνατή στιγμή στην περιοχή μας.
Είναι εντελώς χαρακτηριστικό ότι όλοι οι «πατριώτες» που υπερασπίζονται την έξοδο από το ευρώ, δεν σκέφτονται καθόλου τι πρόκειται να συμβεί με την Κύπρο εάν πάψει να βρίσκεται τουλάχιστον στην ίδια οικονομική ζώνη με την Ελλάδα, και απομείνει έρμαιο στις διαθέσεις της Τουρκίας και της Βρετανίας.
Υπάρχει άραγε μια εναλλακτική πολιτική στην περίπτωση μιας τέτοιας εξόδου; Μπορούμε να στηριχθούμε μήπως στηΡωσία; Είναι σαφές ότι το ερώτημα παραμένει μάλλον θεωρητικό. Διότι η Ελλάδα είναι απόλυτα εξαρτημένη από τις εισαγωγές και τις εμπορικές σχέσεις της με τη Δύση, «βγάζει το ψωμί της» από τον τουρισμό που κατά 80% προέρχεται από δυτικές χώρες, η δε Ρωσία σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν διατεθειμένη να έρθει σε ρήξη με τη Γερμανία ή με την Τουρκία με τις οποίες διατηρεί τεράστιες οικονομικές σχέσεις. Επιπλέον, οι γειτονικές μας βαλκανικές χώρες ιδιαίτερα η Ρουμανία και η Βουλγαρία, δεν ανήκουν πλέον στο φιλορωσικό στρατόπεδο αλλά είναι αντίπαλές της. Καταλαβαίνουμε επομένως, ότι η αναγκαία βελτίωση των σχέσεών μας με τη Ρωσία και η στήριξή μας σε αυτήν σε πολλά θέματα ενεργειακό, αμυντικό κ.λπ., έχει προφανή και αδιαμφισβήτητα όρια. Και πρέπει να ενταχθεί σε μιαμεσομακροπρόθεσμη προοπτική μιας ανεξάρτητης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.
Το ίδιο κατά μείζονα ρόλο ισχύει με την Κίνα. Η Κίνα μπορεί να είναι σύμμαχός μας αλλά μακρινή και αδύνατο να μας στηρίξει αποφασιστικά στα εθνικά και γεωπολιτικά μας προβλήματα.
Εμείς έχουμε ιστορική συνείδηση της χώρας μας και για τη χώρα μας. Γνωρίζουμε ότι ο σημερινός ελληνισμός στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι το τελευταίο ιστορικό υπόλειμμα ενός μεγάλου έθνους και ενός μεγάλου πολιτισμού στη δυσκολότερη στιγμή της ιστορίας της. Γιατί αν κάποτε δεν είχαμε κράτος είχαμε οικονομική υπεροχή σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια, είχαμε πληθυσμό και ισχυρή δημογραφία, οι γιαγιάδες μας γεννούσαν δέκα ή δεκαπέντε παιδιά, είχαμε πολιτισμική υπεροχή. Σήμερα συρρικνωνόμαστε έχουμε χάσει κάθε παραγωγική αυτεξουσιότητα έχουμε γίνει πολιτισμικοί νάνοι, ενώ ο μεγάλος μας αντίπαλος ενισχύεται σε όλα τα πεδία.
Στον προηγούμενο αιώνα διαπράξαμε δύο μεγάλα εθνικά εγκλήματα, με δύο εμφυλίους χάσαμε τη Μικρά Ασία, τη Σμύρνη και την Πόλη ως κέντρα τους ελληνισμού και με τον δεύτερο και τραγικότερο εμφύλιο (1944-1949) χάσαμε την Κύπρο, την Βόρειο Ήπειρο και την οικονομική και πολιτική μας αυτεξουσιότητα.
Σήμερα είμαστε στο κατώφλι μιας νέας μεγάλης εθνικής καταστροφής. Αν έστω και σήμερα, την ύστατη στιγμή, δεν κατανοήσουμε ότι ο ελληνισμός αποτελεί «απειλούμενο είδος» προς εξαφάνιση και πρέπει να προστατευτεί από εμάς τους ίδιους, τότε κινδυνεύουμε σε αυτόν τον αιώνα να πάψουμε να υπάρχουμε ως αυτόνομο πολιτειακό υποκείμενο και να σκορπίσουμε στους πέντε δρόμους σαν τους Αρμενίους ή ακόμα περισσότερο τους Λιβανέζους, ενώ ο ιστορικός χώρος της Ελλάδας θα μεταβληθεί σε έναν απλό χώρο ταμπόν μεταξύ ισλαμικής Ανατολής και Δύσης.
Γι’ αυτούς τους λόγους είμαστε απολύτως «συντηρητικοί», δηλαδή θέλουμε να διασωθεί ο υπαρκτός ελληνισμός και για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει ένας συνδυασμός μιας διπλής τακτικής πάνω στην οποία πολλές φορές έχουμε επιμείνει μέχρι σήμερα. Μια τακτική «ανταρτοπόλεμου» στη διαπραγμάτευση με τους τοκογλύφους και τη γερμανική Ευρώπη ώστε να αποφύγουμε το πένθιμο σόλο, μέχρις ότου αποκτήσουμε περισσότερους συμμάχους στο εσωτερικό της Ευρώπης και να ενισχυθούμε ώστε να μπορέσουμε μεσοπρόθεσμα να καταργήσουμε ένα μεγάλο μέρος του χρέους.
Ταυτόχρονα για να έχει νόημα και ο ανταρτοπόλεμος πρέπει να ξέρουμε ποιος είναι ο στρατηγικός μας στόχος. Αυτό δηλαδή που απουσιάζει εντελώς από τη σκέψη και την στρατηγική(!) της παρούσας κυβέρνησης, η οποία εξαντλείται απλώς στο να αποφύγουμε τα χειρότερα και «να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις». Ο ανταρτοπόλεμος έχει νόημα όταν τον εντάσσεις σε ένα όραμα για τη νέα Ελλάδα. Ένα όραμα που έχουμε χαρακτηρίσει εκσυγχρονισμό της παράδοσης, δηλαδή δημογραφική ανάκαμψη, ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, αμυντική θωράκιση, κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτισμική αναγέννηση και αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς.
Αλλά για όλα αυτά είναι απαραίτητο αυτό που λείπει από την ασύντακτη κυβέρνηση και τον άβουλο πρωθυπουργό, μιαιστορική συνείδηση της πατρίδας και του έθνους, μια γνώση του «από πού ερχόμαστε», για να μπορούμε να έχουμε συναίσθηση και για το τι μας λείπει και για το που πηγαίνουμε!

2 Μεταναστευτικό ή η σχιζοφρένεια της  "Αριστεράς των Δικαιωμάτων"

Του Γιώργου Ρακκά
Με δηλώσεις του τύπου «οι πρόσφυγες λιάζονται στα πάρκα» και άλλες τέτοιες γελοιότητες που θυμίζουν αίσχιστου είδους λατινοαμερικάνικη δικτατορία, η «αριστερά των δικαιωμάτων» νομίζει πως μπορεί να διαχειριστεί το μεταναστευτικό ζήτημα της χώρας, την στιγμή μάλιστα που αυτό διολισθαίνει σε ανθρωπιστική κρίση.
51B
Γι’ αυτό και η πραγματικότητα τους εκδικείται αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι όλα αυτά τα κροκοδείλια δάκρυα που έχυναν και όλες αυτές οι υποκριτικές ανθρωπιστικές κορώνες που έβγαζαν γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα, ήταν για… ιδεολογική αυτο-επιβεβαίωση και ουδεμία σχέση δεν είχαν με το ίδιο το πρόβλημα.
Γι’ αυτό και τώρα, η «γραμμή» τους, μια ανθρωπιστική μετάλλαξη του νεοφιλελεύθερου Laissez fairelaissez passerαποδεικνύεται στην πράξη εφιαλτική τόσο για την ελληνική κοινωνία όσο και για τους ίδιους τους πρόσφυγες.
 Τι θα μπορούσε να γίνει, όμως, επί της ουσίας;
 Κατ’ αρχάς, το μεταναστευτικό ζήτημα εξελίσσεται στην χώρα μας εδώ και είκοσι χρόνια, και θα πρέπει να αξιοποιήσουμε θετικά τις εμπειρίες που παράγει.
Πρώτον, σε μεγάλο βαθμό, το ζήτημα κατέληξε σε αδιέξοδο επειδή ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας το χρησιμοποίησε ως όπλο στο πλαίσιο της παρατεταμένης εμφύλιας πολιτισμικής σύγκρουσης για το περιεχόμενο της ταυτότητάς μας.
Ανεξάρτητα από το τι ήθελαν οι ίδιοι, ή ίσως και ενάντια στην βούλησή τους, οι εθνομηδενιστές χρησιμοποίησαν τους μετανάστες στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εκστρατείας αποδόμησης της ιστορικής ταυτότητας της χώρας. Μόνο οι αντίφα τόλμησαν να το γράψουν στους τοίχους, αλλά όλες οι συνιστώσες αυτής της πτέρυγας το εννοούσαν: «Έλληνες σκάστε!». Εξάλλου, όλοι οι πολιτικοποιημένοι μετανάστες, ανεξαρτήτως τοποθετήσεων, αντιλαμβάνονται πολύ καλά πως στο πλαίσιο αυτού του ψευδο-αντιρατσιστικού λόγου και πρακτικής οι ίδιοι πάντοτε ενέχουν θέση και ρόλο παθητικού αντικειμένου-αποδέκτη της μεγαλοθυμίας των «ευεργετών» τους.
Από την άλλη, οι ναζί και οι φασίστες εκμεταλλεύονται το ίδιο αδιέξοδο για να δυναμώσουν και να στρατολογήσουν κόσμο που ταλαιπωρείται στα δίχτυα του, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσουν σε μια σχεδιαζόμενη νύχτα των μαχαιριών που θα εξαφανίσει όλους τους αντιπάλους. Ως προς αυτό, το πώς λειτούργησε η Χρυσή Αυγή στον Άγιο Παντελεήμονα είναι εξόχως ενδεικτικό. Έπαιξε με την απελπισία, και το τρομακτικό καθημερινό αδιέξοδο των κατοίκων, δυνάμωσε, και μετά χρησιμοποίησε την δύναμή της για να… πουλάει προστασία και να εγκαθιδρύσει μια “δυαδική εξουσία” στην περιοχή σε συνεργασία με τα κυκλώματα του τράφικινγκ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το αδιέξοδο εντείνεται, την ίδια στιγμή που η δημόσια συζήτηση εστιάζει πάνω σε αυτού με όρους εκατέρωθεν υστερίας –δημιουργείται δηλαδή μια εκρηκτική συνταγή που αν μη τι άλλο εγγυάται πως το ζήτημα δεν θα αντιμετωπιστεί ποτέ!
Δεύτερον, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει μεταναστευτικό γενικάΥπήρξαν δύο ρεύματα μετανάστευσης προς την ελληνική κοινωνία, και τώρα εξελίσσεται ένα τρίτο. Το πρώτο, με ανθρώπους προερχόμενους κύρια από τα Βαλκάνια, και την Ανατολική Ευρώπη λίγο ως πολύ ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Ή την εγκατέλειψε λόγω της κρίσης.
Ουσιαστικά το πρόβλημα προκύπτει από τα άλλα δύο κύματα μετανάστευσης προς την χώρα μας, τα οποία προέρχονται από την Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Αφρική. Το πρόβλημα έχει δύο διαστάσεις που διαπλέκονται στενά μαζί τους. Κατ’ αρχάς, η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να απορροφήσει κι άλλους μετανάστες –κι ύστερα υπάρχει και πολιτιστικό χάσμα που αποτρέπει την ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων στην κοινωνία μας. Ας έχουμε επίγνωση, ότι πλέον η Ελλάδα βάλλεται άμεσα από την πολιτική της Δύσης σε αυτές τις περιοχές, καθώς οι επεμβάσεις και η αποδόμηση κρατών δημιουργεί ταχύτατα μεταναστευτικά ρεύματα προς την χώρα μας. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έγινε το 2001, και ήδη από το 2005 άρχισε να πυκνώνουν οι αφίξεις μεταναστών από την χώρα –για να μην μιλήσουμε για την ταχύτητα που δημιουργούνται μεταναστευτικά ρεύματα από την Συρία.
Αυτά τα στοιχεία, συνεπικουρούμενα από τον χαοτικό χαρακτήρα εξέλιξης αυτών των ρευμάτων και τον επίσης χαοτικό χαρακτήρα της κρατικής πολιτικής δημιούργησαν και δημιουργούν διαρκείς, καθημερινές μικροσυγκρούσεις, ένα τεράστιο αρνητικό δυναμικό το οποίο δυναμιτίζει την εθνική συνοχή, την κοινωνική συνοχή, την λειτουργία της δημοκρατίας –αλλά αποτελεί πρωταρχικό λόγο διολίσθησης των ξενοφοβικών συναισθημάτων σε ρατσισμό. Είναι το πολιτιστικό χάσμα και η ανεξέλεγκτη μετανάστευση που παράγει αυτά τα φαινόμενα, και όχι το αντίθετο όπως ισχυρίζεται η αριστερά των δικαιωμάτων.
Τρίτον. Ο πολυπολιτισμός έχει αποτύχει σε όλον τον κόσμο. Λειτουργούσε (και λειτουργεί, γονατιστός, με το μαχαίρι του Τζιχάντι Τζον στο λαρύγγι) μόνον ως «ιστορικός πολυπολιτισμός» στην Συρία και τον Λίβανο, και λειτούργησε στα «έθνη εποίκων» (ΗΠΑ-Αυστραλία) επειδή έγινε γενοκτονία των ιθαγενών, και μόνο όταν τα μεταναστευτικά ρεύματα σταμάτησαν και υπήρξαν κάποιες δεκαετίες όπου συντελέστηκε ο εξαμερικανισμός των προηγουμένων. Κατά τα άλλα ο πολυπολιτισμός κλονίζεται από την διπλή, ταυτόχρονη υπονόμευση που του ασκεί ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός και ο δυτικός μηδενισμός.
Από αυτά τα συμπεράσματα προκύπτει μια «μεγάλη εικόνα». Στην Ελλάδα μεταναστευτικό και δημογραφικό οδηγούν μαθηματικά στην λιβανοποίηση της κοινωνίας. Αν τα πράγματα συνεχιστούν έτσι όπως τώρα κατά τις επόμενες δεκαετίες, η Ελλάδα του 2050 θα είναι μια κοινωνία πολιτισμικά και κοινωνικά κατακερματισμένη, όπου θα βασιλεύει ο φατριασμός και ο πόλεμος των πολιτισμών. Το να νομίζει κανείς ότι μπορεί να στηθεί δημοκρατία, κοινωνική προκοπή και δικαιοσύνη μέσα σε τέτοιο περιβάλλον, ισοδυναμεί με απόλυτη παράνοια.
Αντιστοίχως, από την μεγάλη εικόνα προκύπτουν και οι προσανατολισμοί στους οποίους μπορούμε να κινηθούμε ως κοινωνία:
Πρώτον. Προϋπόθεση για οποιαδήποτε μεταναστευτική πολιτική είναι η ανάσχεση των μεταναστευτικών ρευμάτων. Γιατί η επισώρευσή τους εγκαθιδρύει στην ελληνική κοινωνία εστίες απόλυτης προσωρινότητας και χάους που υπονομεύουν οποιαδήποτε μεταναστευτική πολιτική. Άρα, οι πρόσφυγες θα πρέπει να προωθηθούν προς την Ευρώπη, ή να μεριμνήσει ο ΟΗΕ για την δημοκρατική κατανομή τους, τα δουλεμπορικά κυκλώματα θα πρέπει να παταχθούν, η Τουρκία που τους δίνει σχεδόν… κρατική κάλυψη (το ομολογούν οι ίδιοι οι Τούρκοι ακαδημαϊκοί πλέον) θα πρέπει να καταγγελθεί και να της επιβληθούν κυρώσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι παράνομοι μετανάστες θα πρέπει να επαναπροωθούνται στο πλαίσιο μιας συλλογικής πολιτικής κρατών που θα συνδυάζει επαναπατρισμούς και συγκεκριμένη αναπτυξιακή βοήθεια (όχι μόνο χρήματα, αλλά δημιουργία δομών).
Δεύτερον. Θα πρέπει να υπάρξει ολόκληρη πολιτική ενσωμάτωσης των μεταναστών που επιθυμούν να ταυτίσουν την μοίρα τους με την μοίρα της ελληνικής κοινωνίας. Πρέπει να θεσπιστεί υποχρεωτική εκμάθηση ελληνικών, που να αποτελεί και όχημα για την ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας. Επίσης, πρέπει να υπάρξει ένα αδιαπραγμάτευτο μίνιμουμ πολιτιστικής ομοιογένειας –τα κοινά συμφωνηθέντα υπονοούμενα του Σεφέρη. Και η διαφορετικότητα να εκδηλώνεται από εκεί και πέρα. Αυτό καταφανώς, έρχεται σε αντίθεση με τις μαζικότερες, και πιο ισχυρές σήμερα τάσεις του ισλαμισμού –εντούτοις θα πρέπει να αποφασίσουμε ως κοινωνία αν θα επιτρέψουμε να γυρίσουμε πίσω στην Τουρκοκρατία, όταν ένα μέρος των κατοίκων του ελληνικού χώρου είχε μονολιθική θρησκευτική συνείδηση. Ούτως ή άλλως, η κοινωνική συνύπαρξη και ο πολιτιστικός συγκρητισμός σφυρηλατείται μέσα από την όσμωση όμορων ή συγγενών ταυτοτήτων, εξ ίσου «ανοιχτών».
Τρίτον. Η ένταξη στην ελληνική αγορά εργασίας θα πρέπει να γίνει υπό έλεγχο, για να μην φτιάξουμε/επεκτείνουμε άτυπες ‘ειδικές οικονομικές ζώνες’, που δημιουργούν ένα ευρύτερο κλίμα συμπίεσης των μισθών προς τα κάτω, και εκτεταμένης προλεταριοποίησης. Γενικά, το κράτος πρέπει να καθοδηγήσει την ένταξη των μεταναστών, και να μην την εγκαταλείψει στην αόρατη χείρα της αγοράς. Οι μετανάστες θα πρέπει να διαχυθούν εντός του ελληνικού πληθυσμού, και να αποτραπεί η δημιουργία γκέτο και χωροταξικών διαχωρισμών. Το πάθημα του Αγίου Παντελεήμονα θα πρέπει απ’ όλες τις απόψεις να γίνει μάθημα στο ελληνικό κράτος. Προς το παρόν, βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ διαπράττει τα ίδια λάθη που διέπραξε ως πολιτική δύναμη του 5% σε εκείνη την γειτονιά σε…. κυβερνητικό-πανεθνικό επίπεδο!
Τέταρτον. Προϋπόθεση για την επιτυχία μιας συνετής, δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής είναι η δημογραφική ανασυγκρότηση της χώρας, και η αναστροφή της φυγής των νεώτερων γενεών από την χώρα. Ειδάλλως, κάθε συζήτηση δεν έχει απολύτως καμία βάση. Ακόμα και το συνταξιοδοτικό, στο οποίο αρέσκεται να αναφέρεται αυτή η «αριστερά των δικαιωμάτων», δεν μπορεί να ‘σωθεί’ από τους μετανάστες όταν το κύριο κομμάτι της κοινωνίας φθίνει δημογραφικά και γερνάει ταχύτατα. Εκτός αν τα μεταναστευτικά ρεύματα έχουν γεωμετρική κλιμάκωση και γίνει εκτεταμένη υποκατάσταση των Ελλήνων εργαζόμενων από αλλοδαπούς ώστε να πάψει η φθίνουσα δημογραφία των Ελλήνων να επηρεάζει το όλο σύστημα. Τότε όμως δεν θα μιλάμε για χώρα, αλλά για χώρο.
Τέλος, πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι όσοι σπεκουλάρουν πάνω στο μεταναστευτικό εξαπολύοντας ιερεμιάδες για τον ρατσισμό που θεριεύει ή θα θεριέψει αναφέρονται σε μια μόνο πτυχή ενός μέλλοντος που θα προκύψει πολύ γρήγορα αν δεν υπάρξει συστηματική, συνολική πολιτική. Αυτό που διακυβεύεται είναι η εισαγωγή των εκτεταμένων πολιτισμικών συγκρούσεων που σοβούν στην Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Αφρική, στην μικρή ελληνική κοινωνία, γεγονός που θα την συνθλίψει από κάθε άποψη. Το γεγονός ότι η «αριστερά των δικαιωμάτων» δεν αντιλαμβάνεται αυτό το πράγμα σημαίνει πολύ απλά ότι διακατέχεται από σχιζοφρένεια, με την κλινική κυριολεξία του όρου. Πουθενά αλλού δεν μπορεί να αποδοθεί τέτοια διάσταση απόψεων, εκεί που μια ολόκληρη χώρα να βιώνει ανθρωπιστική κρίση, η αρμόδια υπουργός να βλέπει… πρόσφυγες που λιάζονται στις πλατείες.