Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Κ.Χαραλαμπίδης: Ποίηση ως ζωή προσφέρει η Ελλάδα στην Ευρώπη


Συνέντευξη του Κυριάκου Χαραλαμπίδη στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

Η ιστορία παίζει κεντρικό ρόλο στη ποίησή σας. Η ποίηση μπορεί άραγε να μας βγάλει από αυτό που θα ορίζαμε ως τραγωδία της ιστορίας;
Η ιστορία, όπως ξέρετε, είναι το υλικό αποτύπωμα της εξελικτικής μας συμπεριφοράς. Συχνότατα καθορίζεται από όρους αποτρόπαιης ή ελεεινής μορφής, που καταστρατηγούν —εν είδει αντιποίησης αρχής— την αμετάθετη αξία του ανθρώπου και την εξ ουρανού δοσμένη σ’ αυτόν πνευματική χάρη. Για να συντομέψω την απάντηση, θα έλεγα ότι η ιστορία αποτελεί το πρό–βλημα, υπό την έννοια της αριστοτελικής προ–βολής, αυτού δηλαδή που προ–βάλλεται προς συζήτηση κι εξεύρεση λύσης. Εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος της Ποίησης, που έχει να κάνει με την εις βάθος ανίχνευση και αναγνώριση της τραγωδίας. Για να συναισθανθεί ο άνθρωπος την τραγωδία που τον περιβάλλει, οφείλει να γίνει τραγικός αφεαυτού, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της διείσδυσης —υπό μορφήν επίσκεψης και υπέρβασης— στο μεθιστορικό του πεδίο.
Τι σημαίνει για εσάς Ελληνική Πνευματική Παράδοση; Πώς περνά στην ποίησή σας; 
Η αθλιότητα των ημερών μας, που μεταβάλλει το κούφιο και το ευτελές σε τρόπο ζωής, ενεργοποιεί τον φυσικό κανόνα: «Σε κάθε δράση εκδηλώνεται ίση αντίδραση». Η δική μου αντίδραση, εν προκειμένω, είναι ο φωτοτροπικός προσανατολισμός προς τη διαχρονική διάσταση αυτού που θ’ αποκαλούσαμε «ελληνικό» (ή ό,τι άλλο, καταπώς έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός, διευρύνοντας την έννοια του εθνικού στην οικουμενική του ειδή, ως απόσταξη αλήθειας και ανθρώπινης διέκτασης). Η ελληνική πνευματική παράδοση, θέλω να πω, είναι ο ζωογόνος ήλιος που φωτίζει και καθοδηγεί το πνεύμα μου, ενώ παράλληλα με απελευθερώνει από αγκυλώσεις εθνικιστικού τόνου. Γιατί η ελληνική παράδοση, κατεργασμένη από τους αιώνες, είναι κάτι βαθύ και ουσιώδες αλλά παράλληλα και κάτι ανάλαφρο και χορευτικό· μια μέθεξη, στην οποία συνηχεί η ηρακλείτεια «παλίντονος αρμονία», συγκεφαλαιώνοντας το Ένα μέσα στο οποίο κινούνται τα πάντα. Όποιος μπορέσει να ιδεί την ελληνική παράδοση στις ποικίλες της μεταμορφώσεις, γίνεται κύριος της διαχρονίας της και ουσιαστικά συλλαμβάνει το διαρκώς ανανεωτικό της πνεύμα.
Υπάρχει, νομίζετε, λυρική συνέχεια στα ποιητικά μας πράγματα; Ποια είναι η σχέση και η θέση σας απέναντί της; 
Αρκεί να επικαλεστεί κανείς ονόματα όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Εμπειρίκος., ο Εγγονόπουλος (δεν εξαιρείται ο  Παπατσώνης), για να μιλήσω εντελώς ενδεικτικά για ορισμένους ποιητές της μετακαβαφικής εποχής,  που πλέον αποτελούν κοινό τόπο αποδοχής ή αναφοράς. Καθένας από αυτούς και μια διαφορετική φωνή, αυτό είναι το αξιοθαύμαστο. Η λυρική συνέχεια δεν προϋποθέτει ομοιομορφία ροής, αλλά ποικίλου τύπου ψυχικές ταλαντώσεις που καθιερώνουν εντέλει και το ρυθμό ενός νέου τύπου σκέψης ή αντιμετώπισης του ποιητικού φαινομένου. Τούτο είναι φυσικό να συνεχίζεται και από νεότερους δημιουργούς. Οι πιο ταλαντούχοι από αυτούς εισάγουν μιαν ανατρεπτική νότα, μαζί με την οργανική και γόνιμα δημιουργική ποιητική τους οίηση. Όλα αυτά, λίγο ή πολύ, προάγουν την ποίηση. Για μένα η συν–έχεια σχετίζεται με τον σύνδεσμο των ανθρώπων στον ιδεώδη σκοπό, με τελική κατάληξη την ένταξη στην ολότητα μιας οικουμενικής αδιαίρετης οικογένειας. Όμως αυτό δεν μπορεί να είναι λειτουργικό, αν δεν στηρίζεται στη θεμελιακή βάση και την επίγνωση του χώρου που πατάς, όθε αντλείς τους πόρους των ποιημάτων σου —τα χρώματα, τους ήχους, την κεκτημένη προσφορά των άλλων και την εντοπιότητα της υλικής, θα έλεγα, ευαισθησίας σου. 
Είστε Έλληνας ή Κύπριος ποιητής; Ή και τα δυο;
Ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες απέκοψαν γεωγραφικά την Κύπρο από τον ελληνικό κορμό. Μη λησμονάμε ωστόσο ότι ο Απελευθερωτικός Αγώνας του 1955–59, και όλα εκείνα τα μαρτύρια του κυπριακού Ελληνισμού, έγιναν στο όνομα της Ένωσης με την Ελλάδα. Ανέκαθεν μέσα στους αιώνες οι Έλληνες της Κύπρου αντιστέκονταν με τον τρόπο τους στον όποιο τους έλαχε κατακτητή, στερεωμένοι στην ορθόδοξη πίστη τους, την ελληνική λαλιά και την παράδοση, με όραμα στραμμένο πάντα προς την Ελλάδα, χωρίς αυτό να αμβλύνει την πολυπολιτισμική τους ευρυχωρία. Στην ερώτηση λοιπόν αν είμαι Έλληνας ή Κύπριος ποιητής, απαντώ: Γεννήθηκα στην Κύπρο και η πολιτική μου ταυτότητα γράφει «Κύπριος». Αλλά η πνευματική μου ταυτότητα, που δεν αναγράφεται παρά στην καρδιά, την ψυχή και το πνεύμα, διασαλπίζει ό,τι ελληνικό συνεπαίρνει και ανυψώνει την υπόστασή μου. Τα υποστασιακά μου στοιχεία είναι ακριβώς αυτά: είμαι Έλληνας ποιητής που η μοίρα τού όρισε να γεννηθεί στην Κύπρο, «σε μιαν άλλη Σαλαμίνα» καταπώς έγραψε ο Σεφέρης. «Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης», μαζί με τους Αχαιούς στην Αυλίδα και με τους Τρώες στην Τροία. Συνεπώς ο «ελλαδιτισμός», που κατατρώει και περιορίζει την οικουμενική ελληνική πατρίδα, με ξενίζει. Ο Ελληνισμός από τη φύση του έχει πολλά κέντρα, πολλές εστίες και —γιατί όχι;— πολλές αλήθειες που συχνά ανταγωνίζονται. Όμως όλα συνθέτουν αυτό που είναι ο κόσμος ο ελληνικός, πέρα από τη γεωγραφική οριοθέτηση του  κράτους. Φαίνεται πως είναι στη μοίρα και το χρέος ορισμένων ποιητών της περιφέρειας να διεγείρουν μνήμες και να συνεργούν στο πλάτεμα του ελληνικού μας προσώπου. Και όλα τούτα ως αντίδοτο στον κομματικό αυτισμό και την κοινωνική αποσάθρωση. 
Ποια μπορεί να είναι η θέση της Ελληνικής Ποίησης στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι;
Μία και μόνη: να είναι ελληνική, για να παραμένει ευρωπαϊκή. Εξάλλου κάποια στιγμή, όταν η Ευρώπη κατορθώσει να βρει τον εαυτό της, θα διαπιστώσει πως πρέπει να ντυθεί κατάσαρκα την Ελλάδα. Η Ελλάδα, ως έννοια πνευματική, θα προσδώσει στην Ευρώπη την αληθινή της φύση. Αυτό δεν είναι ουτοπία. Όλοι οι λαοί της Ευρώπης έχουν κάτι να δώσουν και κάτι να πάρουν. Εκείνο που θα πάρουν από εμάς είναι η Ποίηση —όχι ακριβώς με τη μορφή που κληροδότησαν οι μεγάλοι ποιητές μας. Μιλώ για την Ποίηση ως Ζωή, ως θεία ενέργεια πάνω στους ανθρώπους, καθώς ιλαρώνει το θηρίο μέσα τους κι ευγενίζει κάθε τους σκέψη και πράξη. Αυτής της ποίησης θεματοφύλακας είναι η ελληνικότητα —όποιας μορφής ή όποιας φυλής— η ελληνικότητα ως ιδέα, πέρα ακόμη κι από την ίδια την Ελλάδα. 

πηγή: Αντίφωνο,  Nέα Ευθύνη τεύχος 21ο

Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

Σωτήρη Δημόπουλου:Η έξοδος από την Ε.Ε. δεν οδηγεί στη Μόσχα αλλά στην …Άγκυρα!

 Μία εξαιρετικά εύστοχη ανάλυση  του Σωτήρη Δημόπουλου  για το τι σήμερα εξυφαίνεται


Απάτες και Αυταπάτες ενός αφιονισμένου έθνους
Ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά ψεύδη, που συστηματικά καλλιεργήθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση είναι αυτό της δήθεν «στροφής προς της ανατολή». Το ρωσικό χαρτί παίχθηκε επισταμένα και επίμονα, πείθοντας για την ειλικρίνεια των προθέσεων των κυβερνώντων, σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Άλλωστε το έδαφος ήταν πρόσφορο για την αποδοχή της αλλαγής του γεωπολιτικού προσανατολισμού του έθνους. Το αίσθημα προδοσίας από τη Δύση είναι γενικευμένο το οποίο συναντήθηκε με τις παραδοσιακές φιλορωσικές διαθέσεις των Ελλήνων, που ίσως είναι τα ισχυρότερα σε όλη την βαλκανική χερσόνησο. Δυστυχώς, όμως, και γι’ αυτούς και για τη χώρα, η στροφή προς την Ρωσία είναι μια τερατώδης εξαπάτηση. Γιατί στο τέρμα του δρόμου που έχουν δρομολογήσει για την Ελλάδα οι μέντορες των Τσίπρα/Βαρουφάκη δεν είναι η Μόσχα αλλά η Ουάσιγκτον και η … Άγκυρα!
Τώρα που η ομίχλη αρχίζει να καθαρίζει το γεωπολιτικό τοπίο, τουλάχιστον για όσους θέλουν να δουν πέρα από τη μύτη τους, δεν μένει καμία αμφιβολία για το ύπουλο σενάριο που εξυφαίνεται ενάντια στον ελληνισμό. Διαγράφεται ανάγλυφα πλέον ο ρόλος που παίζει η Ελλάδα εν αγνοία του λαού της στο σχεδιασμό των υπερατλαντικών κέντρων τόσο απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην αναδιαμόρφωση του χάρτη στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πραγματικότητα είναι ότι η αμερικανική αυτοκρατορία βρίσκεται σε γενική αντεπίθεση για να αποτρέψει την ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου. Και γι’ αυτό επιτίθεται τόσο ενάντια στην Ευρώπη, κεκαλυμμένα, όσο και ενάντια στη Ρωσία, ανοιχτά. Και χρησιμοποιεί κάθε όπλο και εργαλείο για την επίτευξη του σκοπού της.
Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα έδωσε, λοιπόν, τη δυνατότητα στην Ουάσιγκτον να εισέλθει μέσω του ΔΝΤ στην Ευρώπη, αλλά και να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Κάτι που ουσιαστικά σημαίνει τον εκτροχιασμό του οράματος για μια Ευρώπη που θα αποτελούσε διακριτό πόλο απέναντι στην ατλαντική Δύση –η διάκριση της Δύσης όχι ως μιας ενιαίας οντότητας είναι κομβικής σημασίας για την κατανόηση των αντιθέσεων. Στο όραμα αυτό άλλωστε είχαν αντιταχθεί σφόδρα ήδη από την εποχή του Ντε Γκωλ. Η γερμανική ενοποίηση επέτρεψε σε τμήμα του γερμανικού κεφαλαίου να επαναπροωθήσει το σχέδιο, το οποίο όμως για να πετύχει είχε και έχει προαπαιτούμενο τη συνεργασία με τη Ρωσία. Η απειλή για τις ΗΠΑ είναι επομένως ζωτικής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν δίστασαν να απαντήσουν. Και απάντησαν πρώτα στην Ουκρανία, που έκοψαν την Ευρώπη στα δυο. Με τη ζώνη ελέγχου που εγκαθίδρυσαν έσπασαν τον αναδυόμενο άξονα Βερολίνου-Μόσχας.
Απάντησαν και με την Ελλάδα. Το πρώτο μέρος του σχεδίου στη χώρα μας το έφερε σε πέρας ο Γιώργος Παπανδρέου με τη βοήθεια των Γκαλμπρέιθ, Στιγκλιτς, Κρούγκμαν, Βαρουφάκη και στο βάθος του Σόρος. Το δεύτερο μέρος το ολοκληρώνει η κυβέρνηση των Τσίπρα-Καμενου με Βαρουφακη, Γκαλμπρέιθ, Στίγλκιτς, Κρούγκμαν και στο βάθος Σορος! Πόσο πιο καθαρά να πούμε τα πράγματα;  
Για το λόγο αυτό οι επαφές με τη Ρωσία των Τσίπρα, Λαφαζάνη, Καμένου δεν ήταν τίποτε περισσότερο από προπέτασμα καπνού για να το ¨χάψει¨ το πόπολο. Και σε μεγάλο βαθμό το κατάφεραν. Κι όμως, αν χρησιμοποιήσει κάποιος ελάχιστα τη λογική του θα αντιληφθεί τις τρομερές αντιφάσεις της πολιτικής αυτής. Θα αντιληφθεί ότι μια αδύναμη κυβέρνηση, η οποία είναι σχεδόν αποσυνάγωγη στην Ευρώπη, και η οποία απολαμβάνει τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, δεν θα μπορούσε να κάνει την παραμικρή ουσιαστική κίνηση προς τη Μόσχα. Γιατί θα είχε τη τύχη των σοσιαλιστών της Βουλγαρίας, τη τύχη του Κώστα Καραμανλή, θα είχε την αφόρητη πίεση του Όρμπαν στην Ουγγαρία. Θα είχε την κα Νούλαντ και τον φοβερό Μακέιν, τον πόλεμο του κερδοσκοπικού κεφαλαίου του Σόρος και των ευαγών ιδρυμάτων του. Κι όμως δεν συνέβη τίποτε από αυτά. Το αντίθετο. Όλες οι διατεταγμένες στην αντι-ρωσική εκστρατεία υπηρεσίες και οι οργανικοί τους διανοούμενοι δίνουν αγώνα υπέρ του μασκαρεμένου φιλο-ρωσικού ΣΥΡΙΖΑ.
Ωστόσο, η Μόσχα προειδοποίησε πολλές φορές και στο ανώτατο επίπεδο την Ελλάδα, έστειλε συνεχώς μηνύματα στον ελληνικό λαό να μη πέσει στη παγίδα:
Διέψευσε αμέσως τα απίστευτα ψεύδη που διακινούσε η κυβέρνηση ότι θα δοθούν 5 δισεκατομμύρια ευρώ προκαταβολή από τον σχεδιαζόμενο αγωγό φυσικού αερίου.
Διέψευσε ότι μας ζήτησαν να γίνουμε μέλη των BRICS.
Διέψευσε ότι θα μας δοθεί δάνειο για να αποπληρώσουμε τα χρέη μας.
Μας προέτρεψε να βρούμε λύση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ρωσία δεν κινήθηκε τυχοδιωκτικά, δεν καλλιέργησε ψευδαισθήσεις. Γιατί άραγε; Ούτε αυτό δεν βάζει σε σκέψεις τους ειλικρινείς υπέρμαχους της ελληνορωσικής συνεργασίας;
Μα η αλήθεια είναι ότι ο Πούτιν διαβλέπει το colpo grosso που έχουν στήσει από καιρό οι Αμερικανοί στην Ελλάδα. Αντιλαμβάνεται ότι η έξοδος από την Ε.Ε., το χάος που θα ενσκήψει στη χώρα, θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να βάλει επιτέλους σε εφαρμογή το τελικό στάδιο της δημιουργίας μιας ενιαίας ζώνης Τουρκίας –Ελλάδος υπό την αμερικανική γεωστρατηγική επιρροή. Η Ελλάδα θα είναι η αποζημίωση στους νέο-οθωμανούς για την απώλεια του Κουρδιστάν. Και το Αιγαίο θα γίνει μια αμερικανική θάλασσα που πλέον οι Ρώσοι δεν πρόκειται να ξανακατέβουν.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι ίδιοι κύκλοι ωθούν και διευκολύνουν τις μεταναστευτικές ροές των μουσουλμάνων προς την ελλαδική επικράτεια. Η ενδιάμεση χριστιανο-μουσουλμανική ζώνη των Βαλκανίων βρίσκεται κοντά στην πραγματοποίησή της.

Άραγε τόση τύφλωση έχει καταλάβει όσους αγωνιούν για την ελληνορθόδοξη ταυτότητα της Ελλάδος και φθάνουν να συστρατεύονται με αυτούς ακριβώς που προετοιμάζουν την τελική πράξη του δράματος για τον ελληνισμό; 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Μαρξισμός και τροτσκισμός στην Ελλάδα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2015, σελ.615.


ΡΗΞΗ φ.116


Εξαντλητική, κοπιαστική, που εκπληρώνει τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις του επιστημονικού λόγου  είναι η νέα εργασία του Μ.Μελετόπουλου, πάνω σε ένα θέμα καυτό, που δύσκολα επιτρέπει στον ερευνητή να έχει μια αποστασιοποιημένη και ψύχραιμη στάση, δίχως αγιογραφίες ή αναθεματισμούς. Ενδεικτικό των προθέσεων του είναι, ότι, αν και ο συγγραφέας δεν συμμερίζεται τα μαρξιστικά πορίσματα, το βιβλίο έχει αφιερωθεί σε έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, τον Βίκτωρα Αθανασιάδη, διωκόμενο τόσο από το επίσημο κράτος όσο και από το κόμμά του.
Οπωσδήποτε ο ελληνικός μαρξιστικός λόγος έχει κάποια ελαφρυντικά για την κριτική που μπορεί να του ασκηθεί. Αναπτύχθηκε σε μια χώρα, που οι τάξεις υστέρησαν χρονικά σε σχέση με την Δ.Ευρώπη να διαγράψουν τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε από αυτές η θεωρία, οι μεταφράσεις στα πρωτότυπα έργα της μαρξιστικής σκέψης ήταν περιορισμένες και κατά συνέπεια η πρόσβαση στην μαρξική βιβλιογραφία αποσπασματική, ενώ το εχθρικό πολιτικό περιβάλλον όπου οι πολιτικές διώξεις ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση είχαν ως αποτέλεσμα οι στοχαστές της αριστεράς να αντιμετωπίζουν στο έργο τους αξεπέραστες συχνά δυσκολίες, ενώ η  μυθοποίηση τους ανέστειλε κάθε προσπάθεια ειλικρινούς και όχι κατά παραγγελία αυτοκριτικής. Βεβαίως ο σταδιακός έλεγχος του κόμματος από τον σταλινισμό προφανώς επέβαλλε την κομματική πειθαρχία που επεκτεινόταν καταθλιπτικά  στον χώρο της διανόησης. Όμως η ανάδυση του σταλινισμού, παρά τις επιδιώξεις του, χρονικά συμπίπτει με τις πρώτες οργανώσεις της αριστερής αντιπολίτευσης, που οδηγήθηκαν βαθμιαία στην προσχώρηση στον τροτσκισμό. Στην συνέχεια στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του κομματικού μηχανισμού, θα πέσουν θύματα κορυφαίες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος, εργατικοί ηγέτες, διανοούμενοι, αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Παρόλα αυτά η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Λένιν που θα οδηγούσε ο αποκλεισμός της δημοκρατίας στην κοινωνία και στην κομματική ζωή, αλλά δυστυχώς ελάχιστα επηρέασε   τις εξελίξεις. Βεβαίως σε ειρωνεία της ιστορίας ενώ ο μαρξισμός-λενινισμός αποσκοπούσε στην μονολιθική ενότητα τελικά δημιούργησε πολλές διαφορετικές αντιμαχόμενες οργανώσεις που όλες διεκδικούσαν την ορθή ερμηνεία της αρχικής θεωρίας.
Αν ο ελληνικός μαρξισμός επιδιώκει να εμφανίζεται ως η αντίθεση στον ιδεαλισμό - καντιανό ή εγελιανό- συναντάται μαζί του σε ένα χαρακτηριστικό: υπήρξαν και τα δύο ρεύματα μεταπράτες και εισαγωγείς θεωριών που δημιουργήθηκαν στην Δυτική Ευρώπη, με περιορισμένη εγχώρια επεξεργασία και κατά συνέπεια με χαμηλή διανοητική προστιθέμενη αξία. Σε μια χώρα που η πνευματική ζωή διακόπτεται για τέσσαρις τουλάχιστον αιώνες, που δεν υπήρξε ούτε βασική εκπαίδευση ούτε πανεπιστήμια, αλλά ούτε μορφές σαν τον Μάρξ ή τον Βέμπερ ο διανοητικός μεταπρατισμός είναι αποδεκτός μόνο μέχρι ενός σημείου, διότι διαφορετικά γίνεται αρρώστια θανάσιμη που καταλήγει στην απονέκρωση των παραγωγικών και απελευθερωτικών  δυνατοτήτων της κοινωνίας. Ο ιδεαλισμός, σε αντίθεση με τον μαρξισμό, είχε συνήθως με το μέρος του το επίσημο κράτος, αλλά αυτό μακροπρόθεσμα  μάλλον εις βάρος του λειτούργησε.
Ο Μελετόπουλος εισαγωγικά κάνει μια αναγκαστικά σύντομη αλλά περιεκτική αναδρομή στην  ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος από την ίδρυση του ΣΕΚΕ μέχρι το 1974. Σημαντική είναι η επισήμανση ότι το ΚΚΕ στην υπερορία ενδιαφέρθηκε έντονα για την εκπαίδευση των προσφύγων  και την διατήρηση της ελληνικότητας τους. Το γεγονός αυτό δεν εξηγείται μόνο από λόγους πολιτικής τακτικής αλλά, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας "και για τους αυτονόητους ανθρώπινους και συναισθηματικούς λόγους, καλλιεργείτο η  αγάπη προς την Ελλάδα. Παρακολουθούντο συστηματικά οι εξελίξεις της ελληνικής πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής, εορτάζονταν πανηγυρικά οι εθνικές επέτειοι (25ης Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου), οργανώνονταν συναντήσεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα που επισκέπτονταν τις Ανατολικές Χώρες (π.χ. Θεοδωράκης, Μυριβήλης, Βάρναλης, Ρίτσος, Συνοδινού), στην αρχή δειλά-δειλά, πιο συχνά μετά το 1963-4. Μετά το 1954-5, άρχισαν να οργανώνονται ελληνικά φεστιβάλ σε εθνικό επίπεδο κάθε φιλοξενούσας χώρας ".(σελ.77).
Ο συγγραφέας παρουσιάζει βιογραφικά και βιβλιογραφικά το σύνολο της πιο σημαντικής ελληνικής μαρξιστικής σκέψης: τον Γεώργιο Σκληρό, τον Γιάννη Κορδάτο, τον Σεραφείμ Μάξιμο, τον Δημήτρη Γληνό, τον Δημήτρη Μπάτση, τον Νίκο Πουλαντζά, τις διάφορες τροτσκιστικές ομάδες του μεσοπολέμου με κυριότερη το"Αρχείο", τον Άγι Στίνα, τον Παντελή Πουλιόπουλο και τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο). Τον τελευταίο μάλιστα τον είχε γνωρίσει και ο ίδιος προσωπικά.
Ο Γ.Σκληρός συνεχίζει την παράδοση των αναρχοσοσιαλιστών, όπως του Π.Δρακούλη και του Καλλέργη, που συνδύαζαν την εθνική με την κοινωνική απελευθέρωση. Θεωρεί ότι όλοι οι βαλκανικοί λαοί πρέπει να ενωθούν για να αποτινάξουν την τουρκική κυριαρχία.
Ο Γιάννης Κορδάτος στηρίχθηκε σε ένα τεράστιο πρωτογενές υλικό, ενώ η αποσπασματική του πρόσβαση στα κείμενα των κλασσικών του μαρξισμού, τον οδήγησε να παρουσιάσει ως  μαρξιστικές, δικές του λανθασμένες εκτιμήσεις  όπως για παράδειγμα  αυτές για την επανάσταση του 1821 ή τον κοινοτικό συνεργατισμό των Αμπελακίων.
 Ο Σεραφείμ Μάξιμος υπήρξε αναμφισβήτητα ο ευφυέστερος μαρξιστής και οι εργασίες του παραμένουν πολύτιμες για κάθε ερευνητή της νεοελληνικής κοινωνίας.
 Ο σπουδαίος παιδαγωγός και φιλόλογος Δ. Γληνός έγραψε και δημιούργησε ενώ διωκόταν ανελέητα. Όμως τουλάχιστον ακατανόητες παραμένουν κάποιες απόψεις του όπως  η  σύνδεση των εύλογων αιτημάτων του δημοτικισμού με την αντικατάσταση του ελληνικού με το λατινικό αλφάβητο και την κατάργηση της ιστορικής ορθογραφίας. Βεβαίως υπήρξε ο συγγραφέας της διακήρυξης "τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ", που για πρώτη φορά   ένωσε οργανικά το κομμουνιστικό κίνημα με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Πάνω σε αυτήν την επιχειρηματολογία θα θεμελιώσει την δράση του ο Άρης Βελουχιώτης μετατρέποντας ένα ολιγάριθμο κόμμα που μαστιζόταν από τις εσωτερικές έριδες σε ένα πραγματικό εθνολαϊκό κίνημα.
 Ο Δ. Μπάτσης ένα οικονομολόγος με αστικές καταβολές και παιδεία εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη. Ο Μελετόπουλος επισημαίνει ότι "πιθανή αιτία της εξόντωσης του ήταν το γεγονός ότι με το βιβλίο του θέλησε να δημιουργήσει δομές αυτόνομης οικονομικής ανάπτυξης, κάτι που τον έφερε σε αντίθεση με το σύνολο του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που χρωστούσε την ύπαρξή του στην αποικιακή δομή της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας"(σελ.308). Βεβαίως ο στόχος της δημιουργίας βαριάς βιομηχανίας ακολουθούσε το σοβιετικό παράδειγμα το οποίο αναγκαστικά θυσίαζε τόσο την  εξέλιξη της αγροτικής παραγωγής όσο και την ευχέρεια για κατανάλωση.
Ο Νίκος Πουλαντζάς παρά το γεγονός ότι έφυγε σε σχετικά νεαρή ηλικία, άφησε μεγάλο σε όγκο έργο και επηρέασε, τουλάχιστον για κάποιες δεκαετίες   σημαντικό μέρος της διανόησης. Η συνάντηση του με το ρεύμα του στρουκτουραλιστικού μαρξισμού του Λ.Αλτουσέρ, από τα πλέον δογματικά και αδιέξοδα ρεύματα της σύγχρονης φιλοσοφίας, έβλαψε παρά ωφέλησε την εξέλιξη του στοχασμού του. Η συνάφεια που τεκμηρίωσε  ανάμεσα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και τον σοσιαλισμό - πράγμα που σε πολλές περιπτώσεις διακεκριμένων μαρξιστών όπως ο Μπορντίγκα δεν υπήρξε καθόλου αυτονόητη- ήταν ένα προσωπικό του κατόρθωμα. Επίσης θετικό είναι το πόρισμά του ότι το έθνος ούτε το κράτος "μπορούν να υποβιβασθούν σε απλές οικονομικές κατηγορίες. Το έθνος προσδιορίζεται κατά σύνθετο τρόπο από την οικονομική, εδαφική και συμβολικο-ιδεολογική του ενότητα, που συνδέεται με την παράδοση"(σελ. 380).
Τα κεφάλαια  για τον ελληνικό τροτσκισμό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα, ίσως γιατί ο συγγραφέας τον αντιμετωπίζει  με κάποιο ίσως ανυπόκριτο θαυμασμό. Προφανώς τα μέλη του "Αρχείου"  ήταν από τα πιο εγγράμματα  της ελληνικής αριστεράς ενώ η ενεργή τους δράση  στο συνδικαλιστικό κίνημα -κυρίως στους μικροεπαγγελματίες και στους απόμαχους πολεμιστές- τους έθεσε ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά του ΚΚΕ και του κράτους. Ο Γιωτόπουλος, ηγέτης του "Αρχείου Μαρξισμού" υπερασπίστηκε τον ελληνικό χαρακτήρα της Μακεδονίας και της Θράκης έναντι των αντίθετων απόψεων του Τρότσκι. Ο Α Στίνας θα γίνει γνωστότερος ως δάσκαλος του Καστοριάδη, παρά για τον επαναστατικό ντεφαιτισμό και  την υπόλοιπη δράση του. Ο Π. Πουλιόπουλος, γράφει ο Μελετόπουλος, "ήταν ανιδιοτελής...είχε εξαιρετική παιδεία, κοινωνιολογική και φιλοσοφική" (σελ.508,509). Τελικά θα εκτελεστεί από τους Ιταλούς κατακτητές. Ο Μ.Ράπτης, ο χαρισματικός ηγέτης για ένα διάστημα της τετάρτης διεθνούς, προτείνει η αυτοδιαχείριση να συνδυασθεί με τον κοινοτισμό και την άμεση δημοκρατία, ενώ  θεωρεί ως προτεραιότητα - όπως έπρατταν οι πρώτοι Έλληνες σοσιαλιστές-  να συνδυασθεί  η κοινωνική με την εθνική απελευθέρωση.

Το βιβλίο του Μελετόπουλου γραμμένο σε μια στρωτή και εύληπτη νεοελληνική γλώσσα, είναι αναγκαίο σε κάθε ερευνητή των ρευμάτων που καθόρισαν τον νέο ελληνισμό .

Λυχνάρι , τεύχος 58, Μάρτιος 2015, τριμηνιαία έκδοση λόγου και τέχνης του Ιωνικού Συνδέσμου



Η Νέα Ιωνία είναι μια συνεκτική κοινωνία, μια κοινότητα, που η κοινή αφετηρία του ξεριζωμού ένωσε όλες τις γενιές των κατοίκων. Η ανάμνηση, το πρωταρχικό τραύμα έδωσε δύναμη στους πρόσφυγες  να έχουν πολλαπλές δραστηριότητες. Εργοστάσια, εμπόρια, αντίσταση, μπλόκα της κατοχής και η πνευματική ζωή υπήρξαν τα πεδία μια αστείρευτης δράσης. Ο Ιωνικός Σύνδεσμος, που είχαν δραστηριοποιηθεί οι ποιητές Δ.Δούκαρης , Χ.Ρουμελιωτάκης, ο εκδότης Γ.Χατζόπουλος και πολλοί άλλοι είναι ένα από τα πιο ιστορικά σωματεία  με συνεχή παρουσία, εκτός από ένα διάστημα της δικτατορίας που είχε απαγορευτεί και είχε κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του. Το περιοδικό του εκδίδει διακρίνεται για την ποιότητά του. Στο τελευταίο τεύχος του ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου στο δοκίμιο «οι Όρνιθες του Κάρολου Κουν ένα μανιφέστο ελληνικότητας» γράφει για μια παράσταση που καταγγέλθηκε από τον Κ.Τσάτσο αλλά αποτελούσε μια εφαρμογή των απόψεων της γενιάς του 30 για την πρόσληψη της αρχαίας τραγωδίας, ο Γιάννης Κοντίτσης γράφει για τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη, η Καλλιόπη Στεριάδου γράφει για την δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ο Χάρης Σαπουτζάκης γράφει για τα επώνυμα των προσφύγων,  ο Τρύφων Κόρμπης παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Ν.Σάιμον «Οι ηλίθιοι» σε σκηνοθεσία Τ.Κόρμπη, η Σ.Μουζακιώτου αναφέρεται στον Γιαννούλη Χαλεπά, η Βασιλική Αδαμοπούλου ερευνά το αίτημα της ελληνικότητας στον Σπύρο Βασιλείου, Ο Θ.Αγραφιώτης ερευνά τον Καραγκιόζη στον ελληνικό κινηματογράφο. Ακόμη ο Κ.Τσαγκαράκης αναφέρεται στην δραστηριότητα του Φυσιολατρικού Ομίλου Νέας Ιωνίας, ο Λ.Νικολαϊδης αναφέρεται στις μικρασιάτικες βωμολοχίες και ο Π.Καπετανίδης αναφέρεται σε έκθεση για το θέατρο σκιών που διοργανώθηκε στον Ιωνικό Σύνδεσμο.



Επιτέλους κυκλοφόρησε στην χώρα μας το μνημειώδες έργο του Π.Κονδύλη: Συντηρητισμός


Ο συντηρητισμός κατανοείται συνήθως ως ένα ιδεολογικό ρεύμα που γεννήθηκε σαν αντίδραση στη Γαλλική Επανάσταση και στις αστικές-φιλελεύθερες ιδέες της. Στη μνημειώδη αυτή μελέτη, που μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Παναγιώτης Κονδύλης δείχνει πως, αντίθετα, ο συντηρητισμός πρέπει να κατανοηθεί με τρόπο πολύ ευρύτερο, ως μια συνολική ιδεολογική και κοινωνικοπολιτική αντίδραση (των ανώτερων στρωμάτων) της προνεωτερικής κοινωνίας ενάντια στη διάλυσή της, την οποία αρχικά σηματοδότησε η ανάδυση του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους, και αργότερα ολοκλήρωσε ο εκτοπισμός της αγροτικής οικονομίας από τη βιομηχανική-καπιταλιστική. Μετά την οριστική αποσάθρωση της προνεωτερικης κοινωνίας, οι εκπρόσωποι του συντηρητισμού συμμαχούν με τους φιλελεύθερους τέως άσπονδους εχθρούς τους εναντίον της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της απλώς ριζοσπαστικοποιεί τα φιλελεύθερα ιδανικά, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζει στους σκοπούς της μοτίβα της συντηρητικής κριτικής στον καπιταλισμό. Ο συντηρητισμός είναι προ πολλού νεκρός, λέει ο Κονδύλης· πέθανε μαζί με την εποχή και την κοινωνία η οποία τον γέννησε. Χάρη στη σφαιρικότητα της προοπτικής του, το βιβλίο αποτελεί μια συνθετική ιστορική παρουσίαση των κύριων ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων που σημάδεψαν τους νεότερους χρόνους, από τις απαρχές τους μέχρι και τον 20ό αιώνα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Ι. Η έννοια του συντηρητισμού
1. Ο συντηρητισμός στο κοινωνικοπολιτικό και πνευματικό φάσμα των νεότερων χρόνων
2. Ο "συντηρητισμός" ως σύγχρονο πολιτικό σύνθημα
II. Το κοινωνικοϊστορικό περιεχόμενο και το σχήμα της σκέψης του αντιαπολυταρχικού συντηρητισμού
1. Προοπτικές
2. Η αντίληψη περί δικαίου της societas civilis και η σύγχρονη έννοια της κυριαρχικής εξουσίας με φόντο την κοσμοθεωρία της
3. Ο αγώνας της societas civilis κατά της σύγχρονης κυριαρχικής εξουσίας
α. Οι ευγενείς, το κράτος και οι αμφιρρέπειες του συντηρητισμού
β. Νόμιμη και μη νόμιμη απολυταρχία
γ. Το δικαίωμα της αντίστασης και ο συντηρητικός ακτιβισμός
δ. Ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας του συστήματος των τάξεων
4. Κεντρικά ιδεολογικά μοτίβα του αντιαπολυταρχικού συντηρητισμού
α. Προοπτικές και εννοιολογική ιστορία της "συντήρησης"
β. Η πρωτοκαθεδρία της αυτοφυούς societas έναντι της κυβερνητικής εξουσίας και η θεωρία του συμβολαίου της (όψιμης) Σχολαστικής
γ. Η ενότητα ηθικής και πολιτικής και ο κρατικός λόγος
δ. Η ύβρις του αυτόνομου Λόγου και η επίκληση της παράδοσης και της ιστορίας
ε. Η ομάδα, τα άτομα και η παγκόσμια τάξη
στ. Πρώιμη κριτική του σύγχρονου κράτους και της καπιταλιστικής οικονομίας
5. Ιδιαιτερότητες της αγγλικής εξέλιξης από τη σκοπιά του ανταγωνισμού μεταξύ της παραδοσιακής αντίληψης περί δικαίου και της σύγχρονης ιδέας της κυριαρχικής εξουσίας
III. Ο αντεπαναστατικός συντηρητισμός και η αναδιατύπωση της αντίληψης περί δικαίου της societas civilis μετά το 1789
1. Προοπτικές
2. Η συνείδηση της συνέχειας στους συντηρητικούς ή η επανάσταση ως συνέχιση της απολυταρχίας
3. Δίκαιο, κυριαρχική εξουσία και κρατική ισχύς στη συντηρητική σκέψη μετά το 1789
α. Η απόρριψη της κατασκευασιμότητας του δικαίου και οι συνεπαγωγές της
β. Η απόρριψη της ιδέας της σύγχρονης κυριαρχικής εξουσίας
και το ζήτημα του χωρισμού των εξουσιών
γ. Οι αρμοδιότητες και τα όρια της βασιλικής ή κρατικής εξουσίας
δ. Αντίδραση και δικτατορία
4. Η ιδέα της societas civilis στον αγώνα κατά του σύγχρονου κράτους
α. Οι συντηρητικές έννοιες του κράτους και της κοινωνίας. Η ενότητα ηθικής και πολιτικής και η απόρριψη του κρατικού λόγου
β. Η συντηρητική ιδέα του έθνους
5. Συντηρητισμός και φιλελευθερισμός
α. Η συντηρητική αξιολόγηση του φιλελευθερισμού και των δυνατοτήτων μιας συμμαχίας μαζί του
β. Το αγγλικό πρότυπο: Αλλαγές και αμφισημίες στην αξιολόγησή του
6. Οι κοσμοθεωρητικές παρεκτάσεις της μονιστικής αντίληψης για το κράτος και την κοινωνία
α. Θεολογικά
β. Ανθρωπολογικά
γ. Ιστοριοφιλοσοφικά
7. Συντηρητική κριτική του καπιταλισμού και του πολιτισμού
α. Πολιτική και οικονομία. Η έννοια της ιδιοκτησίας και η επιρρέπεια του καπιταλισμού σε κρίσεις
β. Η ανθρωπολογική και πολιτιστική πτυχή
8. Ο συντηρητισμός, οι διανοούμενοί του και οι ιδέες του Διαφωτισμού
IV. Η διάλυση του συντηρητισμού και η διανομή της κληρονομιάς του
1. Η αφομοίωση των ευγενών από την κοινωνία και η αποδέσμευση των συντηρητικών από το ιδανικό της societas civilis
α. Η εξέλιξη στη Γαλλία
β. Η εξέλιξη στην Αγγλία
γ. Η εξέλιξη στη Γερμανία
δ. Η απορρόφηση του συντηρητισμού από τον φιλελευθερισμό ενόψει του σοσιαλιστικού κινδύνου
2. Οι συντηρητικοί και η κοινωνική πολιτική κατά τον 19ο αιώνα
3. Η αισθητικοποίηση και η διαφορετική ερμηνεία μοτίβων της συντηρητικής σκέψης σε πολιτικά κινήματα διανουμένων
α. Προοπτικές
β. Άγγλοι πρόδρομοι
γ. Action Francaise
δ. "Συντηρητική επανάσταση"
4. Η διάσπαρτη κληρονομιά του συντηρητισμού
α. Η συντεχνιακή ιδέα
β. Η κριτική του πολιτισμού και η "αριστερά"
γ. Η δικτατορία και η "δεξιά"
5. Τελική παρατήρηση
Κατάλογος των αναφερόμενων βιβλίων
Ευρετήριο κυρίων ονομάτων
Ευρετήριο εννοιών

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Γ.Καραμπελιάς: Α.Τσίπρας με το κόμμα ενάντια στην χώρα


Ο Αλέξης Τσίπρας, όπως ήταν αναμενόμενο, επέλεξε να διασώσει ό,τι μπορεί από το κόμμα του ενάντια στο προφανές εθνικό συμφέρον που θα του επέβαλλε την άμεση παραίτησή του ή, έστω, την ακύρωση του παράνομου δημοψηφίσματος. Και ήταν αναμενόμενο γιατί, από τη στιγμή και πέρα που επέλεξε το δημοψήφισμα, την περασμένη Παρασκευή, γνώριζε τις συνέπειες, το κλείσιμο των τραπεζών, την καταστροφή της οικονομίας, τον κίνδυνο γενικευμένης και οριστικής εξαθλίωσης εκατομμυρίων Ελλήνων, και όμως το έκανε, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε ο ίδιος να συναινέσει σε σκληρά μέτρα που θα τον έκαναν να χάσει εντελώς την κομματική στήριξη. Γι’ αυτό λοιπόν, από τότε, έκανε ήδη την επιλογή που επιβεβαίωσε και σήμερα: Ας πάει και το παλιάμπελο (δηλαδή η χώρα), για να κρατήσει όσο περισσότερο μπορεί την εξουσία, και κυρίως τον κομματικό του στρατό. Αποφάσισε από την Παρασκευή ότι δεν θα χαρίσει στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Λαφαζάνη το κόμμα, αλλά ότι αυτός, ως ηγέτης τους, θα ταυτιστεί μαζί τους.
Αν και  βλέπει ότι οι Έλληνες, παρά το παράνομο δημοψήφισμα με το παραπλανητικό δίλημμα, ναι ή όχι, στις σκληρές αλλά ανύπαρκτες πλέον προτάσεις των δανειστών, αρχίζουν να στρέφονται όλο και μαζικότερα εναντίον του, διότι πήραν ήδη μια πρόγευση από τις κλειστές τράπεζες για τον Αρμαγεδώνα που πρόκειται να ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα, επιμένει στη στρατηγική της καταστροφής της χώρας και του εθνικού διχασμού. Παραπλανητικά, για να μειώσει τις αποσκιρτήσεις όλο και περισσότερων στελεχών του, άφηνε να διαρρέει ότι είτε θα παραιτηθεί είτε θα ακυρώσει το δημοψήφισμα. Κατέληξε τελικώς στα ακριβώς αντίθετα, έχοντας κερδίσει άλλη μια μέρα εξαπάτησης. Έτσι οδηγεί σε έναν βαθύτατο εμφυλιοπολεμικό διχασμό τους Έλληνες, παρότι γνωρίζει πως πλέον δεν παίζεται η διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας, που ούτως ή άλλως την έχει πλέον απολέσει, αλλά το εάν θα κρατήσει ένα ισχυρό και υπαρκτό κομματικό μηχανισμό.
Γιατί είναι προφανές πως, είτε επιλεγεί το ΟΧΙ -πράγμα σχεδόν αδύνατο πλέον-, επειδή θεωρείται ήδη λεπρός από τους Ευρωπαίους “εταίρους”, που θα αδράξουν την ευκαιρία που περίμενε ο Σόιμπλε, η χώρα και η οικονομία θα οδηγηθούν, μια εβδομάδα μετά, στην απόλυτη κατάρρευση και θα αναγκαστεί να φύγει μετά την καταστροφή. Στην αντίθετη και πιθανότερη περίπτωση που θα επικρατήσει το ΝΑΙ, πάλι θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τον πρωθυπουργικό θώκο. Όμως, τότε, θα συνεχίσει να δίνει μια μάχη οπισθοφυλακών, εμφανιζόμενος ως εκείνος που “αρνήθηκε το μνημόνιο” και θα παραδώσει σε άλλους την ευθύνη να αναλάβουν την κατεστραμμένη χώρα που θα έχει αφήσει, και αυτός θα το παίζει  ο αντιστασιακός και αντιμνημονιακός τον οποίο θα έχουν εκπαραθυρώσει οι “ξένοι τοκογλύφοι”. Βέβαια, όλα αυτά έχουν κοντά ποδάρια, διότι οι Έλληνες γνωρίζουν πλέον και το ποιόν και την ανικανότητά του και τις ευθύνες του για τους 5 μήνες κατρακύλας και το καταστροφικό φινάλε της διακυβέρνησής του. Ό,τι και να κάνει, έχει ήδη εισπράξει την καταισχύνη της ιστορίας από την οποία δεν θα τον γλιτώσουν ο Μιχαλολιάκος και ο Κασιδιάρης – τον οποίο  και αποφυλάκισε σήμερα, προτού παρέλθει το δεκαοχτάμηνο, για να τον συνδράμει στο θεάρεστο έργο του. Ούτε θα αποφύγει τη δίκαιη οργή του ελληνικού λαού και κυρίως εκείνων των ανθρώπων τους οποίους τόσο αισχρά κορόιδεψε. Δειλός και μοιραίος, μέχρι τέλους, ένας άθλιος κομπάρσος που πίστεψε πως είναι μεγάλος ηθοποιός, θα αποσυρθεί από το προσκήνιο, έχοντας όμως επιφέρει ανεπανόρθωτες καταστροφές.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

L.Strauss, B. Arditi, C. Emden, Τα όρια του φιλελευθερισμού- από τον Κ.Σμίτ στην Χ. Άρεντ, μετάφραση Γιώργος Μερτίκας- Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Ύψιλον, 2014, σελ. 122.

ΡΗΞΗ φ.115
                                                                    
Τρία πυκνά κείμενα  που μαρτυρούν μια ουσιώδη πολιτική σκέψη, η οποία δεν στέκεται στα στερεότυπα και στα τετριμμένα, αλλά εμβαθύνει στα πιο κρίσιμα πεδία του πολιτικού  στοχασμού μετάφρασαν ο Γιώργος Μερτίκας και ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Πρόκειται για τις μελέτες του Leo Strauss "Σημειώσεις για τον Κάρλ Σμιτ. Η έννοια  του πολιτικού" , του Benjamin Arditi "Για το πολιτικό: Ο Σμίτ εναντίον του Σμίτ" και του Christian Emden "Ο Κάρλ Σμίτ, η Χάννα Άρεντ και τα όρια του φιλελευθερισμού ". Η μελέτη του L. Strauss δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά, όσο ζούσε ο Σμίτ, ήταν δε τόσο εύστοχη ώστε τον υποχρέωσε να διορθώσει κάποια σημεία του αρχικού έργου του για την έννοια του πολιτικού. Οι δύο άλλες μελέτες δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Telos, τεύχος 142, την Άνοιξη του 2008.
Η καίρια σημασία του  στοχασμού  που  αναπτύσσουν οι τρεις συγγραφείς, για την ελληνική κοινωνία  επισημαίνεται ορθά  από τον Γ.Μερτίκα στην εισαγωγή του: "για να έρθουμε στα δικά μας, η κρίσιμη κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας καθιστά επείγουσα την απόφαση για το πολιτικό της status, την τοποθέτηση για το τι είναι προοδευτικό και συντηρητικό, ποιοί είναι οι φίλοι και ποιοί οι εχθροί, ποιά είναι η πολιτική της ταυτότητα. Γιατί, με τα λόγια του Σμίτ, "όταν ένας λαός  δεν έχει πλέον τη δύναμη ή τη θέληση να κρατηθεί στη σφαίρα του πολιτικού δεν εξαφανίζεται το πολιτικό από τον κόσμο. Εξαφανίζεται μόνο ένας αδύναμος λαός". Σε ανάλογες, λοιπόν, πολιτικές συγκυρίες και μπροστά σε ανάλογα διλήμματα, η σκέψη κλασσικών  στοχαστών έρχεται στην επιφάνεια. Μέσω αυτών των στοχαστών επιχειρείται η ανανέωση της πολιτικής σκέψης, πράγμα που σημαίνει την αντιστοίχηση θεωρίας και πράξης. Μεταξύ των κλασσικών εξέχουσα θέση κατέχουν οι τρεις πολιτικοί φιλόσοφοι που κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο συναντιούνται σ' αυτόν το μικρό τόμο: ο Κάρλ Σμίτ,η Χάνα Άρεντ και ο Λέο Στράους"(σελ.9).
Η σημαντικότερη ένσταση που εγείρει ο L.Strauss   στον Κ.Σμίτ είναι ότι τελικά η ερμηνεία του πολιτικού που αναπτύσσει, έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με αυτά για τα οποία κατηγορεί τους αντιπάλους του, δηλαδή  εδράζεται στην σύζευξη του πολιτικού με το ηθικό, του είναι με το δέον: "η κατάφαση στο πολιτικό δεν είναι τελικά τίποτ' άλλο από την κατάφαση στο ηθικό"(σελ.36). Αναλυτικότερα ισχυρίζεται "εάν, λοιπόν, σύμφωνα με την πραγματική γνώμη του Σμίτ, ο ορισμός του πολιτικού μπορεί να αναχθεί στον ορισμό του ηθικού, πως συμβιβάζεται αυτός ο ορισμός που διαπερνά όλο το κείμενό του, με την πολεμική εναντίον της προτεραιότητας της ηθικής σε σχέση με την πολιτική;... Ωστόσο αυτή η χρήση σημαίνει ότι ο Σμίτ είναι προσδεμένος στην άποψη των αντιπάλων του για την ηθικότητα αντί να θέτει υπό αμφισβήτηση την αξίωση της ανθρωπιστικής-ειρηνιστικής ηθικότητας να είναι ηθικότητα∙ παραμένει παγιδευμένος στη θεώρηση στην οποία επιτίθεται"(σελ.39).
 Στο  ιδιαίτερα πυκνό νοηματικό κείμενο προσεγγίζεται πλειάδα θεμάτων, ενώ και άλλες επισημάνσεις του L.Strauss   είναι σημαντικές. Όπως η υπόδειξη του γεγονότος  ότι ενώ τόσο ο Χόμπς όσο και ο Σμίτ αποδίδουν πολεμικό χαρακτήρα στην φυσική κατάσταση, για τον μεν πρώτο πρόκειται για τον πόλεμο που διεξάγεται μεταξύ ατόμων για τον δε δεύτερο  για τον πόλεμο που συμβαίνει ανάμεσα σε συλλογικότητες (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά έθνη). Μέσα σε αυτή την οπτική ο L.Strauss   αναγνωρίζει τον Χόμπς ως τον θεμελιωτή του φιλελευθερισμού και τον Σμίτ ως εκείνον που "σ' έναν φιλελεύθερο κόσμο αναλαμβάνει την κριτική του"(σελ.25). Επίσης η ανθρωπολογική απαισιοδοξία  αποδίδει πολεμικά και αρνητικά χαρακτηριστικά στην ανθρώπινη ύπαρξη, που δεν μπορούν  με την εκπαίδευση ή άλλους τρόπους να αλλάξουν  ουσιαστικά. Από την εποχή του Πλάτωνα μάταια εικάζεται ότι παιδαγωγικοί θεσμοί όπως η φιλοσοφία, η μουσική και η γυμναστική μπορούν να επηρεάσουν καταλυτικά την ανθρώπινη ύπαρξη, ώστε να αλλάξει η ροή της ιστορίας. Συγχρόνως η τεχνολογία αναγνωρίζεται ως όπλο για αυτούς που την κατέχουν παρά την φαινομενική της ουδετερότητα. Αλλά ο  L.Strauss  παραλείπει να   απαντήσει στις αιτιάσεις και στα ερωτήματα του Σμίτ: αν η προοπτική ενός παγκόσμιου κράτους "ως πλήρως απολίτικης συνεργασίας στην παραγωγή και στην κατανάλωση" είναι ρεαλιστική τότε "σε ποιούς ανθρώπους θα ανήκει η τρομερή εξουσία η οποία συνεπάγεται μια παγκόσμια οικονομική και τεχνική συγκεντροποίηση;"(σελ. 31).
O B. Arditi  διατρέχει  τα κυριότερα σημεία της σκέψης του Σμίτ. Επαναλαμβάνει σε αρκετές περιπτώσεις τα συμπεράσματα του L.Strauss, ενώ τονίζει την θεμελιώδη σημασία της απόφασης  έναντι της κανονιστικής θεμελίωσης, την σχετικότητα και την παροδικότητα του εχθρού και του φίλου αλλά και την απόρριψη  της τελεολογίας στην ιστορική εξέλιξη. Η αξιολόγηση του Σμίτ είναι αμφίσημη, όπως αμφίσημη ήταν η διαδρομή του: "μαζί με τον Σμίτ, και παρά τον Σμίτ"(σελ.76) γράφει.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο είναι το δοκίμιο του C. Emden "ο Κ.Σμίτ, η Χάννα Άρεντ και τα όρια του φιλελευθερισμού". Διότι με επιχειρήματα παρουσιάζει τα σημεία που οι δύο στοχαστές  εφάπτονται ή και ταυτίζονται, παρότι μια πρώτη προσέγγισή τους είναι δύσκολο να τα εντοπίσει. Ο Κ.Σμίτ συνεργάστηκε ως σύμβουλος με τους   ναζί, προτού αντικατασταθεί από  "χαρακτηρισμένους ναζί πολιτικούς και θεωρητικούς"(σελ.90). Η Χ. Άρεντ, μαθήτρια και ερωμένη του Χαϊντεγκερ, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής της, καταδιωκόμενη και ανέστια κατέφυγε, για να σωθεί. στις ΗΠΑ. Το έργο της, σπουδαίο και γοητευτικό, έχει  ως αφετηρία την ανάλυση του ολοκληρωτισμού. Ο C. Emden σημειώνει: "πράγματι, ο Σμίτ και η Άρεντ έχουν πολλά κοινά σημεία ως προς ό,τι τους απομακρύνει από μια καντιανή παράδοση φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης και από τις πρακτικές της συνέπειες, όπως ας πούμε το σύγχρονο νομοθετικό κράτος. Η έμφαση που έδιναν ο Σμίτ και η Άρεντ στην αυτονομία του πολιτικού ως βιωματικής σφαίρας πρότερης των νομικών τύπων πρέπει από πολλές απόψεις να διακριθεί από μια περιεσκεμμένη μορφή πολιτικής και μια διαδικαστική αντίληψη δημοκρατίας βασισμένη στην ουδετερότητα και σε κανονιστικές συνταγματικές αρχές"(σελ.85,86). Πέρα από αυτά η περιγραφή της αποσύνθεσης του σύγχρονου κράτους στη Γένεση του Ολοκληρωτισμού  από την Άρεντ  "αντικατοπτρίζει την Κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας  του Κ. Σμίτ"(σελ.87), ενώ ο τελευταίος παραθέτει αποσπάσματα από την Γένεση του Ολοκληρωτισμού  στο έργο του Nomos-Nahme-name. Πρόκειται άλλωστε για ένα δοκίμιο όπου η Άρεντ "μας δίνει μια επιφυλακτικά θετική περιγραφή του Σμίτ"(σελ.89), αφού χαρακτηρίζει ευφυείς τις θεωρίες του, που "εξακολουθούν να συναρπάζουν τον αναγνώστη"(σελ.90). Κατά τον Κ.Σμίτ το κράτος δεν προσδιορίζεται από το μονοπώλιο της βίας, όπως ισχυρίζεται ο Μ.Βέμπερ, αλλά από το μονοπώλιο της απόφασης. Χαρακτηριστικό,  επίσης είναι, ότι ένα κείμενό του σαν το  "Νομιμότητα και νομιμοποίηση", χρησιμοποιήθηκε ως όπλο, τόσο από τους φίλους όσο και τους εχθρούς του ναζισμού. Η επιδίωξη της Άρεντ για "τη ριζική αποκοπή από ό,τι θεωρεί ως την καντιανή παράδοση της νομικής κανονικότητας και της αξιακής ουδετερότητας"(σελ.111) την προσεγγίζει στην αποφασιοκρατική σκέψη του Κ.Σμίτ. Ο C. Emden καταλήγει  ότι "η Άρεντ και ο Σμίτ μας υπενθυμίζουν ότι τα όρια του φιλελευθερισμού πρέπει να αποτελούν μέρος κάθε σοβαρής συζήτησης για τον φιλελευθερισμό"(σελ.122).
(Ένα εξαιρετικό κείμενο που μπορεί να συμβάλλει και να συμπληρώσει μία ανάλογη προβληματική, το οποίο δυστυχώς δεν προβλήθηκε όσο του άξιζε και όσο μας ήταν αναγκαίο από την ελληνική κριτική όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά, αποτελεί  το:  Ξενοφών,  «Ιέρων ή Τυραννικός », που κυκλοφόρησε από τις  εκδόσεις Γνώση το  1995 σε μετάφραση Π.Κονδύλης  και Σχόλια του  L.Strauss :Περί Τυραννίδος –Μετάφραση :Γ.Λυκιαρδόπουλος, και του A .Kojeve :Τυραννία και Σοφία –Μετάφραση :Ευρυδίκη Παπάζογλου. Οι τρεις συγγραφείς Π.Κονδύλης, L.Strauss, A .Kojeve έχουν, τον Κ.Σμίτ, ως ένα κοινό σημείο αναφοράς.)