Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Μαρία Μαγγιώρου, ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΨΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ-ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ Εναλλακτικές Εκδόσεις 2016, σελ.219.


ΡΗΞΗ φ.128

Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό δοκίμιο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Μαρτυρά μια άρτια εποπτεία του φιλοσοφικού στοχασμού η οποία θεμελιώνει έναν πρωτότυπο κριτικό λόγο. Οι επιρροές που ανιχνεύουμε προέρχονται από τον Καστοριάδη, τον Παπαϊωάννου, την ορθόδοξη παράδοση. Δύο πρωτότυπες σκέψεις διακρίνουν το εγχείρημα της συγγραφέως. Την διάκριση του δυτικού πολιτισμού, της δυτικής σκέψης, την καθορίζει με οντολογικά και ιστορικά κριτήρια : στη σκέψη των Ρωμαίων, των Γερμανών βαρβάρων και των Ελλήνων (σελ.17). Συμμερίζεται δε το συμπέρασμα του Μπρωντέλ ότι "η θρησκεία βρίσκεται στην καρδιά των πολιτισμών "(σελ.18). Διακρίνεται η ερμηνεία του αρχαίου ελληνικού λόγου από τον Καστοριάδη και προβάλλεται η "ελληνική ελευθερία ως αυτό-περιορισμός" (σελ.174). Πρωτότυπη , ίσως και η ασυνήθιστη είναι η σύνδεση του Επίκουρου με την Ορθοδοξία: "απέναντι στη λαίλαπα του στωικισμού, ο επικουρισμός ήταν αυτός που διαφύλασσε την ελληνική παράδοση μέχρι να παραλάβει τη σκυτάλη η Ορθοδοξία. Η οντολογία της "άκτιστης ενέργειας" δεν είναι βυζαντινή αλλά το πανάρχαιο τρίπτυχο που περιέσωσε ο Επίκουρος "(σελ. 197). Βεβαίως  ο στωικισμός - η σκέψη του Μάρκου Αυρήλιου για παράδειγμα- είναι ένα θέμα που μπορεί να τροφοδοτήσει ευρύτερους προβληματισμούς, με πρώτο την σχέση που έχει με τον χριστιανισμό. Η συγγραφέας καταλήγει "ο ελληνικός τρόπος δεν είναι μια απλή πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Είναι ο μόνος τρόπος ύπαρξης που αποτελεί επίπεδο ύπαρξης στο Εμείς. Και το καταφέρνει επειδή δεν αρνείται το Χάος του Κόσμου και της Ψυχής, ούτε αγνοεί τα Όρια/Μέτρα της Αυτοδημιουργίας που είναι κοινά για τον Κόσμο και την Ψυχή"(σελ.215). Αναμφίβολα είναι ένα συμπέρασμα που ερείδεται στον στοχασμό κυρίως των Καστοριάδη, και Παπαϊωάννου.

Τυφλόμυγα , Ιούνιος- Ιούλιος 2015, Μιχαήλ Μητσάκη: Αι περιπέτειαι του κ. Κράκ

ΡΗΞΗ φ.128
                         

Οι εκδόσεις Τυφλόμυγα διατρέχοντας μια ενδιαφέρουσα διαδρομή, εκδίδοντας έργα όπως αυτά του Λεωνίδα Χρηστάκη , στο τεύχος του ομώνυμου περιοδικού τους, του 6-7/2015, στρέφουν με τρόπο προκλητικό, το βλέμμα  τους στην γλώσσα. Σε μια εποχή μάλιστα που η λύση του γλωσσικού ζητήματος, με την επίσημη καθιέρωση της δημοτικής, ακολουθήθηκε με την αδιαφορία για την γλωσσική καλλιέπεια και στην συνέχεια με την εγκατάλειψη της γλώσσας -σε όλες της τις μορφές-  και την υποκατάσταση της με την διαφημιστική αργκό και την κυριαρχία της εικόνας πάνω στην σκέψη. Συγχρόνως αποδεικνύεται ότι ο λαός δεν απέκτησε ευχερέστερη πρόσβαση στο αγαθό της παιδείας, αλλά αντίθετα ωθήθηκε σε μια εκπαίδευση, αποκομμένη βέβαια από τις κλασσικές της ρίζες, που κατευθύνεται στην δημιουργία ανεμικών προσωπικοτήτων, που χειραγωγούνται  έτσι  εύκολα .
Ειρωνικά η «Τυφλόμυγα»  αναφέρει στον υπότιτλό της «αλλοίμονον εις όσους γράφουν την καθαρεύουσα». Είναι αναμφισβήτητο  γεγονός ότι στην λόγια γλώσσα έχουν γραφεί σημαντικά κείμενα όπως αυτά του Ροϊδη, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Κάλβου. Δίχως την στοιχειώδη γνώσης της η ανάγνωση και η πρόσβαση σε αυτά είναι εξαιρετικά προβληματική. Η ελληνική γλώσσα αν είναι θεωρήσουμε τα ομηρικά έπη  ως από τα πρώτα γραπτά της κείμενα μετρά ζωή αρκετά χιλιάδων ετών. Η αποσπασματική γνώση μόνο της τελευταίας της περιόδου, ίσως των δύο πιο πρόσφατων αιώνων, μας στερεί  ένα μεγάλο πλούτο που διαθέτει  και βέβαια ο περιορισμός της γλώσσας συνήθως ταυτίζεται με την απίσχνανση  της σκέψης.
Το αφιέρωμα ξεκινά με το έργο των Ι.Τσέγκου, Θ.Παπαδάκη, Δ.Βεκιάρη με τον τίτλο η  Εκδίκηση των τόνων που κυκλοφόρησε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις το 2005. Συνεχίζει με δοκίμια για την γλώσσα του Μιχάλη Μητσάκη , του Γ.Ψυχάρη, του Γ.Καλοσγούρου, του Ε.Ροίδη, του Α.Παπαδιαμάντη.

Επίσης οι ίδιες εκδόσεις, με τρόπο καλαίσθητο και φροντισμένο, κυκλοφόρησαν το 2016, τα άρθρα του Μιχαήλ Μητσάκη Αι περιπέτειαι του κ. Κράκ, σε επιμέλεια του Κ.Κατσικιά, που αρχικά δημοσιεύθηκαν στον Ασμοδαίο, στο Άστυ, στο Ελληνικό Ημερολόγιο, στο Ραμπαγά, στο Θόρυβο και  στη Πρωτεύουσα .  Στην εισαγωγή του, περιέχεται το αποχαιρετιστήριο άρθρο του Β.Γαβριηλίδη  στην «Ακρόπολη», όπου εξαίρει το ταλέντο του τονίζοντας ότι υπήρξε «ένας από τους λαμπρότερους, εικονικωτέρους, σπινθηροβολωτέρους αρθρογράφους» της. Τα άρθρα του,  προκαλούσαν μεγάλο ενδιαφέρον και είχαν εντυπωσιακή απήχηση  και είναι παραδείγματα ενός λόγου πυκνού, ευθύβολου και συγχρόνως φροντισμένου.  
Τέλος ο Κ.Δημαράς, παρά τις επιμέρους ενστάνσεις του, αναφέρεται στην έντονη προσωπικότητα του Μ.Μητσάκη  αλλά και στο γεγονός πως «είναι πρώτα – πρώτα ένα ύφος∙ ύφος καμωμένο όχι για να γοητεύσει, αλλά να συναρπάσει, αν μπορεί, και πάντως να καταπλήξει», ενώ είναι ο «πιο συνειδητός και συνεπής εκπρόσωπος του ελληνικού νατουραλισμού»(Κ.Θ.Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2000, σελ.498,499).


Ἀλέξανδρος Κοζέβ, Λατινική αὐτοκρατορία. Σχεδίασμα ἑνός δόγματος γιά τή γαλλική πολιτική, μετ. Ἰφ. Καμτσίδου, Ἐκδόσεις Ἐξάρχεια, Ἀθήνα 2016, σελ. 145

         ΡΗΞΗ φ.128                                

Πρόκειται για ένα σπουδαίο βιβλίο, γραμμένο σε ένα ύφος υποβλητικό, που όπως γράφει ο Γ.Μερτίκας στο επίμετρό του, προετοίμαζε την έκδοσή του πριν είκοσι χρόνια στο περιοδικό Λεβιάθαν. Ήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα χάρις σε ένα άρθρο του, από τον καταλυτικά επηρεασμένο από τον ΚΣμίτ,  Τ. Αγκαμπέν.                                       
Ο Κοζέβ το έγραψε και το παρέδωσε στην γαλλική ελίτ αμέσως μετά τον πόλεμο με σκοπό να χαράξει μια αξιόπιστη πολιτική και όχι να υπάρξει αντικείμενο θεωρητικών αντεγκλήσεων. Εξαρχής θεωρούσε ότι "για να είναι πολιτικά βιώσιμο, το μοντέρνο κράτος πρέπει να θεμελιώνεται σε μια "ευρεία αυτοκρατορική ένωση συγγενών εθνών". Το μοντέρνο κράτος δεν είναι πραγματικά κράτος παρά μόνο εάν είναι μια αυτοκρατορία"(σελ.12).  Η Γερμανία "'έχασε αυτό τον πόλεμο επειδή θέλησε να τον κερδίσει ως κράτος-έθνος"(σελ.16). Πίστευε όμως ότι αργά ή γρήγορα η Γερμανία θα αναγεννιόταν και θα βρισκόταν κοντύτερα στις αγγλοαμερικάνικες δυνάμεις επιχειρώντας όμως να παίξει ένα κυρίαρχο ρόλο στα πλαίσια μιας "γερμανο-αγγλοσαξονικής αυτοκρατορίας". Η μοναδική λύση για την Γαλλία-ειδικά με την ηγεσία του Ντε Γκώλ- ήταν να δημιουργήσει μια καθολική αυτοκρατορία με την Ιταλία και την Ισπανία. Δεν αγνοεί τις δυσκολίες του εγχειρήματος, ειδικά την στρατιωτική δικτατορία του Φράνκο. Παράλληλα διαπιστώνει ότι υπό κομμουνιστικό μανδύα σχηματίζεται μια σλαυορθόδοξη αυτοκρατορία. Γράφει συγκεκριμένα "δίπλα στη σλαβοσοβιετική αυτοκρατορία της ορθόδοξης παράδοσης και στην αγγλοσαξονική αυτοκρατορία ή ενδεχομένως στη γερμανο-αγγλοσαξονική προτεσταντικής έμπνευσης, πρέπει να δημιουργηθεί μια Λατινική Αυτοκρατορία" (σελ. 27).
Σε αυτόν τον κόσμο ένα κρίσιμο ερώτημα  είναι ποια μπορεί να είναι η θέση της Ελλάδος. Ο Κοζέβ δεν το θέτει γιατί ασχολείται με πολύ υπέρτερες δυνάμεις. Το βέβαιο είναι ότι βλέπει σαν μοναδικό όρος ύπαρξης του έθνους, την απόφαση να μην περιοριστεί στο έθνος-κράτος αλλά να προσχωρήσει σε κοινές ομάδες με βάση την κοινότητα πολιτισμού  δηλαδή  τελικά την θρησκεία. Γράφει λοιπόν : "ένα έθνος, όποιο και να' ναι αυτό, αν επιμένει να διατηρήσει την αποκλειστικά εθνική πολιτική του, αργά ή γρήγορα θα παύσει να υπάρχει πολιτικά: είτε μέσω της ειρηνικής διαδικασίας είτε έπειτα από μια στρατιωτική συντριβή"(σελ. 17).Σε ένα άλλο σημείο γράφει "το μοντέρνο κράτος δεν είναι πραγματικά κράτος παρά μόνο εάν είναι μια αυτοκρατορία"(σελ.12). Ευφυείς είναι οι αναλύσεις για τον φιλελευθερισμό, το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα το οποίο το βλέπει ως μια συντηρητική δύναμη χρήσιμη για το σκοπό του. Φωτίζει  το γεγονός ότι ο κάθε Γάλλος -ακόμη και αν έχει διαφορετική καταγωγή- έχει προσδιοριστεί  από τον καθολικισμό. Βεβαίως θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί ούτε τότε, ούτε σήμερα φαίνεται η Γαλλία, αλλά ούτε και  ο καθολικός νότος να είναι προσανατολισμένοι σε ένα παρόμοιο πολιτικό σχέδιο . Αντίθετα ο γαλλο-γερμανικός άξονας, με την ηγεσία όμως της Γερμανίας παραμένει το σταθερό χαρακτηριστικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τον καθολικό νότο. Η απάντηση του Κοζέβ αναδρομικά  είναι πως η Γαλλία "παύοντας να είναι ένα μεγάλο και δυνατό Κράτος, το οποίο εμψυχώνεται από μια αποφασιστική -συγκεκριμένη, θετική και σαφή- πολιτική βούληση, παύει να είναι η χώρα της πρωτοπορίας, όπως ήταν μέχρι σήμερα και μεταμορφώνεται σε μια καθυστερημένη χώρα σχεδόν σε όλους τους τομείς(σελ.32)  ώστε αναγκαστικά να καθοδηγείται από τον γερμανικό-αγγλοσαξωνικό άξονα.

   Σε μια τέτοια κατάσταση η Ελλάδα δυστυχώς βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα μειονεκτική θέση: Χωρίς να μπορεί να αξιοποιήσει γεωπολιτικό της πλεονέκτημα, ως χώρα σύνορο ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, πιεζόμενη από μια πρώην αυτοκρατορία, την οθωμανική, και την εξαιρετικά αδύναμη πολιτικό-οικονομική της θέση, δίχως να μπορεί να έχει πραγματικά ερείσματα  στην Δύση - παρότι  συμμετέχει σε δύο δυτικούς οργανισμούς το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε- αλλά και  χωρίς  να είναι σε θέση αντλήσει κάποια οφέλη εξ αιτίας της πολιτιστικής της συγγένειας με τον σλαυόρθοδοξο κόσμο, φαίνεται να είναι η κλασσική περίπτωση, αυτού που ο Κοζέβ υπέδειξε, ως  απουσία μιας θετικής και αποφασισμένης πολιτικής βούλησης . Πολλά είναι τα αίτια με πιο σημαντικό ότι η σημαντική πολιτική σκέψη ωθείται στο σκοτάδι, ενώ στην πολιτική ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο με την έννοια ότι οι πολιτικοί είναι εξαιρετικά ελλειμματικοί , μα και η ίδια η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να αναζητεί τους τρόπους άρσης των αδιεξόδων, δεν φαίνεται να επιθυμεί να εξέλθει από τον θλιβερό ατομικισμό, τον εγκλωβισμό στο βραχυπρόθεσμο όφελος και την μικροπολιτική και να αναλάβει την ευθύνη της ύπαρξης της.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Το πλατωνικό έργο και η πολυμέρεια της ερμηνείας του από τον Κ.Πόππερ (Karl Popper)

ΡΗΞΗ φ.129


Ο Κ.Πόππερ , όπως  άλλωστε και ο Μάρξ,  συχνά παρερμηνεύθηκε από κάποιους που τον επικαλούνται ώστε να μπορεί  να χρησιμοποιηθεί για τους δικούς τους σκοπούς.
Η προσέγγιση  που έκανε στον Πλάτωνα  είναι γνωστή κυρίως από το έργο του « Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»[1],  που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1945, όπου επιγραμματικά αναφέρεται ως ένας από τους κατ’ εξοχήν εχθρούς  της, μαζί με τον Ηράκλειτο, τον Αριστοτέλη, τον Χέγκελ και τον Μάρξ.
Στην χώρα μας  πέραν  μιας προσπάθειας να αναιρεθούν τα επιχειρήματα του από τον Κ.Δεσποτόπουλο[2] δεν σημειώνεται κάποια άλλη πιο σύνθετη απόπειρα. Όμως  οι μελέτες του Κ.Δεσποτόπουλο  παρά την εμβρίθειά τους και την σοβαρή τους τεκμηρίωση , έχουν άλλο ως κύριο αντικείμενο και παρεμπιπτόντως  μόνο αναφέρονται στον Πόππερ. Το σχετικά πρόσφατο έργο του Σ.Ράμφου  για τον Πλάτωνα τον προσπερνά[3] , δίχως ενδιαφέρον για τις ποππεριανές τοποθετήσεις .
Κατ’ αρχήν  οι όροι ανοιχτή και κλειστή κοινωνία χρησιμοποιήθηκαν χρονικά για πρώτη φορά από τον Ανρί Μπερξόν  στο έργο του οι «Οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας », το οποίο κυκλοφόρησε  στην Γαλλία το 1932. Ως κλειστή κοινωνία  ορίζεται ως εκείνη που  «τα μέλη της σχετίζονται μόνο μεταξύ τους , αδιαφορούν για τους άλλους ανθρώπους, είναι μονίμως έτοιμοι να επιτεθούν ή να αμυνθούν, εν τέλει αναγκάζονται να είναι σε στάση μάχης. Τέτοια είναι η ανθρώπινη κοινωνία, όταν βγαίνει από την αγκαλιά της φύσης . Ο άνθρωπος ήταν καμωμένος γι’ αυτήν, όπως το μυρμήγκι για τη μυρμηγκοφωλιά»[4] ενώ ως ανοιχτή κοινωνία «αυτή που θα αγκάλιαζε, από άποψη αρχής, ολόκληρη την ανθρωπότητα»[5]. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Πόππερ προμηθεύτηκε αυτούς τους δύο όρους, που έχουν βαρύνουσα σημασία στην σκέψη του, από τον Μπερξόν. Παραδέχεται βέβαια  σε μια υποσημείωση  του έργου του ότι και οι δύο χρησιμοποιούν την ανοιχτή και την κλειστή κοινωνία με την ίδια σημασία[6]. Συγχρόνως όμως  επιδιώκει , σε αντίθεση με πολλούς οπαδούς του, να δείξει  και τα όρια τους: «ο χαρακτηρισμός της κλειστής κοινωνίας,  ως μαγικής και της ανοιχτής κοινωνίας, ως ορθολογικής και κριτικής κάνει, βέβαια, αδύνατο να εφαρμόζουμε αυτούς τους όρους χωρίς να εξιδανικεύουμε την υπό εξέταση κοινωνία. Η μαγική στάση δεν έχει  καθόλου εξαφανιστεί από τη ζωή μας, ούτε ακόμα και από τις πιο «ανοιχτές» κοινωνίες  που έχουν ως τώρα λειτουργήσει, και θεωρώ απίθανο να εξαφανιστεί ποτέ ολότελα»[7].
Όμως ο Πόππερ  ολοκληρώνοντας την απάντηση σε ένα επικριτή του – τον καθηγητή R.B.Levinson-  βρίσκεται  στην ανάγκη να τονίσει την πεποίθηση του  «για το συντριπτικό διανοητικό επίτευγμα του Πλάτωνα. Η γνώμη μου ότι υπήρξε ο μέγιστος των φιλοσόφων δεν έχει μεταβληθεί. Ακόμα και η ηθική και πολιτική φιλοσοφία του είναι, ως διανοητικό επίτευγμα, απαράμιλλη, παρόλο που τη θεωρώ ηθικά απωθητική και στ’ αλήθεια , τρομακτική. Όσο για τη φυσική κοσμολογία του, η γνώμη μου άλλαξε στο διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη ως τη δεύτερη έκδοση (ακριβέστερα, ανάμεσα στην πρώτη αγγλική έκδοση και στην πρώτη αμερικάνικη)  αυτού του βιβλίου και προσπάθησα να δώσω λόγους για τους οποίους θεωρώ τώρα ότι υπήρξε ο θεμελιωτής της γεωμετρικής θεωρίας για τον κόσμο, μιας θεωρίας που η σημασία της αυξήθηκε εξακολουθητικά στη διάρκεια των αιώνων. Θα θεωρούσα αλαζονικό από τη μεριά μου να επαινέσω τις λογοτεχνικές του ικανότητες. Αυτό που έχουν δείξει οι κριτικοί μου είναι, πιστεύω, πως το μεγαλείο του Πλάτωνα κάνει ιδιαίτερα σημαντικό να καταπολεμήσουμε την ηθική και πολιτική του φιλοσοφία και να προειδοποιήσουμε εκείνους που μπορεί να πέσουν θύματα της γοητείας του»[8].
Συγχρόνως , ο Πόππερ, δεν θα δυσκολευθεί να παραδεχθεί ότι από τους αρχαίους Έλληνες ξεκίνησε η έξοδος από την κλειστή κοινωνία: «όταν λέμε ότι ο δυτικός πολιτισμός έχει τις ρίζες του στους Έλληνες θα’ πρεπε να συνειδητοποιούμε τι σημαίνει αυτό: σημαίνει ότι  οι Έλληνες ξεκίνησαν για μας αυτή τη μεγάλη επανάσταση που, καθώς φαίνεται, βρίσκεται ακόμα στο ξεκίνημά της – τη μετάβαση από την κλειστή στην ανοιχτή κοινωνία»[9].
Ο Πλάτωνας εκκινεί από  την προσπάθεια να αναιρέσει τον σχετικισμό και τον ηθικό μηδενισμό που ενσαρκώνονται στον διάλογο  «Γοργίας» από τον Καλλικλή και στην «Πολιτεία» από τον Θρασύμαχο  καθώς και την θεμελιώδη  θέσης τους ότι «δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυρού», δηλαδή ότι το Δίκαιο και η Ισχύ ταυτίζονται (φημί γαρ εγώ είναι το δίκαιον ουκ άλλο τι ή το του κρείττονος συμφέρον). Εξ’ού και  υπότιτλος της «Πολιτείας»  είναι «περί Δικαίου πολιτικός». Η προσπάθεια  του θα απλωθεί σχεδόν σε όλο το έργο του μέχρι τους «Νόμους». Ο Πόππερ θα επικρίνει το όραμα της «Πολιτείας», το οποίο ως προς την κοινοκτημοσύνη των αγαθών το είχε ήδη επικρίνει ο Αριστοτέλης, διότι θα θεωρήσει ότι η απάντηση που επιχείρησε να δώσει στον ηθικό μηδενισμό  είναι εξίσου επικίνδυνη με αυτόν ,αφού κατατείνει σε μια  «μαγική» κοινωνία , όπως ήταν η αρχαία Σπάρτη. Όμως στον διάλογο «Γοργίας» θεωρεί ότι αποδοκιμάζει τις απόψεις του Καλλικλή δίχως να εμφορείται από τις ολοκληρωτικές απόψεις, που πιστεύει ότι διαμορφώθηκαν μεταγενέστερα στην «Πολιτεία»[10].
Βεβαίως είναι ενδιαφέρον, ότι ο Πόππερ μπορεί να επικρίνει τον Πλάτωνα, αλλά εξυμνεί τον Σωκράτη. Όμως ότι γνωρίζουμε γι’ αυτόν το οφείλουμε κυρίως στους πλατωνικούς διάλογους . Η σωκρατική προτροπή να υπομένουμε το κακό παρά να το ασκούμε, προαναγγέλλει την χριστιανική ηθική. Η έλλογη σκέψη του, η ειρωνεία του, ο κριτικός και  διαλεκτικός του λόγος,  που ανησύχησε τους σύγχρονους του και εξέγειρε τον Νίτσε μεταφέρθηκαν σε εμάς χάρις, κυρίως, την γραφίδα του Πλάτωνα ώστε, να είναι εξαιρετικά δύσκολα να διακρίνουμε τα δύο αυτά πρόσωπα.  Ο Πόππερ παραδέχεται ότι ο Σωκράτης, (όπως μας τον μετέφερε ο Πλάτωνας)  ασκεί κριτική στους δημοκρατικούς θεσμούς της Αθήνας, αλλά με μια πολύ σημαντική διαφορά : «η κριτική του Σωκράτη ήταν δημοκρατική και μάλιστα του είδους εκείνου που αποτελεί την ίδια τη ζωή της δημοκρατίας»[11].
Πιο σημαντική είναι η σύνδεση που κάνει ο Πόππερ ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον Καρτέσιο που αναπτύσσει στο έργο του «Ο κόσμος του Παρμενίδη- δοκίμια για τον Προσωκρατικό Διαφωτισμό». Συμπεραίνει ότι «αποφασιστικός είναι ο ρόλος του Πλάτωνα στην προϊστορία της διδασκαλίας του Descates για τα θεϊκά αυτοαλήθεια – veracitas dei-  κατά την οποία η ενορατική μας νόηση δεν μας απατά, διότι ο Θεός είναι η αυτοαλήθεια και δεν είναι δυνατόν να μας εξαπατήσει∙ ή, με άλλα λόγια, ότι η νόησή μας αποτελεί πηγή γνώσης, επειδή ο Θεός είναι πηγή γνώσης. Αυτή η διδασκαλία έχει μακρά ιστορία που εύκολα μπορεί να αναχθεί τουλάχιστον ως τον Όμηρο και τον Ησίοδο»[12]. Όμως πιο σημαντική είναι η συμβολή του πλατωνικού διαλόγου «Μένωνας» όπου διατυπώνονται η θεωρία της γνώσης ως ανάμνηση  και η αισιόδοξη άποψη ότι η γνώση είναι προσιτή σε καθένα: «ο Σωκράτης το αποδεικνύει αυτό σε ένα ωραίο χωρίο του Μένωνα, όπου υποβοηθεί έναν αμόρφωτο νεαρό δούλο να «αναπλάσει» την απόδειξη μιας ειδικής περίπτωσης του πυθαγόρειου θεωρήματος. Αυτή είναι ακριβώς μια αισιόδοξη επιστημολογία και η ρίζα του καρτεσιανισμού. Φαίνεται ότι στον Μένωνα ο  Πλάτων είχε τη συναίσθηση του έντονα αισιόδοξα χαρακτήρα της θεωρίας του∙ διότι την παρουσιάζει ως διδασκαλία που ξυπνά στον άνθρωπο τη διάθεση να γνωρίζει, να ερευνά, να ανακαλύπτει»[13]. Τελικά θα αναγνωρίσει στον Πλάτωνα ότι ήταν αυτός που ανακάλυψε,  ότι στην ποππεριανή επιστημολογία ονομάζεται «τρίτος κόσμος»  και θα συμμεριστεί την απόφανση του Whitehead ότι «όλη η δυτική φιλοσοφία αποτελείται από υποσημειώσεις στον Πλάτωνα»[14].
Συνεπώς , όπως στον πραγματικό κόσμο δεν συναντώνται η ανοιχτή και η μαγική-κλειστή  κοινωνία, με τον καθαρό τρόπο που  τις περιγράφει η φιλοσοφική θεωρία, κατά τον ίδια τρόπο δεν υπάρχει στον Πόππερ ένας ομοιόμορφος , μονοκόμματος Πλάτωνας. Δίπλα στον φιλόσοφο της « Πολιτείας» και των «Νόμων» , υπάρχει ο φιλόσοφος θεμελιωτής της γεωμετρίας, του «Μένωνα»  και του «Γοργία» που προαναγγέλλουν  την καρτεσιανή ορθολογικότητα  και την πολιτεία που προστατεύει τους πιο αδύνατους. Σε αντίθεση με κάποιους που  χρησιμοποιούν τον Πόππερ για τις δικές τους επιδιώξεις, οι κριτικές του επισημάνσεις, δεν απέκρυψαν ποτέ  τον βαθύ θαυμασμό που είχε σε όλη την ζωή του για τον Πλάτωνα και για το σύνολο της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας στην οποία  απέδιδε  την οφειλή   «της  αφετηρίας  εξόδου της ανθρωπότητας από την κλειστή κοινωνία».




[1] Κάρλ Πόππερ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, τόμος Ι και ΙΙ, εισαγωγή- μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη. Εκδόσεις Δωδώνη , Αθήνα 1980.
[2] Κ. Δεσποτόπουλος, Πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνος, εκδόσεις Παπαζήση , Αθήνα 1988  καθώς και του ιδίου Μελετήματα πολιτικής φιλοσοφίας, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1978.
[3] Σ.Ράμφος, Καλλίπολις ψυχή-Ανάγνωσι της Πολιτείας του Πλάτωνος, εκδόσεις Αρμός, Αθήναι 2013.
[4] Ανρί Μπερξόν, Οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας. Εκδόσεις Νησίδες, μετάφραση Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη 2006, σελ.207.
[5] ό.π. σελ.208.
[6] Κάρλ Πόππερ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, τόμος Ι, σελ.481.
[7] ό.π. σελ.482.
[8] ό.π. σελ.570.
[9] ό.π. σελ.285.
[10] ό.π.σελ.200.
[11] ό.π. σελ. 304.
[12] Κ. Πόππερ, Ο κόσμος του Παρμενίδη- Δοκίμια για τον Προσωκρατικό Διαφωτισμό, επιμέλεια Arne F. Petersen,- Jorgen Mejer, μετάφραση Κ.Ν.Πετρόπουλος, εκδόσεις Α.Καρδαμίτσα- Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Αθήνα 2002, σελ.336.
[13] ό.π. σελ.339.
[14] Κ.Πόππερ, Τι είναι η διαλεκτική –γνωσιοθεωρία χωρίς γνωστικό υποκείμενο, εισαγωγ ή,μετάφραση,σημειώσεις Στ.Δημόπουλος, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 104.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Ο Παναγιώτης Κονδύλης δραστήριο στέλεχος του προδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, συμμετείχε στην ίδρυση της ΕΦΕΕ


Αθήνα, 25-28.4.1963. Στο τέταρτο Πανσπουδαστικό Συνέδριο αποφασίζεται η ίδρυση της ΕΦΕΕ. Στη φωτ. από αριστερά διακρίνονται μεταξύ άλλων οι: Θ. Νίκας, Κ. Βεργόπουλος, Π. Κονδύλης, Γ. Γραμματικάκης, Ν. Κιάος, Ξ. Μαυραγάνης, Γ. Μπαλάφας, Ν. Κωνσταντόπουλος, Π. Καλογεράκος.

Από το άρθρο του Γιάννη Τζανετάκου στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16-10-2016
http://www.kathimerini.gr/879454/article/epikairothta/ellada/h-neolaia-kai-to-foithtiko-kinhma

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 αφυπνίζεται στη χώρα η νεολαία. Η φοιτητική εννοείται, αφού εργατική δεν εντοπίζεται στο μετεμφυλιακό «κίνημα» εργαζομένων, το συγκροτούμενο από σφραγίδες δήθεν οργανώσεων, τις οποίες κατέχουν ακροδεξιοί επαγγελματίες εργατοπατέρες. Αγροτική δε νεολαία ουδέποτε υπήρξε ως οντότητα ούτως ή άλλως. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 διαλύεται η παράνομη ΕΠΟΝ, η οποία έχει ήδη υποκατασταθεί από τη ΝΕΔΑ (Νεολαία της ΕΔΑ που έχει ιδρυθεί το ’51). Με την ακαριαία εδραίωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην ηγεσία του συντηρητικού χώρου, εμφανίζεται βραδύτερα η ΕΡΕΝ (Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση Νέων). Κόμματα, κομματίδια, προσωποπαγή μορφώματα στο Κέντρο ουδέν οργανωτικό αντίκρισμα διαθέτουν στη νεολαία. Η ενοποίηση/ομοσπονδιοποίησή τους το ’61 ως Ενωση Κέντρου (Ε.Κ.) δημιουργεί με βραδύτατες διαδικασίες τις προϋποθέσεις ώστε να ιδρυθεί η ΟΝΕΚ (Οργάνωση Νέων Ενώσεως Κέντρου).
Δικτατορία Μεταξά, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος και τα παρεπόμενά του έχουν παρεμποδίσει τη νεολαία να εκφραστεί συλλογικά υπό κανονικές συνθήκες. Να αποκτήσει λόγο. Και δικαίωμα να επεμβαίνει στον βασανιστικά ομαλοποιούμενο –έως ένα σημείο– δημόσιο βίο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η έξαρση του Κυπριακού μετά το ’55 προσφέρει έναυσμα και ευκαιρία στη Σπουδάζουσα της ΝΕΔΑ να κινητοποιήσει φοιτητές και να εξαγάγει τους κατά Σχολές συλλόγους τους από τον λήθαργο. Μάλλον εξ αντανακλάσεως αρχίζει αργότερα να κινητοποιείται και η ΕΡΕΝ. Φαίνεται, πάντως, ότι ο πρωθυπουργός προωθώντας το εκσυγχρονιστικό και καινοτόμο έργο του, επιδιώκοντας να περιορίσει τον ρόλο των Ανακτόρων και προσβλέποντας στη μελλοντική Ευρώπη, ελάχιστη σημασία αποδίδει στη νεολαία γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στη δική του. Την εκχωρεί ή αφήνει να την υφαρπάσουν απ’ αυτόν ορισμένοι παράγοντες, μερικοί από τους οποίους έχουν παρακρατικές αντιλήψεις και διατηρούν προνομιακές σχέσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας.
Επισημαίνεται ότι ο εφαρμοζόμενος από αυτούς αντικομμουνισμός αποτελεί έναν από τους πυλώνες της επίσημης πολιτικής. Οι ηττημένοι του εμφυλίου, άλλωστε, υποτίθεται ότι παραμένουν με το όπλο παρά πόδα. Ευλόγως οι παράγοντες επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά τις διεργασίες στη φοιτητιώσα νεολαία. Προφανώς τη θεωρούν ευάλωτη στις δοξασίες της Αριστεράς, η οποία ιδιαίτερα μετά τις εκλογές του ’58 καθίσταται αξιοπρόσεκτος συντελεστής στην πολιτική ζωή, όσο κι αν συμπιέζεται ποικιλοτρόπως ώστε να παραμένει στο περιθώριο. Σε αυτό το τελευταίο συμβάλλει ο σαφής, έστω και με ηπιότερες διατυπώσεις, αντικομμουνισμός του Κέντρου, τόσο πριν, όσο και μετά την ενοποίησή του.
Το προαναφερθέν ενδιαφέρον των παραγόντων της Δεξιάς αποδεικνύεται (και) από το γεγονός ότι στο οργανόγραμμα της υποδιεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας (γωνία Μπουμπουλίνας και Τοσίτσα) στην Αστυνομία Πόλεων υφίσταται Γραφείο Πνευματικής Κινήσεως (το Σπουδαστικό της Ασφαλείας στην καθομιλουμένη τότε...) με πολυπληθές προσωπικό και ποικίλες αρμοδιότητες. Κυρίως δε να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς, να σημειώνει, να «φακελώνει» τους ανήσυχους φοιτητές, να τους χαρακτηρίζει σωρηδόν και αναποδείκτως ως δρώντες κομμουνιστές και να τους στερεί το περιβόητο «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων».
Αλλά και να παρεμβαίνει παρεμποδιστικά έως και εκβιαστικά στις συντελούμενες πολιτικές ζυμώσεις στους πανεπιστημιακούς χώρους. Αντίστοιχο Γραφείο διαθέτει στη Θεσσαλονίκη η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή. Ελέγξιμη υπηρεσιακώς η κατάσταση διότι λειτουργούν μόλις δύο πανεπιστήμια, ένα πολυτεχνείο και 5-6 εξωπανεπιστημιακές σχολές.
Οργανωτικά μορφώματα και ίδρυση της ΕΦΕΕ
Παράλληλα οι εκ των παραγόντων παρακρατικοί ιδρύουν την Εθνική Κοινωνική Οργάνωση Φοιτητών (ΕΚΟΦ), αρχικά ως σπουδαστικό βραχίονα της ΕΡΕΝ, ο οποίος όμως εν συνεχεία αυτονομείται πλήρως.
Συμπορεύεται δε με το Γραφείο Πνευματικής Κίνησης «προς πάταξιν του κομμουνισμού». Οξεία και πολωτική σύγκρουση Δεξιάς-Αριστεράς σημειώνεται στους φοιτητικούς χώρους. Η συμμετοχή των φοιτητών είναι περιορισμένη. Η Προοδευτική Ενωση Νέων (ΠΕΝ) του Σπ. Μαρκεζίνη διαθέτει ελάχιστα στελέχη πιστά σ’ αυτόν. Προσφέρει όμως καταφύγιο τόσο σε εισοδιστές Αριστερούς όσο και σε κεντρώους φοιτητές, οι οποίοι δεν έχουν ακόμα οργανωτική διέξοδο. Οι θεωρηθείσες τότε μη γνήσιες εκλογές του ’61 και ο κηρυχθείς εξαιτίας τους ανένδοτος αγώνας υπό τον καθιερωθέντα στην πράξη ηγέτη της Ε.Κ., Γ. Παπανδρέου, εκτινάσσουν οργανωτικά την ΟΝΕΚ (Οργάνωση Νεολαίας Ενώσεως Κέντρου). Εκφράζει και υλοποιεί πλέον στον τομέα της νεολαίας την προσπάθεια ν’ αποκατασταθεί και να διερευνηθεί το ανολοκλήρωτο δημοκρατικό πολίτευμα. Να γίνουν σεβαστές οι ατομικές ελευθερίες. Να καταλυθεί το αστυνομικό κράτος κ.λπ. Εν ολίγοις, να τηρηθούν οι θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος του ’52, το οποίο έστω και μη ιδανικό θεσπίζει την κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου με διατήρηση όμως σε ισχύ της έκτακτης νομοθεσίας του εμφυλίου.
Η ωρίμανση
Εν πάση περιπτώσει η επίκληση του ακροτελεύτιου άρθρου του, του 114 από την ΟΝΕΚ, σήμαινε κατ’ ουσίαν τη διεκδίκηση δημοκρατίας ευρύτερων περιθωρίων. Ονοματοδοτεί δε το 114 σε συνδυασμό με το επακολουθήσαν σύνθημα «15% προίκα στην Παιδεία» από τον προϋπολογισμό, εμπνεύσεως της Αριστεράς, τη νεολαία της περιόδου. Η έως τότε στείρα αναμέτρηση Δεξιάς-Αριστεράς στο Φοιτητικό Κίνημα έχει οδηγήσει τους περισσότερους συλλόγους υπό τον έλεγχο της πρώτης. Με επίμοχθες διαδικασίες το πλήρως αυτονομημένο από το κόμμα σπουδαστικό τμήμα της ΟΝΕΚ και τα αντίστοιχα της ΝΕΔΑ και της ΠΕΝ σχηματίζουν ένα ιδιότυπο λαϊκό μέτωπο, το οποίο κυριαρχεί στο Φοιτητικό Κίνημα. Αυτό ωριμάζει και καθίσταται ριζοσπαστικότερο με ταχύτατο ρυθμό. Αναζητεί δε την οργανωτική ολοκλήρωσή του. Την επιτυγχάνει την άνοιξη του ’63. Ιδρύεται το τριτοβάθμιο όργανό του, η Εθνική Φοιτητική Ενωση Ελλάδος (ΕΦΕΕ). Ο πολιτικός έλεγχός της διακυβεύεται συνεδριακά κατ’ έτος. Μετά όμως τα Ιουλιανά του ’65 κυριαρχεί η ΟΝΕΚ.
Μόνο που η ΟΝΕΚ εν τω μεταξύ έχει διαλυθεί και υποκατασταθεί από την Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία (ΕΔΗΝ). Ουδόλως αθώο το φαινόμενο...
Η προσφορά της ΟΝΕΚ στον ανένδοτο και τον Γέρο της Δημοκρατίας υπήρξε ανεκτίμητη. Η κυριαρχία της στο Φοιτητικό Κίνημα αξιοποιείται δεόντως απ’ αυτόν, παραβλέποντας ότι συνέτρεξε και επικουρία της Αριστεράς και αυτό παρά την αντικομμουνιστική ρητορεία του. Στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του οι συμβιβασμοί του στη διαχείριση του Στέμματος και των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και ορισμένες αστοχίες του στην πολιτική καθημερινότητα αποξενώνουν κυρίως το σπουδαστικό σκέλος της από το Καστρί. Στην αποξένωση συντελεί και το γεγονός ότι ο γιος του Ανδρέας μετά την υπουργοποίηση και την αυτοδρομολόγησή του προς την πατρική διαδοχή επιχειρεί διείσδυση και εισπήδηση στην ΟΝΕΚ. Οι σοσιαλδημοκρατικές απόψεις του αρχικά γοητεύουν. Ενα το κρατούμενο.
Οι παρεμβάσεις του Γ. Παπανδρέου
Συμπτωματικά, πάντως, την ίδια περίοδο η Οργάνωση επεξεργάζεται παρόμοιες θέσεις, αλλά χωρίς αυτόν ως αναγκαίο ηγέτη. Αυτές οι επεξεργασίες διαβάλλονται στον πρωθυπουργό-πατέρα ως προϊόν της διάβρωσής της από την Αριστερά. Η διαβολή ευστοχεί. Με απόφαση του –το δεύτερο κρατούμενο– διαλύεται περί το φθινόπωρο του ’64 η ΟΝΕΚ και αναγγέλλεται η ίδρυση την 1.1.65 της ΕΔΗΝ. Στη μεταβατική περίοδο εκλέκτορας προσώπων και οργάνων ορίζεται ένας οικονομικός σύμβουλος της Τραπέζης της Ελλάδος, φίλος του Ανδρέα 35-40 ετών. Ανακαλεί δε από την εφεδρεία συνομηλίκους του διατηρώντας δειγματοληπτικά στελέχη του σπουδαστικού της ΟΝΕΚ και στελεχώνει τα όργανα. Συγκροτείται μια πειθήνια κυβερνητική νεολαία με ευδιάκριτη την επιρροή του Ανδρέα.
Τα Ιουλιανά
Η ΕΔΗΝ ευτυχεί κατά κυριολεξία να βιώσει τα Ιουλιανά. Στη δίνη των γεγονότων και την αγωνιστική πρωτοπορία της λησμονούνται το ενδοκομματικό πραξικόπημα και η φραξιονιστική δραστηριότητα του ίδιου του Ανδρέα και παραγόντων του γραφείου του. Η ΕΔΗΝ καταξιώνεται αντιμαχόμενη τις αλλεπάλληλες ανακτορικές εκτροπές. Αντί υστερογράφου προστίθεται ότι λίγες βδομάδες πριν καρατομηθεί η ΟΝΕΚ, στελέχη της συναντούν τον πρωθυπουργό. Διεκτραγωδούν τις συνέπειες των κυβερνητικών αστοχιών. Επισημαίνουν –αυτά τα μειράκια– τον ελλοχεύοντα στις Ενοπλες Δυνάμεις κίνδυνο να επιβληθεί δικτατορία. Ανησυχούν. Ο Γεώργιος Παπανδρέου υιοθετεί τις ανησυχίες τους. Τις εμπλουτίζει. Υπερθεματίζει δε εξομολογούμενος ότι: «Εχω κι αυτόν τον Παπαδόπουλο που ισχυρίζεται ότι είναι ο Νάσερ της Ελλάδος». Τα όσα ακολουθούν γνωστά.
Και πάντως, η φοιτητική γενιά του 114 και του 15%, στην οποία φυσικά εκτός των Κεντρώων ανήκουν και αυτοί της Νεολαίας Γρ. Λαμπράκη (μετεξέλιξη της ΝΕΔΑ), συμπιέζεται αφορήτως, αν δεν συνθλίβεται στις μυλόπετρες της 21ης Απριλίου. Παρά ταύτα, μέλη της συγκροτούν ή συμμετέχουν πάραυτα σε οργανώσεις αντίστασης και πρωτοβουλίες ανοικτής αντίστασης. Καταβάλλουν βαρύτατο τίμημα, σαφώς βαρύτερο από όσο τους αναλογεί. Κι αυτό διότι δεν έχει επιχειρηθεί να καταλογιστούν ευθύνες.
Η Ιστορία έως τώρα στέκεται διστακτική στην αποτίμηση των γεγονότων, που οδηγούν στη δικτατορία. Κι όμως ο δημόσιος βίος από τη δολοφονία Λαμπράκη και μετά διακρίνεται από αλλεπάλληλες ελάσσονες ή μείζονες εκτροπές. Σε αυτό το φαινόμενο συντελούν ανούσιες, ιδιοτελέστατες κι ανεύθυνες οξύτητες· τυχοδιωκτικές και άστοχες προσωπικές επιδιώξεις, ανήκουστη αδυναμία πολιτικών προς επεξεργασία δεδομένων και εξεύρεση διεξόδων, στείροι ανταγωνισμοί, πρωτοφανή συμπλέγματα προς ικανοποίηση, μωρές φιλοδοξίες κ.λπ. Η Ιστορία πρέπει να επιμετρήσει πέραν των στερεοτύπων και της ιλαροτραγικής «Επαναστατικής Επιτροπής» και των περιστασιακών ή μη συμμάχων της.

*Ο κ. Γιάννης Π. Τζαννετάκος είναι δημοσιογράφος, ιδρυτικός πρόεδρος της ΕΦΕΕ (1963).

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Συγγραφείς Ηρακλείου Αττικής "Προσεγγίσεις στην κρίση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας"





Κύκλος Ομιλιών - ώρες 19.00-22.00

Βίλλα Στέλλα - οδός Γαλήνης & Σοφίας
(παράλληλα με τις γραμμές του ΗΣΑΠ)

1. Δευτέρα 10/10/2016
Χρήστος Κ. Λορέντζος: Το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης. Οι επιπτώσεις στον ψυχισμό του ανθρώπου και ο ρόλος της Λογοτεχνίας σήμερα.

2. Δευτέρα 24/10/2016
Δρ. Γιώργος Δαρεμάς: Κρίση αξιών και πολιτισμική παρακμή στη νεώτερη Ελλάδα.
Σπύρος Α. Γεωργίου: Ευθύνη. Η κρίση του νοήματος-το νόημα της κρίσης.

3. Δευτέρα 7/11//2016
Σπύρος Κουτρούλης: Η κρίση της μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας. Παρερμηνείες και αδιέξοδα.
Κατερίνα Ρόρη: Η ψυχολογία και τα βιώματα του παιδιού σήμερα. Πόσο επηρεάζεται η σκέψη και η συμπεριφορά.

4. Δευτέρα 21/11/2016
Αντώνης Φουντούλης: Λάθε βιώσας. Η επικούρεια φιλοσοφία ως λύση στο πρόβλημα της κρίσης.

5. Δευτέρα 5/12/2016
Νίκος Ηλιάδης: Η νέα πραγματικότητα στα πλαίσια της οικονομίας της Γνώσης. 


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Γιώργος Κοτζιούλας : ένας εραστής και υπηρέτης της Ρωμιοσύνης *






* ο τίτλος  προέρχεται από την εισαγωγή του υιού του συγγραφέα ,Κώστα Κοτζιούλα ,στην "Πικρή ζωή'"
ΡΗΞΗ φ.125. φ.126,φ127


 Γιώργος Κοτζιούλας : ένας εραστής  και υπηρέτης  της Ρωμιοσύνης

                                              
                                                Α’

Η έκδοση  της βιογραφίας του Γ.Κοτζιούλα από  την Αθηνά Βογιατζόγλου [1]  υπήρξε η αφορμή για να ξαναθυμηθούμε και να επαναξιολογήσουμε  την σύντομη αλλά εξαιρετικά παραγωγική και ουσιαστική παρουσία του.
Ο Ν. Βαγενάς έγραψε στο ΒΗΜΑ (26.6.2016) για τον Κοτζιούλα ,ότι  πρόκειται για «μια ρωμαλέα ποιητική φωνή», ενός ποιητή « που δεν έχει πάρει τη θέση που του αξίζει στην ιστορία της λογοτεχνίας μας». Βεβαίως το έργο του Κοτζιούλα απλώνεται με το ίδιο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη του, στον πεζό λόγο με πιο γνωστό το «Όταν ήμουν με τον Άρη»  και άλλα, όπως η συλλογή διηγημάτων «Πικρή ζωή» (επανεκδόθηκαν και τα δύο από τις εκδόσεις Δρόμων), σε μεταφράσεις  (όπως το έργο του Γκυ ντε Μωπασσάν "οι γυναίκες στον Έρωτα" με πρόλογο του Μ.Αυγέρη) αλλά και τα θεατρικά έργα που ανέβασε στο βουνό στην διάρκεια της εθνικής αντίστασης[2]. Συγχρόνως πολλές ιστοσελίδες όπως του Ν.Σαραντάκου  και της Σ.Κολοτούρου  αναφέρονται συχνά  στον Γ.Κοτζιούλα και παρουσιάζουν συχνά με δυσεύρετα κείμενα του, όπως αυτό για την νεώτερη ποίηση.
Αλλά δείγμα  μιάς καθολικής αναγνώρισης που έχει αρχίσει πλέον να απολαμβάνει το έργο του είναι ότι το 2013, σε δύο έργα του , την συλλογή ποιημάτων και την «Πικρή ζωή», φιλοτέχνησε τα εξώφυλλά τους ,ο Αλέκος Φασιανός , ενώ η παρουσίαση   τους ήταν υπό την αιγίδα του Αρχιεπίσκοπου Αθηνών και συμμετείχαν , μεταξύ άλλων, ο γλύπτης  Θ.Παπαγιάννης, και ο αγιογράφος π.Σ.Σκλήρης.
Ο Κοτζιούλας είναι γέννημα  των Τζουμέρκων. Η ιδιοσυγκρασία του διαπλάστηκε από τις εμπειρίες που είχε  μεγαλώνοντας στον τόπο του, από την παράδοση του και ιδιαίτερα  τα δημοτικά τραγούδια και την ορθοδοξία. Έτσι συχνές είναι οι αναφορές του, στους ήρωες του ‘ 21 και στον Πατρό-Κοσμά. Η συμμετοχή του, στην εθνική του αντίσταση υπήρξε μια άλλη πηγή σημαντικών εμπειριών, που  όμως δεν προίκισαν τον λόγο με φανατισμό αλλά με απογοήτευση για την μεταπολεμική τύχη της.
Η επιμελήτρια του έργου του Σωτηρία Μελετίου  στην εισαγωγή της «Πικρής ζωής» καταλήγει πως «η ιδεολογία του Κοτζιούλα, που διατρέχει τη ζωή  του και  το έργο του, αφορμάται από και αναφέρεται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: χριστιανική ισότητα και κοινωνική απελευθέρωση με δικαιοσύνη. Η χριστιανική πίστη του είναι διάχυτη σε όλο το έργο του. Είναι μελετητής των γραφών και της διδασκαλίας  του Χριστού, αλλά παρατηρητής της δράσης και της συμπεριφοράς του κλήρου που άλλοτε σέβεται και θαυμάζει κι άλλοτε σχολιάζει και επικρίνει. Ο Κοτζιούλας με  τη ζωή και το έργο του πασχίζει να παντρέψει «ενορατικά» το χριστιανισμό με το σοσιαλισμό, είναι μαχητικά ειρηνικός και ειρηνικά μαχητικός. Κι όταν ακόμη στρατεύεται σε «πολιτικά σύνολα», δεν θυσιάζει την αυτόνομη σκέψη του. Πνεύμα ανυπόταχτο κι ελεύθερο, προτιμά να ακολουθεί το δικό του δρόμο μοναχικός μαχητής, πολλές φορές εγκαταλειμμένος. Στρατεύεται για να κάνει τον κόσμο καλύτερο για να εξαλείψει τις αδικίες και τις ανισότητες. Αυτό αποτελεί το κοινωνικό και εθνικό όραμά του. Αυτό τελικά είναι και το «πολιτικό»  του στίγμα»[3].
Η γλώσσα του Γ.Κοτζιούλα είναι ζωντανή, γλαφυρή  και γεμάτη από ηπειρώτικούς ιδιωματισμούς[4]. Περιγράφει μια φτώχια αδιανόητη στον σύγχρονο άνθρωπο, που τον τοποθετεί κοντά στον Α.Παπαδιαμάντη, που άλλωστε θαύμαζε. Ένας της άλλης όχθης από αυτόν, ο Δ.Τσάκωνας, γράφει ότι ο Κοτζιούλας διακρίνεται από ήθος ανθρωπιάς ευγενικής και πολιτισμένης , χρησιμοποιεί  μέσους τόνους, αποφεύγει τα ξεφωνητά και τις  θεαματικές εκρήξεις, ενώ με υπερηφάνεια δείχνει τις πληγές του στον ήλιο[5].

Το 1939 ο Κοτζιούλας θα περιοδεύσει τις σημαντικότερες Μονές και Σκήτες του Αγίου Όρους. Θα  μας δώσει μια μοναδική περιγραφή του χώρου αλλά και των ανθρώπων που μονάζουν ή το επισκέπτονται, στο εκτενές διήγημα του «Περιδιαβάζοντας στο Άγιο Όρος», που δημοσιεύθηκε αρχικά σε δεκαέξι συνέχεις στο περιοδικό « Νεοελληνικά Γράμματα» από τον Νοέμβριο του 1939 έως τον Απρίλιο του 1940.  Παρόμοιων κατευθύνσεων είναι και το σύντομο διήγημα του «Ξωκλήσια και εικονίσματα».
Στο έργο του «Όταν ήμουν με τον Άρη», βλέπει στην Εθνική Αντίσταση να ξαναζεί το ’21. Εκτός από τον Άρη εξαίρει τον καπετάν Μπελή που αντιμετώπισε «μια μεγάλη απειλή για την φυλετική μας ενότητα απ’ ορισμένους βλαχόφωνους της Πίνδου, που έδρασαν με την υποστήριξη των Ιταλών τη λεγόμενη λεγεώνα, κατατάσσοντας  σ’ αυτήν με τη βία ή τη δωροδοκία όσους μπορούσαν»[6]. Βεβαίως ο πιο κοντινός του, ψυχικά, υπήρξε ο παπά-Ανυπόμονος. Ο τρόπος που περιγράφει τους Μαυροσκούφηδες  αποκαλύπτει την προσήλωσή του στην ορθόδοξη κοινοβιακότητα: «ήταν οργανωμένοι σαν όλους τους αντάρτες βέβαια, αλλά μ’ έναν τρόπο ακόμα πιο αυστηρό. Για όποιον έχει ιδέα καλογερικής, έμοιαζαν κάπως με κοινοβίτες. Είχαν αυτοδιοίκηση, κάναν συνελεύσεις. Εκεί γινόταν ελεύθερη κριτική και αυτοκριτική… Ο Άρης αγαπούσε τους Μαυροσκούφηδες σαν παιδιά του. Τους ήξερε, τους πρόσεχε όσο ένας ηγούμενος, τους καλογέρους»[7].


                                                 B

    
Οι προϋποθέσεις κριτικής της μοντέρνας ποίησης


Το δοκίμιο του Γ.Κοτζιούλα  «Που τραβάει η ποίηση» είναι ένα από τα δυσεύρετα  κείμενα του, που  μπορούμε σήμερα να  διαβάσουμε μόνο στις ιστοσελίδες  του Νίκου Σαραντάκου και της Σοφίας Κολουτούρου. Η πρώτη δημοσίευση  έγινε στο περιοδικό «Νέος Νουμάς» το 1950.  Δημοσιεύθηκε πάλι στο περιοδικό «Ευθύνη» στην δεκαετία του ‘70.
Με τον δικό του τρόπο συνεχίζει τον διάλογο του Γ.Σεφέρη με τον Κ.Τσάτσο, για τα χαρακτηριστικά της νεώτερης ποίησης. Το πιο ενδιαφέρον είναι αφενός το πολεμικό και αφοριστικό του ύφος του και αφετέρου οι  λόγοι  τους οποίους επικαλείται ο Γ.Κοτζιούλας για να αντιπαρατεθεί  σε αυτή, που δεν απέχουν πολύ από αυτούς που επικαλέστηκε, παλαιότερα από αυτόν, ο Κ.Τσάτσος .
Ο Γ.Κοτζιούλας εγείρει την πίστη στην  ελληνική παράδοση, στην εντοπιότητα, στην ιθαγένεια,  ως  τα αδιάψευστα κριτήρια αξιοσύνης ενός ποιήματος.  Σε αυτή θα βρει ότι του χρειάζεται, από αυτή θα εμπνευστεί και θα λάβει τα ουσιώδη παραδείγματα.. Παρότι δεν  απορρίπτει την επικοινωνία με τα ρεύματα σκέψης που έρχονται από την Δύση, τίποτε ενδιαφέρον και χρήσιμο δεν αποκαλύπτει  σε αυτά. Η στράτευση του στην αριστερά  δεν τον οδήγησε στον κοσμοπολιτισμό, που προσφέρει τους επιμέρους πολιτισμούς θυσία  σε μία παγκοσμιότητα, που  συγκαλύπτει τις  φιλοδοξίες των ισχυρότερων εθνών για οικουμενική  κυριαρχία. Ο πατριωτισμός του, συχνά αδιάλλακτος,  αποσκοπεί να διασώσει  την αξιοπρέπεια  του ελληνικού λαού  και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πολιτισμού του.
Οι κατηγορίες του Γ.Κοτζιούλα στην μοντέρνα ποίηση δεν είναι ούτε μοναδικές, ούτε οι πρώτες που διατυπώθηκαν. Ο ποιητής Τ.Παπατσώνης σε επιφυλλίδα με τον τίτλο «Νεαροί Υπερόπται», που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 13 Μαρτίου  του 1932  επικρίνει τον Γ. Σεφέρη και τον Αντρέα Καραντώνη  που  τον παρουσίασε με θετικό τρόπο, διότι η ποίηση του είναι «μίμηση μέχρι κλοπής ενός ξένου τρόπου, χωρίς την παραμικρότερη παραλλαγή»  και μάλιστα «κακή μίμηση»[8]. Μάλιστα ο Τ.Παπατσώνης εμφατικότερα τονίζει ότι στη ποίηση του Σεφέρη  ότι το «διανοητικό, το συλλογιστικό μέρος είναι απόλυτα και πανομοιότυπα αποτιμημένο επάνώ στα ξένα καλούπια του Μαλλαρμέ, του Βαλερύ, του Λεόν Πώλ Λαφάργκ. Το γλωσσικό μέρος είναι απόλυτα αποτυχημένο στη μίμηση, είναι εξάμβλωμα»[9]. Ο λόγος της αποτυχίας του Σεφέρη, σύμφωνα με αυτή την κριτική, είναι πώς ενώ ξέρει καλά γαλλικά,  δεν γνωρίζει εξίσου καλά ελληνικά. Ο Τ.Παπατσώνης συμπληρώνει πως  «εγώ δεν βλέπω την αξία της ποίησης, όταν πρόκειται να μιμηθούμε τυφλά ένα ξένο τόπο»[10].
 Βεβαίως σήμερα οι κατηγορίες για τον Σεφέρη, που διατυπώνονται από κριτικούς όπως ο Δημήτρης .Δημηρούλης  και ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος έχουν αντιστραφεί. Ο Σεφέρης και η γενιά του ‘ 30, παρά την θετική αποτίμηση του έργου τους από συγγραφείς  ενταγμένους στην αριστερά όπως ο Σ.Τσίρκας,  κατηγορούνται  για την εμμονή τους στον ελληνικό πολιτισμό, στην «ελληνικότητα», για την προβολή του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου  που ευνοεί κατ' αυτούς την περιχαράκωση  και την εξύμνηση του λαού ώστε εν τέλει «ο Σεφέρης δεν είναι ένας μοντερνιστής που ελληνίζει, όπως τον κατηγόρησαν κάποιοι, αλλά ένας Έλληνας που μοντερνίζει»[11] ή και μεταβάλλεται σε ποιητή-έθνος  αφού «υποδύεται ένα έτερον στο οποίο θέλει να εγκατασταθεί παρασιτικά»[12].  Τελικά, ο Δημηρούλης ανακριβώς βέβαια υποστηρίζει  «ότι οι παραδόσεις του πολιτικού ολοκληρωτισμού και του αισθητικού ιδεαλισμού έχουν κοινή καταγωγή και εξελίχθηκαν εκ παραλλήλου»[13], παρά το γεγονός ότι ο Σεφέρης όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του '30 πολιτικά κατάγονταν από τον βενιζελισμό και στις δύσκολες περιστάσεις -όπως στην δικτατορία- υπερασπίστηκαν την δημοκρατική εξέλιξη.
Αλλά για να επανέλθουμε στο δοκίμιο του Γ.Κοτζιούλα, κατ’ αρχήν παραδέχεται ότι  είναι αναγκαία  η ανανέωση της ποίησης. Όμως διακρίνει «απ’ το σημείο αυτό της προσαρμογής και της συμπόρευσης, το δικαιολογημένο και φυσιολογικό, ίσαμε την αποκήρυξη όλων σχεδόν των παραδομένων τρόπων, τη ρήξη με τη φιλολογική μας ιστορία, η απόσταση είναι τρανή και η τόλμη πρωτάκουστη. Κάτι τέτοιο πραγματικά επιχειρεί να κάμει η νέα μας ποίηση, όπως τη λεν φιλόφρονα οι κριτικοί της, ένα άλμα από το χτες προς το αύριο, που αμφιβάλλουμε όμως πολύ αν είναι σε θέση  να το πραγματοποιήσουν όχι μονάχα οι διαφημιζόμενοι ως πρωταθλητές του ποιητικού τούτου κινήματος, αλλά και οι πιο φιλόδοξοι ανακαινιστές που μπορούν να φανούν στον έμμετρο λόγο. Τη συνέχεια και τη συμπλήρωση ναι, τη δέχεται το πνεύμα, αλλά την αποκοπή και το ξεδρόμισμα όχι. Αυτό πια παίρνει χαρακτήρα ανταρσίας και σαν τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί».
Ο  Κοτζιούλας χαρακτηρίζει το ρεύμα της νεότερης  ποίησης ως μια μορφή ενός «υπερφίαλου ιμπεριαλισμού που αντιμάχεται την ελληνική αρετή».  Θεωρεί ότι το πρώτο σπέρμα της το έριξε η ποίηση του Καβάφη. Συνεχίζει τις πολλαπλές επιρροές που δέχθηκε ο νεοελληνισμός από το ευρωπαϊκό στοχασμό. Τέτοιες υπήρξαν οι πρώτες επιδράσεις  του Φ.Νίτσε σε συγγραφείς  όπως ο Γ.Καμπύσης και ο Κ.Χατζόπουλος, οι οποίες συνεχίστηκαν με την πρόσληψη του Μάρξ, του νεοκαντιανισμού, του γερμανικού ιδεαλισμού και στερνά του υπαρξισμού.  Την προσπάθεια του Σεφέρη, του Νικήτα Ράντου, του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου, την χαρακτηρίζει με επίθετα όπως «ευρωπαϊζοντες γραμματανθρώπους» που διακινούν την «ξένη πραμάτειά τους» που καταλήγει σε μια «ελληνοευρωπαϊκή επιμιξία». Βεβαίως δίκαια  αποδίδει κεντρικό ρόλο  στον Γ. Κατσίμπαλη, αφού αυτός ήταν που στήριξε πολλαπλά την νεώτερη ποίηση, ιδιαίτερα δε την έκδοση των  «Νέων Γραμμάτων»,  του περιοδικού όπου  οι νεώτεροι ποιητές δημοσίευσαν τα πρώτα ποιήματα, με τα οποία κέρδισαν την πρώτη  αναγνώριση [14].  Αλλά σε αυτό το σημείο, θα πρέπει τονίσουμε, πως όπως έγκυρα μας πληροφορεί στο βιβλίο της η Α.Βογιατζόγλου, ο Κοτζιούλας με τον Γ.Κατσίμπαλη αρχικά είχαν φιλικές σχέσεις  και ο τελευταίος, παρά τις πιθανές διαφωνίες και διαφορές τους τον στήριξε πολλαπλά σε πολλές περιπτώσεις.




Ο Γ.Κοτζιούλας διαπιστώνει ότι η μοντέρνα ποίηση  αποθεώνει το παράλογο και υποτιμά τον έλλογο. Μα το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι «άρχισαν να ποδοπατούν την παράδοση, να χλευάζουν τους οπαδούς της». Επαναλαμβάνει  μάλιστα περισσότερο δεικτικά «τι βλέπουμε σήμερα γύρω μας; Σ’ ένα συναγωνισμό εικονοκλασίας σ’ έναν οίστρο αλλοφροσύνης, σε μια κατάσταση αληθινής βακχείας του πνεύματος, οι παραζαλισμένοι νέοι μας, θύματα της ξενομανίας, εχθροί των πατροπαράδοτων, ενεργούμενα του λεβαντινισμού, χωρίς να βρίσκουν αντίσταση από άκριτους ή άβουλους μεγαλύτερους των βάλθηκαν να γκρεμίζουν με πάταγο τους σκουριασμένους ανδριάντες , τα παλιωμένα είδωλα, δηλαδή τα σεπτά κονιάματα  των μικρών αγίων μας, των πονεμένων και πονετικών, του Βιζυηνού, του Κρυστάλλη, του Μαβίλη, του Πορφύρα, του Γρυπάρη, του Μαλακάση, του Φιλύρα, του Άγρα, όλων αυτών που μας έφερναν δάκρυα στα μάτια κι  έκσταση στην ψυχή. Πόσοι άραγε από τους σημερινούς νέους καταδέχονται να τους διαβάσουν; Οι περισσότεροι  τους περιφρονούν, τους θεωρούν ξεπερασμένους, μονόχορδους, στατικούς και ό,τι άλλο τους υποβάλλουν οι ξιπασμένοι κριτικοί τους. Αντι να μελετήσουν τους προγόνους των, αντί να διδαχτούν από τους πατέρες των, αόμματοι και ασεβείς, εκστασιάζονται και παραληρούν μπρος στην Έρημη Χώρα, ακατανόητο κείμενο αγγλοαμερικανού ποιητή, που τη θεωρούν ένα είδος ποιητική Αποκάλυψη, επειδή ίσα ίσα δεν καταλαβαίνουν ούτε μια παράγραφό της. Είναι οι ίδιοι δηλαδή, του ίδιου κύκλου, που προχτές παρίσταναν τους αποκρυπτογράφους του Βαλερύ και παραπροχτές συγκινούνταν με τις σφιγγώδεις εμπνεύσεις του Μαλλαρμέ σα’ ναταν ομογάλακτοι αδελφοί του. Πάντα στους μαίανδρους και στις καταχνιές, μακριά απ’ την ξαστεριά και την ισιάδα!».
Είναι προφανές ότι αυτές οι επικρίσεις διατυπώνονται κυρίως κατά του Γ.Σεφέρη. Όμως η απομάκρυνση από τις εμπειρίες  και την παράδοση του ελληνισμού είναι το στοιχείο που εξεγείρει κυρίως τον Γ.Κοτζιούλα. Παρότι δεν είναι τελικά αντίθετος με την επικοινωνία με άλλους πολιτισμούς, θεωρεί ως αναγκαίο να διαμορφώσουμε τα χαρακτηριστικά της ποίησης μας, του πολιτισμού μας αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα συστατικά του ελληνισμού. Υπο αυτήν την έννοια δεν του αρκεί η μελέτη του Ερωτόκριτου –την οποία είχε γράψει ο Σεφέρης- αλλά απαιτεί να γράφεται ποίηση ακολουθώντας τα παραδείγματα που  μας  πρόσφερε το δημοτικό τραγούδι και ο Ερωτόκριτος για παράδειγμα: «μα στο θεό σας- του’ ρχεται κανενός να ξεφωνίσει- τι αναλογίες έχουμε εμείς, αγγόνια φιλολογικά του  Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, φλέβας αρματολικής, πολεμάρχου του στίχου, μ΄Εγγλεζους και Σπανιόλους, που κρατάν από αιώνων γενιές, από ποιητικά αρχοντόσαγα, Θερβάντες και Σαίξπηρ!...Εκεί καταντήσαμε μ’ αυτόν τον κατήφορο, ν’ απαρνηθούμε τη δημοτική μας ποίηση και τον Ερωτόκριτο (εννοούμε τη ζωντανή του επιρροή και όχι την ανάλυσή του σε δοκίμια), να ξεχάσουμε το Βηλαρά και τους Επτανήσιους, την Αθηναϊκή σχολή μ’ έναν Παλαμά, δηλαδή όλη την ποιητική κληρονομιά μας, τις ριζιμιές πέτρες της ελληνικής ποίησης, για να κυνηγάμε ίσκιους άπιαστους στους σκοτεινούς δρυμούς και στις ομίχλες του βορρά, να οπτασιαζόμαστε μεσημεριάτικα Ρίλκε και Μιλόζ, Απολινέρ και Ουγκαρέτι, ακόμα και Γιαπωνοκινέζους, για να συμπληρωθεί αντάξια του αυτός, ο πύργος της Βαβέλ, το μνημείο της σύγχυσης και της χρεωκοπίας του πνεύματος… Όλα τους ενδιαφέρουν, όλα τα επικροτούν, φτάνει να’ χουν μέσα τους ασάφεια και διαστροφή, περιτέχνηση και παραλογισμό.  Οι εθνικές μας αρετές, η ελληνική προπαιδεία είναι κάτι που βιάζονται να τα λησμονήσουν, αφού δεν υπάρχει τρόπος να τα εξαφανίσουν, για να μην τους θυμίζουν πως αυτοί προέρχονται από ένα πρωτόγονο τάχα λαό με ανεπάρκεια λόγου και με υποτυπώδες ύφος».
Ο Γ.Κοτζιούλας  επαναλαμβάνει σε αρκετά σημεία του δοκιμίου του ότι είναι  εύλογο και αναγκαίο να επικοινωνούμε με τις ευρωπαϊκές παραδόσεις, μάλιστα δεν δυσκολεύεται να παραδεχθεί ότι στον τομέα της τεχνικής έχουμε πολλά να μάθουμε από τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους. Υπό μια όμως πολύ σημαντική προυπόθεση: «αυτές οι εξερευνήσεις πρέπει να γίνονται με απαρασάλευτο προσανατολισμό την ελληνική πραγματικότητα, στις γύρω μας ανάγκες και στις ατομικές μας δυνατότητες. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να θυσιάσουμε την ιθαγένεια και την ιδιοτυπία μας στο βωμό της μόδας, εν ονόματι του συγχρονισμού. Θα εκμεταλλευτούμε τους ξένους, αλλά δε θ΄απορροφηθούμε απ’ αυτούς. Έτσι έκαμαν ο Κοραής και ο Ψυχάρης, που πέρασαν όλη τη ζωή τους στο πιο λαμπρό κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού κι όμως διατήρησαν εκεί ατόφια την ελληνικότητά τους. Με το ίδιο πνεύμα  αγλάισαν τη λογοτεχνία μας –για ν’ αναφέρουμε δύο ακόμα παραδείγματα- ο βαθυσπούδαχτος Βιζυηνός κι ο πολυδιαβασμένος Παπαδιαμάντης. Μελέτησαν άραγε και φωτίστηκαν βαθύτερα  από κείνου οι φραγκότροποι λογοτέχνες  μας, οι ανερμάτιστοι κοσμοπολίτες;».
Ο Γ.Κοτζιούλας θα προβάλλει ως θετικά διεθνή πρότυπα, ποιητές με θητεία στην αριστερά, όπως ο Μαγιακόφσκι, ο Νερούντα, ο Λόρκα, ο Χικμέτ.
Συνοψίζοντας καταλήγει την πολεμική στην μοντέρνα ποίηση,  απαριθμώντας τα κυριότερα πορίσματά του για αυτήν: περιφρόνηση και κακοποίηση της γλώσσας, εξοβελισμός της ρίμας και του ρυθμού, κυριαρχία του παράλογου σε βάρος του έλλογου, η σπουδή   για διεθνή αναγνώριση τους απομακρύνει «ολοένα απ΄ την Ελλάδα και τον άνθρωπο» και τους ωθεί να κινούνται στο κενό, γελοιοποιούν την «ιερή μας παράδοση» αφού την  επικαλούνται «μέσα στα χωρίς εθνικότητα γραφόμενα τους», και τέλος με την διάλυση του ύφους δεν ξεχωρίζει ο ένας από τον, αφού απώλεσαν τα στοιχεία που συγκροτούν μια προσωπικότητα. Την ξενομανία της νεώτερης ποίησης, συμπληρώνει, οι αναγνώστες την έχουν απορρίψει, αλλά θα πρέπει να τους ακολουθήσουν οι κριτικοί οι «οποίοι θα πρέπει να δείξουν γνήσιοι κληρονόμοι της εθνικής μας παράδοσης».
Ο Κ.Τσάτσος στο πρώτο μέρος του διαλόγου για την ποίηση με τον Γ.Σεφέρη, με τον τίτλο «Πριν από το ξεκίνημα»  κατηγορεί με την σειρά του την μοντέρνα ποίηση ότι χαλαρώνει τον ειρμό, την λογική αλληλουχία,  στα έργα της μόλις διακρίνεται η σφραγίδα της ελληνικότητας, η αγάπη και η γνώση της γλώσσας αμβλύνεται, ενώ έχει αμφίβολη σχέση με το πνεύμα και την ζωή της ελληνικής κοινωνίας[15]. Το γεγονός μάλιστα ότι αρνούνται να οριοθετήσουν την σημασία της ελληνικότητας έχει αποτέλεσμα την σχετίκευσή της.
Οι αναλογίες, παρά την αντίθετη πολιτική τοποθέτηση, ανάμεσα στις απόψεις του Τσάτσου και του Κοτζιούλα για την νεώτερη ποίηση είναι προφανείς. Ο τελευταίος  ζώντας τις τραυματικές εμπειρίες του ελληνισμού της Ηπείρου, έχει διαμορφώσει μια αντίληψη γι αυτόν περισσότερο βιωματική, απροσκύνητη, υπερήφανη. Κατά κάποιον τρόπο οι σκέψεις του για την νεώτερη ποίηση, απαντούν αναδρομικά στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν πρόσφατά περί «εθνικισμού» του Σεφέρη. Βεβαίως είναι ανακριβής κι αυτός όταν τον κατηγορεί για κοσμοπολιτισμό.
Ο  Σεφέρης ομολογεί πως «γυρίσαμε από την Δύση πεινασμένοι».  Η πορεία του ήταν διπλή και εξισορροπητική, αφενός γνωριμία και κριτική πρόσληψη του δυτικού μοντερνισμού, αφετέρου εμβάθυνση στον ελληνισμό. Παρότι εγείρει τα αντανακλαστικά όσων σκέπτονται μονομερώς, δίχως τον διάλογο με τον μοντερνισμό, ο ελληνισμός  θα είχε τελματωθεί, ενώ η αποκλειστική, μιμητική κατεύθυνση προς την Δύση δίχως μέριμνα για τα ριζώματα του-μια μορφή διανοητικής οκνηρίας- θα τον είχε  αφομοιώσει και εξαφανίσει.  Ο Έλιοτ δίχως το δημοτικό τραγούδι, τον Ερωτόκριτο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη δεν μπορεί να σταθεί όρθιος στην συνείδήση του. Από αυτόν τον δρόμο  βαδίζοντας μας  έδειξε κάτι που σιωπηρά, αποδέχονται τίμιοι στοχαστές όπως ο Γ.Κοτζιούλας:  ο ελληνισμός για να έχει αξία στον σύγχρονο κόσμο, θα πρέπει να γεφυρώνει παράδοση και μοντερνισμό, εντοπιότητα και οικουμενικότητα, πέρα από την εθνική περιχαράκωση και τις δουλείες του κοσμοπολιτισμού, να αξιοποιεί γόνιμα τις παραδόσεις του, και να τις εκσυγχρονίζει, δίχως να τις εγκαταλείπει,  ώστε να είναι σε θέση όχι μόνο να λαμβάνει, αλλά και να δίνει στους άλλους πολιτισμούς .                                          









           


[1] Αθηνά Βογιατζόγλου,  Ποίηση και πολεμική; Μια βιογραφία του Γ.Κοτζιούλα, εκδόσεις Κίχλη Αθήνα 2015
[2] Γ.Κοτζιούλας, Θέατρο στα Βουνά-το θέατρο του αγώνα, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1980.
[3] Γ. Κοτζιούλας, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα- επιλογή από το έργο του, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια Σωτηρία Μελετίου, εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2016, σελ. 21.

[4] Ο Γ.Κοτζιούλας αξιώθηκε την αγάπη και την αναγνώριση τόσο από αρκετούς λόγιους όσο και από τους λιγότερο εγγράμματους. Ο ποιητής Χ.Λορέντζος μου παρέδωσε το έργο της Σοφίας Παπακώστα -Καλλινίκου ξαδέρφης του Γ.Κοτζιούλα , με τον τίτλο "Σκόρπια και Σύνορα"(Πρέβεζα 1986) που αναφέρει τις αναμνήσεις που είχε από  αυτόν και του αφιερώνει το ποίημα -με φανερές επιρροές από τα δημοτικά που ξεκινά: "Γιώργο δεν ήσαν γι άρματα-ούτε και για ντουφέκια-μον' ήσαν Γιώργο για γραφές-και για τρανές φυλλάδες.- Ήσουν ανήμπορο κορμί-και λίγο αρρωστημένο-κι όμως έζωσες τ άρματα-κρέμασες το ντουφέκι-και πήρες δίπλα τις πλαγιές- τα όμορφα Τζουμέρκα-μ' άλλους πολλούς αντάρτες...Βρήκες συντρόφους Θεσσαλούς-και Μακεδονομάχους-και πέρασες Γιωργάκη μου-στ' απέναντι Τζουμέρκα"(σελ.40.  Επίσης ποιήματα που αναφέρονται στον Γ.Κοτζιούλα περιέχονται στην ποιητική συλλογή της ίδιας "Τζουμέρκο ξεροβούνι"(Πρέβεζα 1984). Αναφορές στον Γ.Κοτζιούλα περιέχονται στο έργο του Μ.Λουντέμη "Ο κονταρομάχος-Κ.Βάρναλης"(Δωρικός 1977). Η Λιλίκα Νάκου  στο έργο της "Προσωπικότητες που γνώρισα" (Δωρικός 1982) αναφέρει ότι ο Ελβετός συγγραφέας Κ.Φ.Ραμύ ενθουσιάστηκε από την ποίηση του Γ.Κοτζιούλα που του μετάφρασε (σελ.173). Βεβαίως στο βιβλίο της Α.Βογιατζόγλου διαβάζουμε λεπτομέρειες για την βαθιά φιλική σχέση ανάμεσα στην Λιλίκα Νάκου και τον Γ.Κοτζιούλα, η οποία μετά το 1950 τον φιλοξενούσε για αρκετό διάστημα στο σπίτι της στην Εκάλη, ώστε να μπορεί να εργάζεται απερίσπαστος και να ξεφεύγει από μια πικρή ζωή που της έλειπαν τα στοιχειώδη.
[5] Δ.Τσάκωνα, Η γενιά του 30- τα πριν και τα μετά, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1989, σελ.469 και 472.
[6]  Γ.Κοτζιούλα, Όταν ήμουν με τον Άρη-αναμνήσεις και μαρτυρίες, σχόλια Β.Τζούκας, επίμετρο Μ.Μερακλής, φιλολογική επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου, εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2015, σελ. 106.
[7] Ό.π. σελ. 108 και σελ. 109.
[8]  Περιέχεται ως Επίμετρο  στο , Γ.Θεοτοκάς-Γ.Σεφέρης : Αλληλογραφία (1930-1966), εκδόσεις Ερμής,  Αθήνα 1981, σελ 189. Βεβαίως ο Τ.Παπατσώνης σύντομα θα αναθεωρήσει την αρνητική άποψη για τον Σεφέρη, θα συνδεθεί φιλικά μαζί του και θα συμμετάσχει  το 1961 στο τιμητικό αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια της "Στροφής" .
[9] ό.π. σελ. 189.
[10] Ό. π. σελ. 190.
[11] Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη- η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2003, σελ. 278.Στα πλαίσια αυτής της κριτικής γίνεται προσπάθεια να υποτιμηθεί  η γενιά του ' 30 και να δαιμονοποιηθούν τα πρόσωπα που αυτή δικαίωσε όπως ο Μακρυγιάννης και ο Θεόφιλος
[12]  Δημήτρης Δημηρούλης, Ο ποιητής ως έθνος- σπουδή για τον άλλον Σεφέρη, στο περιοδικό Ποίηση τεύχος 2- Φθινόπωρο 1993, σελ. 73.
[13] Ό. π. σελ.94.
[14]  Ο σημαίνον ρόλος του στενού πυρήνα της γενιάς του ‘ 30, προκάλεσε την αντίδραση άλλων με πιο σημαντική και πιο ηχηρή αυτή του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου. Το 1947, με αφορμή την απονομή του επάθλου Παλαμά  από κοινού στον . Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου με τον Γ.Σεφέρη, ο πρώτος θα επιτεθεί στον Α.Καραντώνη. Στην συνέχεια η διαμάχη θα επεκταθεί, θα πάρει θυελλώδεις διαστάσεις για να λάβουν μέρος και άλλοι διανοούμενοι  όπως ο Γ.Θεοτοκάς.
[15] Κ.Τσάτσος, Πριν από το ξεκίνημα , περιέχεται στο Γ.Σεφέρης-Κ.Τσάτσος, Ένα διάλογος για την ποίηση, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1975, σελ. 13.