Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ιωάννη Δασκαρόλη: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΤΑΓΜΑΤΑ- οι «πραιτωριανοί» της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ.696.




Ο Σ.Μάξιμος με το ομότιτλο βιβλίο του χαρακτήρισε ευφυώς τον ελληνικό μεσοπόλεμο «Κοινοβούλιο ή Δικτατορία». Πράγματι οι συχνές επεμβάσεις του ελληνικού στρατού θα λέγαμε ότι ήταν η παιδική ασθένεια της νεαρής ελληνικής δημοκρατίας.
Ο Ι.Δασκαρόλης έχει κάνει μια εις βάθος ερευνητική δουλειά και περιγράφει με ακρίβεια και κάθε λεπτομέρεια πως αυτοί οι μπαρουτοκαπνισμένοι βενιζελικοί στρατιωτικοί, που γυρνώντας πίσω μετά την καταστροφή της Μικρασίας, ανέτρεψαν και τιμώρησαν τους βασικούς υπαίτιους αυτής, στην συνέχεια  αυτονομήθηκαν πολιτικά και στρατιωτικά για να προωθήσουν τις δικές τους φιλοδοξίες.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό μόνο μια προσωπικότητα, ο Ε.Βενιζέλος,  είχε το κύρος να επιβληθεί. Όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί ο Α.Παπαναστασίου, ο Μιχαλακόπουλος, ο Καφαντάρης ενώ προσπάθησαν να διαχειριστούν τους στρατιωτικούς στο τέλος θα ηττηθούν από αυτούς με  αποτέλεσμα την δικτατορία Πάγκαλου.
Βέβαια ποτέ δεν σχημάτισαν μια ιδεολογία ή ένα συγκροτημένο πολιτικό ρεύμα και για αυτό δεν είχαμε στην χώρα μας φασιστικό ρεύμα , παρότι ο Κονδύλης και ο Πλαστήρας για κάποιο διάστημα υπήρξαν θαυμαστές του. Αν και  είχαν βενιζελική προέλευση, αυτή δεν θα τους εμποδίσει να έρθουν σε οξύτατη σύγκρουση μεταξύ τους. Πολλούς αυτούς όπως τον Ν.Ζέρβα, τον Ψαρρό, τον Τσιγάντε, τον Οθωναίο θα τους δούμε να πρωταγωνιστούν, κατά την τριπλή κατοχή, στις διάφορες οργανώσεις της εθνικής αντίστασης. Άλλοι όπως ο Α.Ταβουλάρης και ο Β.Ντερτιλής (πολιτικά φίλοι του Πάγκαλου και του Γονατά) θα επανδρώσουν τα «Τάγματα Ασφαλείας» στην Αθήνα και στην Χαλκίδα, όπου όμως σε ορισμένες περιπτώσεις θα παίξουν ένα διπλό ρόλο: συνεργάτες  των Γερμανών, σκληροί , ανελέητοι διώκτες της εθνικής αντίστασης  αλλά και πληροφοριοδότες σε ορισμένες των Άγγλων και της αντίστασης.
Η περιγραφή της διάλυσης των δημοκρατικών ταγμάτων , τον Σεπτέμβριο του 1926 είναι εντυπωσιακή. Μάχες μεταξύ στρατιωτικών μονάδων θα ξεσπάσουν στο κέντρο της Αθήνας , στην Β.Σοφίας, στην Κηφισίας, στην Ρηγίλλης, στα σύνορα με το Παγκράτι  με εκατοντάδες νεκρούς. Συγχρόνως θα ξεσπάσει στο κέντρο της Αθήνας λαϊκή εξέγερση – σε αυτή  το ΚΚΕ είχε κάποιο ρόλο- που θα πνιγεί στο αίμα. Στην συνέχεια οι Ζέρβας, Ντερτιλής, Κατσώτας, Σιγανός, Πετρόπουλος, Παπαδόπουλος θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν στην δικαιοσύνη. Αυτό θα είναι το τέλος των Δημοκρατικών ταγμάτων αλλά όχι και το τέλος των στρατιωτικών επεμβάσεων και πραξικοπημάτων.
Το έργο του Ι.Δασκαρόλη καλύπτει με επιστημονική επάρκεια ένα σοβαρό κενό και διαβάζεται  μέχρι το τέλος με αδιάπτωτο ενδιαφέρον.


Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Συλβαίν Γκουγκενέμ: Η δόξα των Ελλήνων- όσον αφορά ορισμένες πολιτιστικές συνεισφορές του Βυζαντίου στην Ρωμανική Ευρώπη (από τον 10ο αιώνα ως τις αρχές του 13ου αιώνα),μετ.Μενέλαος Παπαϊωάννου-φιλ.επιμέλεια Ε.Κεκροπούλου, εκδόσεις Ενάλιος ,Αθήνα ,Δεκέμβριος 2019,σελ. 526.





Ο συγγραφέας έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο Αριστοτέλης στο Μον Σαίν Μισέλ» στο οποίο τεκμηριωμένα παρουσιάζει την αφομοίωση του αρχαίου ελληνικού στοχασμού από τον μεσαιωνικό κόσμο της Δύσης. Όσα υποστήριξε προκάλεσαν αναταραχή και αντιδράσεις στην γαλλική ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία σε ένα βαθμό κυριαρχείται από ένα πνεύμα «πολιτικής ορθότητας» που στάθηκε αντίθετο απέναντι στην έκθεση των γεγονότων και της πραγματικότητας.
Με το νέο αυτό βιβλίο ο συγγραφέας επιστρέφει πιο αναλυτικός για να θυμίσει ότι οι Βυζαντινοί αντέγραφαν και έτσι διέσωσαν ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Το ίδιο έκαναν πολλά δυτικά μοναστήρια που όμως  είχαν προμηθευθεί αντίγραφα από το Βυζάντιο ή από στοχαστές που αναγκαστικά μετακινήθηκαν στην Δύση μετά την Άλωση της Πόλης. Τελικά «οι ευρωπαϊκές ελίτ ανακάλυψαν τους Έλληνες ιστορικούς, τους τραγικούς και τους άλλους ποιητές, η επιμονή των οποίων στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση υπήρξε  τεράστια. Στην διάρκεια του 14ου και του 15ου αιώνα, πολυάριθμοι Ιταλοί πήγαν στην Κωνσταντινούπολη για να μάθουν ελληνικά. Για εκείνους δεν υπήρχε καμμία διαφορά ανάμεσα στον ελληνισμό της αρχαιότητας και  στο Βυζάντιο. Η ανανέωση του θεάτρου τον 16ο και 17ο αιώνα προήλθε εν μέρει από την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων (χωρίς τον Ευριπίδη, ο Ρακίνας δεν θα μπορούσε να συνθέσει ορισμένα έργα του)»(σελ.32).
Ο Σ.Γκουγκενέμ μνημονεύει την σκέψη του Θεόδωρου Μετοχίτη για τα χαρακτηριστικά του Βυζαντίου «μετέχουμε του λαού και της γλώσσας των αρχαίων Ελλήνων και είμαστε οι διάδοχοί  των» (σελ.41) για να συμπεράνει ότι «αυτή η αυτοκρατορία, η οποία αποκλήθηκε «ανατολικορωμαϊκή» έγινε σταδιακά  μια αυτοκρατορία ελληνική»(σελ.42).Πράγματι η ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα του κράτους και της θρησκείας. Η βυζαντινή αυτοκρατορία «ήταν σαφώς, παρά την πολυεθνική της διάσταση, μια ελληνική αυτοκρατορία, ενώ και οι γείτονες της την θεωρούσαν έτσι, και της οποίας η ενότητα βασιζόταν στην ισχύ της εξουσίας, στην κυριαρχία που ασκούσε η Ορθοδοξία και στην χρήση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας»(σελ.73). Στα σχολεία διδασκόταν ο Όμηρος, ο Ησίοδος, οι τραγωδίες, ο Δημοσθένης, ο Αριστοτέλης, ο Ευκλείδης, ο Πτολεμαίος.
Ο συγγραφέας έχει μελετήσει σε βάθος και όλες τις πλευρές του βυζαντινού πολιτισμού ώστε η πληροφόρηση που μας παρέχει είναι πολύτιμη όχι μόνο για τον δυτικό αναγνώστη αλλά και τους Έλληνες που θεωρητικά θα πρέπει να είναι περισσότερο εξοικειωμένοι. Πολλοί χρήσιμοι στάθηκαν στην προσπάθεια πολλοί νεότεροι Έλληνες ιστορικοί όπως ο Σ.Βρυώνης, η Ε.Αρβελέρ, η Αντωνιάδου-Μπιμπίκου και ο Β.Τατάκης.
Σημαντική είναι η επισήμανση που διατυπώνει: στο Βυζάντιο τον 6ο αιώνα δημιουργείται το νοσοκομείο που καλείται να θεραπεύσει τον ασθενή, σε αντίθεση με την λατινική Ευρώπη που γνώριζε μόνο το άσυλο(σελ. 120).   
Ο Σ.Γ. μνημονεύει τον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη που μετάφρασε Μάξιμο Ομολογητή και Γρηγόριο Νύσσης , ενώ το σημαντικότερο έργο του «Περί φύσεων» είναι «μία σύνθεση νεοπλατωνικής και πατερικής έμπνευσης»(σελ.212).
Τελικά «το Βυζάντιο χρησίμευσε σαν ενδιάμεσος, σαν σταθμός, σαν γέφυρα – σύμφωνα με τις μεταφορικές εκφράσεις που επιλέγουν- ανάμεσα στην αρχαία κουλτούρα και στην μεσαιωνική Ευρώπη»( σελ. 386).


Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Νικόλαος Πανταζόπουλος: Ο Καποδίστριας και ο πολιτικοκοινωνικός πλουραλισμός της εποχής του (Α.Π.Θ., Επιστημονική Επετηρίδα της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, τόμος ΙΘ’, Αντιχάρισμα στον Ν.Ι.Πανταζόπουλο, τεύχοςΔ’, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 223-279)






Ο Νικόλαος Πανταζόπουλος καθηγητής της Νομικής του Α.Π.Θ. μας άφησε ένα πολύτιμο και σημαντικό έργο, το οποίο όμως πλέον είναι αρκετά δυσεύρετο. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξε πρόεδρος της Εταιρείας Κοινοτικών Μελετών «Κωνσταντίνος Καραβίδας». Όμως αν επιδιώκουμε να έχουμε τεκμηριωμένες και πειστικές απαντήσεις σε θέματα που άπτονται της ιστορίας του δικαίου, των θεσμών και του νέου ελληνισμού είναι απαραίτητο να καταφεύγουμε στο έργο του.
Το αναφερόμενο δοκίμιο απαντά σε πολλά από τα ερωτήματα που έθεσε ο πρόσφατος θόρυβος για τον Ι.Καποδίστρια. Δείχνει ότι στόχος του ήταν ο συνδυασμός του κοινοτισμού με τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Έθετε ως προϋπόθεση να περιοριστεί η κοινωνική δύναμη των προκρίτων ώστε η δημοκρατία να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο και να μην ξεπέσει σε «ένα πουκάμισο αδειανό».
Γράφει ο Ν.Πανταζόπουλος: « από την αρχή ακόμη του αγώνα ο Καποδίστριας είχε –σε ανύποπτο χρόνο- εκφραστεί υπέρ ενός συγκερασμού του διοικητικού συστήματος που θα επέτρεπε την διαμόρφωση ενός κυβερνητικού σχήματος με βάση την ελληνική ιστορική πραγματικότητα, χωρίς προσφυγές σε ξένα πρότυπα. Για την περιφερειακή διοίκηση συνιστούσε την διατήρηση του κοινοτικού συστήματος: «Τα παλαιά σχήματα έπρεπε να διαφυλαχθούν επιμελώς επί τω τέλει ωφελείας», σε τρόπο ώστε η Επανάσταση να δώσει στην συντηρητική Ευρώπη την εντύπωση ότι δεν διαπνέεται από επαναστατική νοοτροπία: «να εμφανίσουν εις τον πολιτικόν κόσμον (της Ευρώπης) τον τόπον μας με την εθνικήν του στολήν και χωρίς να δανεισθώμεν κανέν σχήμα των νεωτέρων (επαναστατικών θεωριών), αλλ’ ούτε την γλώσσαν των» διότι «οι νεωτερισμοί θέλουν κάμει περισσότερον κακόν παρά καλόν». Για την κεντρική διοίκηση πρότεινε συγκρότηση ολιγοπρόσωπης κυβερνήσεως, εκδηλώνοντας την προτίμησή του για τη συγκέντρωση της εξουσίας σε ένα πρόσωπο που θα προερχόταν από εκλογές που θα έπρεπε να γίνουν σύμφωνα με το πατροπαράδοτο αντιπροσωπευτικό σύστημα»(σελ.238).

Χρήστος Λούκος: Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ι.Καποδίστρια 1828-1931, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1988




Πρόκειται για την διδακτορική διατριβή του συγγραφέα. Όπως εξ αρχής επισημαίνει δεν θέλει να σταθεί στις διακηρύξεις των δρώντων αλλά να εντοπίσει πως στην πραγματικότητα αυτές λειτουργούν.
Έτσι στον πρόλογο μας προϊδεάζει για τις κατευθύνσεις του γράφοντας: «από την άλλη μεριά, θα ήταν εξίσου παραπλανητικό να σταθούμε στις φιλελεύθερες διακηρύξεις και τις προωθημένες θέσεις του Α.Πολυζωϊδη, του Α.Σούτσου ή του Θ.Φαρμακίδη, και να μη δούμε ότι πίσω απ’ αυτές καλύφθηκαν, πολλές φορές και οι αντιδράσεις των παραδοσιακών δυνάμεων στις εκσυγχρονιστικές προσπάθειες της κεντρικής εξουσίας»(σελ.140).
Στον επίλογο του έργου του o Χ.Λούκος συμπεραίνει: « η πορεία που ακολούθησε το ελληνικό κράτος μετά το 1831 φαίνεται να μην αναιρεί ορισμένες βασικές θέσεις της καποδιστριακής πολιτικής. Επί πλέον, όπως προκύπτει από την έρευνα των πηγών, ο Καποδίστριας ενδιαφέρθηκε ειλικρινά για την οικονομική και πολιτική χειραφέτηση των αγροτικών μαζών, σταθερά απέβλεψε στη συντριβή της δύναμης των προκρίτων και οπλαρχηγών, επιδίωξε συστηματικά τη σύναψη δανείου για την εξόφληση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της παραγωγής, ώστε να εξαλειφθεί το μόνιμο έλλειμα στον προϋπολογισμό ⸱ αναγκαίες προϋποθέσεις για ουσιαστική εξέλιξη, που η καθυστέρηση της εφαρμογής του βάρυνε αποφασιστικά στην μετέπειτα ιστορία της χώρας. Σ’ αυτά μπορεί να προστεθεί και το γεγονός, που ήδη επισημάνθηκε, ότι πολλοί από τους φανατικότερους αντιπάλους του Κυβερνήτη υποστήριξαν λίγα χρόνια μετά τη δολοφονία του θέσεις που δεν διέφεραν ουσιαστικά απ’ αυτές που τον κατηγορούσαν ότι υιοθέτησε»(σελ.393).
Ο Χ.Λούκος παραδέχεται, πως και αν δεν ήταν η μοναδική επιλογή «φαίνεται ότι δύσκολα θα μπορούσε να επιχειρηθεί η οργάνωση της χώρας, στην κατάσταση που την βρήκε ο Καποδίστριας, χωρίς την προσφυγή σε κάποια μορφή αυταρχικότητας»(σελ.393). Επίσης παρά την συντηρητική ιδεολογία και την αυταρχικότητα του «το πρόγραμμα του είχε σαφή στοιχεία πολιτικού εκσυγχονισμού»(σελ.396) , ώστε τελικά «ο Κυβερνήτης προσπάθησε να θέσει τις βάσεις ενός σύγχρονου κράτους. Με το συγκεντρωτικό σύστημα που επέβαλε περιόρισε ουσιαστικά την επιρροή των παραδοσιακών κοινωνικών δυνάμεων»(σελ.399). Η δολοφονία του Καποδίστρια σήμανε την νίκη των εκπροσώπων του τοπικισμού και του παραδοσιακού πνεύματος «που μπόρεσαν υπό το σύνθημα, και αργότερα υπό την προστασία, των φιλελεύθερων θεσμών να διατηρήσουν τον ηγετικό τους ρόλο»(σελ.400). Όπως ορθά τόνισε ο Π.Κονδύλης επρόκειτο για εκείνο τον κοινοβουλευτισμό «που όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δομών και νοοτροπιών».

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Σπύρος Κυριαζόπουλος: Ενώπιον της Τεχνικής, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1971



Ο Σ.Κυριαζόπουλος υπήρξε καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων μέχρι ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον Νοέμβριο του 1977 να του κόψει απότομα το νήμα της ζωής. Μαθητής του Κάρλ Γιάσπερς κληρονόμησε από αυτόν τον κριτικό λόγο έναντι της τεχνικής που έχει μια σπουδαιότητα ανεπηρέαστη από τον χρόνο που κύλισε. Τα τελευταία χρόνια που διαβάσαμε σημαντικά έργα για την Τεχνική (του Μ.Χάιντεγκερ, του Ζ.Ελλύλ, του Κ.Καστοριάδη, του Λ.Μάμφορντ) το έργο του Σ.Κυριαζόπουλου ανακαλύπτεται εκ νέου και τροφοδοτεί γόνιμα την σκέψη μας.
Στο έργο του "Ενώπιον της Τεχνικής" τίθονται οι φιλοσοφικές και μεταφυσικές προϋποθέσεις της Τεχνικής αλλά και το αίτημα για τον εξανθρωπισμό της.
Επισημαίνει για την καταγωγή και την προέλευσή της:" εάν δεν υπολογισθή ο πνευματικός παράγων εις την Τεχνικήν δεν κατανοείται ούτε η κατεύθυνσις ούτε η καταγωγή της...Υπό τους όρους αυτούς η Τεχνική εμφανίζεται ως κατάληξις της θρησκευτικής απιστίας του Ευρωπαίου, ο οποίος προσηλυτίσθη δια της βίας εις τον Χριστιανισμόν, χωρίς να έχη κατόπιν την δυνατότητα να επικοινωνήση αμέσως προς τον Θεόν, διότι δεν γνώριζε την λατινικήν γλώσσαν των μοναχών, με αποτέλεσμα να συνάψη επέκεινα των λατρευτικών του υποχρεώσεων μιαν πρωτοφανή δια την ιστορίαν λυτρωτικήν σχέσιν προς την αρχικώς δαιμονικήν και μετά την ισχυροποίησιν της πολιτικής αρχής ουδετέραν φυσικήν πραγματικότητα"(σελ.19).
Σύμφωνα με τον Σ.Κυριαζόπουλο με την Τεχνική ο άνθρωπος χάνει το πρόσωπο του (ταυτίζεται με το πράγμα γράφει σε άλλο σημείο) αλλά θα μπορούσε να το κερδίσει "δια της συνειδήσεως των όρων δια των οποίων αποδεσμεύεται των φυσικών του δυνατοτήτων.Η Τεχνική κατά συνέπειαν δημιουργεί το πρόβλημα της Τεχνικής το οποίον δεν θα λυθή τεχνικώς, εφ' όσον τεχνικώς προκύπτει"(σελ.21). Σε αυτό το σημείο ελλοχεύει η προσπάθεια να υποκατασταθεί ο Θεός με μια νέα νεότητα:" ό,τι έπραττεν άλλοτε ο Θεός, εμφανίζεται εις την εποχήν μας ως τεχνική δυνατότης"(σελ.23).
Στον δυτικό κόσμο η αγιότητα εκδιώκεται από την ζωή και η γνώση της φύσεως εμφανίζεται ως θρησκευτική αρετή ενώ στην ορθόδοξη ανατολή "η πίστης εκέρδισε το εσωτερικό της μέγεθος και συγκεκριμένως την μυστικήν της διάστασιν"(σελ.27). Η φύση μετατρέπεται σε αντικείμενο ώστε "έκτοτε η γνώσις εις την Ευρώπην δεν αποκαλύπτει την πραγματικότητα, αλλά συμπίπτει προς την δύναμιν, η οποία την θέτει τεχνικώς υπό τον ανθρώπινον έλεγχον"(σελ.29) ενώ "το τεχνικό πνεύμα δεν υπάρξε δια τούτον επακόλουθον, αλλ' ο ιστορικός όρος της επιστημονικής ερεύνης"(σελ.29).
Η τεχνική έχει προέλευση μεταφυσική: " αλλ' επειδή η φύσις του τεχνικού ανθρώπου έχει μεταφυσικόν χαρακτήρα, δι' αυτόν τον λόγον το τεχνικόν έργον δεν είναι απλή φύσις ,μια ορατή μορφή της ανάγκης, αλλά μια ενσάρκωσις της ελευθερίας"(σελ.61). Όμως με αυτόν τον τρόπο τίθεται η τραγικότητα του ανθρώπου: "η τραγικότης λοιπόν του σύγχρονου κόσμου προέρχεται εκ του γεγονότος, ότι ο άνθρωπος έναντι του έργου του γίνεται αντικείμενον" (σελ.62). Διότι "ομιλούμεν περί τραγικότητος, όπου η ελευθερία συγκρούεται προς την ελευθερίαν. Όταν η ανάγκη συντρίβη την ελευθερίαν, πρόκειται περί δράματος... Το πνεύμα της εποχής είναι τραγικόν, διότι η ασυνέπεια εντός των κόλπων της ελευθερίας δεν είναι διαλεκτική. Τεχνική, ασυνέπεια της ελευθερίας και συντριβή του ανθρώπου είναι διάφοροι εκφράσεις δια το αυτό γεγονός"(σελ.63).
Ο Σ.Κυριαζόπουλος προσδοκά τον εξανθρωπισμό της Τεχνικής. Αλλά την ριζικότερη λύση την εντοπίζει στην "πνευματική του ενότητα πρός το πρόσωπον του"(σελ.144) αλλά και να "εσωτερικευθή πάση θυσία ο προσωπικός τρόπος ζωής"(σελ.144). Σε αυτό το σημείο συναντάται με την φιλοσοφία αλλά και την θεολογία του προσώπου.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Ιωάννα Τσιβάκου: Συναίσθημα και ορθολογικότητα- η ελληνική εμπειρία, εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα 2019





Είναι ο ελληνικός λαός αποκλειστικά και έντονα συναισθηματικός; Η προτεραιότητα του συναισθηματικού κόσμου διαγράφει την σημασία της ορθολογικότητας; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα απαντά το βιβλίο της Ιωάννας Τσιβάκου.
Βεβαίως στις τελευταίες δεκαετίες οι συζητήσεις για την σημασία του ορθολογισμού και του συναισθήματος υπήρξαν εκτεταμένες και έντονες αφού ο ορθολογισμός συνδυάστηκε με τον εκσυγχρονισμό ενώ το συναίσθημα με την παράδοση ή τον ρομαντισμό. Συνεπώς ο ορθολογισμός δεν ερμηνεύεται ως γνωστική διαδικασία, ούτε ως συνεπής εφαρμογή της τυπικής λογικής. Αλλά ούτε πρόκειται για ορθολογισμό των αξιών. Πρόκειται για τον ορθολογισμό που επιλέγει σύμφωνα με τον Μ.Βέμπερ τα πιο πρόσφορα μέσα για να επιτύχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή για έναν ορθολογισμό, που έχει δεχθεί κριτική από πολλές πλευρές (όπως από την Σχολή της Φρανκφούρτης) και έχει καθιερωθεί να ονομάζεται «εργαλειακός».
Η εμπειρική πραγματικότητα συνδυάζει τον λόγο με το συναίσθημα, με «λογισμό και όνειρο» όπως έλεγε ο Δ.Σολωμός. Ίσως σε διαφορετική αναλογία αλλά είναι ανέφικτο να αναζητούμε ένα πρόσωπο που θα είναι αποκλειστικά συναισθηματικό ή αποκλειστικά λογικό. Η συναισθηματική επένδυση δίνει φτερά σε κάθε επιδίωξη αλλά η αποκλειστική θεμελίωση σε αυτή δεν επιτρέπει να αντιληφθούμε την πραγματικότητα και να χρησιμοποιήσουμε τα αναγκαία μέσα για επιτύχουμε τον επιθυμητό στόχο.
Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας όπου η σημασία της παραγωγής εκτοπίζεται από την σημασία της κατανάλωσης ο εργαλειακός ορθολογισμός και η ασκητική σημασία της εργασίας σταδιακά περιορίζεται από την σημασία συναισθημάτων όπως η ηδονή. Σε αυτό τον χώρο έχουν προηγηθεί οι μελέτες του Ντάνιελ Μπέλ για την μεταβιομηχανική κοινωνία και του Π.Κονδύλη για την παρακμή του αστικού πολιτισμού και την μετάβαση από την μοντέρνα στην μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία.
Η Ι.Τσιβάκου επισημαίνει ότι οφείλεται στο έργο του Ν.Διαμαντούρου η διάδοση του ερμηνευτικού σχήματος που διακρίνει την εξέλιξη του νεότερου ελληνισμού μέσα από την συχνά ασυμφιλίωτη διαμάχη ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό, ανάμεσα στον ανορθολογισμό, τον ρομαντισμό και τον διαφωτισμό και τον ορθολογισμό. Όμως σε τέτοιου είδους σχηματοποιήσεις που νοθεύουν την πραγματικότητα απαντά πειστικά και τεκμηριωμένα το ανά χείρας βιβλίο.
Γράφει η συγγραφέας « η διαφορά των προπολεμικών εκσυγχρονιστών από τους σύγχρονους είναι ότι οι πρώτοι πίστευαν στην πνευματική αναγέννηση της χώρας, γι’ αυτό πάλευαν για τον εκσυγχρονισμό της. Προσεταιρίστηκαν τα διαφωτιστικά ιδεώδη, τα ανέμιξαν όμως με εθνικά προτάγματα, προσκείμενα σε ρομαντικά ιδεώδη, αλλά και σε οργανικές (λόγω ταυτίσεως του έθνους με το λαό) συλλήψεις του έθνους, έμφορτες συναισθήματος, προκειμένου να αναδείξουν το πολιτισμικό νόημα που ένωνε παρελθόν με παρόν, αρχαίο και βυζαντινό πολιτισμό με τη διατηρούμενη ακόμη και επί των ημερών τους γνήσια λαϊκή τέχνη και παράδοση, επιβεβαιωτική της ελληνικής συνέχειας και μοναδικότητας. Αφήνω στην άκρη την ιδιαίτερη περίπτωση του Ίωνα Δραγούμη και αναφέρω, ενδεικτικά, τις διαμάχες για τον εκσυγχρονισμό της γλώσσας (το κίνημα του δημοτικισμού) όπου, πέραν των σοσιαλιστών, πρωτοστάτησαν άνθρωποι σαν τον Δελμούζο και τον Τριανταφυλλίδη, των οποίων οι απόψεις ήταν μίγμα εκσυγχρονιστικών ιδεών κι ενός βαθύτατου εθνικού συναισθήματος κινητοποιημένου από τους μακροχρόνιους αγώνες των Ελλήνων. Επίσης σημειώνω τις προσπάθειες που κατέβαλε η γενιά του τριάντα για την ανακάλυψη και εμπέδωση μιας νέας ελληνικότητας στηριγμένης στις διαφωτιστικές ιδέες αλλά και σε προσωπικότητες ικανές να τις συλλάβουν και να τις ενοφθαλμίσουν στα ναρκωμένα ελληνικά ιδεώδη. Όλοι οι ανήκοντες στη γενιά του ’30 συνδυάζουν το όραμά τους για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και της ελληνικής κοινωνίας με το πάθος τους για αναδιάπλαση μιας ελληνικότητας που θα ενδυνάμωνε την ιδιαιτερότητα της ελληνικής ψυχοσύνθεσης»(σελ.16,17).
Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση συνδυασμού παράδοσης και εκσυγχρονισμού, συναισθηματικού κόσμου και ορθολογισμού των μέσων υπήρξε ο Ε.Βενιζέλος αλλά και το ρεύμα που αυτός θεμελίωσε. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας που παρηγόρησε και κινητοποίησε τον ελληνισμό σε σκοτεινούς χρόνους και αποσκοπούσε στην εθνική του αποκατάσταση σε εδάφη που ζούσε ο ελληνικός πληθυσμός, τελεσφόρησε, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, χάρις στον εκσυγχρονισμό των θεσμών, του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, του στρατού ειδικότερα, την εκμετάλλευση κάθε ευνοϊκής διεθνής συγκυρίας από την σπουδαία προσωπικότητα του Ε.Βενιζέλου που ενσάρκωσε τον συνδυασμό της βούλησης, της ενόρασης, της ποίησης του συναισθήματος με την έλλογη ανάλυση του πραγματικού κόσμου.
Η Ι.Τσιβάκου θεωρεί ότι οι μονομέρειες της εργαλειακής ορθολογικότητας μπορούν να θεραπευθούν, όπως επισημαίνει «η παραδοχή της ισοσθένειας μετατρέπει τους μη ανθρώπινους τελεστές σε συνδημιουργούς του έργου, ακυρώνοντας έτσι την έννοια της εργαλειακής ορθολογικότητας»(σελ.128).
Στο ίδιο πνεύμα διαφωτιστικά επισημαίνει: «συνοψίζοντας στο πεδίο του εαυτού δεν διαγράφεται μια γραμμή ταλάντωσης μεταξύ ορθολογικότητας και συναισθήματος, καθώς και τα δύο λαμβάνουν χώρα στην ανθρώπινη συνείδηση, σ’ ένα νου εντός του οποίου ορθολογικότητα και συναίσθημα είναι στενότατα συνδεδεμένα. Η έλλογη σκέψη δεν μπορεί να προκληθεί χωρίς προηγουμένως να έχει διεγερθεί η συναισθηματική. Όπως θα έλεγαν οι σύγχρονοι βιοψυχολόγοι και γνωστικοί επιστήμονες, η συναισθηματική προδιάθεση του ατόμου σπεύδει, σχεδόν αυτόματα, να παρωθήσει σε μια ορθολογική απόφαση αντιδρώντας σε μηδενικό χρόνο, όσο χρειάζεται για να διατρεχθεί η απόσταση από την αμυγδαλή στον προμετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου»(σελ.160).
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον με βαρυσήμαντες σκέψεις είναι το έκτο κεφάλαιο με τίτλο : «ορθολογικότητα και συναίσθημα στο πεδίο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας». Εντοπίζει στα όρια του υπόδουλου και του παροικιακού ελληνισμού να αναπτύσσονται πολυσχιδείς εμπορικές και οικονομικές δραστηριότητας όπου συνυπάρχουν αστικές με κοινοτιστικές και συνεργατικές δραστηριότητες, που βέβαια προϋποθέτουν την ύπαρξη κάποιου ορθολογισμού των μέσων. Ενώ το ερώτημα της συνέχειας απαντάται με σαφή τρόπο: «χρειάστηκε η ωριμότητα της ηλικίας και ο αναστοχασμός πάνω στην ιστορία των εθνικών μας περιπετειών για να αντιληφθούμε πως οι Έλληνες είναι φορείς ενός πολιτισμού του οποίου ο πυρήνας παρά τις εμφανείς αλλοιώσεις του μοιάζει να διατήρησε στο πέρασμα των χρόνων κάποια από τα συστατικά του στοιχεία. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί η σύνθεση της εθνικής συλλογικής συνείδησης και ταυτότητας από ορισμένα επαναλαμβανόμενα γνωρίσματα του ελληνικού πολιτισμού, γνωρίσματα που συνέβαλαν στη συγκρότηση και συνέχεια της ιδέας του έθνους»(σελ.212,213).
Το τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο «Κατακλείδα: το τέλος της περιπλάνησης» ολοκληρώνεται με πολλά προσωπικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία: « Ήταν η αγάπη που σαν καντήλι ανεξάντλητο φώτιζε τα υπόγεια του νου μας, την απαρέγκλιτη πίστη στους σκοπούς μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Για όσους έτσι την ένοιωσαν, μπορεί να ειπωθεί πως το αισθητό βίωμα της διυποκειμενικής αυθεντικότητας πλήρωσε με αγαλλίαση την ύπαρξή τους»(σελ.310).

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Νίκος Παπαδάτος: Άκρως Απόρρητο-οι σχέσεις ΕΣΣΔ-ΚΚΕ/1944-1952, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2019.



Πρόκειται για μια ιστορική μελέτη που διαβάζεται απνευστί. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της είναι ότι στηρίζεται στην αξιοποίηση ενός μέρους του αρχείου της πρώην ΕΣΣΔ, όσο τουλάχιστον έχει αποχαρακτηριστεί και είναι προσβάσιμο στους ερευνητές(ίσως όμως  δεν περιλαμβάνεται το πιο κρίσιμο).
Νομίζω ότι ο αναγνώστης θα καταλήξει σε ορισμένα κρίσιμα συμπεράσματα:
- η παρακολούθηση της "μεγάλης σοβιετικής πατρίδας" μετέβαλε το ΚΚΕ σε όργανο σε κάποιο βαθμό της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ.
- η απουσία εσωτερικής δημοκρατικής ζωής μετέτρεπε κάθε εσωτερική διαφωνία, ή την επανεκτίμηση προηγούμενων αποφάσεων σε αληθινή τραγωδία ώστε μια σειρά στελεχών του θα καταδικαστούν ως πράκτορες του εχθρού ή ως τυχοδιώκτες ή ως "σοσιαλδημοκράτες"(κατηγορία και αυτή) ή ως "τροτσκιστές"(θανάσιμο παράπτωμα την εποχή του σταλινισμού). Έτσι ο Σιάντος, ο Καραγιώργης, ο Ιωαννίδης, ο Πλουμπίδης, ο Βαβούδης, ο Λευτέρης Αποστόλου (αδερφός της Ηλέκτρας), ο Άρης, ο Ζαχαριάδης τελικά θα καταδικαστούν με παρόμοιες κατηγορίες.
- Ο ιδιόρρυθμος μεσοπολεμικός εργατισμός του ΚΚΕ οδήγησε στην ηγεσία του κουρείς, μπαλωματήδες κλπ που μπορεί να είχαν μια θρησκευτική αφοσίωση σε αυτό αλλά δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα βάρη μιας ιδιαίτερα κρίσιμης εποχής, ούτε να λαμβάνουν τις κατάλληλες κάθε φορά αποφάσεις.
- Παρά το γεγονός ότι ο Ζαχαριάδης ακολουθούσε με ευλάβεια τις ιδεολογικές πρωτεραιότητες του σταλινισμού, παρέκλινε από αυτόν σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα, γεγονός που θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του στις εσωκομματικές συγκρούσεις:την α' επιστολή που καλούσε τον λαό να πολεμήσει τον ιταλικό φασισμό υπό την ηγεσία του Μεταξά, την θεωρία των δύο πόλων που τοποθετούσε την Ελλάδα ανεξάρτητη μεταξύ Ανατολής και Δύσης καθώς και η έμμεση συμφωνία για ελληνικές διεκδικήσεις στην Βόρειο Ηπειρο και στα Δωδεκάννησα-Κύπρο.
- οι εθνικές διαφορές δεν διαγράφηκαν κάτω από σοσιαλιστικό μανδύα, αλλά συνεχίστηκαν με νέα μορφή. Έτσι στο βιβλίο διαπιστώνουμε όχι μόνο την σύγκρουση Τίτο Στάλιν αλλά και Εμβέρ Χότζα-ΚΚΕ(ο Χότζα έλεγε ότι οι Έλληνες δεν είναι αρκετά σκληραγωγημένοι μαρξιστές). Πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλη η ηγεσία των Σλαυομακεδόνων χαρακτηρίστηκε από τον Ζαχαριάδη ως πράκτορες του Τίτο, ως "συμμορία" γεγονός που αποδεικνύει πόσο λανθασμένη ήταν η απόφαση της 5ης Ολομέλειας.
-Είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των πρωτοκλασσάτων μπολσεβίκων που διώχθηκαν ή εκτελέστηκαν από τον σταλινισμό. Ο συγγραφέας αναφέρει πολλούς: όπως ο Τ.Κοστόφ, ο Μπέλα Κούν, ο Χόρβιτς Μαξιμίλιαν που είχε επιβάλλει τον Ζαχαριάδη στην ηγεσία του ΚΚΕ.
- Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι η ΕΣΣΔ χρησιμοποίησε τον Δεκέμβρη του 44 ως διαπραγματευτικό όπλο στην Αγγλία για να αποσπάσει την Πολωνία. ενώ γενικότερα στην Ευρώπη δεν ήταν η επανάσταση αλλά η χρησιμοποίηση των ΚΚ "για να επιτευχθεί τουλάχιστον στρατιωτικά, η εσωτερική ειρήνευση και η οικονομική ανοικοδόμηση της ΕΣΣΔ"(σελ.69).
-Τους ίδιους σκοπούς απόσπασης ανταλλαγμάτων από την Δύση αποσκοπούσε η βοηθεία που παρείχαν στο ΚΚΕ κατά τον εμφύλιο η ΕΣΣΔ και οι υπόλοιπες ανατολικές χώρες.
- Στο διάστημα του πολέμου έγινε προσέγγιση με την εκκλησία. Σε σημείωμα των σοβιετικών του 1946 σημειώνεται ότι ο Δ.Παρτσαλίδης ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ ζήτησε να συναντηθεί με τον πατριάρχη Αλέξιο.
-εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή του Μάρκου προς την ηγεσία του ΚΚ τηςΕΣΣΔ όπου τα πολιτικά επιχειρήματα αναμειγνύονται με τις προσωπικέ πικρίες. Έτσι κατηγορείται ο Ζαχαριάδης για σχέσεις με την πρώην σύζυγό του, την οποία κατηγορεί για πράκτορα του εχθρού(σελ.256) ενώ εμφατικά γράφει ότι "δεν μπορεί να βρίσκεται στη διοίκηση ομοφυλόφιλος ηγέτης"(σελ.268).
- ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθούν οι απολογίες(ανακαταγραφές ονομάστηκαν) στελεχών όπως ο Ιωαννίδης σε κομματικές επιτροπές για όλη την κομματική τους διαδρομή (σελ. 486-512). Φοβισμένοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να ταπεινωθούν στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας μας, θυμίζουν σκηνές από την Ιερά Εξέταση και έργα του Ντοστογιέφσκι όσο και το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου.
- Όπου καταργείται η εσωτερική δημοκρατική ζωή, όπου καταργείται η συνταγματική νομιμότητα , τότε ακολουθεί ο ολοκληρωτισμός και τότε τα άτομα όσο και οι συλλογικότητες δεν έχουν κανένα δικαίωμα απέναντι σε ένα ανελέητο κράτος.