Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020
Μετάνθρωπος: Ζώντας σ' έναν ψηφιακό κόσμο:Δ.Γερούκαλης, Σ.Γουνελάς, Αθ.Μουστάκης, Δ.Μπεκριδάκης, Ι.Πλεξίδας, επιμέλεια Δημ.Κ.Γερούκαλης, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2018.
Η τεχνική λαμβάνει μια θέση καθοριστική στον σύγχρονο κόσμο. Από την εποχή του Μαρξ που έβλεπε την αντικατάσταση του ανεμόμυλου με την ατμομηχανή να προκαλεί συθέμελες κοινωνικές εξελίξεις, περάσαμε στην πιο σύνθετη αντιμετώπιση της στο έργο του Χάιντεγκερ, της Σχολής της Φρανκφούρτης, του Κ.Καστοριάδη, του Ζ.Ελλύλ. Ο Σ.Κυριαζόπουλος έδειξε την σύνδεση ανάμεσα στο δυτικό χριστιανισμό και την γέννηση του πνεύματος της τεχνικής.
Ν.Πουλαντζάς: Το εθνικό πρόβλημα της Ελλάδας και ο τουρκικός ιμπεριαλισμός
Ο Ν.Πουλαντζάς στο άρθρο του "Μπορεί να γίνει η ενότητα των δυνάμεων της αλλαγής", που δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ τον Φεβρουάριο του 1978 και συμπεριλήφθηκε στην συνέχεια στο τόμο "ΠΑΣΟΚ και εξουσία"(εκδόσεις Παρατηρητής,1980) αναφέρεται απερίφραστα στον τουρκικό κίνδυνο και επικρίνει την ΕΣΣΔ και το ΚΚΕ για την μη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Το εθνικό ζήτημα είναι ένα βασικό κριτήριο των αξιολογήσεων του.Είναι ενδιαφέρον ότι η διανόηση που σύνταξε τα ιδεολογήματα του εθνοαποδομισμού, προήλθε από τον ίδιο πολιτικό χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, απομακρύνθηκε δε από ότι υποστήριζε όχι μόνο ο Ν.Σβορώνος, ο Δ.Χατζής αλλά και ο Ν.Πουλαντζάς. Μετά την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων και την άνοδο της παγκοσμιοποίησης, η διανόηση αυτών των κατευθύνσεων πλάσσαρε όλα τα ιδεολογήματα της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή ότι τα έθνη είναι πρόσφατες κατασκευές που πρόκειται να αντικατασταθούν από την παγκόσμια διακυβέρνηση και φυσικά ως προς τα ελληνοτουρκικά και την εισβολή στην Κύπρο, ο βασικός κατηγορούμενος είναι ο ελληνικός εθνικισμός.
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020
Ο Φώτος Πολίτης για τον Καραγκιόζη
Ο Φ.Πολίτης στην σύντομη ζωή (1890-1934) άφησε την σφραγίδα του στην πνευματική μας ζωή, ιδιαίτερα στο θέατρο και στη κριτική θεάτρου. Η έντονη δραστηριότητα του προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις, μερικές από τις πιο αντιπροσωπευτικές μπορούμε να τις διαβάσουμε στο «Ελεύθερο Πνεύμα» του Γ.Θεοτοκά.
Ο Κ.Γεωργουσόπουλος επισημαίνει ότι ο Φ.Πολίτης ότι «έχει γράψει ένα αριστουργηματικό κείμενο που εξετάζει τον Καραγκιόζη από τη σκοπιά του ρυθμού, είναι ένα μοντέρνο στη σύλληψή του δοκίμιο που αναλύει τη νεοελληνική λαλιά. Πέρα από τη θεματολογία, πέρα από την τυπολογία της φιγούρας επέμενε στο καθαρό μουσικό στοιχείο, μέσα από το οποίο αποπειράται να συλλάβει τον παλμό της ράτσας. Ανακάλυψε δηλαδή ένα πυρηνικό, κυτταρικό χαρακτηριστικό, από το οποίο άντλησε θετικά συμπεράσματα για τη λαϊκή ιδιοσυγκρασία, όπως εκφράζεται μέσα από την πυκνή υποκριτική του καραγκιοζοπάικτη» (Κ.Γεωργουσόπουλος: Γ.Αποστολάκης-Φ.Πολίτης στο «Η κριτική στη νεότερη Ελλάδα, Ίδρυμα Σχολής Μωραϊτη, Αθήνα 1981, σελ.170,171).Γράφει ο Φ.Πολίτης: « το τραγούδι, που εισάγει στη σκηνή κάθε ήρωα του Καραγκιόζη, βγαίνει από τέτοιαν ανάγκη, κ’ είναι η συμμαζεμένη υποκριτική έκφραση σε απόλυτη πληρότητα. Το τραγούδι εκείνο είναι η ηθική μορφή του σκιερού ήρωος, έντονη και διαυγής. Προεισάγει στη δράση, όπως οι αρχαίοι πρόλογοι κ’ οι πρόλογοι πολλών δραματικών έργων των αρχών της Αναγεννήσεως. Ο καραγκιοζοπαίχτης αλλάζει το χρώμα της φωνής του, για να εκφράση τον ήρωά του. Το απλό, μουσικό σκιτσάρισμα έχει αναπτυχθή σε πλαστικό τραγούδι. Ολόκληρος ο Μπαρμπά-Γιώργος, ολόκληρος ο Χατζηαϊβάτης, ολόκληρος ο Βελή-Γκέκας υπάρχουν στο εισαγωγικό εκείνο τραγούδι τους, που τις πιο πολλές φορές δεν αναφέρεται σ’ αυτούς τους ίδιους και στα περιστατικά τους, αλλά είναι ανεξάρτητο εντελώς από τη δράση κι’ από τον ειδικό λόγο της εμφανίσεως των. Το τραγούδι αυτό, σ’ ένα θέατρο σκιών, είναι το απόσταγμα της υποκριτικής εκφράσεως του κάθε τύπου που προβάλλει.
Η υπόκριση είναι μια συνολική σύλληψη, μουσική και χορευτική. Ο κάθε ηθοποιός, σαν άτομο, θα ποικίλη τους ρόλους του με την ατομική του καλλιτεχνική προσφορά. Αλλά οι λεπτομέρειες του παιξίματος υποτάσσονται στο γενικόν εκείνο ρυθμό. Δεν έχει καμιά σημασία ποιους δρόμους παίρνει η τέχνη στο λαϊκό, και ποιους στο δραματικό θέατρο. Το πρώτο διασώζει, με τον τρόπο του, τον αγνό ρυθμό της τέχνης αυτής, που από μιαν άποψη πλησιάζει πολύ περισσότερο στην ανώτερη δραματική ποίηση – την αρχαια ελληνική- από τα άλλα, μεταγενέστερα θέατρα. Και στο αρχαίο θέατρο, η εντονώτερη συγκίνηση εδίνετο με καθαρό τραγοούδι, Όλη η υπόκριση εκορυφώνετο σ΄έκφραση απόλυτα μουσική. Το ξαναλέω: ο Καραγκιόζης δεν μας ενδιαφέρει σαν περιεχόμενο, αλλά σα ρυθμός. Έχει αποκρυσταλλώσει σε κατακάθαρες, απλές γραμμές την έννοια της υποκριτικής τέχνης, που η εποχή μας την εθόλωσε και την παρεξηγεί»(ό.π.σελ.171).
Χάρης Παπαχαράλαμπους: Στα μονοπάτια της σιγής-ο Heidegger και το Δίκαιο, προλογικό σημείωμα Στέφανος Ροζάνης, σελ. 305,εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα Ιούνιος 2020
Ένα από τα πιο βαθυστόχαστα φιλοσοφικά έργα που διάβασα το τελευταίο διάστημα είναι το ανά χείρας βιβλίο.
Ενώ ασχολείται συνολικά με το έργο και την προσωπικότητα του Μ. Χάιντεγκερ, επικεντρώνεται σε ένα τομέα την σχέση της φιλοσοφίας του με το Δίκαιο, ο οποίος ούτε έχει μελετηθεί μέχρι τώρα επαρκώς αλλά ούτε και οι σκέψεις του Γερμανού φιλόσοφου είναι ιδιαίτερα αποσαφηνισμένες. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται από ότι δεν υπήρξε ούτε συνταγματολόγος, ούτε πολιτειολόγος, όπως ο σύγχρονος του Κ.Σμίτ, αλλά στοχαστής και φιλόσοφος με την κλασσική σημασία του όρου. Βεβαίως οι σκέψεις του ενέχουν πολιτικά συμπεράσματα. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας «ο Heidegger δεν υπήρξε δεδηλωμένος πολιτικός φιλόσοφος, αν και οι οντολογικές του κατηγορίες διαθέτουν πολιτικές συνηχήσεις. Παρ’ όλη την εκ μέρους του απόρριψη της «πολιτικής επιστήμης» και την διαφορά του από καίριες θεματικές της (πολιτική σύνταξη, δημοσιότητα, νομιμοποίηση, κριτικό πνεύμα, αγωνιστικότητα κ.λ.π.), τούτες οι οντολογικές κατηγορίες δεν αποκλείουν μια πολιτική ανάγνωση του έργου του»(σελ.122).
Με γόνιμο και κριτικό εξετάζεται όχι μόνο ο στοχασμός του Χάιντεγκερ αλλά και όλο το εύρος της βιβλιογραφίας που δείχνει το εύρος των επιρροών του αλλά και των αντιδράσεων-θετικών και αρνητικών- που προκάλεσε.
Ο Χάιντεγκερ απέρριψε άλλους στοχαστές της γερμανικής συντηρητικής επανάστασης με φιλοσοφικά επιχειρήματα. Έτσι «οι πολιτικές υποστασιοποιήσεις τύπου Ernst Junger τίθενται υπό κριτική ως μεταφυσικές κατηγορίες, έστω και στο πλαίσιο της αναστοχασμένης φυσιοκρατίας του νιτσεϊκού μοντέλου. Ο Heidegger θα απορρίψει δηλαδή την έννοια της “Gestalt” του Junger ως νεωτερική-μεταφυσική υπόσταση, αφού αυτός επανάγεται με αυτήν στην καρτεσιανή ακρίβεια και στο ανθρώπινο υποκείμενο (πχ. τον «Εργάτη») ως ακίνητο θεμέλιο (“fundamentum inconcussum”) του Είναι)»(σελ.122). Η επίκριση που αναπτύσσει στον φιλελευθερισμό και στην τεχνική τον ο δηγεί στην απόρριψη επίσης του Κ.Σμίτ με επιχειρήματα ανάλογης θεμελίωσης.
Βέβαια «η φιλοσοφική αντίθεση του Heidegger στο ναζιστικό ρατσισμό ήταν κάθετη. Η βιομηχανική και συστηματική όψη του τον οδήγησε ακριβώς στη διάπλαση της κριτικής-καταγγελτικής έννοιας της πλαισιοθέτησης»(σελ.149). Επίσης τα περιβόητα «Μαύρα Τετράδια» του Χάντεγκερ «δεν είναι μονοσήμαντα αντισημιτικά ή φιλοναζιστικά. Ο ναζισμός απεικονίζεται συχνά ως οντική βαρβαρότητα και η εθνολαϊκιστική ιδεολογία αποδομείται, ενώ καταγγέλεται ο «μικροαστισμός» που υφέρπει στον ιστορικό εθνικοσοσιαλισμό»(σελ.161). Συγχρόνως σε αντίθεση με τον αρρωστημένο αντισλαβισμό της ναζιστικής ιδεολογίας ο Χάιντεγκερ εξυμνεί σε πολλές περιπτώσεις την Ρωσία(σελ.162). Αλλά «είναι αληθές ότι ο Heidegger γνώρισε πολιτικές περιπέτειες μετά την αποχώρησή του από το ναζιστικό κόμμα, γνώρισε πολιτικές διώξεις από ακαδημαϊκούς «συναδέλφους» του, όπως ο Ernst Krieck, την απόλυση του από το πανεπιστήμιο το 1944 και την αποστολή του για καταναγκαστική εργασία στο Ρήνο»(σελ.162).
Σύμφωνα με το συγγραφέα, σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο του έργου του και σε αυτή περιλαμβάνει και το «Είναι και Χρόνος», «το ύστερο έργο του, όμως είναι μια καταδίκη του ναζισμού, που αποκαλύπτεται ως διαστροφική αποθέωση της «humanitas”, που με την αισθητικοποίηση της πολιτικής κορυφώνει διεστραμμένα τη μοίρα της τέχνης ως εκδοχής της «τεχνικής» στη μορφή μιας ολοκληρωτικά περίκλειστης κοινότητας χωρίς περίκοσμο»(σελ.163).
Κατά παράδοξο τρόπο ο ύστερος Χάιντεγκερ συναντάται με τον ύστερο Κ.Σμίτ: « ο ύστερος Schmitt αφήνει να αναδυθούν σκέψεις που μαρτυρούν ορισμένη στωικιστική αποδέσμευση από την πολιτικο-θεολογικά σπαρασσόμενη εκκοσμίκευση. Έτσι θα συναντήσει τον ύστερο Heidegger και δη την ησυχαστική του κατάληξη με την Άφεση»(σελ.242).
Ο συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο και στον επίλογο συνοψίζει την αμφίσημη σχέση του Χάιντεγκερ με το Δίκαιο. Ίσως η απόφανση «το θετικό δίκαιο είναι λησμοσύνη» (σελ.249) περιγράφει στην πιο ολοκληρωμένη μορφή τα αδιέξοδα που κατέληξε η χαϊντεγκερινή ερμηνεία.
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020
" Ο Θεός είναι νεκρός-όλα επιτρέπονται". Οι οφειλές του Φ.Νίτσε και του Ζ.Π.Σάρτρ στον Φ.Ντοστογιέφσκη
Ο Θεός είναι νεκρός, η αλήθεια δεν υπάρχεια συνεπώς όλα επιτρέπονται; Με αφορμή την έκδοση του έργο υτου Paolo Stellino "Νίτσε και Ντοστογιέβσκη -στις παρυφές του μηδενισμού" (μετ.Γ.Ι.Μπαμπασάκη, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 6.2020) και του έργου του Ζ.Π.Σάρτρ "Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, μετάφραση Αντώνη Χατζημωυσή, εκδόσεις Δώμα , Αθήνα 2020) μας δόθηκε η ευκαιρία να ξανασκεφτούμε πάνω σε ορισμένα θεμελιώδη, αγαπημένα κείμενα.
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020
Roderick Beaton: ΕΛΛΑΔΑ- βιογραφία ενός σύγχρονου έθνους, μετάφραση Μενέλαος Αστερίου, σελ. 574,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2020
Ο Άγγλος ελληνιστής επιχειρεί να
μας παρουσιάσει την ιστορία του ελληνικού κράτους. Ένα τέτοιο εγχείρημα για να
χωρέσει στα πλαίσια ενός βιβλίου, αναγκαστικά θα πρέπει να παραλείψει ένα μέρος
των γεγονότων, των ερμηνειών ή των πνευματικών συγκρούσεων με αποτέλεσμα να
κινδυνεύσει να αποσιωπήσει ,σε αρκετές περιπτώσεις, τα ουσιώδη και κρίσιμα.
Ο Roderick Beaton φαίνεται από μια πρώτη ανάγνωση να γέρνει προς την
μεταμοντέρνα ερμηνεία, που στανικά προσπαθούν τις τελευταίες δεκαετίες να μας επιβάλλουν,
ότι το ελληνικό κράτος δημιουργεί το ελληνικό έθνος, ενώ πριν από αυτό δεν
υπήρχαν παρά ελληνόφωνοι κάτοικοι. Όμως τελικά , όπως προκύπτει από το ίδιο το
έργο και την συνέντευξη που έδωσε με την ευκαιρία της έκδοσης στο περιοδικό
«Φρέαρ» δεν συμμερίζεται κάτι τέτοιο.
Η προβληματική πλευρά του έργου
προέρχεται από το ότι στηρίχτηκε σε ένα
μέρος της ελληνικής βιβλιογραφίας και παρέλειψε ένα σημαντικό μέρος αυτής που
απαρτίζεται από τον Ν.Σβορώνο, τον Ν.Πανταζόπουλο, τον Κ.Καραβίδα, τον Δ.Χατζή,
Γ.Δερτιλή, τον Γ.Κοντογιώργη, τον Γ.Καραμπελιά. Αν η προσέγγιση βιβλιογραφικά
ήταν πιο σύνθετη ανάλογο θα ήταν και το αποτέλεσμα που θα είχαμε.
Στην εισαγωγή του, ο R.Beaton, ξεκαθαρίζει ότι υπάρχει το
σύγχρονο έθνος του Διαφωτισμού που προϋποθέτει
το κράτος, τους διοικητικούς μηχανισμούς του και την κυριαρχία σε μια
προσδιορισμένη εδαφικά περιοχή. Όμως εκτός από αυτή την αντίληψη υπάρχει αυτή
που θεωρεί ότι οι κοινότητες με εθνικές
παραμέτρους προϋπήρχαν του εθνικού κράτους. Για να συμπληρώσει: «η ελληνική
γλώσσα έχει μια συνεχή καταγραμμένη ιστορία στη γεωγραφική περιοχή της
σημερινής Ελλάδας για πάνω από 3.000 χρόνια. Δεν είναι λοιπόν από κάθε άποψη
και η ιστορία του ελληνικού έθνους εξίσου παλιά; Και οι δύο αντιλήψεις είναι
έγκυρες. Όμως η ιστορία την οποία αφηγούμαι σε αυτό το βιβλίο είναι η ιστορία
της Ελλάδας ως σύγχρονου έθνους»[1].
Στην συνέντευξη του στον
Κ.Λερούνη, στο περιοδικό «Φρέαρ» εξομολογείται ότι το επόμενο βιβλίο του
«επιγράφεται The Greeks:
A Global History και
ξεκινάει από τη Γραμμική Β’ και τους Μυκηναίους»[2]
, ενώ επισημαίνει «ο Ηρόδοτος μας κληροδότησε όχι μόνο αυτό το «ομόθρησκο» και
το «ομόγλωσσο» που λέτε, αλλά το Ασία και Ευρώπη και κάτι που είναι εξίσου
σημαντικό, το Έλληνες και Βάρβαροι. Ο όρος «Έλληνες» ως εθνώνυμο σπανίζει στην
ελληνική γλώσσα πριν τους Περσικούς Πολέμους και αυτό είναι κάτι το
συναρπαστικό. Βγαίνει μέσα από την πυρά των Περσικών Πολέμων κατά τους οποίους
διαμορφώνεται η συνειδητοποίηση των Ελλήνων, όλων των πόλεων-κρατών, ότι έχουν
κάτι κοινό, το οποίο συνίσταται στο ότι είναι Έλληνας. Διαμορφώνεται από εκείνη
την περίοδο η ελληνική ταυτότητα, το Ελληνικόν του Ηροδότου. Παραμένει ωστόσο
προβληματική αυτή η σύλληψη, διότι ίσως να πρόκειται για δικό του εφεύρημα. Δεν
ξέρουμε! Δεν νομίζω ότι το Ελληνικόν, ως ουσιαστικό υπάρχει πριν τον Ηρόδοτο»[3].
Με αφορμή τον Γ.Σεφέρη συμπεραίνει πως «παρά το γεγονός ότι δεν συμφωνούν
πολλοί ξένοι βυζαντινολόγοι, βρίσκω απόλυτα δικαιολογημένη την αντίληψη ότι το
Βυζάντιο ανήκει στο ευρύτερο φάσμα του ελληνισμού, ενώ από την άλλη ο
ελληνισμός ανήκει και αυτός, με τη σειρά του, στο ευρύτερο φάσμα του Βυζαντίου,
όπως τον εκλαμβάνουν οι ιστορικοί. Από τον 7ο μέχρι τον 13ο
αιώνα ο ελληνισμός προσλαμβάνει τη φυσιογνωμία του Βυζαντίου και βέβαια οι
Βυζαντινοί κράτησαν τις αποστάσεις τους από το όνομα Έλληνες, διότι σήμαινε
τους μη-χριστιανούς. Είναι γνωστό φυσικά ότι-σχεδόν χωρίς εξαίρεση και μέχρι
τον 13ο αι.- οι Βυζαντινοί χαρακτηρίζονταν ως Ρωμαίοι. Όμως επιμένω,
το ζήτημα είναι σε ποια γλώσσα επιμένουν να αυτοχαρακτηρίζονται ως Ρωμαίοι. Στα
Ελληνικά!»[4].
Η ελλιπής βιβλιογραφία εντοπίζεται ιδιαίτερα στο
κεφάλαιο « Η Ανατολή συναντά την Δύση (1718-1797) όπου εξετάζεται συγκριτικά ο
ελληνικός και ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός. Έτσι αν είχε μελετηθεί το έργο του
Π.Κονδύλη θα είχε παραλειφθεί η σκέψη «ακόμη και σήμερα, ενώ υπάρχουν
εξαιρετικές μελέτες για τον ελληνικό Διαφωτισμό και για τα έργα Δυτικοευρωπαίων
περιηγητών και ιδεαλιστών της ίδια περιόδου, κανείς δεν σκέφτηκε ακόμη να
μελετήσει εκ παραλλήλου αυτές τις δύο ομάδες έργων, που εξακολουθούν να
θεωρούνταν θεμελιακά διαφορετικές»[5].
Όπως και οι κρίσεις που κάνει στο ίδιο κεφάλαιο για τις ελληνικές κοινότητες θα
είχαν παραλείψει την λανθασμένη θεμελίωση, ή και θα ήταν άρτιες αν είχαν
χρησιμοποιήσει το πραγματολογικό υλικό που είναι ιδιαίτερα πλούσιο και την
θεωρητική σκέψη του Σβορώνου, του Πανταζόπουλου, του Καραβίδα.
Απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό οι
περιγραφές των καταστάσεων που έζησε ο τουρκοκρατούμενος ελληνισμός, που συχνά
κατέληγαν σε επαναστάσεις και στις απειράριθμες σφαγές του. Είναι αρκετά σπάνιο
να διαβάσουμε τα γεγονότα που εκθέτουν την τουρκική βαναυσότητα. Ακόμη και οι
αναφορές στον Α.Κοραή, παραλείπουν τις διαμαρτυρίες για όσα έχει υποστεί το
ελληνικό έθνος κατά τα δίσεκτα χρόνια της σκλαβιάς του. Με αυτό τον τρόπο επαναλαμβάνει τα λανθασμένα
συμπεράσματα κάποιων Ελλήνων ιστορικών που αποδίδουν την ελληνική επανάσταση σε
λόγους όπως ότι οικογένειες και κοινότητες «οι οποίες για δυο και πάνω γενιές
είχαν συνηθίσει στη συνεχώς αυξανόμενη ευμάρεια γνώρισαν ανατροπή της
κατάστασης τους»[6].Η
αιφνίδια λοιπόν ανατροπή της οικονομικής κατάστασης των Ελλήνων τους οδήγησε να
βάλουν το κεφάλι τους στο ντορβά!
Στα επόμενα κεφάλαια επιχειρείται να εξισορροπηθούν όσα έπραξαν οι
εξεγερμένοι με όσα έπραξαν μεθοδικά και συστηματικά οι κατακτητές από την Χίο,
την Ψαρά, το Μεσολόγγι ως την Πόλη. Έτσι έσφαζαν οι Τούρκοι, αλλά έσφαζαν και
οι Έλληνες. Γράφει «όλες οι πλευρές (και υπήρχαν πολλές σε διαφορετικά μέρη και
σε διαφορετικούς χρόνους) προσέφευγαν στην πιο ακραία βία»[7]
ή ότι οι Έλληνες διέπραξαν εθνοκάθαρση την οποία ο Ιμπραήμ με τις σφαγές του
ήθελε να αναιρέσει[8].Όμως οι
ωμότητες που διέπραξαν οι κατακτητές σε
όλη την διάρκεια της Επανάστασης –όπως και στους προεπαναστατικούς χρόνους- δεν
μπορεί να συγκριθεί με ότι έπραξε ο ανοργάνωτος και άτακτος επαναστατημένος
ελληνικός λαός. Άλλωστε ήταν αυτές οι βαρβαρότητες που σε συνδυασμό με την
νοσταλγία για τον αρχαϊκό ελληνισμό που τροφοδότησαν τον φιλελληνισμό.
Εντελώς λανθασμένο είναι το σχήμα
εκσυγχρονιστές-παραδοσιοκράτες που άλλωστε το προμηθεύθηκε από την πιο
προβληματική πλευρά της ελληνικής ιστοριογραφίας: «από τη μια πλευρά είναι οι
απόγονοι των εκσυγχρονιστών της δεκαετίας του 1820: πολιτικοί , υποστηρικτές
του συγκεντρωτικού κράτους, πραγματιστές και υπέρμαχοι της ενοποίησης του
έθνους. Από την άλλη είναι οι παραδοσιοκράτες που νοσταλγούν την απόλυτη
ελευθερία την οποία εγκωμιάζουν τα κλεφτικα τραγούδια και τις σύντομες στιγμές της
ένδοξης αυτάρκειας την οποία είχαν
μερικοί οπλαρχηγοί στη διάρκεια της Ελληνικές Επανάστασης»[9].
Όμως αυτούς που θεωρεί ως εκσυγχρονιστές ήταν αυτοί που πολέμησαν ανελέητα την προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχρονο
συγκεντρωτικό κράτος από τον Ι.Καποδίστρια και έφτασαν να κάψουν τον ελληνικό
στόλο και να συνωμοτήσουν εναντίον του μέχρι την εξόντωσή του. Ήταν δε οι ίδιοι
οι «εκσυγχρονιστές» που μετέτρεψαν τον κοινοβουλευτισμό σε κανάλι διοχέτευσης
των πιο φαύλων συμφερόντων αλλά και της ξένης επιρροής.
Ορθά ερμηνεύει τα κίνητρα του
Φαλλμεράυερ , ενώ συμπεραίνει ότι «η άποψη του είναι αναπόδεικτη και σε κάθε
περίπτωση δεν έχει καμιά σημασία, αφού σήμερα κανείς δε θεωρεί ότι η φυλή
καθορίζει τον πολιτισμό»[10].
Οι επόμενες δεκαετίες που διένυσε
ο ελληνισμός και το ελληνικό κράτος περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο και με αδρά
χρώματα. Φυσικά λόγω του περιορισμένου μεγέθους του σε σχέση με την τεράστια
ιστορική ύλη είναι εύλογο να είναι όχι μόνο συνοπτικός, αλλά συχνά και
επιγραμματικός ώστε να διασώζονται τουλάχιστον τα πιο ουσιώδη. Κάποια απόσταση
που έχει ούτως ή άλλως από την ελληνική κοινωνία δεν τον εμποδίζει να γράψει
ορισμένα γεγονότα που η μεταπολιτευτική βιβλιογραφία συνήθως παραλείπει όπως
ότι ο Μεταξάς πράγματι καθιέρωσε το οκτάωρο και ενίσχυσε την κοινωνική ασφάλιση
που πριν ήταν σε εμβρυακή μορφή. Αντίθετα είναι εξαιρετικά περιορισμένη η
αναφορά στα γεγονότα που συνέβησαν στο εξόριστο στη Μέση Ανατολή εκστρατευτικό
σώμα κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Λανθασμένη είναι η αναφορά ότι στη Ρόδο
«είχε και έχει ακόμη μια σημαντική τουρκική μειονότητα»[11].
Για τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου σημειώνει ,με την νοοτροπία του
Άγγλου πατριώτη, «και οι δύο δικάστηκαν με την προσήκουσα διαδικασία»[12].
Βεβαίως καμία αναφορά δεν γίνεται στις σοβαρές αντιρρήσεις του Γ.Σεφέρη στη
Συμφωνία της Ζυρίχης-Λονδίνου. Φτάνοντας στα πιο σύγχρονα γεγονότα γίνεται
περισσότερο υποκειμενικός και λιγότερο αποστασιοποιημένος, ώστε εξιδανικεύει
την διακυβέρνηση του Κ.Σημίτη και την αποσυνδέει με ότι επακολούθησε, ενώ η
θετική αξιολόγηση του σχεδίου Ανάν βέβαια δεν λαμβάνει υπόψην την κριτική που
διατυπώθηκε και οδήγησε στην απόρριψη
του από τον κυπριακό ελληνισμό.
Τελικά ο R.Beaton είναι ένας ικανός ελληνιστής που
μας έχει δώσει ενδιαφέροντα έργα. Οι αδυναμίες της «βιογραφίας ενός σύγχρονου
έθνους» προέρχονται κυρίως από την ελληνική βιβλιογραφία που στηρίχτηκε και
στην παράλειψη πολλών σημαντικών έργων που θα τον οδηγούσαν, σε πολλά σημεία,
σε άλλα συμπεράσματα.
[1] Roderick Beaton: ΕΛΛΑΔΑ- βιογραφία
ενός σύγχρονου έθνους, μετάφραση Μενέλαος Αστερίου, σελ. 574,εκδόσεις Πατάκη,
Αθήνα 2020, σελ. 26.
[2] Περ.
«Φρέαρ», Ιούλιος 2020, τεύχος 27-28, σελ.21.
[3]
Ό.π.σελ.22.
[4]
Σελ.25,26.
[5] Roderick Beaton: ΕΛΛΑΔΑ- βιογραφία ενός σύγχρονου
έθνους, μετάφραση Μενέλαος Αστερίου, σελ. 574,εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ.
63.
[6]
Ό.π.σελ.112.
[7]
Ό.π.σελ.113.
[8]
Ό.π.σελ.145.
[9]
Ό.π.σελ.132.
[10]
Ό.π.σελ.180.
[11]
Ό.π.σελ.396.
[12]
Ό.π.σελ.405.








