Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020
Ν.Μαραντζίδης: μιά σκέψη που εναποθέτει την Ελλάδα στην μεγαθυμία του Ερντογάν
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020
Μετάνθρωπος: Ζώντας σ' έναν ψηφιακό κόσμο:Δ.Γερούκαλης, Σ.Γουνελάς, Αθ.Μουστάκης, Δ.Μπεκριδάκης, Ι.Πλεξίδας, επιμέλεια Δημ.Κ.Γερούκαλης, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2018.
Η τεχνική λαμβάνει μια θέση καθοριστική στον σύγχρονο κόσμο. Από την εποχή του Μαρξ που έβλεπε την αντικατάσταση του ανεμόμυλου με την ατμομηχανή να προκαλεί συθέμελες κοινωνικές εξελίξεις, περάσαμε στην πιο σύνθετη αντιμετώπιση της στο έργο του Χάιντεγκερ, της Σχολής της Φρανκφούρτης, του Κ.Καστοριάδη, του Ζ.Ελλύλ. Ο Σ.Κυριαζόπουλος έδειξε την σύνδεση ανάμεσα στο δυτικό χριστιανισμό και την γέννηση του πνεύματος της τεχνικής.
Ν.Πουλαντζάς: Το εθνικό πρόβλημα της Ελλάδας και ο τουρκικός ιμπεριαλισμός
Ο Ν.Πουλαντζάς στο άρθρο του "Μπορεί να γίνει η ενότητα των δυνάμεων της αλλαγής", που δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ τον Φεβρουάριο του 1978 και συμπεριλήφθηκε στην συνέχεια στο τόμο "ΠΑΣΟΚ και εξουσία"(εκδόσεις Παρατηρητής,1980) αναφέρεται απερίφραστα στον τουρκικό κίνδυνο και επικρίνει την ΕΣΣΔ και το ΚΚΕ για την μη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Το εθνικό ζήτημα είναι ένα βασικό κριτήριο των αξιολογήσεων του.Είναι ενδιαφέρον ότι η διανόηση που σύνταξε τα ιδεολογήματα του εθνοαποδομισμού, προήλθε από τον ίδιο πολιτικό χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, απομακρύνθηκε δε από ότι υποστήριζε όχι μόνο ο Ν.Σβορώνος, ο Δ.Χατζής αλλά και ο Ν.Πουλαντζάς. Μετά την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων και την άνοδο της παγκοσμιοποίησης, η διανόηση αυτών των κατευθύνσεων πλάσσαρε όλα τα ιδεολογήματα της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή ότι τα έθνη είναι πρόσφατες κατασκευές που πρόκειται να αντικατασταθούν από την παγκόσμια διακυβέρνηση και φυσικά ως προς τα ελληνοτουρκικά και την εισβολή στην Κύπρο, ο βασικός κατηγορούμενος είναι ο ελληνικός εθνικισμός.
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020
Ο Φώτος Πολίτης για τον Καραγκιόζη
Ο Φ.Πολίτης στην σύντομη ζωή (1890-1934) άφησε την σφραγίδα του στην πνευματική μας ζωή, ιδιαίτερα στο θέατρο και στη κριτική θεάτρου. Η έντονη δραστηριότητα του προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις, μερικές από τις πιο αντιπροσωπευτικές μπορούμε να τις διαβάσουμε στο «Ελεύθερο Πνεύμα» του Γ.Θεοτοκά.
Ο Κ.Γεωργουσόπουλος επισημαίνει ότι ο Φ.Πολίτης ότι «έχει γράψει ένα αριστουργηματικό κείμενο που εξετάζει τον Καραγκιόζη από τη σκοπιά του ρυθμού, είναι ένα μοντέρνο στη σύλληψή του δοκίμιο που αναλύει τη νεοελληνική λαλιά. Πέρα από τη θεματολογία, πέρα από την τυπολογία της φιγούρας επέμενε στο καθαρό μουσικό στοιχείο, μέσα από το οποίο αποπειράται να συλλάβει τον παλμό της ράτσας. Ανακάλυψε δηλαδή ένα πυρηνικό, κυτταρικό χαρακτηριστικό, από το οποίο άντλησε θετικά συμπεράσματα για τη λαϊκή ιδιοσυγκρασία, όπως εκφράζεται μέσα από την πυκνή υποκριτική του καραγκιοζοπάικτη» (Κ.Γεωργουσόπουλος: Γ.Αποστολάκης-Φ.Πολίτης στο «Η κριτική στη νεότερη Ελλάδα, Ίδρυμα Σχολής Μωραϊτη, Αθήνα 1981, σελ.170,171).Γράφει ο Φ.Πολίτης: « το τραγούδι, που εισάγει στη σκηνή κάθε ήρωα του Καραγκιόζη, βγαίνει από τέτοιαν ανάγκη, κ’ είναι η συμμαζεμένη υποκριτική έκφραση σε απόλυτη πληρότητα. Το τραγούδι εκείνο είναι η ηθική μορφή του σκιερού ήρωος, έντονη και διαυγής. Προεισάγει στη δράση, όπως οι αρχαίοι πρόλογοι κ’ οι πρόλογοι πολλών δραματικών έργων των αρχών της Αναγεννήσεως. Ο καραγκιοζοπαίχτης αλλάζει το χρώμα της φωνής του, για να εκφράση τον ήρωά του. Το απλό, μουσικό σκιτσάρισμα έχει αναπτυχθή σε πλαστικό τραγούδι. Ολόκληρος ο Μπαρμπά-Γιώργος, ολόκληρος ο Χατζηαϊβάτης, ολόκληρος ο Βελή-Γκέκας υπάρχουν στο εισαγωγικό εκείνο τραγούδι τους, που τις πιο πολλές φορές δεν αναφέρεται σ’ αυτούς τους ίδιους και στα περιστατικά τους, αλλά είναι ανεξάρτητο εντελώς από τη δράση κι’ από τον ειδικό λόγο της εμφανίσεως των. Το τραγούδι αυτό, σ’ ένα θέατρο σκιών, είναι το απόσταγμα της υποκριτικής εκφράσεως του κάθε τύπου που προβάλλει.
Η υπόκριση είναι μια συνολική σύλληψη, μουσική και χορευτική. Ο κάθε ηθοποιός, σαν άτομο, θα ποικίλη τους ρόλους του με την ατομική του καλλιτεχνική προσφορά. Αλλά οι λεπτομέρειες του παιξίματος υποτάσσονται στο γενικόν εκείνο ρυθμό. Δεν έχει καμιά σημασία ποιους δρόμους παίρνει η τέχνη στο λαϊκό, και ποιους στο δραματικό θέατρο. Το πρώτο διασώζει, με τον τρόπο του, τον αγνό ρυθμό της τέχνης αυτής, που από μιαν άποψη πλησιάζει πολύ περισσότερο στην ανώτερη δραματική ποίηση – την αρχαια ελληνική- από τα άλλα, μεταγενέστερα θέατρα. Και στο αρχαίο θέατρο, η εντονώτερη συγκίνηση εδίνετο με καθαρό τραγοούδι, Όλη η υπόκριση εκορυφώνετο σ΄έκφραση απόλυτα μουσική. Το ξαναλέω: ο Καραγκιόζης δεν μας ενδιαφέρει σαν περιεχόμενο, αλλά σα ρυθμός. Έχει αποκρυσταλλώσει σε κατακάθαρες, απλές γραμμές την έννοια της υποκριτικής τέχνης, που η εποχή μας την εθόλωσε και την παρεξηγεί»(ό.π.σελ.171).
Χάρης Παπαχαράλαμπους: Στα μονοπάτια της σιγής-ο Heidegger και το Δίκαιο, προλογικό σημείωμα Στέφανος Ροζάνης, σελ. 305,εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα Ιούνιος 2020
Ένα από τα πιο βαθυστόχαστα φιλοσοφικά έργα που διάβασα το τελευταίο διάστημα είναι το ανά χείρας βιβλίο.
Ενώ ασχολείται συνολικά με το έργο και την προσωπικότητα του Μ. Χάιντεγκερ, επικεντρώνεται σε ένα τομέα την σχέση της φιλοσοφίας του με το Δίκαιο, ο οποίος ούτε έχει μελετηθεί μέχρι τώρα επαρκώς αλλά ούτε και οι σκέψεις του Γερμανού φιλόσοφου είναι ιδιαίτερα αποσαφηνισμένες. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται από ότι δεν υπήρξε ούτε συνταγματολόγος, ούτε πολιτειολόγος, όπως ο σύγχρονος του Κ.Σμίτ, αλλά στοχαστής και φιλόσοφος με την κλασσική σημασία του όρου. Βεβαίως οι σκέψεις του ενέχουν πολιτικά συμπεράσματα. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας «ο Heidegger δεν υπήρξε δεδηλωμένος πολιτικός φιλόσοφος, αν και οι οντολογικές του κατηγορίες διαθέτουν πολιτικές συνηχήσεις. Παρ’ όλη την εκ μέρους του απόρριψη της «πολιτικής επιστήμης» και την διαφορά του από καίριες θεματικές της (πολιτική σύνταξη, δημοσιότητα, νομιμοποίηση, κριτικό πνεύμα, αγωνιστικότητα κ.λ.π.), τούτες οι οντολογικές κατηγορίες δεν αποκλείουν μια πολιτική ανάγνωση του έργου του»(σελ.122).
Με γόνιμο και κριτικό εξετάζεται όχι μόνο ο στοχασμός του Χάιντεγκερ αλλά και όλο το εύρος της βιβλιογραφίας που δείχνει το εύρος των επιρροών του αλλά και των αντιδράσεων-θετικών και αρνητικών- που προκάλεσε.
Ο Χάιντεγκερ απέρριψε άλλους στοχαστές της γερμανικής συντηρητικής επανάστασης με φιλοσοφικά επιχειρήματα. Έτσι «οι πολιτικές υποστασιοποιήσεις τύπου Ernst Junger τίθενται υπό κριτική ως μεταφυσικές κατηγορίες, έστω και στο πλαίσιο της αναστοχασμένης φυσιοκρατίας του νιτσεϊκού μοντέλου. Ο Heidegger θα απορρίψει δηλαδή την έννοια της “Gestalt” του Junger ως νεωτερική-μεταφυσική υπόσταση, αφού αυτός επανάγεται με αυτήν στην καρτεσιανή ακρίβεια και στο ανθρώπινο υποκείμενο (πχ. τον «Εργάτη») ως ακίνητο θεμέλιο (“fundamentum inconcussum”) του Είναι)»(σελ.122). Η επίκριση που αναπτύσσει στον φιλελευθερισμό και στην τεχνική τον ο δηγεί στην απόρριψη επίσης του Κ.Σμίτ με επιχειρήματα ανάλογης θεμελίωσης.
Βέβαια «η φιλοσοφική αντίθεση του Heidegger στο ναζιστικό ρατσισμό ήταν κάθετη. Η βιομηχανική και συστηματική όψη του τον οδήγησε ακριβώς στη διάπλαση της κριτικής-καταγγελτικής έννοιας της πλαισιοθέτησης»(σελ.149). Επίσης τα περιβόητα «Μαύρα Τετράδια» του Χάντεγκερ «δεν είναι μονοσήμαντα αντισημιτικά ή φιλοναζιστικά. Ο ναζισμός απεικονίζεται συχνά ως οντική βαρβαρότητα και η εθνολαϊκιστική ιδεολογία αποδομείται, ενώ καταγγέλεται ο «μικροαστισμός» που υφέρπει στον ιστορικό εθνικοσοσιαλισμό»(σελ.161). Συγχρόνως σε αντίθεση με τον αρρωστημένο αντισλαβισμό της ναζιστικής ιδεολογίας ο Χάιντεγκερ εξυμνεί σε πολλές περιπτώσεις την Ρωσία(σελ.162). Αλλά «είναι αληθές ότι ο Heidegger γνώρισε πολιτικές περιπέτειες μετά την αποχώρησή του από το ναζιστικό κόμμα, γνώρισε πολιτικές διώξεις από ακαδημαϊκούς «συναδέλφους» του, όπως ο Ernst Krieck, την απόλυση του από το πανεπιστήμιο το 1944 και την αποστολή του για καταναγκαστική εργασία στο Ρήνο»(σελ.162).
Σύμφωνα με το συγγραφέα, σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο του έργου του και σε αυτή περιλαμβάνει και το «Είναι και Χρόνος», «το ύστερο έργο του, όμως είναι μια καταδίκη του ναζισμού, που αποκαλύπτεται ως διαστροφική αποθέωση της «humanitas”, που με την αισθητικοποίηση της πολιτικής κορυφώνει διεστραμμένα τη μοίρα της τέχνης ως εκδοχής της «τεχνικής» στη μορφή μιας ολοκληρωτικά περίκλειστης κοινότητας χωρίς περίκοσμο»(σελ.163).
Κατά παράδοξο τρόπο ο ύστερος Χάιντεγκερ συναντάται με τον ύστερο Κ.Σμίτ: « ο ύστερος Schmitt αφήνει να αναδυθούν σκέψεις που μαρτυρούν ορισμένη στωικιστική αποδέσμευση από την πολιτικο-θεολογικά σπαρασσόμενη εκκοσμίκευση. Έτσι θα συναντήσει τον ύστερο Heidegger και δη την ησυχαστική του κατάληξη με την Άφεση»(σελ.242).
Ο συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο και στον επίλογο συνοψίζει την αμφίσημη σχέση του Χάιντεγκερ με το Δίκαιο. Ίσως η απόφανση «το θετικό δίκαιο είναι λησμοσύνη» (σελ.249) περιγράφει στην πιο ολοκληρωμένη μορφή τα αδιέξοδα που κατέληξε η χαϊντεγκερινή ερμηνεία.
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020
" Ο Θεός είναι νεκρός-όλα επιτρέπονται". Οι οφειλές του Φ.Νίτσε και του Ζ.Π.Σάρτρ στον Φ.Ντοστογιέφσκη
Ο Θεός είναι νεκρός, η αλήθεια δεν υπάρχεια συνεπώς όλα επιτρέπονται; Με αφορμή την έκδοση του έργο υτου Paolo Stellino "Νίτσε και Ντοστογιέβσκη -στις παρυφές του μηδενισμού" (μετ.Γ.Ι.Μπαμπασάκη, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 6.2020) και του έργου του Ζ.Π.Σάρτρ "Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, μετάφραση Αντώνη Χατζημωυσή, εκδόσεις Δώμα , Αθήνα 2020) μας δόθηκε η ευκαιρία να ξανασκεφτούμε πάνω σε ορισμένα θεμελιώδη, αγαπημένα κείμενα.







