Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Ο Ι.Δραγούμης γράφει για την εξέλιξη της σκέψης του, το ξεπέρασμα του εθνικισμού, και την υιοθέτηση του σοσιαλισμού και του ανθρωπισμού

 



Στο Ημερολόγιο του, ο Ι .Δραγούμης στις 6 Απρίλη 1919 σημειώνει:
"Μια περίοδο της ζωής μου εθνικιστική, (από τα 1902 ως τα 1914 απάνω κάτω). Έπειτα έβαλα μια petition de principe στο νασιοναλισμό μολονότι ενεργούσα σύμφωνά του. Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ. Δόξα στην εξορία μου και στην καταναγκαστική αδράνεια. Και σ' αυτό πρέπει να βάλω une petition de principe. Στην πρώτη περίοδο επίδραση του Nietsche και Barres. Στη δεύτερη Τολστόι, Rousseau, Κροπότκιν, Gide. Στην πρώτη περίοδο Μακεδονική ενέργεια. Στη δεύτερη Ρώσικη επανάσταση και κοινωνική επανάσταση παντού. Στη Μακεδονική ενέργεια έλαβα μέρος, στην κοινωνική επανάσταση όχι ακόμα. Ο Barres στο νασιοναλισμό που έπλασε δεν έκαμε άλλο παρά να δώσει συνείδηση σ' ένα αίσθημα βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχή, στον πατριωτισμό. Ο Κροπότκιν και Μπακούνιν δεν κάνουν άλλο παρά να δίνουν συνείδηση (τη συνείδηση που αυτοί οι ίδιοι έλαβαν) ενός άλλου βαθιού αισθήματος, της αλληλοβοήθειας μεταξύ στους ανθρώπους. Ούτε ο πρώτος ούτε ο δεύτερος εδημιούργησαν τίποτε, μόνο έλαβαν και έδωσαν συνείδηση. Ο πατριωτισμός και η αλληλοβοήθεια υπάρχουν πάντα, με στενότερα ή πλατύτερα όρια (χωριό, πολιτεία, κράτος, έθνος, κοινότητα, αδελφάτα, συνεταιρισμοί, συνασπισμοί) και σύμφωνά τους ενεργούσαν και ενεργούν οι άνθρωποι. Οι νασιοναλιστές και οι αναρχικοί και σοσιαλιστές μόνο τα εφώτισαν, έκαμαν φωτεινή και μονομερή προβολή ενός αισθήματος όπως και οι ατομικιστές φώτισαν το άλλο αίσθμα τον εγωισμό (με αρχή την αυτοσυντηρησία).
Ι.Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου Στ' (1918-1920), εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1987, Επιμέλεια Θ.Σωτηρόπουλος, σελ.73.
14 Μάρτη 1919
"Διαβάζω με πάθος την "Humanite" από την αρχή ως το τέλος. Γιατί τέτοιο ενδιαφέρον; Γιατί ξεσκεπάζει όλα τα ψέματα των ιμπεριαλιστών του καπιταλισμού (κεφαλαιοκρατίας), των επισήμων ανθρώπων, και βλέπω την "αλήθεια" δηλαδή τα ελατήρια αυτών όλων, όπως και τα ελατήρια των σοσιαλιστών που και αυτοί είναι εγωιστές σαν τους άλλους, μα θέλουν τη δημιουργία μιάς νέας κοινωνίας, μιας νέας τάξης πραγμάτων όπου περισσότεροι να βγαίνουν ωφελημένοι στη γενική κοινωνική οικονομία" (ό.π. σελ. 54).

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Χρίστος Δάλκος: Ενδοσυγκριτικά, 1o τεύχος, εξαμηνιαία έκδοση





 Βαθύς γνώστης της ελληνικής γλώσσας στην διαχρονική της εξέλιξη, ο Χρήστος Δάλκος, μας δείχνει γιατί η εμμονή στην γλωσσική μορφή (βουνό ή όρος, κλίνον ή κράββατον, ιχθύς ή οψάριον) δεν είναι "για μας τύπος αλλά ουσία βαθύτατη, η αναδίφηση της οποίας μας φέρνει αντιμέτωπους με την βαθύτατη ουσία όχι απλως του Έλληνα αλλά του ανθρώπου".

Ο Χρήστος Δάλκος επισημαίνει "από την δημοτική ως την καθαρεύουσα, απ' τον Παπαδιαμάντη ως τον Σολωμό, απ' τον Ερωτόκριτο ως τον Πτωχοπρόδρομο, απ' το Βυζάντιο ως την Βίβλο, από την ελληνιστική κοινή ως τους αττικούς, απ' το δημοτικό τραγούδι ως τον Όμηρο, κι απο 'κει ως την Γραμμική Β', τους Μυκηναίους, τους Μινωίτες, τους Κυκλαδίτες, κι ακόμα πιο πέρα, ακόμα πιο βαθιά μέσα στον χρόνο, να το πνευματικό ταξίδι για το οποίο μας καλούν οι καιροί, και το οποίο μόνο εμείς μπορούμε να πραγματοποιήσουμε, εμείς που μας έλαχε τέτοιο καράβι τρελοβάπαρο, τέτοια γεναιόδωρη, πλουσιοπάροχη αλλά και απαιτητική συνάμα παρακαταθήκη πνεύματος".

Η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου για τον Ίωνα Δραγούμη


 


Η συγγραφέας στο βιβλίο της "Οι φόβοι ενός αιώνα"(εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2005), στο Στ' κεφάλαιο με τον τίτλο "Ο φόβος της Δύσης και η αναζήτηση μιας θεωρίας του εθνικισμού ως αντίδοτου"(σελ.163) αναφέρεται στον στοχασμό του Ι.Δραγούμη.
Σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο, που διακρίνεται από την σε βάθος γνώση των ρευμάτων που προσδιόρισαν τον νέο ελληνισμό, το κεφάλαιο αυτό χαρακτηρίζεται από την προεπιστημονική απόφαση να χαρακτηρίσει τον Ι.Δραγούμη ως εθνικιστή με καταλυτική επίδραση από τον Γάλλο Μπαρές. Ο ισχυρισμός αυτός όμως αποσιωπά την εξέλιξη που είχε η δραγουμική σκέψη, η αποστασιοποίηση του από τον Μπαρές και η προσέγγιση του προς τον ανθρωπισμό και την σοσιαλδημοκρατία. Για να δώσει μάλιστα υπόσταση στον ισχυρισμό της δεν λαμβάνει υπόψην πολλά έργα του Δραγούμη ιδιαίτερα δε τα Ημερολογία του και την "Πολιτική Επιθεώρηση" όπου συνεργάστηκε με τους σοσιαλδημοκράτες φίλους του Α.Παπαναστασίου. Ακόμη περισσότερο χρησιμοποιεί ως θέσφατο τις απόψεις του δημοσιογράφου Π.Ωρολογά , που είχε καταδικαστεί για δοσιλογισμό με τους Γερμανούς αμέσως μετά την απελευθέρωση-, ενώ αν και γνωρίζει τις θετικές σκέψεις του Ν.Γιαννιού, του Γ.Κορδάτου, του Γ.Θεοτοκά αυτές δεν βάρυναν διόλου στο συμπέρασμά της. Όπως δεν βάρυναν οι επιθέσεις του εθνικοσοσιαλιστή πανεπιστημιακού Δ.Βεζανή στον Ι.Δραγούμη στο αφιέρωμα του περιοδικού "Ελληνική Δημιουργία".

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Ι.Δραγούμης: Σύμπραξη των βαλκανικών κρατών, συντριβή του Τούρκου κατακτητή


 


Για τον Δραγούμη ο ελληνισμός δεν μπορεί να έχει ιδανικό την στρατοκρατία, αλλά τον πολιτισμό. Ο στρατός είναι αναγκαίος για την υπεράσπισή της ελευθερίας του:
"Επειδή η ελληνική φυλή δεν είναι κατακτητική ούτε απολύτως στρατιωτική -στρατιωτικάς προσπαθείας καταβάλλει εκάστοτε τόσος μόνον, όσοι αρκούν δια την αυτοσυντηρησίαν της και την πόλιτικήν της αποκατάστασιν -δεν δύναται επομένως ή δεν έχει ανάγκην να επικρατήση ποσοτικώς εις τον κόσμον, πρέπει να αναδειχθή ποιοτικώς εις τον κόσμον, πρέπει να αναδειχθή ποιοτικώς. Ποιοτικώς δε αποδεικνύεται ένα έθνος με τον πολιτισμόν του"(Ι.Δραγούμη, Όσοι ζωντανοί, εκδόσεις Πέλλα,σελ.148) .
Αν δεν καταστεί εφικτό η ισοπολιτεία των εθνών μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία (όπως πράγματι έγινε) θα πρέπει να συνεργαστούν τα βαλκανικά κράτη με το ελληνικό με σκοπό την συντριβή του Τούρκου κατακτητή.
"Για την τελειότερη σύμπραξη των χριστιανικών τουλάχιστον εθνών μέσα στην Τουρκιά χρειάζεται να συμπράξουν με καιρό και τα μικρά γειτονικά κράτη, η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο μα για να γίνη αυτό πρέπει να έχη στρατό η Ελλάδα αξιόμαχο. Να που παρουσιάζεται η ανάγκη να υπάρχη το κρατίδιο, και μόνο αυτό χρειάζεται και τίποτε άλλο. Ο αξιόμαχος στρατός είναι απαραίτητος και για τα δύο ιδανικά, μπορεί να χρησιμέψει και για να επιβάλλει στην Τουρκιά, σε μια περίσταση την ισοπολιτεία και το σεβασμό της εθνικής αυθυπαρξίας των Ρωμιών και για να διαλύσει το τουρκικό κράτος, αν γίνει φανερό πως οι Τούρκοι εξακολουθούν το χαβά τους πασκίζοντας με κάθε είδος κατατρεγμό να κατασυντρίψουν την ελληνική ζωή μέσα στο κράτος τους. Και ο στρατός αυτός, σε όποια από τις δυό αυτές περιστάσες, θα συνταιριάσει τις ενέργεις του με τους στρατούς των άλλων τριών κρατών" (ό. π. σελ. 113,114)

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Ρόζα Λούξεμπουργκ: η κριτική στον λενινιστικό συγκεντρωτισμό

 

               


                   




Το 1904 η Ρ.Λούξεμπουργκ δημοσίευσε δύο άρθρα με τον τίτλο "Λενινισμός ή μαρξισμός" ως απάντηση στο έργο του Λένιν "Τι να κάνουμε". Η σημασία της έγκειται στο γεγονός ότι επισημαίνει τα βασικά χαρακτηριστικά της πορείας που θα οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό. Πλέον η εργατική τάξη ως πολιτικό σύνολο αντικαθίσταται από τους επαγγελματίες επαναστάτες, ενώ στην ίδια την εργατική τάξη εισάγεται η επαναστατική ιδεολογία από έξω, από αστούς διανοούμενους. Οι επισημάνσεις της ενέπνευσαν και αξιοποιήθηκαν από άλλους σημαντικούς στοχαστές όπως η Χάνα Άρεντ και ο Κώστας Παπαϊωάννου. Το άρθρο της Ρ.Λ. περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Χέλμουτ Γκρούμπερ "Επανάσταση στην Ευρώπη (1917-1923)" (Εκδόσεις Κομμούνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1985).

Πρώτα-πρώτα η Ρ.Λ. επισημαίνει ότι η θέση του Λένιν ότι η κεντρική επιτροπή του κόμματος θα πρέπει να έχει το προνόμιο να καθορίζει όλες τις τοπικές επιτροπές του κόμματος θα έχει σαν αποτέλεσμα η «κεντρική επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει, όπως τη βολεύει, τη σύνθεση των ανώτατων κομματικών οργάνων, όπως επίσης και του συνεδρίου του κόμματος. Η κεντρική επιτροπή θα είναι το μοναδικό σκεπτόμενο σώμα του κόμματος. Όλες οι άλλες ομαδοποιήσεις θα είναι τα εκτελεστικά της μέλη…»[1]. Συμπεραίνει μάλιστα ότι ο «σοσιαλδημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν μπορεί να στηρίζεται στην αυτόματη μηχανική υποταγή και την τυφλή υπακοή των μελών του κόμματος στο ηγετικό του κέντρο»[2].     Πρόκειται για προτεραιότητες εντελώς διαφορετικές από αυτές της λενινιστικής οργάνωσης όπου «1. Η τυφλή υποταγή, ως την παραμικρή λεπτομέρεια, όλων των κομματικών οργάνων, στο κομματικό κέντρο, που μόνο αυτό σκέφτεται, καθοδηγεί και αποφασίζει για όλα 2. Τον αυστηρό διαχωρισμό του οργανωμένου πυρήνα των επαναστατών από τον κοινωνικό-επαναστατικό τους περίγυρο…»[3].

Ο Λένιν προβάλλει την πειθαρχία και το μεγάλο σχολείο της, το καπιταλιστικό εργοστάσιο. Κάποιοι  διανοούμενοι θεωρεί ότι «χρειάζονται εκπαίδευση στα ζητήματα της οργάνωσης και της πειθαρχίας» ενώ «εξυμνεί την παιδαγωγική επίδραση του εργοστασίου, που λέει, εξοικειώνει το προλεταριάτο με την «πειθαρχία και την οργάνωση»(σελ.147). Λέγοντας όλα αυτά ο Λένιν φαίνεται να αποδεικνύει πάλι ότι η αντίληψη του για την σοσιαλιστική οργάνωση είναι αρκετά μηχανιστική. Την πειθαρχία που ο Λένιν έχει στο μυαλό του εμφυτεύει στην εργατική τάξη όχι μόνο το εργοστάσιο αλλά και η στρατιωτική και η υπάρχουσα κρατική γραφειοκρατία- ολόκληρος ο μηχανισμός του συγκεντρωτικού αστικού κράτους»[4].

Η Ρ.Λ. αποσαφηνίζει ότι ο «υπερσυγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το στείρο πνεύμα του επιστάτη. Δεν είναι ένα θετικό και δημιουργικό πνεύμα. Ο Λένιν δεν ενδιαφέρεται τόσο να κάνει πιο καρποφόρα τη δραστηριότητα του κόμματος, όσο να ελέγξει το κόμμα – να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει μάλλον πάρα να το ενώσει…»[5]. Σύμφωνα με τον Λένιν οι «διανοούμενοι παραμένουν ατομιστές και τείνουν στον αναρχισμό ακόμα και αφού προσχωρήσουν στο σοσιαλιστικό κίνημα»[6] για αυτό αποστρέφονται την απόλυτη εξουσία της κεντρικής επιτροπής, ενώ «ο αυθεντικός προλετάριος βρίσκει με τη λογική του ταξικού του ενστίκτου ένα είδος ηδυπαθούς απόλαυσης στο να εγκαταλείπει τον εαυτό του στη λαβίδα της στιβαρής ηγεσίας και της ανηλεούς πειθαρχίας»[7].

                Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ορθά επισημαίνει ότι ο δυτικός διανοούμενος που προβάλει την «λατρεία του Εγώ» δεν εκπροσωπεί γενικά την αστική διανόηση, αλλά και πολλοί Ρώσοι διανοούμενοι όπως οι ναροντικιστές καλούσαν την ρωσική διανόηση «να χαθεί μέσα στην αγροτική μάζα». Αντίθετα «αν δεχτούμε την άποψη που διεκδικεί για δική του ο Λένιν και φοβόμαστε την επιρροή των διανοούμενων στο προλεταριακό κίνημα, τότε δεν μπορούμε να φαντασθούμε μεγαλύτερο κίνδυνο για το ρωσικό κόμμα από το οργανωτικό πλάνο του Λένιν. Τίποτα δεν θα υποδουλώσει πιο σίγουρα το νεαρό εργατικό κίνημα σε μια διανοούμενη ελίτ διψασμένη για εξουσία, απ’ αυτόν το γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θ’ ακινητοποιήσει το κίνημα και θα το μετατρέψει σ’ ένα ρομπότ χειραγωγούμενο από μια κεντρική επιτροπή»[8]. Τελικά «τα λάθη που γίνονται από ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα είναι απείρως πιο καρποφόρα από το αλάθητο της εξυπνότερης κεντρικής επιτροπής»[9].

 Μερικά χρόνια αργότερα η Ρόζα Λούξεμπουργκ επισημαίνει εύστοχα: "Είναι φανερό ότι ο σοσιαλισμός, από την ίδια του τη φύση, δεν μπορεί να παραχωρηθεί, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με ουκάζια […]. Πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη τη χώρα, είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα περισσότερο η ζωή σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο […]». Και εν κατακλείδι: «Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματοςόσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά- δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι΄ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά»(Ρ.Λούξεμπουργκ, Ρώσικη Επανάσταση, μετάφραση Α.Στίνα, εκδόσεις Ύψιλον, σελ.68,69).

[1] Χέλμουτ Γκρούμπερ, Επανάσταση στην Ευρώπη (1917-1923),Εκδόσεις Κομμούνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1985,σελ. 47.

[2] Ό. π. σελ. 50.

[3] Ό. π. σελ. 50.

[4] Ό. π. σελ.51.

[5] Ό. π. σελ.54.

[6] Ό. π. σελ.54.

[7] Ό. π. σελ.54.

[8] Ό. π. σελ.57.

[9] Ό. π. σελ. 59.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Γιώτα Βάσση: Φιλείν και εράν –το ερωτικό φαινόμενο χθες και σήμερα, εκδόσεις Παρισιάνου, Αθήνα 2021, σελ.185.

 



Ο έρωτας και η φιλία είναι τα αντίθετα του θανάτου και του μίσους. Η φιλότητα και το νείκος, ο εχθρός και ο φίλος ορίστηκαν ήδη από τον Εμπεδοκλή ως οι θεμελιώδεις κατηγορίες της ύπαρξης. Ο έρωτας είναι ένα ισχυρό αίσθημα που συνδυάζεται με το ορμέμφυτο της ζωής. Βεβαίως μπορεί να μεταλλαχθεί σε αφορμή για κυριαρχία απέναντι στον άλλο, οπότε ο φίλος μετατρέπεται σε εχθρό.
Από τα πρώτα βήματα του φιλοσοφικού στοχασμού μέχρι τα πιο πρόσφατα ο έρωτας και η φιλία αναδείχθηκαν από τα πιο σημαντικά του κεφάλαια όπου έχουν γραφτεί πολλά σημαντικά.
Η Γιώτα Βάσση έχει μια στέρεη παιδεία και ένα άρτιο γλωσσικό αισθητήριο. Ο αναγνώστης του βιβλίου της θα προβληματιστεί έγκυρα για τον έρωτα και την φιλία αλλά και θα γνωρίσει μια πυκνή εισαγωγική περιδιάβαση πάνω σε βασικά, θεμελιώδη έργα της φιλοσοφίας, της ποίησης, της τέχνης.
Ξεκινά από το πλατωνικό «Συμπόσιο» και συνεχίζει στα αριστοτελικά «Ηθικά Νικομάχεια». Συνεχίζει με την μεσαιωνική ποίηση και συνεχίζει με τον Χούσσερλ, τον Κίργκεγκωρ, τον Χάιντεγκερ, τον Γιάσπερς, τον Α.Καμύ. Σημαντικές είναι οι αναφορές που γίνονται στην φιλοσοφία του Μ.Μπούμπερ, του Σάρτρ, του Μερλώ Ποντύ. Είναι πολύ σημαντική παρατήρηση του Καμύ «η ελευθερία χωρίς δικαιοσύνη είναι η αγριότητα του ισχυρού. Και η δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία είναι η κυριαρχία του συρματοπλέγματος»(σελ.92) όπως και η ακόλουθη «αν έπρεπε να γράψω εδώ ένα βιβλίο ηθικής, θα είχε εκατό σελίδες και οι 99 θα ήταν λευκές. Στην τελευταία θα έγραφα: Δεν γνωρίζω παρά ένα καθήκον: της αγάπης»(σελ. 96).
Σημαντικές είναι οι ακόλουθες παρατηρήσεις της Γ.Βάσση για την σημασία της υπαρξιακής φιλοσοφίας ως κριτική στον εργαλειακό ορθολογισμό: «οι φιλοσοφίες του υποκειμενισμού αποτέλεσαν μια αμφισβήτηση του επιστημονισμού και της πρωτοκαθεδρίας της λογικής, όχι όμως της αξίας της επιστήμης. Επιχείρησαν να αντισταθούν στον ολοκληρωτισμό της λογικοκρατίας. Δεν ήταν όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι θρησκευόμενοι και δεν προέκριναν όλοι ενορατικά ή διαισθητικά έναν φωτισμό της ύπαρξης από έξω. Υπάρχουν και άθεοι υπαρξιστές. Οι φιλοσοφίες του υποκειμενισμού ανέδειξαν τον άνθρωπο ως δυνατότητα, ελευθερία και απόφαση, τόνισαν την σημασία του βιώματος, του βιωμένου βλέμματος, σώματος, χρόνου κ.λ.π. σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την πλήρη πραγμοποίηση του ανθρώπου ή τη συρρίκνωση της ανθρώπινης υπόστασης σε ποσοτικά «αντικειμενικά» δεδομένα και λειτουργίες»(σελ.114,115).    

Γεώργιος Α. Μούρτος: Η γεωπολιτική της ελληνικής γλώσσας- οδηγός για τον Πρακτικό Νου, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2020


 


Αφετηρία του συγγραφέα είναι το γνήσιο ενδιαφέρον του για το μέλλον του ελληνισμού. Που οδηγείται ένα ιστορικό έθνος, καθώς φαίνεται να έχει απωλέσει ουσιώδη χαρακτηριστικά της εθνικής ανεξαρτησίας του και έχει εγκλωβιστεί στην διελκυστίνδα ανάμεσα στους εκ δυσμάς δανειστές και στον εξ ανατολών νέο οθωμανισμό; Ποιοι είναι οι λόγοι που δεν μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε εκείνες τις πολιτικές αποτελεσματικής αντίστασης;
Ο συγγραφέας απαντά με τρόπο κατηγορηματικό: η αιτία όλων των προβλημάτων του εντοπίζεται στην παρακμή του γλωσσικού αισθητηρίου, δηλαδή τελικά σε ένα λόγο πνευματικό και παιδείας. Το συμπέρασμά του υποστηρίζεται από την πλούσια και σε βάθος παιδεία του, τον συνδυασμό στοχαστών όπως η Σ.Βέιλ, ο Α.Παπαδιαμάντης, ο Π.Κονδύλης.
Η ελληνική γλώσσα παρουσίασε μια αξιοσημείωτη αντοχή. Όταν η χώρα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, αυτή δεν χάθηκε, όπως συνέβη με άλλους λαούς, αλλά γοήτευσε τους κατακτητές της, αλλά και άλλους λαούς της Μεσογείου όπως τους Εβραίους οι οποίοι σε ένα διάστημα της ιστορίας τους κατά πλειοψηφία μιλούσαν και έγραφαν την ελληνική. Για μια περίοδο πολλοί ελληνικοί πληθυσμοί υπήρξαν δίγλωσσοι χωρίς όμως να χάσουν την εθνική τους ταυτότητα. Επίσης πολλοί ελληνικοί πληθυσμοί κατά την ιστορική τους πορείας έχασαν την γλώσσα τους αλλά διατήρησαν την ιστορική τους συνείδηση χάρις την ορθόδοξη εκκλησία.
Στις τελευταίες δεκαετίες έγινα μια προσπάθεια για γλωσσική απλοποίηση με σημαντικότερο γεγονός την κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων. Το γεγονός αυτό συνδυάστηκε με τον περιορισμό της μέριμνας για σημαντικά κείμενα του νεοελληνικού λόγου. Η κατάληξη ήταν ότι η λεξιπενία συνδυάστηκε με τον μαρασμό της σκέψης, δηλαδή οι λιγότερες λέξεις σήμαιναν και τις λιγότερες σκέψεις.
Ο συγγραφέας μας φέρνει το παράδειγμα της Ιαπωνίας και της Κίνας που η εμμονή τους σε σύνθετα γλωσσικά παραδείγματα όχι μόνο δεν εμπόδισε την τεχνική πρόοδο αλλά της έθεσε σε πιο γερά θεμέλια. Το ίδιο και το Ισραήλ το οποίο ανέστησε μια εντελώς νεκρή γλώσσα και την έβαλε στο κέντρο της ύπαρξης του και της τεχνικής εξέλιξης.
Βεβαίως μπορεί να υπάρχουν ορισμένες επιμέρους αντιρρήσεις, που δεν αναιρούν την συνολικά θετική αποτίμηση, όπως η ταύτιση του Βάγκνερ με τον Νίτσε καθώς ο πρώτος υπήρξε αντισημίτης ενώ ο δεύτερος εχθρός του αντισημιτισμού και του εθνικισμού. Αλλά και η εύστοχη κριτική στην μεταπολιτευτική δημοκρατία δεν πρέπει να ξεχνά ότι διαδέχθηκε ένα καθεστώς διαρκούς έκτακτης ανάγκης, όπου κυριαρχούσε το παρακράτος, οι ξένοι πράκτορες και απείχε πολύ από το κράτος Δικαίου.
Ο συγγραφέας τέλος ορθά δικαιώνει τα συμπεράσματα του Νεοκλή Σαρρή και αποδοκιμάζει την παραχάραξη της ιστορίας είτε με την μορφή του εθνομηδενισμού είτε «με την πρόταξη σχημάτων ελληνοτουρκισμού, δηλαδή της γεωπολιτικής αναδιευθέτησης του Αιγαιακού χώρου διαμέσου μια μορφής πολιτικής ένωσης μεταξύ των δύο χωρών με την δημιουργία ελληνοτουρκικής ομοσπονδίας»(σελ.86).