Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022
Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022
Hans J.Morgenthau, Η Πολιτική μεταξύ των Εθνών- αγώνας για ισχύ και ειρήνη, εκδόσεις Ποιότητα[1]
Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο του Hans J.Morgenthau που εκδίδεται και
μεταφράζεται στην χώρα μας. Το μεγάλο επίτευγμα του είναι ότι μας κάνει
κοινωνούς της επιστημονικής σκέψης που αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις από
την πλευρά του ρεαλισμού με πλήρη και αυθεντικό τρόπο.
Εξ’ αρχής τίθεται η σημασία της ισχύος και κατά
συνέπεια επανέρχεται το ερώτημα που απασχολούσε τον στοχασμό από την εποχή της
πλατωνικής φιλοσοφίας, των σοφιστών και του Θουκυδίδη για την σχέση Ισχύος και
Δικαίου. Στο ερώτημα τι είναι πολιτική ισχύς ο Η.Μ. απαντά ότι είναι «το μέσο
για την επιδίωξη των σκοπών του έθνους. Η διεθνής πολιτική, όπως όλες οι
πολιτικές, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αγώνας επιδίωξης ισχύος. Όποιοι κι
αν είναι οι στόχοι, η ισχύς αποτελεί τον βασικότερο»[2]. Όμως τι εννοούμε πιο
συγκεκριμένα με την έννοια της ισχύος: «όταν
μιλάμε για ισχύ, δεν εννοούμε τη δύναμη που ασκεί ο άνθρωπος πάνω στη φύση ή σε
ένα καλλιτεχνικό μέσο, όπως είναι η γλώσσα, ο λόγος, ο ήχος και τα χρώματα,
ούτε πάνω στους συντελεστές παραγωγής ή κατανάλωσης, ούτε ακόμη επάνω στον ίδιο
του τον εαυτό. Όταν μιλάμε για ισχύ, εννοούμε τη δύναμη που ασκεί ο άνθρωπος
επάνω στο μυαλό και στις πράξεις των άλλων ανθρώπων. Αντίστοιχα, με την έννοια
της πολιτικής ισχύος αναφερόμαστε στις αμοιβαίες σχέσεις ελέγχου μεταξύ των
κατόχων δημόσιας εξουσίας και μεταξύ των τελευταίων και των ανθρώπων
γενικότερα»[3].
Σε αυτό το σημείο διευκρινίζεται ότι η «πολιτική ισχύς πρέπει να διακριθεί από
τη βία, υπό την έννοια της πραγματικής άσκησης φυσικής βίας»[4].
Η ισχύς για να ασκείται με αποτελεσματικότητα δεν
μπορεί να αφίστανται αλλά να εδράζεται στους κανόνες διεθνούς δικαίου: «η
νομιμοποιημένη ισχύς έχει περισσότερες πιθανότητες να επηρεάσει τη συμπεριφορά
ενός δρώντα σε σχέση με τη μη νομιμοποιημένη ισχύ. Η ισχύς που ασκείται κατά
την αυτοάμυνα ή στο όνομα των Ηνωμένων Εθνών έχει περισσότερες πιθανότητες να
θεωρηθεί επιτυχημένη σε σχέση με την ισχύ που ένα κράτος «επιδρομέας» ή ένα
κράτος που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Οι πολιτικές ιδεολογίες, όπως θα δούμε
παρακάτω, προικοδοτούν την άσκηση εξωτερικής πολιτικής με την επίφαση της
νομιμότητας»[5].
Η επιθυμία για ισχύ είναι βασικό χαρακτηριστικό της εσωτερικής
και της διεθνούς πολιτικής και «εάν η επιθυμία αυτή δεν μπορεί να καταλυθεί
πλήρως στον κόσμο, όσοι γιατρευτούν θα αποτελέσουν απλά τα θύματα των
υπολοίπων»[6]. Βέβαια τελικά κάθε
κοινωνική σχέση είναι βαθιά ποτισμένη από την επιδίωξη της ισχύος ένα γεγονός
για το οποίο μας μίλησαν οι Σοφιστές, ο Θουκυδίδης, ο Χόμπς, ο Νίτσε και ο
Π.Κονδύλης. Από αυτής της πλευράς ο Η.Μ. συμπεραίνει «καμία από τις οικονομικές
ερμηνείες του ιμπεριαλισμού, τόσο οι πρωτόγονες όσο και οι πιο εξελιγμένες, δεν
επιβεβαιώνεται από την ιστορική εμπειρία. Η οικονομική ερμηνεία του
ιμπεριαλισμού μετατρέπει τα περιορισμένα ιστορικά παραδείγματα σε παγκόσμιο
νόμο της ιστορίας»[7].
Η στρατιωτική δύναμη, όπως και η διπλωματία αποτελούν
συστατικά της ισχύος: «από τη στιγμή που η στρατιωτική δύναμη αποτελεί το πλέον
εμφανές κριτήριο για τη μέτρηση της ισχύος ενός έθνους, η επίδειξή της
λειτουργεί ενισχυτικά στην εικόνα που σχηματίζουν τα άλλα έθνη για το μέγεθος
της ισχύος του έθνους»[8].
Σημαντικές είναι οι επιμέρους παρατηρήσεις του
συγγραφέα όπως ότι στον α’ παγκόσμιο πόλεμο συμμετείχαν οι εργαζόμενοι ενώ «δυο
στοιχεία συνετέλεσαν στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση: η
καταστρεπτικότητα του Δευτέρου Παγκόσμιου Πόλεμου και η πολιτική, στρατιωτική
και οικονομική παρακμή της Ευρώπης την αμέσως επόμενη περίοδο»[9].
Προϋπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας είναι η κατάκτηση
ισχύος: «η ανεξαρτησία των ενδιαφερόμενων εθνών δεν μπορεί να βασιστεί σε
κανένα άλλο θεμέλιο παρά μόνο στην ισχύ του κάθε έθνους να αποτρέψει την ισχύ
των άλλων εθνών από το να υποσκάψουν την ελευθερία του»[10]. Η ισορροπία ισχύος είναι
η προϋπόθεση της ειρήνης: «η διεθνής ειρήνη και τάξη είναι λειτουργίες της
ισορροπίας ισχύος –μιας σχετικά ίσης κατανομής ισχύος ανάμεσα στα διάφορα έθνη
ή έναν συνδυασμό εθνών, αποτρέποντας κάθε ένα από αυτά από το να αποκτήσει το
πάνω χέρι. Αυτό περίπου το πολύ λεπτό ισοζύγιο εξασφαλίζει σήμερα την ειρήνη
και την τάξη στον κόσμο των εθνών-κρατών»[11].
Μια παρατήρηση που είναι ιδιαίτερης σημασίας για τα
ελληνοτουρκικά είναι η ακόλουθη: «η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η
προσφυγή στα διεθνή δικαστήρια σε μια υπόθεση, όχι για τον καθορισμό των
δικαιωμάτων και τον συμβιβασμό των συμφερόντων στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου status quo αλλά
για την ίδια την επιβίωση του status
quo,
αποτελούν συνηθισμένη τακτική για τα έθνη που επιθυμούν τη διατήρηση του
τελευταίου. Το διεθνές δίκαιο και τα διεθνή δικαστήρια είναι οι φυσικοί τους
σύμμαχοι. Τα ιμπεριαλιστικά έθνη αναπόφευκτα αντιτίθενται στο status
quo
και τη νομική τάξη και δεν θα σκεφτούν να υποβάλλουν μια διαφορά τους στη
δικαιοδοσία και τη δεσμευτική απόφαση ενός διεθνούς δικαστηρίου. Αυτό
συμβαίνει, γιατί το δικαστήριο δεν μπορεί να δικαιώσει τα αιτήματά τους, χωρίς
να καταστρέψει τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η ίδια του η εξουσία»[12]. Η αδυναμία της νομικής
τάξης έγκειται στο γεγονός ότι η «βασική αιτία της σύγκρουσης δεν μπορούσε καν
να προσδιοριστεί με νομικούς όρους, καθώς η νομική τάξη, της οποίας η επιβίωση
απειλείτο από το αίτημα για αλλαγή, δεν διέθετε νομικές έννοιες για να μπορέσει
να την εκφράσει αλλά και ούτε και κάποια νομική θεραπεία για να την
ικανοποιήσει»[13].
Ώστε «οι διαφορές που είναι περισσότερο πιθανό να οδηγήσουν σε πόλεμο δεν
μπορούν να διευθετηθούν με δικαστικές
μεθόδους. Από τη στιγμή που αποτελούν παρακλάδια ή συμβολικές εκφράσεις της
έντασης, το βασικό τους ζήτημα είναι η διατήρηση του status quo ενάντια
στην ανατροπή του. Κανένα δικαστήριο, εθνικό ή διεθνές δεν είναι κατάλληλα
εξοπλισμένο ώστε να διευθετήσει το ζήτημα»[14].
Σημαντικές είναι οι σκέψεις για την δυνατότητα ενός
παγκόσμιου κράτους. Το συμπέρασμα είναι αρνητικό για μια σειρά από λόγους με
πιο σημαντικό ότι το παγκόσμιο κράτος προϋποθέτει μια παγκόσμια κοινότητα που
όμως ούτε υπάρχει ότι θα υπάρξει στο προβλεπτό μέλλον καθώς το «πρόβλημα της
παγκόσμιας κοινότητας είναι ηθικό και πολιτικό, όχι διανοητικό και αισθητικό»[15].
Βεβαίως τα έθνη θα «πρέπει να πρόθυμα να συμβιβάζονται
για όλα τα ζητήματα που δεν είναι ζωτικά γι’ αυτά»[16]. Οι προϋποθέσεις για έναν
συμβιβασμό σύμφωνα με τον Η.Μ. είναι:
παραιτήσου από τη σκιά δικαιωμάτων που δεν έχουν αξία, προκειμένου να
απολαύσεις την ουσία των πραγματικών πλεονεκτημάτων. Ποτέ μην βάλεις τον εαυτό
σου σε μια θέση από την οποία δεν μπορείς να υποχωρήσεις, χωρίς να ντροπιαστείς
και από την οποία δεν μπορείς να προχωρήσεις, χωρίς να πάρεις μεγάλα ρίσκα,
Ποτέ μην επιτρέψεις σε έναν αδύναμο σύμμαχο να πάρει αποφάσεις για σένα.
Οι ένοπλες δυνάμεις είναι εργαλείο της
εξωτερικής πολιτικής, όχι ο κύριος της. Η κυβέρνηση είναι ο ηγέτης της κοινής
γνώμης όχι ο δούλος της.
Πολύ ενδιαφέροντα είναι τα κεφάλαια που αναλύονται οι
λόγοι της εσωτερικής ειρήνης ενός κράτους που όμως δεν θα τους συναντήσουμε
στην διεθνή πολιτική. Οι δημοκρατικοί-κοινοβουλευτικοί θεσμοί δίνουν ειρηνική
διέξοδο στις αντιθέσεις ώστε να μην καταλήγουν στον εμφύλιο πόλεμο. Κάθε
πολιτικό υποκείμενο συμμετέχει σε περισσότερες από μια συσσωματώσεις μετριάζοντας
την σχέση εχθρού και φίλου: «ο πλουραλισμός των εγχώριων ομαδοποιήσεων και των
διαφωνιών τείνει να καθιστά σαφή στους συμμετέχοντες τη σχετικότητα των
συμφερόντων και της πίστης τους και να μετριάζει τελικά τις συγκρούσεις μεταξύ
των διαφορετικών ομάδων. Ο πλουραλισμός αυτός οδηγεί σε έναν μετριασμό της
έντασης για ταυτοποίηση ο οποίος θα πρέπει να διαχυθεί περαιτέρω, ώστε να λάβει
η κάθε ομάδα και κάθε διαμάχη το μερίδιο που τους αναλογεί»[17].
Το έργο ολοκληρώνεται με δοκίμια πάνω στον στοχασμό Η.Μ
των J.Mearsheimer, B.Barkin, R.Little, A.Tellis,W.Crowe, B.Scowcroft, D.Newsom.
Η μελέτη των έργων του H.I.Morgenthau είναι
απαραίτητα εάν θέλουμε να έχουμε μια στέρεη αναλυτική σκέψη, να κατανοήσουμε
τους λόγους που κινούν τα μεγάλα και τα μικρά έθνη, να δούμε τις αιτίες που
ξεκινούν οι πόλεμοι ή εδραιώνεται η ειρήνη, να διαπιστώσουμε ότι η επιδίωξη της
ισχύος είναι η κανονικότητα που καθορίζει όχι μόνο τις επιμέρους κοινωνικές
σχέσεις αλλά κατεξοχήν τις διεθνείς σχέσεις και όποιος παρακάμπτει αυτό θα πληρώσει
ένα βαρύ τίμημα επιστημονικό και βέβαιο πολιτικό.
[1] Hans J.Morgenthau, Η Πολιτική μεταξύ των Εθνών- αγώνας για
ισχύ και ειρήνη, αναθεωρημένη έκδοση από τους K.W.Thompson, W.David Clinton, μετάφραση Μαρία Καρτελιά, επιστημονική
επιμέλεια Κ.Κολιόπουλος, πρόλογος Κ.Αρβανιτόπουλος, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα
2018, σελ.911.
[2] Ό.πρ.
σελ.79.
[3] Ό. πρ.
σελ. 81.
[4] Ό. πρ.
σελ. 81.
[5] Ό. πρ.
σελ.83.
[6] Ό. πρ.
σελ.87.
[7] Ό.πρ.
σελ. 117.
[8] Ό.πρ.
σελ. 149.
[9] Ό. πρ.
σελ. 180.
[10] Ό. πρ.
σελ. 259.
[11] Ό.πρ.
σελ.477.
[12] Ό. πρ.
σελ. 561.
[13] Ό. πρ.
σελ.562.
[14] Ό. πρ.
σελ. 569.
[15] Ό. πρ.
σελ.654.
[16] Ό. πρ.
σελ.698.
[17] Ό. πρ.
σελ. 631.
Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022
Ματωμένα Χώματα:Η Διδώ Σωτηρίου γράφει:
Δεν ήταν καταστροφή, ήταν Γενοκτονία των χριστιανικών εθνών
Τρίτη 19 Ιουλίου 2022
Μόλις κυκλοφόρησε: Νέος Ερμής ο Λόγιος με αφιέρωμα στο 1922 και την Μεγάλη Ιδέα
Κυκλοφορεί σήμερα στα βιβλιοπωλεία και την Πέμπτη σε Κέντρα Τύπου και περίπτερα το νέο τεύχος του νέου Ερμή του Λόγιου (τ. 24). Για ηλεκτρονικές παραγγελίες επισκεφτείτε το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο των Εναλλακτικών Εκδόσεων.
Το 1922 & η Μεγάλη Ιδέα
Α΄ μέρος
Η καταστροφή το 1922 δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση αποκλειστικά τα τρία τελευταία χρόνια μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Πρόκειται για ένα σύνηθες σφάλμα που αρνείται να δει ολόκληρη την ιστορική περίοδο 1909-1922 ως όλον ώστε να ερμηνεύσει λυσιτελέστερα και τις εξελίξεις της τριετίας 1919-1922.
Εάν επί παραδείγματι δεν ληφθεί υπόψη η πολύ μακρά περίοδος του διχασμού, είναι αδύνατον να κατανοηθεί η εκλογική περιπέτεια του 1920 και τα όσα ακολούθησαν. Ο ίδιος ο διχασμός δε, θα πρέπει να αναχθεί στις ιστορικές του ρίζες της αντιπαράθεσης ελλαδισμού και ευρύτερου ελληνισμού που χρονολογείται από το 19ο αιώνα τουλάχιστον. Πάντως, έστω και παραμένοντας αυστηρά στα ιστορικά όρια της περιόδου, αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί τουλάχιστον από το 1909, καθώς η Καταστροφή υπήρξε τελικώς η συνέπεια της σύγκρουσης ανάμεσα στις επαναστατικές δυνάμεις που αναδείχθηκαν μετά την επανάσταση στο Γουδί και την αντεπανάσταση η οποία κορυφώθηκε μετά το 1915.
Συναφώς, δεν μπορούμε να εξετάσουμε την απόβαση του 1919 χωρίς να αναφερθούμε στην αποτυχία του επαναστατικού στρατοπέδου και του Βενιζέλου, εξαιτίας της αντίδρασης του βασιλιά Κωνσταντίνου, να εντάξει στην Ελλάδα στο στρατόπεδο της Αντάντ, ήδη από το 1914 και να συμμετάσχει η Ελλάδα στην εκστρατεία της Καλλίπολης. Σε μια τέτοια περίπτωση πράγματι, ο ελληνικός στρατός θα είχε καταλάβει τα στενά και την Ανατολική Θράκη, γεγονός που πιθανότατα θα άλλαζε την ίδια την πορεία του μεγάλου πολέμου ενώ θα είχε αποβιβαστεί στη Μικρά Ασία ήδη από το 1915. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Οθωμανούς από κοινού με τις δυνάμεις της Αντάντ και όχι, όπως συνέβη μετά το 1919, όταν η σύγκρουση εξελίχθηκε σε ελληνοτουρκική μονομαχία.
Καθώς λοιπόν η ιστορική περίοδος που προηγήθηκε του 1919 καθόρισε εν πολλοίς τα όσα ακολούθησαν, ο νέος Λόγιος Ερμής, στην προσπάθεια του να παρουσιάσει όσο το δυνατό αρτιότερα και σφαιρικότερα την ιστορική περίοδο που οδήγησε στην Καταστροφή, θα προβεί στην έκδοση δύο συνεχόμενων αφιερωμάτων για το 1922, το πρώτο εκ των οποίων θα επικεντρωθεί κατ’ εξοχήν στην περίοδο 1909-1917 και το δεύτερο στην περίοδο που ακολουθεί. Άλλωστε, ο μεγάλος αριθμός κειμένων και μελετών που έχουμε συγκεντρώσει μας είχε υποχρεώσει ήδη στον προγραμματισμό δύο αφιερωμάτων.
Συναφώς, τα κείμενα της Μαρίας Βεϊνόγλου και των κυρίων Ιάκωβου Μιχαηλίδη, Στράτου Δορδανά, Σπυρίδωνα Πλουμίδη, Σπύρου Γεωργίου και Χρήστου Μπαλόγλου θα συμπεριληφθούν στο 2ο σχετικό αφιέρωμα, στο 25ο τεύχος του νΛΕ που θα εκδοθεί τον Νοέμβριο του 1922.
νέος Λόγιος Ερμής
Περιεχόμενα τεύχους
Πιέρ-Αντρέ Ταγκίεφ, Από τον αποδομητικό σχολαστικισμό γεννήθηκε
το τέρας του «γουοκισμού»
Νικήτας Αλιπράντης, Το ιδεολόγημα του gender και «η υπερτροφία» του
ρατσισμού: Κοινωνιολογική αντίκρουση
Φράνσις Φουκουγιάμα, Μια δική τους χώρα: Ο φιλελευθερισμός χρειάζεται το έθνος
Σλαβόι Ζίζεκ, Ο πασιφισμός είναι η λάθος απάντηση στον πόλεμο της Ουκρανίας
Βλαντισλάβ Ζούμποκ, Μπορεί να επιζήσει ο Πούτιν; Τα μαθήματα από τη
σοβιετική κατάρρευση
Μαρλέν Λαρυέλ, Αλεξάντρ Ντούγκιν: Μια κλασική περίπτωση
ενός εγχειρήματος ιδεολογικού χαρακτήρα
Γιάννης Ταχόπουλος, Αρχαία Ελλάδα: δημοκρατία, επιστήμη, θρησκεία
& η δυτική παρανόηση
Αφιέρωμα: Το 1922 και η Μεγάλη Ιδέα, Μέρος Α΄
Βασίλης Καραποστόλης, Από την ήττα στην ανασύνταξη
Δημήτρης Γληνός, Ἡ τουρκική μεταπολίτευσις καί αἱ συνέπειαι αὕτης
Γιώργος Καραμπελιάς, Η εκστρατεία στην Καλλίπολη και η Μεγάλη Ιδέα
Ντέιβιντ Λόιντ Τζωρτζ, Πώς οι Άγγλοι απέρριψαν τις προτάσεις του Βενιζέλου
το Καλοκαίρι του 1914
Νικόλας Δημητριάδης, Η ρητορική του αντιβενιζελισμού: Αντιπαραθέτοντας
την εθνική ανεξαρτησία στην εθνική ολοκλήρωση
Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Ο ελληνικός κόσμος στα απομνημονεύματα
του σοβιετικού πρεσβευτή στην Τουρκία S. I. Aralov (1922-1923)
Ηρακλής Καραμπάτος, Σκέψεις για τις μεταγραφές της μικρασιατικής
καταστροφής στη λογοτεχνία του τραύματος
Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Ὁ ἐθνικισμὸς
Σπύρος Κουτρούλης, Ο Γ. Σεφέρης και οι παλινωδίες της κριτικής (β΄ μέρος)
Θεόδωρος Ντρίνιας, Σημειώσεις για την παγκοσμιοποιητική διαδικασία
Χρήστος Α. Κορκόβελος, Ισλαμικό Δίκαιο και Θρησκευτική Ελευθερία
Βιβλιοπαρουσιάσεις

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022
Υπήρξε ο Γ.Σεφέρης νοσταλγός της οθωμανικής αυτοκρατορίας; Μια εντυπωσιοθηρική ερμηνεία
΄ Ά.Γαβριηλίδης, Ο Ασιάτης Σεφέρη΄ ΄ Ά.Γαβριηλίδης, Ο Ασιάτης Σεφέρης, εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2021
Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα
μοῦ τὰ πῆραν.
Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι
χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα
πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι
εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς
τὰ σκάγια
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ
καταφύγια
Γ.Σεφέρης,Το σπίτι
κοντά στη θάλασσα
Α’
Τις τελευταίες δεκαετίες, ορθώθηκε κατά του
έργου του Γ.Σεφέρη, η κατηγορία ότι ο
λόγος του έχει μια διάσταση εθνικολαϊκιστική που τον ταυτίζει εν τέλει με τον
επίσημο καθεστωτικό εθνικιστικό-συντηρητικό λόγο. Επιγραμματικά μπορούμε να
πούμε ότι μια τέτοια σκέψη παρακάμπτει το γεγονός ότι ο Γ.Σεφέρης προέρχεται
και ανήκει στον βενιζελικό χώρο και σε όλη την ζωή του κινήθηκε στον φιλελεύθερο-δημοκρατικό
χώρο . Μετά τον θάνατο του Ε.Βενιζέλου βρέθηκε κοντά στον Γ.Καρτάλη, θα
διαφωνήσει με τον προϊστάμενο του υπουργό Ε.Αβέρωφ για τις συμφωνίες
Ζυρίχης-Λονδίνου και τελικά με την γραπτή του δήλωση θα αποδοκιμάσει την
στρατιωτική δικτατορία, ενώ θα
προφητεύσει ότι το τέλος της θα έρθει με μια εθνική τραγωδία. Συγχρόνως θα
συνδυάσει τον μοντερνισμό στην ποιητική φόρμα με την ανακάλυψη στοιχείων του
ελληνισμού όπως τον Μακρυγιάννη και τον Θεόφιλο που μέχρι τότε δεν είχαν λάβει
την σημασία που άξιζαν.
Το
βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη ίσως επιδιώκει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με την
διατύπωση μιας προσέγγισης ολωσδιόλου εξεζητημένης αλλά τελικά προβάλλει στον Σεφέρη τις δικές του αξιακές
ιεραρχίες. Πλέον ο «εθνικιστής» Σεφέρης έχει αντικατασταθεί από τον Σεφέρη
«νοσταλγό της οθωμανικής αυτοκρατορίας». Ο Α.Γ. ακολουθώντας σε αυτό το σημείο
τον Ε.Κεντούρι δαιμονοποιεί τα έθνη-κράτη και προβάλλει ως πρότυπο που θα
πρέπει να τα αντικαταστήσει τις αυτοκρατορίες. Δηλαδή η εναλλακτική στο αίτημα
για εθνική αυτοδιάθεση δεν είναι οι ομοσπονδίες κοινοτήτων, όπως προτείνουν οι
λογικά συνεπέστεροι αντιεθνικιστές, οι
αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, αλλά η επιστροφή στο πρότυπο των
αυτοκρατοριών που προϋπέθεταν ένα δεσποτικό κράτος και μια κυρίαρχη εθνότητα που ηγεμονεύει σε
όλες τις υπόλοιπες.
Παρόλα αυτά
μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι πρόσεξε ορισμένα
σημεία του σεφερικού έργου που η κριτική δεν είχε τονίσει. Για
παράδειγμα ορθά αναφέρει (σελ.112) ότι στον διάλογο Σεφέρη και Τσάτσου, στο
δεύτερο δοκίμιο του Γ.Σεφέρη με τον τίτλο «Μονόλογος πάνω στην ποίηση» πράγματι
αναφέρεται στην θεωρία της «κοινωνικής
παραγγελίας» του Μαγιακόφσκι ενώ στην υποσημείωση περιλαμβάνεται
απόσπασμα στα γαλλικά από δοκίμιο του Κ.Μάρξ για την τέχνη[1]. Κατά τα
άλλα όμως η βασική ερμηνεία του Σεφέρη που χαρακτηρίζει όλο το έργο, ως
νοσταλγού της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι τόσο έωλη και αθεμελίωτη όσο και αυτή του «εθνικιστή»
Σεφέρη.
Γράφει ο Α.Γ.: "Η πατρίδα την οποία έχασε και
νοσταλγεί ο Σεφέρης είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όχι τόσο καθόσον είναι
οθωμανική, αλλά καθόσον είναι αυτοκρατορία...Με την έννοια αυτή, λοιπόν,
υποστηρίζω ότι ο Σεφέρης είναι κατά βάση Οθωμανός. Με το έργο του, το ποιητικό
και το γενικότερο, προσπαθεί να μεταφράσει στην ορολογία του έθνους κράτους το
πένθος του για την απώλεια της αυτοκρατορίας (και της θέσης του μέσα σε αυτή),
να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση"(σελ.18). Ο συγγραφέας ο οποίος φαίνεται
δεν έχει ενημερωθεί για τους διωγμούς που υπέστησαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί από
τους οθωμανούς, από τους νεότουρκους, από τους κεμαλιστές υποστηρίζει ότι
οθωμανικές αρχές υπήρξαν μια δύναμη "η οποία όχι μόνο δεν απειλεί, αλλά
αντιθέτως προστατεύει με ειδικά διοικητικά μέτρα τη "Ρωμιοσύνη" από
τον κίνδυνο να εξαφανιστεί"(σελ.65).
Τα παραπάνω συμπληρώνονται με την
προσπάθεια να μεγενθύνει τις λιποταξίες που σημειώθηκαν κατά τους πολέμους από
το 1910 μέχρι το 1922. Στην πραγματικότητα ο Α’ παγκόσμιος παγκόσμιος πόλεμος
διακρίθηκε από την συμμετοχή σε αυτόν των λαϊκών τάξεων ενώ τα εθνικά κινήματα της βαλκανικής που
οδήγησαν στην αποσαφήνιση των εθνικών κρατών υποστηρίχθηκαν με ενθουσιασμό και
αυταπάρνηση από όλους τους λαούς. Τελικά ο ελληνισμός το 1920 παράταξε απέναντι
στην Τουρκία τον μεγαλύτερο στρατό που είχε στην ιστορία του που υπερέβαινε
τους 200.000 οπλίτες και αξιωματικούς. Βεβαίως υπήρξαν λιποταξίες, συνήθως όχι
όμως για τους λόγους, που αναφέρει ο συγγραφέας. Για παράδειγμα οι Έλληνες της
Μικράς Ασίας απέφυγαν την στράτευση στον τουρκικό στρατό, που έγινε υποχρεωτική
μετά την επικράτηση των Νεότουρκων, συνήθως αποκρύπτοντας την πραγματική τους
ηλικία ή κρυπτόμενοι σε δάση και σε σπηλιές ή εξαγοράζοντας τοπικούς
αξιωματούχους. Ο λόγος δεν ήταν μια γενική αντιπολεμική στάση αλλά γιατί ότι ήθελαν να αποφύγουν τον πόλεμο εναντίον
των ομοεθνών τους αλλά και γιατί αρνούνταν να υπερασπιστούν ένα κράτος το
οποίο τους ήταν ξένο και εχθρικό. Ο ελληνισμός πλήρωσε βαρύτατο τίμημα
αφού το τουρκικό κράτος εξόρισε όλους τους ενήλικες άνδρες σε τάγματα εργασίας
στο βάθος της Ανατολής με αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς να πεθάνει
και οι οικογένειες τους που είχαν μείνει ορφανές, επίσης σε μεγάλα ποσοστά να πεθάνουν είτε από την πείνα είτε από τις
επιθέσεις των Τσετών.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να συγχωνεύσει σε ένα ιδιαίτερο χαρμάνι κείμενα
του Γκουατταρί, του Ντερριντά με του Σεφέρη καταλήγοντας να εξιδανικεύσει
"μαγικές κοινωνίες", συχνά ισλαμικές, όπου ο κριτικός λόγος έχει
εξοβελιστεί , όπως και ο πολίτης με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν
από το κράτος δικαίου. Μάλιστα εξιδανικεύει την μουσουλμανική αίρεση των
σουφιστών που υποτίθεται ότι επιλέγουν την ελεύθερη αγορά(σελ. 267) ενώ αντίθετα
στην οθωμανική αυτοκρατορία όλη η γη ανήκε στον Σουλτάνο και δεν υπήρχαν αστικά
δικαιώματα που να προστατεύουν την ζωή, την τιμή και την ιδιοκτησία του πολίτη.
Στο κεφάλαιο με τον τίτλο "Νεγκρομαντείες" ο Α.Γ.
επαναλαμβάνει ότι ο "Σεφέρης δεν νοσταλγεί την Ελλάδα. Νοσταλγεί την
Οθωμανική Αυτοκρατορία όπου βρισκόταν η μόνη πραγματική πατρίδα του. Και με
"Οθωμανική Αυτοκρατορία" εδώ δεν εννοώ τον σουλτάνο, αλλά ένα πλέγμα
κοινωνικών σχέσεων"(σελ.269). Ακόμη περισσότερο σε ένταση παρερμηνείας
σημειώνει ότι καημός της Ρωμιοσύνης "είναι το πένθος για την απώλεια της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της πολυεθνοτικότητας της, μεταφρασμένο -όχι
πάντοτε πιστά- στο ιδίωμα του εθνικισμού"(σελ.368). Παρόμοια συνεχίζοντας
την ιδεολογική μονομέρεια αναφέρει ότι η ερωτική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό
υπάρχει στον ισλαμικό μυστικισμό (σελ.423) ενώ παραλείπει την κυρίαρχη θέση που
υπάρχει στον ορθόδοξο μυστικισμό, ιδιαίτερα στα κείμενα της
"Φιλοκαλίας". Άλλωστε οι πηγές του Τζελαλεντίν Ρούμι είναι ο
νεοπλατωνισμός και ο ορθόδοξος μυστικισμός ενώ από το έργο του ιστορικού Σπύρου
Βρυώνη γνωρίζουμε ότι η μουσουλμανική αίρεση των μπεταχτσήδων έπαιξε βασικό
ρόλο στον εξισλαμισμό των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.
Ο
Σεφέρης είχε ένα ανοικτό πνεύμα, ώστε η αγάπη για την πατρίδα του δεν κατέληγε
σε μίσος για τίς πατρίδες των άλλων. Για αυτό , όπως ένα άλλος της γενιάς του
’30 ο Ν.Χατζηκυριάκος Γκίκας, μιλά με συμπάθεια για την τζαζ και για άλλους
πολιτισμούς όπως τον αφρικανικό και τον κινέζικο. Αυτό το πνεύμα ο Α.Γ. το
παρεξηγεί για να θεμελιώσει τα δικά του συμπεράσματα. Για παράδειγμα όταν ο
Σεφέρης επισκέπτεται την Μικρά Ασία αντιμετωπίζει με συμπάθεια τους
Τουρκοκρητικούς και τα ιδιαίτερα ελληνικά τους(Μέρες,Ε’,σελ.122,123 και 217).
Στην Κύπρο , στις 6 Δεκεμβρίου 1953 επισκέπτεται τον τεκέ των ντερβίσηδων και
αντικρύζει τον περιστρεφόμενο χορό τους και στο τέλος συμπεραίνει «ποιος
αναρωτήθηκε με τι τ’ αντικαθιστούμε αυτά τα πράγματα»(Μέρες, Στ’,σελ.115). Η
φράση αυτή δείχνει διάθεση κατανόησης αλλά και ανοχής. Αλλά όταν επισκέπτεται
διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας νοσταλγεί τον ξεριζωμένο ελληνισμό: «σ’ αυτά
τα μέρη δεν μπορείς να μη συλλογίζεσαι ολοένα την παλιά Ρωμιοσύνη. Τέσσερεις ή
πέντε αρχαιολογίες στη Μικρασία: προκλασική, κλασική, ελληνιστική, βυζαντινή
–και η νεοελληνική. Τούτη την τελευταία την αρπάζεις τη στιγμή που βυθίζεται
στο χώμα. Μπορείς να διακρίνεις ακόμη τους λώρους που τη δένουν με τον πάνω και
κόβουνται ο ένας μετά τον άλλον. Ελληνική γλώσσα, εκκλησιές, σπίτια,
παραδομένες χειρονομίες»(Μέρες, Ε’,σελ.204).
Ο
Α.Γ. δεν λαμβάνει υπόψιν του πολλά κεφάλαια της ιστορίας της οθωμανικής
αυτοκρατορίας που κατέστησαν αναπόφευκτη την επανάσταση των λαών. Στην σκέψη
του δεν υπάρχει χώρος για ότι αντιμετωπίζουν στην σημερινή Τουρκία οι κουρδικοί
και άλλοι λαοί όπως και για ότι ακολούθησε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το
1974.
Β’
Ο ιστορικός Ε.Χατζηβασιλείου,
για να ερμηνεύσει την αντίθεση του Σεφέρη στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου,
εντοπίζει στον αντιτουρκισμό ως το
βασικό κίνητρο: "Αυτός ο έντονος αντιτουρκισμός του Σεφεριάδη διατρέχει
την επιστολή -ίσως και τη στάση του έναντι της Άγκυρας γενικότερα σε όλη την
περίοδο της διπλωματικής του δράσης- και είναι εξηγήσιμος για έναν άνθρωπο με
τις συγκεκριμένες εμπειρίες και της οικογενειακής του ιστορίας και της
διπλωματικής του σταδιοδρομίας. Θεωρεί δεδομένο ότι ο τουρκικός στόχος θα
παραμείνει η διχοτόμηση, ενώ η Κύπρος θα μετατραπεί σε έναν ακόμη "όμηρο"
στα χέρια των Τούρκων, όπως είχε συμβεί με την ελληνική μειονότητα και το
Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη"[2].
Παραδόξως ο Α.Γαβριηλιδης γνωρίζει πλευρές από το έργο του
Γ.Σεφέρη που ανατρέπουν τους ισχυρισμούς του , όπως όταν αναφέρεται πως ο Γ.Σεφέρης κατηγορούσε τους ρήτορες του
Λαϊκού Κόμματος που το 1921 μιλούσαν υπέρ της "μικράς και έντιμης
Ελλάδος" και κατά της απελευθερωτικής προσπάθειας του Βενιζέλου. Επίσης
μνημονεύει την μαρτυρία του Ρ.Μπήτον ότι ο Σεφέρης ήταν κατά του Ι.Μεταξά όχι
μόνο λόγω της δικτατορίας του αλλά "εξίσου το ότι ήδη πριν το 22 ήταν
αντίθετος με τα "αλυτρωτικά σχέδια του Βενιζέλου"(σελ.470).
Στο κρίσιμο για τον κυπριακό
ελληνισμό διάστημα μια αντίστοιχη με τον Σεφέρη προσέγγιση είχε ένας άλλος
διπλωμάτης και συγγραφέας ο Ρόδης Ρούφος, φίλος του Γ.Σεφέρη, ο οποίος είχε
εμπλακεί αμεσότερα στον αγώνα της ΕΟΚΑ
αφού είχε απευθείας συνομιλίες με τον Γρίβα. Αποτέλεσμα ήταν το ελληνικό
υπουργείο Εξωτερικών μετά από πίεση της Αγγλίας τον αντικατέστησε με τον
Α.Βλάχο.Ο συγγραφέας Θεόφιλος
Φραγκόπουλος μας μεταφέρει την πληροφορία ότι ο Ρόδης Ρούφος «κατηχεί στην ΕΟΚΑ
το Σεφέρη, τότε πρέσβη μας στον Λίβανο».[3]
Οι εγγραφές από τις «Μέρες»
αποκαλύπτουν ότι δεν είχε καμία διάθεση συνδιαλλαγής σε κανένα πεδίο με τις τουρκικές επιδιώξεις.
Στις 25 Μαίου 1956 τον επισκέπτεται ο
Ιάκωβος Μελίτης και σημειώνει: «ανησυχεί (φυσικά) για τη μειονότητα Πόλης και
το Φανάρι. Για το Φανάρι του λέω τις παλιές στενοχώριες μου: πως δεν είναι
δυνατό να γίνει ορθόδοξη πολιτική με Πατριάρχη δεσμώτη των Τούρκων. Ρίχνω περαστικά
την ιδέα μου για ένα πατριαρχικό Βατικανό στο Άγιον Όρος» (Μέρες,Στ’,σελ.210).
Θεωρούσε τον ένοπλο αγώνα
της ΕΟΚΑ το σημαντικότερο μέσο πίεσης,
γεγονός που τον έφερνε σε αντίθεση με τον Βλάχο: «Έπειτα Βλάχος, κάτω. Τονίζω
ότι το σημαντικότερο μέσο πιέσεως που έχουμε είναι η Αντίσταση. Συμφωνεί, όπως
συνήθως συμφωνεί (!) και λέει «Μόνο να μη χτυπάνε τόσο άγρια, για να μην
θυμώνουν οι Εγγλέζοι». Να αφήνουν και περιόδους χωρίς να χτυπούν. Του εξηγώ, αν
χρειάζεται να το εξηγήσει κανείς, ότι μου κάνει την εντύπωση ενός στρατηγού που
θα φώναζε ξαφνικά στο πυροβολικό «Μη ρίχνετε και πάρα πολλές κανονιές για να μη
θυμώσει ο εχθρός!». Κι έπειτα πως ό,τι και να κάνει η αντίσταση, ήσυχη ή μη
ήσυχη, οι Εγγλέζοι θα προσπαθήσουν να την ξεδοντιάσουν μια για πάντα, και τέλος
πως οι άνθρωποι τούτοι που πολεμούν δεν έχουν πολλά περιθώρια για τακτική και
πως χτυπούν, όπως και όταν μπορέσουν να χτυπήσουν. Δεν νομίζω πως τον έπεισα.
Έκανα ότι μπορούσα για να μην πάει» ((Μέρες,Στ’,σελ.224,225).
Ο Σεφέρης με υπομνήματα στον
Ε.Αβέρωφ παρουσίασε τους λόγους που δεν θα έπρεπε να υπογραφούν οι συμφωνίες
Ζυρίχης και Λονδίνου. Την Ιανουαρίου 1959 μνημονεύει τους στίχους από ποίημα
του Γ.Βιζυηνού: «το ξεφύλλισα το βράδυ- Ελεημοσύνη απ’ τη Φραγκιά, κι απ’ την
Τουρκιά χαστούκια- έπειτα από ¾ του αιώνα, και τόσα, και τόσα- δεν αλλάξαμε
αλίμονο»(Μέρες,Ζ’,93).
Στις 14 Ιουνίου 1959
σημειώνει «ΕΟΚΑ, ένα αφάνταστο ξέσπασμα ηρωισμού που καταλήγει στη Ζυρίχη, που φέρνει πίσω τον
Τούρκο στο νησί⸱ αυτόν τον Τούρκο που πέρασε τον πόλεμο χωρίς να δώσει τίποτε⸱ και που δεν έχει
ξεχάσει τη μέθοδο του Βαρλικιού ή τη μέθοδο του ’55 (Πόλη), όταν βρει την
κατάλληλη ευκαιρία –φυσικά έτσι είναι ο άνθρωπος⸱ έτσι ήταν πάντα⸱ άραγε όμως αρκεί αυτό
το απόφθεγμα για να κλείσει η τραγωδία –ή μήπως η τραγωδία συνεχίζεται⸱ κι αν συνεχίζεται,
όπως είναι το πιθανότερο, πως συνεχίζεται; Κι εκείνος που θέλει να κάνει το
σωστό, εκείνος που βλέπει ταυτόχρονα αυτήν την πρόοδο της άτης, ποιο είναι το
χρέος του; Τι πρέπει να πει στους νέους που είναι έτοιμοι να χύσουν το αίμα
τους για μια «μεγάλη υπόθεση» πάλι και πάλι» (Μέρες,Ζ’,σελ.118).
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1961
γράφει για το «άλλοθι Μακάριου» στην συμφωνία της Ζυρίχης. Στην 28 Απριλίου
1962 σε συζήτηση με τον Ρόδη Ρούφο επαναλαμβάνει πάλι το «άλλοθι Μακαρίου» ενώ τονίζει ότι στόχος του
υπομνήματος του προς τον Αβέρωφ ήταν «τουλάχιστο να τον κάνω να
διαπραγματευτεί- δε βαριέσαι βιάζονταν να κουκουλώσει τη νύφη» (Μέρες,Η’,
σελ.250). Τον ίδιο ακριβώς όρο χρησιμοποιεί σε σημείωση στις 6 Δεκεμβρίου 1970
«το άλλοθι Μακαρίου» (Μέρες,Θ’, σελ.237). Σε μια τις τελευταίες ημερολογιακές
εγγραφές απαντά στις επιθέσεις της «Εστίας» και θυμίζει ότι σε σημείωμα του
στις 18-19 Δεκεμβρίου 1958 και σε υπόμνημά
του στις 25 Δεκεμβρίου 1958 προς τον Ε.Αβέρωφ διατύπωσε την διαφωνία του προς
την συμφωνία της Ζυρίχης. Επαναλαμβάνει ότι εξ αιτίας της στάσης του αυτής
αποκλείσθηκε από την συνδιάσκεψη της Ζυρίχης ενώ οι στρατιωτικοί όροι ήταν προς
«όφελος των Τούρκων». Όμως «από τα χρόνια εκείνα ως τώρα και Κύριος οίδε για
πόσον καιρό ακόμη η «Ένωση» δεν μπορεί να σημαίνει παρά διαμελισμό του νησιού.
Αυτό το αποσιωπούν και ο Γρίβας και οι διάφορες Εστίες και άλλοι δήθεν
υπερπατριώτες που προσπαθούν να κάμουν τις δουλίτσες τους ρίχνοντας στάχτη στα
μάτια του απλοϊκού κοσμάκη» (Μέρες,Θ’,σελ.242).
Στις 6 Νοέμβρη 1953 στην Λευκωσία, από το ξενοδοχείο «Λήδρα Παλλάς»
ο Γ.Σεφέρης γράφει: «Πρώτη εντύπωση: απ’ εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά)
ευρύχωρη, πιο πλατιά. Το αίσθημα πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά⸱ είναι ελληνικός. Που
δεν εξαρτάται από την Ελληνική Κυβέρνηση, και το τελευταίο τούτο συντελεί στο
αίσθημα αυτής της ευρυχωρίας. Ερώτημα:
είμαστε άξιοι να διοικήσουμε την Κύπρο, χωρίς να βλάψουμε αυτό τον κόσμο,
κάνοντας τον καλύτερο, χωρίς να τον κάνουμε μια ελλαδική επαρχία, σαν την
Κέρκυρα, σαν τη Θεσσαλονίκη;»(Μέρες,Ζ’,σελ.98).
Ο
Μάρκος Αυγέρης συμπεραίνει ότι στον
ξεριζωμό του μικρασιάτικου ελληνισμού θα πρέπει να αναζητήσουμε τον λόγο που
δημιούργησε το έργο του Σεφέρη: «απάνω στην πρώτη του νεότητα γνώρισε μια
καταστροφή, που ξερίζωσε ένα λαό από τον τόπο όπου ζούσε τρείς χιλιάδες χρόνια
και ξερίζωσε και το Σεφέρη με το σπίτι του. Ξαφνικά είδε τους πατριώτες του να
πέφτουν στην άκρα δυστυχία, ν’ αλλάζει ριζικά κ’ η δική του τύχη και γίνεται κι
αυτός φερέοικος. Ο Σεφέρης είναι ένας εξόριστος απ’ ό,τι ήταν δικό του και
οικείο, απ’ ό,τι σημαντικό γι’ αυτόν και
για την πατρίδα του: έχασε τα «τιμιώτατα», ό,τι αποτελούσε τον κόσμο του. Από
τότε, και μόλις πήρε συνείδηση του χώρου όπου στο εξής θα ήταν αναγκασμένος να
ζει, έγινε μελετητής ερειπίων»[4]. Τελικά
συμπεραίνει «στο βάθος αυτής της ποίησης που μιλάει μ’ απελπισμένα
λόγια, υπάρχει ένας πονεμένος πατριώτης, που όλες οι έγνοιες κ’ οι ανησυχίες
του είναι για την τύχη της χώρας του⸱βλέπει τον κόσμο που την κυβερνά χωρίς
ψευδαίσθηση. Η ποίηση του είναι μια απελπισμένη πατριωτική ποίηση στην
πλατύτερη σημασία αυτής της έννοιας⸱ μόνο που περιορίζεται στη μελέτη, στους
απόμονους στοχασμούς και στη θεώρηση»[5].
Όλα αυτά, που συνοπτικά αναφέρουμε, αποδεικνύουν ότι ο Γ.Σεφέρης δεν
υπήρξε ούτε εθνικιστής αλλά ούτε
νοσταλγός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ανήκε σε όλη του την ζωή στον
δημοκρατικό πατριωτισμό, στον εθνισμό, στην φιλελεύθερη παράδοση του
βενιζελισμού. Ο προσανατολισμός του είναι στην υποστήριξη των αιτημάτων λαών για
εθνική απελευθέρωση, για εθνική αυτοδιάθεση που προϋπέθεσαν την διάλυση των παλαιών πολυεθνικών
αυτοκρατοριών όπως την αγγλική και την τουρκική. Θρηνεί όχι για το τέλος τους
αλλά για την καταστροφή και τον ξεριζωμό του μικρασιάτικου ελληνισμού. Ο λόγος του θα μας θυμίζει ότι από τον εποχή
που οι Έλληνες στον Μαραθώνα και στην Σαλαμίνα σταμάτησαν τους Πέρσες και ο
Αισχύλος έγραψε την ομώνυμη τραγωδία μέχρι στους απελευθερωτικούς αγώνες κατά
των Τούρκων κατακτητών η ιστορική μοίρα αυτού του τόπου είναι να αντιστέκεται
στην ύβριν, στην βαρβαρότητα, στον ασιατικό δεσποτισμό.
[1] Γ.Σεφέρης-Κ.Τσάτσος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμέλεια Λουκάς Κούσουλας, εκδόσεις
Ερμής, Αθήνα 1975, σελ.109.
[2]
Ε.Χατζηβασιλείου,
Ο διάλογος Γ.Σεφέρη-Ε.Αβέρωφ, Οι
συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ.166.
[3]
Θ.Φραγκόπουλος, Δίαυλοι, Δοκίμια,εκδόσεις Διογένης, Αθήνα 1977,
σελ.105(αναφέρεται από τον Π.Βουτουρή στο δοκίμιο του Ρόδης Ρούφος και Γιώργος
Σεφέρης-δύο διπλωμάτες στην επαναστατημένη Κύπρο, The books’ journal, τεύχος 133, Αύγουστος 2022,
σελ.63)
[4]
Για τον Σεφέρη-Τιμητικό αφιέρωμα στα
τριάντα χρόνια της Στροφής, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1989, σελ. 36.
[5] Για τον Σεφέρη-Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1989, σελ. 50.







