Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΤΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΤΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Ζ.ΣΑΡΙΚΑΣ :Νίτσε και Στίρνερ





Ο Ζ.Σαρίκας είναι έγκυρος μεταφραστής του Νίτσε και του Στίρνερ και ακαταπόνητος μελετητής της σκέψης τους. Στο παρακάτω δοκίμιο συγκρίνει τους δύο στοχαστές , οι οποίοι θεωρούνται απο πολλούς ότι έχουν βαθιά συγγένεια.Το κείμενο αποτελεί εισήγηση του Ζήση Σαρίκα σε ομώνυμη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το 2004 στην κατάληψη Φάμπρικα ΥΦΑΝΕΤ και εκδόθηκε σε μπροσούρα το 2005 στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η απομαγνητοφώνηση της συζήτησης που ακολούθησε.



Η εποχή των δύο μεγάλων γερμανών στοχαστών για τους οποίους θα συζητήσουμε σήμερα είναι ο 19ος αιώνας. Ο πρώτος τον ανοίγει και ο δεύτερος τον κλείνει. Ο Μαξ Στίρνερ γεννήθηκε το 1806 (ένα χρόνο μετά, το 1807, εκδόθηκε η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ) και δημοσίευσε το μοναδικό έργο του Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του το 1844, έτος κατά το οποίο γεννήθηκε ο Φρίντριχ Νίτσε. Ο Στίρνερ πέθανε το 1856 σε ηλικία 50 ετών. Με τη σειρά του, ο Νίτσε έγραψε το σπουδαιότερο έργο του, το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, το 1883, έτος θανάτου του Καρλ Μαρξ. Ο Νίτσε έχασε τα λογικά του το 1899 και πέθανε το 1900, σε ηλικία 56 ετών, έτος κατά το οποίο κυκλοφόρησε η Ερμηνευτική των ονείρων του Ζίγκμουντ Φρόυντ. (Προφανώς, οι συμπτώσεις αυτές δεν παραπέμπουν σε κάποιο μυστηριώδη «δόλο» της ιστορίας, αλλά είναι απλώς σημαδιακές «στιγμές» μέσα σε ένα ιστορικό και πνευματικό γίγνεσθαι.)

Λίγα λόγια τώρα, σχηματικά, για την εποχή. Ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε από τεράστιες ανατροπές και ανακατατάξεις σε κάθε επίπεδο και σε παγκόσμια κλίμακα. Ουσιαστικά, παρατηρείται στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική ο σταδιακός εκθρονισμός μιας αγροτικής παράδοσης αιώνων και η αντικατάστασή της από μια αστική, εκβιομηχανισμένη, τεχνοκρατική κοινωνία. Οι ιδέες της Γαλλικής αστικής επανάστασης του 1789 περί ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης μεταφράζονται στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού του έθνους και στον φιλελευθερισμό, με την έμφασή του στην ατομική ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελεύθερη αγορά, δηλαδή στην αλματώδη και απρόσκοπτη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ένα αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής είναι η δημιουργία των εθνών-κρατών, όπως είναι η Γερμανία (που ενοποιήθηκε ανάμεσα στο 1828 και το 1888), η Ιταλία, το Βέλγιο, οι βαλκανικές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), η κατάρρευση παλιών αυτοκρατοριών, όπως είναι η αυστροουγγρική και η οθωμανική, και η εξάπλωση των ΗΠΑ προς τα δυτικά, η εκβιομηχάνισή της και η εντόπια επανάσταση της αγοράς, καθώς και η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός της Ρωσίας. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα, στενά συνδεδεμένο με το προηγούμενο είναι η ακμή της αποικιοκρατίας: μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οι δυτικές αυτοκρατορίες μοιράζονται ολόκληρη σχεδόν την Αφρική, τη νοτιοανατολική Ασία και πολλά νησιά του Ειρηνικού ωκεανού.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συμβαδίζει και προωθείται από τις εντυπωσιακές και ραγδαίες προόδους της επιστήμης και της τεχνολογίας και την παρεπόμενη έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης, η οποία στηρίζεται αρχικά στη χρήση του κάρβουνου, του σίδηρου και του σιδηρόδρομου, αλλά προς τα τέλη του αιώνα, από το 1874 και εξής, στο ατσάλι, στα χημικά, στον ηλεκτρισμό και στο πετρέλαιο. Όψεις ή επακόλουθα της ανάπτυξης αυτής είναι ο πολλαπλασιασμός των μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων, η γιγάντωση των πόλεων και η αστυφιλία, η άνοδος του επιπέδου ζωής, αλλά και το μεγάλωμα του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών, και τέλος η γένεση ενός ογκώδους βιομηχανικού προλεταριάτου και η εμφάνιση και δράση σοσιαλιστικών, κομουνιστικών και αναρχικών κινημάτων.

Οι αντίστοιχες εξελίξεις στο ιδεολογικό επίπεδο (με την ευρύτερη έννοια του όρου) είναι εξ ορισμού τόσο πολύπλοκες και ετεροβαρείς που δεν επιδέχονται ανάλογη σχηματοποίηση. Θα περιοριστώ να πω ότι ο φιλελευθερισμός, με την έμφασή του τόσο στον ατομικισμό όσο και στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της συνεχούς «προόδου» του ανθρώπου συνολικά, με την επιμονή του σε μια δήθεν πραγμάτωση των ιδεών του Διαφωτισμού περί ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας, αποτελεί μια προσχηματική επικάλυψη τόσο της κυριαρχίας του κράτους και της «αντιπροσωπευτικής» ψευδοδημοκρατίας όσο και της διαιώνισης της ταξικής κοινωνίας και της ανισότητας των ανθρώπων. Αντίθετα, οι σοσιαλιστικές, κομουνιστικές και αναρχικές θεωρίες, πρεσβεύουν μια άλλη αντίληψη περί προόδου και μια ουσιαστική υλοποίηση των ιδεών του Διαφωτισμού (είναι αυτονόητο πως η διαπίστωση αυτή δεν θέλει σε καμιά περίπτωση να τις εξομοιώσει και να εξαλείψει τα ιδιαίτερα και συχνά αντιφατικά χαρακτηριστικά τους). Οι θεωρίες αυτές θέλουν να καταρρίψουν, η καθεμιά με τον τρόπο της, τόσο την ταξική κοινωνία όσο και τις θεωρίες που τη νομιμοποιούν και πιστεύουν στη δυνατότητα ενός ριζικού και πρωτόφαντου ιστορικά μετασχηματισμού της κοινωνίας. Τέλος, το αντίβαρο στις δύο αυτές «αισιόδοξες» τάσεις με τα πολυάριθμα παρακλάδια είναι ο μηδενισμός, η έλλειψη πίστης στη δυνατότητα της προόδου, της βελτίωσης του ανθρώπου, της μεταρρύθμισης εν γένει, που φτάνει σε σημείο, αντλώντας ακόμη και από θεολογικές πηγές, να αρνηθεί κάθε νόημα στην ύπαρξη. Ο μηδενισμός μπορεί να είναι πεσιμισμός, μπορεί όμως να εκφράζει και ένα στρεβλό οπτιμισμό (για να το πω στην κοινή γλώσσα: αν δεν μένει πια τίποτε να ειπωθεί και αν τίποτε δεν έχει νόημα, κοιτώ τουλάχιστον να «περνώ καλά»).

Έρχομαι τώρα στους δύο στοχαστές που αποτελούν αντικείμενο της ομιλίας μου. Αφού σημειώσω πως και οι δύο παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τα γεγονότα της ιδιαίτερα δραματικής εποχής τους (π.χ. ο Στίρνερ τις κοινωνικές εξεγέρσεις του 1848 και ο Νίτσε την Κομούνα των Παρισίων του 1871), θα δώσω λίγα βιογραφικά στοιχεία του Στίρνερ. Αυτός γεννήθηκε το 1806 και πέθανε το 1856 στη Γερμανία. Σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία και κλασική φιλολογία (ευτύχησε να έχει δάσκαλο τον ίδιο τον Χέγκελ), εργάστηκε για ένα διάστημα ως καθηγητής σε ιδιωτικό λύκειο θηλέων και κατόπιν (μετά το δεύτερο γάμο του και με το κεφάλαιο της γυναίκας του) επιχείρησε να γίνει, ανεπιτυχώς, έμπορος γάλατος. Στη συνέχεια μετέφρασε κάποια έργα άγγλων οικονομολόγων στα γερμανικά και τελείωσε τη διαδρομή του ως φτωχός παραγγελιοδόχος, που αναγκαζόταν να αλλάζει πόλεις επειδή τον κυνηγούσαν οι πιστωτές του.

Ο Στίρνερ ανδρώθηκε διανοητικά μέσα στο χώρο των νέων εγελειανών ή εγελειανών της αριστεράς, όπως ο Φόυερμπαχ, οι αδελφοί Μπάουερ, ο Νταβίντ Στράους, ο Ρούγκε, ο Ες και τελικά ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι οποίοι προσπάθησαν να αποτινάξουν από πάνω τους, ο καθένας με τον τρόπο του, τη βαριά σκιά του Χέγκελ, προτάσσοντας ταυτόχρονα τη δική τους άποψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Ο Στίρνερ υπήρξε συγγραφέας ενός και μοναδικού ογκώδους βιβλίου με τον τίτλο Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του. (Έγραψε και κάποια πολύ βραχύτερα κείμενα μικρότερης σημασίας.). Το βιβλίο αυτό ορθά παρομοιάστηκε με «κομήτη». Έλαμψε για λίγο έντονα στο ευρωπαϊκό πνευματικό στερέωμα, δέχτηκε δριμείες κριτικές, εξαφανίστηκε και επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, σπρωγμένο από την αίγλη που είχαν αποκτήσει διεθνώς τα έργα του Νίτσε. Έκτοτε παραμένει ορατό. Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί δύο φορές, στα γαλλικά επίσης δύο, στα ιταλικά έξι κτλ. (Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί μόνον αποσπάσματά του.).

Ας δούμε από πιο κοντά το βιβλίο αυτό. Ήδη από τον τίτλο του θέλει να δείξει ότι το άτομο, το εγώ, κάθε μεμονωμένο άτομο και μεμονωμένο εγώ, είναι μοναδικό και δεν μπορεί να αναχθεί σε καμιά κοινωνική, πολιτική ή θρησκευτική διάσταση. Ως τέτοιο, μπορεί λοιπόν να θεωρεί, δικαιωματικά, όλα τα υπόλοιπα πράγματα, τον κόσμο και τους ανθρώπους, «ιδιοκτησία» του.

Το εγώ είναι η πρώτη αρχή, αλλά δεν μπορούμε να το ορίσουμε, διότι βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία ροής και διάλυσης. Αν προσπαθήσουμε να το σκεφτούμε (δηλαδή να το ορίσουμε), τού στερούμε ακριβώς τη μοναδικότητά του, εφόσον, θέλουμε δεν θέλουμε, θα το κλείσουμε μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σε κάποια γενική ουσία ή καθορισμό. Το εγώ βγαίνει μέσα από ένα δημιουργικό μηδέν, στο οποίο κάθε τόσο επιστρέφει.

Το πεπερασμένο αυτό εγώ διαθέτει αυτοκατοχή, μια ιδιότητα την οποία έχει πάντα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και όταν είναι δούλος ή υφίσταται βασανιστήρια. Σε αντίθεση με την αυτοκατοχή, η πολυδιαφημισμένη ελευθερία είναι για τον Στίρνερ πλασματική έννοια, καθώς σημαίνει πάντα την «ελευθερία από κάτι». Όσο πιο ελεύθεροι όμως γινόμαστε, τόσο περισσότερους καταναγκασμούς ανακαλύπτουμε. Όσο για την «εσωτερική ελευθερία», την οποία μπορεί να έχει ακόμη και ένας δούλος (όπως υποστήριζαν ήδη από την αρχαιότητα οι στωικοί φιλόσοφοι), κι αυτή δεν είναι, για τον Στίρνερ, παρά φενάκη.

Ο μοναδικός, το εγώ, κινείται μέσα στον κόσμο μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του. Για να το πετύχει αυτό, χρησιμοποιεί μέσα όπως η πειθώς, ο εξαναγκασμός, το παρακάλιο ή η υποκρισία. Ποιος δεν είπε ψέματα σε έναν χωροφύλακα που τον συνέλαβε κάποτε; λέει ο Στίρνερ. Γιʼ αυτό βλέπει τον κόσμο και τους ανθρώπους ως ιδιοκτησία του, ως κάτι που χρησιμοποιεί για την προσωπική του απόλαυση, ως κάτι που μπορεί να διαθέσει όπως θέλει, ακόμη και να το χαλάσει, ανάλογα με τις επιθυμίες του και τις επιταγές της ελεύθερης θέλησής του. (Έννοιες όπως γενική βούληση, γενικό συμφέρον, καλό του συνόλου κτλ. είναι ψευδείς και αλλοτριωτικές κατά τον Στίρνερ.) Η έκταση και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία του το εγώ εξαρτώνται από την ποσότητα της δύναμής του. Αυτό είναι και το μόνο δικαίωμα του μοναδικού, ο οποίος δεν αναγνωρίζει κανένα άλλο δικαίωμα, υποχρέωση ή καθήκον, όπως τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα ή τα πάσης φύσεως ιερά και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα.

Για να μπορέσει να ζήσει ο μοναδικός ως ιδιοκτήτης, πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή κατάσταση εξέγερσης, προκειμένου να μπορεί να απαλλάσσεται από όλες τις μεγάλες και καθαγιασμένες φενάκες που στοχεύουν στην αλλοτρίωσή του. Αυτές είναι η ιδιοκτησία με τη γνωστή (όχι τη στιρνερική) έννοια του όρου, η οικογένεια, το κράτος, ο λαός, η κοινωνία, οι κοινωνικές τάξεις, η ανθρωπότητα, η κοινότητα, η ομάδα (κάθε ομάδα). Όλες αυτές είναι ψευδείς υποστάσεις και τάξεις εξάρτησης, ξένοι αφέντες που αποβλέπουν στην υποδούλωση του μοναδικού, στον ευνουχισμό του, στο να μη γίνει αυτό που είναι, στο να μην ζήσει τον εαυτό του. Για παράδειγμα, το δημιουργημένο από την αστική τάξη κράτος είναι ο κατεξοχήν απόλυτος μονάρχης που, με βάση ένα σύστημα δικαίου, καθορίζει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι (δικαιώματα και υποχρεώσεις), καθώς και τις συνθήκες νομιμότητας της ιδιοκτησίας. Το αποτέλεσμα όμως, που δεν το καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί του, οι αστοί, είναι η αυτονόμηση του κράτους. Το κράτος γίνεται μια εξωτερική, αυτοδύναμη βαθμίδα που βάζει φραγμό στα συμφέροντα του μοναδικού και συγχρόνως προσδιορίζει άπαξ διά παντός τα συμφέροντα των δικών του δημιουργών, των αστών. Συνεπώς, αυτοί είναι ευνουχισμένα εγώ, φυλακισμένοι στην ιδεοληψία που οι ίδιοι κατασκεύασαν. Εξυπηρετούν βέβαια μέσω του κράτους τα συμφέροντά τους, αλλά τα συμφέροντα αυτά είναι περιορισμένα, καθορισμένα, συρρικνωμένα, αιώνια και ανάλλακτα.

Τα ίδια ισχύουν και για τις άλλες φενάκες, τον λαό, την πατρίδα, την οικογένεια κτλ. Όλα αυτά τα νοητικά κατασκευάσματα αυτονομούνται, επιτυγχάνουν την αλλοτρίωση του εγώ, το κάνουν να θυσιάζεται για σκοπούς άλλους από τον δικό του. Στην αρχαία Αθήνα, για παράδειγμα, ο λαός, το σώμα των αθηναίων πολιτών, είχε αυτονομηθεί, με συνέπεια να καταπιέζεται και να μένει ανυπεράσπιστο το μεμονωμένο άτομο. Οι Αθηναίοι επινόησαν τον οστρακισμό, την αποπομπή των ανεπιθύμητων πολιτών, ακριβώς την εποχή που ο λαός απολάμβανε της μεγαλύτερης εκτίμησης. Θύμα αυτής της αυταπάτης έπεσε και ο ίδιος ο Σωκράτης, ο οποίος δεν άκουσε τις παραινέσεις των μαθητών του και δεν το έσκασε από τη φυλακή. Ήπιε το κώνειο, αποδεικνύοντας περίτρανα πως ήταν κορόιδο, θύμα της πιο συντριπτικής φαντασίωσης των ανθρώπων της εποχής του. (Εξίσου κορόιδο φάνηκε, κατά τον Στίρνερ, και ο Χριστός, που άφησε να τον σταυρώσουν, ενώ είχε ήδη πετύχει την ανατροπή του «εθνικού» ειδωλολατρικού κατεστημένου.)

Αντίθετα, ο «αντιουτοπιστής» μοναδικός δεν πιστεύει σε κανένα «πρέπει». Δεν πιστεύει στις ηθικές αξίες, στην ισότητα, στη δικαιοσύνη, στη φιλία, στην αγάπη, είτε υπό κάποια υπαρκτή μορφή τους είτε υπό κάποια ιδεατή. Δεν πιστεύει σε καμιά θεωρία που μιλά για δυνατότητα βελτίωσης του ανθρώπου, για πρόοδο του ανθρώπου ή για δυνατότητα έκφρασης της αληθινής φύσης του, αν γκρεμιστούν τα τείχη και σηκωθούν τα πέπλα που την καταστέλλουν και τη συσκοτίζουν. Οι κομουνιστικές ή αναρχικές ιδέες της κατάργησης της ιδιοκτησίας, της ίσης κατανομής του πλούτου και της καθαίρεσης του κράτους, που, αν πραγματωθούν, θα επιτρέψουν στους ανθρώπους να ζήσουν με αλληλεγγύη, ισότητα και ελευθερία, είναι γιʼ αυτόν απάτες και παραπλανήσεις. Τόσο η «τυπική» ισότητα του φιλελευθερισμού (όπου όλα τα άτομα είναι «τυπικά» ίσα έναντι των νόμων, αλλά άνισα ως προς τον πλούτο και την εξουσία) είναι για τον Στίρνερ εξίσου κατακριτέα και απορριπτέα με την ιδέα της ουσιαστικής ισότητας, που θα προκύψει, κατά τους κομουνιστές και τους αναρχικούς, από την κατάργηση της ιδιοκτησίας, διότι και στις δύο περιπτώσεις εκείνο που θα κυριαρχήσει είναι μια «απρόσωπη» κοινωνία, με τους νόμους και την ηθική της, η οποία συνεπάγεται εξ ορισμού την εκμηδένιση της μοναδικότητας του εγώ, την εξαφάνισή του ως προσώπου. Ισότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν μπορεί να υπάρξει, αφού αυτοί διαθέτουν (και θα διαθέτουν εσαεί) διαφορετική ποσότητα δύναμης. Η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί μέσα σε κοινωνικά πλαίσια. Αυτό θα ήταν αντίφαση στους όρους. Κάθε μορφή κοινωνίας, φιλελεύθερη, κομουνιστική ή αναρχική, επιβάλλει στο άτομο όρια που το εμποδίσουν να αντιδράσει απέναντι στους άλλους όπως του αρέσει. Το σλόγκαν «η ελευθερία μου τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» δείχνει εύγλωττα πως με κοινωνικούς όρους η ελευθερία είναι πάντα σχετική, ελευθερία μέσα στον περιορισμό, στην καθυπόταξη ή και στη δουλεία. Επομένως, καμιά πολιτική επανάσταση ή ανατροπή δεν μπορεί να «ελευθερώσει» τον άνθρωπο.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν όμως ότι ο μοναδικός είναι ερημίτης ή ασκητής. Συνάπτει σχέσεις (π.χ. φιλικές ή επαγγελματικές), ποτέ όμως δεν παραδίνεται σʼ αυτές, δεν αφήνει να τον ορίσουν, δεν θυσιάζει το συμφέρον του για χάρη τους. Ίσα ίσα, τις χρησιμοποιεί για το συμφέρον του. Οι σχέσεις του χαρακτηρίζονται από προσωρινότητα και διαρκή αμφισβήτηση, διότι μέριμνά του είναι να αξιολογεί τον εαυτό του με βάση την αποκλειστικότητά του και όχι τις σχέσεις του. Μπορεί να αγαπάει (φιλικά ή ερωτικά) κάποιον ή κάποιαν, απεχθάνεται όμως τη ρομαντική ή αλτρουιστική αγάπη, την παράδοση στον άλλο, τη θυσία δηλαδή του εαυτού του. Αγαπάει μόνο στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς. Η ιδιοτέλεια είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει, ακόμη και σʼ εκείνους που ισχυρίζονται πως είναι ανιδιοτελείς. (Κατά τον Στίρνερ, και αυτοί είναι εγωιστές, αλλά, για να το πούμε έτσι, ασύνειδοι.) Έννοιες όπως φιλανθρωπία, οίκτος, αλληλεγγύη εκφράζουν, κατά τον Στίρνερ, κλασικές μορφές αυτοαλλοτρίωσης και αυτοπροδοσίας.

Ο μοναδικός του Στίρνερ είναι λοιπόν ο απόλυτος μηδενιστής (οπτιμιστής μηδενιστής)-εγωιστής, ο οποίος βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο ως ιδιοκτησία του, ως κάτι που μπορεί να μπορεί να απολαύσει σπαταλώντας το, διαλύοντάς το, ζώντας το, χρησιμοποιώντας το όπως του αρέσει. Κι αυτό το κάνει μόνος του, δίχως να θέλει να το μοιραστεί με κανέναν άλλο. Τον ενδιαφέρει μόνον το παρόν και δεν ζει με ελπίδες για το μέλλον ούτε αναγνωρίζει κανέναν ανώτερο σκοπό ή προορισμό. Ο μοναδικός μπορεί λοιπόν να κινηθεί όπως επιθυμεί ή κρίνει, αφήνοντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Στόχος του δεν είναι η ανατροπή του κατεστημένου, του κράτους, της οικογένειας και των άλλων αλλοτριωτικών θεσμών, αλλά το ξεγέλασμά τους και η χρησιμοποίησή τους. Συνεπώς, ο μοναδικός μπορεί να είναι οτιδήποτε, τρομοκράτης, βομβιστής, κρατικός αξιωματούχος, άνθρωπος της θρησκείας κτλ., αν κρίνει και για όσο κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί καλύτερα την επιδίωξη της προσωπικής ευχαρίστησής του. Ξέρει τι είναι οι θεσμοί, αλλά δεν αφήνει να «τον πιάσουν κορόιδο». Αντίθετα, τους εξαπατά αυτός. Είναι ένας «προηγμένος» κυνικός.

Τι είναι όμως η ευχαρίστηση, οι επιθυμίες, τα συμφέροντα, η ελεύθερη θέληση του μοναδικού; Είναι πράγματα αυθύπαρκτα και αυτοκαθοριζόμενα; Και γιατί είναι η ηδονή κάτι αυτοφυές και αληθές, ενώ η παραγωγή αξιών και ιδανικών κάτι ετεροκαθοριζόμενο και ψευδές; Επιπλέον, δεν μπορεί να αντλείται ηδονή από οράματα ή ιδανικά; Γιατί είναι αυτοσκοπός η ηδονή; Ο Στίρνερ, αυτός ο μακρινός συγγενής του μαρκήσιου ντε Σαντ, εξετάζει ανεπαρκώς τα εύλογα αυτά ερωτήματα που σηματοδοτούν, μεταξύ άλλων, και τα όρια της σκέψης του, τα όρια του βιβλίου του, που εύστοχα χαρακτηρίστηκε «οδηγός επιβίωσης μέσα στον καπιταλισμό».

Όλα λοιπόν ξεκινούν από τον εαυτό και καταλήγουν σʼ αυτόν. Για τον Στίρνερ, το γενικό ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος;» δεν έχει καμιά απολύτως σημασία και πρέπει να αντικατασταθεί από το ερώτημα «ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;». Ωστόσο, παρόλο που ο Στίρνερ δεν ιλιγγιά μπροστά στην απομόνωση, στο μηδέν, στο κενό που πρεσβεύει, αλλά θέλει αντίθετα να το «χαρεί», και παρόλο που πιστεύει ότι οι αλήθειες του είναι «σχετικές» και μη ανακοινώσιμες (τότε όμως γιατί έγραψε το βιβλίο του;), κάνει μια περίεργη υποχώρηση. Υποστηρίζει ότι, αφού η κοινωνία είναι κάτι ψευδές και καταπιεστικό, θα έπρεπε να αντικατασταθεί από τον «συνασπισμό» ή «ένωση» των εγωιστών, μοναδικών δηλαδή ατόμων, που θα συνέχιζαν όμως να αποβλέπουν, εντός της ένωσης, στην ικανοποίηση των προσωπικών επιθυμιών τους. Η ένωση αυτή θα ήταν βέβαια ένας «πόλεμος όλων εναντίον όλων», με σκοπό την αύξηση της δύναμης του καθένα σε βάρος, φυσικά, των άλλων. Τα ερωτήματα που εγείρονται αμέσως μετά την αλλόκοτη αυτή σύλληψη είναι πολλά και σπουδαία. Θα περιοριστώ να πω ότι πρώτος ο νεοεγελειανός Μόζες Ες κατηγόρησε τον Στίρνερ γιʼ αυτήν τονίζοντας ότι όλες οι κοινωνίες μέχρι τώρα δεν ήταν παρά παρόμοιες «ενώσεις» ή «συνασπισμοί εγωιστών», που απέβλεπαν και κατέληγαν στην εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους. Ο Ες δεν έλαβε πάντως υπόψη του ότι ο συνασπισμός του Στίρνερ θα λάμβανε χώρα ανάμεσα σε «μοναδικούς», δηλαδή σε αποφενακισμένα άτομα, σε άτομα που θα είχαν προβεί προηγουμένως σε καθολική απομυθοποίηση των πάντων και θα είχαν απαλλαγεί από κάθε είδος αυταπάτης. Ίσως η ιδέα της ένωσης ή του συνασπισμού των εγωιστών ή μοναδικών να είναι τελικά ένα «αντίδοτο» που δίνει ο ίδιος ο Στίρνερ στον απόλυτο ατομικισμό και μηδενισμό του. Όσο κι αν ο συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο, ίσως ο «συνασπισμός των εγωιστών» να είναι ένα σκιώδες κοινωνικό πρόταγμα, κάτι που ξεφεύγει δηλαδή από το παρόν και κατοικοεδρεύει στο μέλλον.

Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε κάποιους από τους υποτιθέμενους αντιπάλους και διαδόχους του Στίρνερ. Οι κριτικές που δέχτηκε ο Στίρνερ αμέσως μετά την εμφάνιση του «μοναδικού» του βιβλίου ήταν περισσότερες από τους επαίνους και προέρχονταν κυρίως από τους παλιούς του ομοϊδεάτες, τους εγελειανούς της αριστεράς, όπως τον Φόυερμπαχ, τον Ες και τον Μπάουερ. Την πιο δριμεία κριτική του άσκησαν όμως οι Μαρξ και Ένγκελς, το 1845-1846, με το βιβλίο τους Η γερμανική ιδεολογία, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε όμως σε δύο φάσεις, το 1903-1904 και το 1932, και έμεινε συνεπώς για πάντα άγνωστο στον Στίρνερ. Σημειώνω ότι ο Ένγκελς έκανε για πολύ καιρό παρέα με τον Στίρνερ στο Βερολίνο, στην ομάδα Die Freien, και είναι αυτός που τον κατέταξε το 1886 με το ατυχές βιβλίο του Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, στην ίδια κατηγορία με τους αναρχικούς Μπακούνιν και Προυντόν.

Στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι ο εαυτός, η συνείδηση, η αυτοσυνειδησία είναι πράγματα κοινωνικά καθορισμένα και δεν μπορούν να εξεταστούν έξω από τα πλαίσια κάθε συγκεκριμένης εποχής και κοινωνικού περιβάλλοντος, ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατηγορούν τον Στίρνερ ότι οι έννοιές του τού μοναδικού και της αυτοσυνειδησίας είναι κενές αφαιρέσεις, απλοϊκός υλισμός και συνάμα απενσαρκωμένος ιδεαλισμός. Τονίζουν ότι, παρόλο που απεχθάνεται το κράτος, δεν μπορεί να το γκρεμίσει, διότι η εξέγερσή του είναι καθαρά «κατʼ όνομα», πλασματική. (Παραβλέπουν όμως το γεγονός ότι ο Στίρνερ δεν θέλει να καταργήσει το κράτος αλλά να το «εξαπατήσει».) Απορρίπτουν επίσης την έννοια των μοναδικών για κάθε άνθρωπο συμφερόντων, των καθαρά ατομικών συμφερόντων (για αυτούς ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, άρα υπάρχει πάντα, έστω και διαστρεβλωμένο, κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «γενικό συμφέρον»). Υποστηρίζουν, βεβιασμένα και άστοχα είναι αλήθεια, ότι οι απόψεις του Στίρνερ για την ιδιοκτησία τον καθιστούν εκπρόσωπο των γερμανών μικροαστών, που μόνη τους λαχτάρα ήταν να γίνουν αστοί και να καρπωθούν τα προνόμια των τελευταίων. Τέλος, μέμφονται, ορθά από μια ορισμένη οπτική γωνία, τον Στίρνερ για το ότι ανάγει τελικά όλες τις ανθρώπινες σχέσεις σε σχέσεις ωφελιμισμού και εκμετάλλευσης.

Είναι φανερό πως άβυσσος χωρίζει τον Στίρνερ από τη μια και τους Μαρξ και Ένγκελς από την άλλη. Αρκούμαι εδώ να επισημάνω ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς αφήνονται να παρασυρθούν από την ούτως ή άλλως συζητήσιμη πεποίθησή τους ότι «δεν καθορίζει η συνείδηση τη ζωή, αλλά η ζωή τη συνείδηση» και βλέπουν τον μοναδικό του Στίρνερ ως μια απόπειρα πλήρους ανεξαρτητοποίησης του εγώ, του εαυτού, από τα κοινωνικο-ιστορικά δεδομένα. Ο Στίρνερ όμως αφήνει να εννοηθεί, υπόρρητα κατά τη γνώμη μου, ότι ο μοναδικός δεν είναι αλλά γίνεται. Γίνεται, όταν συνειδητοποιήσει και διώξει όλα τα φαντάσματα που τον κατατρύχουν (κοινωνία, θρησκεία, ανθρώπινη φυλή, κράτος, έθνος, τάξεις κτλ.), τα οποία δεν έχουν κατεβεί από κάπου σαν από μηχανής θεοί αλλά είναι, ασφαλώς, κοινωνικο-ιστορικά κατασκευάσματα. Μπορεί να μη θέλει να τα εξαλείψει, σίγουρα όμως θέλει να τα ξεπεράσει, «να ανεβεί ψηλότερα απʼ αυτά», όπως λέει ο ίδιος. (Εξ ου και η «μόνιμη» εξέγερσή του.). Επομένως, ο χαρακτηρισμός του Στίρνερ ως ενός είδους «αυτιστικού ιδεαλιστή» είναι ανεπιτυχής και μαρτυρεί τη σφοδρή επιθυμία του Μαρξ και του Ένγκελς να τελειώνουν μια για πάντα με μια πολύ προκλητική (έστω και προβληματική) σκέψη. (Αυτό φαίνεται και από τον τεράστιο αριθμό των σελίδων που αντιστοιχούν στη Γερμανική ιδεολογία στον «άγιο Μαξ», δηλαδή στον Στίρνερ.) Πάντως, η βασική διαφορά μεταξύ των τριών έγκειται στο ότι στη σύλληψη του Μαρξ και του Ένγκελς σχετικά με την πράξη μιας ανθρώπινης συλλογικότητας (ομάδας, κοινωνικής τάξης κτλ.), η οποία αφορά το σύνολο των ανθρώπινων όντων, αντιπαρατίθεται η σύλληψη του Στίρνερ σχετικά με τη «δημιουργικότητα» του καλλιτέχνη, ο οποίος πραγματώνει και εκφράζει μόνον τον εαυτό του.

Για να περάσω σε ένα άλλο ζήτημα, μια από τις πιο παράξενες και βεβιασμένες ταυτίσεις που έχουν γίνει είναι εκείνη του Στίρνερ με τους αναρχικούς. Η άποψη αυτή, που ανάγεται στον Ένγκελς και επαναλαμβάνεται αργότερα από τον αναρχικό ποιητή και βιογράφο του Στίρνερ, Μακάυ, παγιώθηκε με τον χαρακτηρισμό του Στίρνερ ως αριστοκράτη ή ατομικιστή αναρχικού, μολονότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν αναρχικοί στοχαστές άμεσα επηρεασμένοι από τις ιδέες του Στίρνερ. Οι μόνοι που ονοματίστηκαν «επίγονοι» του Στίρνερ ήταν ο αμερικανός αναρχικός Μπέντζαμιν Τάκερ, κάποιοι κύκλοι καλλιτεχνών και λογοτεχνών του «τέλους του αιώνα», ιδίως Γάλλοι, και τέλος ορισμένες «τρομοκρατικές» ομάδες αναρχικών που έδρασαν στη Γαλλία και στην Ιταλία τη δεκαετία του 1890, καθώς και διάφορες «γκανγκστερικές» συμμορίες της Αμερικής του 1920.

Οι «εκλεκτικές» αυτές συγγένειες είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ αμφίβολες. Ανυπόστατη ή στην καλύτερη περίπτωση εξαιρετικά χαλαρή φαίνεται για παράδειγμα η σύνδεση του Στίρνερ με τη δράση των αναρχικών «ντεσπεράντος», που ζούσαν εκτός νόμου, σαν μοναχικοί λύκοι, κάνοντας ένοπλες ληστείες, βάζοντας βόμβες και σκοτώνοντας εκπροσώπους του κατεστημένου. Θεωρητικά, ο Στίρνερ δεν θα είχε αντίρρηση για τις ένοπλες ληστείες, αφού αυτές θα ήταν απλώς ένα από τα «πρόσφορα» μέσα που θα μπορούσε να επιλέξει και να χρησιμοποιήσει κάποιος για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, θα έβρισκε όμως άνευ νοήματος τη σύγκρουση με το κατεστημένο με βόμβες ή δολοφονίες, είτε αυτές γίνονταν από αυτοτροφοδοτούμενο μίσος είτε με σκοπό να «αφυπνίσουν» τον κόσμο.

Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Στίρνερ μοιάζει με τους αναρχικούς στην απόρριψη κάθε καθαγιασμένης αυθεντίας (θρησκευτικής, πολιτικής ή ευρύτερα κοινωνικής), στην άρνηση του κράτους ως μέσου εδραίωσης της κοινωνικής τάξης και επιβολής του δικαίου στα μέλη του (ενός δικαίου που καθορίζει με αυστηρούς κανόνες και με τη βία την ατομικότητά τους και τη δράση τους) και στη μη παραδοχή των «αναπαλλοτρίωτων» δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Σε γενικές γραμμές όμως, οι αναρχικοί πιστεύουν ότι αν μέσω της επανάστασης συντριβεί το κράτος και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του, αν αρθούν οι ιδεολογικές αγκυλώσεις της θρησκείας και της παγιωμένης, αμετακίνητης ηθικής, καθώς και οι κοντόφθαλμες ιδεολογίες όπως π.χ. ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο σεξισμός, αν τέλος καταργηθεί η ιδιοκτησία ως εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν δυνατότητες κρυμμένες ή φιμωμένες ώς εκείνη τη στιγμή και να χτίσουν μια κοινωνική οργάνωση δίχως αυθεντίες και διακυβέρνηση εκ των άνω, στηριγμένη στην αυτονομία, στην αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία. Το πρόταγμα αυτό εμπεριέχει τις εξής πεποιθήσεις: α) ότι ο άνθρωπος είναι, όπως είπε ο Μπακούνιν, βαθύτατα κοινωνικό και συνάμα βαθύτατα ατομικό ον· β) ότι ο άνθρωπος έχει έμφυτη ηθική αίσθηση και αίσθηση δικαίου, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα της συνεργασίας και του αμοιβαίου σεβασμού, χωρίς βέβαια να εξαλείφονται ως διά μαγείας οι διαφορές και οι συγκρούσεις, και γ) ότι ο άνθρωπος μπορεί να πειστεί από το ίδιο του το λογικό και να το χρησιμοποιήσει έτσι ώστε να υλοποιήσει στην πράξη, να δώσει σάρκα και οστά στις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Κατά τους αναρχικούς λοιπόν, ο άνθρωπος είναι ένα ον που διαθέτει δυνατότητα ριζικής βελτίωσης ή αναμόρφωσης του εαυτού του και του κόσμου (περφεξιονισμός).

Αντίθετα, ο μοναδικός του Στίρνερ δεν δέχεται την ύπαρξη μιας ιδεώδους ανθρώπινης φύσης, που απλώς δεν έχει πραγματωθεί ακόμα, ούτε την πιθανότητα για την επίτευξη κάποιας κοινωνικής αρμονίας. Περιφρονεί κάθε ηθική αρχή (είναι δηλαδή αμοραλιστής) και δεν πιστεύει στη συλλογική δράση ή στην επανάσταση. Θέλει απλώς να απαλλαχτεί από τις αλλοτριώσεις που του έχουν επιβάλλει και να «ζήσει τον εαυτό του», μόνος του, αν και ανάμεσα σε άλλους, εδώ και τώρα. Αμφισβητεί τα δικαιώματα ιδιοκτησίας μόνο και μόνο επειδή του απαγορεύουν να χρησιμοποιήσει ο ίδιος πράγματα που δεν του «ανήκουν». Επειδή όμως τα θέλει, θα χρησιμοποιήσει τη δύναμη που διαθέτει (κάθε μέσο που κρίνει λυσιτελές) για να τα αποκτήσει. Το ίδιο μπορούν να κάνουν και όλοι οι άλλοι. Ανάλογη με τη δύναμη του καθένα θα είναι και η ιδιοκτησία του. Γιʼ αυτό ο Στίρνερ απορρίπτει την άποψη του Προυντόν ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή». Ο μοναδικός είναι εξ ορισμού εγκληματίας. Επίσης, ο μοναδικός εχθρεύεται το κράτος, όχι επειδή αυτό βιάζει την αυτονομία του ατόμου, αλλά επειδή είναι απειλή για τα ιδιωτικά συμφέροντα του τελευταίου. Το κράτος ασκεί τη δύναμή του πάνω μου, αλλά και εγώ θα ασκήσω τη δική μου. Θα προσπαθήσω με κάθε τρόπο να εξαπατήσω το κράτος και να αποφύγω τους νόμους του. Επομένως, ο μοναδικός είναι ένας κυνικός ατομικιστής που πιστεύει μόνο στη δύναμη και στον ανταγωνισμό και προσβλέπει μόνο στην ικανοποίηση των συμφερόντων και των επιθυμιών του. (Υπενθυμίζω πάντως την αντίφαση που αντιπροσωπεύει η σύλληψη της ένωσης, του συνασπισμού των εγωιστών.). Τέλος, ο μοναδικός αρνείται ουσιαστικά την ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, αφού βλέπει τους πάντες και τα πάντα σαν αντικείμενα προς ιδιοποίηση και αφού θεωρεί καθετί συλλογικό υπαρκτή ή δυνητική αλλοτρίωση για το «εγώ».

Είπα ήδη πως ο Μοναδικός του Στίρνερ ξαναπρόβαλε στον ορίζοντα όταν έγινε ευρέως γνωστό το έργο του Φρίντριχ Νίτσε και ιδίως το βιβλίο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, που γράφτηκε το 1883, σαράντα περίπου χρόνια μετά τον Μοναδικό. (Σημειώνω εν παρόδω πως στο ογκώδες έργο του Νίτσε δεν γίνεται καμιά μνεία στον Στίρνερ. Το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με κάποια ενδεχόμενη συγγένεια μεταξύ τους είναι δυο τρεις μαρτυρίες που λένε πως ο Νίτσε γνώριζε το έργο του Στίρνερ. Προσωπική μου γνώμη, την οποία δεν θα στηρίξω με επιχειρήματα τώρα, είναι ότι ο Νίτσε το γνώριζε.

Ο Νίτσε γεννήθηκε το 1844 και πέθανε το 1900 στη Γερμανία σε ηλικία 56 ετών. Σπούδασε φιλολογία, θεολογία και φιλοσοφία και εργάστηκε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας για 6 χρόνια. Παραιτήθηκε από τη θέση του για λόγους υγείας (ο Νίτσε πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του άρρωστος) και, χάρη σε μια μικρή σύνταξη που κατόρθωσε να βγάλει, πέρασε δεκαπέντε χρόνια ως εργένης πλάνης, γράφοντας τα βιβλία του και αλλάζοντας συνεχώς τόπο διαμονής (μέρη που προτιμούσε ήταν η Ελβετία και ο «Νότος», δηλαδή η βόρεια Ιταλία και η νότια Γαλλία). Το 1888, σε ηλικία 44 ετών, είχε ήδη γράψει ένα τεράστιο έργο (15 πολυσέλιδοι τόμοι στην πιο πρόσφατη έκδοση των απάντων του). Τον ίδιο χρόνο εκδηλώθηκε η ψυχική νόσος που θα τον βύθιζε σε πνευματικό σκοτάδι για 11 ολόκληρα χρόνια, ώς τη στιγμή του θανάτου του.

Επιφανειακά, υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στη σκέψη του Νίτσε και σʼ εκείνη του Στίρνερ. Τέτοιες είναι:

α) Η έμφαση στο υπάρχον άτομο, που πασχίζει εδώ και τώρα να «βγάλει άκρη» με την άμεση εμπειρία του. Η οργάνωση του χάους της άμεσης εμπειρίας είναι για τον Νίτσε «αισθητικό» φαινόμενο. Ο κόσμος δικαιώνεται μόνον ως αισθητικό φαινόμενο.

β) Ο άνθρωπος αναζητά διαρκώς την «αλήθεια», αυτή όμως είναι πάντα σχετική. Εκείνο που μετράει είναι συνεπώς η συνεχής αναζήτησή της, δηλαδή η μόνιμη άσκηση της κριτικής και της αμφισβήτησης σε όλες τις διαστάσεις και τις πτυχές τους.

γ) Η στροφή στον παρόντα κόσμο και συνεπώς η απόρριψη κάθε υπερβατικής, εξωκοσμικής ή αλλοκοσμικής ουσίας και λύσης. Για τον Νίτσε είναι απαράδεκτη κάθε μορφή θρησκείας και ανυπόστατη κάθε μορφή τέλειας, ιδεώδους και δυνάμενης να πραγματοποιηθεί στο μέλλον ανθρώπινης ουσίας και κοινότητας (σαν αυτές που πρεσβεύουν λ.χ. ο κομουνισμός ή ο αναρχισμός).

δ) Η εξονυχιστική εξέταση του ηθικού σύμπαντος, ο εντοπισμός και η καταγγελία των ηθικών συμβάσεων, κοινοτοπιών και αποκρύψεων. Για παράδειγμα, η ηθική αρχή του οίκτου μπορεί να είναι στην ουσία αυτοπροστασία και εκείνη της φιλανθρωπίας φιλαυτία, αγάπη για τον εαυτό.

ε) Η άρνηση κάθε θεσμισμένης αυθεντίας και, φυσικά, της ύψιστης μορφής της, του σύγχρονου κράτους.

στ) Η απολάκτιση ιδεολογιών και πραγματικοτήτων όπως ο φιλελευθερισμός, η αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο εθνικισμός, ο φυλετισμός κτλ. αφενός επειδή τείνουν να αρνηθούν την ατομικότητα, να ομοιογενοποιήσουν τους ανθρώπους, να τους μετατρέψουν σε αγέλη, σε κοπάδι (αυτό κάνει κατά τον Νίτσε κάθε μορφή εξισωτισμού, κάθε θεωρία ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι) και αφετέρου επειδή ανάγουν σε ύψιστες και καθοριστικές αρχές ιδιότητες που είναι απλά προσαρτήματα, όπως το χρώμα του δέρματος, το φύλο, η εθνικότητα, η ηλικία κτλ. (Ο Νίτσε ήταν υπέρμαχος μιας μορφής κοσμοπολιτισμού που καμιά σχέση δεν έχει φυσικά μʼ αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως παγκοσμιοποίηση.)

ζ) Η ανάδειξη της δύναμης και της σύγκρουσης ως των μόνων πανταχού παρουσών και σίγουρων πραγματικοτήτων στη ζωή και στον κόσμο. (Θυμίζω ότι ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι μόνον η δύναμη υπάρχει και η ζωή είναι ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων».)

Περνώντας στη θεωρία του Νίτσε, θα ήθελα να τονίσω πως γιʼ αυτόν η θέληση για δύναμη είναι η μόνη δύναμη πάνω στη γη, αυτή που κινεί όλα τα όντα και τα κάνει να αλληλοσυγκρούονται, να συνδυάζονται, να ενώνονται, να ανακατεύονται αέναα. Όπως λέει ο ίδιος στο Πέρα από το καλό και το κακό, «η ζωή είναι κατʼ ουσίαν ιδιοποίηση, παράβλαψη, καθυπόταξη του ξένου και του ανίσχυρου, καταπίεση, σκληρότητα, εκμετάλλευση… δηλαδή θέληση για δύναμη». Επειδή τα όντα δεν έχουν την ίδια δύναμη (δεν είναι ίσα), ο κόσμος είναι μια τάξη ιεραρχίας από το ανώτερο στο κατώτερο, μια τάξη όμως ρευστή και επιδεχόμενη συνεχείς αμφισβητήσεις και ανακατατάξεις. Στην κορυφή της πυραμίδας αυτών των θελήσεων για δύναμη βρίσκεται φυσικά ο άνθρωπος, ο οποίος έχει επιβάλλει και θα επιβάλλει πάντα την εξουσία του πάνω στη φύση και στους ομοίους του. Αυτό που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις είναι ο ανταγωνισμός (ο αρχαίος ελληνικός αγών, αυτό που δεν άφηνε τον Θεμιστοκλή να κοιμηθεί όταν σκεφτόταν «το του Μιλτιάδου τρόπαιον»). Σας θυμίζω στο σημείο αυτό ότι ο Στίρνερ θεωρούσε τον οστρακισμό που λάμβανε χώρα στην αρχαία Αθήνα εκμηδένιση του ατόμου. Αντίθετα, ο Νίτσε υποστηρίζει ότι ο θεσμός του οστρακισμού ήταν θετικός: όταν ένα άτομο ξεπερνάει όλα τα άλλα, παραμερίζεται από την κοινότητα «προκειμένου να ξαναρχίσει το παιχνίδι των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων». (Εδώ ίσως θα ήταν ενδιαφέρουσα μια σύγκριση με την ένωση, τον συνασπισμό των εγωιστών του Στίρνερ. Ίσως μέσα σʼ αυτόν τον «συνασπισμό» να κρύβεται η ιδεώδης μορφή αγώνος.)

Για τον Νίτσε, η πιο ισχυρή θέληση για δύναμη είναι η πιο πνευματική, δηλαδή εκείνη που χαρακτηρίζει τους «μεγάλους εφευρέτες καινούργιων αξιών» ή δημιουργούς. Τέτοιοι άνθρωποι προβαίνουν, μαζί με τους μαθητές/οπαδούς τους, σε καινούργιες αξιολογήσεις των ανθρώπινων αξιών, ιδεών και πραγμάτων και έτσι προτείνουν ένα καινούργιο «αγαθό» για την πλειονότητα των ανθρώπων (για τον λαό), αναπόσπαστο από έναν πίνακα «υπερνικήσεων», δηλαδή έναν πίνακα που περιέχει όλα εκείνα που πρέπει να ξεπεραστούν τη δεδομένη στιγμή. Οι δημιουργοί μπορούν να εκφράζουν μια «θετική» ή μια «αρνητική» θέληση για δύναμη. Θετική είναι κάθε θέληση για δύναμη που είναι καταφατική προς τη ζωή, που «ευλογεί τα πράγματα και τον άνθρωπο», και αρνητική κάθε θέληση για δύναμη που δεν σέβεται, δεν εκτιμά και δεν αναδεικνύει την αξία της ζωής. Για παράδειγμα, ο χριστιανισμός, η πανίσχυρη αυτή θρησκεία, υποτιμά και δυσφημεί τη ζωή και τον κόσμο εδώ κάτω εν ονόματι ενός «επέκεινα», ενός άλλου κόσμου τιμωρίας ή ανταμοιβής (κόλαση και παράδεισος). Με τις έννοιες της αμαρτίας και της τιμωρίας ταπεινώνει και κουτσουρεύει το ανθρώπινο σώμα και πνεύμα. Με τον χριστιανισμό ανεβαίνουν στην εξουσία οι αδύναμοι, οι αρνητές της ζωής. Ο Χριστός ήταν βέβαια ένας μεγάλος δημιουργός, εξέφρασε όμως την ηθική και επέβαλε την κυριαρχία των «αδύναμων», των «δούλων», δηλαδή των αρνητών της ζωής.

Μιλώντας για την εποχή του, την εποχή της Δύσης του 19ου αιώνα, ο Νίτσε υποστηρίζει πως είναι παρακμιακή, μηδενιστική, εποχή της κυριαρχίας των αδύναμων και της αρνητικής θέλησης για δύναμη. Το κοινωνικό πρόταγμά του (κι εδώ έγκειται μια από τις ουσιώδεις διαφορές του με τον Στίρνερ) είναι να επικρατήσει πάλι, όπως συνέβη πολλές φορές στην ιστορία, η θετική θέληση για δύναμη, η θέληση για δύναμη των δυνατών. (Το «πάλι» διασώζει ώς ένα βαθμό τον Νίτσε από την κατηγορία ότι προσβλέπει κι αυτός σε μια μελλοντική «τέλεια» κοινωνία.) Παρόλο που διατείνεται πως είναι αμοραλιστής και βρίσκεται «πέρα από το καλό και το κακό», θέλει την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας ηθικής, που θα στηρίζεται στην επαναξιολόγηση όλων των δεδομένων μέχρι τώρα αξιών. Το ζητούμενο είναι να βρεθούν οι δημιουργοί, εκείνη η ελίτ που θα προωθήσει και θα επιβάλλει μέσα από ένα νικηφόρο αγώνα έναν τέτοιο σκοπό. Είναι ολοφάνερο ότι ο Νίτσε διαφοροποιείται ευθέως από οποιοδήποτε σοσιαλιστικό ή αναρχικό όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας, η οποία θα ερείδεται κυρίως στη συνεργασία και στην αλληλοβοήθεια ίσων ατόμων. Επιπλέον, ακόμη κι αν νικήσει η θετική θέληση για δύναμη, η κυριαρχία της δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή, όπως διδάσκει η νιτσεϊκή θεωρία της αιώνιας επιστροφής όλων των πραγμάτων –μια δυσνόητη και νεφελώδης θεωρία με την οποία δεν μπορώ να ασχοληθώ εδώ παραπάνω. Εξίσου διαφοροποιείται όμως ο Νίτσε και από τον Στίρνερ, εφόσον πιστεύει σε κάποια μορφή, έστω και αριστοκρατική, συλλογικής δράσης –πράγμα απαράδεκτο και αλλοτριωτικό για τον «Μοναδικό».

Επιγραμματικά, ο μηδενιστικός χαρακτήρας της σύγχρονης εποχής φαίνεται για τον Νίτσε α) από την κυριαρχία του κράτους και των ψεύτικων και παραπλανητικών ιδεωδών της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, καθώς και των γελοίων τυπικών ενσαρκώσεών τους (η ισότητα π.χ. δεν είναι παρά ισότητα έναντι του νόμου και στηρίζεται στην οικονομική και κοινωνική ανισότητα), β) από την κυριαρχία της θρησκείας και των πάσης φύσεως ασφυκτικών και αποστερητικών ιδεολογιών, γ) από την παντοδυναμία του πνεύματος του καπιταλισμού ή του «μικρέμπορου», όπως έλεγε ο ίδιος, με τις αξίες του τού πλουτισμού, της ακατάπαυστης και μηχανικής εργασίας, της επιβεβλημένης σχόλης, του ζωώδους καταναλωτισμού και ηδονισμού. Όλα τα παραπάνω σε καμιά περίπτωση όμως δεν αυτοαποκαλούνται «μηδενισμός», αλλά αυτοπαρουσιάζονται ως πρόοδος και συνεχής βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για τον Νίτσε αντιπροσωπεύουν τον «κρυφό», αλλά πανίσχυρο, μηδενισμό –αν και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι δικός του αλλά δικός μου. Στον «φανερό», τώρα, μηδενισμό ανήκουν όλες εκείνες οι ιδεολογίες και οι φιλοσοφίες που ισχυρίζονται απερίφραστα ότι τίποτε δεν αξίζει, ότι η ζωή είναι μια σειρά επαναλαμβανόμενων κύκλων δίχως νόημα, ότι όλα κανονίζονται, όπως έλεγε π.χ. ο γερμανός φιλόσοφος Άρτουρ Σοπενάουερ, από μια ανώτερη δύναμη, μια «θέληση», που θα μείνει για πάντα άγνωστη στον άνθρωπο και που συνεχώς εξαντικειμενικεύεται δημιουργώντας τις μορφές του υλικού και του πνευματικού κόσμου. Φαντάζομαι πως σʼ αυτήν την κατηγορία θα κατέτασσε ο Νίτσε και την κατά τα άλλα πολύ διαφορετική φιλοσοφία του Μαξ Στίρνερ και παρά τα κοινά στοιχεία που είχε μʼ αυτόν. Μολονότι ο Στίρνερ δεν δεχόταν καμιά υπερβατική αρχή (και προφανώς δεν θα δεχόταν πως μια παντοδύναμη εξωανθρώπινη θέληση σοπεναουερικού ή άλλου τύπου καθορίζει όπως αυτή θέλει τη ζωή των ανθρώπων), ο ατομικισμός και ο ηδονισμός του δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από τον Νίτσε, τον αριστοκράτη φιλόσοφο της κατάφασης στη ζωή, τον υποστηρικτή της υπέρβασης και της επαναξιολόγησης όλων των αξιών, από τον ψυχολόγο που θέλει βέβαια να δρουν και να μην φιμώνονται τα ένστικτα και οι ενορμήσεις, αλλά που τονίζει παράλληλα πως αυτά μετουσιώνονται και πρέπει να μετουσιώνονται διοχετεύοντας την ενέργειά τους σε άλλης τάξης δημιουργήματα. (Σημειώνω εν παρόδω πως στην ιδέα αυτή –και όχι μόνον– στηρίχτηκε αργότερα ο Φρόυντ.)

Ο Νίτσε ζητά λοιπόν μια πνευματική επανάσταση που θα επιφέρει την κυριαρχία της θετικής θέλησης για δύναμη, την οποία αντιπροσωπεύουν οι «δυνατοί». Ωστόσο, τόσο αυτή η σύλληψη για την επανάσταση όσο και η θέληση για δύναμη και το δυαδικό σχήμα «κατάφαση στη ζωή» και «άρνηση της ζωής» παραμένουν για μένα εξαιρετικά προβληματικά, όπως άλλωστε και το αντιδιαφωτιστικό μένος του Νίτσε –με την παντελή απαξίωση της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Είναι όμως αναπόφευκτο να ισοδυναμεί η δύναμη με την επιβολή της κυριαρχίας, δηλαδή την ανισότητα και την ανελευθερία; Με άλλα λόγια, γιατί να μη συμβαδίζει η διαφορά στη δύναμη με μια θεσμισμένη ισότητα και ελευθερία; (Με τη λέξη δύναμη δεν εννοώ φυσικά καμιά μορφή κοινωνικής, οικονομικής κτλ. δύναμης.)

Στα δυσκολότατα αυτά ερωτήματα δεν θα αποπειραθώ να δώσω κάποια απάντηση τώρα. Αυτό που κρατώ πάντως από τους δύο μεγάλους στοχαστές που μας απασχόλησαν σήμερα, τον Στίρνερ και τον Νίτσε, είναι η συμβολή τους στην κριτική και την απομαγικοποίηση της δυτικής κοινωνίας, η άρνηση κάθε υπερβατικότητας, η απαράμιλλή τους ικανότητα να απομυθοποιούν πεποιθήσεις, ιδέες και αξίες παγιωμένες και ατράνταχτες για αιώνες και η επιμονή τους στην αναζήτηση της αλήθειας, έστω κι αν θεωρούν την τελευταία «σχετική». Αναζήτηση της αλήθειας σημαίνει όμως κριτική, αμφισβήτηση, διερώτηση, αποφενακισμός. Τα στοιχεία αυτά είναι για μένα οι κινητήριοι μοχλοί για μια καινούργια σύλληψη της ατομικότητας και της συλλογικότητας και για μια υπερκέραση της σημερινής παντοδυναμίας του μηδενισμού.


Πηγή :http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1372190

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ :μια ορθόδοξη κριτική στον Νίτσε



Για πρώτη φορά ο Σ.Γουνελάς ασχολήθηκε με το έργο του Νίτσε "Λόγοι για την Παιδεία" τους οποίους αποτιμούσε θετικά। Σε αυτό το κείμενο ασχολείται με ένα άλλο έργο του Νίτσε।

Κατά Νίτσε :Με αφορμή την έκδοση του Αντίχριστου

Καλλιτέχνης χωρίς πίστη είναι σαν ζωγράφος τυφλός εκ γενετής»
Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, σ. 60-61.
Όταν έγραφα την Κρίση του πολιτισμού είχα ήδη σημειώσει στην εισαγωγή ότι τρία πρόσωπα, ο Μαρξ, ο Νίτσε και ο Φρόυντ έστρωσαν το δρόμο στον σύγχρονο αποχριστιανισμό των κοινωνιών. Τους αφιέρωσα χωριστές ενότητες αλλά όσον αφορά τον Νίτσε δεν ασχολήθηκα εκεί παρά με τα θετικά του. Εννοώ τον τρόπο που αντιμετώπιζε το ζήτημα της παιδείας ειδικά μέσα από τα Μαθήματα για την παιδεία** που είχαν στο μεταξύ εκδοθεί και στα ελληνικά. Σήμερα μελετώντας την πρόσφατη έκδοση του Αντίχριστου ξανακοίταξα και άλλα βιβλία του και αποφάσισα να μιλήσω εκτενέστερα για την περίπτωση του σε καιρούς μάλιστα που η συμβολή του στον αποχριστιανισμό του κόσμου φαίνεται πολύ πιο καθοριστική και απαιτεί ξαναδιάβασμα του όλου έργου.
Παρενθετικά σημειώνω, για όσους δεν ξέρουν, ότι το τρίπτυχο Μαρξ-Νίτσε-Φρόυντ θριάμβευε τη δεκαετία του εξήντα και εβδομήντα στη Γαλλία (το μαρτυρούν αν μη τι άλλο τα γεγονότα του Μάη του ’68) και πώς το έργο διανοητών σαν τον Deleuze, τον Lyotard και άλλους που φιγουράρουν σε σημερινές βιβλιογραφίες των νεωτέρων θεολόγων μας, στο βάθος αποτελεί απόπειρα σύνθεσης (επί το επαναστατικότερον) του έργου εκείνων.
Αλλιώς γράφει κανείς για βιβλίο γραμμένο στην εποχή μας και εκδομένο στις μέρες μας και αλλιώς για βιβλίο του 1888 με τον ηχηρό τίτλο Ο Αντίχριστος όταν μάλιστα συγγραφέας του είναι ο Νίτσε. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι το πνεύμα του Νίτσε- με αρκετή εκλαίκευση βέβαια αλλά και αρκετές παρανοήσεις- έχει διαποτίσει στις μέρες μας το ευρωπαϊκό αν όχι και το ελληνικό στερέωμα. Πόσοι και ποιοί τον έχουν μελετήσει στην Ελλάδα είναι άλλο ζήτημα, θα βρεθούν πάντως αρκετοί πρόθυμοι να υπερθεματίσουν εν ονόματί του. Ο ίδιος ο Νίτσε, μιλώντας στον πρόλογό του για τον Αντίχριστο, λέει ότι «ανήκει στους πολύ λίγους» από τους οποίους «ίσως δεν ζει κανείς τους ακόμα»!
Όσοι έχουν έστω και λίγο ασχοληθεί μαζί του θα ξέρουν ότι κατέχεται από έναν αριστοκρατισμό που υποτίθεται ότι προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, αριστοκρατισμό που δεν μπορεί επ΄ουδενί να δεχτεί το ευαγγελικό κήρυγμα και μάλιστα την παύλεια ρήση «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ ¨Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ¨ πάντες δε υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού.» (Γαλ.3,27). Βασικό θέμα που τον ενδιαφέρει κυρίως στη Γενεαλογία της ηθικής αλλά και στον Αντίχριστο είναι η ‘υψηλοφροσύνη’, η επιδίωξη της κυριαρχίας ενός ανώτερου ανθρώπινου όντος, ‘δυνατού’, ‘υπερβόρειου’, εκτός ‘νεωτερικότητας’, έξω από την ‘ευτυχία των αδυνάτων’, έξω από την ‘αδυναμία’, την ειρήνη, την συμπόνια. Με δυο λόγια ο ανώτερος τύπος που ζητάει ο Νίτσε είναι «ο εκ διαμέτρου αντίθετος» στο «κατοικίδιο ζώο, το αγελαίο, το άρρωστο ζώο άνθρωπος», «τον χριστιανό…»(σ.37).
Φοβάμαι ότι η προσέγγιση του Νίτσε στο χριστιανισμό αφορά ένα κομμάτι του και μάλιστα το πιο λειψό, κολοβωμένο, στερημένο αληθινού πνεύματος. Άλλωστε, τί πάει να πει ‘προσέγγιση του χριστιανισμού’, παρά προσέγγιση μιας ιδεολογίας ή μιας θεωρίας; Εάν δεν είσαι μ έ σ α, όχι στον χριστιανισμό αλλά στην Εκκλησία, ως πνευματικό γεγονός και μυστήριο, για ποιό πράγμα θα μιλήσεις και σε ποιά Αλήθεια θα εναντιωθείς; Δεν υπάρχει μια αθεράπευτη αντίφαση να εφαρμόζεις μια ανελέητη ρασιοναλιστική αν όχι και θετικιστική ανάγνωση στα Ευαγγέλια κι από την άλλη να ‘επενδύεις’ στην πρωτογενή κατάσταση την ‘πέραν του καλού και του κακού’, δηλαδή πέραν της συνείδησης; Και μόνο το γεγονός ότι θεωρεί τον Χριστό «άγιο αναρχικό που ξεσήκωσε τον κατώτερο λαό, τους απόβλητους και τους αμαρτωλούς, τους εντός του Ιουδαισμού ενάντια στην άρχουσα τάξη» (σ.73), παραγνωρίζοντας παντελώς ακόμη και τη μαρτυρία των Ευαγγελίων για τη στάση του ρωμαίου διοικητή Ποντίου Πιλάτου απέναντί του και φυσικά τη ρήση του ίδιου του Χριστού «η βασιλεία η εμοί ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου», δείχνει το μέγεθος της π α ρ α ν ά γ ν ω σ η ς που επιχειρεί. Είναι τέτοια η προσκόλλησή του στη σημασία που έχει η διατήρηση του αριστοκρατικού καθεστώτος και ιδεώδους ή, αν θέλετε, η εμμονή του στην ταξική διαφορά και στην πάση θυσία συντήρηση των εξαθλιωμένων μαζών στο ίδιο σταθερό σημείο, που δεν μπορεί να δει ούτε καν τη διάκριση που κάνει ο Παύλος μεταξύ ‘κυρίου’ και ‘δούλου’. Για τον Χριστό, όπως και για τον Παύλο, προέχει η ‘απελευθέρωση’ του ανθρώπου από τον πνευματικό θάνατο και την υποδούλωση στα πάθη: δεν προέχει η εξίσωση κυρίων και δούλων. Αυτό, είτε αρέσει στους σημερινούς χριστιανούς, είτε δεν αρέσει, δεν αποτελούσε στην ουσία για την Εκκλησία άμεση προτεραιότητα. Η ποιότητα της ζωής εξαρτάται κατά το Ευαγγέλιο από τη σχέση με το Πρόσωπο του Λόγου που ενανθρώπησε, όχι από τη σχέση κυρίων-δούλων, που στάθηκε για τον Νίτσε η μεγαλύτερη ίσως αφορμή απόρριψης της χριστιανικής παράδοσης.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα του γερμανού φιλόσοφου Μαξ Σέλλερ. Είναι από το βιβλίο του Ο μνησίκακος άνθρωπος (μετ. Κωστή Παπαγιώργη, Ίνδικτος, 2002), πρωτογραμμένο το 1912 με εξαιρετικές παρατηρήσεις πάνω στη διαφορά αρχαιοελληνικού έρωτα και χριστιανικής αγάπης αλλά και βαθιά κριτική των αντίχριστων θέσεων του Νίτσε. Γράφει:
«…είναι μεγάλη πλάνη να εννοούμε το χριστιανισμό με βάση λίγο πολύ απόμακρες αναλογίες με ορισμένα σημερινά δημοκρατικά κινήματα, και να μετατρέπουμε τον Ιησού, …σε ένα είδος ‘λαϊκού δικαστή’, σε ένα είδος ‘κοινωνικού πολιτικού’, σε έναν άνθρωπο που ξέρει τι πρέπει να προσφέρουμε στους ενδεείς και στους απογυμνωμένους, σε έναν ‘Αντι-Μαμμωνά’ που εχθρεύεται κάθε οικονομικό σύστημα. Αυτή η εικόνα του Ιησού, ευρύτατα διαδεδομένη την εποχή του Νίτσε, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην εκπόνηση της άποψής του και εξηγεί γιατί πίστεψε, πλήττοντας τον νεωτερικό σοσιαλισμό και κομμουνισμό, ότι πλήττει ταυτόχρονα τη χριστιανική ηθική και το πνεύμα της. Έτσι, είτε εξαίρουμε είτε υποβιβάζουμε τον Ιησού και τη χριστιανική αρχή, επειδή προεικόνιζαν τις σοσιαλιστικές ή δημοκρατικές τάσεις της νεωτερικής ιεραρχίας αξιών, πέφτουμε σε πλάνη, γι’ αυτό άλλωστε το αξίωμα στο οποίο βασίζεται ο Νίτσε και οι ‘σοσιαλιστές’ είναι άκυρο. Παρόμοια, ο χριστιανισμός δεν υποστήριξε ποτέ την ‘ισότητα των ψυχών ενώπιον του Θεού’ όπου ο Νίτσε εντόπισε τη ρίζα κάθε δημοκρατίας, αν με αυτή εννοούμε τη δράση του Θεού ο οποίος αποκαθαίρει την π ρ α γ μ α τ ι κ ή αξία του ανθρώπου από ψευδο-αξίες που γεννήθηκαν από τις περιστάσεις, τις μικρότητες, τις αποτυφλώσεις και τα επιμέρους συμφέροντα»( ο.π.σ. 98-99).
Τα παραπάνω σημαίνουν συνακόλουθα ότι η επίθεσή του κατά της ‘χριστιανικής ηθικής’ ισχύει για τον συμβατικό-κοινωνικό χριστιανισμό και προπαντός της εποχής του, πάντως ούτε με το Χριστό έχει σχέση, ούτε με τον Παύλο, ούτε με τους Πατέρες, τουλάχιστον της ορθόδοξης Εκκλησίας. Η διατύπωσή του: «Ο ‘πρώτος Χριστιανός’-πολύ φοβάμαι κι ο ‘τελευταίος Χριστιανός’ επίσης, τον οποίο μπορεί πιθανώς και να προλάβω-, είναι (από πλευράς ενστίκτου) επαναστάτης κατά παντός προνομιούχου: η ζωή του, ένας αγώνας για ‘ίσα δικαιώματα’» (σ.107), αποτελεί πυροτέχνημα ψεύδους ή λάθους. Ωστόσο, αποτελεί μέγα παράδοξο στο βιβλίο, το περιεχόμενο των σελίδων 74-85, όπου ο Νίτσε δηλώνοντας στην αρχή «Εκείνο που ενδιαφέρει εμένα είναι ο ψυχολογικός τύπος του Λυτρωτή» (σ.74) από τη μία αναγγέλλει την προσήλωσή του σε μια ψυχολογική ερμηνεία του Χριστού και της πραγματικότητας που τον αφορά άμεσα, με όλα όσα μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια ερμηνεία, και από την άλλη καταφέρνει όντως-μοναδική φορά στο βιβλίο αν όχι σε όλα τα βιβλία του- να αγγίξει ορισμένες βαθιές χριστιανικές αλήθειες. Λόγου χάρη: «Τι σημαίνει ‘χαρμόσυνο άγγελμα’; Η αληθινή ζωή, η αιώνια ζωή ευρέθη- δεν είναι υπόσχεση, είναι παρούσα, είναι ε ν τ ό ς υ μ ώ ν: ως ζωή αγάπης, της αγάπης που δεν αφαιρεί, δεν αποκλείει, δεν αποστασιοποιεί.» (σ.75). Τα παιχνίδια της φυσιολογίας τα οποία παίζει παρακάτω και τα περί ‘αφής’ και ‘επαφής’ απ’ όπου ανάγεται σε «ένστικτο μίσος κατά πάσης απτής πραγματικότητας, ως μια φυγή προς το ‘ακατάληπτο’, το ‘ασύλληπτο’,… ως μια ζωή εξασκημένη σε έναν κόσμο που καμιά πραγματικότητα πια δεν τον αγγίζει» (σ.75-76), που εννοείται αφορούν τον Χριστό, δεν μπορεί να ισχύουν. Θα αρκούσε να αναλογιστούμε την τόσο συχνή επαφή του με τους πάσχοντες που θεράπευε, το συγχρωτισμό του με τον όχλο-που περιφρονεί ο Νίτσε- για να μην αναφέρω το λαμπρό παράδειγμα ‘αφής’ όταν τον πλησιάζει η αιμορροούσα του Ευαγγελίου και θεραπεύεται αγγίζοντας το χιτώνα του, ενώ εκείνος μέσα στο συνωστισμό ρωτά «τις μου ήψατο των ιματίων;» προκαλώντας την έκπληξη των μαθητών. Το ‘ακατάληπτο’ και το ‘ασύλληπτο’ στην περίπτωση του Χριστού συνδυάζεται με απέραντη ευαισθησία, με απέραντη ‘αφή’.
Ωστόσο, επανερχόμενος στην σημασία των σελίδων που ξεχώρισα πριν, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι στο βιβλίο υπάρχουν δύο κύρια επίπεδα: αυτό που αφορά το Πρόσωπο Χριστός και που ο Νίτσε –τι σημαίνει άραγε αυτό;- αποφεύγει να τον αποκαλέσει έτσι χρησιμοποιώντας συνήθως τη λέξη « Λυτρωτής», και υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο που αφορά την παραμόρφωση της διδασκαλίας ή μάλλον της πρότασης ζωής που έκανε. Παραμόρφωση που αρχικά, κατά τον Νίτσε, οφείλεται στο οχλοπρεπές περιβάλλον του και αργότερα σε άλλους παράγοντες. Ωστόσο, είναι τέτοιο το μένος του γενικά κατά του Χριστιανισμού, που αυτές οι ξεχωριστές σελίδες που φανερώνουν όντως Αλήθειες του Χριστού, πνίγονται μέσα σ’ ένα κυκεώνα καταγγελιών και κατηγοριών αλλά και οικοδόμησης επιχειρημάτων και αποδείξεων, ώστε να συντριβεί ο υπεύθυνος για όλα τα κακά του κόσμου και προπαντός για την συμπόνοια, την δηλητηρίαση με την ηθική των δούλων, με την ηθική της παρακμής, με την απατηλή γλώσσα του ιερέα κλπ.
Σε όλο σχεδόν το βιβλίο έρχεται και ξανάρχεται ο όρος decadence, γραμμένος γαλλιστί που μεταφράζεται παρακμή, και την οποία ο Νίτσε «διάβαζε» στην ευρωπαϊκή ιστορία (αν μπορούμε να το πούμε) από τον καιρό του Σωκράτη. Κάπου ο Χριστός χαρακτηρίζεται «ο πιο ενδιαφέρων από όλους τους «decadents», «decadent» ωστόσο. Αυτή η λέξη με τις παραδηλώσεις που έχει ειδικά σήμερα, τις οποίες παρέλαβε μεταξύ 19ου και 20ου αιώνα, συναπτόμενη με το πρόσωπο του Χριστού ή γενικότερα με την χριστιανική παράδοση, μάλλον γελοία ακούγεται, όχι μόνο σε αυτιά χριστιανών. Θα πρόσθετα εδώ ότι παρά τον αρχαιοελληνισμό του ο Νίτσε παρουσιάζει τεράστια κενά στις αναφορές του σε ελληνοχριστιανικό διάλογο ή συσχέτιση, εννοιολογικού και γλωσσικού επιπέδου. Έχει «δέσει» απόλυτα τον ιουδαϊσμό με τον χριστιανισμό και δεν αφήνει συνάμα να εισέλθει μέσαθέ τους τίποτα ελληνικό. Περιττό να πω ότι αυτό οφείλεται σε άγνοια, όχι μόνο ιστορικής τάξης αλλά και πατερικής θεολογίας. Ο Ν. αγνοεί παντελώς τους Πατέρες της Εκκλησίας και δή τους κατόχους αρχαιομάθειας (Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο κλπ). Αλλά ένας άνθρωπος, με τέτοια γνωστικά κενά (ας αφήσουμε έξω την πίστη), για ποιό χριστιανισμό θα μιλήσει, παρά για ένα κολοβωμένο και παραμορφωμένο χριστιανισμό, ίσως ούτε καν τον χριστιανισμό του Λούθηρου; Και ποιά είναι η κολοσσιαία εκείνη αυταπάτη που τον έχρισε κάτι σαν κεφαλή του αντιχριστιανισμού;
Στην Εισαγωγή του στον Αντίχριστο ο Κ. Δεληκωσταντής γράφει: «είναι αυτονόητο ότι η κριτική της χριστιανικής και της νεωτερικής ηθικής από τον Nietzsche πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη γενικότερη φιλοσοφική του τοποθέτηση. Πίσω απ’ αυτή βρίσκεται η αρχή ότι ‘ο Θεός είναι νεκρός᾿. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε μόνον τον θάνατο του Θεού των χριστιανών, αλλά και το τέλος της μεταφυσικής και των αξιών της, το τέλος του διχασμού και της διάσπασης της πραγματικότητας σε φυσική και υπερφυσική και των μηδενιστικών συνεπειών της. Στον χριστιανισμό ο Nietzsche πολεμά την ανθρωπολογική σύγχυση, την εχθρική προς τη ζωή στάση, το ήθος των δούλων, τη μετατροπή του ήθους από έκφραση δύναμης σε έκφραση αδυναμίας και σε ιδεολογική επικάλυψη αυτής της αδυναμίας. Αυτές τις μηδενιστικές τάσεις καταπολεμά και στη νεωτερική ηθική, την οποία θεωρεί συνέχεια του χριστιανισμού.»(σ.13)
Θα πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι πριν από τον Νίτσε ένας άλλος ετοίμασε το δρόμο κι αυτός ήταν ο Λούθηρος. Κατά τον Σέλλερ- «αρνούμενος στην αγάπη έναν πρωταρχικό και υπερφυσικό χαρακτήρα, παράπλευρα προς την πίστη, και θεωρώντας την εσωτερική πράξη της αγάπης ως άχρηστη για τη σωτηρία, πρόδωσε τη χριστιανική ιδέα της αγάπης βαθύτερα και από το θεσμό που καταπολεμούσε, οπότε συνεισέφερε περισσότερο από τον πάπα στη διαμόρφωση του νεωτερικού ανθρωπισμού, για τον οποίο η αγάπη είναι μόνο μια υποκειμενική, ανθρώπινη δύναμη που αποδίδεται στο σώμα και τις αισθήσεις.[…] Αφαιρώντας από την οδό της σωτηρίας τον θεμελιώδη παράγοντα της χριστιανικής ηθικής, την αγαπητική πράξη (αγάπη του πλησίον και του εαυτού μας), ο Λούθηρος καθιέρωσε τη ρήξη ανάμεσα στη θρησκεία και στην ηθική-υποβιβάζει την αγάπη σε αμιγώς ανθρώπινη δύναμη, βασισμένη στη φυσική συμπάθεια και έτσι έμμεσα αλλά τελεσφόρα, αναδεικνύεται σε πρόδρομο των μοντέρνων και θετικών ιδεών της ανθρωπότητας και του φιλανθρωπισμού» (ο.π. σ. 124 και 126).
Έτσι επέρχεται σιγά-σιγά η παραμόρφωση της χριστιανικής αγάπης, εδραιώνεται ο νεωτερικός φιλανθρωπισμός, (ακόμη και ο Καντ χαρακτηρίζει την αγάπη ‘μια αισθησιακή συγκίνηση παθολογικής τάξεως’), φτάνοντας σε μια άχρωμη και γλυκερή αγάπη εναντίον της οποίας ξεσηκώνεται ο Νίτσε, χωρίς να μπορέσει η να θελήσει να διακρίνει την αυθεντική χριστιανική αγάπη από τις παραμορφώσεις της και την έκπτωσή της σε στείρα ηθική.
Εγείρονται βέβαια τεράστια ζητήματα τα οποία δεν τελειώνουν με τη δική μου σύνοψη μιας πραγματικότητας που αντιστοιχεί σε ιστορία αιώνων και μάλιστα εκεί στη Δύση. Και προκύπτουν ερωτήματα όπως:
Πόσο εδώ στην Ελλάδα είμαστε ενήμεροι αυτών των ζητημάτων και μπορούμε να διαφοροποιηθούμε πάνω στη βάση μιας άλλης ιστορικής συνέχειας που είναι η ελληνική και ορθόδοξη-χριστιανική, περασμένη από τη βυζαντινή περίοδο και τα βιώματα των λαών της χιλιετούς αυτοκρατορίας, για την οποία οι περισσότεροι θεολόγοι της εποχής του Νίτσε και όχι μόνο αυτής (ενν. και φιλόσοφοι και ποιητές και επιστήμονες) είτε δεν έχουν ιδέα, είτε έχουν ελάχιστη;
Γενικεύοντας θα έλεγα ότι ο Νίτσε πολεμά τον ίδιο τον Χριστό και όχι έναν παρακμασμένο και αλλοιωμένο χριστιανισμό. Όσο για το «θάνατο του Θεού των χριστιανών», «το τέλος της μεταφυσικής και των αξιών της» κλπ., επειδή σε σημαντικούς διανοητές έλληνες (Χρ. Μαλεβίτση, Χρ. Γιανναρά αν όχι και Στ. Ράμφο) πέρασε όντως η ίδια αντίληψη ότι στον Νίτσε αυτά είναι πιο πολύ δ ι α π ί σ τ ω σ η για την κατάσταση της εποχής του αν όχι και προφητεία, ίσως ήρθε ο καιρός να ειπωθεί ρητά ότι μια τέτοια αντίληψη μάλλον συσκοτίζει τα πράγματα όσον αφορά την περίπτωση του αν δεν τα εξωραϊζει. Δεν χρειάζεται παρά μια ανάγνωση του Αντίχριστου για να καταλάβουμε ότι ο Νίτσε όχι μονάχα διαπιστώνει τον «θάνατο του Θεού» και το «τέλος της μεταφυσικής» αλλά θεωρεί ότι η παρακμή -μεταφυσική ή άλλη- άρχισε με τον Σωκράτη, συνεχίστηκε με τον Ιουδαϊσμό και κορυφώθηκε με το Χριστιανισμό. Όλο το «ressentiment» (μνησικακία) για το οποίο καταγγέλλει τους χριστιανούς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον κατοικεί και τον ωθεί στην δική του επίθεση. Είναι ποτισμένος με το δηλητήριο που όντως πρόσβαλε τους χριστιανούς της Ιεράς Εξέτασης και όσους άλλους μετέτρεψαν την Εκκλησία της Αγάπης σε σφαγείο (περιλαμβανομένων και των σταυροφόρων). Είναι άραγε τυχαίο ότι ποτέ δεν αναφέρει λέξη για τέτοια πράγματα;
Θα μπορούσα να ισχυριστώ, χωρίς να θέλω τώρα να το αναπτύξω, ότι ο Νίτσε είναι η προσωποποίηση της μνησικακίας κι ας λέει ότι θέλει για τα «ελεύθερα πνεύματα» στα οποία ανήκει και για τον «υπεράνθρωπο» που πρεσβεύει. Ούτε είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα γραπτά του έδωσαν αφορμή για να προωθηθεί η θεωρία της «αρίας φυλής» και ο εξολοθρεμός των Εβραίων χάρη στον Χίτλερ που εφάρμοσε κατά γράμμα ορισμένες υποδείξεις του Νίτσε, ακόμη κι αν τους έδωσε μια κτηνώδη και ωμή διάσταση που δεν υπήρχε σ’ εκείνον. Όλο το ζήτημα του Νίτσε είναι η «βούληση για δύναμη», μια μανιακή επιδίωξη υπέρβασης κάθε ορίου που εν τέλει τον οδηγεί στην εξουθένωση και αποδείχνει σαφέστατα τη ματαιοπονία της προσπάθειας. Αυτή ήταν «η απελευθέρωση της δημιουργικής όψης του» και η πραγμάτωση του αληθινού του «είναι». Ποιο ήταν το αληθινό του είναι; Το βύθισμα μέσα στην άνοια; Αυτή ήταν η δύναμη του «υπερανθρώπου»; Και τί είναι πάλι αυτή η διατύπωση η δύναμη του «υπερανθρώπου»; Ή εκείνη ή άλλη διατύπωση (του Νίτσε) «Το ουσιώδες είναι η ίδια η πραγματικότητα»; Ποια είναι αυτή η περιβόητη πραγματικότητα, στην οποία πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι, να της υποταχτούμε, να προσαρμοστούμε απόλυτα μαζί της; Ό,τι υπάρχει στο ρεύμα της ζωής, από το άγριο κύμα ως την καταιγίδα, μπορεί να αποτελέσει κριτήριο ζωής και ανάπτυξη του ανθρώπου σε υψηλό επίπεδο ή αποτελεί κάτι σαν εγκλωβισμό στην «άγρια φύση» και προσπάθεια να την συναγωνιστούμε και να γίνουμε χειρότεροι από αυτήν, πιο δυνατοί –υποτίθεται- «υπεράνθρωποι»;
Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί τον αριστοκρατισμό του όχι στην αρνητική του όψη αλλά στη θετική: την ανάγκη δηλαδή κριτηρίων (προερχόμενων από παιδεία, καλλιέργεια, φυσικό χάρισμα, γενναιοψυχία κλπ.), την ανάγκη ‘ψυχικής φτιαξιάς’, όπως γράφει κάπου ο Ταρκόφσκι, που να μπορεί να αντισταθεί στην ισοπέδωση των αξιών. Ισοπέδωση που συνέβη με την είσοδο των μαζών στην ιστορία και του γενικευμένου εκδημοκρατισμού που απαιτεί ‘ισότητα’ στο γράμμα, πράγμα ολότελα στείρο, πολτοποιεί τον άνθρωπο και τον στερεί την πνευματική του ανάπτυξη και πραγμάτωση. Το λάθος του Νίτσε είναι ότι φόρτωσε το Χριστιανισμό μ’ αυτή την ‘ισότητα’, ενώ είναι προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης. Η Επανάσταση αυτή μπορεί να απελευθέρωσε τις μάζες από τον ζυγό άλλων τάξεων, αλλά καλλιέργησε την απάτη ότι αυτή είναι όλη κι όλη η ‘ἀπελευθέρωση’: κοινωνική και ατομική. Ο άνθρωπος ως ελεύθερο κοινωνικό όν, και ως ελεύθερο άτομο-πολίτης. Τίποτε άλλο. Με κομμένο το όραμα του ουρανού, βουτηγμένος σε απόλυτο μεταφυσικό κενό, απαιτεί λυσσαλέα τα δικαιώματά του, μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια: πνευματικά νεκρός.
Να τι δεν φαίνεται να συνέλαβε ο Νίτσε: ότι με το πέρασμα του χρόνου, η αλλοίωση και η παραμόρφωση της χριστιανικής Αλήθειας και Παράδοσης και η εκλογίκευσή της παρέδωσε τον άνθρωπο στις φαντασιώσεις της λογικής του, που θέλει πάση θυσία να ερμηνεύσει τα πάντα μόνο ρασιοναλιστικά, μεγεθύνοντας στο έπακρο την ανθρώπινη διάνοια, καταργώντας κάθε μυστηριακή διάσταση και κάθε σάρκωση του Λόγου. Μηδενίζοντας το γεγονός του σαρκωμένου Θεού, ο άνθρωπος ξαναγυρνά σε ένα γιγαντισμό του Λόγου, θεοποιεί το Λόγο χωρίς Θεό αυτή τη φορά, θεοποιώντας συνάμα τον εαυτό του. Αυτό που ο Νίτσε φτάνει να ζητήσει ως ‘μεταστοιχείωση των αξιών’ βρίσκεται μέσα στην…Εκκλησία! Ο Χριστός ‘ποιεί καινά τα πάντα’, μεταστοιχειώνει και ανακαινίζει ακριβώς τις ανθρώπινες φθαρμένες αξίες. Ο Νίτσε δέσμιος του αρχαιοπρεπούς αριστοκρατισμού του και περιφρονητής ο,τιδήποτε εβραϊκού και χριστιανικού (το τελευταίο παρέλαβε και ο ίδιος κολοβωμένο, καλβινοποιημένο και ευσεβιστικό), έχοντας πλήρη άγνοια της βυζαντινής χιλιετίας αλλά και της αδιαίρετης Εκκλησίας, φαντάστηκε τη ‘μεταστοιχείωση’ να γίνεται στο μέλλον, φαντάστηκε ότι δεν έχει γίνει. Ότι η ‘ανακαίνιση’ της ζωής που καλεί και φέρνει ο Χριστός σβήστηκε από τους αστοιχείωτους όχλους (τα ‘τσάνταλα’ των Ινδών, όπως τα αποκαλεί) της εποχής εκείνης και τους κληρονόμους τους, οπότε μόνος και έρημος, περιπλανώμενος στα όρη και στα άγρια βουνά, αυτοχρίεται προφήτης μιας πραγματικότητας που ήρθε στη Γη και αυτός δεν πήρε είδηση τις διαστάσεις Της! Αντί να τα βάλει με τους παραμορφωτές της αυθεντικής διδασκαλίας και Εκκλησίας, ταύτισε Εκκλησία, Εβραίους, Χριστό, αποστόλους και παραμορφωτές, με μια λέξη Θεό και ανθρώπους και τους πέταξε στον αρχαιοελληνικό του καιάδα, ανασύροντας μέσα από την παιδεία του ξανά την αρχαία γνώση, εξ ου και η εμμονή του στην Αναγέννηση και η στροφή του σε αυτήν. Είναι δυνατόν τόσα χρόνια από τότε που μεσουράνησε να μη βλέπει κανείς ότι ο ‘υπεράνθρωπός’ του είναι μια ‘πρωτότυπη’ (λόγω ‘Ζαρατούστρα’) επιστροφή στην ευρωπαϊκή αναγέννηση; Τί λογής ‘μεταστοιχείωση αξιών’ είναι αυτή που μας γυρνά πίσω σε ορισμένη ιστορική περίοδο και δοσμένο κοσμοείδωλο και που συνοδεύεται μάλιστα από εκθειασμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που κατ’ αυτόν μεγάλυνε τον άνθρωπο; Δεν είχε ακούσει ποτέ για ρωμαϊκή θηριωδία και για στρατοκράτισσα Ρώμη;
Αφήνοντας για άλλη φορά την κριτική του Νίτσε για φιλοσόφους τύπου Καρτέσιου, αλλά και την έξοχη κριτική του στην ιδέα του Κράτους, σταματώ εδώ, αφού παραθέσω την ακόλουθη μονοκοντυλιά από ένα σπουδαίο βιβλίο που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα:
«Αυτό που οι νεώτεροι φιλόσοφοι ονομάζουν ηθική (λέξη που δε χρησιμοποιώ σχεδόν ποτέ) και στην οποία αφιερώνουν μάλιστα ιδιαίτερο κεφάλαιο στη φιλοσοφία τους, δεν έχει καμιά σχέση με το Χριστιανισμό. Θαυμαστά και επιγραμματικά την αλήθεια αυτήν τη διατυπώνει ο Μπλέηκ: ‘If Morality was Christianity, Socrates was the Saviour’ (Μπορεί αυτός να είναι ένας από τους λόγους που ο Νίτσε δεν κατάλαβε γρυ και από το Χριστιανισμό και από το Σωκράτη).» Ζήσιμου Λορεντζάτου, Collectanea, C 494, σ. 250, Δόμος 2009).
*εισαγωγή Κ. Δεληκωσταντής, Μετ.-Προλ.-Σημ.-Γλωσσάριο Βαγγ. Δουβαλέρης, Φιλ. Θεώρηση Δημ. Πολυχρονάκης, γεν. επιμέλεια-Επίμετρο Κ. Μπελέζος, εκδ. ‘Ιδεόγραμμα’, Αθήνα 2007.
**Βλ. Σ. Γουνελά, Η κρίση του Πολιτισμού, 4η ενότητα, ‘Φ. Νίτσε: Οι διαλέξεις για την παιδεία και η σημασία τους για μας τους σημερινούς Έλληνες και τους Ευρωπαίους’, εκδ. Αρμός 1997, σσ.113-138. Το βιβλίο περί του οποίου γίνεται λόγος στην ελληνική έκδοση είναι: Φρήντριχ Νίτσε, Μαθήματα για την παιδεία, Μετ.-Προλ.- Σημ. Ν. Σκουτερόπουλος, εκδ. Ροές , 1988.
πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στη Σύναξη τχ 118, σελ. 96-103




http://www.antifono.gr/portal/Πρόσωπα/Γουνελάς-Σωτήρης/Αρθρογραφία/3145-Κατά-Νίτσε-Με-αφορμή-την-έκδοση-του-Αντίχριστου.html





Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Ο ξεριζωμός και η αποξένωση του ανθρώπου

ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ

Φ.ΝΙΤΣΕ

ΣΙΜΟΝ ΒΕΙΛ


Κ.ΜΑΡΞ



Ο ξεριζωμός και η αποξένωση του ανθρώπου
Α’
Το γεγονός ότι ο άνθρωπος ανήκει σε μια πατρίδα , σε ένα τόπο , ότι φέρει τα στοιχεία ενός πολιτισμού , που τον ξεπερνά και τον περιέχει , υπάρχει μαζί με ένα άλλο γεγονός .Ανήκει στον εαυτό του και στην παροδική χρονικά κατάσταση του. Παράλληλα κάποτε τείνει να ταυτίζεται με την ευρύτερη πατρίδα , την πατρίδα- γη, την πατρίδα-κόσμος.
Όμως μια άλλη τάση φαίνεται να αναδύεται το ίδιο ισχυρή με την προηγούμενη .Ο άνθρωπος χάνει την πατρίδα του , βρίσκεται στο κενό ,γίνεται ανέστιος , ξεριζωμένος .Το γεγονός αυτό μαρτυρά πολλές καταστάσεις εκ των οποίων η πιο βαθιά είναι το οντολογικό κενό.
Ο ξεριζωμός του ανθρώπου δεν συνδέεται άμεσα με την παγκοσμιοποίηση. Η τελευταία μπορεί να επιθυμεί να διαλύσει όλους τους υφιστάμενους πολιτισμούς , ώστε να μετατρέψει τους πολίτες σε υπηκόους ενός πλανητικού χωριού ,όπου θα κυριαρχεί μια ισοπεδωτική εμπορευματική ιδεολογία , αλλά τελικά πετυχαίνει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Οι εθνικοί ανταγωνισμοί και οι θρησκευτικές διαμάχες επανεμφανίζονται ορμητικοί .Η απελευθέρωση του εμπορίου , του κεφαλαίου και της τεχνολογίας αντι να τους εξημερώσει , τους επαναφέρει για να επενδύσουν ,συχνά, ευρύτερους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.
Η αποξένωση του ανθρώπου προηγήθηκε , συνεπώς , της παγκοσμιοποίησης και δεν προκλήθηκε από αυτή. Ο Νίτσε , ο Μάρξ, ο Χάιντεγκερ , η Σιμόν Βέιλ , ο καθένας από την δική του οπτική γωνία περιέγραψαν το ίδιο γεγονός :ο άνθρωπος αποξενώνεται από την μικρή του πατρίδα , όσο και από την πατρίδα –γη.
Ο Χάιντεγκερ αναφέρθηκε με πολύ σαφή και συγκεκριμένο τρόπο σε ένα έργο , που εκδόθηκε μεταπολεμικά και έχει τον τίτλο «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό»[1]. Επρόκειτο για μια επιστολή , που απευθυνόταν στον Γάλλο φίλο του και μαθητή του , Jean Beaufret .Η μοίρα του κόσμου και του ανθρώπου ταυτίζεται με το ξεριζωμό : «Η έλλειψη πατρίδας γίνεται παγκόσμιο πεπρωμένο .Οφείλουμε επομένως να σκεφτούμε αυτό το πεπρωμένο οντολογικοιστορικά . Ό,τι ο Marx ,αφορμώμενος από τον Hegel , αναγνώρισε με ένα ουσιαστικό και σημαντικό τρόπο ως την αποξένωση του ανθρώπου , έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πατρίδα .Η έλλειψη αυτή προκαλείται από το πεπρωμένο του Είναι με τη μορφή της μεταφυσικής και συγχρόνως συγκαλύπτεται ως τέτοια από τη μεταφυσική . Επειδή ο Marx ,βιώνοντας την αποξένωση , εισέρχεται σε μια ουσιώδη διάσταση της ιστορίας , γι’ αυτό η μαρξική αντίληψη της ιστορίας είναι ανώτερη από κάθε άλλη φιλοσοφία της ιστορίας. Επειδή όμως ούτε ο Husserl , ούτε ο Sartre ,από όσο έχω δει έως τώρα , αντιλαμβάνονται την ουσιαστικότητα του ιστορικού στοιχείου μέσα στο Είναι , γι’ αυτό ούτε η φαινομενολογία , ούτε ο υπαρξισμός εισέρχονται σε κείνη τη διάσταση , όπου είναι δυνατός ένας δημιουργικός διάλογος με τον μαρξισμό ».[2]
Σύμφωνα με έναν αρκετά νεώτερο μελετητή του , τον George Steiner , o Χάιντεγκερ υπήρξε ένας επαρκής μελετητής του Μάρξ και για αυτό μπορεί με επιτυχία να συνδέεται με σημαντικές πλευρές του στοχασμού του[3]. Ουσιαστικά και οι δύο περιγράφουν με άλλοτε παραπλήσιες και με άλλοτε διαφορετικές έννοιες την κατάσταση όπου η γη , και τα εθνικά κράτη δεν είναι ικανά να στεγάσουν τον άνθρωπο ,ως τον «οίκο του Είναι». Κατ΄ αυτόν τον τρόπο καθώς ο Χάιντεγκερ συναντά τον Μάρξ διαπιστώνει ότι : «Απέναντι στην ουσιώδη έλλειψη πατρίδας του ανθρώπου , το μελλοντικό πεπρωμένο του εμφανίζεται για την οντολογικοιστορική σκέψη στο γεγονός ότι πρέπει να ανακαλύψει το δρόμο προς την αλήθεια του Είναι και να ξεκινήσει γι’ αυτή την ανακάλυψη. Κάθε εθνικισμός είναι , μεταφυσικά ιδωμένος , ένας ανθρωπολογισμός και ως τέτοιος ένας υποκειμενισμός .Ο εθνικισμός δεν υπερβαίνεται με τον απλό διεθνισμό , αλλά διευρύνεται και υψώνεται σε σύστημα .Έτσι ο εθνικισμός δεν οδηγείται προς την Humanitas , ούτε αναιρείται εντός της , ακριβώς όπως και ο ατομικισμός δεν αναιρείται από ένα ανιστορικό κολλεκτιβισμό .Ο τελευταίος είναι η υποκειμενικότητα του ανθρώπου στην ολότητά της. Ο κολλεκτιβισμός πραγματώνει την απόλυτη αυτοκατάφασή της .Αυτή δεν είναι δυνατόν να ανακληθεί .Ούτε μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς από μια μονόπλευρα μεσολαβητική σκέψη. Παντού περιστρέφεται ο άνθρωπος , εξορισμένος από την αλήθεια του Είναι , γύρω από τον ίδιο του τον εαυτό ως το animal rationale ».[4]
Στα όρια της σκέψης του Χάιντεγκερ η έλλειψη πατρίδας «συνίσταται στην εγκατάλειψη του Είναι από το όν. Είναι η ένδειξη της λήθης του Είναι .Εξαιτίας της παραμένει η αλήθεια του Είναι ανέγγιχτη από τη σκέψη »[5].Όπως γράφει σε ένα άλλο σημείο η λέξη πατρίδα νοείται «με μια ουσιαστική έννοια και όχι πατριωτικά , ούτε εθνικιστικά , αλλά οντολογικοιστορικά .Ταυτόχρονα αναφερόμαστε στην ουσία της πατρίδας επειδή θέλουμε να σκεφτούμε την έλλειψη πατρίδας του νεότερου ανθρώπου με αφετηρία την ουσία της ιστορίας του Είναι. Ο τελευταίος που εβίωσε την έλλειψη αυτή ήταν ο Nietzsche.Παραμένοντας ωστόσο στα πλαίσια της μεταφυσικής δεν μπόρεσε να βρει άλλη διέξοδο από την αντιστροφή της .Τούτο όμως είναι το αποκορύφωμα του αδιεξόδου »[6]
Την διέξοδο που δεν καταφέρνει τελικά να βρει ο Νίτσε , την βρίσκει τελικά Χέλντερλιν. Ο ποιητής δεν αποθεώνει τον εγωισμό του γερμανικού λαού , αλλά τον ωθεί να αναζητήσει τον ρόλο του στην ιστορία σε ένα δρόμο κοινό με άλλους λαούς.
«Αλλά όταν ο Holderlin στιχουργεί τον «Νόστο» έχει ως κεντρικό του μέλημα να βρουν οι «συμπατριώτες » του τον δρόμο προς την ουσία τους . Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν την αναζητεί μέσα σε ένα εγωισμό του λαού του . Τη βλέπει μάλλον μέσα από το πρίσμα της συνάφειας με το πεπρωμένο της Εσπερίας .Ωστόσο , δεν σκέπτεται την Εσπερία γεωγραφικά ως Δύση σε αντιδιαστολή προς την Ανατολή , ούτε απλά ως Ευρώπη, παρά κοσμοϊστορικά με αφετηρία την εγγύτητα προς την πηγή .Ακόμη δεν έχουμε αρχίσει να στοχαζόμαστε τους μυστηριακούς δεσμούς με την Ανατολή που βρήκαν την έκφραση τους στην ποίηση του Holderlin (Πρβλ. «Ο Ister» και επιπλέον «Η οδοιπορία » 3. στροφή κ.ε. .Το «γερμανικό στοιχείο» δεν λέγεται στον κόσμο για να βρει σε τούτο τη σωτηρία του , αλλά λέγεται στους Γερμανούς για να σκεφτούν τη συνάφειά τους με το πεπρωμένο των λαών και να γίνουν μαζί με αυτούς κοσμοϊστορικοί (δες το ποίημα του Holderlin «Ανάμνηση», Tubinger Gedenkschrift 1943 σ. 322). Η πατρίδα αυτής διαμονής είναι η εγγύτητα προς το Είναι ».[7] Ο Χάιντεγκερ με τον αινιγματικό του λόγο , θεωρεί ότι όταν βιωθεί η αλήθεια του Είναι , τότε θα έχει ξεπεραστεί η έλλειψη πατρίδας , ενώ θα έχει φανερωθεί το ιερό ώστε «να αρχίσει εκ νέου μια επιφάνεια του θεού και των θεών».[8] Η ποίηση ,σε αυτή την διαδικασία , έχει έναν βαρύνοντα ρόλο καθώς το «πεπρωμένο του κόσμου αγγέλλεται στην ποίηση ».[9] Η ερμηνεία της αποξένωσης , πέρα από τον κοσμοπολιτισμό , τον εθνικισμό , τον υποκειμενισμό , την μεταφυσική και με ένα τρόπο ανάλογης οξύτητας με αυτόν που διατύπωσε ο Μάρξ , καθώς και η υπόδειξη της καταχρηστικής κυριαρχίας της τεχνικής πάνω στον κόσμο θεωρήθηκε από συγγραφείς , όπως ο George Steiner , ως ό,τι σημαντικότερο ,μας έχει προσφέρει η σκέψη του Χάιντεγκερ[10].
Ο Νίτσε μίλησε με τον πιο σαφή τρόπο για την έλλειψη πατρίδας .Η απουσία της είναι μια επιθυμία , αλλά και μια μελλοντική πραγματικότητα. Μόνο που το χαμένο είδωλο της πατρίδας δεν το αντικαθιστά με την ανθρωπότητα , αλλά με το όραμα του ευρωπαϊκού έθνους. Άλλωστε η έννοια ανθρωπότητα έχει τόσο δυσφημισθεί ώστε του προκαλεί τέτοια απέχθεια όσο ο γερμανικός εθνικισμός :
«Ανάμεσα στους σημερινούς Ευρωπαίους δεν λείπουν εκείνοι που έχουν το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται απάτριδες με μια χαρακτηριστική και τιμητική έννοια – σ’ αυτούς ακριβώς συνιστώ θερμά τη μυστική μου σοφία και gaya scienza! Γιατί ο κλήρος τους είναι σκληρός , οι ελπίδες τους αβέβαιες .Χρειάζεται πραγματικά μαεστρία για να επινοήσει κανείς μια παρηγοριά γι’ αυτούς – αλλά τι βοηθάει αυτό !Εμείς τα παιδιά του μέλλοντος , πως είναι δυνατόν να νιώσουμε σαν στο σπίτι μας μέσα σ’ αυτό σήμερα ! Νιώθουμε αντιπάθεια για όλα τα ιδανικά τα οποία μπορούν να κάνουν κάποιον να νιώσει σαν στο σπίτι του ακόμη και σ’ αυτή την εύθραυστη, τσακισμένη, μεταβατική περίοδο .Όσο για τις «πραγματικότητες » της , δεν πιστεύουμε ότι θα έχουν διάρκεια .Ο πάγος που κρατάει ακόμη σήμερα , έχει γίνει πολύ λεπτός .Ο άνεμος που λιώνει τον πάγο έχει αρχίσει να φυσάει .Εμείς οι ίδιοι , εμείς οι απάτριδες , είμαστε κάτι που διαρρηγνύει τον πάγο κι άλλες υπερβολικά λεπτές «πραγματικότητες»…Δεν «διατηρούμε» τίποτα , ούτε θέλουμε να επιστρέψουμε σε κανένα παρελθόν .Δεν είμαστε κατά κανένα τρόπο «φιλελεύθεροι ».Δεν δουλεύουμε για την «πρόοδο » δεν έχουμε ανάγκη να βουλώνουμε τα αυτιά μας για να μην ακούμε τις σειρήνες του μέλλοντος στην αγορά : το τραγούδι τους για τα «ίσα δικαιώματα» , για την «ελεύθερη κοινωνία» ,δεν μας δελεάζει καθόλου »[11]
Η έννοια της ανθρωπότητας είναι το ίδιο απωθητική με τον γερμανικό εθνικισμό : «Η ανθρωπότητα !Υπήρξε τάχα ποτέ πιο βδελυρή γριά ανάμεσα σ’ όλες τις γριές ( εκτός ίσως από την «αλήθεια»: ένα ερώτημα για φιλοσόφους ) ; Όχι , εμείς δεν αγαπάμε την ανθρωπότητα .Από την άλλη μεριά όμως δεν είμαστε αρκετά «Γερμανοί», με την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται συνεχώς σήμερα η λέξη «Γερμανός» , ώστε να μπορούμε να γίνουμε φερέφωνα του εθνικισμού και του φυλετικού μίσους και να χαιρόμαστε με την εθνικιστική ψώρα της καρδιάς και του δηλητηριασμού του αίματος , που κάνουν σήμερα τους λαούς της Ευρώπης να στήνουν σύνορα και να οχυρώνονται σαν να πρόκειται για καραντίνα».[12]
Η αποδοκιμασία του γερμανικού εθνικισμού και του φυλετισμού είναι τόσο έντονη , ώστε θα χρειαζόταν μια θρασύτατη παρερμηνεία από μέρους των Ναζιστών για να ταυτιστεί ο άπατρις φιλόσοφος με τον εθνικοσοσιαλισμό.
Ο Νίτσε επιτίθεται σε αυτό που ονομάζει «μικροπολιτική » , δηλαδή στον στενό εθνικισμό .Προτιμά να ζει περιπλανούμενος ανάμεσα σε χωριά και βουνά , παράκαιρος , ταξιδεύοντας σε περασμένους και μελλοντικούς αιώνες .Τελικά θα βρει πατρίδα και εστία στην ενιαία Ευρώπη :
«Εμείς οι απάτριδες είμαστε πολύ πολύμορφοι και ανάμικτοι ως προς τη φυλή και την καταγωγή μας και γι ’αυτό δεν νιώθουμε τον πειρασμό να συμμετάσχουμε στον φυλετικό αυτοθαυμασμό και στην απρέπεια που επιδεικνύονται σήμερα στη Γερμανία ως διακριτικό σημάδι του γερμανικού τρόπου σκέψης , και που είναι διπλά ψεύτικα και απρεπή πράγματα για το λαό της «ιστορικής αίσθησης».Είμαστε , με μια λέξη – κι ας είναι αυτή λόγος τιμής μας ! – καλοί Ευρωπαίοι , οι κληρονόμοι της Ευρώπης , οι πλούσιοι , αυτοί που έχουν πάρει πάρα πολλά αλλά και έχουν αναλάβει τις περισσότερες υποχρεώσεις , οι κληρονόμοι των χιλιάδων χρόνων του ευρωπαϊκού πνεύματος .Ως τέτοιοι , έχουμε ξεπεράσει το χριστιανισμό και νιώθουμε απέχθεια γι’ αυτόν – επειδή ακριβώς μεγαλώσαμε απ’ αυτόν , επειδή οι πρόγονοί μας ήταν χριστιανοί με ριζική χριστιανική εντιμότητα : για την πίστη τους θυσίαζαν πρόθυμα την περιουσία και το αίμα τους , την κατάστασή τους και τη γη των πατέρων τους. »[13]
Παρότι ο Νίτσε δεν ασπάζεται κανένα χριστιανικό κήρυγμα , καμία φιλελεύθερη , σοσιαλιστική ή άλλου είδους επαγγελία , ξένος σε έναν παγερό κόσμο , βρίσκει τόπο και πατρίδα για να κατοικήσει ένα πνεύμα περιπέτειας και κινδύνου στην Ευρώπη , στο ευρωπαϊκό πνεύμα .Μιλά όχι ως ένας , ως μοναδικός , αλλά ως η φωνή εκείνων που είναι κληρονόμοι και αρνητές συγχρόνως του χριστιανισμού , ως αντίλαλος όσων απορρίπτουν το ασαφές όραμα της ανθρωπότητας , αλλά και την «εθνικιστική ψώρα » και το φυλετικό μίσος .
Όπως είδαμε για τον Χάιντεγκερ η σκέψη του Νίτσε δεν μπορεί να ξεφύγει από ορισμένα πλαίσια , ούτε να δώσει τις αναγκαίες απαντήσεις .Αντίθετα για τον ίδιο είναι η ποίηση του Χέλντερλιν , που μπορεί να μας δείξει τις αναγκαίες διεξόδους Σχολιάζοντας τον στίχο του , « Μετριέται με τη θεότητα δυστυχισμένα ο άνθρωπος –Είναι άγνωστος ο Θεός ;Είναι φανερός- Σαν τον ουρανό ;Αυτό θα ‘λεγα μάλλον. –Μέτρο του ανθρώπου είναι ο θεός -Όλο μόχθους κι όμως ποιητικά κατοικεί – ο άνθρωπος πάνω στη γη » [14], γράφει ότι «ποιητικά κατοικείν» σημαίνει : ίστασθαι στην παρουσία των θεών και έκπληκτος από την εγγύτητα της ουσίας των πραγμάτων »[15] Βεβαίως η ποίηση του Χέλντερλιν αποκαλύπτει μια ψυχή απάτριδη , που δε «λαχταρά να φύγει από την ζωή » [16], που περιπλανιέται , φανταστικά και ιστορικά , στον ελληνικό χώρο. Εγκαταλείπει την Γερμανία για να περιπλανηθεί στην γη της Ιωνίας , στην Έφεσο , στην Σμύρνη , στον Κιθαιρώνα , στον Όλυμπο , στις Θήβες , στον Ισθμό. Μεγαλωμένος «στα χέρια των θεών » , φτάνει στην ελληνική γη , για να προσεγγίσει κατά τον Χάιντεγκερ την ποίηση και την γλώσσα «ως οίκο του Είναι».
«Μακάρια Ελλάδα ! εσύ , των Ουρανίων όλων
Οίκε , είναι αλήθεια , λοιπόν , αυτό που ακούσα-
με , άλλοτε , στη νεότητά μας ;
Δώμα εορτάσιμο ! το πάτωμα είναι θάλασσα!
και τα βουνά τραπέζια αληθινά , για μια χρή-
ση μονάχα χτισμένο πριν από τον Χρόνο ».[17]
Ο ποιητής μιλά και ταυτόχρονα συλλέγει το εγγύτερο και το μακρύτερο.
«Κοντά ‘ναι
και δύσκολο να τον συλλάβεις
ο Θεός. Μα όπου κίνδυνος είναι ,
εκεί κ’ η σωτηρία φυτρώνει »[18]
Ο ποιητικός λόγος γίνεται εραστής του κινδύνου. Εκεί που φαίνεται όλα να χάνονται , όλα επανακτούνται. Αναζητώντας την λησμονημένη αλήθεια θα αναμετρηθεί με τα χαίνοντα ύψη , με το μηδέν. Κάθε μεγάλος στοχαστής από την εποχή του Ηράκλειτου και του Εμπεδοκλή είναι περιπλανητής .Ο Χάιντεγκερ θεωρεί ότι η ποίηση μπορεί να εντοπίσει τους ουσιώδεις δεσμούς ανάμεσα στο όν και στο Είναι , ενώ η γλώσσα γίνεται το σπίτι , ο οίκος του Είναι και ο «άνθρωπος ο ποιμήν του Είναι »[19]. Αλλά αυτή η παρατήρηση δεν είναι αρκετή .Για αυτό θα αναζητήσει και στον Μάρξ την σημασία της αποξένωσης. Η ανωτερότητα του μαρξιστικού λόγου έγκειται στο γεγονός ότι καταφέρνει να γεφυρώσει το αρκτικό με το έσχατο , την αποξένωση ως διήγηση , που προαπεικονίζει όχι μόνο το τέλος της ιστορίας αλλά και την πραγματοποίηση του τέλους της φιλοσοφίας . Βεβαίως θα αφήσει ορισμένες φράσεις ως οδηγούς και αινίγματα συγχρόνως , όπως « το ιερό ως ουσιώδη χώρο της θεότητας »[20] , ή ότι « η σημερινή μας νόηση έχει την αποστολή να εννοήσει το ελληνικά νοημένο ακόμη ελληνικότερα »[21] ή ότι «κάθε τι το ουσιαστικό και το μεγάλο γεννήθηκε μόνον από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μια πατρίδα και ήταν ριζωμένος σε μια παράδοση »[22]
Συνοψίζοντας , ο Χάιντεγκερ δείχνει τους αδιέξοδους δρόμους που βάδισε ο ανέστιος στοχασμός :
- Η Τεχνική επικαλύπτοντας την ουσία του υλισμού είναι στην «ουσία της ένα οντολογικό ιστορικό πεπρωμένο της λησμονημένης αλήθειας του Είναι».[23]
- Ο Εθνικισμός ανανεώνοντας το ριζικό οντολογικό παραστράτημα του λόγου κατακυρώνεται «μεταφυσικά ιδωμένος ένας ανθρωπολογισμός και ως τέτοιος ένας υποκειμενισμός »[24]
- Ο Κολλεκτιβισμός , επειδή αδυνατεί να δραπετέψει από την διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο , αναδύεται ως η κατάφαση της «υποκειμενικότητας του ανθρώπου στην ολότητά της » [25]
Ο άνθρωπος όμως αποκαθίσταται καθώς οικειώνεται τον κόσμο , γίνεται μέρος του Κόσμου , όταν δεν δρα δια μέσου της Τεχνικής ανταγωνιστικά, κυριαρχικά προς αυτό . Ο Κόσμος γίνεται η μεγάλη πατρίδα του ανθρώπου , ο άνθρωπος κατοικεί ποιητικά την γη διότι «Ο άνθρωπος δεν είναι ο κύριος των όντων. Ο άνθρωπος είναι ο ποιμήν του Είναι »[26]. Η μικρή του πατρίδα παραμένει ως αίνιγμα , ως πρόβλημα , ή ως λύση «Πεπρωμένο είναι το γίγνεσθαι της κοινότητας του λαού »[27].Αυτοί οι διαφορετικοί δρόμοι , που καλούμαστε να βαδίσουμε μπορούν να μας οδηγήσουνε σε ένα ξέφωτο , δηλαδή στην αναίρεση της ανεστιότητας και της έλλειψης πατρίδας , μόνο αν ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον Κόσμο.
Β’
Ο Μάρξ στα νεανικά του ,κυρίως, κείμενα υποδεικνύει την θέση του εργάτη ως της ύπαρξης που έχει διαρρήξει ολοσχερώς τις σχέσεις με τον οικείο χώρο . Γεννιέται για να ζήσει σε ένα κόσμο ξένο .Όπως γράφει «όλες οι φυσικές και νοητικές αισθήσεις αντικαταστάθηκαν από την απλή αλλοτρίωση όλων αυτών των αισθήσεων από την αίσθηση του έχειν .Η ανθρώπινη φύση έπρεπε , λοιπόν να υποβιβαστεί σ’ αυτή την αθλιότητα για να γίνει ικανή να γεννήσει όλο τον εσωτερικό της πλούτο» [28]
Ο εργάτης είναι λοιπόν το πρόσωπο με την πλέον διεγερμένη αίσθηση της εξορίας από τον κόσμο «Ο άγριος στη σπηλιά του – ένα στοιχείο της φύσης που είναι ελεύθερα προσιτό για χρήση του και κατοικία – δεν δοκιμάζει την εμπειρία του ξένου περιβάλλοντος .Νιώθει τόση οικειότητα με το περιβάλλον του όση το ψάρι στο νερό .Αλλά η φτωχή υπόγεια κατοικία του εργάτη είναι ένα δυσάρεστο στοιχείο , μια «αλλότρια» περιοριστική δύναμη που κατακτιέται μόνο με τον ιδρώτα του και το αίμα του». Δε μπορεί να το δει σαν σπίτι του σαν κάτι δικό του. Αντίθετα νιώθει να βρίσκεται στο σπίτι κάποιου άλλου , σ’ ένα ξένο σπίτι , που ο ιδιοκτήτης καραδοκεί κάθε μέρα και του κοινοποιεί την έξωση μόλις δεν καταφέρει να πληρώσει το νοίκι του. Ταυτόχρονα έχει επίγνωση της διαφοράς της ποιότητας ανάμεσα στη δική του κατοικία και στις άλλες ανθρώπινες κατοικίες που έχουν οι πλούσιοι. Η αποξένωση εμφανίζεται όχι μόνο στο γεγονός ότι τα μέσα της ζωής μου ανήκουν σ’ έναν άλλο και ότι η επιθυμία μου είναι η απρόσιτη κατοχή κάποιου άλλου , αλλά επίσης και στο γεγονός ότι όλα τα πράγματα είναι άλλα και όχι αυτά τα ίδια , ότι η δραστηριότητά μου είναι άλλη και όχι αυτή η ίδια , και ότι τελικά - και αυτό ισχύει και για τον κεφαλαιοκράτη επίσης - μια απάνθρωπη δύναμη κυβερνά κάθε τι».[29]Κατά αυτόν τον τρόπο η εξορία γίνεται η κοινή μοίρα και του εργάτη και του αστού .Όμως ο εργάτης έχει ένα πρόσθετο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό «γίνεται σκλάβος του αντικειμένου του »[30]Εκεί όμως που κάνει λάθος ο Μάρξ είναι ότι εντοπίζει την αλλοτρίωση στην περιορισμένη κατανάλωση .Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αντίθετα η υπερβολική κατανάλωση είναι μια νέα μορφή της αποξένωσης του ανθρώπου. Στην εποχή μας ο έλεγχος της επιθυμίας και η διοχέτευση της στην κατανάλωση συγκεκριμένων εμπορευμάτων ορίζει την σημασία του ξεριζώματος και της αποξένωσης του ανθρώπου :«Η αλλοτρίωση του εργάτη μέσα στο αντικείμενό του εκφράζεται σύμφωνα με τους νόμους της πολιτικής οικονομίας με τον ακόλουθο τρόπο : όσο περισσότερο παράγει ο εργάτης , τόσο λιγότερο πρέπει να καταναλώνει .Όσες περισσότερες αξίες δημιουργεί , τόσο περισσότερο χάνει ο ίδιος την αξία του .Όσο περισσότερο τελειοποιείται το προϊόν του , τόσο περισσότερο παραμορφώνεται ο εργάτης. Όσο πιο πολιτισμένο το προϊόν του , τόσο πιο βάρβαρος ο εργάτης .Όσο πιο ισχυρή η εργασία , τόσο πιο ανίσχυρος ο εργάτης .Όσο πιο βελτιωμένη η εργασία , τόσο πιο άβουλος και περισσότερο υπόδουλος στη φύση γίνεται ο εργάτης »[31] Μία τέτοια εξέλιξη κατά την οποία το πρόβλημα της αποξένωσης έχει μετατεθεί από την παραγωγή των αγαθών στην κατανάλωση των εμπορευμάτων ο Μάρξ δεν μπόρεσε να την αντιμετωπίσει .Για την ακρίβεια την αντιμετώπισε με λανθασμένο τρόπο. Όμως μας έδωσε μια πολύ χρήσιμη έννοια τον « φετιχισμό του εμπορεύματος» , που θα αξιοποιηθεί στην συνέχεια από τον Λούκατς ,την Σχολή της Φραγκφούρτης , τον Α.Λεφέβρ, τον Γκυ Ντεμπόρ , την Άγκνες Χέλλερ και βεβαίως τον Κ.Καστοριάδη. Όπως επισημαίνει ο Ε.Μπαλιμπάρ: «Αλλοτρίωση σημαίνει λήθη της πραγματικής αρχής των ιδεών ή των γενικοτήτων , αλλά επίσης αντιστροφή της «πραγματικής » σχέσης μεταξύ της ατομικότητας και της κοινότητας. Η διάσπαση της πραγματικής κοινότητας ατόμων ακολουθείται από την προβολή ή τη μεταφορά της κοινωνικής σχέσης σε ένα εξωτερικό «πράγμα», έναν τρίτο όρο. Απλώς , στην πρώτη περίπτωση , αυτό πράγμα είναι ένα «είδωλο», μια αφηρημένη παράσταση που μοιάζει να υπάρχει από μόνη της μέσα στο στερέωμα των ιδεών (η Ελευθερία , η Δικαιοσύνη, η Ανθρωπότητα , το Δίκαιο ), ενώ στη δεύτερη είναι ένα «φετίχ», ένα υλικό πράγμα που μοιάζει να ανήκει στη γη ή στη φύση , ασκώντας ταυτόχρονα στα άτομα μια ακαταμάχητη δύναμη (το εμπόρευμα και κυρίως το χρήμα » [32]Για τον Μάρξ ο φετιχισμός του εμπορεύματος αντικαθιστά τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων με τις σχέσεις μεταξύ των εμπορευμάτων «Πρόκειται μόνο για την καθορισμένη κοινωνική σχέση των ίδιων των ανθρώπων , που παίρνει εδώ γι’ αυτούς τη φαντασμαγορική μορφή μιας σχέσης μεταξύ πραγμάτων….Αυτό το αποκαλώ φετιχισμό .Φετιχισμός που εισχωρεί στα προϊόντα της εργασίας μόλις αυτά παραχθούν ως εμπορεύματα και , γι ’αυτό ,είναι αχώριστος από την εμπορευματική παραγωγή ».[33] Πάνω σε αυτά τα πορίσματα του Μάρξ , ο Λούκατς θα αναπτύξει την θεωρία της πραγμοποίησης. Η διαδικασία αυτή καθορίζει την ανθρώπινη εργασία ως «κάτι αντικειμενικό και ανεξάρτητο , που τον εξουσιάζει μέσα από νόμους που του είναι ξένοι» [34] . Η κυριαρχία του εμπορεύματος προσδιορίζει «μιαν αφαίρεση της ανθρώπινης εργασίας που αντικειμενοποιείται στα εμπορεύματα , τόσο από υποκειμενική όσο και από αντικειμενική άποψη ».[35] Ο εργαλειακός ορθολογισμός διαλύει την ενότητα και την αυτονομία της ανθρώπινης ύπαρξης «Με το σύγχρονο «ψυχολογικό », κατατεμαχισμό της εργασιακής διαδικασίας (ταιυλορισμός) αυτή η ορθολογική μηχανοποίηση φτάνει στο σημείο να διεισδύσει μέσα στην ίδια την «ψυχή» του εργαζόμενου : ακόμη και οι ψυχολογικές του ιδιότητες αποχωρίζονται από τη συνολική του προσωπικότητα , αντικειμενοποιούνται μπροστά σ’ αυτή , για να μπορέσουν να εισέλθουν σε ορθολογικό-ειδικευμένα συστήματα και να ανοιχθούν σε μια μετρική έννοια ».[36]
Η μηχανή ολοκληρώνει την κατάτμηση της κοινότητας σε «υποκείμενα της εργασίας ».Η μηχανοποίηση αντί να απελευθερώνει δεσμεύει περισσότερο τον άνθρωπο σε έναν τρόπο ύπαρξης άρριζο και αποξενωμένο «Η μηχανοποίηση της παραγωγής τα μεταβάλλει , επίσης απ’ αυτή την άποψη , σε αφηρημένα απομονωμένα άτομα , που πλέον δε βρίσκονται σε αμοιβαία , οργανική και άμεση σχέση χάρη στις εργασιακές τους ενέργειες : η συνοχή τους αντίθετα , μεσολαβείται με αύξουσα αποκλειστικότητα από τους αφηρημένους νόμους του μηχανισμού , στον οποίο έχουν εισαχθεί ».[37] Καθώς το καπιταλιστικό σύστημα διαδίδεται και αναπτύσσεται συγχρόνως «η μορφή της πραγμοποίησης εισχωρεί όλο και πιο βαθιά , με μεγάλες συνέπειες , στη συνείδηση των ανθρώπων μέχρι να γίνει συστατικό τους στοιχείο»[38] Ο Λούκατς συμμερίζεται τις παρεμφερείς παρατηρήσεις του Μ.Βέμπερ όπου η πραγμοποίηση συνδέεται με τον εργαλειακό ορθολογισμό «Η καπιταλιστική επιχείρηση είναι κυρίως και κατά βάθος θεμελιωμένη στο λογισμό. Αυτή για να υπάρξει έχει ανάγκη ενός διοικητικού και δικαστικού μηχανισμού , που η λειτουργία του μπορεί να είναι , τουλάχιστο σα θέση αρχής , ορθολογικά υπολογισμένη στη βάση σταθερών κανόνων , έτσι όπως υπολογίζονται οι προβλέψιμες αποδόσεις της μηχανής. »[39] Ενώ λοιπόν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε πράγμα και εμπόρευμα, παράλληλα ο εργαλειακός ορθολογισμός φτάνει στα όρια του « η φαινομενικά εξαντλητική ορθολογικοποίηση του κόσμου , που προωθείται μέχρι το βαθύτερο ψυχικό και φυσικό είναι του ανθρώπου , βρίσκει ωστόσο τα όρια της στον τυπικό χαρακτήρα της ορθολογικότητας της».[40] Η πραγμοποίηση αποκτά καθολικά χαρακτηριστικά «Ο πραγμοποιημένος χαρακτήρας του άμεσου τρόπου εκδήλωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας στον εργάτη εξωθείται έτσι μέχρι τις ακραίες του συνέπειες .Είναι αλήθεια :αυτή διπλή προσωπικότητα , αυτό το κομμάτιασμα του ανθρώπου σε στοιχείο της κίνησης των εμπορευμάτων και σε θεατή (αντικειμενικά αδύναμο ) αυτής της κίνησης υφίσταται και για τον καπιταλιστή ».[41]
Ξερίζωμα του ανθρώπου , αλλοτρίωση , αποξένωση , φετιχισμός του εμπορεύματος , πραγμοποίηση , περιγράφουν το ίδιο γεγονός που ο Χάιντεγκερ ονόμασε οντολογικό- ιστορική σημασία της έλλειψης πατρίδας , επιβεβαιώνοντας την εγγύτητα της σκέψης του με ορισμένες από τις διαπιστώσεις του Μάρξ και κάποιων μαρξιστών. Δηλαδή το ξερίζωμα του ανθρώπου μαρτυρά μια καθολική ανθρώπινη κατάσταση όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους αντικαθίσταται από τις σχέσεις με τα πράγματα και ο εργαλειακός ορθολογισμός ολοκληρώνει την μετατροπή της ανθρώπινης ύπαρξης σε μέρος της μηχανικής διαδικασίας.
Όμως ο Μάρξ υπήρξε παιδί του Διαφωτισμού και της σκέψης ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να κυριαρχήσει πάνω στην φύση και πάνω στον κόσμο. Στα όρια της νοοτροπίας αυτής ο άνθρωπος και ο κόσμος είναι δύο ανταγωνιστικά στοιχεία , όπου ο άνθρωπος οφείλει να τον μετατρέψει σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Από αυτό το σημείο πηγάζει η αναγκαιότητα και η αισιοδοξία για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όπως γράφει ο Κώστας Παπαιωάννου , ο Μάρξ ,μόνο προς το τέλος της ζωής του εγκαταλείπει την αισιόδοξη πεποίθηση ότι «η βιομηχανική εργασία φανερώνει την «ουσία» του ανθρώπου και αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των «ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου ».[42] Αντιθέτως στην αρχαία Ελλάδα τα αντικείμενα υπερβαίνουν την χρηστική τους σημασία ώστε να γεφυρώνουν την τέχνη με την ζωή.
Ο Λένιν δεν ξεπέρασε τους ορίζοντες της εργαλειακής ορθολογικότητας , διότι είχε ως πρότυπο το καπιταλιστικό εργοστάσιο .Αντίθετα τους όρισε ως πρότυπο για όλη την κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι ότι στον πραγματοποιημένο μαρξισμό ο εργαλειακός ορθολογισμός δεν αναιρεί την ανεστιότητα και το ξερίζωμα του ανθρώπου , αλλά γίνεται το όχημα για να μεταφερθούν στην κοινωνία , όλες οι παλιές διακρίσεις όπως η ιεραρχία ανάμεσα σε διευθυντές και διευθυνόμενους , που σε συνδυασμό με την κατάργηση όλων των «τυπικών ελευθεριών» ,θα καταλήξουν στην δημιουργία του ολοκληρωτικού κράτους . Όπως επισημαίνει ο Κώστας Παπαιωάννου « το κόμμα που ζητούσε να φτιάξει έμοιαζε μ’ «ένα τεράστιο εργοστάσιο μ’ επικεφαλής ένα διευθυντή , την Κεντρική Επιτροπή»[43].Ο Λένιν με θαυμασμό παρουσίαζε το εργοστάσιο ως την « ανώτερη μορφή της καπιταλιστικής συνεργασίας»[44], ενώ τονίζει ότι «Χάρη σ’ αυτή τη σχολή του εργοστασίου η πειθαρχία και η οργάνωση είναι αφομοιώσιμες πολύ πιο εύκολα από το προλεταριάτο παρά από τους διανοούμενους»[45] Φυσικά μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να διευκόλυνε να αντιμετωπιστούν ορισμένα ιδιαίτερα «Ρώσικα» χαρακτηριστικά , όπως την πολιτική ενότητα μιας διχασμένης πολύ-εθνοτικής κοινωνίας , που με άλλες συνθήκες αντί του δεσποτισμού θα είχε οδηγηθεί στον εμφύλιο πόλεμο , αλλά συγχρόνως γενίκευσε τα στοιχεία του εργαλειακού ορθολογισμού , οδηγώντας φυσικά τα αδιέξοδά του , όσο και το ξερίζωμα του ανθρώπου σε εκρηκτικά μεγέθη.
Όμως υπάρχει ένα κείμενο του Μάρξ , που μπορεί να ερμηνευθεί ως μία ριζική κριτική της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» , συνεπώς και ως απόπειρα να ερμηνευτεί ρεαλιστικά και να ξεπεραστεί μια σημαντική πλευρά του Διαφωτισμού .Το έργο αυτό είναι το «Εβραϊκό Ζήτημα»[46] . Φυσικά δεν χρησιμοποιεί επιχειρήματα όπως αυτά του αντιδραστικού καθολικού Ζ.Ν.Μαίστρ , που δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη μιας ανθρωπότητας , αλλά πολλές διαφορετικές εθνότητες , αλλά ένα κατεξοχήν ηθικού –χαρακτήρα επιχείρημα , με χριστιανική μάλιστα προέλευση. Ο άνθρωπος της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» είναι ο εγωιστής άνθρωπος που αποκόπτεται από τις κοινωνικές σχέσεις ,από την κοινότητα για να ζήσει ως μόνος εναντίον όλων. «Πριν απ’ όλα διαπιστώνουμε ότι το γεγονός ότι τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου , τα droits de lhomme , σε διάκριση από τα droits du citoyen , δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα δικαιώματα του μέλους της κοινωνίας των ιδιωτών , δηλαδή του εγωιστή ανθρώπου , του χωρισμένου από τον άνθρωπο και την κοινότητα »[47] Η κοινότητα , η κοινωνία διαλύεται σε ξεχωριστές μονάδες. Κατά αυτό τον τρόπο η ιδεολογία των Δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν αναγγέλλει , μόνο μια πραγματικότητα , αλλά και την επικυρώνει. Η κοινωνία των ιδιωτών προϋποθέτει ξεκομμένες και «ριγμένες στον κόσμο» μονάδες. « Η ελευθερία είναι επομένως το δικαίωμα να κάνει και να ασκεί κανείς καθετί που δεν βλάπτει τον άλλο. Τα όρια , που μέσα τους ο καθένας μπορεί να κινείται αζημίωτα για τον άλλο , καθορίζονται με νόμο , όπως τα όρια που χωρίζουν δύο χωράφια καθορίζονται μ’ ένα φράχτη. Πρόκειται για την ελευθερία του ανθρώπου ως μονάδας απομονωμένης και αποτραβηγμένης στον εαυτό της…Το δικαίωμα όμως του ανθρώπου στην ελευθερία δεν βασίζεται στη σύνδεση του ανθρώπου με τον άνθρωπο , αλλά αντίθετα στην απομόνωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο .Είναι το δικαίωμα αυτής της απομόνωσης , το δικαίωμα του περιορισμένου , του κλεισμένου στον εαυτό του ατόμου »[48]. Η κατάληξη της αντίληψης αυτής είναι να «κάνει τον κάθε άνθρωπο να βρίσκει στον άλλο άνθρωπο όχι την πραγμάτωση , αλλά αντίθετα τον φραγμό της ελευθερίας του» [49].
Ο Μάρξ αποσκοπεί συνεπώς σε μια ελευθερία που πραγματώνεται στα όρια της κοινότητας .Αναρωτιέται δε πώς ένας λαός όπως ο Γαλλικός , που βγαίνει από αιώνες δεσποτισμού καταλήγει στην δικαίωση του εγωιστή ανθρώπου. «Συνεπώς κανένα από τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου δεν ξεπερνά τα όρια του εγωιστή ανθρώπου , του ανθρώπου ως μέλους της κοινωνίας των ιδιωτών , δηλαδή ως ατόμου αποτραβηγμένου στον εαυτό του , στο ιδιωτικό του συμφέρον και στην ιδιωτική του αυθαιρεσία και απομονωμένου από την κοινότητα. Ο άνθρωπος δεν θεωρείται καθόλου , σαν μέλος του ανθρώπινου είδους – απεναντίας η ίδια η ζωή του είδους , η κοινωνία ,εμφανίζεται σαν ένα πλαίσιο εξωτερικό για τα άτομα , σαν περιορισμός της αρχικής τους αυτοτέλειας .Ο μοναδικός δεσμός που τα κρατάει ενωμένα είναι η φυσική αναγκαιότητα , η ανάγκη και το ιδιωτικό συμφέρον , η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και του εγωιστικού τους προσώπου. Αποτελεί ήδη αίνιγμα το πώς ένας λαός που μόλις αρχίζει ν’ απελευθερώνεται , να γκρεμίζει όλους τους φραγμούς ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία του , να θεμελιώνει μια πολιτική κοινότητα – πως ένας τέτοιος λαός διακηρύσσει πανηγυρικά (Διακήρυξη του 1791) τη δικαίωση του εγωιστή ανθρώπου , του απομονωμένου από τον συνάνθρωπό του και την κοινότητα. Μάλιστα επαναλαμβάνει τούτη τη διακήρυξη σε μια στιγμή , όπου μόνο η πιο ηρωική αυταπάρνηση μπορεί να σώσει το έθνος – και γι’ αυτό είναι επιτακτικό αίτημα - , σε μια στιγμή , όπου η θυσία όλων των συμφερόντων της κοινωνίας των ιδιωτών πρέπει να μπει στην ημερήσια διάταξη και ο εγωισμός να τιμωρείται σαν έγκλημα (Διακ. Των δικαιωμάτων του ανθρώπου κτλ. του 1793). Ακόμα πιο αινιγματικό γίνεται τούτο το γεγονός , όταν βλέπουμε ότι η ζωή του πολίτη , η πολιτική κοινότητα υποβιβάζεται από τους φορείς της πολιτικής χειραφέτησης σε απλό μέσο για τη διαφύλαξη αυτών των λεγομένων δικαιωμάτων του ανθρώπου , ότι δηλαδή ο πολίτης θεωρείται υπηρέτης του εγωιστή ανθρώπου , ότι η σφαίρα μέσα στην οποία ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν μέλος της κοινότητας (Gemeinwesen) βρίσκεται πιο χαμηλά από τη σφαίρα μέσα στην οποία συμπεριφέρεται σαν μερικό ον , ότι τέλος δεν είναι ο άνθρωπος σαν citoyen , αλλά ο άνθρωπος σαν bourgeois , που θεωρείται ο καθαυτό και αληθινός άνθρωπος».[50] Ο Μάρξ μάλιστα θα επισημάνει την εξόφθαλμη υποκρισία στις Διακηρύξεις της Γαλλικής Επανάστασης καθώς η ελευθερία του Τύπου καταργείται όταν «εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ελευθερία », δηλαδή τελικά «το δικαίωμα του ανθρώπου παύει να είναι δικαίωμα , μόλις έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική ζωή»[51]Βεβαίως η κατάργηση του κράτους Δικαίου , οδηγεί στο ολοκληρωτισμό δηλαδή σε έναν άλλο ξεριζωμό του ανθρώπου. Αντίθετα αυτό που η σκέψη του Μάρξ και των επιγόνων του ,δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει είναι η τοποθέτηση του ατόμου και του δικαιώματος εντός της αυτόνομης κοινότητας.
Ο Μάρξ σε ένα κείμενο όπως το «Εβραϊκό Ζήτημα », ουσιαστικά πολιτικό , που ξεκινά από την διαμάχη με τον Μ.Μπάουερ σχετικά με την απελευθέρωση του εβραϊκού έθνους , αποκαλύπτει στην ρητορεία της Γαλλικής Επανάστασης την ανάδυση του εγωιστή ανθρώπου , που στήνει ως εγκόσμιο θεό του το χρήμα και οδηγεί ως τα άκρα το οντολογικό κενό της έλλειψης πατρίδας .Ο ίδιος εβραϊκής καταγωγής βλέπει ότι οι σύγχρονοι του Εβραίοι ,αποτελούν ένα έθνος με σαφή διαχρονικά χαρακτηριστικά . Πάσχουν από την ασθένεια της χρηματολατρείας. Η προυπόθεση για την απελευθέρωση τους συναρτάται με την αποδέσμευσή τους από τον αποκλειστικό προσανατολισμό , που έχουν στο εμπόριο και στην λατρεία του χρήματος .Πρόκειται για ένα κείμενο , που έγινε η αιτία , να προσαφθεί από κάποιες πλευρές, στον Μάρξ η κατηγορία του αντισημιτισμού. Συμβαίνει όμως αυτό ή ο Μάρξ επαναλαμβάνει για άλλη μια φορά τους λόγους που δημιούργησαν την αποξένωση του ανθρώπου και κατά συνέπεια και του ίδιου του Εβραϊκού έθνους .Θα δούμε δύο αποσπάσματα , εκ των οποίων στο δεύτερο φαίνεται καθαρότερα η σκέψη αυτή , δηλαδή ότι η μοίρα του Εβραϊκού έθνους ακολουθεί την αλλοτριωμένη πορεία του νεώτερου ανθρώπου :
«Ας ψάξουμε το μυστικό του εβραίου όχι μέσα στη θρησκεία του – αλλά ας ψάξουμε το μυστικό της θρησκείας μέσα στον πραγματικό εβραίο. Ποιο είναι το γήινο βάθρο του ιουδαϊσμού ;Η πρακτική ανάγκη , το ιδιωτικό συμφέρον .Ποια είναι η εγκόσμια λατρεία του εβραίου ; Το εμπόριο .Ποιος είναι ο γήινος θεός του ;Το χρήμα .Ε ,λοιπόν !Η χειραφέτηση από το εμπόριο και από το χρήμα , επομένως από τον πρακτικό , πραγματικό ιουδαϊσμό θα ήταν η χειραφέτηση της εποχής μας. Μια οργάνωση της κοινωνίας που θα καταργούσε τις προυποθέσεις του εμπορίου , και κατά συνέπεια τη δυνατότητα του εμπορίου , θα έκανε αδύνατη την ύπαρξη του εβραίου. Η θρησκευτική του συνείδηση θα διαλυόταν σαν άψυχος καπνός μέσα στον πραγματικό ζωογόνο αέρα της κοινωνίας. Από την άλλη μεριά : όταν ο εβραίος αναγνωρίζει ως ανίσχυρη αυτή την πρακτική του ουσία κι εργάζεται για την εξάλειψή της , τότε βγαίνει έξω από το πλαίσιο της μέχρι τώρα εξέλιξης του προς την καθαρά ανθρώπινη χειραφέτηση και στρέφεται ενάντια στην ακραία πρακτική έκφραση της ανθρώπινης αυτοαλλοτρίωσης. Έτσι ανακαλύπτουμε στον ιουδαϊσμό ένα καθολικό σύγχρονο αντικοινωνικό στοιχείο , που διαμέσου της ιστορικής εξέλιξης , όπου οι εβραίοι συνείργησαν με ζήλο προς αυτή την κακή κατεύθυνση , έφτασε ως το τωρινό του ύψος , σ΄ ένα ύψος όπου πρέπει κατανάγκη να διαλυθεί .Η χειραφέτηση των εβραίων , στην έσχατη σημασία της , είναι η χειραφέτηση της ανθρωπότητας από τον ιουδαϊσμό. .…Ο εβραίος έχει χειραφετηθεί με ιουδαϊκό τρόπο , όχι μόνο γιατί έχει γίνει κάτοχος της δύναμης του χρήματος , αλλά γιατί το χρήμα μ’ αυτόν ή δίχως αυτόν έχει γίνει παγκόσμια δύναμη , και το πρακτικό πνεύμα των εβραίων έχει γίνει το πρακτικό πνεύμα των χριστιανικών λαών .Οι εβραίοι χειραφετήθηκαν τόσο , όσο οι χριστιανοί έχουν γίνει εβραίοι. »[52]
Η αδυσώπητη κριτική του Μάρξ , η ταύτιση του εβραϊσμού , με μια αποκλειστικά πλευρά του , η υπόδειξη του ως έναν από τους βασικούς λόγους της αλλοτρίωσης και της λατρείας του χρήματος ως εγκόσμιου θεού προαναγγέλλει μια ρητορική που με μια χυδαιότερη μορφή (Α.Ρόζεμπεργκ ,Σελίν και άλλοι ), θα οδηγήσει στο ναζισμό και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ; Πράγματι μια τέτοια κριτική θα είχε βάση αν δεν λαμβάνονταν υπόψη δυο γεγονότα :
-Για ότι κατηγορεί τον ιουδαϊσμό , κατηγορεί συγχρόνως και τον χριστιανισμό .Διότι ο ιουδαϊσμός μπορεί να φτάνει στην αποκορύφωση της «κοινωνίας » των εγωιστών ,των ιδιωτών ,αλλά αυτή ολοκληρώνεται μέσα στα πλαίσια του χριστιανισμού ώστε «ο χριστιανός ήταν από την αρχή ακόμα ο θεωρητικίζων εβραίος , επομένως ο εβραίος είναι ο πρακτικός χριστιανός , και ο πρακτικός χριστιανός ξαναγίνεται εβραίος» [53], ενώ η αλλοτρίωση , η αποξένωση και το ξερίζωμα του ανθρώπου έγιναν δυνατά «μόνο αφού ο χριστιανισμός , σαν έτοιμη πια θρησκεία ,είχε ολοκληρώσει θεωρητικά την αυτοαποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και από τη φύση. Μόνο ύστερα απ’ αυτό , ο ιουδαϊσμός μπόρεσε να φτάσει στην καθολική κυριαρχία και να μετατρέψει τον αλλοτριωμένο άνθρωπο και την αλλοτριωμένη φύση σε αντικείμενα απαλλοτριώσιμα , εκποιήσιμα , που βρίσκονται σε δουλική εξάρτηση από την εγωιστική ανάγκη , από το εμπόριο. »[54].
- Ο στόχος του Μάρξ είναι το πνεύμα του κερδοσκόπου , του χρηματάνθρωπου και όχι η φυσική ύπαρξη του εβραϊσμού. Βεβαίως η σκέψη του είναι διατυπωμένη με τέτοιο ρητορικό τρόπο ώστε δεν είναι δύσκολο να δημιουργηθούν παρανοήσεις : «Το χρήμα είναι ο φλογερός θεός του Ισραήλ , που μπροστά του δεν μπορεί να σταθεί άλλος θεός .Το χρήμα εξευτελίζει όλους τους θεούς του ανθρώπου και τους μετατρέπει σε εμπόρευμα. Το χρήμα είναι η αποξενωμένη από τον άνθρωπο ουσία της εργασίας του και της ύπαρξης του , κι αυτή η ξένη ουσία τον εξουσιάζει , κι αυτός την προσκυνάει . Ο θεός των εβραίων έχει γίνει επίγειος θεός. Η συναλλαγματική είναι ο πραγματικός θεός του εβραίου. Ο θεός του δεν είναι παρά η απατηλή συναλλαγματική. Η αντίληψη για τη φύση , που διαμορφώθηκε κάτω από την κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας και του χρήματος , είναι η πραγματική περιφρόνηση , ο πρακτικός εξευτελισμός της φύσης , η οποία υπάρχει βέβαια στην εβραϊκή θρησκεία , αλλά μόνο στη φαντασία. ….Η χιμαιρική εθνικότητα του εβραίου είναι η εθνικότητα του εμπόρου , γενικά του χρηματάνθρωπου. »[55] Η αναίρεση της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης ,το ξεπέρασμα του πνεύματος της κερδοσκοπίας και της λατρείας του χρήματος , θα έχει ως συνέπεια να παύσει να υφίσταται η διάσταση ανάμεσα στον ατομικό άνθρωπο και στο ανθρώπινο είδος .Με αυτή την οπτική η απάντηση του Μάρξ στις απόψεις του Β.Μπάουερ είναι ότι «η κοινωνική χειραφέτηση του εβραίου είναι η χειραφέτηση της κοινωνίας από τον ιουδαϊσμό» [56] , όπως και ότι η «η πολιτική χειραφέτηση του εβραίου , του χριστιανού και γενικά του θρήσκου ανθρώπου ,είναι η χειραφέτηση του κράτους από τον ιουδαϊσμό , τον χριστιανισμό , τη θρησκεία γενικά ».[57]
Με αυτή την διαδρομή – δηλαδή μέσα από κάποια κείμενα του Μάρξ- οδηγούμεθα σε ένα συμπέρασμα κοινό με άλλους στοχαστές όπως ο Χάιντεγκερ και ο Λούκατς : η θέση του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο , που έχει αποκοπεί από την κοινότητα και λατρεύει το χρήμα ως εγκόσμια θεότητα , καθορίζεται από το οντολογικό κενό , το ξεριζωμό και την αλλοτρίωση.
Η σκέψη αυτή δεν παραμερίζει το γεγονός ότι ο Μάρξ και οι μαρξιστές δεν απέφυγαν τοποθετηθούν απέναντι στο «εθνικό ζήτημα».
Ο Μάρξ σε ένα διάσημο κείμενο του , άφθαστης ίσως ρητορικής δεξιοτεχνίας , το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», διακηρύσσει ότι «Oι εργάτες δεν έχουν πατρίδα. Δεν μπορείς να τους πάρεις κάτι που δεν έχουν .Εφόσον το προλεταριάτο πρέπει , πρώτα απ’ όλα , να κατακτήσει την πολιτική υπεροχή , πρέπει να ανυψωθεί το ίδιο σε έθνος , είναι και εθνικό , αν και όχι με την αστική έννοια της λέξης »[58] , Η διακήρυξη αυτή δεν αποτελεί μια απλή διαπίστωση , με τα χαρακτηριστικά που είδαμε , αλλά και ένα Δέον στο οποίο θα πρέπει να κατευθυνθεί η εξέλιξη της ιστορίας .Γι αυτό όχι μόνο δεν αντιδρά , αλλά χαίρεται από το γεγονός ότι η προέλαση της αστικής τάξης διαλύει όλους τους προηγούμενους πολιτισμούς , επισημαίνοντας «Οι εθνικές διαφορές και αντιθέσεις ανάμεσα στους λαούς εξαφανίζονται ολοένα και πιο πολύ , χάρη στην ανάπτυξη του εμπορίου , στην παγκόσμια αγορά , στην ομοιομορφία του τρόπου παραγωγής και στις αντίστοιχες συνθήκες ζωής .Η υπεροχή του προλεταριάτου θα τις οδηγήσει ακόμα πιο γρήγορα σε εξαφάνιση »[59].Βεβαίως οι εθνικές διαφορές όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν , αλλά στην εποχή όπου η παγκοσμιοποίηση εμβάθυνε τις τάσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου , που έγκαιρα είχε δει ο Μάρξ ,το ανήκειν σε ένα έθνος ή σε μια θρησκεία εμφανίζεται με μεγάλη ένταση και σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται ως όπλο άμυνας στις συνέπειες της δημιουργίας μίας παγκόσμιας ομογενοποιημένης αγοράς. Συγχρόνως ο μαρξισμός- λενινισμός λειτούργησε με δύο τρόπους .Με το δόγμα του προλεταριακού διεθνισμού, όπου όλα τα κομμουνιστικά κόμματα ακολουθούσαν τις διεθνείς πολιτικές επιλογές και την δεσμευτική του ερμηνεία από το ΚΚΣΕ , μια υπερδύναμη , όπως ήταν η ΕΣΣΔ οργάνωνε την διεθνή συναίνεση στην προώθηση των γεωπολιτικών της συμφερόντων (παρόμοια οι ΗΠΑ , για τον ίδιο σκοπό , χρησιμοποιούν την ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή την θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών). Στους λαούς των αποικιών ο μαρξισμός χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει ιδεολογικά ισχυρά εθνικά κινήματα , που δημιούργησαν νέα έθνη- κράτη ή απελευθέρωσαν έθνη που για πολλούς αιώνες ήσαν σε καθεστώς αποικίας. Αλλά και η Κομμούνα του Παρισιού , που θαύμασε ο Μαρξ έχει ως αφετηρία την προδοσία της γαλλικής άρχουσας τάξης. Το 1870 στο Γάλλο-πρωσικό πόλεμο για τον έλεγχο της Αλσατίας και της Λωραίνης , η Γαλλία ηττάται και το Παρίσι πολιορκείται από τους Πρώσους .Ο Γάλλος στρατάρχης Μπαζέν παραδίδει τον στρατό του και την περιοχή του Μέτς. Θα ακολουθήσει η επανάσταση του λαού του Παρισιού που αποτελείτο από οπαδούς κυρίως του Μπλανκί και λιγότερο του Προυντόν , η οποία θα πνιγεί στο αίμα από το Θιέρσο. Το σπουδαίο όμως είναι , ότι παρά τους ισχυρισμούς του Μάρξ στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», οι εργάτες σε αντίθεση με την γαλλική άρχουσα τάξη που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς εισβολείς ,είχαν πατρίδα , την οποία υπερασπίστηκαν με το αίμα τους .Το γεγονός αυτό έκανε τον ίδιο τον Μάρξ , να γράψει στην Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς των Εργατών για τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία που περιέχεται στο βιβλίο ο «Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» ,ότι «Μπρος στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή - μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας»[60].Η Κομμούνα (Κοινότητα) του Παρισιού αποδεικνύει ότι οι εθνικοί αγώνες όχι μόνο δεν εμπόδισαν το ξέσπασμα των κοινωνικών συγκρούσεων , αλλά αντίθετα τις ενέτειναν, τις επιτάχυναν και τις προώθησαν. Ο Μάρξ αποδέχεται ότι οι έννοιες του « εθνικού καθήκοντος » και των «εθνικών προδοτών» , αντίστοιχα , έχουν περιεχόμενο που επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα. Ο διεθνισμός των προλετάριων έχει το εξής νόημα :να ενισχύσει τον απελευθερωτικό αγώνα του Γαλλικού Λαού , ενάντια στην άρχουσα τάξη της Γερμανίας και την άρχουσα τάξη της Γαλλίας , που προδίδει το λαό της. Επίσης με την Κομμούνα «η ενότητα του έθνους δε θα έσπαζε , μα , αντίθετα , θα οργανωνόταν»[61] , με βάση τις κοινότητες. Η Κομμούνα σύνθεσε τα γνήσια στοιχεία του εθνισμού και του διεθνισμού «Αν λοιπόν η Κομμούνα ήταν ο αληθινός εκπρόσωπος όλων των υγιών στοιχείων της γαλλικής κοινωνίας και επομένως η πραγματικά εθνική κυβέρνηση , ήταν ταυτόχρονα και διεθνής σ’ όλη τη σημασία της λέξης ,σαν εργατική κυβέρνηση που ήταν ,σαν τολμηρός πρόμαχος της απελευθέρωσης της εργασίας. Κάτω από τα μάτια του πρωσικού στρατού , που είχε προσαρτήσει στη Γερμανία δυο γαλλικές επαρχίες , η Κομμούνα προσάρτησε στη Γαλλία τους εργάτες όλου του κόσμου ».[62]
Περισσότερο προσεκτικός ο Λένιν , επανερμήνευσε και αποσαφήνισε τις θέσεις του Μάρξ για το εθνικό ζήτημα. Υπερασπίστηκε με εμμονή το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών , παρά τις αντιρρήσεις άλλων σοσιαλιστών της εποχής του. Τόνισε : «Δεν είναι μαρξιστής , δεν είναι καν δημοκράτης όποιος δεν αναγνωρίζει και δεν υπερασπίζει την ισοτιμία των εθνών και των γλωσσών , όποιος δεν αγωνίζεται ενάντια σε κάθε εθνική καταπίεση ή ανισοτιμία.»[63] Θα αποδεχθεί ότι «ιστορικά η αρχή της εθνικότητας είναι αναπόφευκτη στην αστική κοινωνία και ο μαρξιστής , παίρνοντας υπόψη του αυτή την κοινωνία , αναγνωρίζει πέρα για πέρα την ιστορική δικαιολόγηση των εθνικών κινημάτων »[64]Επίσης θα ισχυριστεί ότι η μη υποστήριξη των εθνικών κινημάτων σημαίνει στην πραγματικότητα ότι « υποκύπτεις στις εθνικιστικές προλήψεις , δηλαδή ότι παραδέχεσαι το «δικό σου» έθνος σαν «πρότυπο έθνος» ( ή , θα προσθέσουμε εμείς ,σαν έθνος που κατέχει το αποκλειστικό προνόμιο να συγκροτήσει το κράτος»[65]Στο ίδιο κείμενο θα χρησιμοποιήσει ως πρόσθετο επιχείρημα τις επιστολές του Μάρξ στον Ένγκελς του Νοεμβρίου του 1867 με τις οποίες τάσσεται μαχητικά υπέρ της ανεξαρτησίας της Ιρλανδίας από την Αγγλία , ενώ επέτυχε η Διεθνής να λάβει απόφαση υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας της Ιρλανδίας[66]. Μάλιστα ο Λένιν θα επισημάνει ότι «η πολιτική του Μάρξ και του Ένγκελς στο ιρλανδικό ζήτημα έδωσε το μεγαλύτερο πρότυπο για τη στάση που πρέπει να κρατά το προλεταριάτο των εθνών που καταπιέζουν απέναντι στα εθνικά κινήματα , πρότυπο που ως τα σήμερα εξακολουθεί νάχει τεράστια σημασία »[67]Το εθνικό ζήτημα είναι θεμελιώδες και για αυτό θεωρεί «ότι θα ήταν προδοσία απέναντι στο σοσιαλισμό ν’ αρνηθούμε την πραγματοποίηση της αυτοδιάθεσης των εθνών στο σοσιαλισμό»[68]Οι εθνικές επαναστάσεις συνδέονται ουσιαστικά με τις κοινωνικές επαναστάσεις «όταν νομίζει κανείς ότι μπορεί να νοηθεί κοινωνική επανάσταση χωρίς εξεγέρσεις των μικρών εθνών στις αποικίες και στην Ευρώπη , χωρίς επαναστατικές εκρήξεις μιας μερίδας των μικροαστών με όλες τις προλήψεις τους , χωρίς το κίνημα των μη συνειδητών προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών ενάντια στον τσιφλικάδικο , εκκλησιαστικό , μοναρχικό , εθνικό κτλ ζυγό , όταν σκέφτεται κανείς έτσι , σημαίνει ότι απαρνιέται την κοινωνική επανάσταση… Όποιος περιμένει μια «καθαρή» κοινωνική επανάσταση , δε θα τη δει ποτέ του .Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει επανάσταση »[69].
Γ’
Η Γαλλοεβραία φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ είναι άλλη μια περίπτωση στοχαστή που ερμήνευσε την νεωτερικότητα υπό την προοπτική του ξεριζώματος του ανθρώπου. Δίχως υπερβολή οι σκέψεις που διατύπωσε είναι στενά δεμένες με τις εμπειρίες της ζωή της ,που υπήρξε περιπετειώδης και κάποτε μαρτυρική. Γεννήθηκε σε ένα περιβάλλον αγνωστικισμού , αδιάφορο προς την θρησκεία και κατέληξε χριστιανή ,αν και δεν βαπτίσθηκε ποτέ. Σε ηλικία 22 χρονών εκλέγεται υφηγήτρια φιλοσοφίας , ενώ συγχρόνως βρίσκεται σε επαφή με οργανώσεις όπως η «Προλεταριακή Επανάσταση».Σε ηλικία 34 χρονών και ενώ επρόκειτο να προαχθεί σε καθηγήτρια εγκαταλείπει την καριέρά της και πηγαίνει να εργαστεί ως εργάτρια σε εργοστάσιο ώστε να γνωρίσει από κοντά τον ανθρώπινο μόχθο. Εκεί «γνώρισε την πείνα , την εξάντληση , την καταπίεση ,το άγχος της ανεργίας. Η δοκιμή ξεπέρασε τις δυνάμεις. Απέκτησε τέτοια συνείδηση της δυστυχίας που την σημάδεψε για όλη της τη ζωή»[70]Στην συνέχεια το 1936 θα πολεμήσει μαζί με τους Δημοκρατικούς στην Ισπανία , αλλά θα γυρίσει στην Γαλλία μετά από ένα ατύχημα. Θα γνωρίσει τον χριστιανισμό μέσα από την Καθολική Εκκλησία και τον χριστιανό διανοητή Gustave Thibon αλλά δεν θα βαπτιστεί ποτέ. Την ίδια περίοδο «εργάζεται πάλι ως εργάτρια στους αγρούς της περιοχής και στην περίοδο του τρυγητού ψιθυρίζει μέσα της αδιάκοπα , ως είδος αδιάλειπτης προσευχής , το «Πάτερ ημών στα ελληνικά».[71] Όπως τονίζει ο Κ.Τσιρόπουλος σε αυτό το διάστημα έχει «αποκολληθεί από την καθηγητική της διδασκαλία κι έχει αφοσιωθεί στην αδιαφόρετη αγάπη του Θεού και των φτωχών , παρά την εύθραυστη υγεία της ».[72] Κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής θα μεταβεί στην Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο όπου θα συνεργαστεί με τους «Ελεύθερους Γάλλους» ενώ «αρνείται να φάει περισσότερο απ’ όσο τρώνε εκείνοι με το δελτίο τροφίμων , κι ας είναι σοβαρά κλονισμένη η υγεία της »[73]. Τελικά βαριά άρρωστη ,θα πεθάνει σε ηλικία 34 χρονών σε σανατόριο στην Νέα Υόρκη το 1943.
Η Σιμόν Βέιλ περιγράφει το ξερίζωμα ως την μοίρα του εργάτη: «Υπάρχει μια κοινωνική κατηγορία που εξαρτάται ολοκληρωτικά και αέναα από το χρήμα , είναι οι μισθωτοί από τότε κυρίως που ο μισθός με το κομμάτι υποχρεώνει κάθε εργάτη να έχει στραμμένη πάντα στον υπολογισμό και της τελευταίας δεκάρας. Στην κατηγορία αυτή η αρρώστια του ξεριζωμού είναι στην μεγαλύτερη έξαρση. Ο Bernanos έχει γράψει πως οι εργάτες μας τουλάχιστο δεν είναι μετανάστες όπως αυτοί του κ.Ford. Η κύρια κοινωνική δυσκολία της εποχής μας προέρχεται από το ότι , κατά μια έννοια , είναι κι αυτοί μετανάστες. Αν και παραμένουν γεωγραφικά στον ίδιο τόπο , ηθικά είναι ξεριζωμένοι , εξόριστοι και σαν από επιείκεια επαναπατρισμένοι , είδος λιπάσματος της δουλειάς .Η ανεργία είναι εννοείται ένας ξεριζωμός στο τετράγωνο .Δεν νιώθουν σπίτι τους , ούτε στο εργοστάσιο , ούτε στην κατοικία τους , ούτε στο κόμμα ή στο συνδικάτο που υποτίθεται πως έγινε γι’ αυτούς , ούτε στους τόπους αναψυχής , ούτε στην πνευματική παιδεία σε περίπτωση που προσπαθήσουν να την αφομοιώσουν»[74]
Ο τρόπος που περιγράφει την αποξένωση δεν διαφέρει πολύ από την μαρξιστική. Μάλλον εμπνέεται από αυτή , για να την ξεπεράσει. Όμως και σε αυτή η εκρίζωση προσδιορίζει αυστηρά τον τρόπο που συγκροτείται ο σύγχρονος κόσμος .Η γενεαλογία του ξεριζώματος του ανθρώπου ταυτίζεται με την ανάδυση και την εξέλιξη της νεωτερικότητας .Οι Ρωμαίοι σύμφωνα με την Βέιλ , καταστρέψανε τις παραδόσεις και τις πατρίδες , μεταβάλλοντας τους πολίτες της Μεσογείου στην πρώτη μαγιά της εκρίζωσης : «Οι Ιουδαίοι αυτή η χούφτα των ξεριζωμένων , προξένησαν το ξερίζωμα όλης της υφηλίου .Η συμμετοχή τους στον χριστιανισμό δημιούργησε από την χριστιανοσύνη κάποιο ξερίζωμα από το δικό του παρελθόν .Η προσπάθεια του ξαναριζώματος της Αναγέννησης απέτυχε γιατί είχε αντιχριστιανικό προσανατολισμό .Η τάση των «φώτων» (του Διαφωτισμού), 1789 , η λαϊκότητα ,κ.λ.π. μεγάλωσαν ακόμα πιο πολύ το ξερίζωμα με την απάτη της προόδου .Και η ξεριζωμένη Ευρώπη ξερίζωσε τον υπόλοιπο κόσμο με την αποικιοκρατία .Η κεφαλαιοκρατία , ο ολοκληρωτισμός μετέχουν σ’ αυτή την προώθηση του ξεριζώματος .Οι αντισημίτες , φυσικά , διαδίδουν την ιουδαϊκή επίδραση .Αλλά προτού να ξεριζώσουν με το δηλητήριο , η Ασσυρία στην Ανατολή , η Ρώμη στη Δύση , είχαν ξεριζωθεί με την μαχαίρα » [75].Το ξερίζωμα λειτουργεί ως φαύλος κύκλος που δεν παύει να αναπτύσσεται και ως ένα αδιαπέραστο δίχτυ από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει καμία ύπαρξη: « Οι Ρωμαίοι ήταν μια χούφτα φυγάδες που συσπειρώθηκαν τεχνητά σε μια πολιτεία και στέρησαν τους μεσογειακούς πληθυσμούς από τη ζωή τους , την πατρίδα τους , την παράδοσή τους , το παρελθόν τους , σε τέτοιο βαθμό που να θεωρούνται από τους μεταγενέστερους , όπως λένε οι ίδιοι , οι ιδρυτές του πολιτισμού σε αυτά τα εδάφη. Οι Εβραίοι ήταν σκλάβοι δραπέτες , και εξόντωσαν ή υποδούλωσαν όλους τους πληθυσμούς της Παλαιστίνης .Οι Γερμανοί , τον καιρό που ο Χίτλερ πήρε την εξουσία , ήταν αληθινά όπως το επαναλάμβανε αδιάκοπα , ένα έθνος προλεταρίων , δηλαδή ξεριζωμένων .Η ταπείνωση του 1918 , ο πληθωρισμός , η χωρίς μέτρο εκβιομηχάνιση και κυρίως η εξαιρετικά σοβαρή κρίση ανεργίας τους είχε κάνει ηθικά άρρωστους σε τέτοιο σημείο οξύτητας που έχει για επακόλουθο την ανευθυνότητα .Οι Ισπανοί και οι Άγγλοι που από τον από τον 16ο αιώνα κρεούργησαν ή υποδούλωσαν έγχρωμους πληθυσμούς ήταν τυχοδιώκτες χωρίς σχεδόν επαφή με τη βαθύτερη ζωή της χώρας τους .Το ίδιο ισχύει και για ένα μέρος της γαλλικής Αυτοκρατορίας που άλλωστε συστάθηκε σε μια περίοδο που η γαλλική παράδοση έχει χάσει τη ζωτικότητά της Όποιος είναι ξεριζωμένος , ξεριζώνει. Όποιος έχει ρίζες δεν ξεριζώνει»[76]
Ο εργάτης βιώνοντας εντατικά το ξερίζωμα , αναλώνεται σε υπνωτικές δραστηριότητες. Βγαίνοντας από την πόρτα του εργοστασίου δίνεται συχνά σε δραστηριότητες ή θεάματα με τις οποίες λησμονά ακόμα περισσότερο αυτό που είναι. Η νέα τεχνολογία , η ορθολογική οργάνωση της εργασίας ,δεν βελτίωσε ουσιαστικά την μοίρα του. Η εργασία παραμένει συνήθως επικίνδυνη , εξαντλητική , ανιαρή , δίχως να επιτρέπει στον εργάτη πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας και αυτοανάπτυξης. Το εργοστάσιο γίνεται ένας τόπος εξορίας και η εργασία μια ξένη προς την ύπαρξη διαδικασία. Οι έννοιες όπως αποδοτικότητα και παραγωγικότητα αποκρύπτουν συχνά τις μεθόδους του εργαλειακού ορθολογισμού με τις οποίες αφαιρείται από την ζωή όχι μόνο η ποίηση αλλά και η ουσία της .Η εργασία από πράξη ευθύνης του εργαζόμενου απέναντι στην κοινότητα καταντά να πολλαπλασιάζει το οντολογικό κενό.
Η Σιμόν Βέιλ επισημαίνει «Στη Γαλλία ο ξεριζωμός των προλεταρίων έριξε ένα μεγάλο μέρος των εργατών σε κατάσταση αδρανούς αποχαύνωσης και ένα άλλο μέρος σε εμπόλεμη κατάσταση με την κοινωνία .Το ίδιο χρήμα που είχε κόψει απότομα τις ρίζες στους εργάτες , τις είχε καταστρέψει και στην αστική τάξη γιατί ο πλούτος είναι κοσμοπολίτικος .Ο ασθενικός δεσμός με τη χώρα που μπορούσε να παραμείνει ανέπαφος ,είχε ξεπεραστεί κατά πολύ , κυρίως από το 1936 , από το φόβο και το μίσος απέναντι στους εργάτες. Οι χωρικοί ήταν κι αυτοί σχεδόν χωρίς ρίζες από τον πόλεμο του 1914 , με χαμένο το ηθικό εξ αιτίας του ρόλου που είχαν παίξει εκεί ως τροφή για τα πυροβόλα , εξ αιτίας του χρήματος που αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σημασία για τη ζωή τους και ακόμη εξ αιτίας της πολύ συχνής επαφής με την διαφθορά των πόλεων .Όσο για νοημοσύνη , αύτη είχε σχεδόν εκλείψει.» [77]
Βεβαίως μπορεί ο πλούτος να επιθυμεί συνήθως τον κοσμοπολιτισμό , ανοιχτές αγορές και ανεμπόδιστη κυκλοφορία του κεφαλαίου , αλλά συγχρόνως έχει ανάγκη την ύπαρξη των κρατών εκείνων , που τον υπερασπίζουν και θεμελιώνουν το αναγκαίο για αυτόν πλαίσιο διεθνών κανόνων. Τα μεταναστευτικά ρεύματα χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την άντληση φτηνής εργασίας , αλλά και για την ανάδυση νέων στρατιών ξεριζωμένων.
Για την Σ.Βέιλ « για να σεβαστούμε τις ξένες πατρίδες , πρέπει να κάνουμε τη δική μας πατρίδα , όχι είδωλο , αλλά ένα σκαλοπάτι προς τον Θεό.»[78] Συνέπεια αυτής της σκέψης είναι η αναγκαιότητα να διασωθεί όλο το εύρος του ανθρώπινου πολιτισμού «πρέπει να διαφυλάξουμε με ζήλο τις σταγόνες από το ζωντανό παρελθόν παντού , στο Παρίσι ή στη Ταϊτή αδιακρίτως , γιατί δεν υπάρχουν πολλές σε ολόκληρο τον πλανήτη.»[79]Βεβαίως έχει προηγηθεί μία επίθεση που ξεκίνησε από την Ευρώπη ενάντια σε κάθε άλλο πολιτισμό : «Εδώ και αρκετούς αιώνες οι λευκοί κατέστρεψαν το παρελθόν παντού , στην πατρίδα τους και έξω από αυτήν , από βλακεία και τύφλωση Αν παρόλα αυτά , από ορισμένες απόψεις , υπήρξε στη διάρκεια αυτής της περιόδου αληθινή πρόοδος , αυτό δεν οφείλεται σ’ αυτή τη μανία , αλλά άθελά της στην ώθηση ενός μέρους από το παρελθόν που παρέμεινε ζωντανό».[80]
Το τοπίο του κόσμου γίνεται σκοτεινότερο εξ αιτίας της απόρριψης των σημασιών που έχει το αντιφατικό, αλλά και την κυριαρχία του ουμανισμού σε συνδυασμό με την ανάδυση ενός χριστιανισμού «χωρίς υπερφυσικό στοιχείο» .Η Βέιλ θεωρεί ως απόλυτα εξηγήσιμη την απουσία του Θεού στον ξεριζωμένο και αποκομμένο από τον φυσικό του πολιτισμό , τον Ινδιάνο ή εκείνο που βασανίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης: « Οι πλάνες της εποχής μας προέρχονται από τον χωρίς υπερφυσικό στοιχείο χριστιανισμό .Αιτία γι’ αυτό είναι ο λαϊκισμός – και πρώτα – πρώτα ο ανθρωπισμός. Η θρησκεία ως πηγή παρηγοριάς είναι εμπόδιο στην αληθινή πίστη : μ’ αυτή την έννοια ο αθεϊσμός είναι ένας εξαγνισμός .Οφείλω να είμαι άθεη , με το μέρος του εαυτού μου που δεν έχει γίνει για τον Θεό. Ανάμεσα στους ανθρώπους που το υπερφυσικό μέρος του εαυτού τους δεν έχει ξυπνήσει , οι άθεοι έχουν δίκιο και οι πιστοί έχουν άδικο .Ένας άνθρωπος που όλη του η οικογένεια θα έχει χαθεί από τα βασανιστήρια , που ο ίδιος θα είχε πολύ καιρό βασανιστεί σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ή ένας Ινδιάνος του XVI αιώνα που ξέφυγε μόνος από την ολοσχερή εξόντωση ολόκληρου του λαού του .Τέτοιοι άνθρωποι , αν πίστεψαν στο έλεος του Θεού , είτε δεν πιστεύουν πια , είτε το δέχονται εντελώς διαφορετικά από πριν. Δεν έχω περάσει τέτοιες καταστάσεις . Ξέρω όμως ότι υπάρχουν : μετά απ’ αυτό ποια η διαφορά ;Να προσπαθώ από το θείο έλεος να έχω μια σύλληψη που να μη σβήνει , να μην αλλάζει , οτιδήποτε κι αν μου στείλει η τύχη , και να μπορεί να επικοινωνεί μ’ οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα » .[81]
Το παρελθόν μπορεί να εμπνεύσει δράσεις , που αναστέλλουν το ξερίζωμα του ανθρώπου : «Ακόμα και στις αρχές αυτού του αιώνα λιγοστά πράγματα στην Ευρώπη ήταν τόσο κοντά στο Μεσαίωνα όσο ο γαλλικός συνδικαλισμός , μοναδική αντανάκλαση στη χώρα μας του πνεύματος των συντεχνιών. Τα λιγοστά κατάλοιπα αυτού του συνδικαλισμού ανήκουν στις σπίθες εκείνες που είναι κατεπείγουσα ανάγκη να τις φυσάμε για να αναζωογονηθούν.»[82]
Οι καταλήψεις των εργοστασίων ήταν ένας άλλος τρόπος των εργαζομένων για να αντιμετωπισθεί ο ξεριζωμός τους : «Οι διεκδικήσεις εκφράζουν όμως , όλες ή σχεδόν όλες , τον πόνο του ξεριζωμού .Αν επιθυμούσαν τον έλεγχο των μισθώσεων και την εθνικοποίηση , είναι γιατί κατέχονται από τον φόβο του ολοκληρωτικού ξεριζωμού , τον φόβο της ανεργίας .Αν επιθυμούν να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία , είναι γιατί απηύδησαν να γίνονται δεκτοί στους χώρους εργασίας σαν μετανάστες που τους κάνουν χάρη να τους επιτρέψουν την είσοδο. Αυτό είναι το ψυχολογικό ελατήριο που οδήγησε στις καταλήψεις των εργοστασίων τον Ιούνιο του 1936. Για μερικές μέρες δοκίμασαν μια αμάλαγη χαρά , ανόθευτη , να νοιώθουν σπίτι τους μέσα στους χώρους αυτούς , όπως το παιδί που δε σκέφτεται τι θα γίνει αύριο .Κανένας δε θα μπορούσε να πιστέψει λογικά πως το αύριο θα ήταν καλό. »[83]
Η Σιμόν Βέιλ θεωρεί ότι ο εκμηχανισμός της παραγωγής δεν θεράπευσε το ξερίζωμα του εργάτη. Η ίδια διατυπώνει ορισμένες σκέψεις , που αν δεν λύσουν το πρόβλημα ,θα το εξομαλύνουν ,όπως : η κατάργηση της παιδικής εργασίας , η αντικατάσταση του φόβου από θετικά κίνητρα στην οργάνωση της εργασίας , η κατάργηση του αυστηρού διαχωρισμού ανάμεσα στην οικογένεια και την επαγγελματική εργασία , η ενημέρωση των εργαζόμενων για την κοινωνική σημασία του προϊόντος που δημιουργούν, η χρήση τεχνικής που σέβεται το ανθρώπινο πρόσωπο, η μεταφορά ενός μέρους της εργασίας από τον χώρο του εργοστασίου στον χώρο του σπιτιού του εργάτη , η αποκέντρωση της παραγωγής σε μικρότερες μονάδες , η παραχώρηση της χρήσης ορισμένων μηχανημάτων από το κράτος στους εργαζόμενους. Βέβαια αυτές οι σκέψεις – οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις έχουν πραγματωθεί- μόνο ως ένα δείγμα μιας συνολικότερης προσπάθειας μπορούν να θεωρηθούν , που όμως δεν θα λύνουν οριστικά το πρόβλημα του ξεριζωμού. Για παράδειγμα η Σιμόν Βέιλ γράφει «Ένας εργάτης θα μπορούσε καμιά φορά να δείξει στη γυναίκα του το χώρο που εργάζεται , τη μηχανή του , όπως έκαναν οι εργάτες με τόση χαρά τον Ιούνιο του 1936 για να υποστηρίξουν τις καταλήψεις. Τα παιδιά θάρχονταν μετά το μάθημα να βρούν τον πατέρα τους και να μάθουν να εργάζονται σε μια ηλικία που η εργασία πολύ απέχει από του να είναι το πιο ελκυστικό παιχνίδι. Αργότερα όταν θάρχιζαν ως μαθητευόμενοι , θα είχαν σχεδόν στα χέρια τους ήδη ένα επάγγελμα και θα μπορούσαν μόνοι τους να διαλέξουν αν θα τελειοποιηθούν σ’ αυτό ή θα προτιμούσαν ένα δεύτερο .Η εργασία θα φωτιζόταν με ποίηση για μια ολόκληρη ζωή , από αυτά τα παιδικά θαμπώματα , αντί να απομένει για ολόκληρη ζωή ένας εφιάλτης ύστερα από τον κλονισμό που είχαν προκαλέσει οι πρώτες εμπειρίες » [84].
Βεβαίως ο ξεριζωμός έχει μια πρόσθετη αρνητική συνέπεια. Χάνεται από τις κοινωνικές σχέσεις και τα κοινωνικά γεγονότα η αλληλουχία και η κοινή τους δυναμική ώστε « όταν οι σχέσεις κοπούν κάθε πράγμα αντιμετωπίζεται σαν να ήταν αυτοσκοπός .Ο ξεριζωμός γεννά την ειδωλολατρία.» [85] Ο ρόλος της παιδείας μπορεί σε αυτή την περίπτωση να είναι πολύτιμος: «Για παράδειγμα , πόσο έντονη κατανόηση θα μπορούσε να γεννηθεί από την επαφή του λαού με την ελληνική ποίηση , η οποία έχει ως μοναδικό σχεδόν αντικείμενό της , τη δυστυχία !Μόνο που θα έπρεπε να ξέρουμε να την μεταφράσουμε και να την παρουσιάσουμε .Ένας εργάτης , για παράδειγμα , με την αγωνία ως μέσα βαθιά στο μεδούλι του , θα κατανοούσε την κατάσταση του Φιλοκτήτη όταν του αφαιρούν το δοξάρι του , και την απελπισία με την οποία κοιτάζει τα ανήμπορά χέρια του .Θα καταλάβαινε ακόμη πως η Ηλέκτρα πεινάει , πράγμα που ένας αστός ,με εξαίρεση την τωρινή περίοδο ,είναι απολύτως ανίκανος να καταλάβει –συμπεριλαμβανομένων των εκδοτών των εκδόσεων Bude. »[86] Επίσης , υποστηρίζει , ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο αν οι φοιτητές εθελοντικά πήγαιναν να δουλέψουν για ένα διάστημα στα εργοστάσια και στους αγρούς , ώστε και οι ίδιοι να αποκτήσουν τις απαραίτητες κοινωνικές εμπειρίες αλλά και οι γνώσεις τους να διαχυθούν στην υπόλοιπη κοινωνία . Τελικά η Βέιλ συμπεραίνει « η κατάργηση του προλεταριάτου που πριν απ’ όλα καθορίζεται από τον ξεριζωμό , σημαίνει να δημιουργήσουμε μια βιομηχανική παραγωγή και μια πνευματική παιδεία όπου οι εργάτες να είναι και να νοιώθουν σπίτι τους».[87]
Η κριτική που ασκεί η Βέιλ στον μαρξισμό θεμελιώνεται σε δύο σκέψεις. Ο μαρξισμός αποδέχεται την βασική διάκριση ανάμεσα σε διευθυντές και διευθυνόμενους. Επίσης αποδέχεται την αστική μυθολογία για συνεχή πρόοδο των παραγωγικών δυνάμεων : «Η διαπίστωση ότι το καπιταλιστικό καθεστώς συνθλίβει εκατομμύρια ανθρώπους δεν μας οδηγεί παρά στο να το θεωρήσουμε ηθικά καταδικαστέο .Αυτό που συνιστά την ιστορική καταδίκη του καθεστώτος είναι το γεγονός ότι αφού κατέστησε δυνατή την πρόοδο της παραγωγής και της στέκεται εμπόδιο. Το καθήκον των επαναστάσεων είναι ουσιαστικά , όχι να χειραφετήσουν τους ανθρώπους αλλά τις παραγωγικές δυνάμεις»[88] Πρόκειται για σκέψεις , που θα διατυπώσει εκτενέστερα στο έργο του , ο Κ.Καστοριάδης.
Η Σιμόν Βέιλ θα κατανοήσει λοιπόν ότι αν η αστική σκέψη δεν αγγίζει το πρόβλημα του ξεριζωμού , ο μαρξισμός δεν δίνει τις αναγκαίες απαντήσεις , ή οι απαντήσεις που έδωσε σε πολλές περιπτώσεις επιδείνωσαν το πρόβλημα ,αντί να το λύσουν . Ένα πρόβλημα που δεν είναι αυστηρά κοινωνικό , αλλά βαθύτερα υπαρξιακό , απαιτεί αναγκαστικά ευρύτερες απαντήσεις: « Οι εργάτες έχουν ανάγκη από ποίηση , περισσότερο απ’ όσο ψωμί. Ανάγκη η ζωή τους να είναι ποίηση. Ανάγκη από ένα φως αιωνιότητας. Μονάχη η θρησκεία μπορεί να είναι η πηγή αυτής της ποίησης. Δεν είναι η θρησκεία , η επανάσταση είναι το όπιο του λαού. Η στέρηση αυτής της ποίησης εξηγεί όλες τις μορφές της διαφθοράς .Η δουλεία είναι η εργασία δίχως φως αιωνιότητας , δίχως ποίηση ,δίχως θρησκεία. Το αιώνιο φως ας δίνει , όχι μια αιτία ζωής και εργασίας , αλλά μια πληρότητα που απαλλάσσει από την αναζήτηση αυτής της αιτίας. Αντί γι’ αυτό ,τα μόνα ερεθίσματα είναι ο καταναγκασμός και το κέρδος. Ο καταναγκασμός συνεπάγεται την καταπίεση του λαού.Το κέρδος ,συνεπάγεται τη διαφθορά του λαού» [89]. Συνεπώς για την Βέιλ η διαφορά μέτρων ανάμεσα στην απλή συμμετοχή σε ένα συνδικάτο ή πολιτικό οργανισμό , από την ολόθερμη μετοχή στην θεϊκή πραγματικότητα μπορεί να περιγραφεί και να γίνει κατανοητή. Το αίτημα ,για παράδειγμα , της ακτημοσύνης στον εκκλησιαστικό λόγο , μαζί με τον έλεγχο του Εγώ και την ταπεινότητα ασκούν την ένυλη ύπαρξη , για την υποδοχή της εμπειρίας του Θεού , ενώ το σώμα από φυλακή του πνεύματος που ήταν στην ορφικό-πλατωνική παράδοση και εμπόρευμα στην καπιταλιστική κοινωνία γίνεται ο «οίκος του Αγίου Πνεύματος».Καθώς ο άνθρωπος εκτός από το «ψωμί» ,ανακαλύπτει και την ποίηση , αποκτά ρίζες , έχει « δια παντός » πατρίδα τον ουρανό κατά τον λόγο του Άγιου Νείλου , αλλά συγχρόνως μένει , κατά τον Φ.Νίτσε, « πιστός στη γη» .
Δ’
Η πλανητική εποχή και ο κόσμος της παγκοσμιοποίησης αποσκοπούν σε έναν ενιαίο κόσμο , όπου το πρόβλημα του ξεριζωμού δεν θα έχει λυθεί , αλλά θα έχει τεθεί με ένα οξύτερο τρόπο. Η πνευματικότητα του ανθρώπου θα πρέπει να υποκατασταθεί από έναν παγκόσμιο χυλό , όπου όλες οι αξίες θα σχετικοποιηθούν .Πρόκειται για την κυριαρχία του μηδενισμού του χρήματος , του εμπορεύματος , του homo economicus .Στα πλαίσια αυτά κάθε αναφορά σε μια παράδοση κινδυνεύει να δυσφημισθεί ως εθνικισμός ή θρησκευτικός φονταμεταλισμός. Τα πλήθη πρέπει να κινούνται όχι απλά από-εδαφικοποιημένα – όπως υποστηρίζει ο μεταλλαγμένος μαρξιστής A.Negri- αλλά και δίχως ταυτότητα και έρμα. Η νέα θεότητα , στην οποία πρέπει να ομνύουν , είναι αρκετά παλαιά , αλλά τώρα πρέπει να αποκτήσει καινούργια λάμψη. Πρόκειται για το Θεό – χρήμα , που ο Μάρξ με πολύ σαφές βλέμμα είδε την ενσάρκωση του μέσα στην ιστορία. Η νέα θεότητα έχει τους δικούς της προφήτες και τους δικούς της νόμους , την δική της κόλαση και παράδεισο. Απαιτεί τα σύνορα και κάθε φραγμός να πέσουν .Να κυριαρχήσει ο «διεθνισμός» του χρήματος και του εμπορεύματος. Χρηματιστές και χρηματιστήρια , τηλεοπτικά δίκτυα , πολυεθνικές εταιρίες , διεθνείς οργανισμοί σαν την GATT , το Δ.Ν.Τ., την Παγκόσμια Τράπεζα , ουσιαστικά ανεξέλεγκτοι να οργανώσουν την παγκόσμια κυριαρχία τους , να διαλύσουν τις τοπικότητες και να μετατρέψουν τον κάθε άνθρωπο από ένα γεγονός ανεπανάληπτο σε έναν άμορφο πολτό.
Παρόλα αυτά τα έθνη- κράτη , αν και αποδυναμωμένα , δεν εξαφανίζονται , ούτε υποκαθίστανται από μια παγκόσμια κυβέρνηση. Εξακολουθούν να αποτελούν το αναγκαίο στάδιο που μεσολαβεί ανάμεσα στο άτομο , στον πολίτη και την οικουμένη. Φυσικά δεν έχουν σταματήσει οι εθνικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι. Το κάθε έθνος ανάλογα με το γεωπολιτικό του εκτόπισμα διεκδικεί την θέση του στην διεθνή πραγματικότητα. Δίχως μάλιστα τις προτεραιότητες και την στρατιωτική ισχύ ενός κράτους – των ΗΠΑ-, και δίχως τις ιδεολογίες και τις δεσμευτικές ερμηνείες των , που αυτό δημιουργεί και φιλοδοξεί να υιοθετήσουν όλοι οι υπόλοιποι δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί αυτό που ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση. Αλλά και οι συνέπειες της είναι ασφαλώς διαφορετικές , σε πολλά σημεία , από αυτές που επιθυμούσαν οι εμπνευστές της. Το κουτί της Πανδώρας άνοιξε ώστε η «νέα τάξη» μετατρέπεται σε παγκόσμια ανομία , το φάσμα της φτώχιας μεταφέρεται από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο και οι ΗΠΑ εξελίσσονται από πλανητική υπερδύναμη σε μια παγκόσμια δύναμη ανάμεσα σε πολλές άλλες , που διατηρεί μεν την στρατιωτική της υπεροχή αλλά με περιορισμένη την πολιτική και οικονομική της κυριαρχία .Τελικά καθώς ο άνθρωπος αντί να είναι «ποιμένας του Είναι » γίνεται «κυρίαρχος του κόσμου » βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή οικολογική κρίση , που στην πραγματικότητα είναι εξάντληση του τρόπου με τον οποίο κατανόησε τον κόσμο. Από αυτή την πλευρά η άποψη του Χάιντεγκερ ότι η δύση του κόσμου ταυτίζεται με την τεχνικό-βιομηχανική κυριαρχία γνωρίζει τραγική επιβεβαίωση: «Υπάρχει ακόμη το εσπέριο στοιχείο; Έχει γίνει η Ευρώπη .Το πεδίο της τεχνικό-βιομηχανικής κυριαρχίας της καλύπτει ήδη όλη τη γη »[90] .Ενώ ο αμερικανισμός αποτελεί την ακρότατη εξέλιξη των ερμηνειών που γεννήθηκαν στην Ευρώπη : «Ο αμερικανισμός είναι κάτι ευρωπαϊκό .Είναι η παραλλαγή – που δεν έχει ακόμη κατανοηθεί – του γιγαντισμού , ο οποίος ακόμη είναι χωρίς δεσμούς και ακόμη δεν εκπορεύεται διόλου από την πλήρη και περισυλλεγμένη μεταφυσική ουσία των νεότερων χρόνων. »[91].Πρόκειται για αυτό που ο Χέλντερλιν περιγράφει ως «ένα ελάχιστο επίσης μπορεί να φθάσει μια μεγάλη απαρχή».[92] Φυσικά έχει προηγηθεί από την Εσπερία , όχι μόνο η μελέτη του αρχαίου λόγου , αλλά και η αντιστροφή, σε πολλές περιπτώσεις των σημασιών του , ώστε πίσω από την απόδοση λέξεων όπως υποκείμενο , υπόσταση , συμβεβηκός , φύση «κρύβεται μια μετάθεση της ελληνικής εμπειρίας σε έναν άλλο τρόπο σκέψης. Ο ρωμαϊκός στοχασμός παραλαμβάνει τις αρχαιοελληνικές λέξεις χωρίς την αντίστοιχη αρχέγονη εμπειρία του τι λένε. Η ανεδαφικότητα του δυτικού στοχασμού ξεκινά με αυτή την μετάθεση »[93] .
Συνεπώς ένας νέος φωτισμός του κόσμου , προϋποθέτει έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης του κόσμου. Ο Χάιντεγκερ μας πρότεινε να ξαναπιάσουμε την αρχή, από τους Προσωκρατικούς , από το λυκαυγές του στοχασμού . Μπορεί να είναι αμέτοχος από μια τέτοια προσπάθεια ο σαρκωμένος Λόγος , ο Λόγος που είναι Αγάπη, ο Λόγος που αναγγέλλει την ανάσταση σωμάτων και πνευμάτων; Μπορούμε να αλλάξουμε δρόμο ακολουθώντας το τραγικό λόγο του Αισχύλου και του Σοφοκλή ; Μπορούμε να μαθητεύσουμε στην σκέψη του Πλωτίνου , ώστε το μέρος να θεάται την ολότητα και συγχρόνως να ταυτιστούμε με την διαφάνεια και την φωτεινότητα όπως έχει συμβεί σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν ;«Εκεί βλέπουν τα πάντα .Όχι αυτά στα οποία προσάπτεται η γένεση , αλλά όσα κατέχουν το Είναι , και βλέπουν τον εαυτό τους μέσα στον άλλο. Εκεί είναι όλα διάφανα και δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό , ούτε αντιστεκόμενο .Καθένας και κάθε τι είναι για καθένα ορατό έως τα ενδότερα .Γιατί το φως είναι διάφωτο για το φως. Καθένας έχει τα πάντα μέσα του , και βλέπει τα πάντα μέσα στον άλλο .Τα πάντα είναι παντού και κάθε τι είναι το παν .Το ατομικό είναι το όλο και η λαμπρότατη είναι απέραντη .Καθένα τους είναι μεγάλο , γιατί και το μικρό είναι μεγάλο. Ο ήλιος είναι εκεί όλα τα αστέρια , και κάθε αστέρι είναι ήλιος συν όλα τα αστέρια. Σε κάθε ατομικό ον υπερέχει κάτι άλλο , μέσα του όμως φανερώνεται και όλα τα όντα. » [94]; Μπορεί αυτός ο λόγος του Πλωτίνου να έχει συνέχεια στον λόγο που λέγει «Ο Θεός φως εστί και σκοτιά εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία » [95]; Μπορεί ο άνθρωπος να εμπνευστεί από τους «θείους εκστατικούς έρωτες , » και «τις μανικές βακχείες του βλεπόμενου κάλλους του Θεού»[96] ; Μπορεί να σκέπτεται ποιητικά , ώστε να αποθέσει μια κλίμακα αξιών που να αναμετράται και να ξανακερδίζει τον χαμένο χρόνο; Μπορεί η γλώσσα – και η ελληνική γλώσσα ειδικότερα - να γίνει ο «οίκος του Είναι» ;Μπορεί ακόμη και η σιωπή να ευγλωτότερη από τον θόρυβο και τις ανούσιες πληροφορίες;
Αυτά είναι κάποια από τα πολλά ερωτήματα , που μπορούμε να θέσουμε .Η θετική τους απάντηση θα οδηγούσε , ενδεχομένως ,στο ρίζωμα του ανθρώπου. Με αυτή την επιλογή ο «εσωτερικός» άνθρωπος θα έχει σε μεγάλο βαθμό αντικαταστήσει ορισμένες εξωτερικές δραστηριότητες , όχι μόνο ανώφελες για τον Κόσμο , αλλά και συγχρόνως ανθρωποβόρες. Κάτι τέτοιο είχε συμβεί σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν , όπως και σε διαφορετικούς τόπους , ώστε ο απλός , ο καθημερινός τεχνίτης , ήταν ο δημιουργός αξιών ,στις οποίες μαρτυρήθηκαν η οικείωση του κόσμου από τον άνθρωπο. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι παλαιότεροι Έλληνες , όπου στην αρχιτεκτονική και στην αισθητική των σπιτιών , στον μουσικό τους λόγο , στον χορό , στους μύθους και στους θρύλους μαρτυρείτε η σχέση - ένταξη ανθρώπου και Κόσμου σε ένα ενιαίο σύνολο. Αντίθετα ο άνθρωπος – καταναλωτής , ο άνθρωπος που έχει γίνει ο ίδιος εμπόρευμα , ο άνθρωπος που κυριαρχείται από το θέαμα και την εικόνα , έχει απολέσει , όχι μόνο την σχέση με τον χρόνο – γνωρίζει μόνο το τώρα , όχι το πριν και το μετά - , αλλά και το νόημα .Προσπαθεί να απωθήσει τον θάνατο – αντί να τον «μελετά »- ,για να πεθαίνει καθημερινά .Ενώ οι παλαιοί θεοί αποσύρονται, αποθεώνεται ο οικουμενισμός της γραφειοκρατίας και του χρήματος , ο νεοπουριτανισμός της «ορθολογικής» οργάνωσης της εργασίας , η άμετρη λατρεία του τεχνικισμού και των καταναλωτικών αντικειμένων , η απαξίωση του σώματος και του πνεύματος . Όμως αν θέλουμε να αναδυθούμε , να απελευθερωθούμε από το Μηδέν , θα πρέπει συνολικά να δούμε που πηγαίνει όχι μόνο η μικρή μας πατρίδα , αλλά και ο Κόσμος .Να γίνουμε σκληρότεροι με τον εαυτό μας , ώστε να μπορούμε με ψυχραιμία και σεβασμό να αντικρίσουμε τους άλλους και το Άλλο.
Ειδικά για τους σημερινούς νεοέλληνες , που ούτε καλοί συντηρητές ή αντιγραφείς δεν καταφέρνουμε να είμαστε ,εκδαπανίζοντας τον χρόνο μας στο κακόγουστο , στο ανάξιο , στο ευτελές , στο άμετρο , έχοντας στερέψει η δημιουργική πνοή , η γνώση της διαχρονίας του ελληνικού στοχασμού και η καλλιέργεια της γλώσσας στην οποία γράφτηκε δεν είναι εμμονή στο παρελθόν , αλλά προυπόθεση για να δει την ύπαρξή του ενεργά και ιστορικά , δηλαδή να αντιμετωπίσει την ύπαρξή του ως ανοιχτή δυνατότητα , με προοπτική στο μέλλον. Επειδή η έλλειψη πατρίδας , κάποτε αποκτά ακραία τραγικά χαρακτηριστικά , λαμβάνοντας την μορφή μίσους προς τον εαυτό μας , κινδυνεύοντας έτσι να χάσουμε τα τελευταία στοιχεία της αυτοτέλειας μας ώστε να μετατραπούμε για άλλη μια φορά στην ιστορία μας σε λαό νομάδων , η ανακάλυψη των δυνατοτήτων που περιέχονται στην ύπαρξη μας , θα μας επαναφέρει στην ιστορία με έναν επίσης ακραίο τρόπο και ένα δυναμισμό , που ίσως θα εκπλήσσει.
Προφανώς χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για να ξεφύγουμε από εκείνη την δοξασία , που θεωρεί την «Δύση» ως το μοναδικό κέντρο του κόσμου και του πολιτισμού .Αντίθετα «η γνώση που κατέχουν οι μη Δυτικοί πολιτισμοί και οι αποκαλούμενες πρωτόγονες φυλές είναι αληθινά εκπληκτική »[97] Η ρητορεία για ισότητα στις πολιτιστικές δυνατότητες , σήμαινε στην πραγματικότητα επιβολή τού δυτικού πολιτισμού και αποκλεισμό κάθε άλλου. Το αντίδοτο στο δυτικό-κεντρισμό , προυποθέτει τον σεβασμό σε κάθε άλλη παράδοση ,την αποδοχή ότι και αυτές έχουν σημασίες που υπερβαίνουν τον τόπο και τον χρόνο από τον οποίο αναδύθηκαν και κατά συνέπεια είναι δυνατή και ωφέλιμη η άντληση γνώσεων από αυτές .Στοχαστές , σαν Πώλ Φεγεραμπέντ , που εκπροσωπεί , όπως ισχυρίζεται ,τον επιστημολογικό αναρχισμό και τον δημοκρατικό σχετικισμό , αναίρεσαν την αυθεντία και την αποκλειστικότητα του ορθολογισμού ( την «εκκοσμικευμένη μορφή της πίστης στη δύναμη του θεϊκού λόγου » [98] ), ιδιαίτερα στην εκδοχή του Κ.Πόππερ. Οι «επιστήμονες», οι « αυτιστικοί ειδικοί » , «οι κριτικοί ορθολογιστές » αποτελούν νέες μορφές δικτατορίας , που ίδρυσαν «μια βαρετή και κλειστή εκκλησία »[99] ώστε « ο αναρχισμός δεν είναι μονάχα δυνατός αλλά και αναγκαίος τόσο για την εσωτερική πρόοδο της επιστήμης , όσο και για την εξέλιξη του πολιτισμού μας ολόκληρου».[100] Ότι έχει θεωρηθεί ως επιστήμη τοποθετείται σε ισότιμη θέση με τους μύθους , τα θεολογικά δόγματα , την μεταφυσική. Ισχυρίζεται ότι κάθε παράδοση έχει σημασία , έχει νόημα και εντός των παραδόσεων δημιουργούνται οι δυνατότητες επιβεβαίωσης ή διάψευσης γνωμών , εννοιών , θεωριών. Ο Πώλ Φεγεραμπέντ δίνει το παράδειγμα των Ινδιάνων , που δεν εξαλείφθηκαν βάσει ορθολογικών επιχειρημάτων « αλλά πρώτα εκχριστιανίστηκαν , έπειτα τους έδιωξαν προδοτικά από τη γη τους και τέλος τους στοίβαξαν σαν κοπάδια σε ειδικές περιοχές , καταμεσής ενός αναπτυσσόμενου επιστημονικού – τεχνολογικού πολιτισμού .Η ινδιάνικη ιατρική ( που τη χρησιμοποιούσαν συνηθέστατα οι επαγγελματίες γιατροί κατά τον δέκατο ένατο αιώνα ) δεν ελέγχθηκε σε σύγκριση με τα νέα φαρμακευτικά παρασκευάσματα που εισέβαλαν στην αγορά , απλώς απαγορεύθηκε , με το αιτιολογικό ότι ανήκε σε μια προκατακλυσμιαία περίοδο της θεραπευτικής ».[101]
Η τραγική αίσθηση της απουσίας πατρίδας , του ξεριζώματος , της αποξένωσης , είναι ένας τόπος συνάντησης του στοχασμού του Νίτσε , του Χάιντεγκερ, του Μάρξ και της Σ.Βέιλ . Επειδή η ανεστιότητα είναι μια κατηγορία της ύπαρξης , η απάντηση σε αυτή δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά η συμμετοχή στα έθνη -κράτη , η ισοτιμία και η αυτοδιάθεση των εθνών. Συγχρόνως κάθε ιδεολογία που προσπαθεί να καταργήσει τα έθνη και τα έθνη- κράτη , κινδυνεύει , αντίθετα ενδεχομένως από τις προθέσεις των δημιουργών της , να αποθεώσει ένα ή και περισσότερα πανίσχυρα έθνη , που προσπαθούν να επιβληθούν σε πλανητικό επίπεδο , έχοντας μια ερμηνεία των αξιών δεσμευτική για όλους τους υπόλοιπους και με την οποία θα οργανώνουν , σε διεθνές επίπεδο πλέον , την αποδοχή και την νομιμοποίηση της κυριαρχίας τους. Αναγκαίο είναι να αναγνωριστεί ότι κάθε πολιτισμός , μπορεί να έχει δημιουργήσει αξίες ή και να εξακολουθεί να δημιουργεί σημασίες και δυνατότητες , ώστε να είναι χρήσιμος και ενδιαφέρον σε πολλούς άλλους πολιτισμούς. Συνέπεια μιας τέτοιας σκέψης είναι ότι η ετερότητα , συχνά η αντίφαση ή η σύγκρουση , να αξιολογούνται θετικά , ως τα αναγκαία συστατικά της πραγματικότητας του παγκόσμιου πολιτισμού . Χρησιμεύουν , δηλαδή, για την δημιουργία νέων συνθέσεων και νέων εκδοχών της ύπαρξης μετατρέποντας τα τοπικά σε παγκόσμια γεγονότα . Ο δυτικό-κεντρισμός προϋποθέτει την ολοκληρωτική αποδοχή , ότι η Δύση κατέχει όλη την αλήθεια , ενώ μέρος αυτής δεν μπορεί να υπάρξει ούτε σε άλλη περιοχή , αλλά ούτε και σε κάποια μελλοντική χρονικά στιγμή. Μία τόση άτοπη σκέψη , έχει αναγκαστικά ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα , χρησιμεύοντας απλά για να δικαιολογήσει την αλαζονική και δεσποτική εικόνα , που σχηματίζει , σε πάρα πολλές περιπτώσεις , η Δύση , για τον εαυτό και την συνάφειά της με όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Όμως ακόμη και αν σε ένα μελλοντικό σημείο, όλα τα έθνη και όλοι οι πολιτισμοί απολαμβάνουν πλήρους σεβασμού και ελευθερίας , το γεγονός αυτό δεν θα είναι αρκετό για να αναιρέσει τον ξεριζωμό και την αποξένωση του ανθρώπου. Διότι κάτι τέτοιο , όπως είδαμε στον Μάρξ , στον Νίτσε , στην Σ.Βέιλ , στον Χάιντεγκερ , είναι συνυφασμένο με την οργάνωση της νεωτερικής κοινωνίας , ώστε μπορεί στις πιο αισιόδοξες στιγμές της ιστορίας να είμαστε «καθ’ οδόν» , προς την άρση τους , αλλά η πλήρης πραγμάτωση του ριζώματος του ανθρώπου , είναι μια εσχατολογία , που δεν λογαριάζει καθόλου τον τρόπο που αυτός φέρθηκε μέσα στην ιστορική εξέλιξη.


[1] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης
[2] όπως προηγούμενα σελ.111
[3] George Steiner : «Χάιντεγκερ «, Εκδόσεις Πατάκη , Αθήνα 2009, Μετάφραση Α. Καραβαντά, Επιμέλεια Γ. Μαγγίνη. Σύμφωνα με τον George Steiner η θεωρία του Χάιντεγκερ για το ξερίζωμα και την αποξένωση του ανθρώπου αντλεί στοιχεία συγχρόνως από δύο παραδόσεις. Η μια αποτελείται από τους Αυγουστίνο , Λούθηρο , Πασκάλ , Κίργκεγκωρ. Η άλλη από στοχαστές σαν τον Ντυρκάιμ και τον Μάρξ. Όπως έχουν δείξει «οι Ρ. Μάουερ και Λ.Γκόλντμαν ,οι χαιντεγκεριανές γνώσεις σχετικά με τον μαρξισμό είναι εκτενείς ακόμα και εκεί όπου , ή ιδιαίτερα εκεί όπου , είναι έντονα αντίθετος με αυτόν , ακόμα και επιθετικός .Είναι δύσκολο να φανταστούμε κάποιες από τις πιο αντιπροσωπευτικές σελίδες του Χάιντεγκερ που αφορούν στην αποπροσωποποίηση του αστικού ανθρώπου του 20ου αιώνα ή στην επεκτατική , κατ’ ουσίαν ιμπεριαλιστική κίνηση της δυτικής επιστήμης και τεχνολογίας , χωρίς το άμεσο προηγούμενο του Das Kapital και την καταδίκη της βιομηχανικής βαρβαρότητας από τον Engels.Με τη σειρά του , το έργο του Χάιντεγκερ , ακόμα και στα σημεία που χαρακτηρίζεται σκοταδιστικό ή και ακόμα χειρότερα , θα επηρεάσει έντονα ολόκληρη τη νεομαρξιστική κριτική της ηθικής της κατανάλωσης , της σκλαβιάς του ανθρώπου από την τεχνολογία και της καταβρόχθισης της ατομικότητας από το «μοναχικό πλήθος».Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος » του Marcuze είναι μια παραλλαγή της ακόμα πιο μεγαλόπνοης χαιντεγκεριανής έννοιας των «πολλών». Η βασική ιδέα του Lucacs ,αυτή της κατάληξης από τον κλασσικό ρεαλισμό – το αυθεντικό βίωμα της αλήθειας και του κόσμου – στην αδύναμη αποδοχή του μηχανιστικού ντετερμινισμού , στο «νατουραλισμό» , μαρτυρεί έναν στενό παραλληλισμό με τη χαιντεγκεριανή διάκριση ανάμεσα σε αυθεντική και αναυθεντική κοσμικότητα. .Το νεομαρξιστικό ιδανικό μιας καινούργιας «εξανθρωπισμένης τεχνολογίας », μιας επιστροφής στην αρμονική σύμπτωση ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και στους νόμους της παραγωγής ,είναι αμιγώς χαιντεγκεριανό. Και ο Χάιντεγκερ αξιώνει μια «τεχνολογία της ευθύνης » , για μια επιστροφή στο κλασικό μέτρο του ανθρώπινου προσώπου .Ακόμα και εκεί όπου ο Χάιντεγκερ απαρνείται έντονα το μαρξισμό , και υποστηρίζει « μια ακόμα πιο ριζική σύλληψη της ανατροπής » ( δηλαδή της κατάρριψης της δυτικής μεταφυσικής και της επιστροφής στην ανάμνηση του Είναι ), είναι στενά εναρμονισμένος με τον αναθεωρητισμό , μεσσιανικό εν μέρει μαρξισμό του 1920 .Οι αναλογίες ανάμεσα στο Είναι και Χρόνος και στα έργα , αφενός , του Ernst Bloch και , αφετέρου , των «μετα-μαρξιστών»της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι υπαρκτές. Ο νεαρός Lucacs επίσης αντλεί από τον Kierkegaard . Ένα κοινό κλίμα αγωνίας και ουτοπίας είναι εδώ αποφασιστικής σημασίας (σελ.221,222).
[4] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ. 115
[5] όπως προηγούμενα σελ. 109
[6] όπως προηγούμενα σελ.107
[7] όπως προηγούμενα σελ. 107
[8] όπως προηγούμενα σελ. 109
[9] όπως προηγούμενα σελ. 109
[10] George Steiner : «Χάιντεγκερ «, Εκδόσεις Πατάκη , Αθήνα 2009, Μετάφραση Α. Καραβαντά, Επιμέλεια Γ. Μαγγίνη. « Η χαιντεγκεριανή διάγνωση της αποξένωσης του ανθρώπου και του καταναγκασμού του σε ένα διαστρεβλωμένο οικολογικά περιβάλλον ήταν προφητική και παραμένει ανυπέρβλητη σε σοβαρότητα και συνέπεια . Ακόμα και εκεί όπου εναντιώνεται σ’ αυτήν , η χαιντεγκεριανή επαναξιολόγηση της εξέλιξης και της αμφισημίας της δυτικής μεταφυσικής από τον Πλάτωνα ως τον Nietzsche είναι έντονα προκλητική»(σελ. 231, 232).
[11] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Η χαρούμενη γνώση - la gaya scienza», Εκδόσεις Εξάντας, Μετάφραση Λίλα Τρουλινού , Αθήνα 1996, Βιβλίο V ,Αφορισμός 377 , σελ.344-345
[12] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Η χαρούμενη γνώση - la gaya scienza», Εκδόσεις Εξάντας, Μετάφραση Λίλα Τρουλινού , Αθήνα 1996, Βιβλίο V ,Αφορισμός 377 , σελ.346
[13] Φ.ΝΙΤΣΕ : «Η χαρούμενη γνώση - la gaya scienza», Εκδόσεις Εξάντας, Μετάφραση Λίλα Τρουλινού , Αθήνα 1996, Βιβλίο V ,Αφορισμός 377 , σελ.346-347
[14] Φ.Χέλντερλιν: «Στο Εράσμιο γαλάζιο », Μετάφραση Αθ.Λάμπρου, περιοδικό «ΠΟΙΗΣΗ» ,Τεύχος 4 , σελ. 152.
[15] Μ.Χάιντεγκερ: « Ο Χέλντερλιν και η ουσία της ποίησης», Εκδόσεις Υπερίων ,Εισαγωγή – Μετάφραση Θ.Άδραστος σελ. 59
[16] Φ.Χέλντερλιν: «ΠΑΤΜΟΣ και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ , Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ. 75
[17] Φ.Χέλντερλιν: «ΠΑΤΜΟΣ και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ , Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ. 81
[18] Φ.Χέλντερλιν: «ΠΑΤΜΟΣ και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ , Μετάφραση Άρης Δικταίος , σελ. 103
[19] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ. 89.
[20] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ.109
[21] M. Χάιντεγκερ: «Από μια συνομιλία για την γλώσσα –Ανάμεσα σε έναν Ιάπωνα και έναν Ερωτώντα » , Εκδόσεις Ρόπτρον Μετάφραση –Σχόλια-Επίμετρο Κ.Γεμενετζής , σελ. 82
[22] M. Χάιντεγκερ: « Ένας στοχαστής στον σύγχρονο κόσμο - M. Χάιντεγκερ για τη σχέση του με τον Ναζισμό – Η συνέντευξη στο Spiegel »Εκδόσεις Εστίας , Μετάφραση –Σχόλια-Επίμετρο Κ.Γεμενετζής , σελ. 52.
[23] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ.113
[24] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ.115
[25] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές ,Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ.115
[26] M. Χάιντεγκερ: «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό», Εκδόσεις Ροές , Αθήνα 1987, μετάφραση- εισαγωγή Γ.Ξηροπαίδης σελ. 117.
[27] M. Χάιντεγκερ: «Είναι και Χρόνος »Τόμος Β΄, Εκδόσεις Δωδώνη ,Μετάφραση – σχόλια Γιάννης Τζαβάρας σελ.633.
[28] Κ.Μάρξ: « Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα , Εκδόσεις Γλάρος, 1975,Πρόλογος Λούτσιο Κολλέτι ,Μετάφραση Μπάμπη Γραμμένου , σελ.131
[29] Κ.Μάρξ: « Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα , Εκδόσεις Γλάρος, 1975,Πρόλογος Λούτσιο Κολλέτι ,Μετάφραση Μπάμπη Γραμμένου , σελ. 151
[30] Κ.Μάρξ: « Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα , Εκδόσεις Γλάρος, 1975,Πρόλογος Λούτσιο Κολλέτι ,Μετάφραση Μπάμπη Γραμμένου , σελ. 94
[31] Κ.Μάρξ: « Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα , Εκδόσεις Γλάρος, 1975,Πρόλογος Λούτσιο Κολλέτι ,Μετάφραση Μπάμπη Γραμμένου , σελ. 94.
[32] Ε.Μπαλιμπάρ : «Η φιλοσοφία του Μάρξ» ,Εκδόσεις Νήσος , Μετάφραση- Επιμέλεια Άρης Στυλιανού σελ. 125,126
[33] Κ.Μάρξ «Ο φετιχιστικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του»(Κεφάλαιο , βιβλίο 1ο , κεφάλαιο 1, παράγραφος 4) περιέχεται στο Ε.Μπαλιμπάρ : «Η φιλοσοφία του Μάρξ» ,Εκδόσεις Νήσος , Μετάφραση- Επιμέλεια Άρης Στυλιανού σελ. 93
[34] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γ.Παπαδάκης σελ.153.Ενδιαφέρον είναι ότι το διασημότερο έργο του, ο Λούκατς, μετά την σταλινική του στροφή το αποκήρυξε και έγινε γνωστό μετά την μετάφραση του στα γαλλικά από τον Κ. Αξελό ,ο οποίος υπήρξε φίλος και θαυμαστής του Μ.Χάιντεγκερ
[35] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης ,σελ. 154
[36] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης σελ.155
[37] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης σελ. 158
[38] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης σελ. 162
[39] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης σελ. 164
[40] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης σελ. 170
[41] Γ.Λούκατς : «Ιστορία και ταξική συνείδηση »,Εκδόσεις Οδυσσέας , Γ.Παπαδάκης σελ. 250
[42] Κ. Παπαιωάννου : «Φιλοσοφία και Τεχνική», Εναλλακτικές Εκδόσεις , σελ. 63
[43] Κ. Παπαιωάννου : «Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού», Εναλλακτικές Εκδόσεις , σελ.77
[44] Κ. Παπαιωάννου : «Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού», Εναλλακτικές Εκδόσεις , σελ.77
[45] Κ. Παπαιωάννου : «Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού», Εναλλακτικές Εκδόσεις , σελ. 78
[46] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελίδες 141
[47] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 91
[48] Κ. Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 92
[49] Κ. Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 93
[50] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 94,95
[51] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 96
[52] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 104,105,106.
[53] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 111
[54] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 111,112
[55] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 108, 109.
[56] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 113.
[57] Κ.Μάρξ : «Το Εβραϊκό Ζήτημα », Εκδόσεις Οδυσσέας ,Μετάφραση Γιάννης Κρητικός σελ 71
[58] Κ.Μάρξ : «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» ,Εκδόσεις ΕΡΑΤΩ,1997,μετάφραση Γ.Ι.Μπαμπασάκης σελ. 63
[59] Κ.Μάρξ : «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» ,Εκδόσεις ΕΡΑΤΩ,1997,μετάφραση Γ.Ι.Μπαμπασάκης σελ. 64
[60] Κ.Μάρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία », Εκδόσεις Στοχαστή, σελ 52
[61] Κ.Μάρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία », Εκδόσεις Στοχαστή, σελίδες 81,82
[62] Κ.Μάρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία », Εκδόσεις Στοχαστή, σελ.89
[63] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ.18
[64] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ. 25
[65] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ 87
[66] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ 88,91
[67] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ 92
[68] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ 122
[69] Λένιν: «Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών»,Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ,1992, σελ 159
[70] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ.5
[71] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη,1989, Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ. 10.
[72] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη,1989, Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ. 10
[73] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη,1989, Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ. 10
[74] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 99.
[75] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη,1989, Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ.161
[76] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 101,102
[77] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 104
[78] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη,1989, Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ 142.
[79] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 105
[80] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 106
[81] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη,1989, Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ.113,114
[82] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 106
[83] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ108
[84] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 116,117
[85] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 124
[86] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 126,127
[87] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 128
[88] Simon Weil : Εκλογή από το έργό της , Εκδόσεις Μήνυμα ,χ.χ., μετάφραση Βασιλική Τριανταφύλλου, Εισαγωγή Σωτήρης Γουνελάς σελ 79.
[89] Simon Weil: «Η βαρύτητα και η χάρη », Εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη , 1989 , Μετάφραση Α. Βρυώνη, Εισαγωγή Κ.Τσιρόπουλος , σελ 170.
[90] Μ. Χάιντεγκερ : «Τι είναι η Φιλοσοφία ;» , Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1986, Εισαγωγή- Μετάφραση-Σχόλια Βαγγέλης Μπιτσώρης σελ.120
[91] Μ. Χάιντεγκερ : «Τι είναι η Φιλοσοφία ;» , Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1986, Εισαγωγή- Μετάφραση-Σχόλια Βαγγέλης Μπιτσώρης σελ. 120
[92] Μ. Χάιντεγκερ : «Τι είναι η Φιλοσοφία ;» , Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1986, Εισαγωγή- Μετάφραση-Σχόλια Βαγγέλης Μπιτσώρης σελ. 119
[93] Μ. Χάιντεγκερ : «Η προέλευση του έργου τέχνης », Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ, Μετάφραση Γιάννη Τζαβάρα , σελ.38
[94] Πλωτίνος ,Εννεάδων Βιβλία 30-33,Εκδόσεις Δωδώνη, 1995, Μετάφραση Γ. Τζαβάρα σελ.129
[95] Α’ Καθολική Επιστολή Ευαγγελιστή Ιωάννη , Κεφάλαιο Α, παράγραφος 5
[96] Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών , Εκδόσεις «Το περιβόλι της Παναγίας » , Μετάφραση Αντώνης Γαλίτης , τόμος Ε’ ,Κάλλιστος Αγγελικούδης σελ. 166.
[97] Πώλ Φεγεραμπέντ : «Αποχαιρετισμός στον Λόγο »,Εκδόσεις Εκκρεμές ,2002, Μετάφραση Πάρις Μπουρλάκης ,Επιμέλεια Στέλιος Βιρβιδάκης , σελ. 249
[98] Πώλ Φεγεραμπέντ : «Γνώση για ελεύθερους ανθρώπους »,Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα,1986, μετάφραση Γιάννης Τζαβάρας σελ. 47
[99] Πώλ Φεγεραμπέντ : «Γνώση για ελεύθερους ανθρώπους »,Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα,1986, μετάφραση Γιάννης Τζαβάρας σελ 135
[100] Πώλ Φεγεραμπέντ : «Ενάντια στη Μέθοδο : για μια αναρχική θεωρία της γνώσης », Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Μετάφραση Γ.Καυκαλάς , Γ.Γκουνταρούλης ,σελ. 224
[101] Πώλ Φεγεραμπέντ : «Αποχαιρετισμός στον Λόγο »,Εκδόσεις Εκκρεμές ,2002, Μετάφραση Πάρις Μπουρλάκης ,Επιμέλεια Στέλιος Βιρβιδάκης , σελ. 403,404.