Ο Σωτήρης Γουνελάς μετά την εκδημία του Χρήστου Γιανναρά συγκέντρωσε τα δοκίμια που έγραψε το προηγούμενο διάστημα.
Νομίζω ότι όλοι συμφωνούν ότι ο Χρήστος Γιανναράς υπήρξε ένας από τους επιδραστικότερους στοχαστές της μεταπολίτευσης. Τρείς είναι οι λόγοι που ερμηνεύουν το γεγονός αυτό: πρώτα διέθετε άρτια γνώση όχι μόνο της ορθόδοξης παράδοσης αλλά και της εκκλησιαστικής ζωής και τα κείμενα του ωθούσαν στην αυθεντική συμμετοχή σε αυτή, δεύτερο διέθετε ολοκληρωμένη και σε βάθος γνώση του φιλοσοφικού στοχασμού και της κοινωνικής θεωρίας, τρίτο κοινωνούσε την ελληνική γλώσσα σε όλους τους τύπους και τις μορφές με αποτέλεσμα να διατυπώνει τις σκέψεις με ένα τρόπο θελκτικό προς τους αναγνώστες.
Σε όλο αυτό το διάστημα ο Γιανναράς δέχθηκε επιθέσεις από στοχαστές που τον κατηγορούσαν ότι η σκέψη του δεν είναι φιλοσοφική αλλά θεολογική-μεταφυσική, και από θεολογικούς κύκλους που τον κατηγορούσαν για τους αντίθετους λόγους δηλαδή ότι ο λόγος τους δεν είναι θεολογικός και μάλιστα είναι κοσμικός-κοινωνικός. Δεδομένου ότι η αριστερά έχει λάβει και αυτή χαρακτηριστικά θρησκείας με τους δικούς της άγιους κλπ και οι ευσεβιστές ή μοναχοί όπως ο Θεόκλητος Διονυσιάτης βεβαίως έχουν τα χαρακτηριστικά θρησκείας (όπως την προσδιόρισε ο Χ.Γ.), οι διαμάχες για τον Χ.Γιανναρά έλαβαν τελικά θρησκευτική διάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκηθεί κριτική για θέματα όπως η υποτίμηση από μέρους του της σημασίας που έχει το ελληνικό κράτος για τον ελληνισμό ή η αποδοχή της "Πατρικής Διδασκαλίας" και των αντιφιλελεύθερων απόψεων του Αθανάσιου Πάριου. Η ανάκαμψη του Αγίου Όρους, η πνευματική ακτινοβολία που απέκτησε μας θέτει μπροστά σε νέα προβλήματα που η εκκλησία θα πρέπει να προβληματιστεί: τον "γεροντισμό" ως μια μορφή παραίτησης από την ατομική-προσωπική ευθύνη και τις συχνές πολιτικές παρεμβάσεις από μοναχούς σε θέματα που δεν έχουν εξοικίωση και απλώς αποτελούν ένα νέο τρόπο έμμεσης εκκοσμίκευσης.
Το πρώτο δοκίμιο είναι η κριτική παρουσίαση του έργου του Γιανναρά "Ορθός λόγος και κοινωνική πρακτική" που είχε δημοσιευθεί σε τέσσερις συνέχειες στην "Καθημερινή". Αποτελεί μια έμπρακτη απάντηση σε όσους ισχυρίζονταν ότι δεν διέθετε φιλοσοφική συγκρότηση και γνώση της κοινωνικής θεωρίας. Εξετάζει με εύστοχο τρόπο πως διαθλάται η έννοια του ορθολογισμού στον Μαρξ , στη Σχολή της Φρανκφούρτης, στο Λακάν, στον Πόππερ, στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη στο Βιττγκενσταιν. αλλά και την σύγχρονη επιστημολογία των Κουν, Λακάτος, Φεγεράμπεντ. Η σημασία του δοκιμίου του Γουνελά είναι ότι εξετάζει όχι μόνο το έργο του Γιανναρά αλλά επεκτείνεται συγκριτικά σε αυτούς που αναφέρεται, κατευθείαν στο έργο τους, και στις σκέψεις που διατύπωσαν.
Το δεύτερο δοκίμιο περιγράφει την σύγκρουση του π.Θεόκλητου Διονυσιάτη με τον Χρήστο Γιανναρά. Ο πρώτος δημοσιεύε στον "Ορθόδοξο Τύπο" και ο δεύτερος απάντησε με το δοκίμιο "Ερωτικών αμφιλογία ή περί λιβελλοπράγμονος μοναχού". Το πρόβλημα που έχουν οι απόψεις του πρώτου, προαπεικονίζουν ένα πρόβλημα που επρόκειτο να γιγαντωθεί τα επόμενα χρόνια: μοναχοί επιδιώκουν να έχουν την αποκλειστική και κυρίαρχη άποψη για κοσμικά πράγματα που όμως δεν τα γνωρίζουν ή δεν τα γνωρίζουν επαρκώς. Έτσι ο π.Θεόκλητος απορρίπτει τον Μακρυγιάνη και τον Παπαδιαμάντη παρότι δεν τους έχουν μελετήσει. Ο Γιανναράς υποστηρίζει ότι τα κείμενα του π.Θεόκλητου συνιστούν "μια ιδεαλιστική περιφρόνηση της ύλης και του σώματος, ένας υποβιβασμός του γάμου στο επίπεδο της κτηνώδους αναπαραγωγής, μια απαξίωση της ανθρώπινης φύσης που είναι "εμπαθής", "άλογη", "δαιμονική", ένας δογματικός απριορισμός, που καθηλώνει τη ζωή σε νοησιαρχικούς κώδικες, ένα φανατισμένο μίσος εξόντωσης κάθε ιδεολογικού αντιπάλου- αυτό είναι η Εκκλησία"(σελ.57).
Το τρίτο δοκίμιο "Επιστροφή στις ελληνικές ρίζες ή πορεία στα έσχατα; Κριτική θεώρηση ορισμένων θέσεων του Χ.Γιανναρά (ελληνοκεντρισμός και ελληνορθοδοξία) αποτελεί μια συνετή, μια έλλογη κριτική του Σ.Γουνελά στην προσπάθεια να πολιτικοποιηθεί η εκκλησία. Με αφετηρία την υποτίμηση του ελληνικού κράτους, ο Γιανναράς προτείνει εναλλακτικά σε αυτό να πουλήσουμε πολιτισμό , με την διαφορά ότι "αυτά που θέλει να πουλήσουμε δεν τα διαθέτει η σημερινή Ελλάδα, τα διαθέτουν ορισμένα πρόσωπα-δημιουργοί ή ανώνυμοι άνθρωποι που σιωπηρά τραβούν έναν πνευματικό δρόμο χωρίς ίσως να το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι. Να απαιτούμε απο μια ξεχαρβαλωμένη Ελλάδα να πουλήσει πολιτισμό ή να γίνει πολιτιστική υπερδύναμε δεν απέχει πολύ από την πρόταση του Γιανναρά σε πρόσφατη επιφυλλίδα του να προτιμήσουμε τους ισλαμιστές για να πάρουμε την προτίμηση των Αμερικανών τη θέση που κατέχουν οι Τούρκοι"(σελ.81). Παραδόξως και χωρίς την δική μας συνδρομή η ισλαμική και αντισημιτική Τουρκία οδηγεί τις ΗΠΑ να απομακρυνθούν απο αυτή και να έρθουν εγγύτερα προς την χώρα μας,
Η κριτική του Γουνελά αποκορυφώνεται στην φράση "Στον Γιανναρά παρουσιάζεται τούτο το παράδοξο: ελληνοποιεί τη χριστιανική παράδοση και χριστιανοποιεί (ιστορικίζοντας) τους αρχαίους Έλληνες. Δεν προχωρεί μέσα στον χρόνο εσχατολογικά, παρά μόνο επιστρέφοντας διαρκώς στους Έλληνες"(σελ.89). Η απάντηση του Γουνελά είναι "ό,τι καλύτερο υπήρχε στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό μπήκε στην Εκκλησία απλούστατα γιατί ο Χριστός δεν ήρθε "καταλύσαι, αλλά πληρώσαι". Αυτό που δεν υπάρχει στον Χριστό είναι η αμαρτία"(σελ.93). Σωστά υπογραμμίζει τον κίνδυνο να "εθνοποιούμε" ή να "λαϊκοποιούμε" την Εκκλησία(σελ.108). Βεβαίως δεν με βρίσκει σύμφωνο η απόφανση "εκχριστιανισμό του κόσμου χρειαζόμαστε και όχι εξελληνισμό" διότι είναι ένα δίλημμα που πνευματικά είναι ανύπαρκτο. Το δοκίμιο π.Ιωάννη Ζηζιούλα "Από το προσωπείο στο πρόσωπο" είναι η σημαντικότερη σύγχρονη εκκλησιαστική ερμηνεία της σχέσης αρχαίου ελληνισμού και χριστιανισμού που νομίζω ότι δίνει απαντηση σε αυτά τα ερωτήματα.
Εξαιρετικά αναλυτικό είναι το δοκίμιο "Χ.Γιανναράς , όψεις της θεολογικής-φιλοσοφικής περιπέτειας του" που αποτελεί μια εύστοχη ανασκόπηση του έργου του και δημοσιεύθηκε σε παλαιότερο βιβλίο του Γουνελά. Εδώ αναδεικνύονται οι πιο σημαντικές παρεμβάσεις του Γιανναρά σε έργα όπως "Η ελευθερία του ήθους".
Τα τελευταία δοκίμια που δημοσιεύθηκαν μετά την αποδημία του Γιανναρά το πρώτο όπως μαρτυρά ό τίτλος είναι γενική θεώρηση του έργου του, το δεύτερο αναφέρεται στα ερωτικά του και τα υπόλοιπα στην πρόσληψη του Χάιντεγκερ αλλά και στο κάλλος της κτίσεως και το θεοειδές κάλλος. Υπερβαίνοντας τις συνήθεις χρήσεις η λέξη έρως, στο Χ.Γιανναρά, όπως μαρτυρά και το θεμελιώδες έργο του "Το πρόσωπο και ο έρως", έχει ως αφετηρία ,το Άσμα Ασμάτων, το έργο του Διονύσιου Αρεοπαγίτη και αναπτύσσεται απαντώντας στο ερώτημα πως αυτή συναντάται και με ποιά σημασία στον Άγιο Μάξιμο Ομολογητη και στην πατερική μας παράδοση. Ο έρως, ο θείος έρως, είναι η τάση, η φορά του ανθρώπου να θεωθεί και να ενωθεί κατά χάρη με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Βεβαίως στα δοκίμια αυτά αναπαράγονται ορισμένες σκέψεις του Γιανναρά απόλυτες, που σκοπεύουν να αναλύσουν την κοινωνική πραγματικότητα αλλά φοβούμαι ότι από αυτές ξεφεύγουν πολλά από τα στοιχεία της πραγματικότητας. Ο ισχυρισμός ότι "γνώριζε όσο λίγοι ότι η δυτική αντίληψη για τον ατομικοποιημένο άνθρωπο σήμαινε μια απρόσωπη, ουδετεροποιημένη, κοινωνική, οικονομική και πολιτική μονάδα"(σελ.244) είναι λανθασμένος κυρίως λόγω της απολύτότητα της. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει καθώς η κυριαρχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κράτους δίκαιου απέδωσε στο άτομο, στον πολίτη, στην κοινωνία τον χώρο που τους αναλογεί. Αντίθετα στον ολοκληρωτισμό, στον αυταρχισμό, στον ασιατικό δεσποτισμό, στα καφκικά κράτη ο πολίτης είναι ένα τίποτα μπροστά σε ένα ανελέητο και απρόβλεπτο κράτος. Στην ελληνο-δυτικές κοινωνίες δεν αναπρτύχθηκε μόνο το άτομο αλλά και οι κοινότητες, ο συνεργατισμός και ο συνεταιρισμός.
Το έργο κλείνει με δύο επιστολές του X.Γιανναρά στο Σ.Γουνελά.
Τελειώνοντας θα σας πρότεινα να μελετήσετε με προσοχή το τελευταίο βιβλίο του Σ.Γουνελά καθώς αποτελεί μια έγκυρη εισαγωγή σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του νέου ελληνισμού, τον Χ.Γιανναρά, και συγχρόνως συνιστά την αφορμή να σκεφτούμε σε βάθος και γόνιμα σημαντικά προβλήματα του νέου ελληνισμού αλλά και της ανθρώπινης ύπαρξης.








