Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Νέα κυκλοφορία: “Κωνσταντίνος Τσάτσος: Φιλοσοφία, Αισθητική & Νέος Ελληνισμός”, του Σπύρου Κουτρούλη

 






Τίτλος: Κωνσταντίνος Τσάτσος: Φιλοσοφία, Αισθητική & Νέος Ελληνισμός

Συγγραφέας: Σπύρος Κουτρούλης

Σελίδες: 450

Σχήμα: 17x24

ISBN: 978-960-427-282-2

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία. Μπορείτε να το προμηθευτείτε και από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο των Εναλλακτικών Εκδόσεων.

Ελληνοκεντρικός, αλλά και ευρωπαϊστής, βενιζελικός, αντιμοναρχικός, δημοτικιστής, εμπνευσμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος με μαθητές όπως ο Κ. Δεσποτόπουλος και ο Κ. Καστοριάδης, έξοχος γνώστης και σχολιαστής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, καντιανός, αλλά με άριστη γνώση του Χέγκελ και της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, θαυμαστής του Κ. Παλαμά, φίλος του Γ. Κατσίμπαλη, βάδισε παράλληλα με την γενιά του ’30 –δίπλα, για την ακρίβεια–, συζήτησε γόνιμα μαζί της και σε κάποιες περιπτώσεις συγκρούστηκε. Η καταγωγή του από τον βενιζελισμό τον έφερε στον ιδεολογικό του πυρήνα, ώστε υπήρξε επιστήθιος φίλος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και διανοητικά εργάστηκε για την συνάντηση του φιλελευθερισμού με τον δημοκρατικό σοσιαλισμό.
Κορυφαίες πολιτικές στιγμές του υπήρξαν η σύγκρουση και η εξορία του από την δικτατορία Μεταξά (ακολουθώντας τον Θ. Τσάτσο και τον Π. Κανελλόπουλο), το γενναίο εθνικό κήρυγμα προς τους φοιτητές του στην Νομική Σχολή, κατά την πρώτη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, που υπήρξε η αιτία της απόλυσής του από την κατοχική κυβέρνηση, η σύνταξη ενός πατριωτικού και σοσιαλδημοκρατικού λόγου αμέσως μετά την λήξη του ελληνικού εμφυλίου, η διαμόρφωση του πολιτικού λόγου της φιλελεύθερης δημοκρατικής παράταξης μετά το’74, που δικαιολόγησαν το κράτος δικαίου και την σκοπιμότητα της ένταξης της χώρας μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η σημαντική συμβολή του στην σύνταξη του συντάγματος του 1975 και στην συνέχεια η εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, μίας μαχόμενης δημοκρατίας όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε, υπήρξε η ύστατη δικαίωσή του, αλλά σήμανε επιπλέον το οριστικό διαζύγιο της χώρας με το μετεμφυλιακό κράτος «έκτακτης ανάγκης» και την μοναρχία.
Από το έργο του, αλλά και τα δοκίμια τρίτων που έγραψαν για αυτόν, μπορούμε να έχουμε πλέον μια σαφή και εναργή εικόνα του, των επιρροών και της απήχησης που άσκησε. Η ανάπτυξη που κάνουμε ακολουθεί κατά κύριο λόγο την χρονολογική εξέλιξη του έργου του και επιχειρεί να το δει καθώς ο συγγραφέας του εξελίσσεται και ωριμάζει ηλικιακά και πνευματικά μέσα σε μια πυκνή ροή γεγονότων της ελληνικής και διεθνούς συγκυρίας.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Σπύρος Κουτρούλης γεννήθηκε το 1963 στο Δερβένι Κορινθίας, σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ζει και εργάζεται στην Αθήνα στον τραπεζικό χώρο. Συμμετείχε στην συντακτική επιτροπή του περιοδικού Νέα Κοινωνιολογία, όπου δημοσίευσε πλήθος μελετών και έλαβε συνεντεύξεις από τον Μιχάλη Ράπτη (τ.20) και τον Παναγιώτη Κονδύλη (τ.25). Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Άρδην, του περιοδικού Νέος Λόγιος Ερμής και τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας Ρήξη. Δοκίμιά του έχουν επίσης δημοσιευθεί στο περιοδικό Σύναξη και στις Εφημερίδες Καθημερινή και Μακεδονία.

Είναι συγγραφέας των βιβλίων:

  • Ο Θεός-χορευτής: Περιπλάνηση στον λόγο του Φ. Νίτσε (Παπαζήσης, 1994)
  • Εθνισμός και κοινοτισμός (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2004)
  • Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας: Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2010)
  • Το ξερίζωμα του ανθρώπου (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014).
  • Φιλοσοφία & ιστορία (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2019).
  • Παράδοση & μοντερνισμός στον νέο ελληνισμό (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2020).
  • Ο Γιώργος Σεφέρης & οι παλινωδίες της κριτικής (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2024).

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Σωτήρης Γουνελάς, Για τον Χρήστο Γιανναρά-κείμενα πριν και μετά την εκδημία του, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2026




 

Ο Σωτήρης Γουνελάς μετά την εκδημία του Χρήστου Γιανναρά  συγκέντρωσε τα δοκίμια που έγραψε   το προηγούμενο διάστημα.

Νομίζω ότι όλοι συμφωνούν ότι ο Χρήστος Γιανναράς υπήρξε ένας από τους επιδραστικότερους στοχαστές της μεταπολίτευσης. Τρείς είναι οι λόγοι που ερμηνεύουν το γεγονός αυτό: πρώτα διέθετε άρτια γνώση όχι μόνο της ορθόδοξης παράδοσης αλλά και της εκκλησιαστικής ζωής και τα κείμενα του ωθούσαν  στην αυθεντική συμμετοχή σε αυτή, δεύτερο διέθετε ολοκληρωμένη και σε βάθος γνώση του φιλοσοφικού στοχασμού και της κοινωνικής θεωρίας, τρίτο  κοινωνούσε την ελληνική γλώσσα σε όλους τους τύπους και τις μορφές με αποτέλεσμα να διατυπώνει τις σκέψεις με ένα τρόπο θελκτικό προς τους αναγνώστες.

Σε όλο αυτό το διάστημα ο Γιανναράς δέχθηκε επιθέσεις  από  στοχαστές που τον κατηγορούσαν ότι η σκέψη του  δεν είναι φιλοσοφική αλλά θεολογική-μεταφυσική, και από θεολογικούς κύκλους που τον κατηγορούσαν  για τους αντίθετους λόγους  δηλαδή ότι ο λόγος τους δεν είναι θεολογικός και μάλιστα είναι κοσμικός-κοινωνικός. Δεδομένου ότι η αριστερά έχει λάβει και αυτή χαρακτηριστικά θρησκείας με τους δικούς της άγιους κλπ και οι ευσεβιστές ή μοναχοί όπως ο Θεόκλητος Διονυσιάτης βεβαίως έχουν τα χαρακτηριστικά θρησκείας (όπως την προσδιόρισε ο Χ.Γ.), οι διαμάχες για τον  Χ.Γιανναρά έλαβαν τελικά θρησκευτική διάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκηθεί κριτική για θέματα όπως η υποτίμηση από μέρους του της σημασίας που έχει το ελληνικό κράτος για τον ελληνισμό ή η αποδοχή της "Πατρικής Διδασκαλίας" και των αντιφιλελεύθερων απόψεων του Αθανάσιου Πάριου. Η ανάκαμψη του Αγίου Όρους, η πνευματική ακτινοβολία που απέκτησε μας θέτει μπροστά σε νέα προβλήματα που η εκκλησία θα πρέπει να προβληματιστεί: τον "γεροντισμό" ως μια μορφή παραίτησης από την ατομική-προσωπική ευθύνη και  τις  συχνές πολιτικές παρεμβάσεις από μοναχούς  σε θέματα που δεν έχουν εξοικίωση και απλώς αποτελούν ένα νέο τρόπο έμμεσης εκκοσμίκευσης.

Το πρώτο δοκίμιο  είναι η κριτική παρουσίαση του έργου του Γιανναρά "Ορθός λόγος και κοινωνική πρακτική" που είχε δημοσιευθεί σε τέσσερις συνέχειες στην "Καθημερινή". Αποτελεί  μια έμπρακτη  απάντηση σε όσους ισχυρίζονταν ότι δεν διέθετε φιλοσοφική συγκρότηση και γνώση της κοινωνικής θεωρίας. Εξετάζει με εύστοχο τρόπο πως διαθλάται η έννοια του ορθολογισμού  στον Μαρξ , στη Σχολή της Φρανκφούρτης, στο Λακάν, στον Πόππερ, στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη στο Βιττγκενσταιν. αλλά και την σύγχρονη επιστημολογία των Κουν, Λακάτος, Φεγεράμπεντ. Η σημασία του δοκιμίου του Γουνελά είναι ότι εξετάζει όχι μόνο το έργο του Γιανναρά αλλά επεκτείνεται συγκριτικά σε αυτούς που αναφέρεται,  κατευθείαν στο έργο τους, και στις σκέψεις που διατύπωσαν.

Το δεύτερο δοκίμιο περιγράφει την σύγκρουση του π.Θεόκλητου Διονυσιάτη με τον Χρήστο  Γιανναρά. Ο πρώτος δημοσιεύε στον "Ορθόδοξο Τύπο" και ο δεύτερος απάντησε με το δοκίμιο "Ερωτικών αμφιλογία ή περί λιβελλοπράγμονος μοναχού". Το πρόβλημα που έχουν οι απόψεις του πρώτου, προαπεικονίζουν ένα πρόβλημα που επρόκειτο να γιγαντωθεί τα επόμενα χρόνια: μοναχοί επιδιώκουν να έχουν την αποκλειστική και κυρίαρχη  άποψη για κοσμικά πράγματα που όμως δεν τα γνωρίζουν ή δεν τα γνωρίζουν επαρκώς. Έτσι ο π.Θεόκλητος απορρίπτει τον Μακρυγιάνη και τον Παπαδιαμάντη παρότι δεν τους έχουν μελετήσει. Ο Γιανναράς υποστηρίζει ότι τα κείμενα του π.Θεόκλητου συνιστούν "μια ιδεαλιστική περιφρόνηση της ύλης και του σώματος, ένας υποβιβασμός του γάμου στο επίπεδο της κτηνώδους αναπαραγωγής, μια απαξίωση της ανθρώπινης φύσης που είναι "εμπαθής", "άλογη", "δαιμονική", ένας δογματικός απριορισμός, που καθηλώνει τη ζωή σε νοησιαρχικούς κώδικες, ένα φανατισμένο μίσος εξόντωσης κάθε ιδεολογικού αντιπάλου- αυτό είναι η Εκκλησία"(σελ.57).

Το τρίτο δοκίμιο "Επιστροφή στις ελληνικές ρίζες ή πορεία στα έσχατα; Κριτική θεώρηση ορισμένων θέσεων του Χ.Γιανναρά (ελληνοκεντρισμός και ελληνορθοδοξία) αποτελεί μια συνετή, μια έλλογη κριτική  του Σ.Γουνελά  στην προσπάθεια να πολιτικοποιηθεί η εκκλησία. Με αφετηρία την υποτίμηση του ελληνικού κράτους, ο Γιανναράς προτείνει εναλλακτικά σε αυτό να πουλήσουμε πολιτισμό , με την διαφορά ότι "αυτά που θέλει να πουλήσουμε δεν τα διαθέτει η σημερινή Ελλάδα, τα διαθέτουν ορισμένα πρόσωπα-δημιουργοί ή ανώνυμοι άνθρωποι που σιωπηρά τραβούν έναν πνευματικό δρόμο χωρίς ίσως να το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι. Να απαιτούμε απο μια ξεχαρβαλωμένη Ελλάδα να πουλήσει πολιτισμό ή να γίνει πολιτιστική υπερδύναμε δεν απέχει πολύ από την πρόταση του Γιανναρά σε πρόσφατη επιφυλλίδα του να προτιμήσουμε τους ισλαμιστές για να πάρουμε την προτίμηση των Αμερικανών τη θέση που κατέχουν οι Τούρκοι"(σελ.81). Παραδόξως και χωρίς την δική μας συνδρομή η ισλαμική και αντισημιτική Τουρκία  οδηγεί τις ΗΠΑ να απομακρυνθούν απο αυτή και να έρθουν εγγύτερα προς την χώρα μας,

Η κριτική του Γουνελά αποκορυφώνεται στην φράση "Στον Γιανναρά παρουσιάζεται τούτο το παράδοξο: ελληνοποιεί τη χριστιανική παράδοση και χριστιανοποιεί (ιστορικίζοντας) τους αρχαίους Έλληνες. Δεν προχωρεί μέσα στον χρόνο εσχατολογικά, παρά μόνο επιστρέφοντας διαρκώς στους Έλληνες"(σελ.89). Η απάντηση  του Γουνελά είναι "ό,τι καλύτερο υπήρχε στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό μπήκε στην Εκκλησία απλούστατα γιατί ο Χριστός δεν ήρθε "καταλύσαι, αλλά πληρώσαι". Αυτό που δεν υπάρχει στον Χριστό είναι η αμαρτία"(σελ.93). Σωστά υπογραμμίζει τον κίνδυνο να "εθνοποιούμε" ή να "λαϊκοποιούμε" την Εκκλησία(σελ.108). Βεβαίως δεν με βρίσκει σύμφωνο η απόφανση  "εκχριστιανισμό του κόσμου χρειαζόμαστε και όχι εξελληνισμό" διότι είναι ένα δίλημμα που πνευματικά είναι ανύπαρκτο. Το δοκίμιο π.Ιωάννη Ζηζιούλα "Από το προσωπείο στο πρόσωπο" είναι η σημαντικότερη σύγχρονη εκκλησιαστική ερμηνεία της σχέσης αρχαίου ελληνισμού και χριστιανισμού που νομίζω ότι δίνει απαντηση σε αυτά τα ερωτήματα.

Εξαιρετικά αναλυτικό είναι το δοκίμιο "Χ.Γιανναράς , όψεις της θεολογικής-φιλοσοφικής περιπέτειας του" που αποτελεί μια εύστοχη ανασκόπηση του έργου του  και δημοσιεύθηκε σε παλαιότερο βιβλίο του Γουνελά. Εδώ αναδεικνύονται οι πιο σημαντικές παρεμβάσεις του Γιανναρά σε έργα όπως "Η ελευθερία του ήθους".

Τα  τελευταία δοκίμια  που δημοσιεύθηκαν μετά την αποδημία του Γιανναρά το πρώτο όπως μαρτυρά ό τίτλος είναι γενική θεώρηση του έργου του, το δεύτερο αναφέρεται στα ερωτικά  του και τα υπόλοιπα στην πρόσληψη του Χάιντεγκερ αλλά και στο κάλλος της κτίσεως και το θεοειδές κάλλος. Υπερβαίνοντας τις συνήθεις χρήσεις η λέξη έρως, στο Χ.Γιανναρά, όπως μαρτυρά και το θεμελιώδες έργο του "Το πρόσωπο και ο έρως", έχει ως αφετηρία ,το Άσμα Ασμάτων, το έργο του Διονύσιου Αρεοπαγίτη   και αναπτύσσεται απαντώντας στο ερώτημα  πως αυτή  συναντάται  και με ποιά σημασία στον Άγιο Μάξιμο Ομολογητη και στην πατερική μας  παράδοση. Ο έρως, ο θείος έρως, είναι η τάση, η φορά  του ανθρώπου να θεωθεί και να ενωθεί κατά χάρη με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Βεβαίως στα  δοκίμια αυτά  αναπαράγονται ορισμένες σκέψεις του Γιανναρά απόλυτες, που  σκοπεύουν να αναλύσουν την κοινωνική πραγματικότητα αλλά φοβούμαι  ότι από αυτές ξεφεύγουν πολλά  από τα στοιχεία της πραγματικότητας. Ο ισχυρισμός ότι  "γνώριζε όσο λίγοι ότι η δυτική αντίληψη για τον ατομικοποιημένο άνθρωπο σήμαινε μια απρόσωπη, ουδετεροποιημένη, κοινωνική, οικονομική και πολιτική μονάδα"(σελ.244) είναι λανθασμένος κυρίως λόγω της απολύτότητα της. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει καθώς η κυριαρχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κράτους δίκαιου απέδωσε στο άτομο, στον πολίτη, στην κοινωνία τον χώρο που τους αναλογεί. Αντίθετα  στον ολοκληρωτισμό, στον αυταρχισμό, στον ασιατικό δεσποτισμό,  στα καφκικά κράτη  ο πολίτης  είναι ένα τίποτα μπροστά σε ένα ανελέητο και απρόβλεπτο κράτος. Στην ελληνο-δυτικές κοινωνίες δεν αναπρτύχθηκε μόνο το άτομο αλλά και οι κοινότητες, ο συνεργατισμός και ο συνεταιρισμός.

Το έργο κλείνει με δύο επιστολές του X.Γιανναρά στο Σ.Γουνελά.

Τελειώνοντας  θα σας πρότεινα να μελετήσετε με προσοχή το τελευταίο βιβλίο του Σ.Γουνελά καθώς  αποτελεί μια έγκυρη εισαγωγή σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του νέου ελληνισμού, τον Χ.Γιανναρά,  και συγχρόνως συνιστά την αφορμή να σκεφτούμε σε βάθος και γόνιμα σημαντικά προβλήματα του νέου ελληνισμού αλλά και της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Γαβρίλης Λαμπάτος: Στον αιώνα του κομμουνισμού-όψεις της ελληνικής εμπειρίας, εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα Ιούνιος 2026




                                                    Ένα σημαντικό έργο



Ο συγγραφέας είναι βαθύς γνώστης του ελληνικού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αφού προέρχεται από αυτό. Αποτελεί εκ των ένδον απάντηση σε έργα όπως αυτά του Κώστα Καρπόζηλου και του Μενέλαου Χαραλαμπίδη τα οποία εγνώρισαν μεγάλη προβολή ακόμη και από τον μη αριστερό τύπο  αλλά διακρίνονται από μια αγιολογική ερμηνεία του κομμουνιστικού κινήματος. Μαζί με τον συγγραφέα θα πρέπει να το αποδώσουμε την αιτία   στον "μαρξισμό του Αλτουσέρ που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις νεοκομμουνιστικές αντιλήψεις πολλών διανοούμενων στη χώρα μας στα χρόνια στα χρόνια της μεταπολίτευσης"(σελ.113).

Ο Λαμπάτος ξεκινά με την κριτική στο βιβλίο του Κ.Καρπόζηλου "Ελληνικός κομμουνισμός.Μια διεθνική ιστορία (1912-1974"(Αντίποδες 1924). Τρείς είναι οι βασικές ελλείψεις του εν λόγω βιβλίου . Πρώτα δεν εξετάζει το Μακεδονικό που ήταν η αιτία να διαγραφούν τέσσαρις γραμματείς του κόμματος:ο Γιάννης  Κορδάτος, ο Θωμάς Αποστολίδης, ο Σεραφείμ Μάξιμος και ο Παντελής Πουλιόπουλος. Από αυτούς ο Αποστολίδης και ο Πουλιόπουλος θα εκτελεστούν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς αντίστοιχα. Επίσης ήταν η αιτία να διωχθεί και να περιοριστεί σε χαμηλά εκλογικά ποσοστά. Δεύτερο δεν εξετάζει τους δεσμούς που διαμορφωσαν οι κομμουνιστές  στα χρόνια της κατοχής ειδικά σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Τρίτον δεν εξετάζει τα γεγονότα του εμφυλίου σε τοπικό, εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Λανθασμένα τοποθετεί την έναρξη του ελληνικού κομμουνισμού το 1912 μια εποχή που δεν ήταν γνωστό ούτε κατά όνομα. Καταλήγει ότι το έργο του Κ.Καρπόζηλου  είναι "ένα ιδιότυπο πολιτικόδοκίμιο ενός εκπροσώπου της ακαδημα/ίκής ριζοσπαστικής αριστεράς που ευδοκιμεί σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ"(σελ.9,10).

Σύμφωνα με τον συγγραφέα  είναι "παραμορφωτική η εικόνα που κυριαρχεί στο βιβλίο του Καρπόζηλου επικεντρωμένη στην αντίθεση της Φεντερασιόν στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας"(σελ.20). Στο ίδιο διάστημα ο Ρακόφσκι και ο ίδιος ο Λένιν αρθρογραφούσε υπέρ της πλήρους αυτοδιάθεσης των λαών" στα βαλκάνια ενώ τόνιζε ότι "η συντριβή της Τουρκίας είναι αναμφισβήτητη. Οι νίκες των βαλκανικών κρατών της τετραμερούς συμμαχίας(Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβονίου, Ελλάδας) είναι τεράστιες. Η συμμαχία των τεσσάρων αυτών κρατών είναι γεγονός. "Τα Βαλκάνια στους Βαλκανικούς λαούς" αυτό έχει επιτευχθεί πια... Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια σημείωσε ένα τεράστιο βήμα μπροστά προς τη λύση του"(σελ.19,20).

Ορθή είναι η επισήμανση του Κάουτσκι ότι η γενίκευση της τρομοκρατίας ήταν συνειδητή επιλογή  των μπολσεβίκων που "πήγαζε από την θεσμοποιημένη άρνηση της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών"(σελ.24).

Ο Λαμπάτος αναφέρεται στους κομμουνιστές ηγέτες που δολοφόνησε ο Στάλιν όπως ο Α.Χαϊτάς  και ο Μ.Μπεζαντάκος και άλλους που εκτέλεσε ο ΕΛΑΣ όπως ο Π.Τζινιέρης, ο Θ.Παπαδόπουλος, ο Β.Πλιάκος, ο Κ.Καφαντάρης (Νικηταράς).  

Ανάμεσα στις αλλοπρόσαλες πράξεις του Ν.Ζαχαριάδη μνημονεύεται η δήλωση που έκανε όταν επέστρεψε από το Νταχάου και αναιρεί παλαιότερες που είχε χαρεί για την μικρασιατική καταστροφή.  Αναφέρει ότι η "Τουρκία στάθηκε για μας τους Έλληνες ο πατροπαράδοτος κακός δαίμονας από τότε που υπάρχει Νεοελληνικό έθνος. Μα για τα Βαλκάνια και τη ΝΑ Ευρώπη γενικότερα οι Τούρκοι στάθηκαν πάντα παράγοντας καταστροφής, λαϊκής εξόντωσης και εθνικής  υποδούλωσης. Στάθηκαν πάντα ένας εξωευρωπαϊκός και αντιβαλκανικός παράγοντας. Κανένας Έλληνας δεν θα ξεχάσει ποτέ τη μικρασιατική τραγωδία στα 1922. Και σε όσους μας μιλούν για τη "νέα" Τουρκία, θα τους δείξουμε την προδοσία της στον τελευταίο πόλεμο και θα τους απαντήσουμε: "ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, ούτε τη γνώση άλλαξε, ούτε τη κεφαλή του"(σελ.57). Μερικά χρόνια αργότερα στην 5η ολομέλεια θα αναφέρει την απόσπαση της Μακεδονίας και της Θράκης. Στο αρχείο του που βρέθηκε στο Σοργκούτ της Σιβηρίας προκύπτει ότι στα αναγνώσματά του περιλαμβανόταν "Η πτέρυγα των καρκινοπαθών" του Σολζενίτσιν. 

Στο κεφάλαιο για τον ολοκληρωτισμό  εξετάζονται οι ερμηνευτικές συνεισφορές του Όργουελ, του Ζαμιάτιν, του Σέρζ, του Κέσλερ, του Κώστα Παπαϊωάννου αλλά και του Ζέλιου Ζέλεφ που παρασιάζοντας τους δεξιούς ολοκληρωτισμούς παρουσίαζε συγχρόνως τον ολοκληρωτισμό των ανατολικών καθεστώτων. Το στρατόπεδο Μπούλκες που την περιγραφή του έδωσε αδρά ο Αλέκους Κουτσούκαλης είναι άλλο τεκμήριο του κομματικού ολοκληρωτισμού προς τα ιδια τα μέλη του. Ο Αλέξης Ρόσιος -Υψηλάντης που με το κτύπημα που έδωσε στο Λιτόχωρο ξεκίνησε ο εμφύλιος όταν έπεσε σε δυσμένεια και του αφαιρέθηκε η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα, καταδικάστηκε σε τρίμηνο εγκλεισμό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Καζακαστάν και στην συνέχεια εξορίστηκε στο Ουζμπεκιστάν. Την ίδια τύχη θα είχε και ο συγγραφέας Αλέξης Πάρνης αν δεν επέστρεφε στην Ελλάδα με την μεσολάβηση του Θεοτοκά.

Σημαντικό είναι το τελευταίο κεφάλαιο που απαντά στη εξιδανίκευση της ΟΠΛΑ από συγγραφείς όπως ο Ι.Χανδρινός. Την δημιούργησε ο Στέργιος Αναστασιάδης που "δημιούργησε μια οργάνωση κατ' εικόνα και ομοίωση των σοβιετικών μηχανισμών ασφαλείας, όσο και εαν αυτό ενοχλεί κάποιους. Άλλωστε, και η φράση "τιμωρό χέρι του λαού" είναι φράση που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Βισίνσκι στις δίκες της Μόσχας(σελ.188).

Ο Δ.Λιβιεράτος, τροτσκιστής και φίλος του Μ.Ράπτη, που είχε φοιτήσει στη σχολή των εφέδρων αξιωματικών του ΕΛΑΣ στη Ρεντίνα.

Σε διάλεξη για τα Δεκεμβριανά το 2001 είπε για την ΟΠΛΑ:

"Θα αναφέρω ένα ακόμη άγνωστο στοιχείο. Υπήρχε μια άτυπη συμμαχία της ΟΠΛΑ, που εξαρτάτο κατευθείαν  από τη σταλινική ηγεσία, με τον υπόκοσμο της Αθήνας. Αυτό έδωσε ένα επιχείρημα μετά, στη Δεξιά, πως η ΟΠΛΑ σκότωνε τον κόσμο. Και πράγματι σκοτώθηκε αθώος κόσμος που δεν υπήρχε κανένας λόγος να σκοτωθεί, όπως φιλελεύθεροι, τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές, αλλά και δεξιοί. Όμως στην ΟΠΛΑ είχαν στρατολογήσει και υπόκοσμο, ο οποίος δεν λογάριαζε ποιας κατεύθυνσης ήταν τα υποψήφια θύματα. Απλά έπαιρναν διαταγές. Ένα στοιχείο που συκοφάντησε το κίνημα πολύ. Και σ' αυτό είναι, πάλι, υπεύθυνη η σταλινική ηγεσία, η οποία χρησιμοποίησε τον υπόκοσμο. Όμως δεν μπορείς για κανένα λόγο και σε καμιά κατάσταση να χρησιμοποιείς τον υπόκοσμο, έστω κι αν λες ότι τον χρησιμοποιείς για επαναστατικές δουλειές. Σε καμία περίπτωση δεν μπορείς την πλέμπα αυτής της κοινωνίας να τη χρησιμοποιειήσεις, γιατί αυτοί, εκτός του έκαναν ληστείες και ένα σωρό άλλα πράγματα, εκθέσανε όλο το κίνημα της αντίστασης" (σελ.189).

Ο Λαμπάτος επισημαίνει ότι "πολλές φορές οι κατά τόπους υπεύθυνοι των μηχανισμών αυτών απαιτούσαν χρηματικά ποσά προκειμένου να αφήσουν ελεύθερους ανθρώπους που είχαν συλληφθεί. Ο Μένης Κουμανταρέας και η μητέρα του δεν υπάστησαν τη δοκιμασία της μεταφοράς τους προς τα Κρώρα γιατί ο πατέρας του φρόντισε να καταβάλει ένα σοβαρό χρηματικό ποσό"(σελ.190).

Τα δημοφιλή βιβλία του Μενέλαου Χαραμπίδη είναι δείγματα της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας:

"Στους Δωσίλογους του Μενέλαου Χαραλαμπίδη συντελείται μια έμμεση μυθοποίηση της ΟΠΛΑ, αφού αυτό που υπογραμμίζεται είναι ότι, στις υποθέσεις των δωσιλόγων που βρέθηκαν στο εδώλιο, οι μόνοι που πλήρωσαν βαρύ τίμημα ήταν εκείνοι που εκτελέστηκαν απο την ΟΠΛΑ τους τελευταίους μήνες της Κατοχής ή κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Ο ίδιος συγγραφέας στο βιβλίου Δεκεμβριανά 1944, η μάχη της Αθήνας(Αλεξάνδρεια 2014) πραγματοποιεί μια ιδιαίτερα σχηματική ανάλυση για το θέμα αυτό. Στην εργασία αυτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, υποστηρίζει ότι δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για "δίκαιες" και "άδικες" εκτελέσεις. Όλα αποδίδονται στην επαναστατική έκρηξη που συγκλόνισε τους συνοικισμούς της Αθήνας...Οι υποθέσεις που διαμόρφωσα το πολιτικό κλίμα της εποχής ήταν αυτές που αφορούσαν τις αναίτιες εκτελέσεις πολιτών για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις στις συνοικίες της Αθήνας. Κάθε τέτοια εκτέλεση σε κάθε συνοικία διαμόρφωνε νέους πολιτικούς συσχετισμούς. Αυτό είχε γίνει αντιληπτό από στελέχη του ΚΚΕ, όπως η Καίτη Ζεύγου, η οποία έγραφε πως το πολιτικό αποτύπωμα αυτών των ενεργειών επηρέασε την επιρροή της αριστεράς για πολλές δεκαετίες. Είναι εντυπωσιακό ότι το βιβλίο της Καίτης Ζεύγου δεν περιλαμβάνεται στη βιβλιογραφία του συγγραφέα. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζου σχετικές παρεμβάσεις του Μιλτιάδη Πορφυρογένη σε συνεδριάσεις της Κ.Ε. του ΚΚΕ αμέσως μετά τον εμφύλιο"(σελ.190,191).

Επίσης αναφέρεται η κριτική του Δ.Λιβιεράτου στην ομηρία χιλιάδων πολιτών μετά τα Δεκεμβριανά:

"Μια άλλη τραγική ανοησία που έκανε η ηγεσία όταν έληξε η μάχη, φεύγοντας από την Αθήνα, ήταν να πάρουν ομήρους...Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ  έφευγαν πανικόβλητες από την Αθήνα και συγχρόνως κουβάλαγαν και χιλιάδες ομήρους, γυναίκες και άντρες από τις γειτονιές, δεξιούς και άλλους. Αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος γι' αυτό. Διότι, τι θα έκαναν όλο αυτό τον κόσμο, ο οποίος ταλαιπωρείτο στην Πάρνηθα μέσα στα χιόνια, τον χειμώνα; Έτσι αυτή άθλια ηγεσία έδωσε άλλο ένα επιχείρημα συκοφάντησης στη Δεξιά, η οποία το ρησιμοποιεί μέχρι σήμερα"(σελ.192).

Ανάμεσα στα ιδεολογικά ερμηνευτικά σχόλια του Μ.Χαραλαπίδη είναι η εντελώς ατεκμηρίωτη άποψη ότι μέχρι τα μέσα του 43  στα δίκτυα συνεργασία με τον κατακτητή ήταν περισσότεροι από όσους είχαν ενταχθεί στην αντίσταση.

Για την βία που εξαπέλυσε ο ΕΛΑΣ έχουμε τις μαρτυρίες του Ε.Βαζαίου επικεφαλής του ΕΛΑΣ στην Κορινθία, του Κ.Κωνσταντάρα  βουλευτή της ΕΔΑ και του ανάπηρου Ελασίτη Γ.Κατσίκα.

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών οι οργανώσεις του ΚΚΕ  ακολούθησαν "την πολιτική της συλλογικής οικογενειακής ευθύνης, πολιτική που συνοδεύτηκε απο συλλήψεις συγγενικών προσώπων και τη μεταφορά τους σε ειδικά στρατόπεδα σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου"(σελ.197). Προσθέτει ότι  σε έργα όπως αυτά του Π.Βόγλη " δεν γίνεται αναφορά σε τραυματικά γεγονότα, όπως οι ανακρίσεις και τα βασνιστήρια  στην 7η Μεραρχία του ΔΣΕ από την ηγεσία του ΚΚΕ με στόχο την αποκάλυψη του εσωτερικού εχθρού, ένα γεγονός που άφησε για δεκαετίες το αποτύπωμα του στην ελληνική προσφυγική κοινότητα της Βουλγαρίας"(σελ.198). Άλλη μαρτυρία είναι του Μ.Κωστόπουλου , διοικητή της Λαϊκής Πολιτοφυλακής στην Δυτική Μακεδονία , που σε επιστολή του προς το Κ.Κ.Τσεχοσλοβακίας "περιγράφει τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλε το αρχηγείο Δυτικής Μακεδονίας του ΔΣΕ δεκάδες κατοίκους της επαρχίας Κόνιτσας, καθώς και τις δολοφονίες δεκάδων υπόπτων ή αιχμαλώτων. Σημειώνει ότι από το "στρατόπεδο-σφαγείο", όπως το ονομάζει, που λειτούργησε από την άνοιξη του 1947 στο μοναστήρι της Φούρκας Ιωαννίνων, "πέρασαν 400 έως 500 κρατούμενοι, από τους οποίους οι 200 πέθαναν από τα βασανιστήρια ή εκτελέστηκαν. Ανάμεσα τους και 8ή 9 παππάδες, όσοι βρίσκονταν στο χωριό όταν έγιναν οι συλλήψεις και σχεδόν όλοις τους σφαγιάστηκαν"(σελ.199).

Σε βιβλία όπως αυτο του Α.Λιάκου, η αφήγηση λαμβάνει "έναν αυστηρά ελληνοκεντρικό παραμορφωτικό αφήγημα" που οδηγεί στην παρερμηνεία της δολοφονίας τροτσκιστών-αρχειομαρξιστών από την ΟΠΛΑ.

Ο Γ.Λαμπάτος επισημαίνει ότι όταν κυκλοφόρησαν τα έργα των Καρπόζηλου και Λιάκου ήταν δημόσιοι διανοούμενοι του ΣΥΡΙΖΑ που υπηρετούσαν τις επιδιώξεις του ενώ στο "όνομα της αντίστασης κατά του νεοφιλελευθερισμού, γραφικές φιγούρες, όπως ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ, έδιναν τον τόν τόνο εντυπωσιάζοντας τη ριζοσπαστικοποιημένη ελληνική διανόηση"(σελ.203). Περισσότερο από τους στοχαστές του ΚΚΕ, όλοι αυτοί προώθησαν μια αγιοποιημένη εκδοχή της ιστορικής πραγματικότητας, που αναγκαστικά αποσιώπησε ουσιώδεις πλευρές της πργματικότητας. Στα όρια αυτά ο κρτικός λόγος και ο κριτικός αναστοχασμός ήταν πολύ δύσκολο να βρεί θέση.


Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Το πρόσωπο στην δυτική θεολογία και φιλοσοφία:ΕΤΙΕΝ ΖΙΛΣΟΝ: το πνεύμα της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, μετάφραση Χρήστος Μαρσέλος, Π.Ε.Κ.2019

 




Το πρόσωπο στην δυτική θεολογία και φιλοσοφία.

Το έργο εκτός του ότι αποτελεί μια συναρπαστική ανατομία όχι μόνο της μεσαιωνικής φιλοσοφίας αλλά και της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και της ορθόθοξης πατερικής. Σε αντίθεση με μια αρκετά διαδεδομένη άποψη στην χώρα μας η δυτική θεολογία δεν ασχολήθηκε μόνο με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο αλλά και τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον Εφραίμ τον Σύρο, τον Ιωάννη Δαμασκηνό , τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης αλλά και στην θέωση(σελ.482).
Ακόμη πιο σημαντική είναι η αναφορά στην έννοια του Προσώπου, μια έννοια που απασχόλησε ιδιαίτερα τον Χ.Γιανναρά. Ο συγγραφέας επιμένει ότι η σωτηρία που κηρύσσει το Ευαγγέλιο δεν αφορά μόνο την ψυχή αλλά "τη σάρκα τους, τα μέλη τους, όλη τη δομή των σωματικών οργάνων, χωρίς την οποία ο καθένας θα αισθανόταν σκια του εαυτού του και αδιανόητος"(σελ.217) καθώς "ο Χριστός ήρθε να σώσει τον άνθρωπο, και όχι μόνο την ψυχή"(σελ.218).
Στο κεφάλαιο με τον τίτλο "ο χριστιανικός περσοναλισμός" επισημαίνει "δεν υπάρχουν έννοιες οικειότερες για το πνεύμα των νεοτέρων από αυτές της ατομικότητας και της προσωπικότητας. Μπορούμε μάλιστα να διερωτηθούμε αν η ανάγκη της αντίδρασης στις αρνητικές συνέπειες της μαζικής παραγωγής δεν μας κάνει κάποτε να τονίζουμε υπερβολικά την αξία του. Το γεγονός είναι όμως ότι σε εποχή που η συλλογικότητα αποκτά μια κυριολεκτικά θρησκευτική αξία, σαν να αρκούσε η εξάλειψη του ατομικού για να έχουμε το θείο, η ατομικότητα και η προσωπικότητα διεκδικούν με τη σειρά τους αξία ιερότητας και παρουσιάζονται ως τα μόνα δυνατά θεμέλια κάθε θρησκείας. Θα έλεγε κανείς ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να θέσουν μια αντινομία χωρίς να προσκυνάνε τους όρους της"(σελ.237).
Συμπληρώνει: "η ανθρωπότητα είναι μέσα σε κάθε άνθρωπο, και μάλιστα το ανθρώπινο είδος υπάρχει επειδή ακριβώς υπάρχουν άνθρωποι. Ένα άνθρωπος, αντιθέτως, διαφέρει από κάθε άλλον άνθρωπο, και δεν θα μπορούσαμε να τον χωρίσουμε τον ίδιο σε πολλούς χωρίς να τον καταστρέψουμε, γι' αυτό τον ονομάζουμε "άτομο'' "(σελ.247).
Ο συγγραφέας διακρίνει την έννοια της ατομικότητας από αυτή της εξατομίκευσης (σελ.249).
Συμπεραίνει τελικά "κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι κατ' αρχάς άτομο, αλλά είναι πολύ περισσότερο από άτομο, γιατί δεν μιλάμε για πρόσωπο (personne) ή για έναν χαρακτήρα (personnage) , παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου η ατομική ουσία που εξετάζουμε έχει μια ορισμένη αξία ως ίδιον. Τα ζώα είναι άτομα, δεν είναι πρόσωπα. Πρέπει να προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα: ένα ον είναι πρόσωπο εξαιτίας της υψηλότερης αξιοπρέπειας του, και αυτό το δείχνει το γεγονός ότι, όταν θέλουμε να τιμήσουμε κάποιον, τον χαιρετάμε με τον τίτλο της ανώτερης ιδιότητας του, αφήνοντας τους άλλους σαν να μην είχαν σημασία. Αν όμως ρωτήσουμε ποια είναι η ύψιστη αξία του ανθρώπου, βρίσκουμε αμέσως ότι είναι ο λόγος, έτσι που πρέπει να ορίσουμε το ανθρώπινο πρόσωπο ως "ατομική υπόσταση ενός λογικού όντος" "(σελ. 252).
Επίσης τονίζει "για να δηλώσουμε την ιδιαίτερη ατομικότητα ενός ελεύθερου όντος, λέμε ότι είναι πρόσωπο. Έτσι η ουσία της προσωπικότητας συμφύρεται προς αυτήν της ελευθερίας, από την άλλη η ελευθερία οφείλεται στη λογικότητα, και καθώς την αυτοτελή ύπαρξη[sunsistance] της ψυχής και του ανθρώπου τη θεμελιώνει η λογικότητα, πρέπει να πούμε ότι σ' εμάς η αρχή της ατομικότητας και η αρχή της προσωπικότητας συμπίπτουν. Η ενεργητικότητα [actualite] της λογικής ψυχή, καθώς κοινωνείται στο σώμα, καθορίζει την ύπαρξη ενός ατόμου που είναι πρόσωπο, έτσι που η ατομική ψυχή έχει προσωπικότητα κατά κάποιον τρόπο εξ ορισμού"(σελ.253). Όμως "είμαστε πρόσωπα επειδή είμαστε έργο ενός Προσωπου, μετέχουμε της θείας προσωπικότητας, όπως μετέχουμε στην τελειότητά του, όντας αγαθοί, στη δημιουργική παντοδυναμία όντας αίτια, στην πρόνοια του, προνοώντας οι ίδιοι, και με μια λέξη, όπως μετέχουμε στο Είναι του, όντας και οι ίδιοι Όντα. Να είναι κανείς πρόσωπο σημαίνει να μετέχει σε ένα απο τα υψηλότερα χαρακτηριστικά του θείου είναι"(σελ.255).
Ο Καντ θεωρείται κληρονόμος του χριστιανικού περσοναλισμού.
Τέλος αναγνωρίζει τις οφειλές στην ελληνική φιλοσοφία:
"αν χρωστάμε στις Γραφές το γεγονός πως έχουμε μια φιλοσοφία που να είναι χριστιανική, ο χριστιανισμός χρωστάει στην ελληνική παράδοση το γεγονός ότι έχει μια φιλοσοφία. Δεν υπάρχει μεταφυσική του καθαρού Είναι χωρίς τη βιβλική αποκάλυψη, αλλά και χωρίς την ελληνική φιλοσοφία, δεν υπάρχει μεταφυσική ως προϊόν αυτής της αποκάλυψης"(σελ.257).
Το πρόσωπο δεν είναι μια έννοια που χωρίζει αλλά μια έννοια που μας ενώνει με τον δυτικό χριστιανισμό και την ευρωπαϊκή φιλοσοφία.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Ένα αποτυχημένο έργο του Κ.Σμίτ- η παρερμηνεία και η αντιστροφή των πολιτικών εννοιών, η εξύμνηση των ολοκληρωτισμών

 



Ένα αποτυχημένο έργο του Κ.Σμίτ- η παρερμηνεία και η αντιστροφή των πολιτικών εννοιών, η εξύμνηση των ολοκληρωτισμών

Παρότι μπορεί να μην συμφωνούσαμε με τα συμπεράσματα του Κ.Σμίτ, κατά κανόνα θαυμάζαμε το ύφος του και την αναλυτική  του σκέψη.

Στο παρόν παρασύρεται από τον αντικοινοβουλευτισμό του σε βεβιασμένες και άστοχες κρίσεις. Επιχειρεί να διαρρήξει την σχέση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και την κοινοβουλευτική δημοκρατία ενώ είναι πνευματικά μεγέθη.αλληλοτροφοδοτούμενα.  Δεν μπορεί να υπάρχει δημοκρατία χωρίς ελεύθερες εκλογές, χωρίς ελεύθερα κόμματα, χωρίς ελευθερία του τύπου και των ιδεών. 

Βιαστική είναι η περιδιάβαση του στον μαρξισμό-λενινισμό. Δεν γνωρίζει ή αποφεύγει  να αναφερθεί στην εξέλιξη του μαρξισμού και πως αντιλαμβάνεται την δικτατορία του προλεταριάτου, δεν αναφέρεται διόλου στην κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ στον λενινιστικό συγκεντρωτισμό, αλλά και δεν παρακολουθεί καθόλου την γένεση του ολοκληρωτισμού στον Λένιν, στον Τρότσκι και στο Στάλιν. Οι ενστάνσεις του είναι ότι προτιμά έναν ανορθολογικό ρεύμα όπως αυτό του Σορέλ που μυθοποιεί την βία  και την γενική απεργία. 

Το έργο κυκλοφόρησε το 1926 και εξακολούθησε να κυκλοφορεί τις επόμενες δεκαετίες σε διάφορες γλώσσες. Σε κανένα δεν υπάρχει ένα ψείγμα αυτοκριτικής, πουθενά  δεν αναλύει τα αποτελέσματα που είχαν για τον άνθρωπο, την Ευρώπη, τον κόσμο, η κυριαρχία του ναζισμού και του φασισμού όσο και του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Μάλιστα δεν βρήκε λόγο να διορθώσει την υπεράσπισή τους. Θεωρεί ότι η δημοκρατία αποτυπώνεται  όχι στις εκλογές αλλά στις κομματικά διατεταγμένες συγκεντρώσεις όπου το πλήθος παραληρεί ή επευφημεί με τον φόβο του αστυνομικού και του στρατόπεδου συγκέντρωσης τον φύρερ  ή τον πρώτο εργάτη-πρώτο αγρότη, ή τον πατερούλη.

Γράφει: "Η κρίση του σύγχρονου κράτους προκύπτει απο το γεγονός ότι κανένα κράτος δεν μπορεί  να πραγματώσει μια μαζική δημοκρατία, μια δημοκρατία της ανθρωπότητας ούτε καν ένα δημοκρατικό κράτος. Ο μπολσεβικισμός και ο φασισμός αντιθέτως, είναι όπως όλες οι δικτατορίες σίγουρα  αντιφιλεύθεροι, αλλά όχι κατ' ανάγκη αντιδημοκρατικοί. Στην ιστορία της δημοκρατίας υπήρξαν πολυάριθμες δικτατορίες, καισαρισμοί και άλλες πιο εντυπωσιακές μορφές οι οποίες επιχείρησαν να δημιουργήσουν ομοιογένεια και να διαμορφώσουν τη βούληση του λαού με μεθόδους που δεν ήταν σύμφωνες με τη φιλελεύθερη παράδοση του προηγούμενου αιώνα. Αυτή η προσπάθεια αντιστρατεύεται την αντιδημοκρατική αντίληψη, που προέκυψε από τον συνδυασμό φιλελεύθερων αρχών του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία ο λαός μπορεί να εκφράσει τη βούληση του μόνο όταν κάθε πολίτης ψηφίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή μυστικότητα και πλήρη απομόνωση, δηλαδή χωρίς να εγκαταλείπει τη σφαίρα του ιδιωτικού και του ανεύθυνου υπό "προστατευτικές ρυθμίσεις" και "απαρατήρητα" όπως προέβλεπε ο εκλογικός νόμος του Ράιχ στη Γερμανία"(σελ.134,135).

Στη συνέχεια αποτυπώνει τον θαυμασμό του προς τους αντιφιλελεύθερους ολοκληρωτισμούς με σαφή τρόπο:

"Η λαϊκή βούληση μπορεί να εκφραστεί εξίσου καλά ίσως και καλύτερα μέσω της επευφημία, μέσω ενός  πράγματος αυτονόητου, μιας παρουσίας αδιαμφισβήτητης, παρά μέσω του στατιστικού μηχανισμού που έχει κατασκευαστεί με τόση σχολαστικότητα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Όσο ισχυρότερο είναι το δημοκρατικό αίσθημα, τόσο πιο σαφής είναι η συνείδηση ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα σύστημα καταγραφής μυστικών ψηφοδελτίων. Μπροστά σε μια δημοκρατία που είναι άμεση, όχι μόνο με τεχνική έννοια αλλά και ζωτική, το κοινοβούλιο εμφανίζεται ως μια τεχνική μηχανή , προϊόν της φιλελεύθερης λογικής, ενώ οι δικτατορικές και καισαρικές μέθοδοι όχι μόνο μπορούν να παράγουν επευφημία εκ μέρους του λαού, αλλά μπορούν και να αποτέλεσουν άμεση έκφραση της δημοκρατικής ουσίας και ισχύος. Ακόμη κι αν ο μπολσεβικισμός κατασταλεί και ο φασισμός κρατηθεί υπό έλεγχο, η κρίση του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού δεν θα έχει ξεπεραστεί. Διότι δεν εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα της εμφάνισης αυτών των δυο. αντιπάλων, προϋπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτούς... Βαθύτερα, είναι η αναπόφευκτη αντίφαση του φιλελεύθερου ατομικισμού και της δημοκρατικής ομοιογένειας"(σελ.135,136).

Η δημοκρατία δεν προυποθέτει την ομοιογένεια αλλά τον πλουραλισμό, ώστε ο σεβασμός του ατόμου και του πολίτη είναι αναπόσπαστα στοιχεία.

Ο Σμίτ δεν έμαθε τίποτε από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, από τις δίκες της Μόσχας και τα γκούλαγκ. Προφανώς οι σκέψεις του δεν έχουν σχέση με την λογική ανάλυση. Σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει η δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον κοινοβουλευτισμό και τις ελεύθερες εκλογές.

Με οργουελιανό τρόπο αντιστρέφει τις έννοιες. Έτσι υποστηρίζει  η δημοκρατία χρειάζεται όχι την πολυφωνία και την ανοχή προς τον άλλο αλλά την ομοιογένεια και "όταν χρειάζεται τον αποκλεισμό ή ακόμη και την εξάλειψη της ετερογένειας"(σελ.124).

Σε αυτό το πλαίσιο βρίσκει στην κεμαλική Τουρκία το πρότυπο που αναζητεί: "για να κατανοηθεί αυτή η αρχή, αρκεί να αναφερθούν δυο παραδείγματα σύγχρονης δημοκρατίας: η σύγχρονη Τουρκία, με τον ριζικό εκτοπισμό των Ελλήνων και την αμείλικτη τουρκική εθνικοποίηση της χώρας, και η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας, η οποία περιορίζει την είσοδο των ανεπιθύμητων μέσω των μεταναστευτικών της νόμων και όπως και άλλες επικράτειες, δέχεται μόνο μετανάστες που ανταποκρίνονται στην έννοια του "κατάλληλου τύπου εποίκου". Μια δημοκρατία επιδεικνύει την πολιτική της ισχύ όταν γνωρίζει πως να απορρίπτει ή να κρατά σε απόσταση το ξένο και το ανόμοιο που απειλεί την ομοιγένεια της"(σελ.125).

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Ένας όψιμος αντισεφερισμός




 Ένας όψιμος αντισεφερισμός

Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής στην έδρα Καβάφη του Πανεπιστημίου Μίσιγκαν. Σε άρθρο του στο διαδικτυακό περιοδικό Χάρτης(τεύχος 59,Νοέμβριος 2023), που αποτελεί περιλήψη της συζήτησης του με τον Ν.Μπακουνάκη στο podcast της Lifo γράφει μεταξύ άλλων:

"Καθιερώθηκε από τους τρεις θεσμούς του Tύπου (Συγκρότημα Λαμπράκη), του παν/μίου (Φιλοσοφικές Σχολές) και του αρχείου (Μουσείο Μπενάκη) που χρησιμοποίησαν πολλαπλούς μηχανισμούς κυκλοφορίας και προβολής του. Κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1950, καθιερώθηκε με αλλεπάλληλα βραβεία στη δεκαετία του ’60 κι από τότε δεν έχει αλλάξει χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα πεδίο όπου συγκλίνουν τρεις μείζονες ιδεολογίες —η αισθητική, η εθνική και η φιλελεύθερη— και όπου καλλιεργείται η ταύτιση του αναγνώστη με τον κόσμο του ποιητή. Πρώτοι και κύριοι διαχειριστές του μνημείου οι φιλόλογοι Γ. Π. Σαββίδης (1929) και Δ. Ν. Μαρωνίτης (1929) και η γενιά τους. Τη δεκαετία του 1980 άρχισε η αποδόμηση του μνημείου, όταν αναλύθηκαν τα υλικά και οι τεχνικές με τις οποίες κατασκευάστηκε ο ρόλος του Εθνικού Ποιητή ο οποίος συμφιλιώνει όλες τις ιστορικές συγκρούσεις και πολιτιστικές αντιθέσεις."

Τι απαντούμε σε αυτές τις αιτιάσεις:

α. ο Γ.Σεφέρης ήδη είχε αναγνωριστεί ως ο σημαντικότερος ποιητής του ελληνικού μοντερνισμού. Με το ίδιο ενδιαφέρον διαβάζονται τα δοκίμια του. Δεν υπήρξε κάποια συνωμοσία για να καθιερωθεί,  οι φιλελεύθερες εφημερίδες και οι φιλελεύθεροι πανεπιστημιακοί επικύρωσαν την πραγματικότητα αυτή. Το ίδιο και η Επιθεώρηση Τέχνης το περιοδικό πολιτισμού της αριστεράς αλλά και όσοι στοχαστές της αριστεράς συμμετείχαν στο αφιέρωμα για τα 30 χρόνια της Στροφής. Ο Μίκης Θεοδωράκης με την μουσική του θα δώσει στην δύσκολη σεφερική ποίηση μια εκπληκτική αποδοχή από το ελληνικό κοινό. Όλοι αυτοί λοιπόν συμμετείχαν σε συνωμοσία καθιέρωσης  του Σεφέρη;

β. οι αντιρρήσεις του Β.Λαμπρόπουλου προς τον Σεφέρη είναι ιδεολογικές, ιδεολογικού χαρακτήρα . Εφόσον δεν συμφωνεί με την δική του σχετίκευση του έθνους, την "αποεδαφικοποίηση" όπως την ονομάζει κατά τον όρο του Ντελέζ, δεν αξίζει και το γεγονός ότι γίνεται λόγος για αυτόν δεν μπορεί παρά να είναι  προιόν συνωμοσίας. Έκανε κάτι διαφορετικό ο Ζντάνωφ όταν κυνηγούσε τους ιδεολογικά αντίθετα, ή η "Εστία" και ο "Ελεύθερος Κόσμος" όταν τον συκοφαντούσαν μετά την δήλωση του κατά της δικτατορίας;

γ. Για να υποτιμηθεί η ποίηση του Σεφέρη  ακόμη περισσότερο ονομάζεται "μνημείο". Ενώ η ποίηση του, οι δοκιμές, οι Μέρες του μας αφορούν καθώς η κριτική δεν έπαψε να ασχολείται με αυτά.

δ. μια στάση πολιτιστικά φιλελεύθερη θα μπορούσε να αναφέρεται στην σημασία της ποίησης του Σεφέρη και να διατυπώνει στη συνέχεια τις ιδεολογικές της αντιρρήσεις. Η κριτική του Β.Λαμπρόπουλου όμως δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία. Πρόκειται για αντιφιλελεύθερη κριτική. 

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Β.Ι.Λένιν: η σχολή του εργοστασίου και η ελευθερία της διανόησης. Από το συγκεντρωτικό κόμμα στο ολοκληρωτικό κράτος

 


                                                                          Α'


Στο έργο του Λένιν "Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω"(1904 Γενεύη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2021"0 απάντησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ενω ο Τρόστκι θα υποστηίξει ότι  κατασκευάζεται όχι η δικτατορία του προλεταριάτου αλλά η δικτατορία επί του προλεταριάτου.

Κάθε κριτική διάθεση ταυτίζεται με τον ατομικισμό και τον αναρχισμό. Κάθε μέλος του κόμματος πρέπει να αποδέχεται την οργάνωση. Η εργατική τάξη χάνει τον αυτόνομο χαρακτήρα της  και "πρέπει να δρα κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος μας, πρέπει να σμίγει όσο μπορεί πιο σφιχτά με το κόμμα μας"(σελ.77).

Οι αστοί διανοούμενοι "φοβούνται την προλεταριακή πειθαρχία και οργάνωση"(σελ.88), ενώ οι διανοούμενοι "ως ιδιαίτερο στρώμα των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών" χαρακτηρίζονται από τον "ατομικισμό " την "ανικανότητα για πειθαρχία και οργάνωση"(σελ.88). Οι διανοούμενοι που προσχωρούν στο προλεταριάτο "αποτελούν εξαίρεση μέσα στην τάξη τους"(σελ.157). Το άτομο μπροστά στην οργάνωση δεν είναι τίποτα ώστε ο προλετάριος "αισθάνεται τον εαυτό του μεγάλο και ισχυρό όταν αποτελεί μέρος ενός μεγάλου ισχυρού οργανισμού. Ο οργανισμός είναι γι' αυτόν το παν, ενώ το μεμονωμένο άτομο, συγκριτικά με τον οργανισμό, σημαίνει πολύ λίγα πράγματα"(σελ.158). Το ελεύθερο άτομο, ο πολίτης με κριτικό λόγο και κριτική σκέψη εξαφανίζεται μπροστά στο πανίσχυρο κόμμα-κράτος.

Αντίθετα ο διανοούμενος έχει ως όπλα "τις ατομικές γνώσεις" "την προσωπική του ικανότητα" και τις "ατομικές του πεποιθήσεις"  και "μπορεί να αποκτήσει μια κάποια κοινωνική σπουδαιότητα μόνο χάρη στα ατομικά του προσόντα. Γι αυτό, η πλήρης ελευθερ'ια εκδήλωσης της προσωπικότητας του του φαίνεται ότι αποτελεί τον πρώτο όρο για μια επιτυχή δράση. Ο διανοούμενος δύσκολα υποτάσσεται σ' ένα ορισμένο σύνολο, αποδεχόμενος το ρόλο του υπηρεσιακού τμήματος αυτού του συνόλου, υποτάσσεται μόνο κατ' ανάγκην και όχι προαιρετικά. Αναγνωρίζει την ανάγκη της πειθαρχίας μόνο για τις μάζες και όχι για τις εκλεκτές ψυχές. Τον εαυτό του φυσικά τον συγκαταλέγει στις εκλεκτές ψυχές..."(σελ.158). Ο διανοοούμενος ρέπει προς τα "οπορτουνιστικά επιχειρήματα και την αναρχική λογοκοπία, θεωρεί δουλοπαροικία κάθε προλεταριακή οργάνωση και πειθαρχία"(σελ.197).

Η αιτιολόγηση της εξουσίας είναι αναμφισβήτητη και με ιδεαλιστική θεμελίωση:" τώρα γίναμε οργανωμένο κόμμα, κι αυτό ακριβώς σημαίνει δημιουργία εξουσίας, μετατροπή του κύρους των ιδεών σε κύρος της εξουσίας, υποταγή των κατώτερων κομματικών οργάνων στα ανώτερα"(σελ.210).

Στο τέλος ομολογεί τον θαυμασμό του  προς το καπιταλιστικό εργοστάσιο, επειδή θεωρεί ότι ενσωματώνει τους προλετάριους στην πειθαρχία. Όμως η αστική κοινωνία και η αστική οικονομία δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν αν δεν αναγνώριζε την ελευθερία του ατόμου, του ελευθερία του πολίτη, που πειραματίζεται και ανακαλύπτει νέους τρόπους. Αντίθετα η αυστηρή πειθαρχία καταπνίγει κάθε δημιουργικότητα, κάθε εξέλιξη

Γράφει ο Λένιν: "γιατί το εργοστάσιο, που μερικοί το βλέπουν μόνο σαν μπαμπούλα, είναι η ανώτατη μορφή κεφαλαιοκρατικής συνεργασίας που έχει συνενώσει και έχει μάθει την πειθαρχία στο προλεταριάτο, του έχει διδάξει την οργάνωση και το έχει βάλει επικεφαλής σε όλα τα υπόλοιπα στρώματα του εργαζόμενου και υφιστάμενου την εκμετάλλευση πληθυσμού. Ίσα-ίσα ο μαρξισμός, σαν ιδεολογία του  διδασκόμενου απο τον καπιταλισμό προλεταριάτου, δίδαξε και διδάσκει στους ασταθείς διανοούμενους τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην εκμεταλλευτική πλευρά του εργοστασίου (πειθαρχία στηριγμένη στο φόβο του θανάτου από την πείνα) και στην οργανωτική του πλευρά  (πειθαρχία στηριγμένη στην απο κοινού εργασία που την ενοποίησαν οι όροι μιας πολύ αναπτυγμένης τεχνικά παραγωγής). Την πειθαρχία και την οργάνωση, που τις δέχεται τόσο δύσκολα ο αστός διανοούμενος, τις αφομοιώνει πολύ εύκολα το προλεταριάτο, ακριβώς χάρη σ' αυτό το εργοστασιακό ''σχολείο''."(σελ..240). Όσοι αρνούνται την σχολή του εργοστασίου ανήκουν στον "αρχοντικό μηδενισμό που προσιδιάζει στο ρώσο μηδενιστή"(σελ.240). Πλέον ο Λένιν μιλά για τον "προλεταριακό στρατό"(σελ.244), που έβγαλε το σχολειό της φάμπρικας. Το ίδιο πνεύμα μηδενισμού , αναρχισμού βλέπει να προβάλλει πίσω απο την υπεράσπιση  της αυτονομίας έναντι του συγκεντρωτισμού αλλά και οι "οδυρμοί για γραφειοκρατία και απολυταρχία"(σελ.244). Στη συνέχεια θα υπερασπιστεί  την γραφειοκρατία, τον συγκεντρωτισμό απέναντι στην αυτονόμηση και το δημοκρατισμό, θα αρνηθεί την "οργανωτική αρχή των οπορτουνιστών της σοσιαλδημοκρατίας (που) προσπαθεί να πάει απο τα κάτω προς τα πάνω"(σελ.246). Επαναστάτες λοιπόν είναι  όσοι υποστηρίζουν τον συγκεντρωτισμό , την αυστηρή πειθαρχία και απορρίπτουν  την δημοκρατία και την αυτονομία. Πρόκειται για την οργουελιανή γλώσσα που αντιστρέφει την πραγματικότητα.

Το βιβλίο του Λένιν τελειώνει με την αποθέωση της εργατικής στρατιάς(σελ.269) καθώς η στρατιωτική οργάνωση είναι το πιο κοντινό σε αυτόν πρότυπο.

Δίχως μονολιθικό, συγκεντρωτικό κόμμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει ο ολοκληρωτισμός και το ολοκληρωτικό κράτος.




                                                                          Β'


Β.Ι.Λένιν:"Τί να κάνουμε" προς την δημιουργία του συγκεντρωτικού κόμματος και του δεσποτικού κράτους.

Δίχως συγκεντρωτικό, μονολιθικό κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει συγκεντρωτικό κράτος που πολεμά τον πλουραλισμό. Η επανάσταση από την οπτική  είναι μια διαδικασία που καταλήγει στον δεσποτισμό.

Το πρώτο αναγκαίο βήμα είναι η άρνηση της ελευθερίας της κριτικής:

"Κι αν  κρίνουμε τους ανθρώπους όχι από τη φανταχτερή στολή που μόνοι τους φόρεσαν, όχι από την εντυπωσιακή επωνυμία που μόνοι τους πήραν, αλλά από τα έργα τους κι από όσα προπαγανδίζουν στην πραγματικότητα, θα δούμε καθαρά πως "ελευθερία κριτικής" σημαίνει ελευθερία οπορτουνιστικής κατεύθυνσης μέσα στη σοσιαλδημοκρατία, ελευθερία μετατροπής της σοσιαλδημοκρατίας σε δημοκρατικό κόμμα μεταρρυθμίσεων, ελευθερία για την εισαγωγή αστικών ιδεών και αστικών στοιχείων  στο σοσιαλισμό"(Β.Ι.Λέινιν, Τι να κάνουμε, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2024, σελ 14).

Το κόμμα πρέπει να κυριαρχήσει στην ιδεολογία καθώς "χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα"(σελ.31).

Με αυτό τον τρόπο δεν είναι το είναι που καθορίζει το συνειδέναι αλλά το αντίθετο ,το συνειδέναι προσδιορίζει το είναι. Πρόκειται για ιδεαλισμό χεγκελιανής προέλευσης που αποκορυφώνεται στον κρίσιμο ρόλο της διανόησης  για να διαμορφώσει επαναστατικό χαρακτήρα το προλεταριάτο. Αποτελεί μια αναίρεση όσων είχε γράψει ο Λένιν  στο έργο του "Ένα βήμα μπρός, δύο βήματα πίσω". για τον αναρχικό και ατομικιστικό της χαρακτήρα.

Γράφει: "Είπαμε ότι δεν μπορούσε να υπάρχει ακόμα σοσιαλδημοκρατική συνείδηση μέσα στους εργάτες. Η συνείδηση αυτή μπορούσε να έρθει σ' αυτούς μόνο απέξω. Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει ότι η εργατική τάξη αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις δεν είναι σε θέση ν' αναπτύξει παρά μόνο μια τρέιντγιουνιονιστική συνείδηση, δηλαδή την πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να ενωθεί σε σωματεία, να κάνει αγώνα ενάντια στ' αφεντικά, να παλεύει για ν' αποσπάσει απο την κυβέρνηση τον άλφα ή το βήτα απαραίτητο νόμο για τους εργάτες κλπ.  Η διδασκαλία, όμως, του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε απο τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των εύπορων τάξεων, η διανόηση. Οι θεμελιωτές του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ανήκαν και οι ίδιοι, ως προς την κοινωνική τους θέση, στην αστική διανόηση"( σελ.39).

Τέλος υπερασπίζεται την έμμεση δημοκρατία έναντι της άμεσης: δημοκρατίας. Οι σκέψεις αυτές θα πρέπει να διαβαστούν ώς αναίρεση της πρακτικής όλοι οι αντιπρόσωποι να είναι ανακλητοί κάθε στιγμή:

"οι Άγγλοι εργάτες θεωρούσαν σαν αναγκαίο γνώρισμα της δημοκρατίας το να κάνουν όλοι όλα όσα έχουν σχέση με το έργο της διεύθυνσης των συνδικάτων: όχι μόνο όλα τα ζητηματα λύνονταν με την ψηφοφορία όλων των μελών, αλλά και οι διοικητικές πλευρές εκτελούνταν απ' όλα τα μέλη με τη σειρά. Χρειάστηκε μακροχρόνη ιστορική πείρα για να καταλάβουν οι εργάτες πόσο παράλογη ήταν αυτή η αντίληψη της δημοκρατίας, για να καταλάβουν την ανάγκη των αντιπροσωπευτικών θεσμών, από το ένα μέρος, και των εξ επαγγέλματος στελεχών, απο το άλλο. Χρειάστηκε να σημειωθούν κάμποσες περιπτώσεις οικονομικής χρεωκοπίας σε ταμεία συνδικάτων για να καταλάβουν οι εργάτες ότι το ζήτημα της αναλογικής σχέσης ανάμεσα στις μηνιάτικες συνδρομές των μελών και στα επιδόματα που δίνει το ταμείο δεν μπορεί να λυθεί μόνο με δημοκρατική ψηφοφορία, αλλά ότι απαιτείται και η ψήφος του εμπειρογνώμονα για τα ασφαλιστικά ζητήματα"(σελ.170) 


                                                                        Γ'


Β.Ι.Λένιν: τα έθνη και τα εθνικά κράτη θα υπάρχουν για μεγάλο διάστημα, η προσδοκία για την εξάλειψη τους είναι ένα ανόητο όνειρο.

Όπως στο θέμα της συμμετοχής στο κοινοβούλιο δείχνει μια ελαστικότητα που επιτρέπει στα Κ.Κ. να συμμετέχουν χωρίς ενοχές  σε αυτά, με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει τα έθνη:

"Όσον καιρό θα υπάρχουν εθνικές και κρατικές διαφορές ανάμεσα στους λαούς και στις χώρες -και αυτές οι διαφορές θα διατηρούνται πάρα πολύ καιρό ακόμη και ύστερα από την πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα- η ενότητα της διεθνούς τακτικής του κομμουνιστικού εργατικού κινήματος όλων των χωρών δεν απαιτεί τον παραμερισμό κάθε ποικιλομορφίας ούτε την εξάλειψη των εθνικών διαφορών (αυτό για τις σημερινές στιγμές είναι ένα ανόητο όνειρο), αλλά απαιτεί μια τέτοια εφαρμογή των βασικών αρχών του κομμουνισμού (σοβιετική εξουσία και δικτατορία του προλεταριάτου) που θα παράλλαζε σωστά τις αρχές σε επιμέρους ζητήματα, που θα τις προσάρμοζε  και θα τις εφάρμοζε σωστά στις εθνικές και εθνοκρατικές διαφορές".

Β.Ι.Λένιν, Ο "αριστερισμός" παιδική ασθένεια του κομμουνισμού, Σύγχρονη Εποχή ,Αθήνα 2024, σελ.91. 


                                                          Δ'


Ο Λένιν κατά του Νίτσε και του Ίψεν, κατά του ατομικισμού και του αναρχισμού, "Ένα βήμα μπρός, δύο βήματα πίσω" προς το συγκεντρωτικό κόμμα-κράτος

Όπως κάθε ολοκληρωτική ιδεολογία και κάθε θρησκευτική μισαλλοδοξία στο ελεύθερα σκεπτόμενο άτομο, που δεν μπαίνει καλούπια αναγνωρίζει τον κυριώτερο εχθρό.

Ο Λένιν στο βιβλίο του "Ένα βήμα μπρός, δύο βήματα πίσω" (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2021) , που κυκλοφόρησε το 1904, επιτίθεται στον ατομικισμό  και στον αναρχισμό των διανοούμενων. Αντίθετα οι προλετάριοι επειδή πέρασαν απο το "μεγάλο σχολείο του εργοστασίου, της φάμπρικας" μπορούν να αποδεχθούν την αυστηρή πειθαρχία μέσα στο κόμμα. Γράφει: "την πειθαρχία και την οργάνωση, που τις δέχεται τόσο δύσκολα ο αστός διανοούμενος, τις αφομοιώνει  πολύ εύκολα το προλεταριάτο, ακριβώς χάρη σ΄αυτό το εργοστασιακό "σχολειό" "(σελ. 240). Ο Λένιν στο καπιταλιστικό εργοστάσιο θαυμάζει την "πειθαρχία στηριγμένη στην απο κοινού εργασία που την ενοποίησαν οι όροι μιας πολύ αναπτυγμένης τεχνικά παραγωγής"(σελ.240).

Γράφει λοιπόν ο Λένιν για τον Νίτσε και τον Ίψεν:

"Η φιλοσοφία του Νίτσε, με τη λατρεία της του υπερανθρώπου, για τον οποίο το παν είναι να εξασφαλίσει τη πλήρη ανάπτρυξη της προσωπικότητας του, για τον οποίο κάθε υποταγή του ατόμου του σ' οποιονδήποτε μεγάλο κοινωνικό σκοπό φαίνεται χυδαία και αξιοκαταφρόνητη, η φιλοσοφία αυτή είναι η πραγματική κοσμοαντίληψη του διανοούμενου που τον κάνει τελείως ακατάλληλο για συμμετοχή στην ταξική πάλη του προλεταριάτου".

Δίπλα στον Νίτσε, επιφανής εκπρόσωπος της κοσμοαντίληψης των διανοούμενων, κοσμοαντίληψης που ανταποκρίνεται στις διαθέσεις της, είναι ο Ίψεν. Ο δικός του δόκτορας Στόκμαν (στο δράμα Εχθρός του λαού) δεν είναι σοσιαλιστής, όπως νόμισαν πολλοί, αλλά ο τύπος του διανοούμενου που αναπόφευκτα θα έρθει σε σύγκρουση με το προλεταριακό κίνημα και γενικά με κάθε λαϊκό κίνημα, μόλις επιχειρήσει να δράσει μέσα σ΄αυτό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι βάση του προλεταριακού, όπως κσι κάθε  δημοκρατικού κινήματος είναι ο σεβασμός προς την πλειονότητα των συντρόφων. Ο τυπικός διανοούμενος ala Στόκμαν βλέπει στη "συμπαγή πλειονότητα" ένα τέρας που πρέπει να ανατραπεί"(σελ. 158,159). Θα προσθέσει όμως τα θετικά στοιχεία του διανοούμενου είναι "που βάδιζε στη γραμμή χωρίς μεμψιμοιρίες, δούλευε σ΄οποιαδήποτε θέση τον όριζαν, υπέτασσε εξ ολοκλήρου τον εαυτό του στη μεγάλη μας υπόθεση και περιφρονούσε τα μυξοκλάματα για την καταπίεση της προσωπικότητας του, μυξοκλάματα που τα ακούμε συχνά από τους διανοούμενους που γαλουχήθηκαν με το πνεύμα του Ίψεν και του Νίτσε"(σελ. 159).

Τελικά ο Λένιν απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από την αποδοχή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία: την απόλυτη υποταγή στην κομματική ηγεσία. Άλλωστε αφού θα εξυμνήσει επί μακρόν την πειθαρχία,  θα αποδοκιμάσει κάθε κομματική απόκλιση  και θα ταυτίσει την δημοκρατία με τον  αναρχισμό θα μιλήσει στο τέλος για την "στρατιά της εργατικής τάξης"(σελ.269).

Γι αυτό το έργο ο Τρότσκι θα γράψει  ότι η τάση που εγκαινιάζει το έργο αυτό θα οδηγήσει στην δικτατορία πανω στο προλεταριάτο.