Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Από το Σχέδιο Ανάν στη Συμφωνία των Πρεσπών


Πρόκειται για τις δύο απόπειρες του ξένου παράγοντα να κλείσουν δύο θέματα που αφορούν τον ελληνισμό , το Κυπριακό και το Μακεδονικό με βλαπτικό γι΄αυτόν τρόπο. Η πρώτη απέτυχε διότι στο τιμόνι της Κύπρου βρισκόταν ο Τάσος Παπαδόπουλος ενώ η κυβέρνηση Καραμανλή κράτησε ουδέτερη στάση.Η δεύτερη από ότι φαίνεται έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας επειδή στην ηγεσία της χώρας βρίσκονται οι Τσίπρας, Καμμένος, Κοτζιάς, Προκόπης Παυλόπουλος. Όμως και στα δύο στρατεύθηκαν με ενθουσιασμό οι διανοούμενοι και ο πολιτικός χώρος της εξημερωμένης κατά Κονδύλη αριστεράς. Στο πρώτο διόλου δεν προβληματίστηκαν ποίοι ήταν οι δημιουργοί του, ποία ήταν τα συμφέροντα τους, ούτε τις συνέπειες που θα είχε για τον ελληνισμό η διάλυση του κυπριακού κράτους , η επέκταση της τουρκικής κυριαρχίας και στο ελεύθερο τμήμα καθώς και η θεσμική εμπλοκή του ξένου παράγοντα στο κυπριακό κράτος μετά την τυπική λήξη της αποικιοκρατίας. Στο δεύτερο διόλου δεν προβληματίστηκαν αν η παρούσα κυβέρνηση δικαιούται να παραχωρήσει σε έναν τρίτο , την ιθαγένεια και την γλώσσα που ανήκουν στον διαχρονικό ελληνισμό, ούτε αν δικαιούται να αποδεχτεί τον αλυτρωτισμό ενός κράτους κατά ενός μέρους της ελληνικής επικράτειας. Βεβαίως και στις δύο περιπτώσεις οι διανοούμενοι της εξημερωμένης αριστεράς τραγούδαγαν την ίδια μονότονη αντιεθνικιστική μελωδία για να αποκρύψουν το θλιβερό γεγονός ότι εξυπηρετούν τα ιδιοτελή σχέδια τρίτων δυνάμεων. Χάρις το δημοψήφισμα ο κυπριακός ελληνισμός απέρριψε με πλειοψηφία 75% το σχέδιο Ανάν. Τίποτε φοβερό από όσα τρομερά τον απειλούσαν ότι θα του συμβούν δεν ακολούθησαν. Οι πύλες της κολάσεως δεν άνοιξαν και σήμερα η Κύπρος μπορεί να έχει ένα σημαντικό ρόλο και να είναι μαζί με πολύ σημαντικές δυνάμεις που στην περίπτωση αποδοχής του σχεδίου Ανάν(να σημειώσω ότι ακόμη και ο Σ.Μάνος εντόπισε τις αρνητικές του συνέπειες) δεν θα μπορούσαν να είναι. Στην περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αρνήθηκε την διενέργεια δημοψηφίσματος και ουσιαστικά εγκλώβισε σε αυτή και τις επόμενες κυβερνήσεις που φοβούμαι ότι θα είναι πολύ δύσκολο να την απορρίψουν αν στην FYROM γίνει αποδεκτή. Βεβαίως η ιστορία θα είναι αμείλικτη έναντι των δημιουργών της και θα έχουν την αιώνια καταδίκη της . Όμως η απουσία ηγετών με την ικανότητα, το σθένος και το ήθος του Τάσου Παπαδόπουλου είναι σήμερα εξαιρετικά έντονη.

Π.Κονδύλης: Ο Μάρξ και η αρχαία Ελλαδα




Για όποιον έχει στοιχειώδη έστω γνώση του έργου του Κ.Μάρξ θα έχει διαπιστώσει την βαθιά γνώση που έχει του αρχαιοελληνικού λόγου και τον ανυπόκριτο θαυμασμό που έχει ιδιαίτερα για τον Αριστοτέλη. Η σχέση αυτή δεν στερείται διακυμάνσεων αλλά τελικά ολοκληρώνεται στην θετική αξιολόγησή του.Το έργο του Π.Κονδύλη "Ο Μάρξ και η αρχαία Ελλάδα" (εκδόσεις Στιγμή,1984) το οποίο είχε διαβάσει αρχικά στην Σχολή Μωραϊτη 3.2.1984 αποτελεί ένα μικρό αριστούργημα που παρεμπιπτόντως αναιρεί και την περιβόητη επιστημολογική τομή στο έργο του Μάρξ που διατύπωσε ο Λ.Αλτουσέρ. Σημαντική εν όψει της επιχειρούμενης κατάργησης ή υποβάθμισης της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών είναι η σημασία που απέδιδε ο Μάρξ στην άμεση κοινωνία με τον αρχαιοελληνικό λόγο:
" Αυτή η έντονη αναστροφή με τα αρχαία κείμενα στα χρόνια εκείνα κάνει εύλογο το συμπέρασμα, ότι η κατά πάσα πιθανότητα σκληρή και τουλάχιστον εν μέρει στεγνή γραμματική εκπαίδευση του γυμνασίου διόλου δεν ψύχρανε τον πρώιμο ενθουσιασμό του νεαρού Marx για τον κλασσικό κόσμο . σ' ολόκληρη την ζωή του , άλλωστε , ο Marx δεν ανήκε ποτέ στους οκνηρούς εκείνους, οι οποίοι την ενασχόληση με το γράμμα την θεωρούν εξ ορισμού και εκ προοιμίου ως αντίθετη της ενασχόλησης με το πνεύμα- απεναντίας: η κατοχή του γράμματος παρέμεινε πάντοτε, γι' αυτόν τον απίστευτα πολυμαθή άνθρωπο, αυτονόητη προυπόθεση μιας ουσιαστικής κι όχι απλώς ρητορικής επαφής με το πνεύμα. Έτσι τον βλέπουμε ήδη από το πρώτο εξάμηνο της φοίτησης του στο Βερολίνο, το καλοκαίρι του 1837, και ενώ επισήμως σπουδάζει νομικά, να κατατρίβεται, κοντά σε πολλά άλλα πράγματα, με την μετάφραση κειμένων, όπως η Germania του Τάκιτου, τα Tristia του Οβιδίου και η Ρητορική του Αριστοτέλη. Μετά από κάμποσο καιρό, δηλαδή από τις αρχές του 1839, και επί δύο συναπτά χρόνια, θα επιδοθεί στην συλλογή του υλικού για την διατριβή του, η οποία ως γνωστό είχε ως θέμα της την Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας . από την ελληνική γραμματεία θα χρησιμοποιήσει κυρίως τον Αριστοτέλη, και τους σχολιαστές του, τον Διογένη τον Λαέρτιο, τον Αθήναιο, τον Ευσέβιο, τον Κλήμη Αλεξανδρέα, τον Πλούταρχο, τον Σέξτο Εμπειρικό και τον Στοβαίο"(σελ.12,13,14).

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Επίκαιρες σκέψεις του Π.Κονδύλη για την "αριστερά"





"Σε κάθε εποχή η ιδεολογία του νικητή καθίσταται για τους νικημένους ερμηνεία της πραγματικότητας, δηλαδή η ήττα τους επισφραγίζεται με την αποδοχή της οπτικής του νικητή. Έτσι π.χ. όσοι ακόμα παραληρούσαν για τον "εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του λαού του Βιετνάμ", άναβαν καντήλια στο εικόνισμα του Τσε Γκουεβάρα και δεν ήθελαν ν' ακούνε κουβέντα για "τυφλό αντικομμουνισμό", σήμερα, αντί να καταγγέλλουν τον ιμπεριαλισμό, κεραυνοβολούν "κάθε εθνικισμό" και ενστερνίζονται ως ερμηνεία της πραγματικότητας τα συνθήματα του νικητή: τον οικουμενισμό μέσω της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και των "ανθρωπίνων δικαιωμάτων". Δεν αναρωτιούνται ούτε ποιός θα ερμηνεύει δεσμευτικά κάθε φορά τι σημαίνουν αυτά τα "δικαιώματα" στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ούτε αν και κατά πόσο δικαιολογείται ο "εθνικισμός" όποτε ένας μικρός θέλει να αντισταθεί στις αδηφάγες διαθέσεις ενός μεγάλου. Με τον τρόπο αυτό, ενώ ηθικολογούν αδιάκοπα, στην πραγματικότητα συμπαρατάσσονται με το δίκαιο του ισχυρότερου.Αλλά αν ο ηττημένος , αποδεχόμενος όψιμα την ιδεολογία του νικητή, γίνεται συχνά ο γελοιωδέστερος και γλοιωδέστερος φορέας της, δεν είναι βέβαια ο πρωταρχικός εμπνευστής και θεμελιωτής της. Η "αριστερά", έχοντας μετατραπεί σε ουραγό ή σε σφογγοκωλάριο του αμερικανισμού, δεν αντλεί πλέον από ό,τι ζωντανότερο είχε η μαρξιστική παράδοση, δηλαδή την ανελέητη απομυθοποίηση των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων, αλλά τρέφεται από μιαν κοινωνική θεωρία που εν μέρει αντικατοπτρίζει και εν μέρει συγκαλύπτει εξιδανικευτικά τις πραγματικές σχέσεις ισχύος μέσα στη δυτική μαζική δημοκρατία".
Π.Κονδύλης,Από τον 20ο στον 21ο αιώνα,Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998 , σελ.8.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Η ανίατη νόσος της οικογενειοκρατίας




Η οικογενειοκρατία είναι μια βαριά, ίσως τελικά ανίατη νόσος της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας που όταν συνδυαστεί με την κομματοκρατία μπορεί να εξελιχθεί σε αιτία διαρκούς θανατερής παρακμής της. Ενώ δεν γνωρίσαμε φεουδαρχία συνιστά έναν προαστικό στοιχείο που επιζεί σε μια εποχή μετα-αστική. Ένας κλασσικός επιχειρηματίας δεν θα έπρεπε να απασχολείται για την καταγωγή των μισθωτών του αλλά κατά ποσό μπορούν να συμβάλλουν στην δημιουργία του κέρδους που επιδιώκει. Στην πολιτική η οικογενειοκρατία περιορίζει το εύρος των ατόμων που επιλέγονται ώστε τελικά το σύστημα μπουκώνει και δεν ανανεώνεται. Βεβαίως εμποδίζει την κοινωνική κινητικότητα αφού η ελίτ στεγανοποιείται. Συνακόλουθα η οικογενειοκρατία ευνοεί την αναξιοκρατία. Ο υιός, η κόρη, ο ανιψιός, η ανιψιά,ο εγγονός, η εγγονή, ο σύζυγος, η σύζυγος μπορεί να μην έχει αγωνιστεί για τίποτε, να στερείται γνώσεων και εμπειριών, ίσως να είναι και φελλός ή βλάξ αλλά γνωρίζει ότι για αυτόν έχει φτιαχτεί η θέση του αρχηγού κόμματος, του πρωθυπουργού, του υπουργού, του βουλευτή, του καθηγητή Πανεπιστημίου. Δεν είναι τυχαίο ότι στην χώρα μας και όχι αλλού γράφτηκε με μεγάλη ερμηνευτική επιτυχία το μικρό αριστούργημα του Ευάγγελου Λεμπέση "Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω" ακριβώς για να αποτυπώσει τέτοιου είδους φαινόμενα. Όμως η οικογενειοκρατία έχει άλλο ένα επακόλουθο. Οι γόνοι αισθάνονται δικαίως ανασφαλείς και για αυτό συνήθως φροντίζουν να περιβάλλονται από ασήμαντα πρόσωπα. Σε άλλες χώρες ολοκληρωτικές , η οικογενειοκρατία, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον δικαιολογημένο φόβο της ελίτ . Έτσι στην Βόρεια Κορέα ή στην Κούβα, τον Σούνγκ ή τον Κάστρο μπορεί να διαδεχθεί μόνο ένας Σούνγκ ή ένας Κάστρο. Σε άλλες εποχές όμως η οικογένεια μπορούσε ί να θεωρηθεί απειλή για την στερεότητα της εξουσίας. Έτσι στην οθωμανική αυτοκρατορία όταν ανακηρυσσόταν ένας Σουλτάνος θανατώνονταν όλοι οι συγγενείς του. Στην χώρα μας παρά τα όσα φοβερά έχουμε υποστεί η οικογενειοκρατία παραμένει αλώβητη γιατί ο ελληνικός λαός την στηρίζει με την ψήφο του. Ο λόγος είναι πως ο λαός αυτός δεν ορρωδεί σε τίποτε αρκεί να έρθει σε κάποια συναλλαγή με την εξουσία. Το αστείο σε όλη την καθόλα τραγική αυτή κατάσταση είναι πως οι γόνοι μπορεί να απέτυχαν μεγαλειωδώς, να προξένησαν με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους μεγάλες καταστροφές στην χώρα όμως εξακολουθούν να θεωρούνται η "χρυσή εφεδρεία¨". Με αυτό τον τρόπο η οικογενειοκρατία και η αναξιοκρατία διαιωνίζονται και εξασφαλίζουν την αθανασία.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Π.Κονδύλης:επίκαιρες σκέψεις


"οι μίμοι και γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης"
«ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, της εντατικής εργασίας και της προσωρινής τουλάχιστον (μερικής) στέρησης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού και της εκποίησης της χώρας»
"η έμπρακτη αυτονόμηση μιας διεθνοποιημένης ιδιωτικής οικονομίας πάνω από τα κεφάλια αποδυναμωμένων κρατών θα συνεπέφερε μια κατάσταση βαθειάς ανομίας, δηλ. την επιστροφή στο νόμο της ζούγκλας. Όμως, έτσι όπως είναι σήμερα διαρθρωμένη η παγκόσμια κοινωνία, η ανομία μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με τα παραδοσιακά μέσα του κυρίαρχου κράτους. Τούτη η σύνδεση οικονομικών λειτουργιών με το γιγάντιο μελλοντικό έργο της συγκράτησης της ανομίας θα αποτελέσει μέσα στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής το θεμέλιο εκείνο, πάνω στο οποίο το κυρίαρχο κράτος θα εξακολουθήσει να υπάρχει σε παλαιότερες και σε νεότερες μορφές»
«η κρατική οργάνωση θα είναι το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών μπροστά στις αβεβαιότητες των αρχών της οικουμενικής ηθικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μόνον ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί ένα μεγάλο ή μικρό έθνος να αντισταθεί σε ερμηνείες αυτών των αρχών, τις οποίες θεωρεί ως προπέτασμα για επικίνδυνες ορέξεις άλλων εθνών. Μόνον ως κράτος μπορεί ένα μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα. Και μόνον ως κράτος μπορεί ένα μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα μεγάλο έθνος, εφ’ όσον τόσο το μικρό όσο και το μεγάλο έθνος αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος»
«το έθνος αποτελεί την εγγύτερη ελάχιστη πολιτική μονάδα, η οποία μπορεί να διατυπώσει επιθυμίες ανακατανομής τόσο απέναντι στους χθεσινούς ομόσπονδους όσο και απέναντι στην παγκόσμια κοινωνία (οικονομική και στρατιωτική βοήθεια). Άτομα και ιδιωτικοί σύλλογοι δεν έχουν καμμιά τέτοια δυνατότητα, όποιος επομένως θέλει κάτι να ζητήσει και να πάρει, ενώ συνάμα δεν θέλει να το μοιρασθεί με άλλους, αυτός μπορεί να εμφανισθεί μονάχα ως έθνος υπό την έννοια της εγγύτερης ελάχιστης πολιτικής μονάδας. Το έθνος αποτελεί λοιπόν σήμερα τη μικρότερη δυνατή ομάδα προς επιδίωξη ενός κοινού συμφέροντος μέσα στην παγκόσμια κοινωνία- υπό τον όρο βέβαια ότι θα συγκροτηθεί ως κυρίαρχο κράτος»
"όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαια» του»
«ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό∙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με την σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, που έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση»

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Για τον Ρένο Αποστολίδη

ΡΗΞΗ φ.147


Τον Ρένο Αποστολίδη τον γνώρισα από τον καλό μου φίλο Μελέτη Μελετόπουλο. Ήταν κιόλας στα πρώτα χρόνια που είχε ξεκινήσει η "Νέα Κοινωνιολογία" και ο Μελέτης έκανε στο σπίτι του συγκεντρώσεις όπου συζητούσαμε επί ώρες με τον Ρένο για τον Ηράκλειτο, τον Νίτσε, τον ελληνικό εμφύλιο, την ελληνική διανόηση και την δική του πορεία. Στην συνέχεια τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του στην οδό Μηθύμνης και κατόπιν στο καινούργιο του σπίτι στο Χολαργό. Ένα άλλο βράδυ με τον Μελέτη και τον καθηγητή Γιώργο Παγουλάτο πήγαμε σε μια ταβέρνα στην Πεντέλη. Η κουβέντα ως συνήθως ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και συνεχίστηκε μέχρι τις πρωϊνές ώρες στην πλατεία του Χαλανδρίου.
Δεν θα επαναλάβω πόσο έγκυρος φιλόλογος ήταν αλλά το κύριο χαρακτηριστικό ήταν να εμπνέει ένα δυνατό αίσθημα ελευθερίας που δεν συμβιβαζόταν με τίποτε και με κανένα. Ο ίδιος αυτό το αίσθημα το πλήρωσε με μια συστηματική σιωπή έναντι του έργου του. Μια κριτική στην "Επιθεώρηση Τέχνης" για την "Πυραμίδα 67" και έκτοτε σιωπή,σπάνια γραφόταν κάτι για το έργο του. Είναι η συνήθης τακτική να αποφεύγεται η αντιπαράθεση με κάποιον που δεν συμφωνούμε μαζί του με τη προσδοκία (στην πραγματικότητα αυταπάτη γιατί η αξιοσύνη ενός υπάρχει ανεξάρτητα από τα δικά μας θετικά ή αρνητικά αισθήματα) ότι έτσι ο αντίπαλος δεν θα αποκτήσει υπόσταση (πολλά τα σχετικά παραδείγματα, αναφέρω ότι η σημαντική μελέτη του Γ.Καραμπελιά για το δημοτικό τραγούδι , που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα,δεν παρουσιάστηκε σε καμία κριτική βιβλίου σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με την αντίστοιχη του Π.Μπουκάλα που χαίρει μεγάλης προβολής από τις εφημερίδες και την ΕΡΤ).
Θεωρώ ότι τα έργα του Ρένου για τον εμφύλιο είναι ότι πιο σημαντικό έχει γραφτεί στην λογοτεχνία μας για την περίοδο αυτή (το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου με κριτική διάθεση προς την τακτική της αριστεράς είναι συγκριτικά αναιμικό). Όμως δεν επιδέχεται να χρησιμοποιηθεί για την ιδεολογική ανάγνωση και χειραγώγηση της ιστορίας είτε από την μια είτε από την άλλη πλευρά. Παρουσιάζει τις δύο παρατάξεις του εμφυλίου να εναλλάσσουν τους ρόλους του θύτη και του θύματος. Τελικά βέβαια όλοι υπήρξαν χαμένοι και θύματα όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί όταν σκοπός είναι ο αντίπαλος να φορτωθεί με τις ευθύνες για ότι δυσάρεστο συνέβη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δικτατορία, μετά την αντίδραση του Λαδά και των υπολοίπων πιο σκληρών, σταμάτησε την δημοσίευση της Ανθολογίας Αποστολίδη στις εφημερίδες όταν δημοσιεύτηκε ο "Α2 " και κάποια διηγήματα του Δ.Χατζή.
Ο Ρένος μας έλεγε πίστευε ότι θέλεις , ο ίδιος στεκόταν ξένος από ιδανικά και πίστεις,αλλά να μην πεθάνεις, να ζήσεις για ότι πιστεύεις . Περιγράφει μια σκηνή όπου βρίσκεται στο σπίτι του - στην "μπλέ πολυκατοικία" στα Εξάρχεια κατά τα Δεκεμβριανά όπου βλέπει απέναντι του έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ , που μετά από λίγο θα πέσει νεκρός από βολή αγγλικού τάνκ. Ο Ρένος τονίζει " το ζήτημα είναι να ζήσης αυτό που είσαι, όποιος είσαι! Όχι να πεθάνης γι' αυτό που είσαι!.."(Πυραμίδα 67, Βιβλιοπωλείο της Εστίας σελ.273).
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Ρένου ήταν ο εξαιρετικός τρόπος που διάβαζε διηγήματα ή απάγγελλε ποιήματα, Καβάφη για παράδειγμα. Μπορούσε έτσι ο ακροατής να ζήσει και όχι μόνο να κατανοήσει το έργο που άκουγε από την φωνή του Ρένου.

Ο Α2 μεταγενέστερος της "Πυραμίδας 67" είναι σε πολλά σημεία ωριμότερος ίσως γιατί γράφτηκε σε πιο ομαλές συνθήκες. Η γραφή κοφτή και πιο γρήγορη πασχίζει να αποτυπώσει μια αιματοβαμμένη ατμόσφαιρα.Περιγράφει ένα πραγματικό πρόσωπο ένα έφεδρο λοχαγό του στρατού και την περιπετειώδη διαδρομή του. Πολεμά στον ΕΛΑΣ τον κατακτητή κάτω από τις διαταγές του Νικηφόρου: " ήμουν αντάρτης , με τον καπετάν -Νικηφόρο, κ' ύστερα καπετάνιος , στη Σπερχειάδα, απ΄το '43. Πολέμησα, έσκισα, δυό χρόνια! Πολέμησα τους Γερμανούς - τους άρπαξα τα πολυβόλα μες απ' το Λιανοκλάδι, το χωριό!.. Ήρθ' ο Δεκέμβρης -δεν ξέραμε τίποτα! Πρώτα ξέσπασε, κ' ύστερα μας είπαν να κινηθούμε όλοι κάτω! Εσείς στην Αθήνα τα κάνατε- είδηση δεν είχαμε το ΕΛΑΣ!...Είπα "όχι", δεν πολεμάω Εμφύλιο- δεν είμαι κομμουνιστής ! Αντάρτης είμαι - φύγαν οι Γερμανοί, τελείωσε γυρνάω σπίτι μου!.. Τραυματίστηκα από σπητφάιρ, στη Θήβα...Μπήκα στο νοσοκομείο στη Λαμία... Γύρισα σπίτι μου με τη Βάρκιζα - και δε βρίσκω τη μάνα μου! Την έχουνε σφάξει!..Τους έλεγε "αλήτες", τους έβριζε: " που της ξελόγιασαν το παιδί " - μάνα ήταν! Κι αυτοί τη σφάξανε - τ' ακούς;..Μα το πιστόλι ετούτο..-πές, άντρας είσαι, τι θακάνες;.. Γιατί τη μάνα μου; Τι τους εφταιξ' η μάνα μου;..Πες τι θάκανες ρε! Για δε μιλάς;.. Μα όχι! Κανενού μιλιά!..Βρήκα το Καραγιώργη τον ίδιο! "Δεν ήξερε", δεν έλεγε..."Σας δίνω διορία", τούπα, "δέκα μέρες!...Α δε μου πήτε ποιός, που, με ποιανού διαταγή , ξέρω τι θα κάνω, μόνος μου!.."(σελ.65,66). Μετά από αυτό ο Α2 μεταμορφώνεται σε θηρίο. Θα σκοτώσει με τον ειδεχθέστερο τρόπο όλους όσους θα θεωρήσει υπεύθυνους της δολοφονίας. Κάθε δολοφονία είναι και ένα γράμμα στην μάνα του : " σα σκυλί τον σκότωσα αυτού χάμου! Σα σκυλί - τ' άδειασα όλο το περίστροφο στη μούρη! Τρείς γεμιστήρες στο κουφάρι-κόσκινο!.. Τι θαρείς είν' ο άνθωπος; Μπιστόλι βγαίνει, μπιστόλι μπαίνει!(σελ.67) Ή σε άλλο σημείο "τον σκότωσα χίλιες φορές,..κομματάκι-κομματάκι!..Λίγο-λίγο, λίγο-λίγο..-και του τόπα: "Μια τη σκότωσες, χίλιες θα πεθάνης!.."Παράτησα το Λόχο στο Λουτσάρη, τον πήρα ψηλά στο καταράχι... Τον έκοβα με το μαχαίρι πόντο-πόντο..-να μην ψοφάη, να ζη, να νιώθη!..(Μητ' η κάφτρα του πιά έφεγγε στο σκοτάδι- μόνο οι λύκοι...)..Δέκα μέρες -πήρα το κεφάλι του!...Έφτασα με το τζιπ τη νύχτα στο χωριό... Γύρους, γύρους, με τους προβολείς, μαρσάροντας- γύρ' ολόγυρα την πλατεία..Ψυχή!.. Τη μάνα μου δε θα την ξανάβλεπα - ποτέ τη μάνα μου!..Ως κι ο Λαρύγγας ήτανε περισσότερο- είχα το κεφάλι του! Όχι τη μάνα μου!."(σελ.74). Στην συνέχεια περιγράφει πως πέταξε το κομμένο κεφάλι στη μέση της πλατείας του χωριού του.
Φυσικά σε αυτά τα γεγονότα έχει εξοβελιστεί το δίκαιο, ακόμη περισσότερο η συγχώρεση, η αγάπη . Όλοι τους συμμετέχουν σε ένα σκηνικό τραγωδίας όπου γίνονται θύματα- θύτες, θύτες -θύματα. Απάνθρωποι, θάλεγα πολύ ανθρώπινοι.Διότι κάτω από ειδικές συνθήκες ο άνθρωπος λαμβάνει τα χαρακτηριστικά του θηρίου.
Σε όλο αυτό το σκηνικό ο άθεος κατά τα άλλα Ρένος βρίσκει την δύναμη να σώσει ένα εχθρό που τον βρίσκει βαριά τραυματισμένο(σελ.35). Τους αντάρτες που συνάντησε στην Πελοπόννησο τους περιγράφει εντελώς εξαντλημένους και με ελλειπέστατο οπλισμό: "με δώδεκα φυσίγγια τ' όπλο- ένα στους πέντε, κι ούτε! - ξυπόλητοι, άντυτοι, δίχως όλμους, με τρία βλήματα πούρριξαν όλα-όλα: δυό καπνογόνα, και το τρίτο δεν έσκασε!(σελ.56).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή ενός "ιδεαλιστή" κομμουνιστή: " Ναι ο Αστρίνης! Κομμουνιστής απ' το '36, αντάρτης απ' το 41! Δίχως μάνα, πατέρα-γυναίκα, παιδιά, κανένα! ("Για ποιόν, μωρέ; για ποιόν;.. Ούτε για τον Αστρίνη πια τον ίδιο!"). Ξυπόλητος, κουρέλι- στο τέρμα του "ιδανικού", ένα πια με το "ιδανικό" του!..Γειασου, παλληκάρι μου- αλήθεια γειάσου!- μα έλα που ταύτισες τη ζωή με το θάνατο πριν πεθάνης!.. Ούτε και για να πεθάνης πια δεν απομένει λόγος ή δύναμη - ούτ' αντίλογος, ούτ αντιδύναμη!.. Σε καταλαβαίνω.. μα. λοιπόν, η πρότασή σου "για τους πολλούς"; "για τους άλλους";.. Έτσι ξέρω πως πεθαίνουν πάντα οι μόνοι: Για κανένα! Για τίποτα!.."(σελ.64).

Στην "Κριτική του Μεταπολέμου" ο πεπεισμένος άθεος Ρένος εξαίρει τους αγώνες του Πατρό Κοσμά , να ανοίξουν σχολεία, να φωτιστεί το γένος: "σχολειά στοιχειακά, κοινοτικά, σύστησε. Όχι "ελληνικά" - ξιπασμάρες φράγκικες ! Και γράμματα "ολίγα", στέρεα φώτιση σωστή, σεμνή - του απλού για τον απλό και για τον κόσμο τούτο. Παδιά ξυπνά, "ογλήγορα για το Γένος"- να τι ζητούσε, σ' όλο το πλάτος, σ' όλο το ύψος της δούλης γης, που την ανόργωνε βαθειά, σαν πυρωμένο υνί, διάβα φωτιάς εγερτήριας, ο ταπεινός εκείνος Άγιος των Ημερών της Αυγής μας...Κι ούτε στόλιζε τα λόγια του με "αρχαιογνωσίες" και "περιδιαγραμμάτου". Στοιχεία φύτευε, απλά -μα πρώτα-, για τ' ανασήκωμα του απλού και του άδολου , σ' έναν κόσμο οπούχε πέσει κάτω κι απ' τα πιο απλά, κι απ' τα πιο πρώτα της ανθρώπινης ζωής"(σελ.75). Αλλά και ο Πατρό Κοσμάς πρόσθετε " και την Κυριακή αργία, έλεγε, να τη φυλάτε απαρακίνητα αδελφοί. Τες έξη να δουλεύετε, τη μια όχι. Δεν είναι ζώο ο άνθρωπος, να σκύφτη ολοένα!..Ν' ασκώνετε κεφάλι την έβδομη- να σκέφτεστε το θάνατο, το θεό... Κι όχι να γλεντάτε όλο τα σωματικά τη μέρα κείνη, μα την ψυχή σας ' βλαβικά να στολίζετε, με συνομιλίες κι ακούσματα ωφέλιμα, που τη θρέφουν -ναν έτοιμη, για όλα νάναι, και παστρικιά τι ο θάνατος έρχεται άξαφνα, αδελφοί, και λόγο θα δίνετε!.."(σελ.79).
Γράφοντας για το κρίσιμο θέμα της Παιδείας επισημαίνει: "γιατί δεν είναι μόνο η Ορθογραφία, που δεν μπορεί , κι ας αφήνωμε τ' αστεία, παρά να είναι "ιστορική ", αφού η ορθή γραφή κάθε λέξης ακριβώς δηλοί την πολυτιμότατη ετυμολογία της , κ' εκκαλεί όλο το παρελθόν εμπειρίας που αιώνες ποικιλοχρησίας συσσώρευσαν μέσα της, δυναμικοποιεί δηλαδή το θησαυρό της σε νόημα και σε ποιότητες ανεκτίμητες που αλλιώς χάνονται - κ' είναι απώλεια κοινής πείρας (κάτι παραπάνω από χρυσού απώλεια!)-, και βοηθεί, άρα, σπουδαία -ναι, η ακριβής γραφή ίσα-ίσα, που τόσο εύκολα θεωρούν "δυσκολία", απλώς οι αγράμματοι κ' οι ανυποψίαστοι - στο να ξελαμπικάρεται η λέξη διαρκώς, ν' αναπαρθενεύεται, να γίνεται η σημασία πολυδύναμη και χυμώδεις να εισδύουν οι προβολές της έως νύξεις αδόκητες συγγενών νοημάτων που ελάνθαναν - γιατί πλήσσεται, δηλαδή, η λειτουργία της λέξης ως συμβόλου, όταν ανόητα πληγή η τόσο δηλούσα και τόσα σύρουσα πίσω της "ιστορική" της εικόνα!.."(σελ,135). Συνεπώς είναι αναγκαία η διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού της αρχαίας, της καθαρεύουσας, της δημοτικής αν θέλουμε να έχουμε παιδεία.
Να επισημάνουμε ότι εδώ αλλάζει το ύφος του Ρένου σε σχέση με τον Α2. Την μικρή κοφτή φράση, που αντιγράφει επιτυχώς τον προφορικό λόγο αντικαθιστά η μακρά, περίτεχνη φράση που απαιτεί την αυξημένη προσήλωση του αναγνώστη.

Η "Κριτική του Μεταπολέμου" περιλαμβάνει την τεκμηριωμένη κριτική σε ορισμένα έργα του Η.Βενέζη και του Γ.Θεοτοκά. Είναι σαν διακηρύσσει παραμερίστε για να περάσει η γενιά μου, η γενιά του μεταπολέμου, αυτή που σμιλεύθηκε στο καμίνι της κατοχής και του εμφύλιου πολέμου. Τα άξια έργα όμως της γενιάς του ' 30 (αναμετρά πολλά στο δοκίμιο "Ανεβάστε την ποιότητα" σελ. 27,28) μας καλεί να τα διαβάσουμε. Όπως γράφει "τη Ζωή εν τάφω και το Βασίλη Αρβανίτη του Μυριβήλη, το Νούμερο και, το πολύ, τέσσερα καλά διηγήματα του Βενέζη, τον Πέντρο Κάζα του Κόντογλου, τον Λιάπκιν του Καραγάτση, την Ιζαμπώ του Τερζάκη, την Eroica και το διήγημα Κορομηλιά του Κοσμά Πολίτη, τον Αφέντη της Βαθέρνας του Σφακιανάκη. Κρατήστε ακόμη τους ποιητές Ρίτσο, Σεφέρη, Βρεττάκο, Ελύτη και κλείστε τις αποσκευές σας, μ' όλο κι όλο το άξιο απ' το '"30"(σελ.28).

Ρόδης Ρούφος: Χρονικό μιας σταυροφορίας, μυθιστόρημα, επίμετρο Ν.Ε.Καραπιδάκης, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2015, σελ.778.




Ο Ρόδης Ρούφος έγραψε ένα πολιτικό μυθιστόρημα που έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, αφού ακολουθεί την δική του πορεία ως φοιτητής στην διάρκεια της κατοχής και στην συνέχεια ως αντάρτης του ΕΔΕΣ. Είναι αφιερωμένο σε μια χαρισματική φυσιογνωμία του φοιτητικού κινήματος κατά την διάρκεια της κατοχής, τον Κίτσο Μαλτέζο Μακρυγιάννη (απόγονο του στρατηγού Μακρυγιάννη) που δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ. Γι' αυτόν έγραψε ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος την "Τειχομαχία" (αδελφικός φίλος του Ρόδη Ρούφου που ακολούθησαν πανομοιότυπη πορεία από την Νομική και τις φοιτητικές οργανώσεις, στον ΕΔΕΣ, στρατευμένοι κατόπιν κατά της απριλιανής δικτατορίας προσέγγισαν από αυτό τον δρόμο την αριστερή διανόηση) ενώ σχετικά πρόσφατα ο Πέτρος Μακρής Στάικος προσπάθησε να φωτίσει τις συνθήκες και τους αυτουργούς της δολοφονίας του. Το πρώτο μέρος του έργου εκδόθηκε το 1954, λίγα χρόνια μετά την λήξη του εμφυλίου και ήταν εύλογο να προκαλέσει την οργή της αριστεράς. Διότι αφενός ήταν στρατευμένο πολιτικά αφετέρου περιέγραφε δίχως περιστροφές τα συναισθήματα που κυριαρχούσαν στον χώρο του κέντρου και της δεξιάς ακριβώς μετά την λήξη του εμφυλίου. Οι θερμοκρασίες είναι πιο υψηλές, τα συναισθήματα πιο έντονα από αυτά που ζουν οι ήρωες της φοιτητικής συντροφιάς που περιγράφει ο Γ.Θεοτοκάς στην μεσοπολεμική "Αργώ".Ο Ρ.Ρούφος ανήκε σε αντιστασιακές φοιτητικές οργανώσεις των πανεπιστημιακών σχολών ,που συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Σάκης Πεπονής και ο Β.Φίλιας. Οι αψιμαχίες μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων εξελίχθηκαν σε ένοπλα επεισόδια που λίγο απείχαν από τον εμφύλιο πόλεμο, κάτω από την μύτη των κατοχικών δυνάμεων που επωφελούνταν από την κατάσταση αυτή. Είναι θαύμα που διασώθηκαν προσωπικότητες της τότε αριστεράς ,που διακρίθηκαν αργότερα, όπως για παράδειγμα ο Ιάνης Ξενάκης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Κ.Αξελός, ο Κ.Καστοριάδης,ο Μ.Χατζηδάκης,ο Μ.Θεοδωράκης. Ο Ν.Καραπιδάκης θεωρεί ως σημαντικότερο πλεονέκτημα του έργου πως αποτελεί μια σημαντική μαρτυρία για την ιστορία της κατοχής, την αντίσταση της αστικής τάξης ώστε "να καταλάβουμε την ποικιλία των συμπεριφορών που αναπτύχθηκαν αυτή την περίοδο" (σελ.774).
Θεωρώ ως αρετή του έργου την περιγραφική δύναμη που διαθέτει. Μας δίνει την εικόνα μιας νεολαίας -όχι αστικής με την ακριβή της σημασία- αλλά ευκατάστατης που μπορεί να επικοινωνεί σε αρκετό βαθμό με την ευρωπαϊκή κουλτούρα, κάνει πάρτυ, πηγαίνει εκδρομές, ακούει κυρίως κλασσική μουσική, θέλει να ζήσει μια κανονική ειρηνική ζωή αλλά την παρασύρουν γεγονότα που είναι δυνατότερα από αυτή. Οι συμπεριφορές όχι αρκετές συνηθισμένες σε μια εποχή που η φτώχεια είναι ο κανόνας προκάλεσαν την οργή της αριστερής κριτικής (Δ.Ραυτόπουλος, Κ.Πορφύρης) που του επιτέθηκε από την "Αυγή" και την "Επιθεώρηση Τέχνης". Βεβαίως η εισαγωγή στην χώρα, κυρίως μετά την δεκαετία του' 70, των χαρακτηριστικών της καταναλωτικής κοινωνίας (το αυτοκίνητο γενικεύεται, οι νεανικές συντροφιές , τα πάρτυ είναι ο κανόνας, η εισβολή της μαζικής κουλτούρας πιο έντονη) προκάλεσε σταδιακά την γενίκευση συμπεριφορών που στο παρελθόν περιορίζονταν στα πιο ευκατάστατα στρώματα. Οι νέοι που μας περιγράφει ο Ρ.Ρούφος έχουν κάποια από την οπτική που μετέδωσαν κυρίως τα κείμενα του Τσάτσου και του Π.Κανελλόπουλου, ενώ οι αναφορές σε ένας αριστερής απόχρωσης πλατωνισμό θυμίζει τον Κ.Δεσποτόπουλο. Όμως απουσιάζει ο προβληματισμός της γενιάς του '30, η εμμονή στο δημοτικό τραγούδι ή στο ρεμπέτικο. Το τελευταίο θα το ανακαλύψει προς το τέλος του αντάρτικου , λίγο μετά την απελευθέρωση, όπου μια αντρική αποκλειστικά παρέα θα εκτονωθεί χορεύοντας ζειμπέκικο. Η γενιά αυτή τελικά μοιάζει περισσότερο εκστασιασμένη από τις διάφορες εκδοχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η δολοφονία του Κίτσου Μαλτέζου Μακρυγιάννη ,που εγκατέλειψε την αριστερή ιδεολογία προς περισσότερο προσωπικές αναζητήσεις, προκάλεσε την πρόωρη ωρίμανσή της.
Εντυπωσιακή είναι η καταγραφή πολλών γεγονότων της εποχής όπως την δολοφονία από τους Γερμανούς των περισσότερων μελών της κεντρώας ΠΕΑΝ μετά την ανατίναξη της δοσιλογικής ΕΣΠΟ. Επίσης περιγράφει την οικογένεια Παπαγεωργίου που είχε μετατρέψει το σπίτι της στο Παγκράτι σε στρατώνα , αναλωνόταν σε συγκρούσεις με το ΕΑΜ της περιοχής μέχρι την πλήρη εξόντωσή της από αυτό.
Ο Ρούφος ούτε εξιδανικεύει , ούτε δαιμονοποιεί, θύτες και θύματα εναλλάσσουν τους ρόλους. Όπως θρηνεί τον φίλο του Μαλτέζο έτσι περιγράφει το τραγικό γεγονός όπου τα Τάγματα Ασφαλείας σκότωσαν πραγματικά στο ξύλο ένα Αρμένη κομμουνιστή από το Δρουγούτι που δεν μαρτυρούσε τους συντρόφους του. Αλλά και ένα συμφοιτητή κομμουνιστή που λεγόταν Γιαννόπουλος πλησιάζεται με αισθήματα φιλίας και τον κλαίει με πόνο όταν πεθαίνει κατά τον εμφύλιο. Η συμμετοχή στο αντάρτικο ήταν μια εμπειρία εξαιρετικά επώδυνη για τον συγγραφέα αλλά και αποκαλυπτική της αγροτικής Ελλάδας. Όμως αποδεικνύεται ότι η γενιά αυτή , ένθεν και ένθεν σμιλεύθηκε μέσα στο καμίνι του πολέμου, δεν ήταν η διανόηση του γραφείου, κράτησε την πένα και το όπλο,έγραψε με τις τραυματικές εμπειρίες της, με το αίμα της.
Ο Μιχαήλ ,δηλαδή ο Κίτσος Μαλτέζος Μακρυγιάννης, λέει σε ένα σημείο : " να σώσουμε το όνειρο.." είπε εκείνο το βράδυ ο Μιχαήλ. Και τ' όνειρο ήταν όλη η ομορφιά του κόσμου, του κόσμου που έφευγε, και κάθε καινούργιου. Ήταν ό,τι καλύτερο έμενε, ό,τι άφθαρτο από χιλιάδες χρόνια πίστη και φως κι έρωτα και αγωνία(σελ.131).
Ο Ρόδης Ρούφος τελικά προσπαθεί να απωθήσει τον εφιάλτη που έζησε η γενιά του, το φοβερό εμφύλιο,προσπαθεί να δείξει τι έχασαν και τι οφείλουν να κερδίσουν στα ειρηνικά χρόνια που θα ακολουθήσουν, καθώς γράφει: " τούτο το φως είναι δικό μας, κι ο ουρανός, κι η θάλασσα, και τα όμορφα κορμιά, κι είν' όλα μέσα στο πένθιμο εμβατήριο. Εκεί στα τελευταία πρόθυρα, ο ανώνυμος Αρμένης κομμουνιστής γίνεται αδερφός μας όσο κι ο Μιχαήλ. Κάθε θάνατος είναι μια διπλή εγκατάλειψη..."Κύριε", σκέφτηκε ο Δίων με μισόκλειστα μάτια , "δώσε μου να μην ξεχάσω ποτέ αυτά τα δύο πράγματα :το φτωχόν Αρμένη που πέθανε βουβός για την πίστη του, και τούτη τη γυναίκα που σήμερα ξεπέρασε για χάρη μου το σώμα της και με βοήθησε να ξεπεράσω το δικό μου και να φτάσουμε μαζί, για λίγο, στη δική σου όχθη"(σελ.347,348).