Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος για το Κυπριακό

                              







 

Στην αυτοβιογραφία του («Λογοδοσία μιας ζωής»), ο Κ.Τσάτσος, τάσσεται κατά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του κυπριακού ελληνισμού, αλλά και της ανακίνησης του Κυπριακού με στόχο την αυτοδιάθεση-ένωση. Θεωρεί πως ήταν λάθος ο χρόνος που επιλέχθηκε, λάθος ήταν η προσφυγή στην βία και ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ, λάθος σε κάθε περίπτωση ήταν όλες οι προσπάθειες στρατιωτικοποίησης που ακολούθησαν καθώς αφενός έπρεπε να αντιμετωπιστεί μια πιο ισχυρή, ισχυρότατη στρατιωτική και πολιτική δύναμη  η Μεγάλη Βρετανία που έλεγχε διπλωματικά σε συνδυασμό με τις ΗΠΑ τα Ηνωμένα Έθνη  και αφετέρου να αντιμετωπιστεί η Τουρκία που με την πρώτη ανακίνηση του Κυπριακού εκδίωξε τον ελληνισμό της Πόλης. Επίσης η Τουρκία βρισκόταν εγγύτατα προς την μεγαλόνησο την οποία εάν το επέτρεπαν οι συνθήκες θα μπορούσε να πλήξει με καταστροφικά αποτελέσματα. Από την άλλη η  Ελλάδα  έβγαινε καθημαγμένη και κατεστραμμένη από τον εμφύλιο πόλεμο,  που είχε άμεση ανάγκη την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ ώστε να επιβιώσει και να συνεχίσει η οικονομία της, την θετική τροχιά στην οποία είχε μπει. Υπό αυτές τις συνθήκες, σε αντίθεση με τον Γ.Σεφέρη, θεώρησε τις συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου ως το καλύτερο που θα μπορούσε να επιτευχθεί. Παρά τις αντιρρήσεις που μπορούν να διατυπωθούν, παρά την κριτική που μπορεί να ασκηθεί  για τις κρίσεις που έγραψε, σε μια γλώσσα διόλου διπλωματική, θα αναγνωρίσουμε σίγουρα σε αυτή  μια ανθρωπιστική-καντιανή αφετηρία που επεκτείνει το ενδιαφέρον για την τύχη όχι μόνο του κυπριακού ελληνισμού αλλά και των Τουρκοκυπρίων. Τα συμπεράσματα, όπως και οι αξιολογήσεις που διατύπωσε συμφωνούν, στα περισσότερα σημεία, όπως θα δούμε με τις αντίστοιχες που διατύπωσαν ο Κ.Καραμανλής, ο Ε.Αβέρωφ-Τοσίτσας και ο πρέσβυς Άγγελος Βλάχος αλλά και ο Γιώργος Θεοτοκάς..

Γράφει ο Κ.Τσάτσος:

«Ένα χρόνο συνολικά, ίσως και περισσότερο, από το 1956 ως το 1961, τον πέρασα ως Υπουργεύων στο Υπουργείο των Εξωτερικών, λόγω των συχνών απουσιών του Αβέρωφ. Στις συσκέψεις με τους άγγλους για το Κυπριακό και με το Μακάριο ήμουνα πολύ συχνά παρών.

Φυσικά, δεν είναι εδώ, σε μια αυτοβιογραφία, η θέση για να αναλύσω το Κυπριακό Ζήτημα που τόσες συμφορές επισώρευσε, και στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Περιορίζομαι να διατυπώσω, ως αυτόπτης μάρτυς, μερικές θλιβερές σκέψεις,. Ούτε θέλω να γράψω για τα εγκλήματα των Τούρκων και για τα λάθη των Βρεττανών, όμως θέλω να γράψω για τα λάθη και τα εγκλήματα των Ελλήνων, τα οποία έζησα.

Το πρώτο λάθος είναι ότι οι Κύπριοι έθεσαν ως αρχικό φανερό  στόχο την Ένωση. Αυτός ο στόχος έπρεπε να φανερωθή, (αν ποτέ έπρεπε), μόνο στο τέλος του δρόμου. Στην αρχή έπρεπε να ζητηθούν αυτά που η βρεττανική Κυβέρνηση θα μπορούσε να παραχωρήση. Στο σύνθημα «Ένωση» ήταν βέβαιο ότι θα ξυπνούσαν και θα αντιδρούσαν οι Τούρκοι, που είχαν ως τότε ελάχιστο ενδιαφέρον για τους 80.000 μουσουλμάνους της Κύπρου. Το λάθος αυτό υλοποιήθηκε το 1950, στον περίφημο Τόμο που ο Πλαστήρας είχε την σωφροσύνη να αγνοήση.

Δεύτερο λάθος είναι ο διάλογος Παπάγου-Ήντεν και θυμός του Παπάγου διότι του απάντησε ο Ήντεν βλακωδώς, με βρεττανική υπεροψία.

Τρίτο λάθος είναι η αποστολή του Γρίβα στην Κύπρο, και η τρομοκρατική του δραστηριότητα που χρειαζόταν ηρωισμό αλλά δεν ήταν παρά μια σειρά από τρομοκρατικές πράξεις και δολοφονίες μεμονωμένων ανθρώπων. Οι Έλληνες με την πλευρά του ηρωισμού ενθουσιάζονταν. Την τρομοκρατική όμως πλευρά την παραβλέπανε. Αλλά αν αντιδρούμε στην τρομοκρατία που κάνουν οι αρμένιοι και οι κούρδοι, που άλλη ελπίδα δεν έχουν για να βρούν το δίκιο τους, γιατί ν’ αντιδράσουμε εκεί που υπήρχε και παραυπήρχε άλλος, καλλίτερος δρόμος που θα οδηγούσε στο ευτυχές τέρμα; Η γριβική δράση στην Κύπρο έβλαψε. Με λίγη υπομονή και επιδεξιότητα, μετά την πρόταση του Χάρντιγκ, θα φθάναμε στο στόχο μας και χωρίς τις βόμβες του Γρίβα. Και είναι βλακεία να λέμε ότι ο Γρίβας εξεβίασε τους Άγγλους. Η ενόχληση που τους προξενούσε ήταν ασήμαντη μπρός τη ζημιά που προκάλεσε στον όλο χειρισμό του Κυπριακού.

Τέταρτο λάθος: με τις βόμβες του Γρίβα ματαιώσαμε την λύση Χάρντιγκ που άνοιγε το δρόμο προς την ανεξαρτησία, χωρίς να μπορούν να εξεγερθούν οι Τούρκοι. Ήταν το πρώτο σκαλί που με τον καιρό θα ακολουθείτο από ένα δεύτερο, όπως έγινε με τη Μάλτα. Αλλά εμείς, από τότε βιαστικοί, εφαρμόζαμε την πολιτική που αρέσει στον ελληνικό όχλο. Το εδώ και τώρα. Ο Θεοτόκης, ο οποίος είχε ορθότατες απόψεις για το Κυπριακό, αγωνίστηκε για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις Χάρντιγκ, και έστειλε δυο φορές στη Λευκωσία τον Λιάτη να πείση τον Μακάριο να δεχθή τις προτάσεις. Είμαι προσωπικός μάρτυς αυτής της προσπάθειας που απέτυχε, διότι ο Μακάριος υπέκυψε στις 30 βόμβες του Γρίβα και στις παραινέσεις του Γ.Παπανδρέου ο οποίος δημαγωγικότατα υποστήριζε την άμεση Ένωση, το δημοψήφισμα για την Ένωση σε τακτή προθεσμία.

Ρωτούν μερικοί ανήξεροι, γιατί τότε δεν επέβαλε ο Καραμανλής την άποψή του; Πρώτα, διότι δεν μπορούσε να την επιβάλη στην Κύπρο, που την όριζε κυριαρχικά ο Μακάριος. Δεύτερον, διότι αν αποδοκίμαζε δημόσια την κυπριακή πολιτική, θα ζημίωνε τον αγώνα στον οποίο θα ενέμενε ο Μακάριος υποστηριγμένος και από την αντιπολίτευση στην Ελλάδα. Το μόνο που θα πετύχαινε ο Καραμανλής, μια που δεν θα μπορούσε να επιβάλη την πολιτική του, θα ήταν να παραιτηθή για να μπορή μετά χρόνια να υπερηφανεύεται ότι είχε εγκαίρως υποστηρίξει τα ορθά. Αφήνω ότι οποιαδήποτε άλλη Κυβέρνηση, εκτεθειμένη υπέρ της λύσεως της αμέσου ενώσεως, που ήταν οπωσδήποτε αδύνατη, θα δημιουργούσε χάος.

Πέμπτο λάθος, συνέπεια του προηγούμενου. Εμφανίζονται οι Τούρκοι οι οποίοι, κεντρισμένοι ευλόγως από τους Άγγλους, παρωθήθηκαν να ενδιαφερθούν ζωηρά για το Κυπριακό. Εμείς, με τις επιπολαιότητές μας εμπλέξαμε τους Τούρκους στο Κυπριακό Ζήτημα. Από εκείνη την ώρα η υπόθεση της Ένωσης ήταν χαμένη. Ό,τι θα γινόταν, θα γινόταν με συμμετοχή των Τούρκων. Οι Κύπριοι άργησαν να καταλάβουν ότι ο κύριος εχθρός τους ήταν οι Τούρκοι και όχι οι Βρεττανοί. Αλλά αφού, ούτε τα γεγονότα της Κωνσταντινουπόλεως το 1955 τους είχαν ξυπνήσει, γιατί να περιμέναμε να ξυπνήσουν από τα επιγενόμενα που ήταν λιγότερα θεαματικά; Την αλλαγή αυτής της θέσεως την κατάλαβε ο Μακάριος πολύ αργά, τότε που έκανε τις γνωστές δηλώσεις του με μια βρεττανή δημοσιογράφο. Με αυτές  εγκατέλειψε ως στόχο την Ένωση και πρόβαλε την λύση της Ανεξαρτησίας της Κύπρου. Αυτής της στροφής επωφελήθηκαν πρώτοι ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ που κινήθηκαν δραστήρια μετά τις εκλογές του 1958, όταν διέθεταν πια την δύναμη να χειρισθούν το ζήτημα, όπως έπρεπε, για να σωθή ό,τι μπορούσε πια να σωθή. Έτσι φθάσαμε στη συμφωνία Ζυρίχης-Λονδίνου.

Αν ύστερα από αυτές έδειχνε στοιχειώδη πολιτικότητα ο Μακάριος, αν υποχωρούσε σε θέματα ασήμαντα που ήγειραν οι Τούρκοι, αν πολιτευόταν όπως του υπέδειξε ο Καραμανλής ως τότε που μπορούσε κάπως να τον ελέγχη, αν συνδεόταν με την Δύση, πράγμα που θα το δεχόταν κατ’ ανάγκη και η Τουρκία, μετά δέκα χρόνια η Κύπρος θα είχε γίνει ένα ανεξάρτητο Κράτος, με συντριπτικά υπερέχον το ελληνικό στοιχείο. Η Κύπρος θα γινόταν μια δεύτερη μικρή Ελλάδα. Αντί τούτων, μόλις το θέρος του 1963 έπεσε ο Καραμανλής, άρχισε ο Μακάριος αλυσσιδωτά λάθη.

Το έκτο λάθος είναι η καταγγελία των συνθηκών Ζυρίχης και Λονδίνου και η παροχή στους Τούρκους νέων ευκαιριών και μιας μικρής εκκρεμότητος που μόνο αυτούς ωφελούσε.

Μια από αυτές τις ευκαιρίες είναι το έβδομο λάθος και έγκλημα μαζί. Οι σφαγές στις τουρκικές συνοικίες της Λευκωσίας που θα είχαν δραματική συνέπεια αν ο Τζόνσον δεν αναχαίτιζε την Τουρκία.

Το όγδοο λάθος του Μακαρίου ήταν να ενταχθή στις χώρες του τρίτου κόσμου, όπου αυτός μεν έπαιζε ένα κούφιο θεαματικό ρόλο, αλλά από όπου κανένα όφελος δεν μπορούσε να αντλήση, εκτός από τα πλατωνικά ψηφίσματα στον ΟΗΕ.

 Ένατο λάθος ήταν η μη άμεση αποδοχή των προτάσεων Άτσεσον, λάθος που πάλι διαπράχθηκε διότι δεν εξετιμάτο η σημασία του τουρκικού παράγοντος.

Το δέκατο λάθος και συγχρόνως έγκλημα το διέπραξαν συντροφικά οι Έλληνες και οι Κύπριοι που αυτό πια κυριολεκτικά πρόσφερε την Κύπρο σε πιάτο στους Τούρκους: την εισβολή στην Κύπρο, την απόπειρα κατά Μακαρίου.

Από το 1956 ως το 1963 συναντήθηκα πολλές φορές με το Μακάριο, είτε διότι ήμουνα αναπληρωτής στο Υπουργείο Εξωτερικών, είτε διότι με καλούσε ο Καραμανλής σε μερικές στενές συσκέψεις με τον Μακάριο. Μου έδωσε απ’ αρχής την εντύπωση ενός ανθρώπου του οποίου η φιλοδοξία και η ματαιοδοξία ήταν μεγαλύτερη και από την αναμφισβήτητη ευφυΐα του και τον πατριωτισμό του. Κυριολεκτικά τον τύφλωνε η φιλοπρωτία του. Ήταν χαρισματικός ηγέτης, ρήτωρ λαϊκός, συνήγειρε τα πλήθη, επεβάλλετο σε όλους τους Κύπριους και σε πολλούς Έλληνες. Δεν χόρταινε την λαϊκή ζητωκραυγή. Γι’ αυτό στα άμεσα θυσίαζε τα απώτερα και ας ήταν τα απώτερα τα ουσιώδη. Αναρωτιέται κανείς αν η ψυχοσύνθεσή του του επέτρεπε ακόμη και να τα δη.

Παρ’ όλα τα χαρίσματα και τις αρετές του, ο κύριος ένοχος για την απώλεια της Κύπρου είναι ο Μακάριος. Δεν ξέρω αν οι άλλοι, οι μέτριοι, εφ’ όσον αυτός δεν υπήρχε, θα κάναν αλυσσιδωτά τόσα λάθη. Κάτι ήταν στραβό σε αυτή την δυναμική προσωπικότητα.

Μια που έκρινα τον Μακάριο, ας πω και δυο λόγια για τον άλλο καταστροφέα της Κύπρου, τον Γρίβα. Πρόκειται για έναν τίμιο, γενναίο στρατιώτη, όχι πιο υπερόπτη από τον οποιονδήποτε κοινό θνητό που οι περιστάσεις τον πρόβαλαν ξαφνικά στο προσκήνιο, αλλά πάντως πολιτικώς επικίνδυνα ευήθη. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι ικανότητες του στον τρομοκρατικό αγώνα που οργάνωσε στο νησί. Δέχομαι πως ήταν εξαιρετικές, όπως εξαιρετική ήταν και η ανικανότητα των Άγγλων. Δέχομαι πως ήταν συχνά και συνετός στη συνωμοτική του δράση. Αλλά ο πολιτικός του στοχασμός ήταν ενός μικρού παιδιού. Έβλαψε και ως συνεργάτης του Μακαρίου και ως αντίπαλος του. Όπως η σκέψη του ήταν αδύνατη, τον επηρέαζαν μερικοί έξαλλοι και ανόητοι του περιβάλλοντος του. Αισθάνομαι θλίψη όταν πρέπει να μιλήσω με τόση αυστηρότητα για έναν άνθρωπο αναμφισβήτητα αγνό και ανιδιοτελή, και ασφαλώς γενναίο.

Ο Γρίβας, τώρα, το 1983, ξεχάσθηκε. Ο Μακάριος είναι ακόμη μύθος. Όταν πέθανε και εκπροσώπησα την Ελλάδα στην κηδεία του εξεφώνησα ένα επικήδειο που κατόπι δημοσιεύθηκε. Θα απορήση ο αναγνώστης γιατί έχοντας τη γνώμη που διατυπώνω. Εδώ για τον άνδρα είπα τότε όσα είπα. Αλλά τότε μιλούσα ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας που είχε πάρει μια θέση απέναντι στο Μακάριο. Μιλούσα ως Πρόεδρος της Ελλάδος για τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μιλούσα σε μια στιγμή όπου το ηθικό των Κυπρίων είχε κυριολεκτικά καταρρεύση και έπρεπε να τους εμψυχώσω. Και πιστεύω ότι τους εμψύχωσα.

Όποιος όμως διαβάσει προσεκτικά τον επικήδειο μου, θα διακρίνει ότι όσα είπα για τον νεκρό ήταν αληθινά, απλώς δε, αποσιώπησα τις άλλες πλευρές που δεν επιτρέπονταν, για όλους τους λόγους που πριν είπα, να ειπωθούν»[1].

Συμπληρωτικά τις απόψεις για το Κυπριακό, ο Κ.Τσάτσος, τις παρουσιάζει γράφοντας για τον Γ.Σεφέρη:

«Μόνο στο Κυπριακό έπεσε έξω, διότι, όντας πρέσβυς στη Βηρυττό και κάνοντας εκδρομές και πολυήμερες διακοπές στην Κύπρο, ερωτεύθηκε όχι μόνο τις ομορφιές του νησιού αλλά και τους πατριωτικούς ενθουσιασμούς των Κυπρίων. Είχε τόσο ταυτισθή με τα αισθήματα και τους παραλογισμούς των, ώστε όταν ως πρέσβυς πια στο Λονδίνο εγίνονταν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, δεν μπόρεσε να σωθή, ύστερα από την εγκληματική πολιτική του Μακαρίου από το 1950  ως το 1958. Τότε έγραψε στον Αβέρωφ ένα υπόμνημα εναντίον των Συμφωνιών, υποστηρίζοντας την συνέχιση του αγώνα, μη μπορώντας να προβλέψη όσα μετά το θανατό συνέβησαν και που ήταν μοιραία επακόλουθα, όχι της σύναψης αλλά της καταγγελίας των Συμφωνιών από τον Μακάριο»[2].

Πριν διαπραγματευθούμε  και κατά το μέτρο του δυνατού αξιολογήσουμε την σύντομη και αφοριστική  αναδρομή στο Κυπριακό του Κ.Τσάτσου θα δούμε την κοινότητα αντιλήψεων που έχει με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον πρέσβη Άγγελο Βλάχο.

Σε συνέντευξη στο δημοσιογράφο Βάσο Βασιλείου, ο Κ.Καραμανλής, παρουσιάζει με λιτό και σαφή τρόπο τις σκέψεις του για το Κυπριακό.

Σε ερώτηση σχετικά με την απόρριψη του σχεδίου Χάρντιγκ, απαντά: «είναι αληθές ότι ο Μακάριος απέρριψε τις προτάσεις Χάρντιγκ. Και αυτό υπήρξε το πρώτο και μεγαλύτερο σφάλμα του. Προσπάθησα να τον πείσω να μην απορρίψει τις προτάσεις του Χάρντιγκ, οι οποίες ήταν δυνατόν, κατά την άποψη μου, με επίμονη διαπραγμάτευση να βελτιωθούν περαιτέρω. Έστειλα, μάλιστα, προς τούτο τον πρεσβευτή κ.Λιάτη, για να μεταφέρει αυτό το μήνυμα μου στον Μακάριο. Δυστυχώς, δεν με άκουσε και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε πολλές άλλες. Πάντως, την εποχή εκείνη η βρετανική κυβέρνηση θεωρούσε το Κυπριακό εσωτερικό της θέμα και δεν το συζητούσε με εμένα, αλλά με τους Κυπρίους. Η ανταλλαγή επιστολών μου με τον Ήντεν τότε απέβλεπε στο να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ικανότητα του Μακαρίου»[3].

Συνεχίζει δε «αν υπήρχαν ρεαλισμός και πολιτική σωφροσύνη, όχι μόνο θα είχαν αποτραπεί οι δραματικές αυτές εξελίξεις, αλλά ήταν δυνατόν μετά την ανεξαρτησία να πραγματοποιηθεί και η Ένωση με την Ελλάδα»[4].

Προσθέτει ότι σχετικά με  τα λάθη της αγγλικής πλευράς : «το μεγαλύτερο είναι ότι δέχθηκαν την Τουρκία ως παράγοντα στο Κυπριακό πρόβλημα. Ενθυμούμαι, μάλιστα, ότι είπα τότε στον ΜακΜίλλαν: «Βάλατε τους Τούρκους να γαβγίζουν και τώρα που άρχισαν να δαγκώνουν και εμάς και εσάς, δεν μπορείτε να τους συμμαζέψετε». Για πρώτη φορά είχα καθορίσει την πολιτική μου επί του Κυπριακού, με την επιστολή την οποία απηύθυνα στον Ήντεν στις 5 Δεκεμβρίου 1955»[5].

Ο Βάσος Βασιλείου τον ερωτά γιατί  δέχθηκε «προς το παρόν τον παραμερισμό της Ενώσεως» παρότι είχε πετύχει στην πολιτική επιτροπή του ΟΗΕ απόφαση που ευνοούσε την αυτοδιάθεση  και απαντά: «την λύση της ανεξαρτησίας την πρότεινε το  1958 ο Μακάριος, με την περίφημη συνέντευξη που έδωσε στην Μπάρμπαρα Καστλ, αντιπρόεδρο του Εργατικού Κόμματος, και μάλιστα έκανε το σφάλμα να την προτείνει εν αγνοία της κυβέρνησης μου. Και το έκανε αυτό για να αποτρέψει την εφαρμογή του σχεδίου ΜακΜίλλαν, που ήταν η χειρότερη από όλες τις προταθείσες λύσεις. Και σου λέω ότι έκανε σφάλμα ο Μακάριος, διότι, εάν μου το εμπιστευόταν, θα ήταν δυνατόν να το διαπραγματευθώ με ανταλλάγματα. Όπως είναι γνωστό, τη λύση της Ανεξαρτησίας την είχε προτείνει, έναν χρόνο νωρίτερα και υπό καλύτερους όρους, ο Μέννον, ο αντιπρόσωπος της Ινδίας στην Πολιτική Επιτροπή του ΟΗΕ, αλλά την απέρριψε ο Μακάριος. Οι αποφάσεις, εξάλλου, των Ηνωμένων Εθνών δεν έχουν πρακτικά αποτελέσματα και, συνεπώς, δεν μπορούσαν να αποτρέψουν την εφαρμογή του σχεδίου ΜακΜίλλαν»[6].

Συνεχίζει σε ο Κ.Καραμανλής: «όπως είπα ήδη, όλες οι βρετανικές προτάσεις, εκτός εκείνης του Χάρντιγκ, ήταν απαράδεκτες. Πάντως, είναι βέβαιο, και επιβεβαιώθηκε και από τις μετέπειτα εξελίξεις, ότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου όχι μόνο απέτρεψαν την εφαρμογή του σχεδίου ΜακΜίλλαν, που επέβαλλε τριμερή συγκυριαρχία στην Κύπρο, αλλά άνοιγαν τον δρόμο και για την Ένωση, εάν μπορούσαμε, Αθήνα και Λευκωσία, να τις αξιοποιήσουμε»[7].

Τονίζει, όπως είδαμε και ο Κ.Τσάτσος, ότι η ελληνική πολιτική ήταν εξαρχής λανθασμένη: «η πολιτική που χαράξαμε στο Κυπριακό, από την πρώτη στιγμή, υπήρξε εσφαλμένη. Διότι δεν φροντίσαμε να δημιουργήσουμε προηγουμένως τις κατάλληλες και ψυχολογικές προϋποθέσεις. Εάν δεν είχαμε επιδείξει σπουδή, η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων θα οδηγούσε, κατά τη γνώμη μου, κάποια μέρα στην Ένωση. Είναι βέβαιο, ότι ο στρατάρχης Παπάγος, όταν αποφάσισε να διεθνοποιήσει το Κυπριακό, προσφεύγοντας στα Ηνωμένα Έθνη, δεν εκτίμησε επαρκώς, όπως έκαναν οι προκάτοχοι του, τις επιπτώσεις που θα είχε στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Και υπήρχε μεν η δικαιολογία της προκλητικής συμπεριφοράς των Άγγλων, όπως και η πίεση της κοινής γνώμης, αλλά ως πολιτική πράξη, όπως έγινε, υπήρξε τουλάχιστον άκαιρη…Δεν υπάρχει άλλος τρόπος διεθνοποίησης ενός προβλήματος από τη συνεχή προβολή του στα Ηνωμένα Έθνη. Παράλληλα, βέβαια, πρέπει να γίνεται προσπάθεια ενημέρωσης της κοινής γνώμης και των κυβερνήσεων. Η Διεθνής Διάσκεψη ειδικά για το Κυπριακό, την οποία πρότεινε η Σοβιετική Ένωση και την οποία αποδέχθηκα, ήταν ανέφικτη, διότι αρνούνταν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί και προπαντός οι Τούρκοι»[8].

Όσον αφορά το σχέδιο Άτσεσον θα μπορούσε να γίνει δεκτό:« όπως το πρότεινε με τις δεύτερες βελτιώσεις που έκανε…Ο Άτσεσον νομίζω ότι δεν θα προχωρούσε, εάν δεν είχε βεβαιωθεί ότι οι Τούρκοι, έστω και με ελαφρές παραχωρήσεις, θα συμφωνούσαν. Ο Άτσεσον ήταν μια προσωπικότητα. Δεν ήρθε εδώ για να ρεζιλευτεί. Ίσως οι Τούρκοι έκαναν τον δύσκολο, για να πάρουν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι έπαιρναν. Ήταν μια ευκαιρία για Ένωση, έστω και με ανταλλάγματα»[9].

Όσον αφορά τα λάθη του αρχιεπίσκοπου Μακάριου μετά την ίδρυση του κυπριακού κράτους αναλύονται ακόλουθα:

«Ο Μακάριος έκανε το εξής βασικό σφάλμα: Έθεσε θέμα αναθεώρησης του Συντάγματος, τα περίφημα 13 σημεία. Δεν είχε λόγους να θίξει το Σύνταγμα. Είχε μια ανεξάρτητη Πολιτεία με διεθνή προβολή και με τεράστια υπεροχή του ελληνικού στοιχείου. Από κει άρχισε να διαπραγματεύεται με τους Τούρκους για το θέμα της βελτίωσης του Συντάγματος. Πέντε-έξι χρόνια συζητούσαν. Άρχισε το 1963 και μέχρι το 1974 έκανε παζάρια, ενώ οι Τούρκοι είχαν δεχθεί περίπου το 90% των απόψεων του. Αυτό ήταν το βασικό του σφάλμα. Εγώ μάλιστα του είχα παραγγείλει ότι: «Δεν μπορείς να καυγαδίζεις και με τη Χούντα και με τους Τούρκους. Κλείσε ένα μέτωπο για να μην έχεις εξάρτηση από την Αθήνα». Δεν το έκανε και εξακολουθούσε να παζαρεύει. Το δεύτερο σφάλμα του ήταν ότι έστειλε στις 2 Ιουλίου το γνωστό γράμμα στον Γκιζίκη και το έδωσε αμέσως στην δημοσιότητα. Εν τω μεταξύ, μου είχε στείλει και εμένα την επιστολή με απεσταλμένο. Όταν μου την έφερε και τη διάβασα, του λέω: «Δεν μου λες, για να πάρει αυτήν την πρωτοβουλία ο Μακάριος έχει ασφαλίσει τα νώτα του; Και μου απαντά ο απεσταλμένος: «Τι εννοείς; Ποια νώτα του;» Του λέω τότε: «Δεν καταλαβαίνετε ότι αυτό αποτελεί πρόκληση για τη Χούντα, η οποία δεν θα ανεχθεί αλλά θα αντιδράσει;» «Όχι», μου λέει «δεν έχει ασφαλίσει τίποτα». «Να πεις στον Μακάριο από μέρους μου ότι μπαίνει και αυτός και η Κύπρος σε μεγάλη περιπέτεια». Το είπα αυτό καμιά εβδομάδα πριν γίνει το πραξικόπημα. Ήταν σφάλμα που προκάλεσε τη Χούντα. Έπρεπε να ξέρει ότι ένα δικτατορικό καθεστώς στηρίζεται κυρίως στο γόητρό του. Δεν μπορείς να τους ταπεινώσεις και να τους πεις «εγώ δυσπιστώ σε σας διότι συνωμοτείτε εναντίον μου και πάρτε τους αξιωματικούς πίσω». Ήταν μοιραίο να περιμένεις την αντίδρασή τους. Υπήρχαν άλλοι χειρισμοί για να αποτρέψει τον κίνδυνο. Το σφάλμα του συνεπώς ήταν ότι, αφενός παρέτεινε τις διαπραγματεύσεις άνευ λόγου με τους Τούρκους και, αφετέρου, με το γράμμα του προκάλεσε ευθέως τη Χούντα»[10].

 

Ο Άγγελος Βλάχος υπήρξε ο διπλωμάτης που μαζί με τον Ε.Αβέρωφ-Τοσίτσα σχεδίασαν και υλοποίησαν την πολιτική που οδήγησε στις Συμφωνίες Ζυρίχης -Λονδίνου. Στο βιβλίο του «Δέκα χρόνια Κυπριακού» παρουσιάζει την δική του συμβολή. Γράφει ότι σκοπός της Εθναρχίας «ήταν να αφαιρέσει από τους αριστερούς την πρωτοβουλία του δημοψηφίσματος και να αναλάβει εκείνη την οργάνωση του με αίτημα την Ένωση. Κινητήριος νους της Εθναρχίας ήταν ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο ΙΙΙος που προήδρευσε μιας συνεδριάσεως του Γραφείου Εθναρχίας την Δεκεμβρίου 1949 όπου αποφασίστηκε να οργανωθεί από την Κυπριακή Εκκλησία-Εθναρχία, δημοψήφισμα με το οποίο ο ελληνικός κυπριακός λαός θα διακήρυττε την θέληση του ενωθεί η Κύπρος με την Ελλάδα»[11]. Από την αρχή ισχυρίζεται  ότι η Ένωση ήταν μια δικαιότατη  υπόθεση αλλά ο ελληνισμός διέθετε πενιχρά μέσα για να την υποστηρίξει. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος «από την μια πλευρά, φαινόταν επιδέξιος διπλωμάτης και ρεαλιστής, από την άλλη έδειχνε τέλεια έλλειψη αντιλήψεως της πραγματικότητας -επί  πολλά  χρόνια αγνοούσε ή υποτιμούσε βαρύτατα τον παράγοντα Τουρκία -και λανθασμένη εκτίμηση των θέσεων και προθέσεων του αντιπάλου σε διαπραγματεύσεις»[12]. Προσθέτει δε ότι «ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αντιδίκησε με όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις από το 1950 μέχρι το 1965, ακόμη και με τις υπηρεσιακές»[13]. Για τον Γρίβα επισημαίνει ότι ήταν «φλογερός πατριώτης, αλλά πολιτικά άκριτος, με δεσποτική και εγωκεντρική ιδιοσυγκρασία, νοοτροπία φανατικού και τυφλή θρησκοληπτική πίστη»[14]. Πιστεύει ότι το σχέδιο ΜακΜίλλαν, που χρησιμοποιήθηκε για τον εκβιασμό της ελληνικής πλευράς,  θα οδηγούσε σε μια μορφή διχοτόμησης και θα εφαρμοζόταν μονομερώς χωρίς την ελληνική συμφωνία. Αναφέρεται ότι κατά την επίσκεψη του Μακάριου στην Άγκυρα  στις 22 Νοεμβρίου 1962, οι Τούρκοι φάνηκαν διατεθειμένοι να συμβάλουν «στην εξεύρεση πρακτικής λύσεως στο ζήτημα των χωριστών δήμων και ότι θα συντελούσε στην εξομάλυνση του θέματος των φορολογικών νομοσχεδίων»[15]. Η ποσοτική και ποιοτική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου θα μπορούσε να δημιουργήσει το κατά τον Ι.Δραγούμη «δεύτερο ελληνικό κράτος»[16]. Τα 13 σημεία – προτάσεις τροποποίησης του συντάγματος «ήταν λογικές χωρίς να είναι διόλου αναγκαίες»[17]. Αναφέρει γνωμοδότηση του νομικού τμήματος της γεν.γραμματείας του ΟΗΕ για το άρθρο 3 της συμφωνίας της Ζυρίχης  ότι δεν παρέχει στις εγγυήτριες δυνάμεις το «απόλυτον δικαίωμα επεμβάσεως δια της χρήσεως ενόπλου δυνάμεως εις περίπτωσιν παραβιάσεως των διατάξεων της Συνθήκης»[18]. Ο αρχιεπίσκοπος δεν κατανοούσε ότι η Κύπρος βρισκόταν εγγύτατα στα πολεμικά αεροδρόμια της Τουρκίας, (40 μίλια), τα ελληνικά αντίστοιχα απείχαν 600 μίλια, ενώ τα νησιά του Αιγαίου από την Μυτιλήνη μέχρι την Ρόδο ήταν ανυπεράσπιστα απέναντι στην τουρκική απειλή. Υπογραμμίζει ότι τα 10 από τα 13 σημεία έγιναν δεκτά από την τουρκική πλευρά μετά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν.

 

     Από τις κατηγορίες που διατυπώνει ο Κ.Τσάτσος, σε μια απαντά ό ίδιος σε άλλο κείμενο, σε άλλα ο Ε.Αβέρωφ, σε άλλες η εξέλιξη των γεγονότων και σε κάποιες όπως θα δούμε είχε δίκαιο.

     Μετά την λήξη του β’ παγκόσμιου πολέμου όλα τα αποικιοκρατούμενα έθνη έθεσαν ως πρώτο στόχο την απελευθέρωση τους και την ίδρυση των δικών του εθνικών κρατών. Φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι η εξαίρεση ο κυπριακός ελληνισμός. Σε πρώτο στάδιο κινήθηκαν δήμαρχοι και συνδικαλιστές που ήταν κοντά στο ΑΚΕΛ. Έθεσαν άμεσα το ζήτημα της αυτοδιάθεσης-Ένωσης αντί της πρότασης της βρετανικής πλευράς για αυτοκυβέρνηση. Ο γ.γ. του ΑΚΕΛ  Εζεκίας Παπαϊωάννου έστειλε επιστολή το 1949 προς τον Έλληνα πρωθυπουργό  Α.Διομήδη ζητώντας  η Ελλάδα από του βήματος του ΟΗΕ, να θέσει το αίτημα της Ένωσης της Κύπρου με την μητέρα πατρίδα. Στην συνέχεια ανέλαβε η εκκλησία ως εκπρόσωπος του κυπριακού ελληνισμού να θέσει επιτακτικά το αίτημα αλλά και να το αφαιρέσει από την κομμουνιστική αριστερά. 

   Δίχως αμφιβολία ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, κλήθηκε να διαχειριστεί την  ιστορική στιγμή του κυπριακού ελληνισμού  δίχως να έχει διπλωματική εμπειρία. Απέναντι του ήταν η αγγλική διπλωματία με  στέρεες διεθνείς συμμαχίες, μεγάλες γνώσεις και άφθονα υλικά μέσα. Η  κυβέρνηση  Πλαστήρα είδε με σκεπτικισμό τόσο το  αίτημα της Ένωσης όσο και  την χρονική συγκυρία που τέθηκε. Η Ελλάδα είχε μόλις βγει από τον εμφύλιο, κατεστραμμένη, βαθιά διαιρεμένη και ζώντας από την οικονομική βοήθεια κυρίως των ΗΠΑ και λιγότερο της Μεγάλης Βρετανίας. Θεώρησε ότι δεν είχαμε τις δυνατότητες να σηκώσουμε το βάρος ενός τέτοιου αγώνα. Ο στρατάρχης Παπάγος περισσότερο ευαίσθητος στο κυπριακό αίτημα το έθεσε στον Ήντεν και εισέπραξε το ηχηρό «ουδέποτε». Οι πρώτες προσπάθειες να τεθεί στα ΟΗΕ ήταν χωρίς θετικό αποτέλεσμα.

  Η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ και οι αγγλικές, τουρκικές αντιδράσεις όξυναν τα πνεύματα και τα έκαναν περισσότερο αδιάλλακτα.  Οι αδιάλλακτοι κυριάρχησαν και μαζί με αυτός  φαύλος κύκλος της βίας. Το σχέδιο Χάρντιγκ έδινε την δυνατότητα  να εξελιχθεί το αποικιακό σύνταγμα σε αυτοκυβέρνηση όπου το ελληνικό στοιχείο θα είχε βασικό ρόλο.  Σημαντικό είναι ότι η Μεγάλη Βρετανία μετακινήθηκε από το «ουδέποτε» σε μια περίτεχνή, διπλωματική προσέγγιση της αυτοδιάθεσης αφού εγγράφως δήλωσε «δεν είναι ίδιον της Κυβερνήσεως της Αυτού Μεγαλειότητος να μη αναγνωρίση το δικαίωμα αυτοδιαθέσεως του Κυπριακού Λαού»[19]. Οι κατηγορίες του Κ.Τσάτσου για λάθη που διαπράχθηκαν από την κυπριακή πλευρά  αφορούν πρωτίστως την μη αξιοποίηση του σχεδίου Χάρντιγκ. Αλλά και ο κυβερνήτης Χιού Φούτ, που τον αντικατέστησε, βρισκόταν πολιτικά κοντά στο Εργατικό Κόμμα, διαπνεόταν από φιλελεύθερες απόψεις και έκανε πολλές προσπάθειες να καταλαγιάσει η σύγκρουση, απευθυνόμενος ακόμη και προσωπικά με επιστολή στον ίδιο τον Γρίβα. Παρά τις αρχικές προτάσεις του, που απορρίφθηκαν με βίαιο τρόπο από την Τουρκία, επανήλθε με νέες προτάσεις που πρόβλεπαν «αποκατάσταση ησυχίας στην Κύπρο, σύντομη περίοδο αυτοκυβερνήσεως και μετά αυτοδιάθεση»[20]. Η απόρριψη τους από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο θα πρέπει να θεωρηθεί εξίσου λανθασμένη, καθώς ο Φούτ τον προειδοποίησε ότι η «συνέχιση της απόλυτα αδιάλλακτης στάσεως των Ελληνοκυπρίων, οδηγούσε γρήγορα και με βεβαιότητα προς τη διχοτόμηση»[21].

 

    Ο χαρακτηρισμός της δράσης της ΕΟΚΑ ως τρομοκρατικής είναι λανθασμένη. Ήταν ο συνήθης ισχυρισμός των Άγγλων στα διεθνή βήματα που πάντα η ελληνική κυβέρνηση με παρρησία και επιμονή απέρριπτε και  στην συνέχεια αναιρούσε με επιχειρήματα . Ο ίδιος, ο Τσάτσος, στο δοκίμιο του «Τρομοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου», που εκφωνήθηκε το 1986 στην Ακαδημία του Μαρόκου, δίνει την καλύτερη απάντηση, επισημαίνοντας την διαφορά ανάμεσα στην τρομοκρατία και τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.: «θεωρούμε πως κάθε τρομοκρατική πράξη, που δεν είναι αποτέλεσμα πολέμου μεταξύ Κρατών είναι παράνομη, εκτός από τις περιπτώσεις όπου διαπράττονται για να προστατευθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και που η προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι αδύνατη ή μάταιη. Ανάμεσα σ’ αυτά τα ανθρώπινα δικαιώματα το πιο βασικό δικαίωμα είναι αυτό που διεκδικεί η κάθε κοινότητα, το δικαίωμα να συγκροτηθεί σε ανεξάρτητο κράτος»(Κ.Τσάτσος, Ο σύγχρονος κόσμος, εκδ. Των Φίλων, 1996, σελ.48).

   Η ΕΟΚΑ στηρίχθηκε πολιτική, ηθικά και υλικά από το ελληνικό κράτος, ιδιαίτερα από την κυβέρνηση Κ.Καραμανλή. Δίχως την βοήθεια αυτή δεν θα ήταν σε θέση να αναπτυχθεί. Η δραστηριότητα της  ήταν ένα μείγμα ένοπλης δράσης και μαζικών αγώνων (όπως απεργιών, διαδηλώσεων ιδιαίτερα μαθητών και σχολείων, και οικονομικών σαμποτάζ). Η ένοπλη δράση  δεν περιλάμβανε μόνο  επιθέσεις σε ανθρώπινους  στόχους αλλά συχνότατα και υλικούς στόχους όπως στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια,  αεροπλάνα και πλοία. Έδωσε παραδείγματα αυτοθυσίας και άφθαστου ηρωισμού σαν τον θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου. Βεβαίως έκανε σοβαρά λάθη  όπως η δολοφονία αριστερών στελεχών. Η τουρκική αντίδραση ήταν η μικρότερη δυνατοτήτων παραστρατιωτική οργάνωση  ΒΟΛΚΑΝ και στη συνέχεια η ΤΜΤ.

  Ο Ε.Αβέρωφ , υπουργός Εξωτερικών όλο αυτό το κρίσιμο διάστημα, μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες  για την υποστήριξη της ΕΟΚΑ από το ελληνικό κράτος. Γράφει: «για το αρχικό ξεκίνημα, ένα μέρος των υλικών είχε μεταφερθεί με φροντίδα του ίδιου του Γρίβα από την Ελλάδα. Έπειτα, το μέγιστο μέρος του υλικού το προμήθευε η Αθήνα. Στην Αθήνα είχε εγκατασταθεί από τις αρχές του 1956 ο Αντρέας Αζίνας, και λίγο αργότερα η Μαρούλα, νεαρή κόρη έμπιστου ιερωμένου του Μακαρίου, του Παπαμιλτιάδη Χριστοδούλου. Αυτοί οι δυο ήταν οι στυλοβάτες των αποστολών όπλων και πολεμοφοδίων…Το έργο των δυο νέων διευκολύνθηκε κάπως όταν το καλοκαίρι του 1956 πήραμε επαφή και μπορούσα να τους εξασφαλίζω μια σχετική κάλυψη, και από το άλλο μέρος τα μέσα για ν’ αλλάζουν κατοικίες μόλις  παρατηρούσαμε κάτι ύποπτο»[22]. Από την Ιταλία αγοράζονταν αυτόματα όπλα με την ευθύνη του νεότατου διπλωματικού υπαλλήλου Πέτρου Μολυβιάτη. Ο Ε.Αβέρωφ τονίζει ότι ο «αγώνας της ΕΟΚΑ δεν ήταν μια τετράχρονη μαχητική σύγκρουση Ελληνοκυπρίων και βρετανικών δυνάμεων. Ήταν ένας πεντάχρονος πολυσύνθετος αγώνας, ψυχολογικός, πολιτικός, μαχητικός»[23].

Ο Γρίβας σε επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο στις 3 Φεβρουαρίου 1958 στρέφεται προς αντιδυτική, τριτοκοσμική εξωτερική πολιτική και συστήνει την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ  : «νομίζω ότι το δικό σας βλέμμα πρέπει να στραφεί με θάρρος προς Ανατολάς, εις τον αναγεννώμενον Αραβικόν Κόσμον και την Αφρικήν, και ουχί με δέος και ελεημοσύνην προς την σαπίλαν της αχαρίστου Δύσεως και της Αμερικής»[24]. Σε αυτή την περίπτωση «η Τουρκία θα ήταν η μόνη χώρα της περιοχής που θα ήταν φιλοδυτική, μέλος του ΝΑΤΟ, «πιστή σύμμαχος». Η θέση της, για να ικανοποιήσει τις διεκδικήσεις της στην Κύπρο, θα γινόταν πανίσχυρη»[25].

 Ο Ε.Αβέρωφ στην 13η συνέλευση του ΟΗΕ (25 Νοεμβρίου-4 Δεκεμβρίου 1958) υπερασπίστηκε και εξύμνησε την ΕΟΚΑ. Μεταξύ άλλων είπε «πολλοί λαοί είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους με πολέμους σαν εκείνον που έκανε η ΕΟΚΑ. Δεν ήταν σε θέση να δώσουν μάχες εκ του συστάδην εναντίον ισχυρών ιμπεριαλιστικών στρατών. Μάχες κλεφτοπολέμου μπορούσαν να δώσουν, τις έδιναν ηρωικά, και μ’ αυτές απελευθέρωναν λαούς. Και αυτοί οι αγωνιστές της ελευθερίας που θυσίαζαν τη ζωή τους, “αυτοί οι αντάρτες, αναγνωρίστηκαν εθνικοί ήρωες”»[26].

Στο Λονδίνο το 1959, σε συνέντευξη τύπου, Άγγλος δημοσιογράφος σε ερώτηση προς τον Ε.Αβέρωφ αποκάλεσε τα μέλη της ΕΟΚΑ τρομοκράτες. Τότε αφού απείλησε ότι θα διακόψει την συνέντευξη, κατόπιν απάντησε «δεν επρόκειτο περί τρομοκρατών. Επρόκειτο περί ανθρώπων που διεξήγαγαν ένα απελευθερωτικό αγώνα. Δεν είχα την παραμικρή επαφή με την ΕΟΚΑ, αλλά φρονώ ότι επρόκειτο για άνδρες που, με όσα μέσα διέθεταν, αγωνίζονταν για την ελευθερία τους. Και τώρα πιστεύω ότι θα εγκρίνουν τις συμφωνίες και θα συνεργαστούν για την εφαρμογή τους»[27].

Παρά τις διαφωνίες που είχε Αβέρωφ με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο λέει ότι «πάντοτε διατηρήσαμε την εμπιστοσύνη και την ειλικρινή φιλία που μας ένωνε»[28]. Σε αντίθεση με τις κρίσεις που διατύπωσε ο Κ.Τσάτσος τονίζει ότι «ήταν ένας άνθρωπος με σπάνια χαρίσματα: σκέψη πολύ γρήγορη, άμεση επισήμανση λεπτομερειών που συνήθως διέφευγαν την προσοχή, διαπραγματευτής επιδέξιος, άνθρωπος με πίστη και με λεπτά αισθήματα, με πείσμα άκαμπτο στους αγώνες του, αντοχή στις πιέσεις, αισιοδοξία ότι τα  πάντα μπορούσε να τα βγάλει πέρα, μεγάλο θάρρος μπροστά στους κινδύνους για το πρόσωπο του, μια αρχοντιά και μια ηρεμία που εντυπωσίαζε, και ακόμα κάτι το ακαθόριστο -κάτι σαν «αγερικό», θα λέγαμε μιλώντας τη γλώσσα των βουνίσιων-  που έκανε το συνομιλητή του να αυθυποβάλλεται. Είχε μια αδυναμία: δεν άντεχε στην κριτική των συμπατριωτών του»[29].

Το σχέδιο Μακμίλλαν δημιούργησε την πεποίθηση στην ελληνική πλευρά ότι βαίνουμε  με βεβαιότητα προς την καταστροφή με την διχοτόμηση της Κύπρου και την τουρκική συγκυριαρχία. Ταχύτατα ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας μετατρέπεται σε  ανοιχτό πόλεμο Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, γεγονός που ευνοούσε το σχέδιο της διχοτόμησης και της μετακίνησης πληθυσμών. Ο Αβέρωφ γράφει ότι το βράδυ της 7ης Ιουλίου 1958, λίγο μετά τις δέκα, νέοι Τούρκοι επιτίθονται ομαδικά στους Έλληνες της Λευκωσίας, ώστε «αιφνιδιασμένοι, χτύπησαν τις καμπάνες των εκκλησιών τους, κι αυτό αύξησε τη δραματικότητα των νυκτερινών εκείνων ωρών. Οργανωμένη αντίσταση δεν ήταν εύκολο να προβάλουν ξαφνικά. Μόνο μια ομάδα, υπό το Γλαύκο Κληρίδη, έφραξε τις προσβάσεις προς την Ωμορφίτα και προφύλαξε έτσι αυτή την συνοικία»[30]. Ο διπλωμάτης Π.Πιπινέλης ήταν ο μόνος που «τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της αποδοχής του σχεδίου με διατύπωση μερικών επιφυλάξεων, τις οποίες μάλιστα, πρόχειρα, διατύπωσε γραπτώς»[31]. Παρόλα αυτά η ελληνική διπλωματία αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις για την αποτροπή της διχοτόμησης και του σχεδίου Μακμίλλαν.

Τελικά, παρά κάποιες επιτυχίες στον ΟΗΕ, οδηγηθήκαμε στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Ο Γ.Σεφέρης με πρωτοκολλημένη επιστολή της 25ης Δεκεμβρίου 1958 διατυπώνει τις αντιρρήσεις του  και περιγράφει τους νέους κίνδυνους για τον κυπριακό ελληνισμό[32]. Σε ήπιο τόνο και φιλικό απάντησε ο Αβέρωφ και προσπάθησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες του για την ανειλικρίνεια των Άγγλων και των Τούρκων. Πίστευε ότι στην τελική συμφωνία θα καλύπτονταν οι κίνδυνοι που βλέπανε και θα είχαν αποσοβηθεί οι πολύ μεγαλύτεροι κίνδυνοι των προηγούμενων σχεδίων. Παρόλα αυτά «η επιστολή του είχε τη χρησιμότητα ότι, επισημαίνοντας κινδύνους και πιθανές πονηρίες, μας έκαμε να τις προσέξουμε περισσότερο κατά τις επόμενες και πιο προχωρημένες συνομιλίες»[33]. Ο Ε.Αβέρωφ παραδέχθηκε ως το μοναδικό λάθος της διαπραγμάτευσης την δυνατότητα veto  της τουρκοκυπριακής πλευράς σε δημοσιονομικά θέματα  και θέσπισης φόρων.

Ο Σεφέρης σημειώνει στις «Μέρες».Το 1959 είναι η χρονιά της Συμφωνίας της Ζυρίχης. Την 1 Γενάρη 1959 σημειώνει:

«Την μάν’ αυτοί, που τους γεννά,

την  ρουκανούν παντοτεινά,

-σαν δένδρο το σκουλούκια.

Και παίρνουν, γι’ άπειρα πουγγιά,

ελεημοσύν’ απ’ την Φραγκιά

-κι’  απ’ την Τουρκιά- Χαστούκια!»

                 Βιζυηνός, Ατθίδες αύραι

               «Το συναξάρι του Αγίου Κασσιανού»

                     Λονδίνο,1883

Ο Σταύρος Παπασταύρου μου άφησε τ’ απόγεμα, πρωτοχρονιάτικο δώρο, το παραπάνω βιβλίο. Το ξεφύλλισα το βράδυ- Ελεημοσύνη απ’ τη Φραγκιά, κι απ’ την Τουρκιά χαστούκια- έπειτα από ¾ του αιώνα, και τόσα, και τόσα- δεν αλλάξαμε, αλίμονο»[34]

Στις 14 Ιουνίου 1959 συμπεραίνει για την Συμφωνία της Ζυρίχης: «κι έρχεται το Κυπριακό: πόλεμος με τους πριν συμμάχους⸱ συνεργασία με τους πριν εχθρούς⸱ οι αγνοί, εκείνοι που τα παίξαν όλα για όλα για την Αγγλία, εκείνοι που θυσιάστηκαν για να κρύψουν και να φυγαδέψουν τους Άγγλους, δεν καταλαβαίνουν⸱ ΕΟΚΑ⸱ ένα αφάνταστο ξέσπασμα ηρωισμού που καταλήγει στη Ζυρίχη⸱ που φέρνει πίσω τον Τούρκο στο νησί⸱ αυτόν τον Τούρκο που πέρασε τον πόλεμο χωρίς να δώσει τίποτε⸱ και που δεν έχει ξεχάσει τη μέθοδο του Βαρλικιού ή τη μέθοδο του ‘55(Πόλη), όταν βρει την κατάλληλη ευκαιρία –φυσικά έτσι είναι ο άνθρωπος⸱ έτσι ήταν πάντα⸱ άραγε όμως αρκεί αυτό το απόφθεγμα για να κλείσει η τραγωδία –ή μήπως η τραγωδία συνεχίζεται⸱ κι αν συνεχίζεται, όπως είναι το πιθανότερο, πως συνεχίζεται; Κι εκείνος που θέλει να κάνει το σωστό, εκείνος που βλέπει ταυτόχρονα αυτή την πρόοδο της άτης- ποιο είναι το χρέος του; Τι πρέπει να πει στους νέους που είναι έτοιμοι να χύσουν το αίμα τους για μια «μεγάλη υπόθεση» πάλι και πάλι»[35]

Στις 17 Απρίλη 1960 γράφει και πάλι επικριτικά για όσους διαπραγματεύτηκαν την Συμφωνία της Ζυρίχης: «Έτσι όταν το Κυπριακό ήταν στην κρίση του, τότε που είχα πάρει την απόφαση να βοηθήσω όσο μου ήταν δυνατό, να συνεισφέρω, έστω και μόνος ανάμεσα στον υπάρχοντα, τον δεδομένο θίασο, κουραζόμουνα, αλλά φυσιολογικά»[36].

Στις 11 Μάη 1971 ο εσωτερικός διάλογος του Γ.Σεφέρη ολοκληρώνεται απαντώντας στις ανακρίβειες της "Εστίας" για την εμπλοκή του στο Κυπριακό. Πρόκειται για μια προσπάθεια να κηλιδωθεί ο ποιητής που είχε τολμήσει να μιλήσει κατά της στρατιωτικής δικτατορίας:
        «Χρόνια τώρα δεν αγγίζω την καθημερινή μολυντήρα που κάθε απόγεμα βγαίνει έξω να λερώσει. Καμιά φορά ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ταχτικός αναγνώστης της, μου στέλνει κανένα υβριστικό απόκομμά της για να λάβω γνώση. Έτσι και σήμερα έλαβα δια χειρός τα χτεσινά καμώματά της: βρίζει το σύμπαν, εκτός φυσικά από τον Γρίβα που φωνασκεί ακόμη για Ένωση κτλπ. μολονότι ξέρει πολύ καλά ότι ένωση σημαίνει διαμελισμός. Όσο για μένα ξέρουν πολύ καλά - όσοι δεν το νομίζουν σκοπιμότερο να μην το ξέρουν - ότι υπάρχει υπηρεσιακό σημείωμα μου γραμμένο στο Παρίσι, στο ξενοδοχείο Bristol, τη νύχτα 18-19 Δεκεμβρίου 1958. Το έδωσα εγώ ο ίδιος στα χέρια του Υπουργού Εξωτερικών (Αβέρωφ) στις 19 το πρωί προτού αναχωρήσει για την Αθήνα. Τότε είχα λάβει γνώση πρώτη φορά ορισμένων παραχωρήσεων που ετοιμαζόμασταν να κάνουμε στη Ζυρίχη (εκτός από τους στρατιωτικούς όρους). Επίσης πρέπει να υπάρχει, αν έχουν φυλάξει και δεν τον έχουν καταστρέψει το φάκελο της εποχής εκείνης, επιστολή μου, από την πρεσβεία μου στο Λονδίνο, στον Αβέρωφ της Πέμπτης 25 Δεκ. 1958 με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου 357.918. Αυτός ο αριθμός θεωρήθηκε από τον Αβέρωφ μεγάλη προδοσία , υποθέτω γιατί τον εμπόδιζε να ξεχάσει το γράμμα στην τσέπη του. Αυτά για τις πρώτες αντιδράσεις μου, οι οποίες είχαν το αποτέλεσμα να αποκλεισθώ από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης. Υπήρχαν όμως και χειρότερα: στρατιωτικοί όροι προς όφελος των Τούρκων. Γι' αυτούς κάτι έμαθα εξ ακοής στο Λονδίνο από συνάδελφο που είχε περάσει από τη συνδιασκεπτόμενη Ζυρίχη. Τότε σκέφθηκα σοβαρά να παραιτηθώ. Έμεινα δύο νύχτες άγρυπνος. Ο λόγος που βάρυνε τελικά στην κρίση μου και μ' εμπόδισε να το πράξω ήταν ότι εκεί που είχαμε καταντήσει, θα ωφελούσα μόνο το Κ.Κ. και την Εστία. Από το χρόνια εκείνα ως τώρα και Κύριος οίδε για πόσον καιρό ακόμη η "Ένωση" δεν μπορεί να σημαίνει παρά διαμελισμό του νησιού. Αυτό το αποσιωπούν και ο Γρίβας και οι διάφορες Εστίες και άλλοι δήθεν υπερπατριώτες που προσπαθούν να κάμουν τις δουλίτσες τους ρίχνοντας στάχτη στα μάτια του απλοϊκού κοσμάκη»[37].

Ο Γ.Σεφέρης παρά τις ενστάσεις που είχε για τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου γνώριζε ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να υπαναχωρήσει από τις συμβάσεις που είχε υπογράψει δίχως να πληρώσει βαρύ κόστος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η πολιτική Γρίβα και της ΕΟΚΑ Β’ οδηγούσε στην διπλή ένωση και στον διαμελισμό της Κύπρου. Ο εκπρόσωπος τύπου της ΕΟΚΑ Β’, ο Σπύρος Παπαγεωργίου δήλωσε μετά την τουρκική εισβολή, ότι είχαν αποτελέσει τους «χρήσιμους ηλίθιους». Ακριβώς επειδή οι παραπάνω συμφωνίες ήταν ένας δύσκολος συμβιβασμός, που για να εξασφαλίσουν την ενότητα του κράτους, παραχωρούσαν στους Τουρκοκύπριους πολύ περισσότερα δικαιώματα από αυτά που αναλογούσαν στην πληθυσμιακή τους σύνθεση, θα έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Θα έπρεπε να καθησυχαζόταν η Τουρκία, θα έπρεπε σταδιακά να ανέβαινε το βιοτικό επίπεδο των Τουρκοκυπρίων και να αποφεύγονταν οι πράξεις βίας. Εκ των υστέρων γνωρίζουμε ότι δεν υπήρξε λάθος που να μην έγινε.

Στις επιστολές του Γιώργου και της Μάρως Σεφέρη μεταφέρεται το κλίμα δυσαρέσκειας του Αβέρωφ για τις επιστολές Σεφέρη, ειδικά επειδή τις πρωτοκόλλησε και απέκτησαν από ιδιωτικό, δημόσιο χαρακτήρα. Η Μάρω στην επιστολή της 22.1.1959 γράφει ότι η Ιωάννα Τσάτσου  ομολογεί ο σύζυγος της Κ.Τσάτσος   την επιστολή προς τον Σεφέρη την έγραψε  πιεζόμενος από τον Ε.Αβέρωφ, ενώ ο Κ.Καραμανλής δεν είχε λάβει γνώση[38]. Η Μάρω θα επαναλάβει περίπου τα ίδια στην επιστολή 24.1.1959. Σε  νέο γράμμα στις 24.1.1959 γράφει ότι η Ιωάννα είναι αγανακτισμένη με το περιεχόμενο της επιστολής του Τσάτσου προς τον Σεφέρη[39]. Την ίδια ατμόσφαιρα μεταδίδουν οι επιστολές της Μάρως  στις 13.2.1959 και 27.2.1959.

Αναμφίβολα έχει δίκαιο ο Τσάτσος για τις επικρίσεις που διατύπωσε για την εξωτερική πολιτική του κυπριακού κράτους. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όπως και ο Γρίβας άλλωστε, επέλεξε αντί του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ μια ουδετερόφιλη, τριτοκοσμική πολιτική, στο κέντρο των Αδεσμεύτων. Δεν νοείται όμως το κυπριακό  κράτος να ακολουθεί διαφορετική εξωτερική πολιτική από αυτή του ελλαδικού κράτους. Από την πολιτική της ουδετερότητας δεν έλαβε κανένα κρίσιμο όφελος, εκτός από την υποστήριξη σε ορισμένες ψηφοφορίες στον ΟΗΕ. Η πολιτική αυτή αναθεωρήθηκε πολλές δεκαετίες μετά, με την επίσημη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και την θεμελίωση στρατηγικών σχέσεων με το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ.

Η σπουδή να αναθεωρηθεί το σύνταγμα της Ζυρίχης επιδείνωσε τις σχέσεις με τους Τουρκοκύπριους. Ο Ε.Αβέρωφ υποστηρίζει ότι τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να λυθούν με διαπραγματεύσεις και την διατήρηση χαμηλών τόνων. Παρά το αίμα που χύθηκε, την άμεση απειλή  για εισβολή που δέχθηκε η κυπριακή δημοκρατία, η οποία αποσοβήθηκε χάρις την παρέμβαση του προέδρου Τζόνσον, οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις που από ελληνικής πλευράς βρέθηκαν ο Γλαύκος Κληρίδης και ο δικαστής Μ.Δεκλερής  οδήγησαν του Τουρκοκύπριους να αποδεχθούν σχεδόν το σύνολο των 13 σημείων  ώστε πλέον να έχουμε το δεύτερο ελληνικό κράτος[40]. Συγκεκριμένα ο Μ.Δεκλερής τονίζει ότι η ελληνική τακτική ήταν «παραίτηση των Τουρκοκυπρίων από τα υπερβολικά προνόμια της Ζυρίχης με αντάλλαγμα την παροχή αυτοδιοικήσεως»[41], ώστε «οι τουρκικές παραχωρήσεις στην οργάνωση του κράτους ήταν ικανοποιητικές και σχεδόν κάλυπταν τις κυριώτερες αξιώσεις της ελληνικής πλευράς, όπως είχαν διατυπωθεί ευθύς εξαρχής στα 13 Σημεία του Μακαρίου(1963)»[42].

Η απόρριψη του σχεδίου Άτσεσον από την ελληνική πλευρά, αλλά και από την τουρκική, ήταν σωστή. Η φιλοσοφία του σχεδίου ήταν η Ένωση έναντι ανταλλαγμάτων προς την τουρκική πλευρά ώστε να κατευναστούν οι αντιρρήσεις της. Το αντάλλαγμα ήταν κομμάτι του Έβρου, στην συνέχεια η Ρόδος, το Καστελόριζο και τελικά ένα μέρος της Κύπρου, πιθανότατα η Καρπασία, που θα δινόταν ως βάση στην Τουρκία κατά κυριαρχία ή με ενοίκιο για πενήντα χρόνια. Σε αυτή την περίπτωση θα είχε αποκτήσει το στρατιωτικό προγεφύρωμα που θα απειλούσε να καταπιεί όλο το νησί. Ο Μακάριος και ο Γρίβας το απέρριψαν, ενώ το σενάριο της μονομερούς Ένωσης, δίχως την σύμπραξη της Τουρκίας, θα οδηγούσε σε ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Μετά τα επεισόδια στην Κοφίνου, η χούντα απέσυρε την ελληνική μεραρχία, αφήνοντας το νησί στο έλεος των τουρκικών επιδιώξεων. Με δυσκολία ο Μακάριος διατήρησε την Εθνική Φρουρά ανθιστάμενος στις διεθνείς πιέσεις. Στην συνέχεια ο εμφύλιος που εξαπέλυσε η ΕΟΚΑ Β΄ εξουθένωσε τον κυπριακό ελληνισμό. Το πραξικόπημα Ιωαννίδη έδωσε την αφορμή που η Τουρκία περίμενε. Το χουντικό καθεστώς, παρά τις έγκυρες και αναλυτικές πληροφορίες που είχε από πολλές πλευρές, δεν έπραξε απολύτως τίποτε ώστε να προετοιμάσει την αντίσταση στην επικείμενη εισβολή.

Ο Σεφέρης είχε δίκαιο όταν υποστήριζε ότι η προσπάθεια για Ένωση μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου θα οδηγούσε στον διαμελισμό και την διπλή Ένωση. Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή και υπομονή. Χρειάζονταν μεγαλύτερες προσπάθειες, οικονομικές και πολιτικές, ώστε οι Τουρκοκύπριοι να αισθανθούν την Κυπριακή Δημοκρατία ως το σπίτι τους και να ενσωματωθούν  ομαλά σε αυτή. Οι ευθύνες της χούντας Παπαδόπουλου και ιδιαίτερα της χούντας Ιωαννίδης είναι εγκληματικές. Η αδυναμία στοιχειώδους ανάλυσης της διεθνούς πραγματικότητας, η αποτυχία αμυντικής προετοιμασίας, η καταστρατήγηση του διεθνούς δικαίου και της δημοκρατικής νομιμότητας σε συνδυασμό με την χρήση μιας αφελούς πατριδοκάπηλης ρητορικής, από μέρους της χούντας Ιωαννίδη έφεραν τα σταυρικά πάθη και τον όλεθρο του κυπριακού ελληνισμού.  Αν το κυπριακό κράτος θεωρείτο ως ο τακτικός στόχος και η Ένωση ο στρατηγικός, αν  θα είχε επικρατήσει ηρεμία και λογική, αν αντί του εμφυλίου είχε επιλεγεί η κατανόηση και η ενότητα, τότε δεν θα είχε η μεσολαβήσει η τουρκική εισβολή και η απώλεια του 37% , όλο το νησί θα είχε ενωθεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση και πιο ειδικά με το ελλαδικό κράτος. Η Κύπρος με τον δραστήριο και έξυπνο λαό της θα ήταν ένα πρότυπο κράτος στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, μια «Ελβετία» της περιοχής.



[1] Κ.Τσάτσος, Λογοδοσία μιας ζωής, α’ τόμος, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2001, δ’ έκδοση, σελ.349,350,351,352, 353,354.

[2] Ό. π. σελ.200.

[3] ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ-Η πολιτική ως δημιουργία, εκδόσεις Ευρασία και Ίδρυμα Κ.Καραμανλής, σελ.402.

[4] Ό. π. σελ. 402.

[5] Ό. π. σελ.402.

[6] Ό. π. σελ.403.

[7] Ό. π. σελ.403.

[8] Ό. π. σελ. 404.

[9] Ό. π. σελ. 404,405.

[10] Ό. π. σελ. 405.

[11] Άγγελος Σ.Βλάχος, Δέκα χρόνια Κυπριακού, βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2003, β’ έκδοση, σελ.22.

[12] Ό. π. σελ. 37.

[13] Ό. π. σελ.39.

[14] Ό. π. σελ.81.

[15] Ό. π. σελ.263.

[16] Ό. π. σελ. 265.

[17] Ό. π. σελ.266.

[18] Ό. π. σελ. 271.

[19]  Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, α’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 93.

[20] Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, β’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 21.

[21] Ό. π. σελ. 22.

[22] Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, α’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 226.

 

[23] Ό. π. σελ.245.

[24] Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, β’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 15.

[25] Ό. π. σελ.96.

[26] Ό. π. σελ.108.

[27] Ό. π. σελ.202.

[28] Ό. π. σελ.139.

[29] Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, α’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 97.

[30] Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, β’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 37.

[31] Ό. π. , σελ. 50.

[32] Αναλυτικότατα περιγράφονται τα επιχειρήματα του Σεφέρη και του Αβέρωφ αντίστοιχα στα βιβλία: Γιώργος Γεωργής, Σεφέρης- Αβέρωφ- η ρήξη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2018, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Ο διάλογος Γιώργου Σεφέρη-Ευάγγελου Αβέρωφ, οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019.

[33] Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα, Ιστορία χαμένων ευκαιριών-Κυπριακό 1950-1963, β’ τόμος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», β’ έκδοση, Αθήνα 1982, σελ. 164.

[34] Γ.Σεφέρης, Μέρες Ζ’, 1 Οκτώβρη 1956-27 Δεκέμβρη 1960, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1996, σελ.93.

[35] Ό. π. σελ. 118.

[36] Ό. π. σελ. 181.

[37] Γ.Σεφέρης, Μέρες Θ' 1 Φεβρουαρίου 1964- 11 Μάη 1971, φιλολογική επιμέλεια Κατερίνα Κρίκου- Davis, Αθήνα, Ίκαρος 2019, σελ. σελ.240,241,242.

[38] Μάρω και Γιώργος Σεφέρης, β’ τόμος 1944-1959, φιλολογική επιμέλεια Μαρία Στασινοπούλου, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2005, σελ.590.

[39] Ό. π. σελ.595.

[40] Αναλυτικά στο βιβλίο του Μιχαήλ Η. Δεκλερή, Κυπριακό-η τελευταία ευκαιρία 1972-1974, εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα 2003.

[41] Ό. π. σελ.96.

[42] Ό. π. σελ.102.