Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Αθανάσιος Παπανδρόπουλος: για τον Κώστα Παπαϊωάννου- Reqviem για έναν εραστή της ελευθερίας


Αθανάσιος Παπανδρόπουλος: για τον Κώστα Παπαϊωάννου- Reqviem για έναν εραστή της ελευθερίας

Περιοδικό Εποπτεία, τεύχος 64, Ιανουάριος 1982, σελ.5,6,7

 

Τα βιβλία του Κώστα Παπαϊωάννου κυκλοφορούν από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις και κάποια (Η ψυχρή ιδεολογία) από τις εκδόσεις Ύψιλον.











 

Ο Κώστας Παπαϊωάννου, πριν απ’ όλα, ήταν ένας άνθρωπος ελεύθερος. Και ήταν τέτοιος γιατί αρνιόταν να υποτάξει το πνεύμα του στη μαγική δύναμη του Λόγου και στη μυθική έλξη της Ιδέας. Μ’  άλλα λόγια, ο μεγάλος Έλληνας πολιτικός φιλόσοφος, που πρόσφατα πέθανε στο Παρίσι -όπου είχε διαπρέψει- απεχθανότα, όπως θάλεγε και ο Ζαν Γκρενιέ το πνεύμα της ορθοδοξίας. Ήταν, έτσι, εχθρός των κλειστών συστημάτων μέσα στα οποία, το άτομο, με κίνδυνο να εξοστρακιστεί, πρέπει να ταχθεί, να ευθυγραμμιστεί να υποταχθεί στην κυρίαρχη θέληση. Μοιραία λοιπόν, το κολοσσιαίο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου στη χώρα μας θα παραμείνει άγνωστο. Γιατί είναι αυτό ενός αιρετικού. Ενός ανθρώπου δηλαδή που ανήκει πάντα στην μειοψηφία. Στους λίγους. Φανατικός πολέμιος του ολοκληρωτισμού και στιβαρός κριτικός θαυμαστής του μαρξισμού, ο Κώστας   Παπαϊωάννου, όταν ξεκίνησε την διανοητική του μάχη με τον δογματισμό και την διανοητική παραμόρφωση ήδη ξεπερνούσε την εποχή του. Γινόταν έτσι πρόδρομος. Σαν το Φάουστ μας προετοίμαζε για το τέλος. Δηλαδή για την αποκάλυψη της μεγάλης απάτης. Αυτής του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ταυτόχρονα όμως, έμπαινε και στο περιθώριο. Στη Γαλλία της δεκαετίας του 50, όπου κατέφυγε το 1948 ο νεαρός γιός του Στρατή Παπαϊωάννου και μαχητικό στέλεχος της ΕΠΟΝ μέχρι το 1947, ήταν σχεδόν προκλητικό να μιλάει κανείς για τον ολοκληρωτισμό, τη στιγμή που ένας Σάρτρ πίστευε ότι «οι αντικομμουνιστές είναι σκυλιά».

  Η διαύγεια και το ελεύθερο πνεύμα, στη Γαλλία της εποχής εκείνης, έστελναν τον κάτοχο τους στους … άλλους. Σ’ αυτούς τους «φοβερούς» ανθρώπους που έψαχναν, ερευνούσαν, ανέλυαν, πειραματίζονταν. Και  κυρίως, όμως επαλήθευαν. Επαλήθευαν την ομοιότητα της θεωρίας με την πράξη. Όπως ακριβώς, φιλοδοξούσε να κάνει και ο Μάρξ. Οι άνθρωποι αυτοί όμως, θεωρούνταν  εχθροί της προοδευτικής ιντελλιγκέντσιας. Και η τελευταία, ενώ παρακολουθούσε το «χτίσιμο του σοσιαλισμού», στην ΕΣΣΔ συγχωρούσε τις «γκάφες» του, και απέφευγε να πάει πιο μακριά, στο βάθος της τύφλωσης της, για να δει ότι ο σταλινισμός δεν ήταν «ατύχημα», αλλά αυτή τούτη η φύση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Τη διαπίστωση αυτή, όμως, ο Κώστας Παπαϊωάννου την είχε ήδη κάνει από το 1959 σ’ ένα μνημειώδες βιβλίο του, «Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού» (έκδοση ΑΒΣΠ), με την ακρίβεια και την ικανότητα ενός δεξιοτέχνη και πεπειραμένου ανατόμου. Πραγματικός άσσος του διαλεκτικού νυστεριού, ο Έλληνας πολιτικός φιλόσοφος, με υπομονή και επιμονή άνοιγε μία -μία  τις σκωληκοειδείς αποφύσεις του ολοκληρωτισμού και κατέληγε στη διάγνωση ότι, το  φοβερό σοβιετικό καθεστώς δεν ήταν σοσιαλιστικό. «Ο σοβιετικός “σοσιαλισμός”, μας έλεγε πριν πεθάνει, είναι ένα τρομοκρατικό και βαθειά ταξικό καθεστώς, ολότελα αποκομμένο από το προλεταριάτο και τα προβλήματά του».  Και πρόσθετε: «Κάθε τρομοκρατία έχει κάτι το  μυστηριώδες: το αίμα που χύθηκε από τον Τιβέριο, ή τον Ιβάν τον Τρομερό, τον Μάριο, τον Cromell, τον Ροβεσπιέρο ή τον Λένιν μας φέρνει σ’ ένα μυστηριώδη κόσμο ανάμεσα στη Raison dEtat, την επαναστατική ανακαίνιση και τις αζτεκικές ανθρωποθυσίες. Nullus a poena hominum cessavit dies, δεν πέρναγε μια μέρα χωρίς θανατική εκτέλεση, γράφει ο Σουητώνιος στη βιογραφία του Τιβέριου μιλώντας για την περίοδο που ακολούθησε την πτώση του Σηϊανού: το ίδιο έγινε σ’ όλες τις μεταβατικές περιόδους ανάμεσα στην πτώση και την αποκατάσταση μιας κοινωνικής νομιμότητας. Αν η σταλινική τρομοκρατία φαίνεται ακατανόητη είναι γιατί θεωρείται όχι σαν ένδειξη της μετάβασης προς μια νέα καθεστωτική νομιμότητα, αλλά σαν ένας καθυστερημένος αντίλαλος του 1917. Αλλά η διπλή εργατική και αγροτική επανάσταση του 1917-1921 είχε ήδη διαμορφώσει την τρομοκρατική της εκδήλωση (τόσο την οργανωμένη από την Τσέκα, όσο και την αυθόρμητη τρομοκρατία που συνόδευσε  την επαναστατική διανομή της γης και την πάλη κατά των Λευκών) και είχε ήδη κατασταλάξει στη δημιουργία μιας νέας νομιμότητας, που στηριζόταν πάνω στο μονοπώλιο του μπολσεβικικού κόμματος σαν κόμματος της εργατικής τάξης, τη δύναμη των εργατικών οργανώσεων μέσα στον κρατικοποιημένο τομέα και την ελεύθερη ανάπτυξη της ιδιωτικής οικονομίας στην ύπαιθρο. Αυτή ακριβώς η σχετικά σταθεροποιημένη καθεστωτική τάξη κατέρρευσε ξαφνικά με την επισιτιστική κρίση του 1927-1928: η σταλινική τρομοκρατία ήταν το κύριο μέσο με το οποίο έγινε η επαναστατική άνοδος της γραφειοκρατίας στην ολοκληρωτική κοινωνική εξουσία. Χωρίς την τρομοκρατία η «αποκουλακοποίηση»  της υπαίθρου, η ένταξη  τω αγροτών στα κολχόζ, η συγκέντρωση στα χέρια του κράτους 1/3 του γεωργικού προϊόντος θάχαν μείνει στο χαρτί. Χωρίς τη συστηματική χρησιμοποίηση των τρομοκρατικών μέσων, οι εργάτες δεν θα ανέχονταν ποτέ τους τυραννικούς νόμους που η νέα τάξη επέβαλε στα εργοστάσια. Κι η εξουσία της δεν θα μπορούσε ποτέ να σταθεροποιηθεί αν δεν εξαφανίζονταν  από το κόμμα όσοι εξακολουθούσαν ακόμα να θυμούνται τις επαγγελίες του 1917.

 Η  «εκκαθάριση» του κόμματος ήταν λοιπόν η αναγκαία προϋπόθεση και το στεφάνωμα της επικράτησης της νέας τάξης. Την  1-12-1934 η δολοφονία του Κίρωφ, «δελφίνου» του Στάλιν, από έναν οπαδό του Ζηνόβιεφ που πιθανόν να ήταν πράκτορας της Γκεπεού, έδωσε το σύνθημα μιας τρομοκρατίας που δεν βάσταξε μόνο 4 μήνες σαν τη δικτατορία των Ιακωβίνων, αλλά 4 χρόνια, και που αποτύπωσε τη σφραγίδα της πάνω σ’ ολάκερη τη σοβιετική κοινωνία, μέχρι το θάνατο του Στάλιν.

Σ’ άλλο του αποκαλυπτικό βιβλίο , «Η ψυχρή ιδεολογία» (Παρίσι 1967, εκδόσεις Pauvert) ο Κώστας Παπαϊωάννου, σαν νέος Μαρξ, ανέτρεπε ουσιαστικά τη μαρξιστική κριτική του εγελιανισμού και απεδείκνυε ότι η ιδεολογία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν μια αλλοτριωμένη στον μύθο συνειδιασιακή μορφή που χρησίμευε σαν αναγκαία πολιτικο-κοινωνική επίφαση για την συντήρηση και επιβίωση ενός συστήματος, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να εκπληρώσει όσα επαγγελλόταν. Ακόμα περισσότερο, σ’ ένα κοινό βιβλίο που έγραψε με τον Μπορίς Σουβάριν, υπογράμμιζε ότι «το Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης έχοντας πάψει να αντιπροσωπεύει το προλεταριάτο, πεισματικά, αρνείται αυτή την ίδια την ύπαρξη της τάξης που λέει ότι εκπροσωπεί. Για τον λόγο αυτό, κάθε διαμαρτυρόμενο εργάτη τον μετατρέπει σε «μικροαστό» ή σε «αναρχικό στοιχείο» προκειμένου, στην συνέχεια, να τον κατατάξει σε μια τάξη «προδοτών», απομακρυσμένων από τις «πραγματικές δυνάμεις του προλεταριάτου». Κάτω από τις συνθήκες αυτές, για τον Έλληνα πολιτικό φιλόσοφο, η πραγματική ιστορία της Ρωσίας παραχωρούσε τη θέση της στην μεταιστορία και στην υποιστορία. Μεταιστορία είναι οι «χαρούμενοι παράδεισοι» που κάθε χρόνο ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» υπόσχεται στους δούλους του και υποιστορία είναι αυτοί οι «σκοτεινοί φασιστο-τροτσικιστές πράκτορες» που υπονομεύουν τις προσπάθειες για το «χτίσιμο του σοσιαλισμού». Μοιραία λοιπόν το ρήγμα μεταξύ της ιδέας και της πραγματικότητας σχίζει  τον  ψευτο-ιστορικό πέπλο της αλήθειας, αλλά δεν εμποδίζει την εξαφάνιση της ιστορίας. Ο Στάλιν δεν ήταν αυτός που δήλωνε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί πια ν’ αποδειχτεί μια και πραγματοποιήθηκε η ουτοπία;». Όσο για την τελευταία ο Κώστας Παπαϊωάννου έγραφε: «Η ουτοπία ξανάγινε της μόδας. Πρόκειται για πόθο μας λένε. Ξεχνούν όμως να υπογραμμίσουν ότι αν ο πόθος ήταν μόνο ουτοπικός, η ανθρωπότητα θάχε εξαφανιστεί στη πρώτη γενιά. «Το πνεύμα της ουτοπίας, είναι η ελπίδα», μας λέει ένας ναυαγός του millenium, αλλά ξεχνάει να υπενθυμίσει ότι αν η ελπίδα αφορούσε μόνο τις χίμαιρες θάμαστε ακόμη στην εποχή των σπηλαίων. “Πρέπει να εξουτοπίσουμε το σύμπαν” έλεγε ο καυμένος ο Καμπέ. Αλλά, αυτό που ήταν, τότε, μια κενολογία ενός ρήτορα της δεκάρας, στον αιώνα μας έγινε αντικείμενο εμπειρικής «επιστημονικής»  επαλήθευσης από δολοφόνους και φανατικούς μεταμφιεσμένους σε εκτελεστές της Έσχατης Κρίσης: πρόκειται για τους προφήτες της «τελικής πάλης» και τους διαχειριστές της εξίσου «τελικής λύσης». Γνωρίζουμε σήμερα, ότι το μόνο μέσο για να εξουτοπίσουμε κάτι, είναι να το εξοντώσουμε. Η «ελπίδα» να καθαριστεί  ο κόσμος από τις «βρώμικες ράτσες» και άλλους «υπανθρώπους» λίγο έλλειψε να πραγματοποιηθεί μέσα στη νύχτα και την ομίχλη. Ενώ, η ουτοπία μιας ανθρωπότητας απαλλαγμένης από τις «ιστορικά καταδικασμένες» τάξεις, έδωσε το Γκούλαγκ και χρησιμεύει πάντα στη νομιμοποίηση της τυραννίας.

«Πέρα όμως από ρωμαλέος αντίπαλος του ολοκληρωτισμού, ο Κώστας Παπαϊωάννου, λαμπρό μέλος της ελληνικής ιντελλιγκέντσιας στο Παρίσι», έγραψε ο Γάλλος ιστορικός Λε Ρουα Λαντυρί στη «Μόντ», «είχε μια πνευματική αυστηρότητα, χιούμορ και μια σκέψη ταυτόχρονα ομηρική και σωκρατική. Ενσάρκωνε μια ζωντανή, ισχυρή και αρμονική σύνθεση μεταξύ του ελληνισμού και της γαλλικής κουλτούρας». Και πράγματι ο Γάλλος ιστορικός δεν έχει άδικο. Παρά τη «φυγή» του από την μεταπολεμική Ελλάδα, ο Κ.Π. ήταν ένας από τους λίγους μελετητές του σύγχρονου ιστορικισμού, της αρχαίας κοσμολογίας και της φύσης της ιστορίας. Πολλά δε έργα στοχασμού του Έλληνα διανοούμενου δημοσιεύτηκαν στον παρισινό εκδοτικό οίκο «Diogene», αλλά τίποτε από αυτά δεν υπάρχει σήμερα. Το έργο όμως που φώτισε την πνευματική καριέρα του Κώστα  Παπαϊωάννου ήταν το περίφημο «Art Grec», που αποτελεί μνημείο του είδους και είναι ζήτημα αν υπήρξε ποτέ ταίρι του. Ωστόσο, η ηράκλεια δουλειά του Κ.Π., που εκδόθηκε από τον οίκο «Mazenod», στη χώρα μας, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη και είναι αμφίβολο αν σήμερα κάποιος από το Υπουργείο Πολιτισμού θα ενδιαφερθεί γι’ αυτήν. Εξάλλου ποιος ενδιαφέρεται για αυτούς τους λίγους που έχουν το θάρρος και την πνευματική εντιμότητα να βάζουν προβλήματα τη στιγμή που οι άλλοι οι πολλοί «κατέχουν» για πάντα τις λύσεις. Είναι αμφίβολο συνεπώς, αν θα ξαναγίνει λόγος για τον Κώστα  Παπαϊωάννου.

  «Μετά από μας τους πιστούς του χρεώστες», έγραφε στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» ο Πιερ Νορά, γνωστός αριστερός Γάλλος διανοούμενος, δεν θα υπάρξει πια κανείς που θα θυμηθεί τον πιστό φίλο, τον ακούραστο φλύαρο, που ενώ βρισκόταν στην εποχή των μικροϋπολογισμών για μια καριέρα είχε την τρελή γενναιοδωρία να σκορπίσει την γνώση του και την σωκρατική του εξυπνάδα σ’ όλες  τις αγορές της πολιτικής και της φιλίας». «Ποιος θα ξαναμιλήσει, πρόσθετε ο Πιερ Νορά, γι’ αυτό ο οποίος υπήρξε ο πρώτος πολιτικός φιλόσοφος της εποχής του που μπήκε με θάρρος στη μεγάλη διανοητική μάχη της εποχής μας». Ναι, Πιέρ Νορά, έχει δίκιο. Για τον Κώστα  Παπαϊωάννου, αυτόν τον λάτρη της πνευματικής ελευθερίας και της διανοητικής αξιοπρέπειας λίγοι θα ξαναμιλήσουν. Γι’ αυτόν το λόγο, εμείς που το γνωρίσαμε και δεθήκαμε στενά μαζί του τις τελευταίες ώρες του φυσικού του μαρτυρίου, θα κάνουμε ότι μπορούμε, ώστε αυτοί που τον γνώρισαν να μην ξεχάσουν.

……………………….

Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι ο Κώστας  Παπαϊωάννου είχε συνεργαστεί στενά με τον Γάλλο διανοούμενο Ζαν Φρανσουά Ρεβέλ στα βιβλία του τελευταίου «Ο πειρασμός του Ολοκληρωτισμού» και η «Νέα Λογοκρισία».

Τέλος, μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που είχε νοιώσει στη ζωή του ο Κώστας Παπαϊωάννου, ήταν τον Ιούνιο του 1981 όταν είχε έλθει να μιλήσει στην Αθήνα με τον φίλο του καθηγητή Αλαίν Μπεζανσόν καλεσμένπος από τον πολιτιστικό όμιλο «Κίνηση 2000». Μπαίνοντας στην σχεδόν άδεια αίθουσα του Επιμελητηρίου Αθηνών, όπου θα μιλούσε για τους «μύθους και τις αλήθειες του επιστημονικού σοσιαλισμού», ο ήδη βαρειά άρρωστος φιλόσοφος μας κοίταζε γεμάτος πικρία, θυμό και ειρωνική προδιάθεση. Και μας είπε: «Η Ελλάδα, αργά αλλά σταθερά βαδίζει προς τον ολοκληρωτισμό. Ξέρεις γιατί;  Δεν έχει αριστερά». Ο   Κώστας Παπαϊωάννου είχε δίκιο. Μακάρι όμως να μην βγει προφητικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου