Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Αντιεθνικισμός και αυτοκρατορίες: οι παρερμηνείες και τα αδιέξοδα της μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  ΡΗΞΗ φ, 120,121,122,123











Είναι ενδιαφέρον ότι μετά την άνοδο της παγκοσμιοποίησης, που επιδιώκει να αφαιρέσει από τα έθνη κάθε ισχύ, εμφανίζονται οι θεωρίες που προσπαθούν να τα απαξιώσουν, να τα σχετικεύσουν και να τα ερμηνεύσουν ως νεώτερες τεχνικές κατασκευές, οι οποίες έπαιξαν κάποιο ρόλο μεν στο   παρελθόν, κυρίως κατά την άνοδο των αστικών τάξεων, αλλά τώρα πρόκειται να υποκατασταθούν από περιφερειακές συμμαχίες ή την παγκόσμια κοινότητα. Ειδικότερα το ελληνικό έθνος αποδίδεται  στην ευέξαπτη φαντασία στοχαστών όπως ο Κοραής, ο Παπαρρηγόπουλος και ο Ζαμπέλιος
 Είναι χαρακτηριστικό  ότι όσοι στην χώρα μας χρησιμοποιούν τις θεωρίες του Άντονυ Σμίθ, του Β.Άντερσον και του Ε.Γκέλνερ, του Ε.Κεντούρι  παραλαμβάνουν τα σχήματα τους, χωρίς όμως να αποδέχονται όλες  τις συνέπειες τους. Δηλαδή η μεταμοντέρνα ιστοριογραφία  μπορεί  να ισχυρίζεται  ότι τα έθνη σε αρκετές περιπτώσεις είναι πρόσφατες κατασκευές, του κράτους ή της κινητοποίησης κάποιων διανοητών, ή του συνδυασμού και των δύο  αλλά το γεγονός αυτό δεν τους αφαιρεί σε τίποτε ούτε σε δυναμισμό ούτε σε μακρά προοπτική. Επίσης οι τέσσερις αυτοί ιστορικοί γνωρίζουν ο ένας το έργο του άλλου και σε άλλα σημεία συμφωνούν και σε άλλα διαφωνούν ώστε είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ότι εκπροσωπούν μια ενιαία χωρίς αποκλίσεις σκέψη. Για παράδειγμα ο Γκέλνερ επικρίνει τον Ε.Κεντούρι  για την άποψη που θεωρεί τον Ι.Κάντ ως πρόδρομο του εθνικισμού, ενώ ο Ε.Κεντούρι απορρίπτει την αποκλειστική συνύφανση του εθνικισμού με την βιομαχανική κοινωνία που διατυπώνει ο Γκέλνερ.
Στην χώρα μας, Ε.Γκέλνερ είναι κυρίως γνωστός για τα δύο έργα του με θέμα τον εθνικισμό, με τίτλο "Έθνη και εθνικισμός "(μετ. Δώρα Λαφαζάνη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 1992) και "Εθνικισμός: πολιτισμός, πίστη και εξουσία"(μετ. Λύδια Παπαδάκη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2002). Το βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι ο εθνικισμός αποτελεί στοιχείο της νεωτερικότητας. Ακολουθεί την εκβιομηχάνιση και την εγκαθίδρυση ενός κράτους που δίνει ενιαία  χαρακτηριστικά στον κοινωνικό χώρο που ελέγχει. Ο προτεσταντισμός  είναι η θρησκεία που περισσότερο από κάθε άλλη ευνόησε με πολλούς τρόπους, αλλά κυρίως με   την καλλιέργεια των τοπικών γλωσσών  την εμφάνιση των εθνικισμών. Αναφορές του Γκέλλνερ σχετικά με την συνάφεια προτεσταντισμού-εθνικισμού επαναλαμβάνονται και στα δύο παραπάνω έργα του. Το πόρισμα του -βεμπεριανής έμπνευσης- μπορεί να συμπυκνωθεί στην ακόλουθη απόφανση: "είναι σαφές ότι οι δύο διαδικασίες, ο εθνικισμός και ο προτεσταντισμός, έχουν μια συγγένεια τόσο στις κεντρικές ιδέες όσο και στις κοινωνικές συνέπειές τους"[1].
Σε αντίθεση με όσους επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν τον Γκέλλνερ ιδεολογικά και να του δώσουν μια μονολιθικότητα την οποία δεν είχε, η σκέψη του κριτική και αδογμάτιστη,  εξομαλύνει  ή και αναιρεί το  θεμελιώδες πόρισμα του, ότι ο εθνικισμός αναδύεται μαζί με την εκβιομηχάνιση και το γραφειοκρατικό κράτος, με την παραδοχή γεγονότων που ούτε περιλαμβάνονται ούτε εξηγούνται από αυτό. Πιο συγκεκριμένα, διαπίστωσε ότι η επανάσταση των Ελλήνων και των βαλκανικών λαών γενικότερα, συνιστούν "μείζον πρόβλημα"[2] για την θεωρία του, διότι πρόκειται για εθνικά επαναστατικά κινήματα που αναδύθηκαν σε προβιομηχανικές και προαστικές κοινωνίες. Με τρόπο γλαφυρό γράφει: "το Ναύπλιο (πρώτη πρωτεύουσα της ανεξάρτητης Ελλάδας) και η Αθήνα του πρώιμου 19ου αιώνα παρουσιάζουν ελάχιστη ομοιότητα με το Μάντσεστερ του Ένγκελς, ενώ ο Μωριάς δεν έμοιαζε με τα λαγκάδια του Λάνκασαϊρ"[3]. Με οξυδέρκεια που δεν χαρακτηρίζει κάποιους νεοφιλελεύθερους ή κάποιους μαρξιστές αρνητές του εθνικού ζητήματος, επισημαίνει ότι "παρά την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν τον 20ο αιώνα .Και  δεν ήταν η GATT αλλά η MAD (Mutually Assured Destruction: αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή) που εμπόδισε τη διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας πολέμων μετά το 1945.   Ο ισχυρισμός ότι η εργατική τάξη δεν διακατέχεται από εθνικισμό είναι αστείος"[4].
Βέβαια ο Γκέλνερ αντιμετωπίζει τον πατριωτισμό θετικότερα από ότι τον εθνικισμό, που τον ορίζει ως αγάπη προς έναν πολιτισμό, ενώ προσδιορίζει την γενεαλογία του στις προ-νεωτερικές και προβιομηχανικές κοινωνίες. Για την ακρίβεια θεωρεί ένα τέτοιο πατριωτισμό, που εξασφαλίζει αντοχή και διάρκεια σε ομάδες και συσσωματώσεις, πως αποτελεί "μόνιμο συστατικό της ανθρώπινης ζωής"[5]. Συγχρόνως επικρίνει τον μαρξισμό  διότι -σε κάποιες εκδοχές του τουλάχιστον- αρνείται να αποδεχθεί την αυτοτέλεια του εθνικού ζητήματος και βλέπει "την εθνοτική σύγκρουση ως συγκαλυμμένη ταξική σύγκρουση"[6], ενώ εμφατικότερα επισημαίνει ότι "στην πραγματικότητα, η εθνότητα μπαίνει στην πολιτική σφαίρα ως "εθνικισμός" σε εποχές που η οικονομική βάση της κοινωνικής ζωής απαιτεί την πολιτισμική ομοιογένεια και συνέχεια (και όχι την αταξικότητα), και όταν κατά συνέπεια οι ταξικές διαφορές που συνδέονται με την κουλτούρα γίνονται ενοχλητικές, ενώ οι εθνοτικά απροσδιόριστες βαθμιαίες ταξικές διαφορές παραμένουν ανεκτές"[7]. Η όψιμη κατά συνέπεια ανάδυση του εθνικισμού δεν τον στερεί από δυναμισμό και προοπτική -το αντίθετο μάλλον- ενώ "στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος της εποχής του εθνικισμού δεν είναι ούτε συμπαθέστερος ούτε αντιπαθέστερος από τους ανθρώπους άλλων εποχών. Υπάρχουν κάποιες αμυδρές ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες πιθανόν να είναι συμπαθέστερος. Τα εγκλήματα των άλλων εποχών είναι ισάξια με τα δικά του. Είναι περισσότερο εμφανή μόνο και μόνο επειδή ακριβώς προκαλούν μεγαλύτερη αποστροφή, και επειδή εκτελούνται με πιο ισχυρά τεχνολογικά μέσα "[8].
Είναι προφανές συνεπώς ότι ο στοχασμός του Γκέλλνερ, στην χώρα μας, υπήρξε αντικείμενο παρερμηνείας. Σε αντίθεση με όσους θεωρούν το ελληνικό έθνος ως νεωτερική κατασκευή, αυτός αποδέχτηκε τον ιστορικό του χαρακτήρα ακόμη κι αν αυτό εξασθένησε τον καθολικό χαρακτήρα της θεωρίας του.

Ένας άλλος στοχαστής,  στον έργο του οποίου γίνεται συχνά αναφορά  είναι ο καθηγητής του LSE  Άντονυ Σμίθ. Στην χώρα μας μεταφράστηκε η μελέτη του «Εθνική Ταυτότητα», η οποία όμως υπήρξε θύμα μιας επιλεκτικής ανάγνωσης του που παραλείπει να αναφερθεί στο γεγονός ότι ο Α.Σμίθ εντόπισε πολλά θετικά στοιχεία στα έθνη, ενώ επιπλέον διαπίστωσε σε αυτά έναν τεράστιο ιστορικό δυναμισμό. Το κυριότερο μειονέκτημα που έχει ο ορισμός  του, που αποδίδει στο έθνος ως «ένας κατονομασμένος ανθρώπινος πληθυσμός που μοιράζεται μια ιστορική εδαφική επικράτεια κοινούς μύθους και ιστορικές μνήμες, μια μαζική δημόσια κουλτούρα κοινή οικονομία και κοινά όλα τα μέλη νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις»[9] είναι πως ταυτίζει την ύπαρξη του έθνους με την δημιουργία κράτους. Όπως ισχυρίζεται "το κράτος υπήρξε η απαραίτητη προϋπόθεση και μήτρα για την κυοφορία της -τόσο έκδηλης στις μέρες μας εθνικής νομιμοφροσύνης"[10].  Με αυτόν τον τρόπο  δεν μπορεί να αναγνωρίσει ως έθνη τους αρχαίους Αιγύπτιους, τους Κινέζους, τους αρχαίους Έλληνες ή τους Εβραίους σε αντίθεση μάλιστα με ότι υποστήριξε ο  Ένγκελς στο δοκίμιο του «η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Επίσης, ο Α.Σμιθ δεν μπορεί να απαντήσει για τα πως πρέπει να προσδιορίσουμε τα μέλη μιας εθνότητας που βρίσκονται εκτός του εθνικού τους κράτους ή δεν έχουν επιτύχει ακόμη να δημιουργήσουν το δικό τους αυτόνομο κράτος. Το περίεργο όμως είναι ότι κάποιοι Έλληνες ιστορικοί ξεκινώντας από την πιο προβληματική πλευρά της προσέγγισης του Α.Σμίθ, προσπαθούν να  δείξουν ότι ο ελληνισμός είναι νεώτερη κατασκευή, χωρίς ιστορικό βάθος, μεταγενέστερη από το ελληνικό κράτος, αποτέλεσμα  σε ένα μεγάλο βαθμό διανοούμενων όπως ο Α.Κοραής, ο Σ.Ζαμπέλιος και ο Κ.Παπαρρηγόπουλος.
Ο Α.Σμίθ σε αντίθεση με την μαρξική παράδοση θεωρεί ότι το έθνος είναι στερεότερο σημείο αναφοράς από ότι η κοινωνική τάξη διότι την τελευταία την διακρίνει η «περιορισμένη συναισθηματική έλξη  και η έλλειψη πολιτισμικού βάθους»[11]. Συγχρόνως αποδέχεται την ουσιώδη συνάφεια ανάμεσα στα έθνη και τις θρησκείες. Τον προβληματικό ορισμό του όμως προσπαθεί να τον θεραπεύσει με την αναφορά στην «εθνική ταυτότητα», που έχει περισσότερο πολιτιστικά χαρακτηριστικά από ότι το έθνος-κράτος, ώστε τελικά: "η εθνική ταυτότητα και το έθνος είναι σύνθετες κατασκευές που συνίστανται από έναν αριθμό διασυνδεόμενων συστατικών- εθνοτικών, πολιτισμικών, εδαφικών, οικονομικών και νομικο-πολιτικών. Δηλώνουν δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των μελών κοινοτήτων ενωμένων από κοινές μνήμες, μύθους και παραδόσεις οι οποίες μπορεί (ή όχι)  να βρουν έκφραση σε δικά τους κράτη  αλλά είναι εντελώς διαφορετικοί από τους αμιγώς νομικούς και γραφειοκρατικούς δεσμούς του κράτους. Από εννοιολογική άποψη, το έθνος έχει καταλήξει να είναι ένα μείγμα δυο διαφορετικών διαστάσεων μιας που βασίζεται στον πολίτη και το έδαφος  και μίας εθνοτικής-γενεαλογικής σε διαφορετικές κατά περίπτωση αναλογίες. Αυτό το πολυδιάστατο είναι που ανέδειξε την εθνική ταυτότητα σε μια τόσο εύκαμπτη και ανθεκτική δύναμη της σύγχρονης ζωής και πολιτικής και της επέτρεψε να συνδυάζεται επιτυχώς με άλλες ισχυρές ιδεολογίες και κινήματα χωρίς να χάνει το χαρακτήρα της"[12].
Στην εθνική ταυτότητα, ο Α.Σμιθ , αναγνωρίζει μια μεγάλη προσφορά: την κοινωνικοποίηση των ατόμων "ως μέλη του έθνους και πολίτες"[13]. Η Δύση αναγνωρίζεται ως η γενέθλια γη του εθνικισμού, που στην συνέχεια μεταφυτεύτηκε σε όλο τον κόσμο: "ο εθνικισμός, το δόγμα που καθιστά το έθνος αντικείμενο κάθε πολιτικού εγχειρήματος και την εθνική ταυτότητα μέτρο κάθε ανθρώπινης αξίας, αμφισβητεί από τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης την ιδέα μιας ενωμένης ανθρωπότητας, μιας παγκόσμιας κοινότητας και της ηθικής της ενότητας".[14] Βεβαίως πέραν των αρνητικών συνεπειών του εθνικισμού  "θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει άλλα τόσα ευεργετικά αποτελέσματα: προασπίζεται μειονοτικούς πολιτισμούς, διασώζει "χαμένες" ιστορίες και λογοτεχνίες, αποτελεί πηγή έμπνευσης για πολιτισμικές αναγεννήσεις και λύση για τις "κρίσεις ταυτότητας", νομιμοποιεί την κοινότητα και την κοινωνική αλληλεγγύη, εμπνέει την αντίσταση στην τυραννία, ανάγει σε ιδεώδες τη λαϊκή κυριαρχία και τη συλλογική κινητοποίηση, αποτελεί ακόμα και κίνητρο για μια αυτάρκη οικονομική ανάπτυξη"[15].
Ως προς την ιστορική  συνέχεια του ελληνισμού, ενώ έχει αφετηρία την εγκυρότητα της άποψης Φαλμεράιερ  καταλήγει πως "οι σύγχρονοι Έλληνες δύσκολα μπορεί να θεωρηθούν ως απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, παρά το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί κάτι τέτοιο"[16]. Αλλά θα προσθέσει ότι οι Νεοέλληνες "νιώθουν πως η "ελληνικότητά" τους είναι προϊόν της καταγωγής τους από τους αρχαίους (ή τους βυζαντινούς) Έλληνες και πως αυτή η πατρογονική σχέση είναι που τους κάνει να αισθάνονται μέλη της μεγάλης "υπερ-οικογένειας" των Ελλήνων, υπό την έννοια ότι τα κοινά αισθήματα της συνέχειας και του "ανήκειν" έχουν ουσιώδη σημασία για να υπάρξει μια ζωντανή αίσθηση της ταυτότητας"[17]. Ο Α.Σμίθ επειδή ορθά δεν αποδίδει καμία σημασία στις "γραμμές βιολογικής καταγωγής", αναγνωρίζει καταλυτικό ιστορικό ρόλο  σε ότι ονομάζει "γραμμές πολιτιστικής συγγένειας" δηλαδή  η αίσθηση της συνέχειας, της κοινής μνήμης και του συλλογικού πεπρωμένου, που "ενσωματώνονται στους ιδιαίτερους μύθους, τις μνήμες, σύμβολα και τις αξίες που διατηρεί μια δεδομένη πληθυσμιακή πολιτισμική  μονάδα"[18]. Ειδικά για την ελληνική περίπτωση ο Α.Σμίθ, αναγνωρίζει ότι παράλληλα με τις σλαβικές μεταναστεύσεις, σημειωνόταν  στην Ιωνία και στην Κωνσταντινούπολη  μια  "αυξανόμενη έμφαση στην ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία και λογοτεχνία και μια στροφή προς τα κλασικά μοντέλα σκέψης και μάθησης " που συνδυασμό με τις "ελληνικές αναγεννήσεις" του 10ου και του 14ου αιώνα προώθησαν "σημαντικά την αίσθηση της πολιτισμικής συγγένειας με την αρχαία Ελλάδα και την κλασική της κληρονομιά"[19]. Πρόκειται τελικά για μια ιστορική ερμηνεία που δεν απέχει, ούτε αντιτίθεται σε ότι υποστήριξαν ο Παπαρρηγόπουλος και ο Σβορώνος. Αλλά επιπλέον, ο Α. Σμίθ, θα συμπεράνει πως "η θρησκεία, μπορεί να συντηρήσει την αίσθηση της κοινής εθνότητας όπως το κουκούλι τη χρυσαλλίδα, τουλάχιστον για κάποια περίοδο, όπως έκανε η ελληνική ορθοδοξία για το αυτοδιοικούμενο ελληνορθόδοξο μιλέτι κατά την περίοδο της οθωμανικής εξουσίας"[20].
Ο Α.Σμιθ δεν θεωρεί τα έθνη ως δημιούργημα της αστικής τάξης. Αντίθετα αρκετές ευρωπαϊκές μοναρχίες -όπως η Αγγλική και η Γαλλική- είχαν δημιουργήσει αρκετά συγκεντρωτικά και συνεκτικά έθνη-κράτη, ώστε να ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που αυτός θέτει. Όμως θα σταθεί   στις δύο διακρίσεις εθνικισμών που διατύπωσε ο Χανς Κόν, που διέκρινε έναν δυτικό εθνικισμό  με χαρακτηριστικά τον ορθολογισμό και τον συνεργατισμό, δηλαδή τη σύμπραξη «ανθρωπίνων όντων που ζουν σε μια κοινή εδαφική περιοχή, κάτω από την ίδια κυβέρνηση και τους ίδιους νόμους»[21]  και έναν εθνικισμό ανατολικό, οργανικό και μυστικιστικό. Το κύριο ελάττωμα μιας τέτοιας διάκρισης είναι ότι παραβλέπει ότι σε «ορισμένες κοινότητες άσκησαν επιρροή και τα δύο είδη εθνικιστικής ιδεολογίας- λ.χ. η οργανική εκδοχή στην Ιρλανδία και αργότερα στη Γαλλία του 19ου αιώνα και το ορθολογιστικό ιδεώδες σε ορισμένες εκδοχές του τσέχικου, ουγγρικού, σιωνιστικού εθνικισμού καθώς και στους πρώιμους δυτικοαφρικανικούς εθνικισμούς»[22].
Ολοκληρώνοντας το δοκίμιο του, ο Α. Σμίθ, συμπεραίνει  πως «αν υπάρχουν κάποια πραγματικά παγκόσμια  φαινόμενα , αυτά πρέπει να είναι το έθνος και ο εθνικισμός»[23], ενώ η εθνική ταυτότητα αντιπροσωπεύει την κυριότερη μορφή συλλογικής ταύτισης. Το μαοϊκό κίνημα οφείλει πολλά στον κινέζικό εθνικισμό  «τόσο από δογματική όσο και από πρακτική άποψη»[24]. Οι Ελβετοί παρά τις διαφορετικές θρησκείες και γλώσσες «όχι μόνο κατόρθωσαν να επιτύχουν την πολιτική τους ένωση αλλά και να διατηρήσουν σαφή αίσθηση της ιστορικής τους μοναδικότητας»[25]. Οι υπερεθνικές εταιρείες, ενώ κυκλώνουν τον πλανήτη με τα διεθνή του δίκτυα παραγωγής και διανομής των προϊόντων τους, «συνάμα προκαλούν την αντίδραση των εθνών (ή συμμαχίες μεταξύ τους)  οπουδήποτε οι κυβερνήσεις είναι αρκετές ισχυρές ώστε να μπορούν να διαπραγματευτούν ή να επιβάλουν όρους»[26].  Άλλωστε «οι υπερεθνικές οικονομικές δυνάμεις ενδέχεται τελικά, κατά παράδοξο τρόπο, να ενδυναμώσουν τα έθνη και τους εθνικισμούς που αναμενόταν να εκτοπίσουν»[27].
Ο Α.Σμίθ εξηγεί τους λόγους για τους οποίους είναι ατελέσφορο και αβάσιμο «το σχέδιο να κατασκευαστεί μια παγκόσμια κουλτούρα, έστω και τόσο εκλεκτικιστική και τεχνική»[28] : Πρώτα-πρώτα «στην εποχή της εκκοσμίκευσης, η ταύτιση με το «έθνος» είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να ξεπεραστεί το τελεσίδικο του θανάτου και να εξασφαλιστεί κάποιος βαθμός ατομικής αθανασίας. Ακόμα και το Κόμμα, δεν μπορεί να προσφέρει μια τόσο κατηγορηματική υπόσχεση και αυτό αναγκάζεται εν τέλει να προσφύγει στο έθνος»[29]. Δεύτερον «πως με την εθνική αναγέννηση και μέσω αυτής μας προσφέρεται η προσωπική μας ανανέωση και αξιοπρέπεια»[30]. Τρίτον η εθνική ταυτότητα «αφορά την προτεραιότητα που δίνει στην πραγμάτωση του ιδεώδους της αδελφοσύνης. Αυτό το ιδεώδες υποδηλώνει την ύπαρξη μιας στενής σχέσης ανάμεσα στην οικογένεια, την εθνοτική κοινότητα και το έθνος τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο»[31]. Τέταρτον «υπάρχουν και τα γεωπολιτικά και ιστορικά αίτια. Από ιστορική άποψη, η αξία του έθνους-κράτους έχει αποδειχτεί από την εποχή που η ηγεμονία της Γαλλίας και της Βρετανίας φανέρωσαν την αποτελεσματικότητά του στον πόλεμο και την ειρήνη. Έτσι το έθνος-κράτος αναδεικνύεται σε οικουμενικό πρότυπο, έστω και αν στις περισσότερες περιπτώσεις αντιγράφηκαν περισσότερο τα εξωτερικά του στοιχεία παρά το πνεύμα του »[32].
Είναι λανθασμένο να θεωρούμε ότι τα έθνη  εξαρτώνται από τις αλλαγές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αφού «μέσα στον σημερινό κόσμο των υπερεθνικών επιχειρήσεων και του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, τα έθνη και ο εθνικισμός εξακολουθούν να ευημερούν»[33]. Η συμμετοχή των εθνών σε διεθνείς και περιφερειακές συμμαχίες τους δίνουν έναν νέο πεδίο διεκδίκησης ισχύος και επιρροής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είναι ασφαλώς ένα ευρωπαϊκό υπερέθνος, ούτε θα έχει καμία σχέση με το παράδειγμα των ΗΠΑ ή της ΕΣΣΔ  ή το βελγικό ή αγγλικό υπόδειγμα  , αλλά για να έχει λαϊκή απήχηση  θα πρέπει να θεμελιωθεί στην κοινή πολιτισμική κληρονομιά που δεν θα λειτουργεί όμως ανταγωνιστικά προς τις « κραταιές και ακμαίες  εθνικές κουλτούρες»[34], αλλά με βάση αυτές θα επιχειρεί να διαμορφώσει «κοινούς ευρωπαϊκούς μύθους, σύμβολα, αξίες και μνήμες»[35]. Το έργο του Α.Σμίθ τελειώνει με την βεβαιότητα ότι η εθνική ταυτότητα και το έθνος-κράτος  θα εξακολουθεί να είναι η πιο ισχυρή και πιο διαδεδομένη  συλλογική ταυτότητα, και θα «συνεχίσει να συγκεντρώνει την νομιμοφροσύνη των ανθρώπων»[36] για τον επόμενο αιώνα , ενώ «όλα τα άλλα οράματα, όλες οι υπόλοιπες επιχειρηματολογίες μοιάζουν χλομές και νεφελώδεις σε σύγκριση μαζί του»[37].


Το έργο του Μπενεντίκτ Άντερσον Φαντασιακές κοινότητες: στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού (εκδόσεις Νεφέλη,Αθήνα 1997),κυκλοφόρησε στα πλαίσια μιας σειράς έργων για την ιστορία, που υπεύθυνος, είναι ο Αντώνης Λιάκος ένας καθηγητής που έχει στρατευτεί στην αναίρεση αντιλήψεων σαν και αυτές που υποστήριξαν, μεταξύ πολλών άλλων, ο Κ.Δημαράς και ο Ν.Σβορώνος. Μετά την έκδοση του  υπήρξε αντικείμενο ενός σοβαρού διαλόγου ανάμεσα στον επίσης καθηγητή και συγγραφέα Νάσο Βαγενά, που υπερασπίστηκε τις θέσεις των δύο τελευταίων και του Αντώνη Λιάκου[38].
Ο όρος "φαντασιακός" υπήρξε η αφορμή πολλών παρανοήσεων, διότι κατέληξε να ταυτίζεται με το μη υπαρκτό. Ο ορισμός όμως  που δίνει ο Μ.Άντερσον του έθνους είναι ο ακόλουθος: "αποτελεί μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη. Αποτελεί κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο επειδή κανένα μέλος, ακόμα και του μικρότερου έθνους, δε θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δε θα τα συναντήσει  ούτε καν θα ακούσει γι' αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν "[39]. Βεβαίως το χαρακτηριστικό αυτό είναι τόσο σύνηθες σε κάθε πολυάνθρωπη συσσωμάτωση  ώστε δεν είναι αρκετό για να προσδιορίσει την έννοια "έθνος", καθώς είναι λογικό σφάλμα να επιχειρούμε να προσδιορίσουμε το είδος, το επιμέρους με τις κατηγορίες του γένους. Το γεγονός αυτό  άλλωστε το παραδέχεται ο Άντερσον καθώς γράφει πως : "στην πραγματικότητα, κάθε κοινότητα που είναι μεγαλύτερη από ένα χωριό όπου οι άνθρωποι έχουν προσωπική επαφή(και ίσως και σ' αυτή την περίπτωση) είναι φαντασιακή"[40]. Ενδεχομένως η όρος νοηματικός ή πνευματικός να είναι τελικά προσφορότερος του φαντασιακού, ώστε να αποφεύγονται οι παρερμηνείες.
Ο Μ. Άντερσον διαπιστώνει την ισχύ και την δραστικότητα του έθνους, καθώς γράφει: "η πραγματικότητα είναι αρκετά απλή: το τέλος της εποχής του "εθνικισμού" που έχει εδώ και πολύ καιρό προαναγγελθεί δεν είναι ούτε αμυδρά ορατό. Πράγματι, η εθνική υπόσταση είναι παγκοσμίως η πλέον νομιμοποιημένη αξία στην πολιτική ζωή του καιρού μας. Αλλά όσο κι αν τα γεγονότα είναι ξεκάθαρα, η ερμηνεία τους παραμένει αντικείμενο μακροχρόνιας διαμάχης. Το έθνος, η εθνικότητα, ο εθνικισμός- έχουν όλα αποδεχθεί εξαιρετικά δύσκολα στον ορισμό τους, πόσο μάλλον στην ανάλυσή τους. Ενώ ο εθνικισμός έχει ασκήσει τεράστια επιρροή στο σύγχρονο κόσμο, η προοπτική διατύπωσης μιας πειστικής θεωρίας φαίνεται αχνή"[41]. Το έθνος προκάλεσε τουλάχιστον αμηχανία στην μαρξική σκέψη εφόσον "ο εθνικισμός αποδείχτηκε μια ενοχλητική ανωμαλία για τη μαρξιστική θεωρία, και ακριβώς γι' αυτό το λόγο αποσιωπήθηκε μάλλον παρά αντιμετωπίστηκε"[42]. Ο όρος που χρησιμοποιεί, ο Μ.Αντερσον για τα έθνη ως "κατασκευασμένα" αποδείχθηκε αρκετά δημοφιλής, ενώ η γενεαλογία τους  τοποθετείται χρονικά προς το τέλος του δεκάτου όγδοου αιώνα ως "το αυθόρμητο απόσταγμα μιας σύνθετης "συνάντησης" διαφορετικών ιστορικών δυνάμεων"[43].  Το βασικό όπλο του έθνους είναι πως δημιουργεί μεταξύ των μελών του το ανιδιοτελές αίσθημα της αδελφότητας, της gemeinschuft,  της ευρύτερης οικογένειας  "που δίνει τη δυνατότητα σε τόσα εκατομμύρια ανθρώπους, τους τελευταίους αιώνες, όχι τόσο να σκοτώνουν, όσο να είναι πρόθυμοι να δίνουν τη ζωή τους για τόσο περιορισμένες φαντασιώσεις"[44]. Η εκκοσμίσκευση και η υποχώρηση της θρησκευτικής πίστης, που επιφέρει ο Διαφωτισμός δημιουργεί την ανάγκη για νέες σωτηριολογίες στη θέση των παλαιών, γεγονός που διευκολύνει να ερμηνευθεί ο εθνικισμός ως πεπρωμένο. Θα πρέπει να προσέξουμε ότι ο Μ.Άντερσον δεν θεωρεί τα έθνη σε αυτό το σημείο νέα: "εάν είναι γενικά παραδεκτό ότι τα εθνικά κράτη αποτελούν φαινόμενο "νέο" και "ιστορικό", τα έθνη στα οποία τα εθνικά κράτη δίνουν πολιτική υπόσταση ξεπροβάλλουν από ένα πανάρχαιο παρελθόν, και ακόμη πιο σημαντικό, κινούνται προς ένα απεριόριστο μέλλον"[45]. Βεβαίως ο γλωσσικός πλουραλισμός ευνόησε τα εθνικά κινήματα, ενώ το αίτημα της ιστορικής συνέχειας των εθνών βρήκε στην γλώσσα έναν σύμμαχο διότι "ελάχιστα πράγματα φαίνονται τόσο βαθιά ριζωμένα στο παρελθόν όσο οι γλώσσες, για τις οποίες είναι αδύνατο να δοθούν ημερομηνίες γέννησης"[46].
 Το μυθιστόρημα και οι εφημερίδες παρείχαν τον δέκατο όγδοο αιώνα τα τεχνικά μέσα για την αναπαράσταση της φαντασιακής κοινότητας του έθνους, ενώ οι διανοούμενοι έδιναν τον γενικό τόνο. Μία τέτοια ερμηνεία προϋποθέτει  ότι οι "ιδέες"  και αυτοί που τις ενσαρκώνουν δημιουργούν τελικά την πραγματικότητα και όχι το αντίστροφο. Βεβαίως ο Β.Άντερσεν δεν ασχολείται διόλου με το διαδίκτυο, κατά ποσό επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των πολιτισμών ή μεταφέρει τις διαφορές τους στο εικονικό επίπεδο. Ο έντυπος ή και  ο ηλεκτρονικός λόγος  δεν μπορεί να δημιουργήσει  τίποτε εκεί που δεν υπάρχει παρά το τίποτε. Αλλά όμως μπορεί μια δεδομένη κατάσταση να την επηρεάσει προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση.
  Ενδιαφέρον είναι,  ο Μ. Άντερσον, , θεωρεί τον Αδαμάντιο Κοραή  ως μια χαρακτηριστική περίπτωση διανοούμενου που κινητοποιεί επιτυχώς  ευρύτερες συσσωματώσεις για την συγκρότηση εθνικού κράτους. Σε τρία διαφορετικά σημεία με αρνητική μάλλον διάθεση αναφέρεται σ' αυτόν (σελ.116-117,σελ.124-125, σελ.286). Στο πρώτο σημείο αναφέρεται  ως ένας "ελληνόφωνος χριστιανός" που σπούδασε στην Δυτική Ευρώπη  και έκανε σκοπό του, τον μετασχηματισμό των νεότερων Ελλήνων σε "όντα αντάξια του Περικλή και του Σωκράτη"[47]. Στο δεύτερο σημείο γράφει "ο αξιαγάπητος Κοραής μας προσφέρει μια καλή βινέτα της πρώιμης πελατείας του ελληνικού εθνικισμού, στην οποία κυριαρχούσαν διανοούμενοι και επιχειρηματίες"[48]. Στο τρίτο σημείο ο Κοραής  αναφέρεται ως "νεαρός Έλληνας εθνικιστής", που το "γλυκό βλέμμα του δεν είναι στραμμένο μπροστά προς το μέλλον, όπως του Σαν Μαρτίν, αλλά πίσω, ριγώντας, στις προγονικές δόξες"[49]. Η έλλειψη γνώσης της ιστορίας του ελληνισμού-ειδικά του τουρκοκρατούμενου όπου είναι μια ιστορία επαναλαμβανόμενων εξεγέρσεων- οδήγησε τον Μ.Άντερσον να υπερτονίσει την σημασία του Κοραή  στην προετοιμασία της ελληνικής επανάστασης.
Όπως μας πληροφορεί, ο Π.Κιτρομηλίδης, ένας άλλος ιστορικός ο Έλι Κεντούρι θεωρεί τον Α.Κοραή ως τον "πιο άρτιο εκπρόσωπο" του ελληνικού εθνικισμού[50].


Με τον Ε.Κεντούρι- που υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας-  και το έργο του για τον εθνικισμό θα πρέπει να ασχοληθούμε εκτενέστερα διότι είναι πηγή πολλών λανθασμένων αντιλήψεων, που τείνουν να εξισώνουν τον θύτη με το θύμα. Για παράδειγμα, κάποιοι,  που συμμερίζονται τις  απόψεις του,  παρουσιάζουν το Κυπριακό από πρόβλημα εισβολής και κατοχής ως πρόβλημα της διαμάχης του ελληνικού  και του τουρκικού εθνικισμού ή ακόμη χειρότερα προσπαθούν να επαναλάβουν το εγχείρημα της αγγλικής αποικιοκρατίας: να  αρνηθούν την ελληνική ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων και να την αντικαταστήσουν με μια ανύπαρκτη "κυπριακή"[51]. Βέβαια το πιο περίεργο είναι ότι την ελληνική έκδοση την προλόγισε,  και μάλιστα με ιδιαίτερα θετικούς χαρακτηρισμούς, ένας διαπρεπής Έλληνας της Κύπρου, ο Π.Κιτρομηλίδης, παρότι ο κυπριακός ελληνισμός  υπέφερε τα πάνδεινα από την αγγλική αποικιοκρατία. Όμως ο Κεντούρι συνδέεται και με ένα άλλο γεγονός που σημάδευσε την πορεία του κυπριακού  ελληνισμού. Στις 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου του 1973  διεξήχθη στο Palazzo Cardelli, όπου στεγάζεται το Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών του οργανισμού American  Universities Field Staff, το περίφημο πλέον σεμινάριο της Ρώμης  στο οποίο εικάζεται ότι δεν υπήρξε μια απλή προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού αλλά κατά κάποιον τρόπο προετοίμασε πολλά από τα δραματικά γεγονότα που  ακολούθησαν. Ο δημοσιογράφος Μ. Ιγνατίου στο βιβλίο του "Το σεμινάριο της Ρώμης - Νοέμβριος 1973, τότε που παίχτηκε η τύχη της Κύπρου" (εκδόσεις Ποντίκι 1989), αναφέρεται ότι συμμετείχαν σε αυτό  αμερικανοί διπλωμάτες, Έλληνες και  Αμερικανοί ακαδημαϊκοί,  πολιτικά πρόσωπα του κυπριακού ελληνισμού, εκπρόσωποι της Τουρκίας και των τουρκοκυπρίων, ο Ε.Αβέρωφ, ο Δ.Μπίτσιος ένας γιουγκοσλάβος διπλωμάτης και ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων. Ο Ε.Κεντούρι κατείχε την κρίσιμη θέση του πρακτικογράφου, από την οποία και καλή πληροφόρηση διέθετε και μπορούσε επηρεάσει τις πολιτικές αποφάσεις.  
 Κατ' αρχήν ο Κεντούρι δεν ασχολείται με την ανάδυση του εθνικού κράτους αλλά της εθνικιστικής ιδεολογίας και για αυτό ένα μεγάλο μέρος της μελέτης είναι αφιερωμένο στη συνοπτική περιδιάβαση  της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Βεβαίως δεν μπορεί να αρνηθεί ορισμένα αυτονόητα και αυταπόδεικτα  ώστε να διεκδικεί κάποια αξιοπιστία. Κατ' αυτόν τον τρόπο διακρίνει τον πατριωτισμό τον οποίο επιδοκιμάζει  από τον εθνικισμό τον οποίο αποδοκιμάζει. Ορίζει λοιπόν θετικά ότι "πατριωτισμός είναι η αγάπη για τη χώρα σου ή για την κοινότητα στην οποία ανήκεις, είναι η νομιμοφροσύνη στους θεσμούς της κοινωνίας και ο ζήλος να την υπερασπιστείς. Πρόκειται λοιπόν για συναίσθημα γνωστό σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλους τους ανθρώπους"[52]. Βεβαίως ως εθνικισμό ορίζει την ιδεολογία που υποστηρίζει ότι "κάθε έθνος πρέπει να συγκροτείται σε κυρίαρχο κράτος"[53] με αποτέλεσμα να καταδικάζει κάθε αίτημα για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση και να εξισώνει, για παράδειγμα τον Ματσίνι ή τον Κοραή με τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ και τον Κάντ, τον Χέρντερ με τον Γκομπινώ και τον Γκαίμπελς.
 Η επίθεση στα εθνικά κράτη από τον Κεντούρι δεν έχει ως αφετηρία την επιδίωξη να καταργηθούν τα κράτη και να υποκατασταθούν από τον προλεταριακό διεθνισμό ή τις ομοσπονδίες κοινοτήτων. Κάθε άλλο. Στόχος του είναι να υπερασπιστεί τις αυτοκρατορίες - όχι όμως για παράδειγμα την βυζαντινή στην οποία δεν κάνει καμία αναφορά- και να αποδείξει ότι στα πλαίσια τους μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά διαφορετικές εθνότητες απολαμβάνοντας τον σεβασμό των πολιτιστικών τους δικαιωμάτων. Ως παράδειγμα  αναφέρει την οθωμανική αυτοκρατορία, όπου θεωρεί, πως με το σύστημα των μιλλιέτ, οι διαφορετικές κοινότητες μπορούσαν να συμβιώνουν χωρίς προβλήματα "ακριβώς επειδή ο εθνικισμός ήταν άγνωστος"[54].
Ο Ε.Κεντούρι θεωρεί ως ανέφικτο στα πλαίσια ενός εθνικού κράτους να είναι σεβαστά τα πολιτικά και πολιτιστικά δικαιώματα των μειονοτήτων διότι προφανώς πιστεύει ότι η δημοκρατική νομιμότητα δεν μπορεί να παίξει έναν θετικό ρόλο. Πιθανόν η έλλειψη γνώσεων της ιστορίας των ευρωπαϊκών λαών με κάθε λεπτομέρεια ή της κατάστασης που επικρατούσε στην οθωμανική αυτοκρατορία να είναι σε κάποιο βαθμό κατανοητή. Όμως είναι τουλάχιστον ακατανόητο να μην έχει πληροφορηθεί ότι η δημοκρατική συνταγματική τάξη, όπου επικρατεί, διαμορφώνει ένα χώρο σεβασμού προς την κάθε είδους διαφορετικότητα.(εθνική, πολιτιστική ή φύλου). Αντίθετα ο Κεντούρι  υποστηρίζει ότι "μια αυτοκρατορία ήταν υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη όλες τις διαφορετικές ομάδες που συμβίωναν στην επικράτεια της - ενώ, αντιθέτως, για την εθνική διοίκηση καθετί διαφορετικό αντιμετωπίζεται ως ξένο σώμα στους κόλπους του κράτους, σώμα που πρέπει είτε να αφομοιωθεί είτε να αποβληθεί "[55]
Ο Κεντούρι θαυμάζει την άποψη του Λόρδου Άκτον που ισχυρίζεται ότι τα "τελειότερα κράτη είναι εκείνα τα οποία, σαν τη βρετανική και την αυστριακή αυτοκρατορία, περιλαμβάνουν πολλές χωριστές εθνότητες χωρίς να τις καταπιέζουν"[56]. Επιπλέον κατηγορεί τον πρόεδρο Ουίλσον διότι "ως Αμερικανός, ήταν λιγότερο διατεθειμένος από τον Άκτον να δεχτεί πως οι αυτοκρατορίες ήταν ικανές να προαγάγουν ελεύθερους και αντιπροσωπευτικούς θεσμούς"[57]. Η εξιδανίκευση των αυτοκρατοριών, η καταγγελία και η  δυσφήμιση της εθνικής αυτοδιάθεσης παραβλέπει το διαπιστωμένο γεγονός ότι πόλεμοι υπήρξαν και ανάμεσα στις αυτοκρατορίες ή διαφορετικές θρησκείες ή εμφύλιοι πόλεμοι στα πλαίσια του ίδιου κράτους και όχι μόνο ανάμεσα στα εθνικά κράτη, ενώ τα έθνη αν ένοιωθαν ιδανικά στα όρια των αυτοκρατοριών δεν θα είχαν κανένα λόγο να εξεγείρονται. Παρόμοια ισχυρίζεται ότι η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες "ουδέποτε γνώρισαν τον εθνικισμό"[58], ενώ σε ένα άλλο σημείο επαναλαμβάνει ότι δεν  υπάρχει βρετανικός  ή αμερικάνικος εθνικισμός[59]. Δεν γνωρίζουμε πως θα αισθανόταν, ο Κεντούρι, όταν η Βρετανία υπερασπίστηκε με κλασικό τρόπο την κυριαρχία της στα νησιά Φώκλαντς. Αλλά βέβαια αφού δεν προβληματίστηκε από τις εξεγέρσεις των εθνών κατά της αποικιοκρατίας πως θα ήταν δυνατόν να πληγούν οι βεβαιότητες  του με οποιοδήποτε άλλο μικρότερο γεγονός που διαψεύδει την θεωρία του.
Οι παραδοξολογίες συνεχίζονται όταν αναφέρεται στον Βίσμαρκ: "η γερμανική ενότητα πάλι ήταν έργο του Βίσμαρκ, ο οποίος δεν ήταν βέβαια εθνικιστής, αλλά προωθούσε τα συμφέροντα του πρωσικού κράτους"[60].
Βεβαίως όταν οι λαοί επαναστατούν και απαιτούν την εθνική τους αυτοδιάθεση δρουν στο κενό; Είναι δύσκολο ο Κεντούρι να αποδεχθεί κάτι τέτοιο αν θέλει να είναι μέσα στα όρια της επιστήμης, γι' αυτό επισημαίνει: " δεν υπάρχει, λόγου χάρη, αμφιβολία ότι η απήχηση ορισμένων σύγχρονων εθνικισμών όπως ο αιγυπτιακός, ο παναραβικός, ο αρμενικός ή ο ελληνικός, οφείλεται κυρίως στην παρουσία πανάρχαιων κοινοτικών και θρησκευτικών δεσμών - οι οποίοι ωστόσο δεν έχουν καμία σχέση με τη θεωρία του εθνικισμού, αν δεν αντίκειται σε αυτήν"[61].
Μάλιστα για να τεκμηριώσει την ερμηνεία αυτή χρησιμοποιεί τον λόγο του  πρώτου μετά την Άλωση Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιου  που δήλωνε ότι  είναι Έλληνας κατά την γλώσσα και κατά την πίστη Χριστιανός[62]. Πρόκειται για ένα απόσπασμα που τον αναπαρήγαγαν πολλές διαφορετικές πλευρές, που όμως έχουν την ίδια επιδίωξη, να πλήξουν την ελληνική ανεξαρτησία. Βεβαίως σε ένα καθεστώς βαθιάς σκλαβιάς ίσως δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε διαφορετική δήλωση, δίχως να κινδυνεύσει με αφανισμό ο ίδιος ο Πατριάρχης και το υπόδουλο έθνος. Ο Γ.Καραμπελιάς, ο Γ.Ταχόπουλος και ο Γ.Κεκαυμένος αναφέρθηκαν αναλυτικά σε αυτό το απόσπασμα Στην πραγματικότητα ο Γεννάδιος σε αναρίθμητα κείμενα του θα αναφερθεί θετικά για τους Έλληνες. Σε ένα από αυτά γράφει "αλλοίμονο, για τα άλλα σιωπώ, αλλά είδα να χάνεται όλη η ελπίδα των δυστυχισμένων υπολειμμάτων των Ελλήνων"[63]. Ο Γ.Καραμπελιάς αναφέρεται σε επτά συγκεκριμένα αποσπάσματα του Γενναδίου με θετική αναφορά στους Έλληνες, σε ένα μάλιστα από αυτά αναφέρετι: "Ελλάς, η προς ημίν αυτή και αρχαία πατρίς ημών"[64].  Ο Γ.Κεκαυμένος εξηγεί ότι η λέξη Έλληνας έχει διπλή σημασία: εθνική καταγωγή και όσους ασπασάζονται την εισωλολατρία. Ο Γεμιστός αποδοκιμάζει όχι την εθνική αναφορά αλλά την ενάντια προς την ορθοδοξία θρησκεία[65].

Αλλά  η πλέον εκπληκτική αστοχία του Ε.Κεντούρι είναι ο χαρακτηρισμός του Ι.Κάντ ως πρόδρομου του εθνικισμού. Ο Γερμανός φιλόσοφος οραματίστηκε ένα παγκόσμιο κράτος και μια διαρκή ειρήνη. Πως ο Κεντούρι στην ανάλυση του αντέστρεψε το γεγονός αυτό; Στηρίχτηκε στην ηθική θεωρία του Κάντ που δικαιώνει την αυτονομία και την αυτοδιάθεση ως έλλογη ηθική κατάσταση. Ο δρόμος συνεπώς από την προσωπική στην εθνική αυτονομία είναι βραχύς: "ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να πονέσει, να ματώσει, αλλά δεν σκύβει το κεφάλι. Όλη αυτή η χαρακτηριστική αίσθηση της ψυχικής ανάτασης απορρέει λοιπόν από την αρχή της αυτοδιάθεσης - και οι στάσεις που το συγκεκριμένο δόγμα ενθάρρυνε και καλλιέργησε ήταν εξίσου σημαντικές με το περιεχόμενο του. Με τη σειρά τους, συνέβαλαν κι αυτές ώστε η αρχή της αυτοδιάθεσης να  καταστεί δόγμα εξαιρετικά δυναμικό. Σε αυτό ακριβώς το δόγμα οφείλει τη μεγάλη ζωτικότητά του και ο εθνικισμός, ο οποίος, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι πρωτίστως η θεωρία της εθνικής αυτοδιάθεσης"[66].
Ο Ε.Κεντούρι απορρίπτει όχι μόνο την αυτοδιάθεση των εθνών αλλά και την αυτονομία των ατόμων. Η επιλογή του είναι εύλογη διότι οι αυτοκρατορίες που αποτελούν το ιδανικό του, προϋποθέτουν τον περιορισμό και την υποταγή όχι μόνο των εθνών αλλά και των ατόμων. Η κοντινότερη σε αυτόν αυτοκρατορία ήταν η "Βρετανική κοινοπολιτεία"  δηλαδή μια αποικιοκρατία η οποία είχε παρακμάσει και ήταν φάντασμα του εαυτού της. Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις έγινε ο ιδεολόγος μιας πραγματικότητας που είχε ήδη  ενταφιαστεί. Όμως αυτοί που σήμερα τον επικαλούνται ως αναλυτή του εθνικισμού  την εποχή της παγκοσμιοποίησης άλλες  στοχεύσεις και άλλους σκοπούς από αυτόν υπηρετούν.

Η πρόσληψη της νεώτερης ιστοριογραφίας  από την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα τελικά διακρίνεται από πολλά προβλήματα . Το σημαντικότερο είναι ότι πολλά εξέχοντα μέλη της ή δεν πρόσεξαν ή  χειρότερα ακόμη, αποσιώπησαν τις πιο θετικές πλευρές της και όσες δεν στήριζαν την  προαποφασισμένη άποψη τους, πως το ελληνικό έθνος είναι νεότερη κατασκευή διανοουμένων που κατάφεραν να συμμεριστούν τις απόψεις  τους τα πλήθη που πριν βρίσκονταν σε μια ρευστή  και αόριστη πολιτικά κατάσταση. Για παράδειγμα ο Στάθης Καλύβας υποστηρίζει πρόσφατα , ότι η ελληνική επανάσταση του 1821 «μετέτρεψε τους χωρικούς σε Έλληνες»[67], δίχως βεβαίως να εξηγεί ότι αν όλα αυτά έγιναν στο κενό, γιατί έγιναν Έλληνες, και όχι Σέρβοι ή Αλβανοί ή Βούλγαροι. Ούτε βέβαια μπορεί να εξηγήσει τον λόγο, ότι σε κάθε περίπτωση οι Έλληνες επαναστάτες  ισχυρίζονταν πεισματικά,   ότι συνέχιζαν μια  μακραίωνη παράδοση που ξεκινά από τον αρχαίο ελληνισμό. Αλλά επιπλέον, έντεχνα αποσιωπά την άποψη του Γκέλνερ ότι το ελληνικό έθνος υπήρχε προ του 1821, όπως και το συμπέρασμα του Α.Σμίθ ότι η θρησκεία μπορεί να προστατεύσει σαν το κουκούλι το έθνος. Προφανώς  η μοναδική εξήγηση που μπορεί να δοθεί στην προβληματική πρόσληψη της νεώτερης ιστοριογραφίας, είναι πως η υπεράσπιση των ιδεολογικών στερεοτύπων, έχει για ένα μέρος της ελληνικής διανόησης, μεγαλύτερη σπουδαιότητα από τα ίδια τα γεγονότα και την πραγματικότητα.





[1] E.Gellner, Εθνικισμός: πολιτισμός, πίστη και εξουσία, μετάφραση Λυδία Παπαδάκη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2002, σελ. 119.
[2] όπως προηγ.,σελ.70.
[3] όπως προηγ.,σελ.69.
[4] όπως προηγ.,σελ58.
[5] E.Gellner, Έθνη και Εθνικισμός, μετάφραση Δώρα Λαφαζάνη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 1992, σελ. 240.
[6] όπως προηγ.,σελ.170.
[7] όπως προηγ.,σελ.171.
[8] όπως προηγ.,σελ.228.
[9] Anthony D. Smith, Εθνική ταυτότητα, μετάφραση Εύα Πέππα, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2000, σελ.66.
[10] ό.π.σελ.91.
[11] ό.π. σελ.19
[12] ό.π.σελ.32.
[13] ό.π.σελ.33.
[14] ό.π.σελ.35.
[15] ό.π.σελ.36.
[16] ό.π.σελ.51.
[17] ό.π.σελ.51.
[18] ό.π.σελ.51.
[19] ό.π.σελ.51.
[20] ό.π.σελ.59.
[21] ό.π.σελ.121.
[22] ό.π.σελ.122.
[23] ό.π.σελ.205.
[24] ό.π.σελ.207.
[25] ό.π.σελ.209.
[26] ό.π.σελ.223.
[27] ό.π.σελ.223.
[28] ό.π.σελ.228.
[29] ό.π.σελ.228.
[30] ό.π.σελ.229.
[31] ό.π.σελ.230.
[32] ό.π.σελ.231,232.
[33] ό.π.σελ.234.
[34] ό.π.σελ.247.
[35] ό.π.σελ.247.
[36] ό.π.σελ.248.
[37] ό.π.σελ.249.
[38] Ο Νάσος Βαγενάς έχει γράψει πολλά σημαντικά κείμενα στο ΒΗΜΑ με αναφορές είτε στον Α.Λιάκο ή σε ιστορικούς όπως ο Μ.Άντερσεν: Φαντασιακή ιστοριογραφία 18/10/2015, Επετειακά 18/4/2014, Μυθοπλασίες 9/10/2011, Συνέχειες και  Ασυνέχειες 15/11/2009, Θεωρητοκρατία και Θεωριολαγνεία 13/3/2005, Ένας φαντασιακός ορισμός 6/3/2015, Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης 23/1/2005, Οι παραμορφώσεις του Σβορώνου 20/2/2005.
[39] Μπενεντίκτ Άντερσον Φαντασιακές κοινότητες: στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού ,εκδόσεις Νεφέλη,Αθήνα 1997,σελ.26.
[40] ό.π.σελ.26.
[41] ό.π.σελ.23.
[42] ό.π.σελ.23.
[43] ό.π.σελ.24.
[44] ό.π.σελ.28.
[45] ό.π.σελ.33.
[46] ό.π.σελ.288.
[47] ό.π.σελ.116.
[48] ό.π.σελ.124,125.
[49] ό.π.σελ.286.
[50] E.Kendourie, Ο εθνικισμός,προοίμιο Π.Κιτρομηλίδη, Μετάφραση Σ.Μαρκέτου, Επιστημονική Επιμέλεια Π.Λέκκας, εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 2005, σελ.12.
[51] Ο Γ.Σεφέρης σε επιστολή του προς τον Γ.Θεοτοκά, στις 28 Δεκεμβρίου 1954,  έγραφε: "από το καλοκαίρι του '53 που πήγα στην Κύπρο (ξαναπήγα και εφέτο) και προσπάθησα να προσέξω και να ιδώ όσο μπορούσα από πιο κοντά, τούτο με βασανίζει: Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ' αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς- Κύπριους- 'όχι- Έλληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπάσταρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ' όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα "κουλτούρας" με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη), και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων "πολιτική προπαγάνδα"... Το να αναγνωρίσει ο κόσμος ο ελεύθερος με τον οποίο συνταχτήκαμε (μαζί μ' αυτόν και η Βρετανία) ότι οι Κύπριοι είναι Έλληνες καθαρά και παστρικά και τίμια είναι ένα πράγμα , ένα γεγονός που δεν έχει σχέση ούτε με τα ζητήματα ασφαλείας (απεναντίας, θα δυνάμωνε την ασφάλεια) ούτε με αλλαγή κυριαρχικών δικαιωμάτων "(Γ.Θεοτοκάς και Γ. Σεφέρης, Αλληλογραφία 1930-1960, επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη, Αθήνα 1981, σελ. 156,157,158).
[52] E.Kendourie, Ο εθνικισμός,προοίμιο Π.Κιτρομηλίδη, Μετάφραση Σ.ΜαρκέτουΕπιστημονική Επιμέλεια Π.Λέκκας, εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 2005, σελ.115
[53] ό.π. σελ.114.
[54] ό.π. σελ.166.
[55] ό.π. σελ.179,180.
[56] ό.π. σελ.187.
[57] ό.π. σελ.187.
[58] ό.π. σελ.206.
[59] ό.π. σελ.116.
[60] ό.π. σελ.145.
[61] ό.π. σελ.119.
[62] ό.π. σελ.119.
[63] Γ.Καραμπελιάς, 1821-Η παλιγγενεσία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015, σελ.313
[64] ό.π.σελ.315.
[65] ό.π.315.
[66] E.Kendourie, Ο εθνικισμός,προοίμιο Π.Κιτρομηλίδη, Μετάφραση Σ.Μαρκέτου, Επιστημονική Επιμέλεια Π.Λέκκας, εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 2005, σελ. σελ.62.
[67] Σ.Καλύβας, Καταστροφές και θρίαμβοι- οι 7 κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας,, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2015, σελ.64.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Σωτήρη Δημόπουλου: η "Φιλοσοφία" στο Κρεμλίνο



ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΠΟΥΤΙΝ, του Μισέλ Ελτσανινόφ, εκδ. Διάμετρος.

Στην πλειάδα των εκδόσεων που κυκλοφορούν σχετικά με το «φαινόμενο Πούτιν» και την νέα Ρωσία, λίγες είναι αυτές που διακρίνονται για τη διεισδυτική ματιά τους. Στην πλειοψηφία τους, είτε από θετική είτε από αρνητική αφετηρία, παραμένουν σε μια επιφανειακή προσέγγιση, μάλλον δημοσιογραφική, με προφανές κίνητρο την προπαγάνδα σε ένα κοινό, που βοηθούντος και του διαδικτύου, έχει εθιστεί στην αναζήτηση ευκολοχώνευτων εντυπώσεων. Μία από αυτές που ξεχωρίζει, είναι το βιβλίο -το οποίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διάμετρος και σε μετάφραση της Τζίας Καραγεώργου- με τον τίτλο «Στο μυαλό του Βλαντίμιρ Πούτιν». Η αλήθεια είναι ότι ο, ρωσικής καταγωγής, συγγραφέας του, Μισέλ Ελτσανινόφ, μέλος τα αρχισυνταξίας του περιοδικού «Philosophie», έχει ως στόχο να επιβεβαιώσει στα μάτια του δυτικών την άποψη ότι ο Πούτιν είναι ιμπεριαλιστής, μιλιταριστής, νοσταλγός της ΕΣΣΔ αλλά και ανειλικρινής, υποχθόνιος και αδίστακτος. Η εργασία αυτή άλλωστε συγγράφεται όταν λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα στην Ουκρανία και στην Κριμαία, αλλά πριν την επέμβαση στη Συρία. Η διαφορά, όμως, με άλλα ανάλογων τάσεων βιβλία είναι ότι ο Ε. επιδιώκει να αναδείξει τις βαθύτερες ιδεολογικές και φιλοσοφικές επιρροές του Ρώσου προέδρου και του περιβάλλοντός του. Και αυτό το κάνει με ευσυνείδητα επιστημονικό τρόπο και συνεπή μεθοδολογία. Στις σελίδες τού, μάλλον μικρού σε μέγεθος για το θέμα που πραγματεύεται, βιβλίου ξετυλίγονται με ενάργεια οι εσωτερικές ιδεολογικές διεργασίες της μετα-σοβιετικής Ρωσίας.
Αυτό που κυρίως εντυπωσιάζει είναι όχι μόνον η πληθώρα των ιδεολογικών ρευμάτων και η αναβίωση θεωριών που έρχονται από τον 19ο και 20ο αιώνα αλλά ότι αυτά δεν συμβαίνουν ερήμην της εξουσίας αλλά στο κέντρο της εξουσίας. Όπως παραδέχεται ο συγγραφέας «η φιλοσοφία βασιλεύει στη Ρωσία του 2014 και είναι ο ίδιος ο πρόεδρος που σηματοδοτεί το κίνημα, με τις αναφορές του στους διανοητές» (σελ. 11). Πράγματι, οι ομιλίες του Ρώσου προέδρου διανθίζονται με αποσπάσματα μεγάλων Ρώσων διανοουμένων: ΙλίνΣολοβιώφ,ΝτοστογιέφσκιΛεόντιεφΣολτζενίτσενΓκουμιλιώφ. Ενώ, στη ρωσική πρωτεύουσα διοργανώνονται, με επισημότητα, «ΗμέρεςΜπερντιάγιεφ».
Βεβαίως, πριν πάμε στiς πνευματικές μορφές που πρωταγωνιστούν σήμερα στη ρωσική πολιτική σκηνή, προηγείται η διαπίστωση ότι ο Πούτιν πριν απ’ όλα είναι και ένας ρεαλιστής πολιτικός. «Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ίσως σαν τον Ντμίτρι Καραμαζώφ, τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι, μια ‘‘σύνθετη φύση’’ αλλά ταυτόχρονα κυνικός και ιδεαλιστής –ειλικρινής όμως και στις δύο περιπτώσεις»(σελ.15) Η ικανότητά του στην πραγματιστική πολιτική θεώρηση και δράση εκδηλώνεται πολύ νωρίς. Ίσως, όπως αφήνει να εννοηθεί και ο Ε., από τότε που ως πρώην(;) πράκτορας της KGB στην Αγία Πετρούπολη, μετά τη θητεία του στην Ανατολική Γερμανία, γίνεται σύμβουλος του φιλελεύθερου δημάρχου της πόλης Ανατόλι Σομπτσάκ. Καθώς η Ρωσία οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε απόλυτη οικονομική κατάρρευση, κοινωνική διάλυση και πολιτικό κατακερματισμό –δεδομένα στα οποία ο συγγραφέας αναφέρεται ακροθιγώς-, υπό την ηγεσία του Γιέλτσιν, και ενώ λαμβάνει χώρα ο «εξευτελισμός» του βομβαρδισμού της Σερβίας από το ΝΑΤΟ, η «ομάδα της Αγ. Πετρούπολης», αναλαμβάνει δράση. Ο Πούτιν ως πρωθυπουργός, αρχικά, και ως πρόεδρος, στη συνέχεια, εφαρμόζει το γιγαντιαίο έργο της ανόρθωσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Ηωάννα Σπανού:Ο μονόλογος Σε γνωρίζω; παρουσιάζει μέσα από μια σημερινή ματιά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Δ. Σολωμού, στο Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακαζηνού

["Angelos & Leto Katakouzenos Foundation"]


Σε γνωρίζω;

Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Διονύσιος Σολωμός




Πώς πάει το έθνος; Πώς πάνε οι δουλειές; Και άφησε το κουπί του και με το χέρι του εσυχνόκοβε τον αέρα.
"Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος."
Δ. Σολωμός

Μία μελέτη του Κλασικού Ιδανικού και μία αναζήτηση του Νέου.

Ο μονόλογος Σε γνωρίζω; παρουσιάζει μέσα από μια σημερινή ματιά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Δ. Σολωμού.
Ο Ύμνος αποτελείται από 158 στροφές και ερμηνεύεται ολόκληρος από την Ηωάννα Σπανού. Τρία τραγούδια συνοδεύουν ως "χορικά" αυτή την επική σύνθεση.

Η προσέγγιση στο δημοφιλέστερο ποίημα της νεοελληνικής γραμματείας στηρίζεται στην ερμηνεία της "καθαρής" ποίησης του Σολωμού και στην μελέτη του κλασικού. Ο σημερινός Έλληνας αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις της καθημερινότητας οφείλει να μελετήσει το παρελθόν, να κάνει την αυτοκριτική του και να μοιραστεί με τους γύρω του την μοναδική αλήθεια που απελευθερώνει. Η Ελλάδα είναι η Ελευθερία που αποκτήθηκε με αγώνες και αίματα. Είναι χρέος μας να την εξελίξουμε σε μια δύναμη ειρηνική που θα προστατεύσει κάθε αδικημένο και κατατρεγμένο άνθρωπο, αναγνωρίζοντας πως η εθνική αξία της χώρας μας είναι πρωτίστως ηθική. Το ιδανικό της Ελευθερίας, το ιδανικό της Ελλάδας, υπήρχε πριν από εμάς και θα υπάρξει και μετά από εμάς, γιατί είναι προσηλωμένη σταθερά στον ανθρωπισμό.

Το ερώτημα για το πιο διάσημο ποίημα της νεοελληνικής γραμματείας παραμένει ανοιχτό: Τελικά, την γνωρίζουμε την Ελευθερία;


Κείμενο: Διονύσιος Σολωμός (Έτος συγγραφής του έργου, 1823.)
Ερμηνεία: Ηωάννα Σπανού
Διάρκεια: 40 '

Έναρξη: 8 μ.μ.

14,28,29 Μαϊου
4,5,11,12 Ιουνίου

Τιμή Εισιτηρίου: 8 ευρώ

Κρατήσεις: info@katakouzenos.gr




Υγ. Ευχαριστούμε θερμά τον Παύλο Μυλώφ για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του.




Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Γιώργου Καραμπελιά : α' η Αριστερά ως στυλοβάτης της παγκοσμιοποίησης, β' Επιτάφιος χωρίς Ανάσταση,γ' Pro domo sua (Υπέρ των οικιών ημών)



«Έχει αποτύχει σύμπασα η Αριστερά»
Διονύσης Σαββόπουλος
                                                        Α'
Εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζω πως η ιστορική αριστερά, τόσο στη Δύση όσο και στην Ελλάδα, έχει αποτύχει να προτάξει μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και αντίθετα έχει μεταβληθεί σε μια δύναμη που επιταχύνει την καπιταλιστική ολοκλήρωση. Η Αριστερά, προωθώντας την αποϊεροποίηση του κόσμου και της φύσης, την άρνηση της πατρίδας και του ριζώματος, την ισοπέδωση των φύλων και την παγκοσμιοποίηση την οποία βάφτισε διεθνισμό, αποδείχθηκε ο ισχυρότερος σύμμαχος του καπιταλισμού την εποχή της παγκοσμιοποίησης, παράλληλα με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά.
Η Αριστερά προετοίμαζε ιδεολογικά –στην εκπαίδευση, στην κοινωνία, στο πεδίο των αξιών– αυτό που η νεοφιλελεύθερη Δεξιά ολοκλήρωνε στο πεδίο της οικονομίας. Γι’ αυτό και οι διαμαρτυρίες και οι κινητοποιήσεις της Aριστεράς, στο επίπεδο της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, ενάντια στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, είναι ατελέσφορες και ψευδεπίγραφες.  Αντίθετα, είναι οι ίδιοι που έχουν προετοιμάσει την κοινωνία για την αποδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, έχοντας αποσυνθέσει ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα και τις εθνικές ταυτότητες. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός προϋποθέτει τον πολιτισμικό, δηλαδή η δεξιά χρειάζεται την αριστερά, για να μπορεί να κυβερνήσει και να εφαρμόσει τη στρατηγική της νέας τάξης πραγμάτων.
 Για την κατεδάφιση της οικονομικής και δασμολογικής προστασίας των εθνών-κρατών, π.χ., και την ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς, έπρεπε να προηγηθεί, ή τουλάχιστον να βαδίζουν παράλληλα, η ιδεολογική απονομιμοποίηση του πατριωτισμού και των «εθνικών συνόρων», την οποία προωθεί φρενιτιωδώς η αριστερά. Για να τείνει να μεταβληθεί ο στρατός σε επαγγελματικό, αποκομμένο από το ελληνικό έθνος, παρά την αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία ενός διαχρονικά επιθετικού γείτονα, θα έπρεπε να έχει προετοιμαστεί το έδαφος από την δήθεν αντιμιλιταριστική αριστερά. Για να διαλυθεί  η εθνική ταυτότητακαι να μπορεί η Ελλάδα να ενταχθεί απρόσκοπτα στους υπερεθνικούς οργανισμούς της Δύσης ως ημιαποικία, θα έπρεπε η «πρωτοπόρα» αριστερά να έχει αποσυνθέσει τους ίδιους τους πυλώνες της εθνικής ιδιοπροσωπίας, τη διαχρονία του ελληνισμού, τη σχέση του με την ορθοδοξία, τη συνέχεια της γλώσσας. Για να καταρρεύσει η δημογραφία της χώρας, θα έπρεπε να καλλιεργηθεί το μοντέλο μιας ακραίας ατομικής ανεξαρτησίας και των «δικαιωμάτων», να επιταθεί ο εθνομηδενισμός και η ολοκληρωτική συκοφάντηση των οικογενειακών δεσμών. (Ακόμα και σήμερα οι «πρωτοπόροι» Έλληνες σκηνοθέτες, τύπου Λάνθιμου και κομπανίας, έχουν σαν προνομιακό τους στόχο την οικογένεια –τον μόνο θεσμό που, παρά τα αρνητικά της, κράτησε τους Έλληνες ζωντανούς στην κρίση– και όχι αντίστροφα τη διόγκωση ενός ακραίου ατομισμού, που έχει καταστεί κυρίαρχος). Και όλα αυτά διότι, κατά βάθος, η ιδεολογία της αριστεράς δεν στρέφεται εναντίον του καπιταλιστικού φαντασιακού, αλλά αντίθετα ταυτίζεται μαζί του. Η ιδεολογία της σύγχρονης αριστεράς δεν είναι στην πραγματικότητα αντικαπιταλιστική αλλά υπερκαπιταλιστική.
Δηλαδή, επιθυμεί κατά βάθος τη διάλυση όλων των μη-καπιταλιστικών εμποδίων στην επέκταση του κεφαλαίου, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της οικογένειας, του έθνους, της ιστορικής μνήμης, των συλλογικών ταυτοτήτων. Γι’ αυτό εξάλλου αυτή η αριστερά θα εγκαταλείψει, σταδιακώς, τα συλλογικά δικαιώματα και θα μετακινηθεί  από το πεδίο των συλλογικών ταυτοτήτων σε εκείνο του ακραίου ατομικιστικού δικαιωματισμού. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που –όπως τον περιγράφει με… λυρικούς τόνους ο Μαρξ στο Κομουνιστικό Μανιφέστο– αποσυνθέτει κάθε προηγούμενη ταυτότητα και την ίδια την ιστορία, έτσι ώστε να μπορεί να αναπτύσσεται απρόσκοπτα. Η σύγχρονη Αριστερά εκφράζει, περισσότερο και από τη Δεξιά, αυτό το καπιταλιστικό φαντασιακό, όσο και αν εμφανίζεται αντίθετη στις εκμεταλλευτικές εκφάνσεις του συστήματος. Γι’ αυτό και, στην Ελλάδα, στην εξουσία βρέθηκαν οι μικρότερες ομάδες αυτής της Αριστεράς, οι Πράσινοι(!), η ΑΚΟΑ (η περιβόητη ομάδα Μπανιά στην οποία ανήκαν ο Βούτσης, ο Φλαμπουράρης, ο Σκουρλέτης, ο Φίλης, η Φωτίου, ο Λάμπρου και τόσοι άλλοι), αυτό το κράμα Κολωνακίου και Εξαρχείων, το οποίο, παρότι απόλυτα μειοψηφικό πολιτικά, ήταν πανίσχυρο πολιτισμικά σε όλους τους κύκλους της διανόησης, των πανεπιστημίων, των ΜΜΕ.
Έτσι, λοιπόν, η απόπειρα διαφόρων απατημένων γκρουπούσκουλων της Αριστεράς να την νεκραναστήσουν στην «αγνότητά» της, μετά την «προδοσία» του Τσίπρα, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, γιατί, όπως έλεγε και ο κάποτε Σαββόπουλος, «έχει αποτύχει σύμπασα η Αριστερά» και δεν νεκρανασταίνεται. Δεν μπορεί να μετασχηματισθεί αξιακά σε κάτι που να θυμίζει την Αριστερά των αρχών του 20ού αιώνα, διότι έχει μεταβληθεί ο ίδιος ο καπιταλισμός και η ίδια η ιστορική πραγματικότητα.
Η ιστορική Αριστερά, στη Δύση και τη Ρωσία, αποτέλεσε την έκφραση της αντίστασης των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης στον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων, που χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία και την πατριδοκαπηλία ως όπλα για την επιβολή τους στο πλανητικό επίπεδο.
Γι’ αυτό, και εκείνη η Aριστερά είχε σφραγιστεί από την αντιεθνικιστική και αντικληρικαλική προπαγάνδα. Δηλαδή, αντιστοιχούσε στην πρώιμη ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού, που κυριάρχησε στον πλανήτη μέχρι τον Β΄ Π.Π. Από τότε και μετά, και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1960, ο καπιταλισμός πέρασε σε μία νέα φάση, βαδίζει σταδιακώς προς την «καπιταλιστική ολοκλήρωση», την παγκοσμιοποίηση και την κυριαρχία των πολυεθνικών. Επομένως, το μεγάλο κεφάλαιο έχει την ανάγκη να διεισδύσει και να μεταβάλει σε κερδοφόρους και τους τομείς που στο παρελθόν διατηρούσαν μη καπιταλιστικά στοιχεία και έρχονταν από το παρελθόν της ανθρώπινης ύπαρξης. Η θρησκεία μεταβάλλεται σταδιακώς σε αναχρονισμό για το σύστημα και οι Εφέστιοι θεοί, οι εικόνες  και τα καντηλάκια, που για χιλιάδες χρόνια έκαιγαν στο κέντρο της οικογενειακής ζωής, αντικαθίστανται από την τηλεόραση, όπως και  οι εκκλησίες στα κέντρα των πόλεων αντικαθίστανται από τους ουρανοξύστες των εμπορικών  κέντρων. Η οικογένεια πρέπει να διαλυθεί γιατί περιορίζει την επέκταση της κατανάλωσης, μια και όσο μεγαλύτερη και ισχυρότερη είναι, τόσο μικρότερη η κατά κεφαλήν κατανάλωση (πέντε άτομα σε μια οικογένεια καταναλώνουν πολύ λιγότερο από πέντε άτομα τα οποία ζουν κατά μόνας). Οι ταξικές συλλογικότητες μεταβάλλονται σε «αναχρονισμό» (κατάρρευση των συνδικάτων), τα δε εθνικά σύνορα και οι εθνικές ταυτότητες αποτελούν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επέκταση των πολυεθνικών. Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο σε αυτόν τον νέο μεγάλο μετασχηματισμό (που βρίσκεται στον αντίποδα εκείνου του Πολάνυι) χρειάζεται την ιδεολογία αυτής της νέας Αριστεράς για να μπορέσει να επιβάλει την ηγεμονία του.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρώτη μεγάλη επανάσταση αυτής της σύγχρονης Αριστεράς, ο Μάης του 1968. Ξεκίνησε από την συμπαράσταση σε αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες –της Αλγερίας, του Βιετνάμ, της Κούβας– και εξελίχθηκε, στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, σε μια μεγάλη πολιτιστική επανάσταση. Μια επανάσταση η οποία, παρότι ξεκίνησε με την κριτική στις καπιταλιστικές αξίες (την αποξένωση κλπ), σε μια πρώτη ριζοσπαστική φάση της (ακόμα και ένοπλη ΡΑΦ, Ερυθρές Ταξιαρχίες, 17 Νοέμβρη), κατά τη δεκαετία του 1990, μετασχηματίστηκε σε μία «επανάσταση» καπιταλιστικού χαρακτήρα. Ο Κον Μπεντίτ και ο Γιόσκα Φίσερ, οι ηγέτες του ’68, έγιναν οι εκφραστές ενός επιτρεπτικού καπιταλισμού χωρίς όρια – απόλαυση χωρίς όρια, ναρκωτικά χωρίς όρια, κατάργηση των εθνικών ορίων και βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας, εν τέλει ένας αληθινά παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός.
Δηλαδή, την ίδια στιγμή που ο Ρήγκαν και η Θάτσερ ξεκινούσαν τη νεοφιλελεύθερη επανάστασή τους, η νέα Αριστερά προετοίμαζε ιδεολογικά τον δρόμο για την επικράτηση ενός πλανητικού… θατσερισμού! Διότι, επιτιθέμενοι, ήδη από τη δεκαετία του  1960, στις προκαπιταλιστικές αξίες και θεσμούς που εξακολουθούσαν να επιβιώνουν στον καπιταλιστικό κόσμο, άνοιγαν τον δρόμο ιδεολογικά και αξιακά στην επικράτηση του νεο-φιλελευθερισμού: Κάτω τα έθνη, οι θρησκείες, η οικογένεια, η διαφοροποίηση των φύλων, οι «δεσμεύσεις», ζήτω το ανεξάρτητο, αυτόνομο άτομο, χωρίς θεό και αφέντη (sans Dieu ni Maître). Μια πολιτιστική επανάσταση που έβλεπε τον εαυτό της ως δήθεν αντικαπιταλιστική ήταν, στην πραγματικότητα, υπέρ-καπιταλιστική, δηλαδή άνοιγε τον δρόμο για την εποχή που ο καπιταλισμός δεν θα εκμεταλλεύεται μόνο τους εργαζόμενους αλλά και θα διαμορφώνει τον ίδιο τον ψυχισμό ή, ακόμα-ακόμα, την ίδια τους τη φύση (η εποχή του μετανθρώπου).
Δεδομένων αυτών των εξελίξεων, η ιστορική Αριστερά έχει πλέον εξαντληθεί στις ίδιες τις προϋποθέσειςτης . Μαζί με τη Δεξιά, πασχίζει να εξαλείψει το ίδιο το ιστορικό παρελθόν και κάθε παράδοση που μας συνδέει με αυτό. (Στην γαλλική πρωτότυπη εκδοχή της, η «Διεθνής» διεκδικεί την πλήρη ισοπέδωση του παρελθόντος – Du passé faisons table rase­– φράση που, καθόλου τυχαία, δεν υπάρχει στην ελληνική απόδοσή της από τον Βάρναλη). Εξάλλου, εκκινούν από μια κοινή ιδεολογική ρίζα, εκείνη του Διαφωτισμού, και προφανώς, στην Ελλάδα, είναι αυτή η εθνομηδενιστική Αριστερά που προσπαθεί να απορρίψει τη συνέχεια του ελληνικού έθνους. Καθόλου τυχαία ο Λιάκος, η Αναγνωστοπούλου, ο Φίλης, ο Γαβρόγλου και όλη η κομπανία βρίσκονται στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας.
Κατά συνέπεια, ο ιστορικός ρόλος της Αριστεράς ως αντίπαλου πόλου της Δεξιάς έχει πλέον εξαντληθεί. Και αυτό συνέβη ακριβώς διότι η μαϊμού δοκίμασε να ανέβει στον δέντρο της εξουσίας και αποκαλύφθηκαν τα οπίσθιά της! Η Αριστερά μπορούσε να υπάρχει ως σοβαρή πολιτική δύναμη όσο βρισκόταν εκτός άμεσης πολιτικής εξουσίας. Διότι, τότε, μπορούσε να διατηρεί την πολιτισμική και ιδεολογική εξουσία, σε σύγκρουση δήθεν με την κυβερνώσα ελίτ. Σε όλες τις χώρες όπου κατέκτησε την εξουσία, δηλαδή στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη, κυριολεκτικά εξαφανίστηκε μετά από εβδομήντα ή σαράντα χρόνια εξουσίας. Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβη και στη Δύση με την καθολική κρίση της κυβερνώσας σοσιαλ-δημοκρατίας.
Στην Ελλάδα υπήρχε ένας «καταμερισμός εργασίας» που επέτρεψε στο σύστημα να λειτουργεί για πολλά χρόνια. Το ΠΑΣΟΚ στην πολιτική εξουσία, η παραδοσιακή αριστερά στην ιδεολογική.  Όταν, όμως, εξαιτίας της κρίσης, ανέλαβε τα  ίδια τα ηνία της πολιτικής εξουσίας, σε μια χώρα με ημιαποικιακό χαρακτήρα, και είναι υποχρεωμένη να διαχειρίζεται ταυτόχρονα την πολιτισμική ηγεμονία, την οικονομία και την πολιτική, τότε οι αντιφάσεις της εκρήγνυνται και αποκαλύπτεται βίαια και σαρωτικά η πραγματική της φύση. (Και αν σε κάτι έπεσα έξω ήταν πως δεν φανταζόμουν πως θα αναλάμβαναν, έστω και παροδικά, να υλοποιήσουνταυτόχρονα και τις δύο λειτουργίες, τόσο την ιδεολογική και αξιακή αποδόμηση της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού λαού όσο και την οικονομική ολοκλήρωση της μεταβολής της χώρας σε αποικία χρέους. Το ίδιο είχα πάθει παλιότερα με τον ΓΑΠ. Τα παθήματα, μαθήματα. Και οι βλάκες και οι ανίκανοι και οι απαίδευτοι μπορούν να ανέλθουν στην εξουσία όταν ένας λαός βρίσκεται σε παρακμή.)
Το δυστύχημα για την ελληνική Αριστερά, στο σύνολό της, είναι πως, όλα τα προηγούμενα χρόνια, αρνήθηκε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις –από τον Άρη Αλεξάνδρου μέχρι τον Χρόνη Μίσσιο και το Άρδην–, να προβεί σε οποιαδήποτε σε βάθος κριτική της ιστορικής της εμπειρίας· έτσι, όταν ήλθε η κατάρρευση, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2015 και μετά, βρέθηκε παντελώς ανέτοιμη να θέσει τις βάσεις ενός οποιουδήποτε μετασχηματισμού της. Είναι δε τόσο βαθιά απαίδευτη και αγκιστρωμένη στα μαρξιστικά ή αναρχικά σχήματα του παρελθόντος ώστε, μπροστά στην αναπόφευκτη κατάρρευση της κυβερνώσας Αριστεράς που με γοργά βήματα έρχεται, θα συμπαρασυρθεί μαζί της ακόμα και η διαφωνούσα πτέρυγά της διότι δεν διαθέτει κάποιο άλλο ιδεολογικό οπλοστάσιο ή όραμα.
                                                                                 Β'
Μετά τη μεγάλη «προδοσία» της κυβέρνησης Τσίπρα, τα κάθε είδους αριστερά γκρουπούσκουλα, από το ΚΚΕμέχρι τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και την Ανταρσύα, υπόσχονται απλώς πως αυτοί θα τα κάνουν καλύτερα από τον ΣΥΡΙΖΑ και θα πραγματοποιήσουν επιτέλους τα «οράματα» της Αριστεράς. Δυστυχώς, δε, ακόμη και η λεγόμενη πατριωτική Αριστερά συμμετέχει εν πολλοίς στο ίδιο φαντασιακό, χωρίς να μπορεί να διακρίνει τις βαθύτατες αντιφάσεις ανάμεσα στην ελληνική αριστερή ιδεολογία και τον πατριωτισμό, ως πρόταγμα, με αποτέλεσμα να τσουβαλιάζεται εύκολα από την κυρίαρχη εθνομηδενιστική Αριστερά. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιπτώσεις του δημοψηφίσματος και προσφάτως του προσφυγικού. Και στην πρώτη περίπτωση τσουβαλιάστηκαν από τον Τσίπρα, και στη δεύτερη από τη Μέρκελ.
Σύσσωμη η Αριστερά συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να διεκδικεί το ψευδεπίγραφο ΟΧΙ του δημοψηφίσματος ως «έκφραση του αντιστασιακού ήθους των Ελλήνων», αρνούμενη να κατανοήσει πως σε αυτό συμπυκνωνόταν όλο το σύστημα της μεταπολιτευτικής εξαπάτησης. Μια ευημερία και ένα κοινωνικό κράτος οικοδομημένα πάνω στον παρασιτισμό και ένας λαός που είχε ξεμάθει να παράγει –ακόμα και οι λίγοι εργάτες στα εργοστάσια έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλη κλίμακα από Αλβανούς και Πακιστανούς– δεν ήταν και δεν είναι ικανός για μια πραγματική ανατροπή. Διότι αν το ΟΧΙ δεν ήταν ψευδεπίγραφο και ψευδοαγωνιστικό, αυτό θα σήμαινε πως η ελληνική Αριστερά και ο ελληνικός λαός θα ήταν έτοιμοι για μια επαναστατική ανατροπή, όπου κι αν έβγαζε αυτή. Όμως, οι Έλληνες και η ύστερη μεταπολιτευτική Αριστερά δεν εκφράζονται από τον Κουτσούμπα ή από τον Λαφαζάνη, φιγούρες που έρχονται από το ιστορικό παρελθόν της, αλλά από τον Αλέξη Τσίπρα. Πρόκειται για μια Αριστερά των ψευδο-αγώνων, τύπου καταλήψεων στα πανεπιστήμια και τα σχολειά, που στην πραγματικότητα γίνονταν χωρίς αντιπάλους και χωρίς κόστος, μια αριστερά των μπαρ και των ουζάδικων, της οποίας το φαντασιακό είναι βαθύτατα διαποτισμένο από τις αξίες της Δύσης και της κατανάλωσης. Η ελληνική Αριστερά, αλλά και ο ελληνικός λαός, σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, έχουν εμποτιστεί βαθύτατα από τις αξίες της Δύσης, και μάλιστα με παρασιτικό τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο να τις εγκαταλείψουν. Από το ευρώ και την ευρωζώνη θα φύγουν μόνο αν τους διώξει ο Σόιμπλε! Έστω κι αν αρέσκονται στις ιερεμιάδες του Καζάκη.
Αν οι Έλληνες και η Αριστερά, στην πλειοψηφία τους, διαπνέονταν από αντιστασιακό ήθος, αυτό δεν θα το εξέφραζαν ψευδεπίγραφα σε ένα χωρίς νόημα δημοψήφισμα, αλλά θα είχαν αντιμετωπίσει στοιχειωδώς την κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές προκλήσεις επί σαράντα χρόνια. Το αντιστασιακό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος ήταν «γιαλαντζί» αντίσταση και αυτό φάνηκε περίτρανα στη συνέχεια. Η «κωλοτούμπα» που ακολούθησε ήταν οργανικό κομμάτι αυτού του «υπερήφανου» ΟΧΙ και όχι αντιστροφή του και την έκαναν και οι ίδιοι οι Έλληνες ψηφοφόροι μαζί με τον Τσίπρα. Γι’ αυτό εξάλλου και στις εκλογές που ακολούθησαν τον ξαναψήφισαν. Όχι παρά τη μεταστροφή του αλλά ακριβώς γιατί την πραγματοποίησε. Γι’ αυτό και όσοι δεν τον ακολούθησαν, ο Λαφαζάνης και η Κωνσταντοπούλου, έμειναν εκτός Βουλής. Διότι αυτή η μεταστροφή εξέφραζε τη βαθύτερη ουσία αυτής της ελληνικής Αριστεράς στις συνθήκες της μεταπολίτευσης.
Σήμερα, πάλι, διαβάζω και ακούω από αυτή την Αριστερά –και όχι μόνο–  πως «η στάση των Ελλήνων στο προσφυγικό αποτελεί απόδειξη των αντιστασιακών ανακλαστικών των Ελλήνων», άποψη που εκφέρεται από το ΚΚΕ, την ΛΑΕ, την Ανταρσύα, τον «Δρόμο της Αριστεράς» κ.ο.κ., και διαπιστώνω για μια ακόμα φορά πόσο βαθιές είναι οι ρίζες αυτής της «αριστερής» διεθνιστικής φενάκης.
Διότι, στην πραγματικότητα, η σύμπτωση της Μέρκελ και των… Antifa/«αλληλέγγυων», πάνω στο θέμα του μεταναστευτικού/προσφυγικού, αποτελεί απόδειξη ακριβώς της ταύτισης των απόψεων Αριστεράς και Δεξιάς – ο καθένας από τη σκοπιά του!  Η Μέρκελ ξεκίνησε τη διαδικασία διότι οι Γερμανοί βιομήχανοι, όπως δήλωσε η Ένωσή τους, χρειάζονται πέντε εκατομμύρια εργατικά χέρια και χρησιμοποίησε την ελληνική Αριστερά και την Τασία για να υλοποιήσει τη «no borders» ιδεολογία της. Ωστόσο, επειδή είναι υποχρεωμένη να παίρνει υπόψη της και τις αντιδράσεις των ψηφοφόρων της, αφού είχε ήδη αποσπάσει 1.200.000 πρόσφυγες ως φθηνό εργατικό δυναμικό, έκλεισε εν συνεχεία τα σύνορα. Και έτσι έμεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, οι «αλληλέγγυοι», το ΚΚΕ, και η Ανταρσύα να συνεχίζουν τον αγώνα εναντίον κάθε… μορφής συνόρων!  Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως είχαν κάνει και με το δημοψήφισμα, τσουβάλιασαν και πάλι όλη τη «διαφωνούσα» Αριστερά με την ευκαιρία του μεταναστευτικού. Μια και δεν μπορούσαν να το κάνουν πλέον στο πεδίο των μνημονίων, όπως το είχαν κάνει το καλοκαίρι του 2015, το έκαναν εκεί που έχουν μάθει και «ξέρουν» τη δουλειά. Στο πεδίο του πολιτισμικού φιλελευθερισμού και των ανοικτών συνόρων της Χριστοδουλοπούλου.  Έτσι μπορεί να έχασαν την κοινωνία, ξανακέρδισαν όμως… τα Εξάρχεια.
Αντί λοιπόν οι «διαφωνούντες» Αριστεροί να κατανοήσουν πως το προσφυγικό αποτέλεσε ένα εγχείρημα γερμανικής έμπνευσης και ένα ακόμα βήμα για τη μεταβολή της χώρας μας σε έναν πολυπολιτισμικό χυλό χωρίς ταυτότητα, έναν απλό συνοριακό χώρο, επιμένουν και προτάσσουν τα αυτονόητα ανθρωπιστικά ανακλαστικά των Ελλήνων. Όμως, άλλο ζήτημα ο αυτονόητος ανθρωπισμός σε ατομικό επίπεδο και άλλο το σοβαρότατο πλήγμα που υπέστη η χώρα στο συλλογικό εθνικό επίπεδο.
Δυστυχώς, λοιπόν, και αυτή η πατριωτική Αριστερά δοκιμάστηκε τρεις φορές μέσα σε ενάμιση χρόνο: τόσο απέναντι στην  προοπτική ανόδου στην εξουσία ενός τυχοδιωκτικού και εθνομηδενιστικού σχήματος όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο και στήριξε μετά μανίας, όσο και στο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα και, τέλος, στο προσφυγικό. Όλα αυτά καταδεικνύουν πως ο ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με αυτή την Αριστερά είναι πολύ ισχυρότερος από εκείνον που τους συνδέει με την πατρίδα τους, γιατί διαφορετικά θα είχαν φροντίσει να κόψουν τελεσίδικα τον πρώτο και να παύσουν να ορίζονται ως «αριστεροί πατριώτες», έκφραση  που αποτελεί, για τη σημερινή Ελλάδα, μια πραγματική contradictio in terminis.
Αν, όμως, είναι αλήθεια πως η διαδρομή μέσα από την Αριστερά ήταν ίσως απαραίτητη για να μπολιαστεί ο ελληνικός πατριωτισμός με ένα εναλλακτικό όραμα μιας κοινωνίας περισσότερο ελεύθερης και εξισωτικής, είναι εξίσου αλήθεια ότι και η ρήξη με αυτήν αποτελεί μια αποφασιστική προϋπόθεση για την επαφή με το λαϊκό σώμα και τον αυθόρμητο πατριωτισμό του.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρχει οποιαδήποτε πολιτική προοπτική για μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, που έχει μεταβάλει τη χώρα μας σε αποικία χρέους, εάν αυτή δεν βυθίσει τις ρίζες της στην παράδοση και το παρελθόν της κοινωνίας μας, τις κοινότητές της, τη γλώσσα της, τη θρησκεία της – ακόμα και για εκείνους που δεν πιστεύουν σε θρησκεία. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρξει μια οριστική και τελεσίδικη ρήξη με την Αριστερά και ό,τι αυτή εκπροσωπεί.
Καθόλου τυχαία, άλλωστε, στην Ελλάδα, ακριβώς γιατί η κοινωνία μας δεν ανήκει στην αποικιοκρατική Δύση αλλά υπήρξε αποικιοκρατούμενη με παρασιτικό τρόπο (δηλαδή οι μεταπράτες μεγαλοαστοί και οι ελιτ ένιωθαν ταυτισμένοι με τους… αποικιοκράτες), αυτά τα φαινόμενα έπαιρναν πάντα παροξυστικό χαρακτήρα. Διότι, στη Δύση, ο ριζοσπαστισμός της Αριστεράς πατούσε στην πραγματικότητα της αντίθεσης με έθνη ιμπεριαλιστικά και θρησκείες επεκτατικές (καθολικισμό ή προτεσταντισμό), που ήθελαν να επιβληθούν στο σύνολο του πλανήτη. Στον Τρίτο Κόσμο, η Αριστερά, όπου επιβίωσε και κυριάρχησε, όπως στην Κίνα ή το Βιετνάμ, «εθνικοποίησε» τον μαρξισμό και ηγεμόνευσε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Στην Ελλάδα, μια Αριστερά παρασιτικά εξαρτημένη από τη Σοβιετία, αρχικώς, και από τη Δύση μετέπειτα  –γενικότερα από τον δυτικό διαφωτισμό και «προοδευτισμό»– παρήγαγε τα εκτρώματα του 1922, όταν στράφηκε ενάντια στον ίδιο της τον λαό, στη Μ. Ασία και την Α. Θράκη, συμμαχώντας με τους γερμανόφιλους βασιλικούς·  της συνηγορίας υπέρ του βουλγαρικού επεκτατισμού στο Μακεδονικό· της υποστήριξης του σχεδίου Ανάν, εσχάτως, και του ιστορικού εθνομηδενισμού. Και εάν, στη διάρκεια της Κατοχής, ηγήθηκε του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα, αυτό έγινε στην πραγματικότητα παρά την κυρίαρχη ιδεολογία της και διότι οι λεγόμενες «αστικές δυνάμεις» ήταν ακόμα πιο ξενόδουλες. Εξ ου και η σύγκρουση με τον Βελουχιώτη και η οικτρή συνέχεια του Εμφυλίου. Το ίδιο έγινε και όταν στην Ελλάδα υποστήριζε τον αντιαποικιακό αγώνα της Κύπρου, από τον οποίο απείχε η κυπριακή αριστερά! Γι’ αυτό και, σχεδόν φυσιολογικά, σήμερα, έχει επιστρέψει, στη συντριπτική της πλειοψηφία, στον εθνομηδενισμό ή στον ιδιότυπο «τροτσκισμό» του ΚΚΕ.
Ξεπερασμένη πλέον στον καπιταλιστικό κόσμο και ιδιαίτερα παρασιτική στον ελληνικό κόσμο. Τί χρεία έχομε λοιπόν αυτής;
Αυτή τη Μεγάλη Παρασκευή η ελληνική Αριστερά κατεβαίνει στον τάφο χωρίς καμία προοπτική Ανάστασης. Ο ελληνικός λαός θα αναστηθεί, όπως πιστεύουμε και ελπίζουμε, χωρίς αυτή την Αριστερά – απορρίπτοντας τον πολιτισμικό υπερκαπιταλισμό της δυτικής  Αριστεράς και τον εθνομηδενισμό της ελληνικής· για να το πράξει, θα πρέπει επίπονα, βασανιστικά, να την κερδίσει αυτή την Ανάσταση μέσα από ένα νέο όραμα εκσυγχρονισμού της παράδοσής του.
Σε μια στιγμή που κόμματα και κομματίδια φυτρώνουν σαν μανιτάρια, από τη Ζωή έως τον Μπαλτάκο –και στην αμέσως επόμενη περίοδο, μετά την αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, θα πολλαπλασιαστούν στο άπειρο–, έχει ανοίξει η ιστορική περίοδος για ένα πατριωτικό δημοκρατικό κίνημα. Μόνο που, για να συγκροτηθεί αυτό, απαιτείται μία μεγάλη σύνθεση: η σύνθεση ανάμεσα στον πατριωτισμό και την ιστορικότητα του ελληνισμού με τις κοινωνικές αξίες που κάποτε εκπροσώπησε, έστω και στρεβλά, η Αριστερά.
Για να πάρει, όμως, σάρκα και οστά ένα τέτοιο εγχείρημα, πέρα από τη συνειδητοποίηση των ανθρώπων –και εκείνη των πολιτικών στελεχών των προερχόμενων από την Αριστερά φαίνεται να καθυστερεί τραγικά–, απαιτείται η ανάδειξη και ενός νέου πολιτικοκοινωνικού υποκειμένου που θα εκφράζει και θα εκπροσωπεί μια τέτοια σύνθεση: Όταν οι τριάντα χιλιάδες νέοι που μαθαίνουν παραδοσιακό χορό και μουσική στην Κρήτη θα αποφασίσουν, –τουλάχιστον ένα κομμάτι ανάμεσά τους– πως είναι καιρός να διαμορφώσουν και ένα αντίστοιχο πολιτικό πρόταγμα. Όταν οι δεκάδες χιλιάδες των νέων που έλκονται από τον αντιεξουσιαστικό λόγο και πιθηκίζουν τα αμερικάνικα πολιτισμικά πρότυπα αποφασίσουν –έστω ένα μέρος τους– πως είναι ανάγκη να δουν με υπερηφάνεια τη δική τους παράδοση ως υπέρτερη εκείνης  του… Prince. Όταν οι δεκάδες χιλιάδες νέοι, συχνά πληβειακής καταγωγής, που παραμυθιάζονται από την ψευδοπατριωτική φρασεολογία της Χ.Α., κατανοήσουν πως, σε αυτόν εδώ τον τόπο, ο αληθινός πατριωτισμός συμβαδίζει πάντα με τη δημοκρατική παράδοση. Όταν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που πασχίζουν να είναι τίμιοι και συνεπείς στη δουλειά τους και αγαπάνε την πατρίδα τους, χωρίς να είναι κολλημένοι σε ιδεολογίες και κόμματα, αποφασίσουν να μεταφέρουν και σε πολιτικό επίπεδο αυτό που κάνουν στη ζωή τους…
Όταν όλοι αυτοί αρχίσουν να κινούνται, τότε θα αναδειχθεί και το κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο αυτού του μεγάλου μετασχηματισμού που δεν θα κουβαλάει μαζί του τις αμαρτίες και τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, και θα μπορεί να ενστερνιστεί ένα όραμα πατριωτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας, άμεσης δημοκρατίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης και πολιτισμικής αναγέννησης. Όλα αυτά μαζί. Και όσο εάν, στο άμεσο μέλλον, φαίνεται πως, μετά την κατάρρευση της Αριστεράς, έχει έλθει η ώρα της Δεξιάς σε όλες της τις εκδοχές, εν τούτοις είμαστε βέβαιοι πως, στην Ελλάδα, η παράδοση αυτού του τόπου εναγώνια θα σπρώχνει και στην αναζήτηση αυτού του νέου οράματος. Γιατί η ψυχή του ανθρώπου έχει ανάγκη να μπορεί να πετάξει στο όραμα και τον μετασχηματισμό. Τι σπουδαιότερο μήνυμα εξάλλου, αυτές τις μέρες, από εκείνο του μετασχηματισμού της Ανάστασης. Ας αφήσουμε λοιπόν πίσω μας τελεσίδικα τα παρωχημένα σχήματα και ιδεολογίες και ας δούμε την Ανάσταση συνυφασμένη με μια νέα οραματική σύνθεση στον κόσμο, αλλά προπαντός στη χώρα μας.

                                                                           Γ'

Κάποιος αναγνώστης του κειμένου μου για την «Αριστερά, ως στυλοβάτη της παγκοσμιοποίησης», σχολίασε το πρώτο μέρος του και υπήρξε μια σχετικά εκτενής απάντηση από μέρους μου,  την οποία, εν τέλει, θεώρησα καλό  να αναπτύξω  σε ένα τρίτο μέρος, μια και  φωτίζει εναργέστερα την αντίληψή μας ως Άρδην για το ζήτημα της «πατριωτικής αριστεράς».
Γράφει λοιπόν ο αναγνώστης, με τον κωδικό e-h, στο σχετικό σχόλιό του, που αναρτήθηκε την 1η Μαΐου στην ιστοσελίδα του Άρδην, ως απάντηση στο κείμενό μου, «Η Αριστερά ως στυλοβάτης της παγκοσμιοποίησης (Α΄ Μέρος)»:
«Μήπως ο κ. Καραμπελιάς θα πρέπει να κάνει κάποτε την αυτοκριτική του; Γιατί αυτό που κατηγορεί, δεν είναι η “αριστερά”, αλλά ο ίδιος του ο εαυτός! Ο κ. Καραμπελιάς, που τώρα παριστάνει τον τιμητή των πάντων, δεν ήταν, που τη δεκαετία του ’80 ήταν τακιμιασμένος με τους αναρχοαυτόνομους (όπως λεγόντουσαν τότε), και είχε το σύνθημα “το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του”; Το 1990, δεν είχε στηρίξει του Οικολόγους-Εναλλακτικούς, που λέγανε τα Σκόπια “Μακεδονία”; Ή μήπως νομίζει ότι έχουμε πάθει όλοι αλτσχάιμερ;»
Παρότι, όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες της ιστοσελίδας του Άρδην, δεν απαντώ σχεδόν ποτέ σε σχόλια που αφορούν στα άρθρα μου, ωστόσο, επειδή το ζήτημα αφορά ιστορικά γεγονότα και εξελίξεις, που ιδιαίτερα οι νεότεροι δεν γνωρίζουν, αξίζει να υπενθυμίσουμε ορισμένα και επί τη ευκαιρία να διευκρινίσουμε ακόμα περισσότερο το ζήτημα το σχετικό με την «πατριωτική αριστερά», το οποίο προκαλεί πολλές απορίες σε αρκετούς φίλους.
Φοβάμαι, λοιπόν, πως ο αναγνώστης-σχολιαστής πάσχει όντως από κάποιο επιλεκτικό αλτσχάιμερ, στην καλύτερη περίπτωση, στη δε χειρότερη, απλώς συκοφαντεί. Και αν όντως δεν γνωρίζει, δεν θα ήταν καλύτερο να φροντίσει πρώτα να πληροφορηθεί και μετά να εκφέρει γνώμη; Ας είναι.
Πάντως, ο “κ. Καραμπελιάς”, από το… 1965, 19 χρονών τότε, συγκρούστηκε με τους ίδιους τους «Λαμπράκηδες», όπου ανήκε, πάνω στο Βορειοηπειρωτικό, και μάλιστα δημοσίως, στο Α΄ Εθνικό Συμβούλιο της ΕΦΕΕ (21–26.1.1965), όπου συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Ιατρικής Σχολής. Εκεί, προς έκπληξη όλων των συνέδρων, τόσο της Αριστεράς, στην οποία ανήκε, όσο και της Δεξιάς, υπερψήφισε απόφαση υπέρ των δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών που είχαν καταθέσει οι σύνεδροι της Δεξιάς, καλώντας τους όμως να υπερψηφίσουν και αυτοί το ψήφισμα της Αριστεράς για την Κύπρο, το οποίο προφανώς δεν έκαναν! Από το 1970, διαφωνεί με την υπόλοιπη αριστερά για το Κυπριακό, υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση-ένωση, πολύ πριν το πραξικόπημα και την εισβολή των Τούρκων. Τότε και προσχώρησε στο Αντιφασιστικό Κίνημα Ελλάδας, που είχε δημιουργήσει ο Νίκος Ψυρούκης, την πρώτη οργάνωση της «Πατριωτικής Αριστεράς» στην Ελλάδα, οργάνωση στην οποία συμμετείχαν ήδη τέσσερα σημερινά μέλη του Άρδην.
 Το 1980, η Ρήξη, στην οποία ανήκα, συγκρούστηκε –κάποτε πολύ βίαια– με τον αριστερισμό και τους αναρχικούς, γύρω από τα εθνικά ζητήματα και την τρομοκρατία και γι’ αυτό μάλιστα υπέστημεν και επιθέσεις με μολότωφ στα ίδια τα γραφεία μας. Και βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθούσαμε να επιμένουμε στο αίτημα της Αυτοδιάθεσης στην Κύπρο –βλέπε και το σχετικό περιοδικό που εξέδωσαν οι Κύπριοι σύντροφοί μας– και την υπεράσπιση των εθνικών θεμάτων, οργανώνοντας κινητοποιήσεις ενάντια στην έλευση του Οζάλ στην Αθήνα, το 1988.
Όσο για τους Οικολόγους-Εναλλακτικούς, ποτέ δεν αποκαλούσαν  τα Σκόπια “Μακεδονία”, όσο βρισκόμαστε εμείς εκεί, και μάλιστα η σύγκρουση με τον Τρεμόπουλο, τον Χρυσόγελο και τους λοιπούς, που δεν καταδίκαζαν τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, οδήγησε στη διάλυση αυτού του σχήματος.
Ανήκαμε λοιπόν στην “πατριωτική Αριστερά” από την εποχή της δικτατορίας, για πολλά χρόνια, έως το 1985, όσο θεωρούσαμε πως μετείχαμε ακόμα στον χώρο της αριστεράς. Αλλά η κριτική μας στον μαρξισμό και τον “υπαρκτό σοσιαλισμό”, από εκείνη την εποχή, μας οδήγησε ήδη εκτός του “τόξου” της, και έκτοτε αυτοχαρακτηριζόμασταν ως “εναλλακτικοί”, πέραν της κλασικής αντίθεσης «αριστερά-δεξιά» και γι’ αυτό συμμετείχαμε στους Οικολόγους-Εναλλακτικούς, εκπροσωπώντας, μαζί με άλλους την “εναλλακτική” πτέρυγα.
Τέλος, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, την παγκοσμιοποίηση και τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, επικεντρωνόμαστε όλο και περισσότερο στα ζητήματα του πατριωτισμού, πάντα βέβαια από μια δημοκρατική σκοπιά.
Γι’ αυτό, επειδή ο απογαλακτισμός μας από την αριστερά –από την οποία θεωρούμε πως κρατήσαμε ό,τι καλύτερο είχε να δώσει, δηλαδή την κοινωνιοκεντρική της κατεύθυνση και μέριμνα– μετράει ήδη πάνω από τριάντα χρόνια (αρκεί να δει κανείς και τα σχετικά βιβλία μου, στα μέσα της δεκαετίας του 1980 – Πέρα από τον σοσιαλισμό και Ούτε Θεός ούτε Ιστορία),  είναι μάλλον αστείο να συνεχίζουμε να συζητάμε με όρους “πατριωτική αριστερά” και άλλα συναφή.
 Εξάλλου, όλα αυτά χρόνια, συνεργαστήκαμε πολλές φορές με δυνάμεις που αντιστρατεύονταν τον εθνομηδενισμό – από τον Μανόλη Γλέζο έως τον Λαφαζάνη, ή με τον Χαραλαμπίδη, τον Τσοβόλα και τον Παπαθεμελή από το ΠΑΣΟΚ, κ.λπ., οι οποίοι συχνά αυτο-ορίζονταν ως πατριωτική Αριστερά.
Όμως, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και κατ’ εξοχήν προς τα τέλη της, η λεγόμενη πατριωτική αριστερά έχει πλέον συρρικνωθεί δραματικά ενώ η πλειοψηφία των εκπροσώπων της έχει προσχωρήσει στον εθνομηδενισμό. Ποιος άραγε γνωρίζει σήμερα πως ο Άλκης Ρήγος, ο Νικόλας Βουλέλης, αλλά ακόμα και ο Γιάννης Μπανιάς ή ο… Φώτης Κουβέλης, διαπνέονταν κάποτε από πατριωτικές διαθέσεις, και έχουμε συνεργαστεί μαζί τους πολλές φορές μαζί;
Η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο εντάχθηκαν οι περισσότερες εκτός ΚΚΕ δυνάμεις και ομαδοποιήσεις, επιτάχυνε την εξαφάνιση της πατριωτικής πτέρυγας της Αριστεράς, ενώ στο ΠΑΣΟΚ η αντίστοιχη πτέρυγα κατέρρευσε δραματικά με τον Σημίτη και τον ΓΑΠ. Ιδιαίτερα, μετά το 2012, η πλειοψηφία των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς βρίσκεται μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, ή έστω τον ακολουθεί, και δευτερευόντως στο ΚΚΕ ή την Ανταρσύα. Εξάλλου, η επικέντρωση της προσοχής επί έξι χρόνια στα ζητήματα της οικονομίας αποσυνέθεσε δραματικότερα την πατριωτική αριστερά και την «τσουβάλιασε» υπό τον Τσίπρα, όπως έχουμε δείξει πολλές φορές τα δύο τελευταία χρόνια.
Δυστυχώς, η πατριωτική αριστερά θα ήταν ίσως ακόμα δυνατή ως εγχείρημα στη δεκαετία του 1990 ή στις αρχές του 2000, προ ΣΥΡΙΖΑ, αν δυνάμεις, προερχόμενες από την παραδοσιακή Αριστερά ή το ΠΑΣΟΚ, αποφάσιζαν να συστρατευτούν στη συγκρότησή της. Ωστόσο, ο Μανόλης Γλέζος και οι περί αυτόν, όπως και ορισμένες άλλες ομάδες, προτίμησαν να βουτήξουν στην εθνομηδενιστική χοάνη του ΣΥΡΙΖΑ.
 Έτσι χάθηκε η τελευταία δυνατότητα μετασχηματισμού τους και, σήμερα, ένα αντίστοιχο αίτημα αποτελεί δυστυχώς “περυσινά ξινά σταφύλια”. Και αυτό γιατί η Αριστερά –η συγκεκριμένη, στη συγκεκριμένη χώρα–, με την ιστορική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, έκλεισε τον κύκλο της, συνολικά. Η μόνη λύση, πλέον, είναι να κόψουν κάποιοι, όσοι αυτοχαρακτηρίζονται ως κοινωνιοκεντρικοί πατριώτες, τον ομφάλιο λώρο με αυτή την αριστερά, διατρέχοντας σε χρόνο ρεκόρ τα απαραίτητα στάδια που απαιτεί αυτός ο απογαλακτισμός. Διαφορετικά, θα τους προλάβει και θα μας προλάβει ο “πατριωτισμός” των χρυσαυγιτών…  Εξάλλου, και σε χρόνο ρεκόρ, αποκαθηλώνεται τελεσίδικα η κυβερνώσα αριστερά. Ή τώρα, λοιπόν, ή ποτέ. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για τους φίλους μας –ειλικρινείς και, προπαντός, άσπονδους– για να επιχειρήσουν τον μετασχηματισμό τους.
Αυτό –το γεγονός δηλαδή ότι θεωρούμε ήδη απελπιστικά καθυστερημένη οποιαδήποτε απόπειρα μεταστροφής με ρυθμούς αραμπά– και όχι κάποια εκδικητική ή ανταγωνιστική διάθεση, είναι εκείνο που μας κάνει να κριτικάρουμε, και μάλλον ήπια, δεδομένων των ευθυνών τους, όσους θέλουν τώρα, κατόπιν εορτής, να αναστήσουν κάποιο χώρο της “πατριωτικής αριστεράς”.
 Δεν νιώθουμε, προφανώς, κάποιον ανταγωνισμό μαζί τους γιατί, εδώ και τριάντα χρόνια, έχουμε χωρίσει τα τσανάκια μας με την αριστερά, παρότι συνεργαζόμασταν μαζί της, και επομένως απευθυνόμαστε με διαφορετικό τρόπο στην κοινωνία. Απλώς πιστεύουμε πως, από όλες τις κατευθύνσεις του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος –και στη σημερινή φάση προνομιακά από την αριστερά, διότι αυτή έχει εισέλθει σήμερα σε υπαρξιακή κρίση–, θα αναδειχθούν δυνάμεις που επιθυμούν τη σύνθεση.
Στο παρελθόν, για παράδειγμα, είχαμε επιμείνει ιδιαίτερα, και συνεχίζουμε να το κάνουμε, στον χώρο της ορθοδοξίας, ως πολιτικό χώρο, εξ αιτίας της ανάδειξης του ρεύματος της νεο-ορθοδοξίας και της σύγκρουσης του μακαριστού Χριστόδουλου με τον Σημίτη. Εξ ου και η συνεργασία μας με τον Στέλιο Παπαθεμελή ή τη Χριστιανική Δημοκρατία, και η θετική στάση μας υπέρ του τότε αρχιεπισκόπου στη σύγκρουσή του με τον Σημίτη – και τον Πατριάρχη παρεμπιπτόντως.
Σε μια συγκυρία, λοιπόν, που αναπτύσσεται στην κοινωνία, και κατ’ εξοχήν σε ένα μεγάλο μέρος των πολιτών που προέρχονται από την αριστερά, ένα ρεύμα αμφισβήτησης των ξεπερασμένων ιδεολογιών του εικοστού αιώνα, θεωρούμε πως ο εγκλωβισμός σε μια συζήτηση περί αριστεράς, με οποιοδήποτε πρόσημο, έχει χαρακτήρα οπισθοδρόμησης. Αποτελεί παράγοντα καθήλωσης των ιδεολογικών εξελίξεων σε ένα προηγούμενο στάδιο, προ ΣΥΡΙΖΑ, και ως εκ τούτου καθυστερεί αντί να επιταχύνει τις αναγκαίες ιδεολογικο-πολιτικές μετατοπίσεις.
Αυτό εξάλλου συνάγεται και από τη στάση όλων των ομαδοποιήσεων ή “ευαισθησιών” που κινούνται στον χώρο αυτό. Προσπαθούν να αποφύγουν έναν οποιανδήποτε σοβαρό διάλογο και αποκλείουν, κατά το δυνατόν, από τον μικρό “χώρο” τους, τον οποίο ζηλόφθονα προσπαθούν να συντηρήσουν, κάθε άποψη που υποστηρίζει την υπέρβαση της αριστεράς.
Εμείς, αντίθετα, απευθυνόμαστε σε όλους τους ανθρώπους, από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα – πράγμα που γίνεται ξεκάθαρο τόσο από τα κείμενά μας όσο και από τις δεκάδες εκδηλώσεις που οργανώνουμε, με ανθρώπους προερχόμενους από όλους τους χώρους, αρκεί να μην είναι εθνομηδενιστές.
Εμείς, λοιπόν, θα συνεχίσουμε να είμαστε ανοικτοί προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά και να κριτικάρουμε ταυτόχρονα, όπου και όταν θεωρούμε αναγκαίο. Στο παρελθόν, το ίδιο είχαμε κάνει και με τον μακαριστό Χριστόδουλο και με τον Στέλιο Παπαθεμελή και τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη και τον Τσοβόλα και τον Γλέζο, και τον Σάββα Καλεντερίδη, δηλαδή με ανθρώπους που είχαμε συνεργαστεί. Πόσο μάλλον λοιπόν με όσους αρνούνται τη συνεργασία μαζί μας. Οποιαδήποτε συνεργασία διαφορετικών οντοτήτων προϋποθέτει καλούς λογαριασμούς. Είμαστε τόσο ανοικτοί δε, ώστε απαντάμε και διαλεγόμαστε ακόμα και με ανθρώπους που μιλάνε για “αναρχοαυτόνομους”, ορολογία που αποκαλύπτει μάλλον κάποιες άλλες ιδεολογικές και πολιτικές εμμονές!
Υ.Γ. Και μια ερώτηση στους αριστερούς φίλους. Πολλοί, ανάμεσά τους, εκθειάζουν π.χ. τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο οποίος, από τη δεκαετία του 1970, υπέβαλε σε σαρωτική και εκθεμελιωτική κριτική την αριστερά και τον μαρξισμό στο σύνολό του, χωρίς να ιδρώνει το αυτί  τους γι’ αυτό. Άραγε, αυτός γίνεται αποδεκτός επειδή δραστηριοποιούνταν στην Εσπερία, και ως ευρισκόμενος μακριά από τις εγχώριες διαμάχες; Μήπως γιατί ήταν έντονα αντι-ορθόδοξος και αντιβυζαντινός, οπότε μπορούμε και να ξεχάσουμε την κριτική του στον μαρξισμό; Ή απλώς αποτελεί ένα άλλοθι για την επίδειξη ενός, χωρίς πρακτικές συνέπειες, επαρχιωτικού «κριτικού» πνεύματος;

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Αντώνη Μπουντούρη: Επιτάφιος



                              
          ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

             Απο μακριά το χεροπάλεμα του πλήθους
             ανασηκώνει μηχανικά τη σάρκα

             για νάβρει απαντοχή
             στο Τίμιό του ξύλο.

             Στην πλατεία σύντοιχα
             σέρνεται και πάλι μιά Σκιά.

              Ψηλή
              με πετρωμένη χούφτα
       
              Που σπάζει δάκρυα ανάερα
              κι εικόνες μυροφόρων.

              Αυτές
              τις χωνεμένες στα αιώνια
              ακίνητα όμορφες

               Αγκαλιασμένες με καρφιά
              κι ερωτευμένες μ'ένα ξόδι που γλυστρά
              στο ψύχος της συνήθειας.

              Γυμνές απο εγκώμια.

              Κληροδοτήθηκε κομμένη φλέβα.

              Βαθιά σε κόρφο ολόγυμνο
              επώαζε σφιχτές γροθιές-ψιχάλες

              Ο αληθινά Εσταυρωμένος εαυτός μας.

              Σβησμένος κεραυνός
              μες στην κακοκαιρία.


Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Σωτήρη Δημόπουλου:Ο Νικολάι Μπερντιάγιεφ για το βιβλίο του Σεργκέι Μπουλγκάκωφ "Ο Καρλ Μαρξ ως θρησκευτικός τύπος"


Mikhail Nesterov, "Φιλόσοφοι" (1917),
Πάβελ Φλορένσκυ και Σεργκέι Μπουλγκάκωφ


Κριτικό σημείωμα στο βιβλίο του καθ. Σεργκέι Μπουλγκάκωφ «ο Καρλ Μαρξ ως θρησκευτικός τύπος» 

Ο Σεργκέι Νικολάγιεβιτς Μπουλγκάκωφ είναι ένας πρώην μαρξιστής, που πέρασε μια προσωπική κρίση, την οποία ο ίδιος την ονομάτισε στον τίτλο της συλλογής «Από τον μαρξισμό στον ιδεαλισμό», και βρήκε διέξοδο απ’ αυτήν στη χριστιανική πίστη. Στην πορεία της μακράς πορείας του, ο Μπουλγκάκωφ βίωσε τις ιδέες του, και όλα όσα γράφει έχουν ενδιαφέρον βιωματικό και όχι ακαδημαϊκό. Η προσπάθεια να κατανοήσει κάποιος τη θρησκευτική ψυχολογία του Μαρξ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερα όταν το προσπαθεί ένας πρώην μαρξιστής και νυν χριστιανός.
Ο Μπουλγκάκωφ, εκκινώντας από τη θέση ότι «να προσδιορίσεις το πραγματικό θρησκευτικό κέντρο στον άνθρωπο, να βρεις τον αυθεντικό ψυχικό του πυρήνα, σημαίνει να γνωρίσεις γι’ αυτόν το πιο οικείο και σπουδαιότερο στοιχείο του, έπειτα από το οποίο καθίσταται κατανοητό κάθε εξωτερικό και παράγωγο χαρακτηριστικό. Υπό την έννοια αυτή μπορούμε να μιλήσουμε για θρησκεία σε κάθε άνθρωπο, τόσο για τον αδιάφορο θρησκευτικά όσο και για τον συνειδητό αρνητή κάθε συγκεκριμένης μορφής θρησκευτικότητας».
Ως εκ τούτου, τον, ενσυνείδητα αρνητή κάθε θρησκείας, Μαρξ ο Μπουλγκάκωφ θεωρεί ότι είναι δυνατό να τον ερμηνεύσεις από θρησκευτικής απόψεως. Αναλόγως προσεγγίζει και τον σοσιαλισμό, ο οποίος, εκ πρώτης όψεως, συνιστά φαινόμενο άσχετο με τη θρησκεία.  
«Άλαλη και παθητική η ιστορική σάρκα του σοσιαλισμού μπορεί να εμπνέεται από διαφορετικό πνεύμα και, ανήκουσα αρχικώς στο βασίλειο του φωτός, να είναι ικανή να καταστεί λεία του σκότους».
Η βασική ιδέα του Μπουλγκάκωφ είναι ότι ο Μαρξ έβαλε τη σφραγίδα του πνεύματός του στο ουδέτερο εκ θρησκευτικής απόψεως σοσιαλιστικό κίνημα, και αυτή ήταν η σφραγίδα του μαχητικού αθεϊσμού, αυτό ήταν το αντι-θρησκευτικό και αντι-χριστιανικό πνεύμα.
Ο Μπουλγκάκωφ έκανε χρήση του υπάρχοντος βιογραφικού υλικού για τον χαρακτηρισμό της προσωπικότητας του Μαρξ. Ο Μαρξ ήταν ένας δυσάρεστος άνθρωπος, σ’ αυτόν υπήρχε κάτι το μη αγαθό, αυτό το διαισθάνεσαι στα γραπτά του και επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της βιογραφίας του. 
Αυταρχική αυτοπεποίθηση, ιδού ποιο ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του Μαρξ∙ περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ατομικότητα, ιδού το δεύτερο χαρακτηριστικό του, το οποίο προσέδωσε ιδιαίτερη χροιά σε όλον τον μαρξισμό. Η καρδιά του Μαρξ ήταν γεμάτη από μίσος και οργή. Ο μαρξισμός μέσα από κακά αισθήματα θέλει να δημιουργήσει ένα καλό μέλλον. Κατά τη γνώμη του Μπουλγκάκωφ, ο Μαρξ ανήκει στον κύκλο των ανθρώπων που είναι εσωτερικά αλλότριοι της τραγωδίας, ανίκανοι ακόμη και να καταλάβουν το θρησκευτικό πρόβλημα που γεννιέται από τη τραγικότητα του ατομικού πεπρωμένου. Ο Μαρξ δεν ήταν άθεος του τύπου του Ιβάν Καραμάζωφ, ο αθεϊσμός δεν ήταν γι’ αυτόν πόνος και τρόμος, αυτός είναι ένας αυτάρεσκος άθεος, ο οποίος επιδιώκει «να ιάσει τους ανθρώπους από τη θρησκευτική παραφροσύνη, από την πνευματική σκλαβιά». Και αυτός ο αθεϊσμός, αυτή η μάχη με τη θρησκεία και τον χριστιανισμό ήταν, κατά τον Μπουλγκάκωφ, η ψυχή της δραστηριότητάς του, ενέπνευσε όλη του τη θεωρία. 
Έπειτα από τα γενικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Μαρξ ο Μπουλγκάκωφ διερευνά τις ιδεολογικές ρίζες της κοσμοθεωρίας του. Κατηγορηματικά απορρίπτει τη σχέση του Μαρξ με τον Χέγκελ και επιβεβαιώνει τη σχέση με τον Φόιερμπαχ. «Δεν υφίσταται καμία αλληλοδιάδοχη σχέση μεταξύ του γερμανικού ιδεαλισμού και του μαρξισμού». Μ’ αυτή την κατηγορηματική μορφή ο ισχυρισμός του Μπουλγκάκωφ είναι δύσκολο να υιοθετηθεί. Ο Μαρξ δεν ήταν φιλόσοφος, δεν είχε βαθιά φιλοσοφική παιδεία αλλά η κοσμοθεωρία του είναι στενά συνδεδεμένη με τον εγελειανό πανλογισμό. Ο μαρξισμός εκλογικεύει την ύλη, πιστεύει στην ορθολογικότητα της υλικής διαδικασίας. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι μια από τις πλέον τερατώδεις φιλοσοφικές συνθέσεις, αλλά αυτή η πανλογικότητα της υλικής διαδικασίας, ο λογικο-διαλεκτικός χαρακτήρας της εξέλιξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων συνιστά τη ψυχή του μαρξισμού. Ο Μαρξ ήταν παθιασμένος ορθολογιστής, υλιστικός ορθολογιστής, και σε αυτό πήρε πολλά από τον Χέγκελ, αλλά ελάττωσε τον μεγάλο νου του Χέγκελ, τον μετέτρεψε σε μικρό. Οι μεγάλες φιλοδοξίες και οι παραδόσεις του γερμανικού ιδεαλισμού στον μαρξισμό δεν πραγματοποιήθηκαν, αλλά πέθαναν, διακόπηκαν. Όμως το όριο της ορθολογικότητας που επετεύχθη στον εγελιανισμό, στάθηκε η αφετηρία του μαρξισμού. Ο μαρξικός βολονταρισμός αποπνέει ορθολογισμό, πιστεύει στην ορθολογικότητα της υλικής και κοινωνικής εξέλιξης. Πνευματικά συγγενεύει ο Μαρξ με την ορθολογική σχηματοποίηση της παγκόσμιας ιστορίας, την εκλογίκευση της υλικής ζωής του Χέγκελ.

Το φιλοσοφικό πνεύμα του Χέγκελ είναι πολλά κεφάλια πάνω από αυτό του Μαρξ, σε αυτό γίνεται αισθητή η ανάσα του διαχρονικού ιδεαλισμού, αλλά η απελπισία του εγελιανισμού, που απώλεσε το πραγματικό υπόστρωμα, βρήκε μια διέξοδο στον μαρξιστικό πανλογικό υλισμό*.
Ο Μπουλγκάκωφ επειδή έτσι κατηγορηματικά απορρίπτει κάθε σχέση του Μαρξ με τον Χέγκελ, στη βάση της επεξήγησης της θρησκευτικής ψυχολογίας του Μαρξ, έθεσε την άποψη: «ο Μαρξ είναι φοϊερμπαχικός». Θεμελιώδες ζήτημα στη φιλοσοφία του Φόιερμπαχ «συνιστά η απόρριψη της θρησκείας του θεανθρωπισμού στο όνομα της θρησκείας του ανθρώπου-θεού, θεομάχος μαχητικός αθεϊσμός. Ακριβώς για το λόγο αυτό και είχε τη μεγαλύτερη απήχηση στη ψυχή του Μαρξ». Όμως «η υπεροπτική, αυταρχική ψυχή του Μαρξ» δεν ταίριαζε με την ιδιόμορφη «ευσέβεια» του Φόιερμπαχ.
Με σειρά από αποσπάσματα ο Μπουλγκάκωφ αποδεικνύει ότι για τον Μαρξ η «ανθρώπινη χειραφέτηση» σημαίνει απελευθέρωση από τη θρησκεία. Το «νόημα της φιλοσοφίας δηλ. η διδασκαλία του Φόιερμπαχ, ιδιαίτερα η θεωρητική απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τη θρησκεία, και η υπόθεση του προλεταριάτου ενώνονται εδώ σε ένα όλο, στο προλεταριάτο έχει ανατεθεί η αποστολή της ιστορικής πραγματοποίησης της υπόθεσης του αθεϊσμού, δηλ. της πρακτικής απελευθέρωσης του ανθρώπου από τη θρησκεία. Να που είναι ο αυθεντικός Μαρξ, να που αποκαλύπτεται το πραγματικό «μυστικό» του μαρξισμού, η πραγματική του φύση!».
Ο Μπουλγκάκωφ δικαίως υποψιάζεται ότι την ειλικρίνεια της προγραμματικής θέσης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ότι «η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση». Είναι μόνον τακτική υποκρισία. Στην πραγματικότητα τη σοσιαλ-δημοκρατία την εμπνέει το αθεϊστικό πνεύμα του Μαρξ, που υποστηρίζει την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε θρησκεία. «Ο Μαρξισμός αποτελεί μόνον μια ειδική περίπτωση του φοϊερμπαχισμού, τον ιδιαίτερο κοινωνιολογικό του τύπο», δηλ. την ειδική περίπτωση του μαχόμενου αθεϊσμού, τον κοινωνιολογικό τρόπο της νίκης του αθεϊσμού. Η «προσωπική επιρροή του Μαρξ στο σοσιαλιστικό κίνημα εκφράστηκε πάνω από όλα με την ενδυνάμωση αυτού του αντιθρησκευτικού, θεομάχου στοιχείου, το οποίο μαίνεται μέσα του, καθώς και σ’ όλη την κουλτούρα μας, και η οποία δεν έχει πει τον ύστατο λόγο της, δεν παίρνει επαρκή και προσωπική αλλά, ήδη, την ύστατη ενσάρκωση». Ο Μπουλγκάκωφ βλέπει ότι «στον σοσιαλισμό, όπως και σε όλη τη γραμμή του πολιτισμού μας, λαμβάνει χώρα η μάχη του Χριστού με τον αντίχριστο». Το πνεύμα του Μαρξ ενισχύει αυτή τη γραμμή του κινήματος, η οποία πρέπει να οδηγήσει στη τελευταία ενσάρκωση του αντιχρίστου. Ο Μπουλγκάκωφ είδε αυτή τη σκοτεινή πλευρά του πνεύματος του Μαρξ «έπειτα από πολυετή και εντατική εξέταση στο πνευματικό πρόσωπο του Μαρξ». Ο δρόμος, τον οποίο διάβηκε ο Μπουλγκάκωφ του επέτρεψε να δει ότι το πρόσωπο του Μαρξ, ενός από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του 19ου αιώνα, «μυστηριωδώς και τρομερά διίσταται». Να διηγηθείς αυτό που ο Μπουλγκάκωφ είδε, όντως ήταν ηθικό καθήκον, έτσι καθώς αυτό το πιο φοβερό κακό είναι αυτό που έχει το πρόσωπο του καλού. Αλλά ο Μπουλγκάκωφ αποδίδει μεγάλη σημασία στη σχέση Μαρξ και Φόιερμπαχ και ιδιαίτερα από αυτή τη σχέση για να αποδείξει τη θέση του ότι, ο Μαρξ ενέπνευσε τον θεομάχο αθεϊσμό. Ο ίδιος ο Μπουλγκάκωφ αναγνωρίζει ότι ο αθεϊσμός του Μαρξ διαφέρει από τον αθεϊσμό του Φόιερμπαχ, ότι στον Φόιερμπαχ δεν υφίσταται τέτοιο κακό πνεύμα το οποίο υπάρχει στον Μαρξ. Η σχέση του Μαρξ με τον Φόιερμπαχ θρησκευτικά συμβιβάζεται όχι τόσο πρωτογενώς όσο δευτερογενώς. Από τον Φόιερμπαχ μπορούν να υπάρξουν κινήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, και δεν είναι όλα τα όρια των κινήσεων τόσο απειλητικά, όπως ο Μαρξ και ο μαρξισμός. Ο θεομάχος αθεϊσμός του Μαρξ, τον βαθύ του μίσος προς τη θρησκεία και τον χριστιανισμό, στην ίδια την ιδέα του Θεού θα μπορούσε να αποδειχθεί με τη ψυχολογική ανάλυση της ουσίας του μαρξισμού και του πνεύματος του Μαρξ. Ο ίδιος ο Μπουλγκάκωφ συναισθάνθηκε το θρησκευτικό-κακό στον Μαρξ, βιώνοντας και δοκιμάζοντας τον μαρξισμό, και κατόπιν ήδη ιστορικά συνέδεσε τον Μαρξ με τον Φόιερμπαχ. Η ανάλυση του Μπουλγκάκωφ δεν είναι τόσο ιστορική όσο ψυχολογική. Το φυλλάδιο του Μπουλγκάκωφ έχει και άλλο υπότιτλο: «από τις μελέτες για τη θρησκεία της ανθρωποθέωσης» και άμεσα συνδέεται με την άλλη του εργασία: «η θρησκεία της ανθρωποθέωσης στον Λ. Φόιερμπαχ». Η σχέση αυτών των δύο έβαλε ένα πολύ μεγάλο αποτύπωμα στην μελέτη για τον Μαρξ. Ο Μαρξ  θα ήταν ένας μαχητικός αθεϊστής και στην περίπτωση που δεν ήταν μαθητής του Φόιερμπαχ. Ενστερνίστηκε την ατμόσφαιρα της αυτοθεοποίησης του ανθρώπου και έγινε ο σημαντικότερος εκφραστής του. Η εργασία του Μπουλγκάκωφ βοηθά να γίνει κατανοητή η πνευματική ουσία του μαρξισμού, και πρέπει να ευχηθούμε την διάδοσή της.                    


*Αυτή την αναπόφευκτη μετάβαση του εγελιανισμού στον υλισμό την συνέλαβε και την προέβλεψε από καιρό, εδώ σε εμάς,  ο Χομιακώφ (Αλεξέι, 1803-1860, φιλόσοφος, θεολόγος, ποιητής από τους συνιδρυτές του σλαβόφιλου κινήματος). 

*(από τα δοκίμια για τη θρησκεία της ανθρωποθέωσης), εκδ. Ντ. Ε. Ζουκόβσκι, Αγ. Πετρούπολη, 1907, σελ. 55, τιμή 25 καπίκια.

Πηγή: http://www.krotov.info/library/02_b/berdyaev/1907_bulg.htm#_ft

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Σωτήρη Γουνελά για τον Χρήστο Μαλεβίτση



Οι Εκδόσεις Αρμός σας προσκαλούν

στην παρουσίαση του νέου βιβλίου

του Σωτήρη Γουνελά

"Κριτική σπουδή στο έργο του Χρήστου Μαλεβίτση"

την Τετάρτη 20 Απριλίου 2016, στις 19.30

στο βιβλιοπωλείο του Αρμού 

(Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα)

Θα προλογίσει ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Φίλων Χρήστου Μαλεβίτση

Ιωάννης Βουλιουρής

Για το βιβλίο θα μιλήσουν

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Θεολόγος, Σύμβουλος Παιδαγ. Ινστιτούτου, Διευθ. Περιοδικού "Θεολογία"

Θανάσης Σακελλαριάδης, Επικ. Καθηγ. Φιλοσοφίας Παν/μίου Ιωαννίνων

Διονύσης Σκλήρης, Φιλόλογος, Θεολόγος