Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Μάνος Χατζηδάκης : Για την Ελένη



Ο Μάνος Χατζηδάκης ήταν φίλος και ερωτευμένος με την Ελένη Γλύκατζη Αρβέλερ .Γνωρίστηκαν στην ΕΠΟΝ , συμμετείχαν μαζί στην αντίσταση στην Γερμανική κατοχή. Μάλιστα σε συνέντευξή της η  Ελένη Γλύκατζη Αρβέλερ, στην Ε.Ακρίτα , είπε ότι ακολούθησαν μαζί την πορεία του ηττημένου ΕΑΜ, μετά την λήξη των Δεκεμβριανών. 

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Τάκη Θεοδωρόπουλου: Ιων Δραγούμης και Χρυσή Αυγή






Ο Φίλιππος Δραγούμης, δημοτικός σύμβουλος στην Αθήνα και ανιψιός του Ιωνος Δραγούμη, με ανοιχτή του επιστολή προς τον δήμαρχο του διαμερίσματος «Ιωνα Δραγούμη» καταγγέλλει την καπήλευση της μνήμης του από την Χρυσή Αυγή. Αφορμή στάθηκαν οι τελετές που οργάνωσε το νεοναζιστικό μόρφωμα και η κατάθεση στεφάνου στον ανδριάντα του Δραγούμη, στον τόπο της καταγωγής του, το Βογατσικό Καστοριάς. Επισημαίνει ότι «η αγάπη του Ιωνα για την Ελλάδα ουδέποτε σηματοδότησε μίσος για όλους τους άλλους γειτονικούς λαούς». Ζητά από τον δήμαρχο να μην επιτρέψει «η μνήμη του να αφεθεί στις ορέξεις ανθρώπων που αυτοτοποθετούνται κατά της δημοκρατίας». Για να καταλήξει ότι όσοι κακοποιούν αδύναμους και ανυπεράσπιστους είναι δειλοί. Και αυτοί «οι δειλοί παριστάνουν τους τιμητές ενός γενναίου ανθρώπου που έχασε τη ζωή του για τις ιδέες του..
Ως γνωστόν ο Δραγούμης δολοφονήθηκε τον Αύγουστο του 1920 από βενιζελικούς χωροφύλακες που τον θεώρησαν υπαίτιο για την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στο σημείο, στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας, περίπου απέναντι από το Χίλτον, υπάρχει σήμερα αναμνηστική στήλη. Εννοείται ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με την απόπειρα, αν και πολιτικός αντίπαλος του Βενιζέλου ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν φρικίασε. Αν θυμάμαι καλά είχε πει ότι αν όλοι οι πολιτικοί του αντίπαλοι ήταν σαν τον Δραγούμη ο ίδιος θα αισθανόταν ευτυχής. Ως πρόξενος στο Μοναστήρι, στις Σέρρες, στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας και στην Φιλιππούπολη οργάνωσε τις ελληνικές κοινότητες για να αντιμετωπίσουν το βουλγαρικό κομιτάτο και προετοίμασε τον Μακεδονικό Αγώνα.
Υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές πνευματικές προσωπικότητες του ελληνικού εικοστού αιώνα. Προσωπικά, από το συγγραφικό του έργο, δεν ξεχωρίζω τόσο τα μυθιστορήματά του («Οσοι ζωντανοί», «Μαρτύρων και ηρώων αίμα») όσο τους τόμους του ημερολογίου του. Με τις αφηγήσεις του θεωρώ ότι έχει καταθέσει ένα από τα σημαντικότερα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί στη γλώσσα μας. Κυρίως όμως την αγωνία ενός ανθρώπου, του γράφοντος, ο οποίος παλεύει με τον καιρό του, και με την ίδια λογοτεχνική ακρίβεια μιλάει για τις πολιτικές του απόψεις και για τον έρωτά του με την Κοτοπούλη. Στη μνήμη μου έχει χαραχτεί μια έκφρασή του, όπου λέει ότι στη Μακεδονία πήγε να αγωνιστεί για να σώσει τον εαυτό του. Ας μας είχε μείνει έστω ένα δράμι από την ειλικρίνειά του.
Δεν θα επιχειρηματολογήσω για τις διαφορές του Δραγούμη, ή και του Περικλή Γιαννόπουλου, με τους αμόρφωτους νεοναζί. Τις θεωρώ προφανείς. Ο τρόπος, όμως, και η άνεση με την οποία καπηλεύονται μορφές τέτοιου μεγέθους αποδεικνύουν τα ελλείμματα της αστικής παιδείας. Σ’ αυτά παρεισφρέει ο υπόκοσμος και λεηλατεί εθνικό κεφάλαιο. Διότι αν μελετούσαμε όντως τη σκέψη του Δραγούμη, αν όντως τα έργα του είχαν βρει τη θέση που τους αρμόζει στη συλλογική μας συνείδηση και την παιδεία, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να τα διαστρέψουν. Κι αν το έκαναν δεν θα είχε και τόση σημασία. Θα τα προστάτευε η δική μας γνώση και η ζωντανή σχέση μας μαζί τους. Τώρα όμως τα έχουμε αφήσει ορφανά, στο έλεος του κάθε κάπηλου. Και για να παραφράσω ό,τι είπε ο Δραγούμης για τη Μακεδονία: η σωτηρία της εθνικής μας συνείδησης είναι το ζητούμενο.

πηγή:ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8-8-2013

Σωτήρη Δημόπουλου: Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ευρωπαϊκός Πολιτισμός και Βυζάντιο




Παναγιώτης Κανελλόπουλος:
Ευρωπαϊκός Πολιτισμός και Βυζάντιο

«Και του γένους εσμέν και της γλώττης αυτοίς (τοις Έλλησι)
κοινωνοί και διάδοχοι»[1]
Θεόδωρος Μετοχίτης

«Ecce, Grecia nostro exsilio transvolavit Alpes»[2]
Ιωάννης Αργυρόπουλος



Με τη συγγραφή της «Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατήγαγε, αναμφίβολα, έναν άθλο. Η ολοκλήρωση ενός ψηφιδωτού μνημειακών διαστάσεων, αποτελούμενου από χιλιάδες ψηφίδες πνευματικής δημιουργίας αιώνων, γερά αρμοσμένες στο ιστορικό τους πλαίσιο, συνιστά έργο απαράμιλλο και θαυμαστό. Η βαθιά και εμπεριστατωμένη μελέτη όλων των εκφάνσεων του ευρωπαϊκού πνευματικού πολιτισμού επέτρεψε στο συγγραφέα, προς όφελος και απόλαυση του αναγνώστη, να κινείται με παροιμιώδη άνεση στο χώρο και στο χρόνο. Κάθε αναφορά και κρίση του διέπεται από εκπληκτική ικανότητα αντίληψης της πνευματικότητας που φέρουν και εκδηλώνουν τα έργα του ανθρώπινου πολιτισμού. Και ως συνεπής ακόλουθος ενός υψηλού ιδεαλισμού, τα τοποθετεί, με το μέγιστο σεβασμό, σε μια ιδεατή πνευματική κλίμακα.
Η, εξαρχής, ευσυνείδητη στάση του, όπως αρμόζει σε έναν γνήσιο διανοούμενο, χάρισε στο έργο του αναμφισβήτητη εγκυρότητα. Επιπλέον, όμως, συνέβαλε στη συμπλήρωση και τον εμπλουτισμό της εργασίας του, που τα προκάλεσαν όχι μόνον οι επιπλέον αποκτηθέντες γνώσεις αλλά και οι, από τις ιστορικές και προσωπικές περιπέτειες, νέοι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί. Ο Κανελλόπουλος, ως προσωπικότητα που την διακρίνει η έντονη πολιτική δραστηριότητα, στον ίδιο βαθμό με την πνευματική, επηρεάζεται άμεσα από την ιστορική πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο που κι ο ίδιος είναι ένας από τους διαμορφωτές της. Η σκέψη του, χωρίς να απομακρύνεται από τις ιδεοκρατικές της αρχές, αναζητά εναγωνίως να συναντήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, της κοινωνίας, της πατρίδας. Και μοιραία επαναδιαμορφώνει την οπτική του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης του κέντρου θέασης στη σκέψη του Κανελλόπουλου συνιστά η στάση του απέναντι στο βυζαντινό πολιτισμό. Στον γραμμένο τις παραμονές ή και τις αρχές του β΄ παγκοσμίου πολέμου, πρώτο τόμο της «Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» (εκδόθηκε το 1941) το Βυζάντιο θα καταλαμβάνει επτά σελίδες, ενώ στη δεύτερη έκδοση, το 1947, δέκα. Το 1966 οι σελίδες που αφορούν στο βυζαντινό πολιτισμό θα γίνουν διακόσιες εξήντα![3]
Στην έκδοση αυτή, ο Κανελλόπουλος θα γράψει: «μια βασική διαφορά μεταξύ της παλαιάς και της νέας μορφής του έργου μου αναφέρεται στο Βυζάντιο. Τώρα έδωσα στο Βυζάντιο τη θέση που του αξίζει στην ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος. Προ τριάντα ή και προ είκοσι ετών (όταν βγήκε σε δεύτερη έκδοση ο πρώτος τόμος) δεν είχα πνευματική διάθεση να το κάμω, ούτε τα αναγκαία εφόδια».[4] Και θα συμπληρώσει αναφερόμενος στον  «Έλληνα του Βυζαντίου»: «τον παίρνω από τα όρια Ευρώπης και Ανατολής –από τις απόμερες ‘‘άκρες’’ και τα δραματικά σταυροδρόμια- και τον ενώνω με τη Δύση και τον Βορρά. Χαίρω ότι, με την πρόοδο της ηλικίας, έφθασα στην ωριμότητα εκείνη του πνεύματος που μ’ έκαμε να μπορώ ν’ αποδώσω δικαιοσύνη στον τόσο βασανισμένο βυζαντινό Ελληνισμό».
Η διάθεση του «πρώιμου» Κανελλόπουλου απέναντι στην ιστορική περίοδο του Βυζαντίου και στον πολιτισμό του διαπιστώνεται και σε ένα κείμενο για τον Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύει την ίδια χρονιά με τον πρώτο τόμο της «Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» στην «Νέα Εστία». Εκεί δηλώνει ότι «δεν αγαπώ το Βυζάντιο ως περιεχόμενο πολιτισμού, ως αιώνιο παρόν∙ αγαπώ όμως το Βυζάντιο ως ανάμνηση, ως αιώνιο παρελθόν. Αυτό με κάνει να νιώθω τον Παπαδιαμάντη πέρα για πέρα, ενώ δεν συμμερίζομαι την πλευρά εκείνη του Περικλή Γιαννόπουλου, που μπορεί να ονομασθεί ‘‘προπαγάνδα για το Βυζάντιο’’ και ‘‘αντιδικία με ό,τι είναι ευρωπαϊκό’’. Δεν είναι βέβαια λίγο πράμα το να σηκώσει η ζωή στους ώμους της χίλια χρόνια συνειδητής ιστορικότητας, χωρίς στην άρση αυτού του βάρους να τη βοηθήσει ούτε ένας ποιητής, ούτε ένας φιλόσοφος. Αναγνωρίζω και σέβομαι τον άθλο, συμπονάω τη ζωή αυτή που πέρασε τόσο δύσκολες, ξηρές και άγονες ώρες, μα δεν μπορώ να κάνω δικό μου και το περιεχόμενο μιας τέτοιας αλύτρωτης ζωής».[5]    
Αυτά πρεσβεύει ο Κανελλόπουλος στις αρχές της δραματικής, για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεκαετίας του 1940. Είναι φανερό ότι μιλά ακόμη ο διανοούμενος-λάτρης του δυτικοευρωπαϊκου πολιτισμού, που τον εννοεί ως δημιουργική συνέχεια του κλασικού πολιτισμού. Και σε αυτόν τον πολιτισμικό χώρο διακαώς επιθυμεί και συστηματικώς εργάζεται να καταστήσει μέτοχο την Ελλάδα της εποχής του. Εποχή, που η αναζήτηση της νέας ταυτότητας του έθνους, μετά το ’22 και τη δυναμική είσοδο νέων πολιτικών και πνευματικών ρευμάτων στην ελλαδική κοινωνία, αναδεικνύεται ως το μείζον διακύβευμα μιας ελπιδοφόρας γενιάς.      
Στις επόμενες δεκαετίες, όμως, ο Κανελλόπουλος θα ασχοληθεί εκτεταμένα με όλην τη βυζαντινή περίοδο και θα επιδιώξει μάλιστα να κάνει δικό του το περιεχόμενο αυτής που ονόμασε παλαιότερα ως «αλύτρωτη ζωή». Χωρίς να πάψει να παραμένει μύστης και θαυμαστής του δυτικο-ευρωπαϊκού πολιτισμού, όχι μόνον ανέδειξε το βυζαντινό πολιτισμό σε περίοπτη θέση στην «Ιστορία» του, αλλά «ενδύθηκε» ο ίδιος το ιστορικό και πνευματικό περιβάλλον του ύστερου, ιδιαίτερα, Βυζαντίου. Κι αυτό θα το επιχειρήσει, με εντυπωσιακό τρόπο, στο βιβλίο του, των 724 σελίδων, «Γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο» (1957)».
Ανιχνεύοντας τις πιθανές αιτίες και τις εσωτερικές παρορμήσεις που ώθησαν τον Κανελλόπουλο σε αυτήν την μετατόπιση είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σε ανάλογες τάσεις που παρατηρούνται την ίδια περίοδο στην λογοτεχνική δραστηριότητα. Παράλληλα με την επιστημονική εργογραφία για το Βυζάντιο, που βρίσκεται σε άνθηση[6], μια «βυζαντινή» τάση, θετική ή «κριτική», δημιουργική ή ως μυθιστορηματική απόδοση της ιστορίας, διαπιστώνεται στο έργο αρκετών και σημαντικών λογοτεχνών και διανοουμένων.[7]
Ο Άγγελος Τερζάκης εκδίδει το 1945 το, πιθανώς, αρτιότερο ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, την «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ». Θα έχει προηγηθεί το 1936 το θεατρικό «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ»  και θα ακολουθήσουν τα επίσης θεατρικά «Αγνή» (1949) και «Θεοφανώ» (1956). Ο Άγγελος Σικελιανός θα εκδώσει το 1947 το θεατρικό έργο «Ο Θάνατος του Διγενή», με σαφείς νύξεις στη σύγχρονή του πολιτική πραγματικότητα. Ο Νίκος Καζαντζάκης θα συγγράψει το 1956 μια σειρά από τραγωδίες με βυζαντινά θέματα: «Ιουλιανός ο Παραβάτης», «Νικηφόρος Φωκάς», «Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος». Ο Μ. Καραγάτσης θα δώσει το 1959 το «εικονοκλαστικό» αλλά και απολαυστικότατο «Σέργιος και Βάκχος». Ο Άγγελος Βλάχος θα κυκλοφορήσει το 1961 το βιβλίο του για την περίοδο των Κομνηνών με το τίτλο «Οι τελευταίοι Γαληνότατοι». Ο Κώστας Κυριαζής θα ξεκινήσει το 1952 με τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο», για να ακολουθήσει μια σειρά από 11 βιβλία σχετικά με το Βυζάντιο. Τα χρόνια αυτά θα δημιουργούν και οι κατ’ εξοχήν «βυζαντινοί» Φώτης Κόντογλου, που το 1944 με τον «Μυστικό Κήπο» άφηνε, κατά τα λεγόμενά του, τους «αγρίους» για να πιάσει τους αγίους, και Γαβριήλ Πετζίκης.
Η Ελλάδα συνέχιζε ν’ αναζητά το δρόμο και τη ταυτότητά της, μεταξύ ανατολής και δύσης, σε έναν αγώνα που οι ιδέες αντιπαρατέθηκαν –ή έδωσαν άλλοθι- με τα όπλα. Πλέον, δεν υπήρχε μόνον το βάρος της μικρασιατικής καταστροφής και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και η φρίκη μιας ολοκληρωτικής εμφύλιας διαμάχης. Έτσι επανέκαμπτε εκ νέου, όπως συμβαίνει σε κάθε κομβική ιστορική εποχή, το παρελθόν ώστε να νοηματοδοτηθεί αναλόγως το παρόν. Οι στόχοι της γενιάς του ’30 θα διατυπώνονταν, εν μέσω μιας συγκεχυμένης ατμόσφαιρας, με νέα, πιο τραγική, ένταση. Όπως έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος, που είδε κι αυτός το Βυζάντιο με τη δική του ματιά, στο ποίημα «Η δίψα στο Μυστρά» (1954):

«Διψούσαμε πάντα στην Παντάνασσα, δουλεύοντας μες στο λιοπύρι
σκαλίζοντας τους Νόμους, Πλήθων Γεμιστέ, πάνου στην πέτρα
κι ο Μανουήλ Χρυσολωράς μόνος στα ξένα με τα ερωτήματά του,
και το δικό σου λείψανο στα ξένα,
ένδοξο λάφυρο στα χέρια του Σιγισμούνδου Μαλατέστα
κ’ εδώ η καρδιά σου η διψασμένη να χτυπάει κάτου απ’ την πέτρα»  

Ο Κανελλόπουλος διαπιστώνει κι αυτός, μάλλον, ότι η καρδιά του είναι «διψασμένη». Και θα προσπαθήσει να «ξεδιψάσει». Την εποχή αυτή το βάρος «της ιστορίας που φυλλορροεί» το νοιώθει τεράστιο. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος έχει μεν τελειώσει αλλά τώρα μαίνεται ο ψυχρός. Στα ερείπια των ευρωπαϊκών πόλεων το δυτικό πνεύμα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, ενώ ο κομμουνιστικός κόσμος θα εξαπλώνεται ραγδαία. Τότε, παράλληλα ή και πριν από την ενασχόλησή του με το Βυζάντιο, ο Κανελλόπουλος θα εκδηλώσει μια σαφή στροφή προς το Χριστιανισμό. Το 1953 δημοσιεύει το βιβλίο του «Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας από την ιστορία στην Αιωνιότητα» όπου διατυπώνει την υπόθεση ότι «αν δεν ερχόταν ο Χριστιανισμός […] δεν αποκλείεται να είχε χαθεί ό,τι είχε ως τότε γίνει στη Δύση. Ίσως ολόκληρος ο ελληνορωμαϊκός κόσμος ν’ άφηνε πίσω του μόνο το μύθο μιας νέας Ατλαντίδας».[8] Και προβάλλοντας το σχήμα Ελληνορωμαϊκός πολιτισμός/Δυτικός πολιτισμός, Ούνοι/Γερμανοί, Βάρβαροι/Κομμουνιστές αναζητά τον «Χριστιανισμό» της εποχής μας. Μια ιδέα που θα λυτρώσει από την πλέρια επικράτηση της αμφιβολίας και θα κατορθώσει να αφομοιώσει τους «βάρβαρους». Το 1956, ως συνέχεια του «Χριστιανισμού», θα εκδώσει το αριστουργηματικό «Τέλος του Ζαρατούστρα»[9]. Διαβαίνοντας μέσα από τα μονοπάτια του νιτσεϊκού υπερανθρώπου, συναναστρεφόμενος και αναμετρώμενος με τους ιδεατούς ανθρωπό-τυπους του ευρωπαϊκού πολιτισμού -τον Δον Κιχώτη, τον Άμλετ, τον Φάουστ αλλά και τον …Αλιόσα- καταλήγει στη χριστιανική αγάπη: «άρχισα, ωστόσο, ν’ αγαπάω –κ’ έτσι άρχισα να αισθάνομαι ότι δεν είμαι πια έρημος και ολομόναχος- εκείνους που είναι αδιάφοροι απέναντί μου∙ εκείνους που περνάνε πλάι μου χωρίς καν να με προσέχουν»[10].
Το Βυζάντιο, επομένως, θα αποκτήσει στη σκέψη του Κανελλόπουλου νέο περιεχόμενο, τόσο μέσω των φιλοσοφικών του αναζητήσεων όσο και των εθνικών και πολιτικών του αγωνιών. Υποθέτουμε, επομένως, ότι στο «γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο» η επινόηση της αυτοβιογραφικής διήγησης υπονοεί κάτι πολύ περισσότερο από την επιδίωξη μιας πιο απελευθερωμένης και συναρπαστικής περιγραφής. Αποκαλύπτει τον εσωτερικό αγώνα του συγγραφέα να δώσει απαντήσεις για την ιστορική μοίρα του έθνους. Και έβαλε τον εαυτόν του γεννημένο πεντακόσια χρόνια πριν από το πραγματικό έτος γέννησής του, για να δει με τα μάτια του καιρού εκείνου τα πριν από την Άλωση.[11] Συμβατικά γέννημα των Πατρών, θρέμμα όμως του Μυστρά. Τέκνο του ανατέλλοντος νέου ελληνισμού, στην αυγή της νέας ελληνικής συνείδησης. Στους αιώνες που το ένδοξο Βυζάντιο εκπέμπει το σπαρακτικό κύκνειο άσμα του, κτυπημένο από Δύση και Ανατολή, και μετέωρο ανάμεσά τους. Πιεσμένο και από έναν τρίτο «κόσμο», το σλαβικό, που ακάθεκτος, με φρέσκες δυνάμεις, άρπαζε ό,τι μπορούσε για να οικοδομήσει τις δικές του ταυτότητες.
Όλο το ιστορικό πλαίσιο ανάμεσα στις δύο αλώσεις ξεδιπλώνεται στο βιβλίο με τη δημιουργική αξιοποίηση κάθε διαθέσιμης πηγής. Με φόντο την Πάτρα, την Αθήνα, το Μυστρά, την Κωνσταντινούπολη, τη Βενετία, τη Φερράρα και τη Φλωρεντία δεν εξιστορούνται μόνον τα δραματικά γεγονότα δύο αιώνων. Αυτό που συναρπάζει είναι η απόδοση με ενάργεια, ζωηρότητα και αντικειμενική προσέγγιση της πολιτικής και πνευματικής διαμάχης μεταξύ «δυτικών» και «ανατολικών», ενωτικών και ανθενωτικών. Και βεβαίως τη «τρίτη» τάση, που συμβατικά μπορούμε να αποκαλέσουμε «ελληνικής» -καθώς και οι άλλες γεννήματα του αμυνόμενου ελληνισμού υπήρξαν- και της οποίας ηγείτο ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων. Αυτήν ακολουθεί βήμα προς βήμα και ο συγγραφέας της αυτοβιογραφίας –δηλαδή ο ίδιος ο Κανελλόπουλος.  «Μέσα στο ωραιότερο φυσικό πλαίσιο που το προσδιορίζει προπάντων ο αρρενωπός Ταΰγετος, εξακολουθούσε και μετά το έτος 1440 μια έντονη επεξεργασία των πνευματικών και ηθικών στοιχείων του Γένους. Και όχι μόνον εξακολουθούσε, αλλά γινόταν από μέρα σε μέρα διαρκώς πιο έντονη. Από δώ ξεκινούσε, αποφασιστική και γεμάτη αισιοδοξία, μια νέα Ελλάς[12]  
Η πεποίθηση του Κανελλόπουλου ότι ένα ελληνικό έθνος-κράτος με τη δική του διακριτή ταυτότητα ανάμεσα στην τουρκοκρατούμενη ανατολή και στην καθολική δύση ήταν όχι μόνον ιδανική αλλά και εφικτή λύση το υποδηλώνει η φράση του ότι «αν διασταυρωνόταν, όσο ήταν ακόμα καιρός, η ισχυρή βούληση του Κωνσταντίνου με το ισχυρό πνεύμα του Πλήθωνος και με ολόκληρο τον κύκλο που είχε δημιουργήσει ο Πλήθων, μπορεί να πεφτε η Κωνσταντινούπολη, μπορεί όμως να μην έπεφτε η Ελλάς»[13].
Αλλά και για τους ηγέτες των δύο μεγάλων παρατάξεων, ενωτικών και ανθενωτικών, ο συγγραφέας είπε τον ωραίο, και δίκαιο συνάμα, λόγο, χωρίς ο δυτικός του προσανατολισμός να αλλοιώσει την αντικειμενική κρίση: «Όσο θα υπάρχουν Έλληνες στον κόσμο, άλλοι –όπως ο Βησσαρίων- θ’ ανοίγουν μια πόρτα, και άλλοι –όπως ο Μάρκος ο Ευγενικός – θα την κλείνουν, και θα το κάνουν πάντοτε με πνεύμα και ήθος Ελληνικό».[14]  
Να λοιπόν που ο Κανελλόπουλος βρίσκεται πια εφοδιασμένος για να εντάξει το βυζαντινό πολιτισμό στην ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος. Και το κάνει με τον καλύτερο τρόπο, αναδεικνύοντας, με την πάντα ευαίσθητη και διεισδυτική ματιά και την κριτική πένα του, το σύνολο των εκφάνσεων του, χιλίων εκατό χρόνων, βυζαντινού πνευματικού πολιτισμού. Θα σταθούμε, όμως, κυρίως σε δύο ζητήματα τα οποία θέτει, το κάθε ένα με τη δική του ένταση και με εντυπωσιακή συχνότητα στα «βυζαντινά» του κεφάλαια. Το ένα είναι το μέγεθος της επιρροής του Βυζαντίου στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και το δεύτερο, που διατυπώνεται με κάθε ευκαιρία, ποιοι οι λόγοι που στο Βυζάντιο δεν ολοκληρώθηκε μια αναγέννηση, όπως στη Δύση.
Σχετικά με το πρώτο ζήτημα διαπιστώνουμε ότι το Βυζάντιο εμφανίζεται οπωσδήποτε ως τμήμα του ευρύτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά ταυτόχρονα και ως μια διακριτή πολιτισμική οντότητα. Υπήρξε δηλαδή ένας πολιτισμός ο οποίος σαφώς κινήθηκε σε διαφορετικούς ιδεολογικούς και ηθικούς άξονες απ’ αυτούς του δυτικο-ευρωπαϊκού.[15] Θεωρεί ότι παρά τον αλληλοεπηρεασμό των δύο πολιτισμών οι επιρροές αυτές δεν είχαν βάθος και δεν οδήγησαν ποτέ σε μια «οργανική σύνθεση». Κάνοντας τη σύγκριση των έργων του Βιλλαρδουίνου και του Χωνιάτη, που αμφότεροι έζησαν στο δεύτερο μισό του 12ου και αρχές του 13ο αι., καταλήγει: «ούτε στο πνεύμα του Βιλλαρδουίνου υπάρχει η ελληνική Ανατολή ή μάλλον η βυζαντινή Ελλάς, ούτε στο πνεύμα του Νικήτα Χωνιάτη η λατινική –ή μάλλον η νέα ευρωπαϊκή-Δύση. Οι διασταυρώσεις άρχισαν αργότερα και δεν οδήγησαν ποτέ σε μια βαθύτερη οργανική συνύφανση και σύνθεση»[16].
Δέχεται, όμως, ως αδιαμφισβήτητη τη τεράστια επιρροή που άσκησε το Βυζάντιο στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, χαρακτηρίζοντας άδικη την υποτιμητική στάση που κράτησαν για αιώνες οι δυτικοί απέναντι του. «Κι όπου δεν είναι ολοφάνερο το Βυζάντιο, το βρίσκουμε, αν σκύψουμε σε κάποιες πτυχές και γωνιές που δεν είναι στην πρώτη ματιά ορατές. Μεγάλα είναι όσα βρήκε μόνος του ο νεώτερος δυτικός και βόρειος Ευρωπαίος. Αλλά μεγάλα είναι και όσα παράλαβε. Δίχως αυτά, θα πάλευε ίσως μάταια για να βρει τον εαυτό του»[17].
Ειδικότερα μάλιστα για τη τελευταία περίοδο της βυζαντινής ιστορίας ο Κανελλόπουλος θα γράψει την οδυνηρή αλήθεια: «Την ώρα που «ο κόσμος του Βυζαντίου – καταδικασμένος να κατακλυσθεί από τα κύματα της Ασίας και να μπει  έτσι, στο περιθώριο της Ευρώπης, την ώρα ακριβώς εκείνη της αγωνίας, του τρόμου και της απελπισίας, είχε την ηθική δύναμη να προσφέρει στη Δύση, ειδικότερα στην Ιταλία, την πολύτιμη πνευματική συνδρομή του. Η ελεύθερη Δύση που έμπαινε στην πολιτική και οικονομική της ακμή δεν μπόρεσε –ή δεν θέλησε– να βοηθήσει το Βυζάντιο. Το Βυζάντιο, αντίθετα, βοήθησε τη Δύση, μολονότι έγερνε το σώμα του στην πιο σκληρή κλίνη του θανάτου που μπορούσε να επιφυλάξει σ’ ένα μεγάλο πολιτισμό η ιστορική μοίρα».[18]
Κι ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο ζήτημα, των αιτιών που δεν επέτρεψαν την πραγματοποίηση μιας αναγέννησης στο Βυζάντιο ή ορθότερα της μη ολοκλήρωσης κάποιας αναγεννητικής άνθησης.[19] Διότι ο Κανελλόπουλος -διορθώνοντας τον Ερνστ  Γκόμπριχ που υποστήριξε ότι η διαφορά της τέχνης της ανατολής με αυτή της δύσης είναι ότι η πρώτη διαρκεί χωρίς αλλαγές για χιλιάδες χρόνια- γράφει ότι «στο Βυζάντιο, παρά τη βασικά σταθερή ψυχική στάση των καλλιτεχνών, είχαμε και πολλές παραλλαγές, καθώς και αναγεννητικές στροφές προς την κλασική ελληνική αισθητική»[20]. Όλες αυτές τις αναγεννητικές τάσεις, είτε στο λόγο είτε στην ζωγραφική-αγιογραφία, θα τις περιγράψει στην «Ιστορία» του λεπτομερώς. Αναγνωρίζει, όμως, ότι η μεγάλη έκρηξη δεν θα έλθει ποτέ. Εντούτοις, η αντιμετώπιση που επιφυλάσσει στο βυζαντινό λόγο και στη βυζαντινή τέχνη θα είναι διαφορετική. Στον μεν πρώτο, αν και αναδεικνύει τις αρετές του, τις οποίες αναλύει εκτενώς, του καταλογίζει ένα κραταιό συντηρητικό πνεύμα, που δεν θα επιτρέψει τη δημιουργική σύνθεση και τη ζωτική ανανέωση. «Την ώρα που στην Ιταλία είχε αναγεννηθεί με τη Θεία Κωμωδία του Δάντη ο ποιητικός λόγος ως μέγα πνευματικό γεγονός, και άνδρες, όπως ο Πετράρχης και ο Βοκκάκιος, άνοιγαν τον δρόμο σε όσους θα ’καναν την Ευρώπη να ανταποκριθεί στα πολλαπλά μηνύματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, αλλά και στο γενικότερο (εξωδογματικό) ανθρώπινο μήνυμα του Χριστιανισμού, το Βυζάντιο εξακολουθούσε να σκέπτεται, να μιλάει, να ενεργεί, όπως περίπου μιλούσε και ενεργούσε χίλια χρόνια πριν, δηλαδή στις μέρες των πρώτων οικουμενικών συνόδων».[21]
Και γράφοντας για την περίπτωση της Αγγλίας, που δεν διέθετε το βάθος της ιστορικής εμπειρίας του Βυζαντίου, αναρωτιέται: «Γιατί δεν βρέθηκε ένας Τσώσερ στο Βυζάντιο για να γράψει ελληνικά ένα έργο σαν το δικό του; Γιατί δεν ξέφυγε κανένας κάτω, από τη σφαίρα των βιβλίων –ο Πολύβιος είχε χτυπήσει άλλοτε ‘‘τους από… της βιβλιακής έξεως ορμώμενους’’- και δεν πήγε στη σοφία και στη γλώσσα του λαού για ν’ αντλήσει από τη ζωντανή αυτή πηγή την ποιητική του έμπνευση;»[22]
Η διγλωσσία λοιπόν, που ταλάνιζε τον βυζαντινό κόσμο, ο γλωσσικός εξαρχαϊσμός και η προσκόλληση στην αττική διάλεκτο θα σταθούν, κατά τον Κανελλόπουλο, το κύριο εμπόδιο στην ανακαίνιση του πολιτισμού. Και την ευθύνη την αποδίδει στους λογίους, οι οποίοι γράφοντας σε μια γλώσσα μακράν αυτής του λαού που εξελισσόταν, σε αντίθεση με ό,τι επαναστατικό λάμβανε χώρα στη Δύση, θα αδυνατούν να γίνουν δημιουργικοί.
Μιλώντας για παράδειγμα για τον Νικηφόρο Βλεμμύδη (1197-1272) θα σημειώσει: «ο Βυζαντινός σοφός ήταν δέσμιος από τη μια μεριά της αρχαίας ελληνικής παιδείας (δηλαδή πολύ περισσότερο του αρχαίου γράμματος παρά του πνεύματος), κι από την άλλη μεριά των ιερών γραφών και του λόγου των μεγάλων Ελλήνων ιεραρχών. Ο σκληρός αυτός συντηρητισμός δεν αφήκε τον Βλεμμύδη –και δεν αφήκε ούτε άλλον κανέναν στο Βυζάντιο – να προχωρήσει προς κάτι το ουσιαστικά νέο που θα ’φερνε σε μια δημιουργική επαφή και σύνθεση τα παλιά (κλασικά και εκκλησιαστικά) γράμματα με το μέλλον του ανθρώπου. Έτσι, αντί να κριθεί το μέλλον αυτό στο Βυζάντιο που είχε τόση γνώση και τόση πείρα, κρίθηκε –με την πολύτιμη, βέβαια, βοήθεια του Βυζαντίου που, ωστόσο, έμεινε βοήθεια και δεν έγινε λόγος δημιουργικός – στη Δύση».[23]
Και εκτός της ζωντανής γλώσσας του λαού που δεν βρήκε εκτίμηση και θέση στο έργο των βυζαντινών λογίων βρέθηκε και η ποίηση ως «αποπαίδι» του λόγου. Όπως γράφει χαρακτηριστικά «ο ποιητής του ελληνικού λόγου» που ξεκίνησε στην αρχαιότητα ως «ηγεμόνας του πνεύματος […] κατάντησε στο Βυζάντιο ζητιάνος».[24] Με αφορμή τη λεγόμενη πρώτη βυζαντινή Αναγέννηση και τη συνεισφορά στην εκδήλωσή της του Φωτίου και του Αρέθα αναφέρει ότι «όσοι στο Βυζάντιο είχαν μέσα τους το χάρισμα του ποιητικού δημιουργού –και τέτοιοι δεν έλειψαν πέρα για πέρα- έμειναν στο περιθώριο., στη μυστική μοναξιά τους, στην ‘‘εσωτέραν έρημον’’.[…] τους παραμέριζε και τους έσπρωχνε ακόμα περισσότερο στο περιθώριο η έπαρση εκείνων που νόμιζαν ότι η άρτια κλασική μορφή του λόγου ήταν σπουδαιότερη από την αυθόρμητη έκφραση του ανθρώπινου πόνου, της ψυχικής αγωνίας».[25]
Και από τον κανόνα αυτόν δεν ξέφυγε, δυστυχώς, κανένας, ούτε ο Χρυσολωράς που «…δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την παλαιά συνήθεια των Βυζαντινών να περιφέρονται έξω από το αντικείμενο που θα ’πρεπε να συλλάβουν ως εσωτερικό αισθητικό βίωμα ή να το περιγράψουν και να το αναλύσουν».[26] Ούτε ακόμη ο μέγας Πλήθων που, συγκρίνοντάς τον με τον Νικόλαο Κουζάνο, συμπεραίνει ότι «ήταν στο βάθος περισσότερο βυζαντινός παρά –όπως επίστευε- αρχαίος Έλλην».[27]
Επιπλέον, διαπιστώνει ότι οι βυζαντινοί σοφοί, παρά την παιδεία τους και τη τεράστια μόρφωσή τους αδυνατούν να αντιληφθούν αυτό που συμβαίνει στη δυτική τέχνη. Όπως σημειώνει για τον Μάξιμο τον Γραικό, που θα ζήσει στα τέλη του 15ου αι. στην αναγεννησιακή Ιταλία, πριν πάει στην μακρινή Ρωσσία, «… δεν μιλάει ο Μιχαήλ Τριβώλης για την εντύπωση που του έκαμαν συγκεκριμένα μεγάλα κατορθώματα της αναγεννησιακής τέχνης. Κάτι έλειπε από το πνεύμα των Ελλήνων λογίων του καιρού εκείνου, κάτι που η έλλειψή του –συνάρτηση, πιθανότατα, της εμμονής τους σε ό,τι ήταν καθιερωμένο, αρχαίο, ξένο (ακόμα και γλωσσικά) προς την άμεση ζωή του καιρού τους –τους εμπόδιζε να συλλάβουν τα νέα μεγάλα καλλιτεχνικά και πνευματικά γεγονότα και να συμβάλουν και οι ίδιοι σ’ αυτά».[28]
Αυτό το κάτι που «εμπόδιζε» τους Βυζαντινούς να θαυμάσουν τα έργα της δυτικής αναγέννησης είχε προσπαθήσει να το απαντήσει και στο «γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο». Όπως το διατύπωσε η γραφίδα του υποτιθέμενου συγγραφέα του βιβλίου, που ως μέλος της υπέροχης αυτής αποστολής των Βυζαντινών στη σύνοδο της Φερράρα-Φλωρεντίας, αντίκρυσε τον καλλιτεχνικό πλούτο της Βενετίας, «η δική μου ψυχή είχε μορφωθεί αλλού∙ είχε μορφωθεί στην Αθήνα και στον Μυστρά, όπου τα γνωρίσματα της ομορφιάς και τα μέτρα της ωραίας ζωής ήταν κάπως διαφορετικά. Έτσι για μένα, τα πιο αξιοπαρατήρητα στη Βενετία (όπως άλλωστε, και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη) δεν ήταν τ’ αντικείμενα εκείνα που έλαμπαν και θάμπωναν τα μάτια. Η ματιά μου στάθηκε πολύ λιγώτερο σ’ αυτά και πολύ περισσότερο σε όσα, χωρίς να γυαλίζουν και να λάμπουν, ήταν ωραία στο νόημα που ζητούσαν να εκφράσουν, στο νόμο που ήταν ενσαρκωμένος μέσα τους».[29] 
Σε αντίθεση με τη τέχνη του λόγου, όπου ο Κανελλόπουλος την είδε να βαλτώνει σε έναν άγονο συντηρητισμό και καταλογίζοντας στη βυζαντινή διανόηση υπεροψία απέναντι της λαϊκής γλώσσας  και της προσωπικής εμπειρίας που εκφράζει η ποίηση, η γνώμη του για  τη ζωγραφική τέχνη θα είναι εντελώς διαφορετική. Αν κι εδώ παρατηρούνται αναγεννητικές απόπειρες εντούτοις, θεωρεί ότι «… η βυζαντινή τέχνη –ακόμα και στις πιο προχωρημένες φάσεις της – έμεινε βυζαντινή, δεν έσπασε, μ’ όλες τις αισθητικές ποικιλίες της, την ενότητα της βυζαντινής θρησκευτικής ψυχής».[30]
Διαπιστώνει ότι ο Βυζαντινός ζωγράφος δεν επαίρεται για τη τέχνη του, δεν επιζητά την ατομική δόξα, δεν επιδιώκει να διαιωνισθεί το όνομά του. Η τέχνη του είναι η εκδήλωση μια σχέσης μυστικής με το θείο, το οποίο υπηρετεί στη σιωπή. Αυτή η «θαυμαστή ανωνυμία» του καλλιτέχνη «… πρέπει να αποδοθεί προπάντων σε μια βαθύτατη ψυχική συστολή του Βυζαντινού ζωγράφου. Η ψυχή του όταν δούλευε, ήταν στραμμένη και δοσμένη στον Θεό».[31]
Και τούτη η διαπίστωση είναι κομβική για την κατανόηση του πυρήνα του βυζαντινού πολιτισμού. Κι εδώ στέκεται ο Κανελλόπουλος για να καταδείξει τη λανθασμένη προσέγγιση που είχε ο Ευρωπαίος απέναντι στο Βυζάντιο, την αδυναμία του να το αντιληφθεί και να κατανοήσει την εσώτερη φύση του, καθώς ο ίδιος είχε απωλέσει τις προϋποθέσεις γι’ αυτό: «Αν φύγουμε από το κριτήριο της βαθιάς θρησκευτικότητας αλήθειας –του μυστικού δέους που δεν επέτρεψε ούτε στον πιο κλασικό ή πιό ρεαλιστικό Βυζαντινό καλλιτέχνη να προχωρήσει πιο πέρ’ από το όριο που μοιάζει να το είχε θέσει ο ίδιος ο Θεός-, φεύγουμε από το Βυζάντιο, δηλαδή χάνουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τα έργα της βυζαντινής τέχνης. Και το είχε χάσει το δικαίωμα τούτο αιώνες ολόκληρους ο Ευρωπαίος».[32]
Εκεί, στη βυζαντινή ζωγραφική, στις εικόνες και στις τοιχογραφίες, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος φαίνεται ότι τελικώς θεάται τη βαθύτερη ουσία του Βυζαντίου, το μυστικό πυρ που έκαιγε επί πάνω από μια χιλιετία, και το οποίο άφησε την παρακαταθήκη του στους αιώνες. Τι μεγαλύτερη αναγνώριση θα μπορούσε να υπάρξει για έναν πολιτισμό από τα λόγια αυτά που γράφτηκαν για τη βυζαντινή τέχνη: «μέσα της –ακόμα και στις φορητές εικόνες που αδιάκοπα φτιάχνονται –επιμένει το Βυζάντιο να μείνει ζωντανό, αδούλωτο, ανίκητο. Έτσι, νωπό, με ζεστό ακόμα το σώμα του, θα φθάσει, όπως φαίνεται, ως το χείλος του χρόνου, ως την ώρα που θα σαλπίσουν οι άγγελοι, αγγέλοντας τη Δευτέρα Παρουσία».[33]
Ζωντανό, αδούλωτο, ανίκητο… Ιδού, λοιπόν, τι αντιπροσώπευε για τον ώριμο, αλλά πάντα ένθερμο ευρωπαϊστή, Κανελλόπουλο το, σχετικά αδικημένο στην νεανική του κρίση, Βυζάντιο. Δείχνοντας έτσι το ύψος της συνθετικής του σκέψης, που δυστυχώς δεν βρήκε συνέχεια σε μια Ελλάδα βολεμένη σε ιδεοληπτικές εμμονές και εκκωφαντική ημιμάθεια.  


Σωτήρης Δημόπουλος

Αύγουστος 2013




[1] Από το «Υπομνηματισμοί και σημειώσεις γνωμικαί».
[2] Ιδού ότι η Ελλάς, με τη δική μας εξορία, πέταξε περ’ από τις Άλπεις.
[3] Σε αυτές τις σελίδες θα πρέπει να προστεθούν και οι εκτενείς αναφορές στο Βυζάντιο στα κεφάλαια για τους δύο μεγάλους «Γραικούς» της μεταβυζαντινής εποχής, τον «δυτικό» Ελ Γκρέκο (1541-1614) και τον «ανατολικό» Μάξιμο τον Γραικό (1470-1556).
[4] Ο πρόλογος στην έκδοση του 1966, καθώς και των δύο προγενεστέρων, αναδημοσιεύονται στον πρώτο τόμο της πρόσφατης έκδοσης της «Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, 2010. Όλες οι παραπομπές που ακολουθούν αναφέρονται σ’ αυτή την έκδοση. 
[5] «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ή το Βυζάντιο ως ανάμνηση» «Νέα Εστία», Ιούλιος-Δεκέμβριος 1941, σελ. 36-37.
[6] Όπως είχε δηλώσει ο Ν. Σβορώνος επέλεξε, αφότου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία λόγω του εμφυλίου,  τη βυζαντινή περίοδο ως τομέα έρευνας διότι τότε ήταν της μόδας...
[7] Ως πηγή έμπνευσης το Βυζάντιο θα επηρεάσει παλαιότερα, μεταξύ άλλων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (η «Γυφτοπούλα» του διαδραματίζεται στον ίδιο ιστορικό χρόνο και χώρο με το «γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο»), τον Κωστή Παλαμά, τον Αριστομένη Προβελέγγιο, την Πηνελόπη Δέλτα.
[8] «Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας -από την Ιστορία στην Αιωνιότητα», 1953, σελ. 22.

[9] Εξαιρετικά διαφωτιστική η πρόσφατη δημοσίευση του Σπύρου Κουτρούλη «‘‘Το τέλος του Ζαρατούστρα’’: Η επινόηση του Π. Κανελλόπουλου και η διαδρομή από τον Φ. Νίτσε στον Φ. Ντοστογιέφσκι» στο http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2013/04/blog-post_14.html.

[10] «Το τέλος του Ζαρατούστρα», 1956, σελ. 175.
[11] Διόλου συμπτωματικά, ο Καζαντζάκης την, πραγματική, αυτοβιογραφία του την «αναφέρει» στον Ελ Γκρέκο, τον Βυζαντινό Έλληνα που ολοκλήρωσε το πνευματικό άλμα, της ανολοκλήρωτης υστεροβυζαντινής αναγέννησης.
[12] «Γεννήθηκα  στο χίλια τετρακόσια δύο», 1957, σελ. 477.
[13] Ό.π., σελ. 255.
[14] Ό.π., σελ. 460.
[15] Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο πολιτισμών ξεκινά, σύμφωνα με τον Κανελλόπουλο, από τον τρόπο και το βαθμό πρόσληψης της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Περιγράφοντας τις ιδέες του Ιουλιανού και των τεσσάρων μεγάλων χριστιανικών πνευμάτων –Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό, Γρηγόριο Νύσσης, Ιωάννη Χρυσόστομο- διαπιστώνει ότι «κανένας από τους δύο δρόμους δεν οδήγησε στην ουσιαστική σύνθεση του Χριστιανισμού με την Ελλάδα, στη σύνθεση που, με την προσθήκη και του βόρειου στοιχείου ενσαρκώθηκε στον ‘‘ευρωπαϊκό’’ τύπο ανθρώπου», «Η Ιστορία…», τ. 1, σελ. 70. Μια αυστηρή θέση, που μετριάζεται σε πολλές περιπτώσεις στη συνέχεια, καθώς θα αποκαλύπτεται η ηχηρή παρουσία του ελληνικού πνεύματος σε όλη τη διαδρομή του Βυζαντίου.
[16] Ό.π., τ. 1 σελ. 147.
[17] Ό.π., τ.1, σελ. 209.
[18] Ό.π., τ. 2, σελ. 284.
[19] Πριν από τον Κανελλόπουλο το ερώτημα το είχε διατυπώσει, με ιδιαίτερη ένταση, και ο Γιώργος Σεφέρης: «Αν δεν έπεφτε η Πόλη μια φορά∙ αν δεν έπεφτε η Πόλη δυό φορές∙ αν είχε της ειρήνης τα δώρα, δεν θα γινότανε τάχα μια αναγέννηση του λόγου και στο Βυζάντιο; Η πνευματική μορφή του Θεοτοκόπουλου είναι ένα χειροπιαστό παράδειγμα του τι θα μπορούσε να ήταν η αναγέννηση αυτή∙ και η κρητική λογοτεχνία δείχνει ίσως από ποια γλώσσα θα είχε ξεκινήσει –αν…», «Πρόλογος για μια έκδοση των «Ωδών» στο «Δοκιμές Α΄ (1936-1947)», Αθήνα, Ίκαρος, 1999, σελ. 186.
[20] «Η Ιστορία…», τ. 1, σελ. 222.
[21] Ό.π., τ. 2, σελ. 329-330.
[22] Ό.π., τ. 2, σελ.  86.
[23] Ό.π., τ. 1, σελ. 149.
[24] Ό.π., τ. 1, σελ.143.
[25] Ό.π., τ. 1, σελ. 120.
[26] Ό.π., τ. 3, σελ. 19.
[27] Ό.π., τ. 3, σελ. 96.
[28] Ό.π., τ. 5, σελ. 147-148.
[29] «Γεννήθηκα …», σελ. 366.
[30] Ό.π., τ. 2, σελ. 102.
[31] Ό.π. τ. 2, σελ. 110.
[32] Ό.π., τ.2, σελ. 121.
[33] Ό.π., τ. 2, σελ. 123.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Robert C.Holub:Ο Νίτσε και το εβραϊκό πρόβλημα


ΡΗΞΗ Φ.95    
  Από τις εκδόσεις Έρασμος, σε μετάφραση και πρόλογο του Στέφανου Ροζάνη, κυκλοφόρησε το δοκίμιο του Robert C.Holub με τίτλο «Ο Νίτσε και το εβραϊκό πρόβλημα», το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο New German Critique 66,Φθινόπωρο 1995. Πρόκειται για ένα καυτό θέμα με διαστάσεις φιλοσοφικές και πολιτικές. Δεδομένου ότι ο ναζισμός τον παρερμήνευσε , τον Νίτσε ,με ένα εντυπωσιακό τρόπο , ώστε να θεμελιώσει την γενοκτονία του εβραϊκού έθνους, ήταν αναγκαία μεταπολεμικά από στοχαστές όπως ο Kaufmann , να προσεγγιστεί σε βάθος και αναλυτικά το έργο του ώστε να προκύψει  πειστικά και τεκμηριωμένα   το μέγεθος της εξαπάτησης. Μάλιστα ο θαυμασμός του Νίτσε, προς τον δυναμισμό και τις ικανότητες  του εβραϊκού έθνους τροφοδότησε κατά ένα περίεργο τρόπο την μνησικακία των ναζί. Γράφει στο πρόλογο του ο Σ.Ροζάνης, ακολουθώντας τις σκέψεις του συγγραφέα «μέσα σε αυτή την πολιτισμική ατμόσφαιρα, ο Νίτσε επιμένει να θαυμάζει τον ιουδαϊσμό , αλλά κατά έναν ιδιάζοντα τρόπο ο οποίος αναπαράγει ένα φαύλο κύκλο οσάκις η γερμανική – και ευρωπαϊκή – κουλτούρα αντιμετωπίζει τον εαυτό της και ξεφεύγει από την επιλησμοσύνη της. Θαυμάζει τον ιουδαϊσμό κατά τρόπον ώστε να δίνει τροφή στον αντισημιτισμό, τον οποίο ως πολιτικό κίνημα απορρίπτει και μισεί. Όπως ορθά διατείνεται ο Hubert Cancik, “ο Νίτσε επαίνεσε τους Εβραίους τόσο πολύ ώστε φάνηκε να επιβεβαιώνει τους φόβους των αντισημιτών ότι οι Εβραίοι αγωνίζονται για να κυβερνήσουν τον κόσμο” »(σελ.12). Ο συγγραφέας είναι σε κάποιες περιπτώσεις αρκετά επιφυλακτικός για το κατά πόσο είναι σαφής η γραμμή που διακρίνει τον Νίτσε από τον αντισημιτισμό. Εν τούτοις καταλήγει ότι «ο Νίτσε γνώριζε άριστα ότι οι Εβραίοι είχαν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στη γερμανική και ευρωπαϊκή κουλτούρα και, αντίθετα με τον Βάγκνερ, δεν αποδοκίμαζε αυτή την συμβολή.»(σελ. 41). Επίσης ορθά υπογραμμίζει την αγανάκτηση του Νίτσε όταν πληροφορήθηκε ότι ο αντισημίτης  σύζυγος της αδελφής του B.Forster , προσπαθούσε να παρερμηνεύσει τις σκέψεις, ενώ τόνιζε ότι «η σκέψη του B.Forster αντιπροσωπεύει ακριβώς το αντίθετο από όσα ο ίδιος πιστεύει»(σελ.43).  Διαβάζοντας το έργο του Νίτσε, είμαι περισσότερο βέβαιος από ότι ίσως ο Robert C.Holub , ότι είναι εντελώς αντίθετο τόσο προς τον αντισημιτισμό όσο και προς τον γερμανικό εθνικισμό. Παρά λοιπόν τις κάποιες επιμέρους επιφυλάξεις θεωρώ ότι είναι ένα κείμενο που βοηθά να προβληματισμού γόνιμα όχι μόνο για τον Νίτσε, αλλά και για τις διαστάσεις που έλαβε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Νάσος Βαγενάς: Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα.


ΡΗΞΗ φ.94

Κυκλοφόρησε, τον Μάρτιο του 2013, από τις εκδόσεις Πόλις, η συλλογή δοκιμίων του Νάσου Βαγενά, με τον τίτλο Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα(σελ.355).
Πρόκειται για κείμενα, γενναία, ευθύβολα, που μας δίνουν σαφή εικόνα των τάσεων και των χαρακτηριστικών στοιχείων  του στοχασμού και της νεοελληνικής κοινωνίας. Η αναίρεση του μεταμοντέρνου σχετικισμού, δείχνει ότι ο τελευταίος σε κάποιες περιπτώσεις επιχείρησε να θωρακίσει τον δογματισμό  και την αξία των αισθητικών του κριτηρίων, την  οποία  υποτίθεται ότι αρνείται, με ποινικές διαδικασίες. Δηλαδή  την όποια ασφάλεια δεν μπόρεσε να εντοπίσει στην αισθητική και στην ερμηνευτική των κειμένων, την αναζήτησε στην προνομιακή πρόσβαση  στην εξουσία και στην συνδρομή  δικαστικών αποφάσεων. Συγχρόνως ο Βαγενάς  αποδεικνύει ότι η επίθεση στον «εθνικισμό» και η εμμονή στις εντολές της πολιτικής ορθότητας , αφενός   κατεδαφίζει  σημαντικά στοιχεία του νεοελληνισμού, αφετέρου   παρερμηνεύει την πραγματικότητα ενός έθνους που προηγήθηκε του διαφωτισμού, ενώ επιπλέον αποκαλύπτει, ότι με την καταφυγή στο ιδεολόγημα της «κυπριακότητας» αποφεύγεται η ανάληψη της ευθύνης σε κρίσιμα θέματα, όπως η μοίρα του κυπριακού ελληνισμού. Βεβαίως ο Βαγενάς γνωρίζει ότι δεν απουσιάζουν τα θετικά παραδείγματα, όπως ήταν ο παλαιότερος φιλόλογος Γ.Σαββίδης  και ο σύγχρόνος μας Σάββας Παύλου, ή ο ιστορικός Ν.Σβορώνος ή ο συγγραφέας Γ.Ιωάννου ή ο ζωγράφος Σ.Σόρογκας, ή ο Α.Αργυρίου ή ο Μ.Βίττι ή ο Χ.Παπουτσάκης.
Είναι σημαντικό ότι ο Βαγενάς δεν στρατεύτηκε, όπως άλλοι στοχαστές, στην καλοστημένη εξαπάτηση  των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα. Ορθά διαπίστωσε ότι είχαν διαρρήξει την σχέση τους με το αθλητικό πνεύμα  και είχαν ξεπέσει σε μία τεράστια εμπορική επιχείρηση, την δαπάνη της οποίας κλήθηκε να πληρώσει αναδρομικά ο ελληνικός λαός ,ενώ οι εθελοντές όπως γράφει υπήρξαν τα απαραίτητα κορόϊδα, που γιγαντώσαν  τα  κέρδη των επιτηδείων. Συγχρόνως δεν μασά τα λόγια του για την αθλιότητα των κατεστημένων πολιτικών, όπως ο Γ.Παπανδρέου, το κομμάτιασμα των Πανεπιστημίων που υπηρετεί πελατειακούς στόχους που αντιμάχονται την Παιδεία καθώς και την παρωδία του πανεπιστημιακού ασύλου που αντί προωθεί τους σκοπούς για τους καθιερώθηκε, τους υπονομεύει με κραυγαλέο τρόπο με πιο χαρακτηριστικό στοιχείο την ύψωση εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
 Ο Βαγενάς απαντά σε όσους αντικαθιστούν τους εθνικιστικούς με τους αντιεθνικιστικούς μύθους , αμφισβητούν την συνέχεια της ελληνικής γλώσσας  και θεωρούν το ελληνικό έθνος νεώτερη κατασκευή διανοούμενων όπως ο Κοραής: «την αντιεθνικιστική αντίληψη, που είναι και αυτή, όπως και η εθνοκεντρική, σε σημαντικό βαθμό, λανθασμένη, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε αντίληψη ενός θεωριακού αστιγματισμού. Και τούτο γιατί είναι αποτέλεσμα, κυρίως, της μηχανιστικής εφαρμογής στη νεοελληνική περίπτωση ορισμένων απλουστευτικών θεωριών περί εθνογένεσης που αναπτύχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η περιγραφή της εθνικής κοινότητας ως φαντασιακά εθνικής και της εθνικής συν-είδησης ως καθ’ ολοκληρίαν προϊόντος κατασκευής.»(σελ.26). Η παρορμητική, μεταπρατική,άκριτη μεταφορά ξένων θεωριών είναι μεν έωλη και ατεκμηρίωτη, αλλά βρίσκει αρκετούς υποστηρικτές διότι υπηρετεί  τρέχοντες εγχώριους πολιτικούς στόχους, ώστε με μεγάλη ευκολία να επαναλαμβάνουν διάφορες πλευρές  ότι «η νεοελληνική συνείδηση  εμφανίζεται για πρώτη φορά με τον ελληνικό Διαφωτισμό, στο τέλος του 18ου αιώνα.» (σελ.26). Η ίδια εθνομηδενιστική σπουδή, οδηγεί κάποιους στοχαστές να «πιστεύουν ότι έχουν ανακαλύψει στο έργο του Εμπειρίκου (αλλά και στο έργο του Σεφέρη, του Ελύτη και του Εγγονόπουλου) τις αποδείξεις μιας ακροδεξιάς και αντιδημοκρατικής ιδεολογίας» (σελ.31), ενώ στο έργό του Μεγάλος Ανατολικός τα στοιχεία ενός «φασιστικού έπους» (σελ.31). Βεβαίως θα έπρεπε να αναρωτηθούν, οι εθνομηδενιστές , για τις ευθύνες που έχουν για το σημερινό φούσκωμα ενός μορφώματος με καθαρά ναζιστικά στοιχεία, διότι φρόντισαν  αφενός να τους χαρίσουν μερικούς από τους σημαντικότερους στοχαστές μας, ενώ στην προσπάθεια τους να δυσφημήσουν σημαντικούς νεοέλληνες στοχαστές, κατέστησαν την ακροδεξιά από περιθωριακό φαινόμενο, σε κεντρικό στοιχείο της νεοελληνικής πνευματικής ζωής.  Όμως τα συμπεράσματα τους είναι εντελώς ανυπόστατα, γιατί αφενός ο Σεφέρης αποδοκίμασε γραπτά την δικτατορία, ενώ ο Εμπειρίκος είχε μυηθεί  στον τροτσκισμό  από τον Α.Μπρετόν.
Ο Βαγενάς, υπερασπιζόμενος την αξία και τις πραγματικές διαστάσεις της γενιάς του ‘ 30, διατυπώνει ορισμένες αυτονόητες σκέψεις, που ίσως αν ο σύγχρονος μας στοχασμός δεν είχε αυτής της έκτασης την νοσηρότητα, δεν θα ήταν τόσο αναγκαία η επανάληψή τους. Έτσι γράφει: «Δεν είναι ελληνοκεντρισμός το να επιχειρείς να περιγράψεις το περιεχόμενο της λέξης  ελληνικότητα. Όχι μόνο διότι η ελληνικότητα δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα αλλά ένα σύνολο συγκεκριμένων χαρακτηριστικών (όπως η ιταλικότητα, η ισπανικότητα κ.τ.λ.), αλλά γιατί η περιγραφή μιας αφηρημένης ιδέας δεν σημαίνει αναγκαστικά την υπερβατικοποίησή της. Δεν είναι ελληνοκεντρισμός το να πιστεύεις ότι η ελληνική γλώσσα παρουσιάζει αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια. Διότι όλοι οι σοβαροί ιστορικοί της ελληνικής γλώσσας  (ξένοι και Έλληνες ) το έχουν διαπιστώσει αυτό. Δεν είναι αναγκαστικά ελληνοκεντρισμός το να πιστεύεις στην αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής συνείδησης (εγώ προσωπικά δεν πιστεύω). Διότι και η ασυνέχεια της ελληνικής συνείδησης είναι εξίσου δύσκολο να αποδειχτεί. Δεν είναι ελληνοκεντρισμός το  να πιστεύεις ότι υπήρχε νεοελληνική εθνότητα και πριν από τον Διαφωτισμό. Διότι  ένα πλήθος ιστορικών στοιχείων το αποδεικνύει αυτό. Δεν είναι ελληνοκεντρισμός το να νιώθεις ένα αίσθημα υπερηφάνειας γιατί ζεις στον χώρο όπου αναπτύχθηκε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός. Διότι το αίσθημα αυτό είναι φυσιολογικό(ψευδής συνείδηση θα ήταν να μην ένιωθες αυτό το αίσθημα). Δεν είναι αναγκαστικά ελληνοκεντρισμός το να χρησιμοποιείς σε ποιήματα ή σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα τις λέξεις Ελλάδα και ελληνικός. Δεν είναι ελληνοκεντρισμός ο θαυμασμός της γραφής του Μακρυγιάννη. Όχι μόνο διότι η γραφή του Μακρυγιάννη είναι άξια θαυμασμού, αλλά και γιατί, ακόμη και αν δεν ήταν, μια αισθητική αστοχία δεν αποτελεί αναγκαστικά ιδεολόγημα. Δεν είναι ελληνοκεντρισμός το να εκθειάζεις το φως του Αιγαίου. Διότι το φως του Αιγαίου είναι άξιο εκθειασμού (άλλωστε το θαυμάζουν και οι ξένοι). Δεν είναι ελληνοκεντρισμός το ιδεολόγημα του ελληνοκεντρισμού.»(σελ.35,36). 
  Συγχρόνως στο δοκίμιο του, με τον τίτλο «η μέθοδος του θερμοκηπίου »  καυτηριάζει την προσπάθεια ορισμένων Ελλαδιτών πανεπιστημιακών να αμφισβητήσουν την ελληνική συνείδηση του κυπριακού ελληνισμού και την αντικαταστήσουν με μια καθόλα φαντασιακή «κυπριακότητα». Η υποκατάσταση, όπως γράφει, της εθνικής ταυτότητας με μια ταυτότητα μερική, δεν είναι καινούργια. Έχει προηγηθεί η αγγλική αποικιοκρατία της οποίας διακαής πόθος ήταν η κατασκευή μιας «κυπριακότητας », όχι μόνο διάφορης, αλλά και αντίθετης με τον ελληνισμό. Σημαντική, εν προκειμένω, είναι η επισήμανση ότι η πατρίδα στο έργο του Σεφέρη , αποκτά την ριζική κίνηση να ξεπεραστεί η αποξένωση, που είναι «πόθος για μια ζωή ακέραιη, ακομμάτιαστη. »(σελ.97).    
Σημαντικό είναι επίσης το δοκίμιο «μεταμφιέσεις του ζντανοφισμού», όπου γράφει «αν στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία ο ζντανοφισμός φορούσε ακόμη χοντροκομμένο προλεταριακό αμπέχονο  και εργατική τραγιάσκα, σήμερα εμφανίζεται με το ένδυμα μιας υψηλής θεωρητικής ραπτικής που ονομάζεται πολιτική ορθότητα.»(σελ.225). Τα πιο φανερά χαρακτηριστικά αυτής της τάσης είναι ότι : «ενώ στην σταλινική ορθοπολιτική κριτική κυριαρχούσε ο έπαινος του εθνικού ως λαϊκού (μέσα στο πλαίσιο της σοβιετικής πολυπολιτισμικότητας) και η απόρριψη του κοσμοπολιτισμού ως αριστοκρατικού και εχθρικού προς το λαϊκό στοιχείο, στη σημερινή, μεταμοντέρνα, ορθοπολιτική κριτική, όπου η  αρετή σεβασμού προς τον Άλλο έχει οδηγηθεί σε ένα φετιχισμό της ετερότητας, κάθε αναφορά στο ιθαγενές και  στο εθνικό έχει φτάσει να θεωρείται εθνικισμός-δηλαδή συντηρητικότητα και έλλειψη προοδευτικότητας- και ο κοσμοπολιτισμός χαιρετίζεται  ως υπέρβασή του»(σελ.226). Η φαιδρή πλευρά αυτής της κατάστασης είναι ότι ,ενώ ο Σεφέρης κατηγορείτο στο παρελθόν, ότι του έλειπε η ελληνική φυσιογνωμία και ήταν αποξενωμένος από τον λαό, τώρα κατηγορείται για τους ακριβώς αντίθετους λόγους, δηλαδή για εμμονή στον εθνολαϊκισμό.
 Τέλος η  καίρια και εύστοχη σκέψη του Ν.Βαγενά, με έναν λόγο λιτό ,πυκνό και κάποτε ειρωνικό, θα αναδείξει  και άλλα σημαντικά θέματα, όπως: την προσήλωση του εκδότη  του περιοδικού Αντί,Χ.Παπουτσάκη, στην ενότητα της βαλκανικής ποίησης ως προεικόνα της βαλκανικής ενότητας, στην υπεράσπιση του σολωμικού εθνικού  μας ύμνου από την άκομψη προσπάθεια του Χ.Γιανναρά να τον υποτιμήσει σε «στιχούργημα», την καταγγελία της διάδοσης, από συγγραφείς σαν τον Μ.Μαζάουερ,  του μύθου ότι ο συγγραφέας Κ.Δαπόντες δεν είχε εθνική συνείδηση, ώστε να χρησιμοποιηθεί  στην συνέχεια στην κατασκευή ότι ο νεοελληνισμός ουσιαστικά συγκροτείται, αφού έχει προηγηθεί η δημιουργία του ελληνικού έθνους-κράτους , αλλά και το γεγονός ότι συχνά οι φιλοσημίτες, όπως και οι αντισημίτες, παράγουν ένα λόγο που δεν είναι απαλλαγμένος από εξιδανικεύσεις και ιδεοληψίες.


Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Β.Καραμανωλάκη:Κάλβος 1968 - 1974 Ένας εκδοτικός οίκος στα χρόνια της δικτατορίας


(ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΝΑΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ Α.Σ.Κ.Ι,    «ΑΡΧΕΙΟΤΑΞΙΟ», τομ. 14, Οκτώβριος  2012, σελ: 104-121)





Το φθινόπωρο του 2011, ο Γιώργος Χατζόπουλος κατέθεσε ένα σημαντικό τμήμα του αρχείου των εκδόσεων Κάλβος (1968-2008) στα ΑΣΚΙ. Το μεγαλύτερο τμήμα του κατατεθειμένου αρχείου αφορά την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών: καταστατικά της εταιρείας, κατάλογοι και διαφημιστικά των εκδόσεων, πληροφορίες για τη διακίνηση, οικονομικά στοιχεία, αλληλογραφία με τους αναγνώστες, φάκελοι και πρακτικά από διαγωνισμούς για νέους συγγραφείς,  αποκόμματα τύπου. Τεκμήρια της πλουσιότατης δράσης ενός εκδοτικού οίκου, ο οποίος στα πρώτα του βήματα συνδέθηκε άρρηκτα με την πνευματική και ιδεολογική συγκρότηση της γενιάς που ταυτίστηκε με το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973.
Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρώ αρχικά μια πρώτη σύντομη σκιαγράφηση του Κάλβου βασισμένη στο αρχείο και σε εκτενείς συζητήσεις με τον Γιώργο Χατζόπουλο, τον οποίον και ευχαριστώ θερμά για την πολύτιμη συνδρομή του[1]. Είναι προφανές ότι η καταγραφή της ιστορίας ενός εκδοτικού οίκου με το εύρος και το βάρος των δραστηριοτήτων του Κάλβου, ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας, απαιτεί συστηματικότερες επεξεργασίες: συγκέντρωση και διασταύρωση μεγάλου όγκου αρχειακών τεκμηρίων και κυρίως τις μαρτυρίες σημαντικού αριθμού προσώπων που ενεπλάκησαν με διαφορετικούς ρόλους στις διαδρομές του. Εκκινώντας όμως από αυτή την πρώτη καταγραφή, η οποία πρόκειται στο μέλλον να εμπλουτιστεί, θα θέσω στο δεύτερο μέρος του κειμένου μου ορισμένους προβληματισμούς αναφορικά με τη διάχυση και την πρόσληψη των ιδεών μέσω των εκδοτικών μηχανισμών στα χρόνια της δικτατορίας[2].

«Μ’ αυτά τα δεδομένα ξεκίνησε το καλοκαίρι η εταιρεία «Κάλβος» και με τη φιλοδοξία --πολλοί την χαρακτήρισαν ρομαντική-- να δημιουργήσει προϋποθέσεις και προηγούμενο […]. Στην επιδίωξη αυτή ο «ΚΑΛΒΟΣ» πιστεύει ότι θα πετύχει, προσφέροντας βιβλίο υψηλού επιπέδου σε χαμηλή τιμή, στη χαμηλότερη ίσως τιμή που έγινε ποτέ. [..] Ο «Κάλβος» θεωρεί το βιβλίο αντικείμενο καθημερινής και παρατεταμένης χρήσεως και σαν τέτοιο θα προσπαθήσει να το επιβάλει. Πρότυπά του θα είναι κατ’ αρχήν οι φτηνές, λιτές αγγλικές και γαλλικές εκδόσεις με το καλόγουστο μαλακό εξώφυλλο και το μικρό πρακτικό σχήμα, που είναι απαλλαγμένες από την περιττή εκείνη πολυτέλεια που κάνει το βιβλίο ακριβό, δύσχρηστο και ογκώδες, κατάλληλο να στολίζει μάλλον μεγαλοπρεπείς βιβλιοθήκες σαλονιών, παρά να διαβάζεται και να μορφώνει»[3].
Η επιδίωξη, στην οποία αναφέρονταν οι ιδρυτές του «Κάλβου» στο απόσπασμα από το καλαίσθητο διαφημιστικό που συνόδευε τις πρώτες τρεις εκδόσεις του στο τέλος του 1968, δεν ήταν άλλη από την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των συγχρόνων Ελλήνων, οι οποίοι διάβαζαν λίγο σύμφωνα με τις σύγχρονες σχετικές έρευνες. Και εάν η αδιαφορία τους για το βιβλίο οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην αντιμετώπισή του ως είδους πολυτελείας, κατά τους συντάκτες του φυλλαδίου, ούτε και τα εκδοτικά πράγματα βρίσκονταν στην καλύτερη στιγμή τους. Το καθεστώς της 21ης Απριλίου είχε προχωρήσει, ήδη από την επομένη του πραξικοπήματος, στην απαγόρευση κυκλοφορίας και στην κατάσχεση ενός μεγάλου αριθμού εντύπων (Η Αυγή, Επιθεώρηση Τέχνης κ.ά.), καθώς και στο κλείσιμο εκδοτικών οίκων και βιβλιοπωλείων που είχαν συνδεθεί κατά κύριο λόγο με την Αριστερά, με πλέον χαρακτηριστικό το Θεμέλιο. Εάν, λοιπόν, από τα βιβλιοπωλεία είχε αποσυρθεί ένας σημαντικός αριθμός βιβλίων και περιοδικών, μέσω των διαφόρων καταλόγων απαγορευμένων βιβλίων, παράλληλα το καθεστώς της προληπτικής λογοκρισίας που επιβλήθηκε αμέσως δυσχέραινε την έκδοση νέων. Επιπλέον πρέπει να συνυπολογιστεί και η περίφημη «σιωπή» των διανοουμένων, οι οποίοι πρόταξαν τη μη δημοσίευση νέων έργων τους ως άρνηση της νομιμοποίησης του καθεστώτος, ως αντιστασιακή πράξη εναντίον του. Σιωπή, η οποία έσπασε συμβολικά με τη δήλωση του Γιώργου Σεφέρη, τον Μάρτιο του 1969, ενώ η έκδοση των Δεκαοχτώ κειμένων τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, ένα μήνα μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, πιστοποιούσε την έναρξη της ιδιότυπης «πολιτιστικής άνοιξης» που θα ακολουθούσε ως την επαύριον του Πολυτεχνείου[4].
Λίγους μήνες όμως πριν τα Δεκαοχτώ κείμενα, τον Φεβρουάριο του 1968, τρεις νέοι άνθρωποι, η Πελαγία Μιχαηλίδου, ο Βαγγέλης Τρικεριώτης και ο Γιώργος Χατζόπουλος συνυπέγραφαν το καταστατικό της ομόρρυθμης εκδοτικής εταιρείας με την επωνυμία Κάλβος. Μετά την σύντομη αποχώρηση, το 1970, του Τρικεριώτη, λόγω στράτευσης, τα δύο άλλα μέλη διατήρησαν την ιδιοκτησία του Κάλβου σε όλη τη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος.
Κεντρικό ρόλο στην ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία του εκδοτικού οίκου διαδραμάτισε ο Γιώργος Χατζόπουλος. Τριάντα χρονών τότε, υφαντουργός με σπουδές στη Νομική Σχολή, ο Χατζόπουλος είχε ήδη μια σημαντική εκδοτική εμπειρία συνδεδεμένη με την Αριστερά. Ως μέλος της Νεολαίας ΕΔΑ (1958–1963), είχε εμπλακεί ενεργά στη δημιουργία και τη διεύθυνση της Πανσπουδαστικής, ενώ μετά την αποχώρησή του από την ΕΔΑ αναμίχθηκε ενεργά στην αντιαποικιακή κίνηση «Φίλοι Νέων Χωρών» και στη σύνταξη του περιοδικού της Αντιμπεριαλιστής. Πρωτοστάτησε επίσης στην έκδοση της δεκαπενθήμερης εφημερίδας των Βορείων Προαστίων Πρωτοπορία, με έδρα το Νέο Ηράκλειο Αττικής (Ιανουάριος 1966-Απρίλιος 1967). Με την επιβολή της δικτατορίας συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Γυάρο. Μετά την επιστροφή του από την εξορία ο Χατζόπουλος στράφηκε ξανά προς τις εκδόσεις[5].
Βασικό σώμα αποφάσεων για τη λειτουργία και τους προσανατολισμούς του Κάλβου αποτέλεσε η εκδοτική του ομάδα, η οποία παρά τις κατά καιρούς ανανεώσεις της, σε μεγάλο βαθμό παρέμεινε σταθερή την περίοδο που μελετώ. Στον στενό πυρήνα της ομάδας, εκτός από τους τρεις εταίρους, συμμετείχαν και μια σειρά άλλοι νέοι, κατά κύριο λόγο, ηλικιακά άνθρωποι, εκ των οποίων οι περισσότεροι φοιτητές. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Χατζόπουλου αλλά και τα στοιχεία που περιέχονται στο αρχείο, στον πλέον στενό πυρήνα της ομάδας συμμετείχαν --συνεχώς ή κατά διαστήματα-- αλφαβητικά οι: Έφη Αλεξιάδου, Δημοσθένης Αποστολόπουλος, Φοίβος Αρβανίτης, Άννα Γέμελα-Χατζοπούλου, Γιώργος Καραγιάννης, Παναγιώτης Κονδύλης, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Γιάννης Μαΐστρος, Γιώργος Μιχαηλίδης, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Δημήτρης Χριστουλάκης και Γιώργος Χατζόπουλος. Nομικοί παραστάτες του οίκου ήταν οι τότε νέοι δικηγόροι Κωστής Ρούσος και Τάκης Πρωτοπαππάς. Πρόκειται για μια ομάδα της οποίας τα αρχικά μέλη, συνομήλικα περίπου, συνδέονταν με δεσμούς φιλίας, σμιλεμένους με βάση την κοινή εντοπιότητα αλλά και τη σχέση με την Αριστερά. Ο Τρικεριώτης, ο Χατζόπουλος και η σύζυγός του Άννα Γέμελα, ο Μιχαηλίδης και η σύζυγός του Πελαγία, ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου, ο Γιώργος Καραγιάννης, ο Γιάννης Μαΐστρος προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τη Νέα Ιωνία και τα γειτονικά προάστια και είχαν προδικτατορικά ενεργοποιηθεί σε αυτές τις γειτονιές, τόσο με την έκδοση της Πρωτοπορίας, όσο και με το «Θέατρο της Νέας Ιωνίας», το οποίο ο Γιώργος Μιχαηλίδης είχε ιδρύσει το 1965 και είχε κλείσει το δικτατορικό καθεστώς. Αρκετά από τα μέλη και οι συνεργάτες της ομάδας είχαν εμπλακεί, πριν τη δικτατορία, τόσο στην έκδοση της Πανσπουδαστικής, όσο και της Πρωτοπορίας.
Τα μέλη της επιτροπής είχαν αναλάβει μια σειρά από εργασίες με βάση τις δεξιότητες τους: η λειτουργία των γραφείων, η επιλογή των εκδόσεων, η διακίνηση, η διαφήμιση, ο εικαστικός σχεδιασμός, η διόρθωση, η βιβλιοδεσία κ.ά, όλα όσα διαμόρφωναν τις μικρές ιστορίες της κάθε έκδοσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γ. Χατζόπουλου, όλοι αμείβονταν ανάλογα με τις ώρες που δούλευαν, ισότιμα, ανεξάρτητα από το είδος της εργασίας που πρόσφεραν, ενώ γινόταν προσπάθεια να συμμετέχουν σε όλες τις εκδοτικές δραστηριότητες. Προσφορά εθελοντικής εργασίας υπήρξε και από φίλους και συνεργάτες του Κάλβου. Όπως θυμόταν πολλά χρόνια αργότερα ο Γ. Μιχαηλίδης μεταφέροντας το κλίμα της εποχής: «Ήταν μέρες συγκλονιστικές, έρχονταν στα γραφεία του Κάλβου δεκάδες φοιτητές κάθε μέρα και μας βοηθούσαν να διπλώνουμε τα φύλλα των βιβλίων με τσατσάρα»[6].
Βασική έγνοια της επιτροπής ήταν η επιλογή των προς έκδοση βιβλίων. Οι προτάσεις προέρχονταν από μέλη της επιτροπής, είτε από έναν ευρύτερο κύκλο, ο οποίος περιελάμβανε συνεργάτες και φίλους των εκδόσεων, όπως λ.χ. ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, η Ρενέ Ψυρούκη, ο Αλέξης Πολίτης, o Στ. Ροζάνης κ.ά. Κομβικά πρόσωπα για τις επιλογές, εκτός από τον Χατζόπουλο, ήταν, εύλογα, για το θέατρο ο Γιώργος Μιχαηλίδης και ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου --με σπουδές πολιτικών επιστημών και θεάτρου-- για τον κινηματογράφο. Όσον αφορά τις κοινωνικές επιστήμες και τη φιλοσοφία εξέχουσα ήταν η συμβολή του φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη. Παρόλο που το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου στην οποία αναφερόμαστε βρισκόταν στη Γερμανία για σπουδές, διατήρησε την επαφή του με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, προτείνοντας σημαντικό αριθμό βιβλίων. Πέρα από τα βιβλία που πρότεινε ή μετέφρασε ο ίδιος, λειτούργησε και ως υπεύθυνος σύμβουλος για τις μεταφράσεις, πολλές φορές ελέγχοντας τες και αναλαμβάνοντας την επιμέλειά τους[7]. Προτάσεις, όπως αποτυπώνεται και στο αρχείο, είχαν κατατεθεί και από αναγνώστες, μεταφραστές ή από νεότερους κυρίως συγγραφείς που αυτοπροτείνονταν. Η επιτροπή, σύμφωνα και πάλι με τον Χατζόπουλο, άσκησε έναν ουσιαστικό ρόλο, απορρίπτοντας συχνά προτάσεις τόσο για λόγους ιδεολογικούς όσο και οικονομικούς (έκταση βιβλίου, συγγραφικά δικαιώματα κ.ά.).
Η εκδοτική επιτροπή λειτούργησε ως ένας στενός κύκλος γύρω από τον οποίον, στη συνέχεια, σχηματίστηκαν μια σειρά άλλοι ευρύτεροι κύκλοι που σχετιζόταν με την εκδοτική δραστηριότητα. Αναφέρομαι καταρχάς στους νεότερους έλληνες συγγραφείς που βιβλία τους εκδόθηκαν στον Κάλβο, όπως ο Στέφανος Σταμάτης, ο Μάριος Ποντίκας κ.ά. Ορισμένοι από αυτούς στελέχωσαν τις επιτροπές επιλογής και αξιολόγησης στους διαγωνισμούς διηγήματος, δοκιμίου και θεατρικού μονόπρακτου που διοργάνωσε ο Κάλβος. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν και ο κύκλος των μεταφραστών, δεδομένης και της σημαίνουσας θέσης των μεταφράσεων στην εκδοτική παραγωγή. Από τα μέλη του ευρύτερου κύκλου, τη σημαντικότερη μεταφραστική παρουσία (8 τίτλοι) είχε ο Παναγιώτης Κονδύλης, ενώ με 1-2 βιβλία εμφανίζονται επίσης και ο Γ. Καραγιάννης, ο Φ. Αρβανίτης, ο Π. Πολυκάρπου. Εκδόσεις του Κάλβου μετέφρασαν επίσης μια σειρά από δόκιμοι μεταφραστές αλλά και νεότεροι. Σημειώνω ενδεικτικά τους Ρενέ Ψυρούκη, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Στέφανο Ροζάνη, Αγγέλα Βερυκοκάκη, Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Αντρέα Τσάκαλη, Νίκο Γιανναδάκη καθώς και τους παλαιότερους Βάσο Γεωργίου και Κώστα Φιλίνη, γνωστούς και για την πολιτική τους δράση.
Ευρύτεροι επάλληλοι κύκλοι ήταν εκείνοι που διαμορφώθηκαν γύρω από την έκδοση περιοδικών, στα οποία πρωτοστάτησαν ή συμμετείχαν πρόσωπα από την εκδοτική ομάδα του Κάλβου, προσφέροντας τη στήριξη και την τεχνογνωσία τους. Το πλέον γνωστό είναι ο Σύγχρονος Κινηματογράφος, με κινητήρια δύναμη τον Βασίλη Ραφαηλίδη (διευθυντής σύνταξης). Εκδότης του περιοδικού ήταν ο Βαγγέλης Τρικεριώτης έως την αποχώρηση του, το 1970, για να τον διαδεχθεί ο Διαμαντής Λεβεντάκος. Οι σχέσεις του περιοδικού με τον εκδοτικό οίκο διερράγησαν μετά την επιχορήγηση του περιοδικού από το «Ίδρυμα Φορντ» το 1973. Επισημαίνω ακόμη το περιοδικό Ανοιχτό Θέατρο: Μηνιαία επιθεώρηση πολιτικού θεάτρου με εκδότρια, αρχικά, την ηθοποιό Μαρίκα Τζιραλίδου και διευθυντή τον Γιώργο Μιχαηλίδη, ο οποίος από το 1972 ίδρυσε το ομώνυμο θέατρο. Πρόκειται για δυο σημαντικά εγχειρήματα, τα οποία συσπείρωσαν ένα σημαντικό δυναμικό γύρω τους και τα οποία είχαν μια αξιοσημείωτη συμβολή, η οποία δεν έχει ακόμη μελετηθεί συστηματικά, στην πνευματική ζωή κατά την περίοδο της δικτατορίας.
Κεντρική μέριμνα αποτέλεσε η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διακίνηση των εκδόσεων του Kάλβου με βάση μια πολιτική χαμηλής τιμολόγησης. Διακηρύσσοντας ότι οι τιμές ήταν αδικαιολόγητα υψηλές και αποτελούσαν «φράγμα» για τα μεσαία εισοδήματα, ο Κάλβος ακολούθησε μία πολιτική έκδοσης ως επί το πλείστων όχι ιδιαίτερα εκτεταμένων, μικρού σχήματος, --σύμφωνα με το πρότυπο των γαλλικών και γερμανικών βιβλίων τσέπης-- και προσιτών στην τιμή βιβλίων[8]. Η συμπίεση του κόστους έκδοσης εξασφαλιζόταν με την προσωπική εργασία των συνεργατών του Κάλβου αλλά και επιτυγχάνοντας καλύτερες τιμές με την παραγωγή μεγάλων, για τα μέτρα της εποχής, τιράζ αντιτύπων. Τα αντίτυπα κάθε έκδοσης κινούταν ανάμεσα στις 3.000-7.000. Σημειώνω ότι η πρώτη έκδοση, ο Δράκος του Σβαρτς είχε εκδοθεί σε 4.000 αντίτυπα και η Ελληνική Νομαρχία σε 5.000. Η εμπορική στρατηγική του Κάλβου φαίνεται με βάση τις πωλήσεις ότι απέδωσε, εξασφαλίζοντάς του εξαρχής μια σημαντική παρουσία στην εκδοτική αγορά[9]. Ο Κάλβος επιχείρησε, ακόμη, την προβολή των εκδόσεών του με την οργάνωση συναντήσεων με δημοσιογράφους με σκοπό την ενημέρωση για τη δραστηριότητά του και συνολικά την πνευματική κίνηση. Κριτικοί του βιβλίου και λογοτέχνες, όπως ο Άγγελος Τερζάκης ή ο Βάσος Βαρίκας, όπως μπορεί κανείς να δει στους σχετικούς φακέλους με αποκόμματα τύπου στο αρχείο, αρθρογραφούσαν με ενθουσιασμό κάποτε για τη σημασία των επιλεγόμενων βιβλίων αλλά και την εκδοτική φροντίδα που τα χαρακτήριζε.
Την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε δεν υπήρχαν κεντρικοί διακινητές ή πρακτορεία διακίνησης αλλά έπρεπε κάθε εκδοτικός οίκος να προμηθεύει ο ίδιος τα βιβλιοπωλεία με τις εκδόσεις του. Σημειώνω, ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Χατζόπουλου, τα βιβλιοπωλεία στο ευρύτερο κέντρο της Αθήνας το 1969 ξεπερνούσαν τα 90. Ο Κάλβος «τοποθετούσε» τα βιβλία του σε όλη τη χώρα με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, όπου υπήρχε αντιπρόσωπος των εκδόσεων, αρχικά ο Στέφανος Δανιηλίδης και στη συνέχεια η Έφη Χαλκίδου. Η συνηθισμένη πρώτη τοποθέτηση, η αρχική δηλαδή προμήθεια των βιβλιοπωλείων με αντίτυπα μιας νέας έκδοσης, ήταν γύρω στα 2.000. Εκτός από τα βιβλιοπωλεία εκδόσεις του Κάλβου υπήρχαν και σε κεντρικά αθηναϊκά περίπτερα, ενώ βιβλία του διακινούσαν και πλασιέ βιβλίου. Στον Κάλβο εργάζονταν περιστασιακά και φοιτητές, οι οποίοι αναλάμβαναν τη διακίνηση των εκδόσεων, σαν πλασιέ, εισπράττοντας ένα ποσοστό από τις πωλήσεις τους.
Σημαντικό κεφάλαιο της λειτουργίας του Κάλβου αποτέλεσαν τα γραφεία του, τα οποία αρχικά στεγάζονταν στην οδό Γερανίου 20, στην περιοχή της Ομονοίας, εκτός της γνωστής εκδοτικής αγοράς. Εκεί, συστεγαζόταν με τον τυπογράφο των εκδόσεων του Κάλβου Χρήστο Θεοχαράτο. Ο τελευταίος είχε κατά κύριο λόγο τις επαφές με τους υπεύθυνους της λογοκρισίας, έως τουλάχιστον την άρση της προληπτικής[10]. Μετά την επιτυχία των πρώτων εκδόσεων, τον Ιούνιο του 1969, η έδρα μεταφέρθηκε, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη άνεση χώρου, στην οδό Αναξαγόρα 1, πολύ κοντά στα προηγούμενα γραφεία. Πέρα από τις αναμενόμενες λειτουργίες τους (συναντήσεις με συντελεστές των εκδόσεων, συνεννοήσεις με βιβλιοπωλεία κ.ά.), στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόταν η πώληση βιβλίων, τα γραφεία του Κάλβου λειτούργησαν κυρίως ως χώρος συζητήσεων και ζυμώσεων, «οικοδόμησης εμπιστοσύνης», γκρεμίσματος της δυσπιστίας που είχε δημιουργήσει η δικτατορία ανάμεσα στους πολίτες, όπως παρατήρησε χαρακτηριστικά στη συζήτησή μας ο Γ. Χατζόπουλος. Το κοινό που επισκεπτόταν τα γραφεία ήταν νέοι άνθρωποι που έθεταν «καινούρια προβλήματα», απαλλαγμένοι από τα βάρη του παρελθόντος, τις «σαβούρες», όπως οι συγκρούσεις με την ΕΔΑ ή τη ΔΝΛ.
Το κύριο αναγνωστικό κοινό του Κάλβου ήταν οι φοιτητές, με αποτέλεσμα οι υψηλότερες πωλήσεις του, πέρα από την Αθήνα, να παρατηρούνται στις πόλεις όπου υπήρχε φοιτητικός πληθυσμός (Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Πάτρα). Παράλληλα η σχέση του Κάλβου με τη νεολαία αποτυπώνεται και στην αλληλογραφία που διασώζεται στο αρχείο του, όπου κατά κύριο λόγο φοιτητές αλλά και μαθητές διατύπωναν τις παρατηρήσεις τους για τις εκδόσεις[11]. Όπως θυμόταν πολλά χρόνια αργότερα ο Ανδρέας Παππάς: «Σαν ζεστό ψωμί τρέχαμε τότε να αγοράσουμε ό,τι κι αν έβγαζε ο Κάλβος»[12]. Σύμφωνα και πάλι με τον Γ. Χατζόπουλο, ολόκληρη, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος της συντονιστικής επιτροπής του Πολυτεχνείου, είχε περάσει από τα γραφεία του Κάλβου.
Πέρα από τους φοιτητές, υπήρχε και ένα ευρύτερο μορφωμένο κοινό, το οποίο ενδιαφερόταν για το περιεχόμενο των εκδόσεων αλλά και την εμφάνιση του βιβλίου, αντιμετωπίζοντάς το ως αντικείμενο ανάγνωσης αλλά και ως αισθητικό προϊόν. Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε και στην παραγωγή κάθε βιβλίου σε δυο μορφές, δεμένο ή και με «μαλακό» εξώφυλλο, δημιουργώντας δυο κατηγορίες εντύπων, διαφορετικού κόστους, που απευθύνονταν σε διακριτά κοινά και εισοδήματα. Τα δεμένα αντίτυπα διακινούνταν κυρίως προς το Κολωνάκι και άλλες «καλές» περιοχές της Αθήνας απευθυνόμενα προς μεσαία κατά κύριο λόγο αστικά στρώματα, ενώ τα άδετα σε περιοχές και πόλεις όπου κυρίως κατοικούσαν φοιτητές. Κάθε δεμένο αντίτυπο κόστιζε περίπου τα διπλάσια από ό,τι το αντίστοιχο με μαλακό εξώφυλλο (λ.χ. Το Συμβόλαιο γάμου του Μπαλζάκ κόστιζε δεμένο 30 και με μαλακό εξώφυλλο 15 δραχμές. Αντίστοιχα Ο κόσμος της μουσικής του Πίλκα 50 και 30 δραχμές).  

Η ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ  

Η εκδοτική παραγωγή του Κάλβου, έως την πτώση της δικτατορίας, αριθμεί 69 τίτλους βιβλίων. Στο μεγαλύτερο μέρος τους (50 τίτλοι) πρόκειται κυρίως για μεταφράσεις από τη γερμανική, την αγγλική, τη ρώσικη και άλλες γλώσσες. Ακολουθούν οι εκδόσεις νέων, κυρίως, ελλήνων λογοτεχνών, η επανέκδοση παλαιοτέρων κειμένων από την ελληνική γραμματεία κ.ά.
Πέρα από τα βιβλία που εκδόθηκαν, υπήρχαν και μια σειρά από σχέδια, τα οποία δεν υλοποιήθηκαν κυρίως για οικονομικούς λόγους ή λόγω της κυκλοφορίας τους από άλλους εκδοτικούς οίκους. Ανάμεσα σε άλλα, με βάση τα διαφημιστικά του εκδοτικού οίκου, προγραμματίζονταν: Ο μύθος του Σίσυφου του Αλμπέρ Καμύ (εκδόθηκε από τον Γαλαξία το 1969 σε μετάφραση Βαγγέλη Χατζηδημητρίου), Περί Πολιτειών του Ιωάννη Κοκκώνη, Διηγήματα του Νίκου Νικολαϊδη, Ο φύλακας του χωραφιού του J.D. Sallinger (εκδόθηκε από τον Επίκουρο το 1978 ως Ο φύλακας της σίκαλης σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη).
Η αποτίμηση της εκδοτικής παραγωγής του Κάλβου είναι ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο εγχείρημα, το οποίο προφανώς δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα σύντομο άρθρο. Κι αυτό γιατί η παραγωγή του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου κάλυψε ένα ευρύ φάσμα από τομείς της πνευματικής παραγωγής, όπως αποτυπώθηκε άλλωστε και στις σειρές στις οποίες διαχώρισε τα βιβλία του: κοινωνικές επιστήμες, φιλοσοφία, πολιτική, οικονομία, ψυχολογία, ιστορία, γλώσσα, λογοτεχνία, θέατρο, εικαστικές τέχνες, μουσική, κινηματογράφος. (βλ. τον πίνακα στο τέλος του άρθρου). Οι σημαντικότερες αριθμητικά σειρές αφορούν τη λογοτεχνία και τις κοινωνικές επιστήμες, ακολουθεί η ιστορία και η φιλοσοφία, ενώ έπονται οι υπόλοιπες σειρές με 2-3 εκδόσεις, με αξιοσημείωτη την παρουσία συνολικά της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Το κύριο σώμα των σειρών αποτελείται, όπως ήδη σημειώθηκε, από μεταφράσεις τόσο από την ευρωπαϊκή όσο και από την αμερικάνικη γραμματεία. Μεταφράσεις οι οποίες δημιούργησαν ένα ευρύχωρο τιτλολόγιο μέσα στο οποίο βρήκαν τη θέση τους κλασικά κείμενα της ευρωπαϊκής κυρίως γραμματείας, πρόσφατες σχετικά ξένες εκδόσεις που απηχούσαν τον σύγχρονο προβληματισμό σε πολλές από τις εκφάνσεις του, βιβλία για την καλλιτεχνική δημιουργία και τις πολιτικές κατά κύριο λόγο αναγνώσεις της. Η έκταση της βιβλιοπαραγωγής, η πρωτοτυπία και η σημασία των τίτλων που εκδόθηκαν αναδεικνύουν τον Κάλβο σε ένα μοναδικό εγχείρημα πνευματικής παρέμβασης σε μια περίοδο ανελευθερίας και παράλληλα ως έναν αγωγό ιδεών που επηρέασαν και τα μετέπειτα χρόνια. 

Ας προσπαθήσουμε να δούμε μερικούς άξονες που δικαιολογούν αυτή την μοναδική θέση που κατέχει η εκδοτική παραγωγή του Κάλβο κατά τη δικτατορία.
Α. Η ομάδα του Κάλβου προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς βιβλίων που είχαν ως στόχο την «εισαγωγή» του αναγνώστη σε ένα γνωστικό ή καλλιτεχνικό πεδίο, είτε με τη μετάφραση αντίστοιχων «οδηγών» είτε με τη συγκρότηση «ανθολογίων» από συναφή κείμενα δημιουργών ή διανοητών. Σημειώνω ενδεικτικά την επανέκδοση του «κλασικού» έργου των Τσέλλερ και Νέστλε για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στην παλαιότερη μετάφραση του Χαράλαμπου Θεοδωρίδη (9) [13], το έργο του Φάρινγκτον για την επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα (10). Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η μετάφραση βιβλίων ξένων συγγραφέων για τη μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τα εικαστικά, όπου κατά κύριο λόγο προτείνονται νέες αναγνώσεις συνήθως συνδεδεμένες με τη μαρξιστική σκέψη, καθώς και η συγκρότηση ανθολογίων για τα αντίστοιχα καλλιτεχνικά πεδία. Στο θέατρο κυκλοφόρησε λόγου χάρη μια ανθολογία κειμένων (18) και ένα έργο του Ζαν Βιλάρ για τη θεατρική παράδοση (6), στον κινηματογράφο ένα ανθολόγιο κειμένων από σκηνοθέτες (37) και μεταφράσεις κειμένων του Μ. Μάρτεν (12) και του Π. Γουώλεν (58), στη μουσική το έργο του Πίλκα (5), στη λογοτεχνία οι μεταφράσεις σύγχρονων γερμανών πεζογράφων (62). Οι εικαστικές τέχνες αντιπροσωπεύτηκαν κατά κύριο λόγο από το κλασικό έργο του μαρξιστή Άρνολντ Χάουζερ για την κοινωνική ιστορία της τέχνης (13-16), καθώς και από το έργο του Χάρολντ Ρηντ για τη φιλοσοφία της μοντέρνας τέχνης (11).
Β. Ο Κάλβος μετέφερε, μέσω των μεταφράσεων (με ιδιαίτερη τη συμβολή του Π. Κονδύλη), σημαντικά παλαιότερα έργα της ευρωπαϊκής γραμματείας στην ελληνική γλώσσα. Επισημαίνω τις μεταφράσεις των έργων του Τόμας Μουρ (20), του Νικολό Μακιαβέλλι (42,53), των ρώσων στοχαστών του 19ου αιώνα Μπελίνσκι και Χέρτσεν (19 και 23) και στη λογοτεχνία το έργο του Μπαλζάκ (3).
 Ένα σημαντικό τμήμα των μεταφράσεων αφορούσε σημαντικά έργα της ευρωπαϊκής κυρίως γραμματείας που μετέφεραν τις ιστορικές εμπειρίες του 20ού αιώνα, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ναζισμό, το σταλινισμό. Στο χώρο της λογοτεχνίας εντάσσονται εύλογα τα κείμενα του Σβαρτς (1), του Μπρεχτ (26), του Ιβάν Μπούνιν (56), του Ισαάκ Μπαμπέλ (40). Παράλληλα μείζονες στοχαστές του προηγούμενου αιώνα όπως ο Ερνστ Κασίρερ (49), ο Μαξ Χορκχάιμερ (39) αλλά και ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ (44), οι οποίοι δεν είχαν μεταφραστεί ως τότε αυτοτελώς στα ελληνικά, βρήκαν τη θέση τους στις σειρές του εκδοτικού οίκου.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις του Κάλβου αποτελεί η μετάφραση στα ελληνικά ενός σημαντικού αριθμού πρόσφατων σχετικά εκδόσεων που αφορούσαν κατά κύριο λόγο τις κοινωνικές επιστήμες, τη φιλοσοφία, την πολιτική, αλλά και την καλλιτεχνική δημιουργία. Με τις εκδόσεις αυτές, οι οποίες είχαν μια πολυπρισματικότητα, δινόταν η δυνατότητα στον έλληνα αναγνώστη να έλθει σε επαφή με σύγχρονους προβληματισμούς και καινούρια πεδία στοχασμού και επιστημονικής έρευνας συνδεδεμένης, κατά κύριο αλλά όχι αποκλειστικό τρόπο, με την Αριστερά. Σημειώνω το έργο του Ναβίλ για την ψυχολογία (24), του Μπάρακλαφ για τη σύγχρονη ιστορία (52), του Πλάμεναντζ για την ιδεολογία (41), του Σύκινγκ για την κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου (22), των Γκριγιέ και Σαρώτ για το νέο γαλλικό μυθιστόρημα (29). Το σημαντικότερο μέρος όμως αυτών των μεταφράσεων αφορούσε κείμενα που προέρχονταν από το χώρο της «νέας Αριστεράς» και το κλίμα αμφισβήτησης της μακράς δεκαετίας του 1960, όπως ο Φρανς Φανόν (35), ο Χέμπερτ Μαρκούζε (21), ο Γκαμπριέλ Κόλκο (32) καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο [βλ. το έργο του Τζίνγκλερ για την Αφρική (65)]. Σημειώνουμε ιδιαίτερα το έργο του Μιλς για τη μεσαία αμερικάνικη αστική τάξη (27) και του Χόροβιτς (33), τα οποία αποτέλεσαν σημαίνουσες παρεμβάσεις για την ιδεολογική συγκρότηση της «νέας» Αριστεράς στην αμερικάνικη ήπειρο. Παράλληλα, έστω και σε περιορισμένη έκταση δεν έλειψαν και οι συμβολές από το ανατολικό μπλοκ, όπως εκείνες του Όσκαρ Λάνγκε για την οικονομία (67) και του Στ. Οσόφσκι για την ταξική δομή. Σε αντίθεση με άλλους νέους εκδοτικούς οίκους όμως, ο Κάλβος, δεν περιόρισε τις επιλογές του μόνο στην Αριστερά. Μετέφερε έστω και επιλεκτικά πρόσφατα κείμενα σημαντικών στοχαστών, ακόμη και εκείνων που κινήθηκαν σε αντίθετες τροχιές, όπως εκείνο του γάλλου διανοούμενου Ρεημόν Αρόν (55), ο οποίος στάθηκε πολέμιος του Μάη του ’68 αλλά και του Τζέημς Μπάρναμ, ο οποίος είχε διαρρήξει τις σχέσεις του μεταπολεμικά με την Αριστερά (28). Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, και για τους εύλογους συνειρμούς που προκαλούσε, ήταν και η έκδοση ενός συλλογικού τόμου της εταιρείας αναλύσεων RAND Corporation για τον θετικό ρόλο των στρατιωτικών δικτατοριών στον Τρίτο Κόσμο, βασικό νομιμοποιητικό στήριγμα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής (43).
Στο πλαίσιο των νέων ρευμάτων και μορφών έκφρασης θα έπρεπε κανείς να συμπεριλάβει και τα έργα πρωτοπόρων ευρωπαίων λογοτεχνών, όπως του Μαξ Φρις (34), του Μίλαν Κούντερα (30) και του Μπ. Χράμπαλ (4).  
Γ. Στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του Κάλβου βρέθηκε η πρωτότυπη δημιουργία στην ελληνική γλώσσα, ιδιαίτερα νέων ανθρώπων. Για το σκοπό αυτό προκήρυξε διαγωνισμούς για το διήγημα, το δοκίμιο και το θεατρικό έργο (μονόπρακτο). Διεξήχθησαν τρεις διαγωνισμοί διηγήματος (1969, 1970, 1971), και ένα διαγωνισμός για το θεατρικό μονόπρακτο[14]. Εκδόθηκαν τρεις τόμοι με βραβευμένα έργα από το διαγωνισμό διηγήματος (17, 31, 50) και ένας από τον αντίστοιχο του μονόπρακτου (38). Παράλληλα στον Κάλβο εκδόθηκαν και μεμονωμένα έργα νέων ελλήνων συγγραφέων, όπως του Μιχάλη Γρηγορίου (46), του Φίλιππου Δρακονταειδή (ψευδώνυμο: Φ. Φιλίππου, 51) του Στέφανου Σταμάτη (57), του Μάριου Ποντίκα (64) ή έργα για την ποίηση, όπως εκείνο της Λύντιας Στεφάνου (48).
Δ. Οι επανεκδόσεις καταλαμβάνουν ένα σημαντικό τμήμα της εκδοτικής παραγωγής. Σημειώνω τα έργα του Ελισαίου Γιαννίδη (8, 25) στην κατηγορία της γλώσσας, στην δε ελληνική ιστορία την εμβληματική Ελληνική Νομαρχία (2) και το έργο του Ερμάνου Λούντζη (7). Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα βιβλία του Τάκη Σταματόπουλου για την Επανάσταση του 1821∙ αναφέρομαι στην επανέκδοση των δυο πρώτων τόμων του έργου του Ο εσωτερικός αγώνας το 1821 (36, 47), την έκδοση του τρίτου τόμου (60), αλλά και δυο συναφών άλλων βιβλίων για τον Αγώνα (66, 68). Βιβλία τα οποία συνεχίζουν μια παράδοση η οποία εκκινεί από το έργο του Γιάνη Κορδάτου, συνδέοντας την Επανάσταση του 1821 με τους κοινωνικούς αγώνες, σε μια αριστερή εν πολλοίς ανάγνωση. Η επανέκδοση, στη σειρά της λογοτεχνίας του έργου του Γιάννη Σκαρίμπα Το σόλο του Φίγκαρο (45) επανέφερε στο προσκήνιο τη σατιρική και ανατρεπτική γλώσσα του συγγραφέα. Στη μικρή σχετικά συγκομιδή του Κάλβου από έλληνες συγγραφείς συμπεριλαμβάνεται, έστω και σε μετάφραση, το έργο του Επαμεινώνδα Παναγόπουλου για τη μετοίκηση Ελλήνων στην Αμερική πριν την Επανάσταση του 1821 (54). Το τελευταίο βιβλίο της περιόδου, η συλλογή μελετών για την οικονομική ανάπτυξη και μετανάστευση στην Ελλάδα (69), αποτέλεσε ένα μοναδικό δείγμα ενδιαφέροντος για τη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας, ενδιαφέρον το οποίο θα αναπτυσσόταν μεταπολιτευτικά.  
Συνοψίζω. Ο Κάλβος μέσα σε αυτά τα πρώτα έξι χρόνια λειτουργίας του κυκλοφόρησε ένα μοναδικό corpus κειμένων εμπλουτίζοντας την ελληνική αγορά του βιβλίου με σημαντικά παλαιότερα και σύγχρονα έργα. Οι επιλογές των συνεργατών του --επιλογές από ένα ευρύτατο φάσμα γνωστικών πεδίων και γλωσσών συγγραφής αποτέλεσμα βαθιάς γνώσης και ενημέρωσης-- αναδείκνυαν τον καθοδηγητικό ρόλο που ο Κάλβος ήθελε να διαδραματίσει στη διαμόρφωση του σύγχρονου αναγνώστη. Σε αυτό το πλαίσιο ο στόχος δεν ήταν η εξαντλητική παράθεση τίτλων ενός συγγραφέα ή ενός γνωστικού πεδίου, όσο η επισήμανση των κατευθύνσεων που η μελέτη μπορούσε να πάρει, το άνοιγμα των οριζόντων προς το σύνολο του σύγχρονου στοχασμού, συνδεδεμένου αναπόφευκτα με την πολιτική.

Εκδοτικοί μηχανισμοί και αντιδικτατορικός αγώνας

Ο Κάλβος αποτελεί τον πρώτο εκδοτικό οίκο που δημιουργήθηκε στα χρόνια της δικτατορίας, στο πλαίσιο ακόμη της αυστηρής προληπτικής λογοκρισίας, αποσκοπώντας στην αντίδραση απέναντι στο καθεστώς μέσω της διάρρηξης της «σιωπής» που είχε αποφασιστεί από ένα σημαντικό τμήμα του πνευματικού κόσμου την επομένη της 21ης Απριλίου. Τα όρια και το εύρος αυτής της «σιωπής» αποτελούν ακόμη αντικείμενο προς διερεύνηση, όπως και οι αντιδράσεις που προκάλεσε και οι επιπτώσεις που είχε[15]. Πάντως, παρά την εκ των υστέρων σχετικοποίηση και κριτική της, η λογική της «σιωπής» έτυχε υποστήριξης από ένα πλήθος πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν με δυσπιστία κινήσεις όπως εκείνες του Κάλβου[16], οι οποίες πιθανόν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από το καθεστώς ως άλλοθι νομιμοποίησης, ως ένδειξη εκδημοκρατισμού προς την ελληνική και κυρίως τη διεθνή κοινή γνώμη[17]. Απέναντι σε αυτές τις αιτιάσεις, οι πρωτεργάτες του εκδοτικού οίκου πρόταξαν την ανάγκη αντίδρασης απέναντι στη δικτατορία με όποιο «νόμιμο» μέσο και κυρίως με τη χρησιμοποίηση του κόσμου των ιδεών, ενός κόσμου ο οποίος ήταν ξένος στους στρατιωτικούς και σε μεγάλο βαθμό ακατανόητος. Σε αυτή την κατεύθυνση άλλωστε η ιστορική εμπειρία, με παραδείγματα όπως η πνευματική αντίδραση κατά τη γερμανική κατοχή, ήταν θετική. Ο Κάλβος υποστήριξε ότι έπρεπε να δοθούν στους πολίτες εναλλακτικές δυνατότητες σκέψης από εκείνες που πρόσφερε η δικτατορία με τις γιορτές και τις ανθολογίες της. «Στοχάσου και αρκεί», όπως ήταν ένα από τα μότο που χρησιμοποίησε στα διαφημιστικά του, δανεισμένο από την Ελληνική Νομαρχία.
Στην απόφαση για τη δημιουργία του οίκου συνέτεινε ακόμη το οξύ βιοποριστικό πρόβλημα των πρωτεργατών του και παράλληλα η αίσθηση ότι οι ενστάσεις για τη δημιουργία του, όπως επισήμανε και ο Γ. Χατζόπουλος στις προφορικές συζητήσεις μας, προέρχονταν από ένα καθιερωμένο επαγγελματικά και συγγραφικά πνευματικό δυναμικό, το οποίο δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις δικές τους αγωνίες. Η δυσπιστία των νεότερων ανθρώπων απέναντι σε αυτό το δυναμικό όσο και εάν υποχωρούσε μπροστά στον κοινό στόχο, τον αντιδικτατορικό αγώνα, εξακολουθούσε να υφίσταται. Οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο αντιδικτατορικό μέτωπο και ιδιαίτερα εντός της Αριστεράς εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό ένα αχαρτογράφητο πεδίο. Επισημαίνω, πάντως, ότι οι όποιες δυσπιστίες και διαφωνίες οξύνθηκαν με την υπόθεση των υποτροφιών του αμερικάνικου ιδρύματος «Φορντ» και τη χορήγηση τους σε θεσμούς και πρόσωπα που εγγράφονταν σαφώς στο αντιδικτατορικό μέτωπο, δημιουργώντας νέες διαχωριστικές γραμμές και συζητήσεις αναφορικά με τη σκοπιμότητα της αποδοχής τους[18].  
Παρά την αρχική δυσπιστία η άμεση και μεγάλη επιτυχία των εκδόσεων, τόσο σε κυκλοφορία όσο και σε αποδοχή από τον τύπο, ανέστειλε σε μεγάλο βαθμό τις κριτικές, συντείνοντας στη δημιουργία ενός κλίματος μέσα από το οποίο ξεπήδησαν και άλλοι εκδοτικοί οίκοι, όπως ο Στοχαστής, τα Κείμενα, η Διεθνής Επικαιρότητα, οι Νέοι Στόχοι, ο Διογένης κ.ά. Πρόκειται προφανώς για παράλληλες διεργασίες που η επιτυχία του Κάλβου συνέτεινε στη δημόσια έκφρασή τους. Εκδοτικοί οίκοι εκμεταλλεύτηκαν την αδιαφορία της χούντας για οτιδήποτε δεν έμοιαζε να της εναντιώνεται φανερά προσφέροντας στην αγορά νέα βιβλία, πρωτότυπα και πλήθος μεταφράσεων. Μετά την «ελεγχόμενη» φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, δημιουργήθηκαν και άλλοι εκδοτικοί οίκοι (Μπουκουμάνης, Οδυσσέας, Καστανιώτης, Πορεία, Ράππας, Αρμός, Νέα Σύνορα κ.ά.), αποσκοπώντας όλο και περισσότερο σε ένα φοιτητικό κοινό, το οποίο έκανε δυναμικά την εμφάνισή του με τους εθνοτοπικούς συλλόγους και τα έντυπά του. Παράλληλα αναδιαρθρώθηκαν παλαιότεροι εκδοτικοί οίκοι (Κέδρος, Παπαζήσης, Ηριδανός, Αναγνωστίδης κ.ά.) προεικονίζοντας την εκδοτική άνθηση της Μεταπολίτευσης[19].
Το ζήτημα της ανασύνταξης του εκδοτικού τοπίου στα δικτατορικά χρόνια είναι αρκετά σύνθετο. Η επιβολή της δικτατορίας δεν σήμαινε μόνο τον περιορισμό του, στο μέτρο όπου αρκετοί εκδοτικοί οίκοι έκλεισαν αναγκαστικά ή ως αντίδραση των κατόχων τους, αλλά και την ανανέωση του προσωπικού του, Ο εκδοτικός χώρος διατήρησε μια προνομιακή σχέση με την Αριστερά σε όλο τον 20ό αιώνα αποτελώντας όχι μόνο το κατεξοχήν μέσο διάδοσης των ιδεών της, αλλά και ένα ασφαλές επαγγελματικό «καταφύγιο» για τους ανθρώπους της, ιδιαίτερα στα μετεμφυλιακά χρόνια. Αρκετοί από όσους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων στράφηκαν σε μια σειρά από ενασχολήσεις --εκδότες, τυπογράφοι, βιβλιοπώλες, πλασιέ βιβλίων--, που συνδέονταν με την παραγωγή και τη διακίνηση του βιβλίου[20]. Καθώς λοιπόν πολλοί από όσους εμπλέκονταν προδικτατορικά στις εκδοτικές περιπέτειες βρέθηκαν στο εξωτερικό ή στις φυλακές και στις εξορίες, ένα νέο δυναμικό άρχισε να εμφανίζεται, περισσότερο ή λιγότερο έμπειρο. Ένα δυναμικό κατά κύριο λόγο νεότερο ηλικιακά, συνδεμένο και αυτό με την Αριστερά, μια Αριστερά όμως που μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ στην Ελλάδα και τον Μάη του ’68 διεθνώς εμφανιζόταν με πολλές και ποικίλες μορφές και με διαφορετικές εκφράσεις.
Ποια ήταν τα όρια και η αποτελεσματικότητα των εκδοτικών κινήσεων; Η απάντηση είναι δύσκολο να δοθεί. Το ίδιο το καθεστώς δεν φαίνεται να ανησύχησε ιδιαίτερα. Η άρση της προληπτικής λογοκρισίας έδειχνε ότι η χούντα αισθανόταν αρκετά ασφαλής και παράλληλα έτοιμη να λάβει μέτρα, τα οποία θα βελτίωναν την εικόνα της στο εξωτερικό. Σε όλη την περίοδο της δικτατορίας ο Κάλβος δεν κινδύνευσε πραγματικά. Η παρακολούθηση των γραφείων του, η πρόσκληση ορισμένων από τους συνεργάτες του στην Ασφάλεια για «συζήτηση», οι έλεγχοι από την εφορεία αποσκοπούσαν στην άσκηση πίεσης και υπενθύμιζαν τα όρια της δράσης του εκδοτικού οίκου. Σε αυτό το παιχνίδι του σκύλου με τη γάτα η επέμβαση των διωκτικών αρχών συνδεόταν είτε με τη διατύπωση άμεσων αρνητικών κριτικών προς το καθεστώς[21], είτε με τη σύνδεση εκδοτικών προσπαθειών με την ενεργό μαζική δράση, όπως στην περίπτωση της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ) και της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων[22].
Πάντως, από την πρώτη στιγμή ο Κάλβος, με τα τολμηρά για την εποχή διαφημιστικά κείμενα υπεράσπισης της ελευθερίας, αντιμετωπίστηκε από ένα ευρύτερο κοινό ως μια έμπρακτη αντίδραση, μια «χειρονομία»[23] εναντίον του καθεστώτος. Σε μια περίοδο όπου οι πνευματικοί άνθρωποι της «παραδοσιακής» Αριστεράς είτε βρίσκονταν στην παρανομία, στις φυλακές και στις εξορίες είτε είχαν επιλέξει τη σιωπή, ο Κάλβος επιχειρούσε μια απάντηση διαφορετικού «τύπου» στο καθεστώς. Είναι χαρακτηριστική η ομοβροντία των τριών πρώτων βιβλίων: ο αλληγορικός Δράκος, η επιβλητική Ελληνική Νομαρχία, αλλά και το Συμβόλαιο γάμου του Μπαλζάκ, ένα υπαινικτικό παιχνίδι με το εκκλησιαστικό σκάνδαλο που είχε προκαλέσει ο δεύτερος γάμος του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Το όπλο σε αυτό το παιχνίδι ήταν καταρχάς η έμμεση διάβρωση: η αλληγορία, η υπαινικτικότητα, η ειρωνεία, ό,τι μπορούσε να ξεφύγει από την πανταχού παρούσα λογοκρισία. Κατά δεύτερο λόγο, ο στόχος ήταν η δημιουργία ενός ενιαίου αντιδικτατορικού μετώπου, το άνοιγμα στην τέχνη και η ενεργοποίηση των ανθρώπων που την υπηρετούσαν σε όλες της τις εκφάνσεις. Λογοτεχνία, θέατρο, σινεμά, εικαστικές τέχνες αποτελούσαν τους χώρους της καλλιτεχνικής έκφρασης από όπου ο Κάλβος συγκέντρωνε συνεργάτες, παλαιότερους και νεότερους, διατυπώνοντας έναν άλλο ανθρωπιστικό λόγο, ο οποίος ερχόταν σε αντίθεση με τη βαρβαρότητα και την πνευματική ανελευθερία του στρατιωτικού καθεστώτος.
Επιπλέον η επανέκδοση παλαιότερων κειμένων της ελληνικής γραμματείας, με στόχο την ανάδειξη μια άλλης εικόνας της παράδοσης από εκείνη που φιλοτεχνούσε η χούντα στις εορταστικές εκδηλώσεις ή στη νεοεμφανιζόμενη δημόσια τηλεόραση. Η ίδια η επιλογή του ονόματος του εκδοτικού οίκου, η Ελληνική Νομαρχία, η ανάγνωση της Επανάστασης του 1821 από τον Σταματόπουλο θύμιζαν ότι ούτε η ελληνική γραμματεία ούτε και το ιστορικό παρελθόν ανήκαν στους συνταγματάρχες αλλά κατά κύριο λόγο σε όσους πίστευαν ότι «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία». Και δεν ήταν μόνο οι εκδότες του Κάλβου. Τα κείμενα του Ρήγα Φεραίου στις εκδόσεις Στοχαστής, τα έργα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη στα Κείμενα, οι εκτελέσεις των δημοτικών τραγουδιών από τη Μαρίζα Κωχ, ο «Μπάλος» και η «Μαύρη θάλασσα» του Διονύση Σαββόπουλου ήταν μάρτυρες αυτής της επανεκτίμησης, οικειοποίησης και επανανάγνωσης της παράδοσης από δυνάμεις που στάθηκαν απέναντι στη δικτατορία.
Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αντιληφθούμε και τη στροφή προς το γλωσσικό ζήτημα, όπως αποτυπώθηκε και στην επιλογή των έργων του Ελ. Γιαννίδη. Ο Γιαννίδης του Κάλβου, η επιλογή των έργων του Δημήτρη Γληνού από το Στοχαστή, η επανέκδοση του Δελμούζου από την ΕΚΙΝ, η δημόσια συζήτηση για το γλωσσικό ζήτημα που διοργάνωσε η ΕΜΕΠ έθεταν στο προσκήνιο τη σημασία της δημοτικής γλώσσας. Απέναντι σε ένα καθεστώς, το οποίο αναδείκνυε την καθαρεύουσα ως το κατεξοχήν γλωσσικό του όργανο, η υπόμνηση των αγώνων για το γλωσσικό ζήτημα αποκτούσε μια ιδιαίτερη επικαιρότητα, δημιουργώντας ένα ευρύ ενοποιητικό μέτωπο.
Τέλος,  σημαντικό μερίδιο έχουν και οι μεταφράσεις, οι οποίες κάλυπταν όλες τις μορφές της πνευματικής δραστηριότητας με έμφαση στο σύγχρονο στοχασμό κυρίως στην πιο σύγχρονη εκδοχή της αριστερής σκέψης της εποχής, σε αυτό που ονομάστηκε «δυτικός μαρξισμός»[24]. Η στροφή της εκδοτικής παραγωγής προς τις μεταφράσεις συνδέεται σε ένα πρώτο επίπεδο με τη λογοκρισία, η οποία αντιμετώπιζε με πολύ λιγότερη καχυποψία τη μεταφορά στην ελληνική ξενόγλωσσων κειμένων, χωρίς άμεση αναφορά στην εγχώρια πραγματικότητα, ιδιαίτερα μάλιστα εάν προερχόταν από χώρες της Δύσης[25]. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, το σημαντικότερο κίνητρο ήταν η ανταπόκριση στην επιθυμία ενός ευρύτερου κοινού να ενημερωθεί, να στοχαστεί, να αναζητήσει τις αναλογίες ανάμεσα σε αυτό που συνέβαινε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και μάλιστα σε μια περίοδο κοσμογονικών εξελίξεων[26]. Ο ρόλος των μεταφράσεων κυρίως πρόσφατων έργων που εκκινούσαν από τη μαρξιστική σκέψη ήταν ιδιαίτερα έντονος, προκαλώντας συζητήσεις και ζυμώσεις κατά κύριο λόγο ανάμεσα στους νεότερους. Έως τη δικτατορία, παρά τον σταδιακό πολλαπλασιασμό της εκδοτικής παραγωγής και τη δημιουργία ενός αξιόλογου αριθμού εκδοτικών οίκων που κινούνται στο χώρο της Αριστεράς, οι μεταφράσεις έργων του δυτικού μαρξισμού δεν αποτελούσαν παρά σπάνιες εξαιρέσεις. Το σύνολο σχεδόν των σχετικών αυτοτελών εκδόσεων αφορούσε τη μετάφραση κλασικών του μαρξισμού (Μαρξ, Λένιν κ.ά.), είτε τη μετάφραση ευρωπαίων κυρίως στοχαστών που συνδέονταν με αυτό που θα χαρακτηρίζαμε ως «σοβιετικό» μαρξισμό, όπως λ.χ. οι Φίσερ, Γκαρωντύ, Αραγκόν. Μεταφράσεις κειμένων που σχετίζονται με νέες θεωρήσεις του μαρξισμού φιλοξενήθηκαν κατά κύριο λόγο σε περιοδικά που εγγράφονταν στο πλαίσιο μιας αριστερής ανήσυχης διανόησης (Επιθεώρηση Τέχνης, Κριτική) είτε στον αστικό φιλελεύθερο χώρο (Εποχές), είτε σε διοργανώσεις όπως οι Εβδομάδες σύγχρονης σκέψης[27].
Η αναφορά στις μεταφράσεις μας μεταφέρει σε μια ακόμη σημαντική παράμετρο της άνθησης των συγκεκριμένων εκδόσεων στη δικτατορία. Αναφέρομαι στον Μάη του ’68 και στο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη σκέψη που ο ίδιος οριοθέτησε σε παγκόσμιο και σε ελληνικό επίπεδο. Η συζήτηση για το κατά πόσο το ελληνικό αντιδικτατορικό κίνημα αποτέλεσε μέρος του ευρύτερου κύκλου αμφισβήτησης που άνοιξε ο Μάης του ’68 ή αν στην πραγματικότητα, λόγω της χούντας, συγκροτεί μια ιδιαιτερότητα ακόμη ανοιχτή. Βάσιμα, νομίζω έχει υποστηριχθεί ότι το ελληνικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1970-1973 επικοινωνούσε και μοιραζόταν, μέσα στη διαφορετικότητα του, κοινά χαρακτηριστικά με άλλα κινήματα, μέρος ενός διεθνούς, όπου ήταν σαφής ο απόηχος των ιδεών του γαλλικού Μάη και η ακτινοβολία του αγώνα των Βιετ-Κονγκ ή της μορφής του Τσε Γκεβάρα[28]. Ένα διεθνές φοιτητικό κίνημα, το οποίο είχε υιοθετήσει τον αντι-ιμπεριαλισμό και τον αντιαμερικανισμό ως κυρίαρχα χαρακτηριστικά του, εμπλουτισμένα από τις νέες θεωρήσεις που συνδέονταν με τα επαναστατικά κινήματα των long sixties. Αγωγοί των θεωρήσεων αυτών υπήρξαν σε σημαντικό βαθμό οι έλληνες φοιτητές του εξωτερικού. Οι μετακινήσεις τους, από το εξωτερικό στην Ελλάδα, και κάποτε και αντίθετα, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά των ιδεών και των θεωρητικών επεξεργασιών στη στρατοκρατούμενη χώρα. Από την άλλη πλευρά, η απρόσκοπτη εισαγωγή και κυκλοφορία του ξένου τύπου και των εκδόσεων στην Ελλάδα επέτρεψε να υπάρχει μια συνεχής ενημέρωση για τα τεκταινόμενα στο εξωτερικό και παράλληλα δυνατότητα γνωριμίας με όλα τα νέα ρεύματα σκέψης, όπως αποτυπώθηκε άλλωστε και στην εκδοτική παραγωγή[29]. Δεν είναι τυχαίο ότι τη μερίδα του λέοντος στο χώρο των εκδόσεων κατέλαβε το πολιτικό βιβλίο. Ανάμεσα στις εκδόσεις σημειώνω τα κείμενα στοχαστών που επηρέασαν και επηρεάστηκαν από τον Μάη του ’68 αλλά και από το γενικότερο κλίμα της δεκαετίας του ’60, όπως ο Μαρκούζε, ο Αλτουσέρ, ο Ντεμπραί, βιβλία ή άρθρα για τον πόλεμο στο Βιετνάμ ή τον Τσε Γκεβάρα, φυλλάδια για τις φοιτητικές εξεγέρσεις στο εξωτερικό κ.ά. Το εκδοτικό τοπίο εμπλουτίστηκε με περιοδικές εκδόσεις που, εκμεταλλευόμενες τα περιθώρια τα οποία έδινε το καθεστώς, εξέφρασαν σαφή αντιδικτατορικό λόγο. Πολιτικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά περιοδικά μετέφεραν μια πρωτόγνωρη κουλτούρα: ενημέρωση για την πολιτική κατάσταση στο εξωτερικό, μεταφράσεις θεωρητικών κειμένων, καινοτόμες ιστορικές προσεγγίσεις, νέοι λογοτέχνες. Παράλληλα, εκδόσεις για το φοιτητικό κίνημα στην Ευρώπη και στην Αμερική συνέδεαν τους έλληνες φοιτητές με τον αγώνα των συναδέλφων τους σε όλο τον κόσμο. Στη διαμόρφωση αυτής της νέας κουλτούρας κατέλαβαν τη δική τους εκδοτική μερίδα το θέατρο, η μουσική, ο κινηματογράφος που διέγραψαν αντίστοιχες πορείες ακροβατώντας στο επικίνδυνο σκοινί που είχαν τεντώσει οι αρχές καταστολής[30].
Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό τμήμα αυτών των ιδεών ανέλαβαν να μεταφέρουν στο ελληνικό κοινό εκδοτικοί οίκοι όπως ο Κάλβος, ο Στοχαστής, οι Νέοι Στόχοι. Οι πρωτεργάτες τους προέρχονταν από διαφορές πολιτικές ομάδες, οι οποίες ενώ εντάσσονταν στην Αριστερά, παράλληλα είχαν διαφοροποιηθεί ήδη από τα προδικτατορικά χρόνια από την ΕΔΑ και το ΚΚΕ[31]. Έχοντας τα περισσότερα από τα ιδρυτικά μέλη τους συνεργαστεί στη δεκαετία του 1960 σε εκδοτικά αριστερά εγχειρήματα διατήρησαν χαρακτηριστικά και πρακτικές που προέρχονταν από τον συγκεκριμένο χώρο. Λ.χ., στην περίπτωση του Κάλβου οι διαγωνισμοί για νέους είχαν την καταγωγή τους σε εκείνους που διοργάνωνε προδικτατορικά η Πανσπουδαστική. Από την άλλη πλευρά, εγχειρήματα όπως ο Κάλβος, ανοίγονταν σε μια ευρεία ποικιλία θεματικών παρόμοια με εκείνη που αριστεροί εκδοτικοί οίκοι όπως το Θεμέλιο είχαν ήδη επιχειρήσει προδικτατορικά. Οι ομοιότητες όμως δεν μπορούν να κρύψουν και τις διαφορές. Η επιχείρηση συγκρότησης μιας «εκδοτικής δημοκρατίας»[32] αποτελούσε, προεξαγγελτικά τουλάχιστον, την απάντηση στην αυθεντία της κομματικής καθοδήγησης και των ποικίλων κομματικών παρεμβάσεων, η οποία είχε προκαλέσει στο παρελθόν σημαντικές συζητήσεις και εντάσεις εντός της Αριστεράς. Παράλληλα οι ευρείες θεματικές του Κάλβου περιελάμβαναν εκδόσεις οι οποίες αντιμετώπιζαν κριτικά το σοβιετικό μοντέλο, είτε αναφέρονταν στις «σκοτεινές» πλευρές του παρελθόντος του, όπως ο σταλινισμός (βλ. την έκδοση του βιβλίου του Μπούνιν), είτε στις αρνητικές πλευρές του παρόντος του, όπως το Αστείο του Κούντερα. Σημειώνω ενδεικτικά τη μετάφραση του Χραμπάλ το 1968, την ίδια χρονιά που περιλήφθηκε στον κατάλογο των απαγορευμένων συγγραφέων από το τσεχοσλοβάκικο καθεστώς λόγω της υπογραφής του «Μανιφέστου των 2000 λέξεων» που συνδέθηκε με την άνοιξη της Πράγας. Πέραν τούτου σε μεγάλο βαθμό τα κείμενα της «νέας» Αριστεράς που μεταφράστηκαν την περίοδο αυτή και κυκλοφόρησαν και στον Κάλβο ασκούσαν κριτική στο κυρίαρχο μαρξιστικό μοντέλο ανάλυσης έτσι όπως είχε αναπτυχθεί στη Σοβιετική Ένωση και στις ανατολικές χώρες.
  
Η εκδοτική επιτυχία εγχειρημάτων όπως ο Κάλβος αποτελεί ένα ανοιχτό ζήτημα, κρίσιμο όχι μόνο για την κατανόηση του αντιδικτατορικού αγώνα αλλά και των όσων ακολούθησαν στη Μεταπολίτευση. Η εμφάνιση των πρώτων αυτών εκδοτικών οίκων δημιούργησε έναν πόλο κριτικής όχι μόνο προς το καθεστώς αλλά και σε σημαντικό βαθμό προς αυτό που αντιμετωπίστηκε ως «παραδοσιακή» Αριστερά. Η συγκρότησή τους αποτέλεσε ένα πολιτικό εγχείρημα, το οποίο στη συγκεκριμένη συγκυρία ευνοήθηκε από τις συνθήκες[33]. Αφενός από το δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα και την ανάληψη από μέρους τους ενός διακριτού ρόλου «νόμιμης» αντίστασης απέναντι σε αυτό και αφετέρου από την κρίση του διεθνούς και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος και την παγκόσμια ακτινοβολία του κινήματος αμφισβήτησης της δεκαετίας του 1960. Αναφέρομαι στον Κάλβο και στις πρώτες εκδόσεις, καθώς στη συνέχεια παλαιότεροι και νεότεροι εκδοτικοί οίκοι κινήθηκαν σε αυτό το πνεύμα της «νόμιμης» αντίστασης από διάφορες πολιτικές σκοπιές, είτε ακόμη και για εμπορικούς λόγους. Παρ’ όλα αυτά θα έπρεπε να επισημάνει κανείς, σε όλες τις περιπτώσεις, την πληθώρα των βιβλίων που προέρχονταν από το χώρο της «νέας» Αριστεράς, ασκώντας κριτική σε αυτό που θεωρήθηκε ως «καθεστηκυία» αριστερά. 
Προνομιακό κοινό αυτών των εκδόσεων, όπως αναδεικνύει και η περίπτωση του Κάλβου, υπήρξε το νεανικό-φοιτητικό κοινό. Ποιο ήταν αυτό το κοινό, πόσο μονοπωλήθηκε από τους φοιτητές, πως θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη σύνθεσή του, την κοινωνική του προέλευση, την οικονομική του κατάσταση; Ποιοι ήταν οι όροι που επέτρεψαν όχι μόνο τη δυνατότητα να γίνει δέκτης και αγωγός όλων αυτών των νέων ιδεών, αλλά παράλληλα να διαθέτει την αγοραστική δύναμη ώστε να στηρίξει αυτά τα εγχειρήματα; Και εάν από τη μια είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε τους όρους που μετέτρεψαν αυτούς τους νέους σε αναγνώστες, από την άλλη θα πρέπει να εκτιμήσουμε την επιρροή των συγκεκριμένων εκδόσεων σε συνδυασμό με τα άλλα ερεθίσματα τα οποία δέχονταν. Πόσο τελικά λειτούργησαν καταλυτικά στη διαμόρφωση μιας αριστερής πολιτικής ταυτότητας και μάλιστα πολύ πιο ριζοσπαστικής συγκριτικά με το παρελθόν; Και πόσο αυτές οι επιρροές άντεξαν τα επόμενα χρόνια, στη Μεταπολίτευση; Ερωτήματα που θα πρέπει να μας απασχολήσουν στην αναζήτηση των διαδρομών εκείνων που συνδέουν την εκδοτική παραγωγή με τον κατεξοχήν αποδέκτη της, το αγοραστικό και αναγνωστικό κοινό.   

Βαγγέλης  Καραμανωλάκης
Κατάλογος εκδόσεων Κάλβου (1968- Ιούλιος 1974)

1.Ευγένιος Σβαρτς, Ο δράκος, μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, 1968
2. Ανώνυμος ο Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, 1968
3. Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Συμβόλαιο γάμου, μτφ: Ρενέ Ψυρούκη,  1968
4. Μπόχουμιλ Χράμπαλ, Τα τραίνα, μτφ: Ρενέ Ψυρούκη,  1968
5. Τζωρτζ Πίλκα, Ο κόσμος της μουσικής, μτφ: Νίκος Ραΐσης, 1968
6. Ζαν Βιλάρ, Για τη θεατρική παράδοση, μτφ: Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, 1969
7. Ερμάνος Λούντζης, Η Ενετοκρατία στα Εφτάνησα, 1969
8. Ελισαίος Γιανίδης, Γλώσσα και ζωή, 1969
9. Έντουαρντ Τσέλλερ, Βίλχελμ Νέστλε, Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφ: Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, 1969
10. Βενιαμίν Φάρινγκτον, Επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα, μτφ: Νίκος Ραΐσης, 1969
11. Χέρμπερτ Ρηντ, Φιλοσοφία της μοντέρνας τέχνης, μτφ: Στέφανος Ροζάνης, 1969
12. Μαρσέλ Μαρτέν, Η γλώσσα του κινηματογράφου, μτφ: Ευγενία Χατζίκου, 1969
13.΄Αρντολντ Χάουζερ, Κοινωνική ιστορία της τέχνης (τόμ. Α'): Προϊστορικοί
     χρόνοι, Αρχαία Ανατολή, Ελλάδα, Ελλάδα, Ρώμη, Μεσαίωνας, μτφ: Παναγιώτης
     Κονδύλης, 1969
14.΄Αρντολντ Χάουζερ, Κοινωνική ιστορία της τέχνης (τόμ. Β'): Αναγέννηση,
Μανιερισμός, Μπαρόκ, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1970
15. ΄Αρντολντ Χάουζερ, Κοινωνική ιστορία της τέχνης (τόμ. Γ'): Ροκοκό,
Κλασικισμός, Ρομαντισμός, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1970
16. ΄Αρντολντ Χάουζερ, Κοινωνική ιστορία της τέχνης (τόμ. Δ'): Νατουραλισμός,
Ιμπρεσιονισμός, Κινηματογράφος, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1970
17. Διήγημα ’69, 1970
18. Αριστοτέλης, Βέγα, Κορνέιγ, Σίλερ, Μπρεχτ, Από τον Αριστοτέλη στον Μπρεχτ,
μτφ: Αγγέλα Βερυκοκάκη - Ευγενία Ζωγράφου - Ιουλία Ιατρίδη, 1970
19. Βησσαρίων Μπελίνσκι, Ανάλεκτα (Φιλοσοφικά, αισθητικά, ιστορικά), μτφ: Βάσος
Γεωργίου, 1970
20. Τόμας Μουρ, Ουτοπία, μτφ: Γιώργος Καραγιάννης, 1970
21. Χέμπερτ Μαρκούζε, Έρως και πολιτισμός, μτφ: Ιορδάνης Αρζόγλου, 1970
22. Λεβίν Σύκινγκ, Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου, μτφ: Π. Κονδύλης, 1970
23. Χέρτσεν Αλεξάντερ, Ανάλεκτα (Φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά, δοκίμια), μτφ: Β.
Γεωργίου, 1970
24.  Πιέρ Ναβίλ, Η ψυχολογία της συμπεριφοράς, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1970
25. Ελισαίος Γιανίδης, Γλωσσικά πάρεργα, 1970
26. Μπέρτολτ Μπρεχτ, Τρόμος και αθλιότητα του Γ' Ράιχ, μτφ: Αγγέλα Βερυκοκάκη, 1970
27. Τσαρλς Ράιτ Μιλς, Οι χαρτογιακάδες. Η νέα μεσαία αμερικάνικη τάξη, μτφ.: Φ. Ρ. Σοφιανός, 1970.
28. Τζαίημς Μπάρναμ, Η επανάσταση των διευθυντών, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης,
1970.
29.  Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ - Ναταλί Σαρώτ, Το νέο γαλλικό μυθιστόρημα (Στιγμιότυπα, Τροπισμοί)  μτφ: Τατιάνα  Τσαλίκη-Μηλιώνη, 1970.
30. Μίλαν Κούντερα, Το αστείο, μτφ: Ανδρέας Τσάκαλης, 1971
31. Διήγημα ’70, 1971
32. Γκαμπριέλ Κόλκο, Ιδιοκτησία και εξουσία, μτφ: Δημοσθένης Κούρτοβικ, 1971
33. Νταίηβιντ Χόροβιτς, Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ, μτφ: Τάκης Καΐσης, 1971.
34. Μαξ  Φρις, Homo Faber, μτφ: Αγγέλα Άρτεμη, 1971
35. Φραντς Φανόν, Της γης οι κολασμένοι, μτφ: Αγγέλα Άρτεμη, 1971
36. Τάκης Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας το 1821 (τόμ. Α'), 1971
37. Από τον Λυμιέρ στον Μπέργκμαν. Οι απόψεις 32 σκηνοθετών, μτφ: Πολύκαρπος
Πολυκάρπου, 1971.
38. Μονόπρακτο ’70, 1971.
39. Μαξ Χορκχάιμερ, Απαρχές της αστικής φιλοσοφίας της ιστορίας, μτφ: Παναγιώτης
      Κονδύλης, 1971
40. Ισαάκ Μπαμπέλ, Το κόκκινο ιππικό, μτφ: Π. Κουγιουμτζόγλου, 1971.
41. Τζον Πλάμεναντζ, Ιδεολογία, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1971
42. Νικολό Μακιαβέλλι, Έργα (τόμ. Α'), μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1971.
43. Ο ρόλος των στρατιωτικών στις υπανάπτυκτες χώρες, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1971
44. Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, Φυσική και Φιλοσοφία, μτφ: Δημοσθένης Κούρτοβικ,
     1971
45. Γιάννης Σκαρίμπας, Το σόλο του Φίγκαρο, 1972
46. Μιχάλης Γρηγορίου, Αναδίπλωση, 1972
47. Τάκης Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας το 1821 (τόμ. Β'), 1972.
48. Λύντια Στεφάνου, Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, 1972
49. Ερνστ Κασίρερ, Δοκίμιο για τον άνθρωπο, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1972
50. Διήγημα ’71, (δεκαεφτά νέοι έλληνες λογοτέχνες), 1972
51. Φ. Φιλίππου [ψευδώνυμο: Φίλιππος Δρακονταειδής], Ιώη, 1972
52. Τζέφρυ Μπάρακλαφ, Εισαγωγή στην σύγχρονη Ιστορία, μτφ: Τάκης Καϊσης, 1972.
53. Νικολό Μακιαβέλλι, Έργα (τόμ. Β'), μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1972
54. Επαμεινώνδας Παναγόπουλος, Νέα Σμύρνη (ελληνική οδύσσεια του 18ου αιώνα), μτφ: Κοραλία Κροκοδείλου, 1972
55. Ρεημόν Αρόν, 18 μαθήματα για τη βιομηχανική κοινωνία, μτφ: Αγγελική Γαβριηλίδου, 1972
56. Ιβάν Μπούνιν, Το χωριό, μτφ: Ανδρέας Τσάκαλης, 1972
57. Στέφανος Σταμάτης, Ο συνήγορος, 1972
58. Πέτερ Γουώλεν, Η σημειολογία του κινηματογράφου, μτφ: Πολύκαρπος Πολυκάρπου, 1973.
59. Στανισλάβ Οσόφσκι, Η ταξική δομή στην κοινωνική συνείδηση, μτφ: Κώστας Φιλίνης - Νίκος Γιανναδάκης, 1973
60. Τάκης Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας το 1821 (τόμ. Γ'), 1973
61. Μπένχαρντ Γκρέθυζεν, Η φιλοσοφία της Γαλλικής Επανάστασης, μτφ: Παναγιώτης Κονδύλης, 1973
62. Σύγχρονοι Γερμανοί πεζογράφοι, 25 μεταπολεμικοί συγγραφείς, μτφ: Δημοσθένης Κούρτοβικ, 1973
63. Χάρολντ Λάσκι, Εισαγωγή στην πολιτική, μτφ: Γιώργος Καραγιάννης, 1973
64. Μάριος Ποντίκας, Δραπέτης γηροκομείου, 1973
65. Ζαν Ζινγκλέρ, Η κοινωνιολογία της Νέας Αφρικής, μτφ: Φοίβος Αρβανίτης, 1974.
66. Τάκης Σταματόπουλος, Οι τουρκοπροσκυνημένοι και ο Κολοκοτρώνης, 1974
67.Όσκαρ Λάνγκε, Οικονομικός σχεδιασμός και πολιτικές σχέσεις, μτφ: Δ. Αποστόλου (ψευδ.: Δημοσθένης Αποστολόπουλος), 1974.
68.Τάκης Σταματόπουλος, Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο, 1974
69. Μάριος Νικολινάκος (επιμ.), Πέντε αναλυτικές μελέτες: Οικονομική ανάπτυξη και μετανάστευση στην Ελλάδα, 1974






[1] Μια πρώτη μορφή του κειμένου διαβάστηκε στα πάντα φιλόξενα «Σεμινάρια της Ερμούπολης» στο πλαίσιο της διημερίδας: «Στρατιωτική δικτατορία 1967-1974: Νέες προσεγγίσεις και ερευνητικά ζητούμενα», 6-7 Ιουλίου 2012, με συντονιστή τον Λεωνίδα Καλλιβρεττάκη. Ευχαριστώ θερμά όσους συμμετείχαν για τα γόνιμα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους. 
[2] Για τις εκδόσεις και το αντιδικτατορικό κίνημα βλ. ενδεικτικά: Λουκάς Αξελός, Εκδοτική δραστηριότητα και κίνηση των ιδεών στην Ελλάδα: Μια κριτική προσέγγιση της εκδοτικής δραστηριότητας στα χρόνια 1960-1981, Στοχαστής, Αθήνα 1984.  ∙ Kostis Kornetis, Student Resistance to the Greek Military Dictatorship: Subjectivity, Memory, and Cultural Politics, 1967-1974, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Φλωρεντία 2006, σ. 207-217∙ Δημήτρης Παπανικολάου, «Κάνοντας κάτι παράδοξες κινήσεις: Ο πολιτισμός στα χρόνια της Δικτατορίας» στο: Β. Καραμανωλάκης (επιμ.), Η στρατιωτική δικτατορία 1967-1974, Τα Νέα, Αθήνα 2010, σ. 175-196.
[3] Απόσπασμα (ανυπόγραφο) από το πρώτο δίφυλλο διαφημιστικό φυλλάδιο του Κάλβου για τις τρεις πρώτες εκδόσεις του.
[4] Βλ. Παπανικολάου, ό.π., σ.176-180.
[5] Βλ. σύντομο βιογραφικό στο http://www.emian.gr/archives/extended-collections/hatzopoulos-collection.
[6] Βλ. τη σχετική του μαρτυρία στο μπλογκ Μπόρα είναι θα περάσει, «Το κυνήγι της λογοκρισίας στα χρόνια της Χούντας», http://boraeinai.blogspot.gr/2011/11/blog-post_17.html.
[7] Η στενή σχέση του Κονδύλη με τους ανθρώπους του Κάλβου και ιδιαίτερα τον Γιώργο Χατζόπουλο αποτυπώνεται και στην αλληλογραφία με τον τελευταίο, μετά τη μετακίνηση του Κονδύλη στην Ευρώπη για σπουδές. Βλ. και τις σχετικές ψηφιοποιημένες επιστολές στο μπλογκ http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2011/01/blog-post_6000.html.
[8] Για την αισθητική εμφάνιση και το design των εκδόσεων του Κάλβου βλ. την αποτίμηση του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη Θέσεις για το design, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, σ. 104, 107.
[9] Η ιστορία του Κάλβου ως εμπορικής επιχείρησης, μια ιστορία πλούσια στην οποία περιλαμβάνονται και αντιδικίες και δικαστικές διενέξεις γύρω από θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή και δικαιωμάτων, δεν θα μας απασχολήσει σε αυτό το κείμενο.
[10] Για τις περιπέτειες του Κάλβου με τη λογοκρισία βλ. τις περικοπές που υπέστη το πρωτότυπο της μετάφρασης του έργου του Χράμπαλ, κυρίως για λόγους ηθικής. Βλ. το σχετικό υποφάκελο (1) στο φάκελο 6 του Αρχείου Κάλβου καθώς και το σχετικό αφιέρωμα του «Ιού» στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 22-23.4.2006.
[11] Οι επιστολές αυτές ήταν κατά κύριο λόγο απαντήσεις στο μονόφυλλο που τοποθετούσε εντός των αντιτύπων ο Κάλβος ζητώντας από τον αγοραστή τους και τον αναγνώστη τους να αποστείλει τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις του. Τα ερωτήματα που έθετε ο Κάλβος αφορούσαν την τιμή, τα θέματα, τη γλώσσα, την εμφάνιση και την αισθητική των εκδόσεών του.
[12] Ανδρέας Παππάς, Μεταξύ Γουτεμβέργιου και Μαρξ. 30 χρόνια με μολύβι 4Β και μοβ μαρκαδόρο, Υποδομή, Αθήνα 1999, σ.  . Για τις πολλαπλές σχέσεις του Κάλβου με τους νεότερους ανθρώπους και την επίδρασή που άσκησε στη διαμόρφωσή τους βλ. και τη μαρτυρία του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου «Το ξεκίνημα της προσωπικής μου βιβλιοθήκης», Το Δέντρο, τχ. 185-186 (Μάρτιος 2012), σ. 215-216. Βλ. ακόμη Μάρω Δούκα, Τα μαύρα λουστρίνια, Πατάκης, Αθήνα 2005, σ. 84-85. Για τη σχέση των φοιτητών με τις εκδόσεις βλ. και Kornetis, ό.π. 
[13] Οι αριθμοί στις παρενθέσεις παραπέμπουν στον Κατάλογο στο τέλος του άρθρου, όπου και η πλήρης καταγραφή της εκδοτικής παραγωγής του Κάλβου την περίοδο της δικτατορίας. Στα ονόματα των συγγραφέων έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του εκδοτικού οίκου.
[14] Για τους διαγωνισμούς διηγήματος βλ. και την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Δανάης Σιώζιου, «Εκδοτική πολιτική και λογοτεχνικοί τρόποι: Οι πρωτοβουλίες των εκδόσεων Κάλβος τα πρώτα έτη της δικτατορίας», Αθήνα 2012.
[15] Παπανικολάου, ό.π.
[16] Ο Γ. Χατζόπουλος στις σχετικές συζητήσεις μας μνημόνευσε την αντίδραση του Στρατή Τσίρκα, ο οποίος στάθηκε αρκετά επιφυλακτικός στην ιδέα της δημιουργίας του Κάλβου, αλλά μετά την κυκλοφορία των πρώτων εκδόσεων αναγνώρισε την επιτυχία τους.
[17] Το θέμα της «σιωπής» είναι και στο επίκεντρο σε αρκετές από τις συμμετοχές στο αφιέρωμα «Διανοούμενοι και Δικτατορία» του περ. Η λέξη, τχ. 63-64, Απρίλης-Μάης 1987.

[18] Για το Ίδρυμα «Φορντ» και τις υποτροφίες του, από μια ευρεία αρθρογραφία, βλ. ενδεικτικά την αντίδραση του Γιώργου Χατζόπουλου την περίοδο εκείνη, όπως καταγράφεται στο άρθρο-επιστολή του, με το ψευδώνυμο Δ.Φ. Ελευθερίου, που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 1972 στο Ανοιχτό Θέατρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το σχοινί της διανόησης και η θηλιά της Φορντ».

[19] Αξελός, ό.π.
[20] Βλ. εδώ και το άρθρο του Θόδωρου Μαλικιώση, «Το Θεμέλιο στην πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας του ’60», σ. , και Αξελός, ό.π., σ. 55.
[21] Βλ. εδώ το άρθρο της Λένας Δουκίδου για το πρώτο τεύχος του Αντί και την αντίδραση των αρχών ασφαλείας.
[22] Β. Καραμανωλάκης, «Η αντίσταση των νέων εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος» στο:Β. Καραμανωλάκης (επιμ.), ό.π., σ. 168-169.
[23] Για την έννοια της χειρονομίας βλ. Δημήτρης Παπανικολάου «Η τέχνη της χειρονομίας: ξαναδιαβάζοντας τα Δεκαοχτώ κείμενα», περ. Νέα Εστία, τ. 151, τχ. 1743 (Μάρτιος 2002), σ. 444-460.
[24] Βλ. εδώ Κατερίνα Λαμπρινού και Γιάννης Μπαλαμπανίδης, «Η εκδοτική εισαγωγή του δυτικού μαρξισμού στην Ελλάδα», σ. , όπου και αναφορά στην έννοια του «δυτικού μαρξισμού».
[25] Είναι χαρακτηριστική η μετατροπή από τον Κάλβο τού ονόματος του τσέχου συγγραφέα Τζίρι Πίλκα σε Τζωρτζ, ώστε να θεωρηθεί αγγλικής υπηκοότητας!
[26] Βλ. και τις παρατηρήσεις της Χριστίνας Μύγδαλη, «Εκδόσεις Κάλβος: Η διαλεκτική της λογοτεχνικής μετάφρασης στην περίοδο της Χούντας» στο www.frl.auth.gr/sites/metafrasi/PDF/migdali.pdf.
[27] Βλ. Λαμπρινού-Μπαλαμπανίδης, ό.π.,
[28] Kornetis, ό.π.
[29] Για τον Τύπο βλ. Μορφωτικό ΄Ιδρυμα ΕΣΗΕΜΘ, Δικτατορία 1967-1974. Η έντυπη αντίσταση. Η ΄Εκθεση Ντοκουμέντων. Τα Πρακτικά της Ημερίδας, Θεσσαλονίκη 2010.
[30] Βλ. Kornetis, ό.π. και Καραμανωλάκης, ό.π, σ. 166-168. 
[31] Αξελός, ό.π., σ. 64.
[32]Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί από τον Γιώργο Χατζόπουλο και παρά την προφανή εξιδανίκευση των σχέσεων εντός των εκδοτικών ομάδων, απηχεί κατά την γνώμη μου, την πολιτική επιδίωξη των μελών τους για ισότητα στη χάραξη της εκδοτικής πολιτικής και τη λήψη αποφάσεων. Βλ. Γιώργος Χατζόπουλος «Σημειώσεις για την εξέγερση της 17ης Νοεμβρίου 1973», περ. Αναδρομές, τχ. 1 (Δεκέμβριος 2010), σ. 139-140.
[33] Βλ. Αξελός, ό.π., αλλά και Χατζόπουλος, ό.π. σ. 126-141.