Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Εν δορί κεκλιμένος, δοκίμια, μελέτες, άρθρα, συνεντεύξεις, εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2019, σελ. 199.





Γεννημένος στην Κύπρο το 1940 ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης είναι σήμερα η σημαντικότερη ποιητική φωνή του ελληνικού κόσμου. Το δοκίμια που συλλέγονται σε αυτό τον τόμο συνοψίζουν το έργο μιας ευαίσθητης κριτικής γραφής αλλά και αποκαλύπτουν το εύρος των επιρροών του και το εύρος των αξιών του.
Νέος ήδη όπως διαβάζουμε είχε την πολύπλευρη συμπαράσταση του Νικηφόρου Βρεττάκου, αλλά και όπως δείχνουν τα ομότιτλα δοκίμια διόλου ευκαταφρόνητες είναι οι επιρροές του Σεφέρη και του Ρίτσου. Ο πρώτος είναι ο «εξηγητής, μαντατοφόρος», ο δεύτερος είναι ο «ελκόμενος και έλκων». Όμως θα συμπληρώσει με δύο ακόμη με ιδιαίτερη θρησκευτική-εκκλησιαστική ιδιοσυγκρασία: τον Φ.Κόντογλου και τον Τ.Παπατσώνη. Η γνωριμία με τον πρώτο θα τον οδηγήσει στην γνωριμία με ένα ξεχωριστό μοναχό, τον ηγούμενο της μονής Λογγοβάρδιας της Πάρου, τον Φιλόθεο Ζερβάκο.
Μια χαίνουσα πληγή, ένα ανοικτό τραύμα, η εισβολή του 74 και η κατοχή ενός μεγάλου μέρους της Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα καθορίζουν την ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Φυσικά προέχει η παραδοχή ότι στον τόπο αυτό υπάρχει από παλαιά ένας ελληνικός κόσμος, που η ύπαρξη του έχει τραγικά στοιχεία αφού η διαδρομή του στην ιστορία καθορίστηκε από την αντίσταση σε σκληρούς αποικιοκράτες Φράγκους, Άγγλους και ανελέητους δυνάστες του Τούρκους. Γράφει χαρακτηριστικά: «ο δικός μου περίγυρος είναι εξαιρετικά φορτισμένος από την αίσθηση της εθνικής επιβίωσης, και αυτό σε πλείστες περιπτώσεις απομακρύνει από την τρέχουσα θεματολογία του καθ’ ημέραν βίου. Παράλληλα εισάγει στο κέντρο της ζωής μας την αίσθηση του τραγικού. Το πιο αξιοπρόσεχτο είναι που το τραγικό συμμειγνύεται με την αγωνία για τη γλώσσα και την αναζήτηση της ταυτότητας, έτσι που η εθνική επιβίωση να σημαίνει στο τέλος και εθνική επιβεβαίωση»(σελ.26).
Ο λαός της Κύπρου λοιπόν πεισματικά δια μέσου των αιώνων επιμένει αγκιστρώνεται από την ελληνική ταυτότητα του. Η αντίσταση του, στους κατακτητές, στερεώθηκε στην «ορθόδοξη πίστη και στην ελληνική λαλιά και παράδοση»(σελ.28). Κατέληγε σε ένα «όραμα στραμμένο πάντα στην Ελλάδα, χωρίς αυτό να αμβλύνει την πολυπολιτισμική τους ευρυχωρία»(σελ.28).Για αυτό ο Χαραλαμπίδης θα περιπλανηθεί στον «έρωτα λόγου ελληνικού», στον Καβάφη, στον Εγγονόπουλο , στον Σεφέρη, στον Ρίτσο και στον στρατηγό Μακρυγιάννη αλλά θα υψώσει μπροστά του το χρέος: « χρέος να συλλάβεις το ουσιώδες μέσα από την ποικιλωνυμία της ιστορίας και του μύθου, χρέος να υπάρξεις ως Έλληνας της Κύπρου και πολίτης του Κόσμου, μέρος του οποίου είναι η πολυδαίδαλη ιστορία της πατρίδας σου και του έθνους»(σελ.31).
Ο Κ.Χαραλαμπίδης επισημαίνει την έγκαιρη από τον Σεφέρη απόρριψη των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου: « η ποιητική διαίσθηση έκανε τον διπλωμάτη Σεφέρη ν’ αντιλαμβάνεται καθαρά ότι η συνεταιριστική λύση, που επέβαλλαν οι Συμφωνίες, προοιώνιζε μεγαλύτερα κακά για την Κύπρο και την Ελλάδα με τελική κατάληξη τη θεσμοθετημένη εμπλοκή της Τουρκίας στην Κύπρο και την οριστική διχοτόμηση του νησιού. Με αυτό ο Σεφέρης αποδείκνυε αγωνία για την Κύπρο, αίσθημα υψηλής ευθύνης και διορατικότητα»(σελ.104).
Η ελληνική ταυτότητα είναι το κρίσιμο μέγεθος για την πορεία μας στο μέλλον: «τα παιδιά μας πρέπει να γνωρίζουν τη των πατέρων τους, το ακέραιο σώμα της πατρίδας, έτσι ώστε να μη διαμοιράζουν τη μνήμη στην απ’ εδώ και την άλλη πλευρά. Η πλήρης γνώση της πατρογονικής μας γης είναι ανάγκη χρέος. Εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος της Παιδείας. Το περιώνυμο ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ κατάντησε αυτοκόλλητο σε φανέλες και τυποποιημένες σχολικές παραστάσεις. Ποιος θα σηκώσει το βάρος της μνήμης, που συναιρείται με τα ευγενέστερα στοιχεία και τις εσωτερικές ρυθμίσεις της ψυχής;»( σελ. 143).

Γιώργος Κοτζιούλας: Αντάρτες, εκδόσεις Ασίνη, επιμέλεια, εισαγωγή, σημειώσεις Σωτηρία Μελετίου, εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2019.



Ο Γιώργος Κοτζιούλας στην σύντομη και βασανισμένη ζωή του δημιούργησε ένα σημαντικό έργο που αποτελείται από ποίηση, από πεζά, από δοκίμια και μεταφράσεις. Είναι απορίας άξιο από που αντλούσε δυνάμεις ώστε η πενία και οι αρρώστιες δεν στάθηκαν εμπόδια σε αυτόν αλλά πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
Ο υιός του Κώστας Κοτζιούλας τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει να εκδώσει το έργο του, που είχε εξαντληθεί εδώ και χρόνια ή δεν είχε δημοσιευθεί διόλου.
Σε αυτό το έργο, όπως και στα υπόλοιπα, είναι ισχυρή η παρουσία των προσωπικών στοιχείων και η εικονογράφηση γεγονότων που ή έλαβε μέρος ή παρακολούθησε από κοντά την εξέλιξή τους. Περιγράφεται η δημιουργία των πρώτων αντάρτικων ομάδων στην Ήπειρο και ειδικότερα στο χωριά του, την Πλατανούσα. Χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η ηπιότητα και η έλλειψη εμπάθειας.
Όπως γράφει στον πρόλογο ο Κώστας Κοτζιούλας «ένα σημαντικό έργο του πατέρα μου φέρνει στο φως άγνωστες ή λιγότερο γνωστές στιγμές της Εθνικής μας Αντίστασης ενάντια στους κατακτητές το 1943. Αποτελεί με την έννοια αυτή χρονικό μνήμης του αγωνιζόμενου ελληνικού έθνους και τιμής στο λαό»(σελ.8).
Το έργο ο Γ.Κοτζιούλας το αφιερώνει «στον Αριστείδη του Παπανικόλα, τον πατριώτη και ιδεολόγο»(σελ.41). Σε αυτόν εμπιστεύθηκε τα χειρόγραφά του, είχε τρία παιδιά αντάρτες και όπως αλλού γράφει ήταν «παλιός οπλαρχηγός στη Βόρειο Ήπειρο, πολέμησε στα νιάτα του με αγνό πατριωτισμό. Η πατρίδα δεν του έδωσε καμιά υλική αμοιβή, γιατί ο ίδιος δεν πήγε ζητώντας σαν τους άλλους»(σελ.194).
Χαρακτηριστικό της γλώσσας είναι η ζωντάνια, η αφομοίωση της ηπειρώτικής παράδοσης, με πολλούς ιδιωματισμούς και το πλάσιμο συχνά νέων λέξεων και εκφράσεων όπως τα «τα δέντρα σταζοβολούν, όλος ο τόπος είναι μουσκεμένος»(σελ.43). Οι αντάρτες είναι απλοί άνθρωποι της αγροτικής υπαίθρου, που συνεχίζουν την παράδοση του ’21 αλλά και την πιο πρόσφατη αφού πολλοί από αυτούς είχαν συμμετάσχει στον αγώνα για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. Βεβαίως συχνά πέφτουν σε αντιφάσεις και κάποιες φορές χωρίς πολλές δυσκολίες περνούν από την μια αντιστασιακή οργάνωση στην άλλη. Όμως φαίνεται ότι βγαίνουν σαν τα λιθάρια κατευθείαν από την ηπειρώτικη γη και παράδοση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα θέματα που εξέταζαν τα λαϊκά δικαστήρια ήταν για ένα νέο που συνήψε ερωτικές σχέσεις και στην συνέχεια αρνήθηκε να παντρευτεί το κορίτσι του.
Το ποίημα του Γ.Κοτζιούλα «Πρωτοχρονιά μ’ αντάρτες» που περιλαμβάνεται και αυτό είναι χαρακτηριστικό της εθνικής σημασίας που απέδιδε στο αντάρτικο:
«Πρωτοχρονιά μ’ αντάρτες- αι, τι είναι και τούτο πάλι!
Σαν τι, θιαμαίνομαι και λέω, το έτος το νέο θα βγάλει;
Τρεμούλα μ’ έπιασε ιερή κι έσφιξε η γνώμη αντρίκεια:
την κλεφτουριά θυμήθηκα μ’ όλα τ’ αρματολίκια!»

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ιωάννη Δασκαρόλη: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΤΑΓΜΑΤΑ- οι «πραιτωριανοί» της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ.696.




Ο Σ.Μάξιμος με το ομότιτλο βιβλίο του χαρακτήρισε ευφυώς τον ελληνικό μεσοπόλεμο «Κοινοβούλιο ή Δικτατορία». Πράγματι οι συχνές επεμβάσεις του ελληνικού στρατού θα λέγαμε ότι ήταν η παιδική ασθένεια της νεαρής ελληνικής δημοκρατίας.
Ο Ι.Δασκαρόλης έχει κάνει μια εις βάθος ερευνητική δουλειά και περιγράφει με ακρίβεια και κάθε λεπτομέρεια πως αυτοί οι μπαρουτοκαπνισμένοι βενιζελικοί στρατιωτικοί, που γυρνώντας πίσω μετά την καταστροφή της Μικρασίας, ανέτρεψαν και τιμώρησαν τους βασικούς υπαίτιους αυτής, στην συνέχεια  αυτονομήθηκαν πολιτικά και στρατιωτικά για να προωθήσουν τις δικές τους φιλοδοξίες.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό μόνο μια προσωπικότητα, ο Ε.Βενιζέλος,  είχε το κύρος να επιβληθεί. Όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί ο Α.Παπαναστασίου, ο Μιχαλακόπουλος, ο Καφαντάρης ενώ προσπάθησαν να διαχειριστούν τους στρατιωτικούς στο τέλος θα ηττηθούν από αυτούς με  αποτέλεσμα την δικτατορία Πάγκαλου.
Βέβαια ποτέ δεν σχημάτισαν μια ιδεολογία ή ένα συγκροτημένο πολιτικό ρεύμα και για αυτό δεν είχαμε στην χώρα μας φασιστικό ρεύμα , παρότι ο Κονδύλης και ο Πλαστήρας για κάποιο διάστημα υπήρξαν θαυμαστές του. Αν και  είχαν βενιζελική προέλευση, αυτή δεν θα τους εμποδίσει να έρθουν σε οξύτατη σύγκρουση μεταξύ τους. Πολλούς αυτούς όπως τον Ν.Ζέρβα, τον Ψαρρό, τον Τσιγάντε, τον Οθωναίο θα τους δούμε να πρωταγωνιστούν, κατά την τριπλή κατοχή, στις διάφορες οργανώσεις της εθνικής αντίστασης. Άλλοι όπως ο Α.Ταβουλάρης και ο Β.Ντερτιλής (πολιτικά φίλοι του Πάγκαλου και του Γονατά) θα επανδρώσουν τα «Τάγματα Ασφαλείας» στην Αθήνα και στην Χαλκίδα, όπου όμως σε ορισμένες περιπτώσεις θα παίξουν ένα διπλό ρόλο: συνεργάτες  των Γερμανών, σκληροί , ανελέητοι διώκτες της εθνικής αντίστασης  αλλά και πληροφοριοδότες σε ορισμένες των Άγγλων και της αντίστασης.
Η περιγραφή της διάλυσης των δημοκρατικών ταγμάτων , τον Σεπτέμβριο του 1926 είναι εντυπωσιακή. Μάχες μεταξύ στρατιωτικών μονάδων θα ξεσπάσουν στο κέντρο της Αθήνας , στην Β.Σοφίας, στην Κηφισίας, στην Ρηγίλλης, στα σύνορα με το Παγκράτι  με εκατοντάδες νεκρούς. Συγχρόνως θα ξεσπάσει στο κέντρο της Αθήνας λαϊκή εξέγερση – σε αυτή  το ΚΚΕ είχε κάποιο ρόλο- που θα πνιγεί στο αίμα. Στην συνέχεια οι Ζέρβας, Ντερτιλής, Κατσώτας, Σιγανός, Πετρόπουλος, Παπαδόπουλος θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν στην δικαιοσύνη. Αυτό θα είναι το τέλος των Δημοκρατικών ταγμάτων αλλά όχι και το τέλος των στρατιωτικών επεμβάσεων και πραξικοπημάτων.
Το έργο του Ι.Δασκαρόλη καλύπτει με επιστημονική επάρκεια ένα σοβαρό κενό και διαβάζεται  μέχρι το τέλος με αδιάπτωτο ενδιαφέρον.


Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Συλβαίν Γκουγκενέμ: Η δόξα των Ελλήνων- όσον αφορά ορισμένες πολιτιστικές συνεισφορές του Βυζαντίου στην Ρωμανική Ευρώπη (από τον 10ο αιώνα ως τις αρχές του 13ου αιώνα),μετ.Μενέλαος Παπαϊωάννου-φιλ.επιμέλεια Ε.Κεκροπούλου, εκδόσεις Ενάλιος ,Αθήνα ,Δεκέμβριος 2019,σελ. 526.





Ο συγγραφέας έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο Αριστοτέλης στο Μον Σαίν Μισέλ» στο οποίο τεκμηριωμένα παρουσιάζει την αφομοίωση του αρχαίου ελληνικού στοχασμού από τον μεσαιωνικό κόσμο της Δύσης. Όσα υποστήριξε προκάλεσαν αναταραχή και αντιδράσεις στην γαλλική ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία σε ένα βαθμό κυριαρχείται από ένα πνεύμα «πολιτικής ορθότητας» που στάθηκε αντίθετο απέναντι στην έκθεση των γεγονότων και της πραγματικότητας.
Με το νέο αυτό βιβλίο ο συγγραφέας επιστρέφει πιο αναλυτικός για να θυμίσει ότι οι Βυζαντινοί αντέγραφαν και έτσι διέσωσαν ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Το ίδιο έκαναν πολλά δυτικά μοναστήρια που όμως  είχαν προμηθευθεί αντίγραφα από το Βυζάντιο ή από στοχαστές που αναγκαστικά μετακινήθηκαν στην Δύση μετά την Άλωση της Πόλης. Τελικά «οι ευρωπαϊκές ελίτ ανακάλυψαν τους Έλληνες ιστορικούς, τους τραγικούς και τους άλλους ποιητές, η επιμονή των οποίων στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση υπήρξε  τεράστια. Στην διάρκεια του 14ου και του 15ου αιώνα, πολυάριθμοι Ιταλοί πήγαν στην Κωνσταντινούπολη για να μάθουν ελληνικά. Για εκείνους δεν υπήρχε καμμία διαφορά ανάμεσα στον ελληνισμό της αρχαιότητας και  στο Βυζάντιο. Η ανανέωση του θεάτρου τον 16ο και 17ο αιώνα προήλθε εν μέρει από την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων (χωρίς τον Ευριπίδη, ο Ρακίνας δεν θα μπορούσε να συνθέσει ορισμένα έργα του)»(σελ.32).
Ο Σ.Γκουγκενέμ μνημονεύει την σκέψη του Θεόδωρου Μετοχίτη για τα χαρακτηριστικά του Βυζαντίου «μετέχουμε του λαού και της γλώσσας των αρχαίων Ελλήνων και είμαστε οι διάδοχοί  των» (σελ.41) για να συμπεράνει ότι «αυτή η αυτοκρατορία, η οποία αποκλήθηκε «ανατολικορωμαϊκή» έγινε σταδιακά  μια αυτοκρατορία ελληνική»(σελ.42).Πράγματι η ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα του κράτους και της θρησκείας. Η βυζαντινή αυτοκρατορία «ήταν σαφώς, παρά την πολυεθνική της διάσταση, μια ελληνική αυτοκρατορία, ενώ και οι γείτονες της την θεωρούσαν έτσι, και της οποίας η ενότητα βασιζόταν στην ισχύ της εξουσίας, στην κυριαρχία που ασκούσε η Ορθοδοξία και στην χρήση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας»(σελ.73). Στα σχολεία διδασκόταν ο Όμηρος, ο Ησίοδος, οι τραγωδίες, ο Δημοσθένης, ο Αριστοτέλης, ο Ευκλείδης, ο Πτολεμαίος.
Ο συγγραφέας έχει μελετήσει σε βάθος και όλες τις πλευρές του βυζαντινού πολιτισμού ώστε η πληροφόρηση που μας παρέχει είναι πολύτιμη όχι μόνο για τον δυτικό αναγνώστη αλλά και τους Έλληνες που θεωρητικά θα πρέπει να είναι περισσότερο εξοικειωμένοι. Πολλοί χρήσιμοι στάθηκαν στην προσπάθεια πολλοί νεότεροι Έλληνες ιστορικοί όπως ο Σ.Βρυώνης, η Ε.Αρβελέρ, η Αντωνιάδου-Μπιμπίκου και ο Β.Τατάκης.
Σημαντική είναι η επισήμανση που διατυπώνει: στο Βυζάντιο τον 6ο αιώνα δημιουργείται το νοσοκομείο που καλείται να θεραπεύσει τον ασθενή, σε αντίθεση με την λατινική Ευρώπη που γνώριζε μόνο το άσυλο(σελ. 120).   
Ο Σ.Γ. μνημονεύει τον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη που μετάφρασε Μάξιμο Ομολογητή και Γρηγόριο Νύσσης , ενώ το σημαντικότερο έργο του «Περί φύσεων» είναι «μία σύνθεση νεοπλατωνικής και πατερικής έμπνευσης»(σελ.212).
Τελικά «το Βυζάντιο χρησίμευσε σαν ενδιάμεσος, σαν σταθμός, σαν γέφυρα – σύμφωνα με τις μεταφορικές εκφράσεις που επιλέγουν- ανάμεσα στην αρχαία κουλτούρα και στην μεσαιωνική Ευρώπη»( σελ. 386).


Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Νικόλαος Πανταζόπουλος: Ο Καποδίστριας και ο πολιτικοκοινωνικός πλουραλισμός της εποχής του (Α.Π.Θ., Επιστημονική Επετηρίδα της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, τόμος ΙΘ’, Αντιχάρισμα στον Ν.Ι.Πανταζόπουλο, τεύχοςΔ’, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 223-279)






Ο Νικόλαος Πανταζόπουλος καθηγητής της Νομικής του Α.Π.Θ. μας άφησε ένα πολύτιμο και σημαντικό έργο, το οποίο όμως πλέον είναι αρκετά δυσεύρετο. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξε πρόεδρος της Εταιρείας Κοινοτικών Μελετών «Κωνσταντίνος Καραβίδας». Όμως αν επιδιώκουμε να έχουμε τεκμηριωμένες και πειστικές απαντήσεις σε θέματα που άπτονται της ιστορίας του δικαίου, των θεσμών και του νέου ελληνισμού είναι απαραίτητο να καταφεύγουμε στο έργο του.
Το αναφερόμενο δοκίμιο απαντά σε πολλά από τα ερωτήματα που έθεσε ο πρόσφατος θόρυβος για τον Ι.Καποδίστρια. Δείχνει ότι στόχος του ήταν ο συνδυασμός του κοινοτισμού με τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Έθετε ως προϋπόθεση να περιοριστεί η κοινωνική δύναμη των προκρίτων ώστε η δημοκρατία να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο και να μην ξεπέσει σε «ένα πουκάμισο αδειανό».
Γράφει ο Ν.Πανταζόπουλος: « από την αρχή ακόμη του αγώνα ο Καποδίστριας είχε –σε ανύποπτο χρόνο- εκφραστεί υπέρ ενός συγκερασμού του διοικητικού συστήματος που θα επέτρεπε την διαμόρφωση ενός κυβερνητικού σχήματος με βάση την ελληνική ιστορική πραγματικότητα, χωρίς προσφυγές σε ξένα πρότυπα. Για την περιφερειακή διοίκηση συνιστούσε την διατήρηση του κοινοτικού συστήματος: «Τα παλαιά σχήματα έπρεπε να διαφυλαχθούν επιμελώς επί τω τέλει ωφελείας», σε τρόπο ώστε η Επανάσταση να δώσει στην συντηρητική Ευρώπη την εντύπωση ότι δεν διαπνέεται από επαναστατική νοοτροπία: «να εμφανίσουν εις τον πολιτικόν κόσμον (της Ευρώπης) τον τόπον μας με την εθνικήν του στολήν και χωρίς να δανεισθώμεν κανέν σχήμα των νεωτέρων (επαναστατικών θεωριών), αλλ’ ούτε την γλώσσαν των» διότι «οι νεωτερισμοί θέλουν κάμει περισσότερον κακόν παρά καλόν». Για την κεντρική διοίκηση πρότεινε συγκρότηση ολιγοπρόσωπης κυβερνήσεως, εκδηλώνοντας την προτίμησή του για τη συγκέντρωση της εξουσίας σε ένα πρόσωπο που θα προερχόταν από εκλογές που θα έπρεπε να γίνουν σύμφωνα με το πατροπαράδοτο αντιπροσωπευτικό σύστημα»(σελ.238).

Χρήστος Λούκος: Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ι.Καποδίστρια 1828-1931, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1988




Πρόκειται για την διδακτορική διατριβή του συγγραφέα. Όπως εξ αρχής επισημαίνει δεν θέλει να σταθεί στις διακηρύξεις των δρώντων αλλά να εντοπίσει πως στην πραγματικότητα αυτές λειτουργούν.
Έτσι στον πρόλογο μας προϊδεάζει για τις κατευθύνσεις του γράφοντας: «από την άλλη μεριά, θα ήταν εξίσου παραπλανητικό να σταθούμε στις φιλελεύθερες διακηρύξεις και τις προωθημένες θέσεις του Α.Πολυζωϊδη, του Α.Σούτσου ή του Θ.Φαρμακίδη, και να μη δούμε ότι πίσω απ’ αυτές καλύφθηκαν, πολλές φορές και οι αντιδράσεις των παραδοσιακών δυνάμεων στις εκσυγχρονιστικές προσπάθειες της κεντρικής εξουσίας»(σελ.140).
Στον επίλογο του έργου του o Χ.Λούκος συμπεραίνει: « η πορεία που ακολούθησε το ελληνικό κράτος μετά το 1831 φαίνεται να μην αναιρεί ορισμένες βασικές θέσεις της καποδιστριακής πολιτικής. Επί πλέον, όπως προκύπτει από την έρευνα των πηγών, ο Καποδίστριας ενδιαφέρθηκε ειλικρινά για την οικονομική και πολιτική χειραφέτηση των αγροτικών μαζών, σταθερά απέβλεψε στη συντριβή της δύναμης των προκρίτων και οπλαρχηγών, επιδίωξε συστηματικά τη σύναψη δανείου για την εξόφληση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της παραγωγής, ώστε να εξαλειφθεί το μόνιμο έλλειμα στον προϋπολογισμό ⸱ αναγκαίες προϋποθέσεις για ουσιαστική εξέλιξη, που η καθυστέρηση της εφαρμογής του βάρυνε αποφασιστικά στην μετέπειτα ιστορία της χώρας. Σ’ αυτά μπορεί να προστεθεί και το γεγονός, που ήδη επισημάνθηκε, ότι πολλοί από τους φανατικότερους αντιπάλους του Κυβερνήτη υποστήριξαν λίγα χρόνια μετά τη δολοφονία του θέσεις που δεν διέφεραν ουσιαστικά απ’ αυτές που τον κατηγορούσαν ότι υιοθέτησε»(σελ.393).
Ο Χ.Λούκος παραδέχεται, πως και αν δεν ήταν η μοναδική επιλογή «φαίνεται ότι δύσκολα θα μπορούσε να επιχειρηθεί η οργάνωση της χώρας, στην κατάσταση που την βρήκε ο Καποδίστριας, χωρίς την προσφυγή σε κάποια μορφή αυταρχικότητας»(σελ.393). Επίσης παρά την συντηρητική ιδεολογία και την αυταρχικότητα του «το πρόγραμμα του είχε σαφή στοιχεία πολιτικού εκσυγχονισμού»(σελ.396) , ώστε τελικά «ο Κυβερνήτης προσπάθησε να θέσει τις βάσεις ενός σύγχρονου κράτους. Με το συγκεντρωτικό σύστημα που επέβαλε περιόρισε ουσιαστικά την επιρροή των παραδοσιακών κοινωνικών δυνάμεων»(σελ.399). Η δολοφονία του Καποδίστρια σήμανε την νίκη των εκπροσώπων του τοπικισμού και του παραδοσιακού πνεύματος «που μπόρεσαν υπό το σύνθημα, και αργότερα υπό την προστασία, των φιλελεύθερων θεσμών να διατηρήσουν τον ηγετικό τους ρόλο»(σελ.400). Όπως ορθά τόνισε ο Π.Κονδύλης επρόκειτο για εκείνο τον κοινοβουλευτισμό «που όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δομών και νοοτροπιών».

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Σπύρος Κυριαζόπουλος: Ενώπιον της Τεχνικής, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1971



Ο Σ.Κυριαζόπουλος υπήρξε καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων μέχρι ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον Νοέμβριο του 1977 να του κόψει απότομα το νήμα της ζωής. Μαθητής του Κάρλ Γιάσπερς κληρονόμησε από αυτόν τον κριτικό λόγο έναντι της τεχνικής που έχει μια σπουδαιότητα ανεπηρέαστη από τον χρόνο που κύλισε. Τα τελευταία χρόνια που διαβάσαμε σημαντικά έργα για την Τεχνική (του Μ.Χάιντεγκερ, του Ζ.Ελλύλ, του Κ.Καστοριάδη, του Λ.Μάμφορντ) το έργο του Σ.Κυριαζόπουλου ανακαλύπτεται εκ νέου και τροφοδοτεί γόνιμα την σκέψη μας.
Στο έργο του "Ενώπιον της Τεχνικής" τίθονται οι φιλοσοφικές και μεταφυσικές προϋποθέσεις της Τεχνικής αλλά και το αίτημα για τον εξανθρωπισμό της.
Επισημαίνει για την καταγωγή και την προέλευσή της:" εάν δεν υπολογισθή ο πνευματικός παράγων εις την Τεχνικήν δεν κατανοείται ούτε η κατεύθυνσις ούτε η καταγωγή της...Υπό τους όρους αυτούς η Τεχνική εμφανίζεται ως κατάληξις της θρησκευτικής απιστίας του Ευρωπαίου, ο οποίος προσηλυτίσθη δια της βίας εις τον Χριστιανισμόν, χωρίς να έχη κατόπιν την δυνατότητα να επικοινωνήση αμέσως προς τον Θεόν, διότι δεν γνώριζε την λατινικήν γλώσσαν των μοναχών, με αποτέλεσμα να συνάψη επέκεινα των λατρευτικών του υποχρεώσεων μιαν πρωτοφανή δια την ιστορίαν λυτρωτικήν σχέσιν προς την αρχικώς δαιμονικήν και μετά την ισχυροποίησιν της πολιτικής αρχής ουδετέραν φυσικήν πραγματικότητα"(σελ.19).
Σύμφωνα με τον Σ.Κυριαζόπουλο με την Τεχνική ο άνθρωπος χάνει το πρόσωπο του (ταυτίζεται με το πράγμα γράφει σε άλλο σημείο) αλλά θα μπορούσε να το κερδίσει "δια της συνειδήσεως των όρων δια των οποίων αποδεσμεύεται των φυσικών του δυνατοτήτων.Η Τεχνική κατά συνέπειαν δημιουργεί το πρόβλημα της Τεχνικής το οποίον δεν θα λυθή τεχνικώς, εφ' όσον τεχνικώς προκύπτει"(σελ.21). Σε αυτό το σημείο ελλοχεύει η προσπάθεια να υποκατασταθεί ο Θεός με μια νέα νεότητα:" ό,τι έπραττεν άλλοτε ο Θεός, εμφανίζεται εις την εποχήν μας ως τεχνική δυνατότης"(σελ.23).
Στον δυτικό κόσμο η αγιότητα εκδιώκεται από την ζωή και η γνώση της φύσεως εμφανίζεται ως θρησκευτική αρετή ενώ στην ορθόδοξη ανατολή "η πίστης εκέρδισε το εσωτερικό της μέγεθος και συγκεκριμένως την μυστικήν της διάστασιν"(σελ.27). Η φύση μετατρέπεται σε αντικείμενο ώστε "έκτοτε η γνώσις εις την Ευρώπην δεν αποκαλύπτει την πραγματικότητα, αλλά συμπίπτει προς την δύναμιν, η οποία την θέτει τεχνικώς υπό τον ανθρώπινον έλεγχον"(σελ.29) ενώ "το τεχνικό πνεύμα δεν υπάρξε δια τούτον επακόλουθον, αλλ' ο ιστορικός όρος της επιστημονικής ερεύνης"(σελ.29).
Η τεχνική έχει προέλευση μεταφυσική: " αλλ' επειδή η φύσις του τεχνικού ανθρώπου έχει μεταφυσικόν χαρακτήρα, δι' αυτόν τον λόγον το τεχνικόν έργον δεν είναι απλή φύσις ,μια ορατή μορφή της ανάγκης, αλλά μια ενσάρκωσις της ελευθερίας"(σελ.61). Όμως με αυτόν τον τρόπο τίθεται η τραγικότητα του ανθρώπου: "η τραγικότης λοιπόν του σύγχρονου κόσμου προέρχεται εκ του γεγονότος, ότι ο άνθρωπος έναντι του έργου του γίνεται αντικείμενον" (σελ.62). Διότι "ομιλούμεν περί τραγικότητος, όπου η ελευθερία συγκρούεται προς την ελευθερίαν. Όταν η ανάγκη συντρίβη την ελευθερίαν, πρόκειται περί δράματος... Το πνεύμα της εποχής είναι τραγικόν, διότι η ασυνέπεια εντός των κόλπων της ελευθερίας δεν είναι διαλεκτική. Τεχνική, ασυνέπεια της ελευθερίας και συντριβή του ανθρώπου είναι διάφοροι εκφράσεις δια το αυτό γεγονός"(σελ.63).
Ο Σ.Κυριαζόπουλος προσδοκά τον εξανθρωπισμό της Τεχνικής. Αλλά την ριζικότερη λύση την εντοπίζει στην "πνευματική του ενότητα πρός το πρόσωπον του"(σελ.144) αλλά και να "εσωτερικευθή πάση θυσία ο προσωπικός τρόπος ζωής"(σελ.144). Σε αυτό το σημείο συναντάται με την φιλοσοφία αλλά και την θεολογία του προσώπου.