Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Υπενθύμιση προς τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Ανδρέα Κάλβο















Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Α.Κάλβος: Εις Σάμον

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Αντώνης Μπουντούρης: Άρης


Για την επέτειο του θανάτου του πρωτοκαπετάνιου Αρη.


                                                              ΑΡΗΣ

Είναι πανάρχαιο το κρίμα
κι όλα προβλέψιμα σ' αυτόν τον τόπο.

Ετσι και με τον Καπετάνιο.

Κυλούσε σβώλους χώματα
που γίνονταν ηφαίστεια.

Σπάθιζε ο μαύρος σκούφος τα βουνά
είχε το χωριό χαρά
κι αγνάντιο απ΄τις πεζούλες.

Η χαλικαριά των ποταμών έψελνε
τα μελλούμενα και τα διφορούμενα.

Μα όλα πάγωσαν μεμιάς μπροστά
στο ματωμένο φανοστάτη που
άφησε την ελπίδα ακέφαλη.

Κι έγινε το πένθος διαρκές.

Κρίμα.

Ανάμεσα στη Μεσούντα
και του Φάγγου το φαράγγι
ένα τραγούδι.

Σκληρός χειμώνας

Καλοκαίρι κανένα

Ανοιξη χαμένη

Οι αλλόφωνες εκφωνήσεις της Ιστορίας
το μεγαλύτερό μας κρίμα.

Κι ο θάνατός του βαρύς
πολύ βαρύς
για να συρθεί σε μνήμα.

Νίκος Καζαντζάκης και Ίωνας Δραγούμης




Ο Ν.Καζαντζάκης, ο Ι.Δραγούμης και ο Άγγελος Σικελιανός υπήρξαν τρεις εγκάρδιοι φίλοι με κοινές πνευματικές ανησυχίες. Είχαν μια κοινή αφετηρία, την σκέψη του Φ.Νίτσε από τον οποία δέχθηκαν τις πρώτες καθοριστικές επιδράσεις και από την οποία κληρονόμησαν ορισμένα ουσιώδη ερωτήματα που δεν οδηγούσαν αναγκαστικά στις ίδιες απαντήσεις. Ο Δραγούμης στα δημοσιευμένα Ημερολόγια του αναφέρεται αρκετές φορές στον Άγγελο Σικελιανό. Μάλιστα γράφει για μια επίσκεψή τους στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά που πιθανόν ο Σικελιανός να εμπνεύστηκε το γνωστό του ποίημα. Ο Κίμων Φράιερ αναφέρεται σε ένα λιγότερο γνωστό έργο του Ν.Καζαντζάκη το "Συμπόσιον" όπου ανάμεσα στους ήρωες περιλαμβάνεται ο Ι.Δραγούμης με το όνομα "Κοσμά" και ο Α.Σικελιανός με το όνομα "Πέτρος".
Ο συγγραφέας Θεόφιλος Φραγκόπουλος στο αφιέρωμα της "Νέας Εστίας" (Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211) αναφέρει ότι η φιλία μεταξύ των δύο συγγραφέων αναπτύχθηκε στο σπίτι της οικογένειας του. Η δολοφονία του Ίωνα θα βυθίσει τον Καζαντζάκη στο πένθος: " είναι αδύνατον να γίνει σήμερα κατανοητό το τι συγκλονιστική εντύπωση έκανε στον λογοτεχνικό κόσμο κείνης της εποχής τούτη η δολοφονία. Ο Ίδας δεν ήταν μόνο το ίνδαλμα της αθηναϊκής κοινωνίας: ήταν, κυρίως, ένα σημείο προσαγκύρωσης του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια αφ' ενός μεν του πιο άκρατου μεγαλοϊδεατικού εθνικισμού, αφ' ετέρου μια νηφαλιότητας που εμπεδωνόταν στην μετρημένη, μη εξτρεμιστική χρήση των γλωσσικών κανόνων της Δημοτικής. Με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, ο Καζαντζάκης παθαίνει μια τεράστια κρίση, που τον οδηγεί στην απογοήτευση για κάθε τι ελληνικό. Μια απογοήτευση που επιβεβαιώνεται, δύο χρόνια, μετά, με την Μικρασιατική καταστροφή, όταν ο Καζαντζάκης έχει ήδη πάρει των ομματιών του και έχει εγκατασταθεί στην Ευρώπη"(σελ.53).

Ο Γ.Ρίτσος γράφει στην Χρύσα Προκοπάκη για τον "Αποχαιρετισμό" στον Γρηγόρη Αυξεντίου





Στις 15.5.1972, ο Γιάννης Ρίτσος,στην Αθήνα,  γράφει μια επιστολή στην Χρύσα Προκοπάκη για την ποίησή του. Δημοσιεύθηκε στη "Νέα Εστία", Χριστούγεννα 1991, τεύχος 1547 στις σελ. 98 -102. Αποκαλύπτει ότι γράφοντας τον "Αποχαιρετισμό" είχε αισθανθεί την ίδια συγκίνηση που αισθάνθηκε όταν έγραφε τον "Επιτάφιο".Γράφει μεταξύ άλλων: " Σκέψου τι θάταν ο "Επιτάφιος" χωρίς το δεκαπεντασύλλαβο, χωρίς τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Ο Αυξεντίου δεν κατάφερε να εκταθεί πολύ πριν απ' το χρόνο του, ούτε να ταυτιστεί εσωτερικά (ή στην αίσθηση του ακροατή) μ' έναν Προμηθέα ή μ' έναν Χριστό, παρ' ότι και τους δυό "στοιχειωδώς" τους αναφέρει και μάλιστα τον πρώτο με τη χαριτωμένη άγνοια ενός σωφέρ (που μόλις την ώρα του θανάτου του μαθαίνει τη ζωή του) λέγοντας πως το όρνεο τούτρωγε τα μάτια (κι όχι το σηκώτι -θαρρώ κανείς δεν πρόσεξε τούτη τη χαρακτηριστική, τραγική λεπτομέρεια).Θυμάμαι, πως γράφοντας τον "Αποχαιρετισμό" έκλαιγα σαν παιδί όπως όταν έγραφα και τον "Επιτάφιο" ( στον Αυξεντίου υπάρχουν "ολόσωμα" τα προσωπικά μου βιώματα.της Μακρονήσου). Μα τώρα έχω φτάσει να πιστεύω, όπως σου τα ξανάπα, πως η αληθινή ποίηση αποκλείει τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα.. Όμως τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα είναι αυτά που εξασφαλίζουν τη δόξα στους ποιητές"(σελ.100).

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Γιώργος Σεφέρης: Μονόλογος πάνω στην ποίηση




Όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα ο Γ.Σεφέρης κατηγορείτο για τελείως αντίστροφους λόγους από αυτούς που κατηγορήθηκε πριν μερικές δεκαετίες(ως ελληνοκεντρικός). Τότε κατηγορήθηκε για την πλημμελή γνώση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής παράδοσης που προήλθε από την σπουδή του να αφομοιώσει τον μοντερνισμό.
Τρείς από τους εξέχοντες κριτικούς του σε αυτό το πνεύμα υπήρξαν ο Γ.Κοτζιούλας και ο Τ.Παπατσώνης. Ο τελευταίος σε άρθρο του στην "Καθημερινή",φ.13.3.1932 συνοψίζει την επίθεση του στον Σεφέρη (αλλά και στον Α.Καραντώνη που μόλις 21 ετών τον παρουσίασε στην εκτενή μελέτη "Ο ποιητής Γ.Σεφέρης"): "Αλλά γιατί έχει δύο σπουδαία ελαττώματα: α) Είναι μίμηση μέχρι κλοπής ενός ξένου τρόπου, χωρίς την παραμικρότερη παραλλαγή και β) είναι κακή μίμηση. Το διανοητικό, το συλλογιστικό μέρος είναι απόλυτα και πανομοιότυπα απομιμημένο απάνω στα ξένα καλούπια του Μαλλαρμέ, του Βαλερύ, του Λέον Πωλ Φαργκ. Το γλωσσικό μέρος είναι απόλυτα αποτυχημένο στη μίμηση, είναι εξάμβλωμα...Αλλά ειδικά οι νέοι αυτοί σαν τον κ.Σεφέρη, για να έχουν τέτοιαν αναισθησία της ακοής και της γλωσσικής ωραιότητας, για ό.τι αφορά τη γλώσσα μας, υποπτεύομαι για μόνη εξήγηση, πως ξέρουν καλά γαλλικά, αλλά δεν ξέρουν διόλου καλά τα ελληνικά τους"(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ.1087,15.10.1972, σελ.167).
Ο Βάσος Βαρίκας, στα "Πολιτικά φύλλα " Οκτώβριος 1931, κατηγορεί τον Σεφέρη ότι έχει ως πρότυπο "γνωστούς ξένους δασκάλους" ενώ η "Στροφή" έχει "περίπου μηδαμινή αξία" και η προσπάθεια του είναι "αντιδραστική"(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ.1087,15.10.1972, σελ. 164).
Βεβαίως οι κριτικές αυτές στα χρόνια που ακολούθησαν θα μετριαστούν ή θα τροποποιηθούν θετικά (ο τόμος "τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της "Στροφής" που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1961 είναι ένα πολύ καλό αντιπροσωπευτικό δείγμα)
Ο Γ.Σεφέρης στον "Μονόλογο πάνω στην ποίηση", το τελευταίο μέρος του σπουδαίου διαλόγου του με τον Κ.Τσάτσο γράφει:
"Αν όμως μ' ενδιαφέρει, πριν απ' όλα, η καλύτερη ποίηση, δεν είναι βεβαία δική μου η στάση του λεπτεπίλεπτου αριστοκρατισμού που άνθισε και κάρπισε με τόση γλυκύτητα στον τόπο μας, και που κοίταζε από πολύ ψηλά είτε λ.χ. τα δημοτικά τραγούδια είτε τον "Ερωτόκριτο". Απεναντίας τα κείμενα αυτά, καθώς και ο Μακρυγιάννης, μου έμαθαν πάνω στην ελληνική γραφή πολύ περισσότερα από πολλούς θεολόγους της λογοτεχνίας, και έχω την ιδιοτροπία να πιστεύω ότι κείμενα σαν το ακόλουθο:
"Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει.- Είχα τον ήλιο στα βουνά, και τον αιτό στους κάμπους,- και το βοριά το δροσερό τον είχα στα καράβια.-Μα ο ήλιος εβασίλεψε , κι ο αιτός αποκοιμήθη, και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.- Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε" με βοήθησαν να καταλάβω καλύτερα την "ερμητική", "άλογη" και "ασυνάρτητη" σύγχρονη τέχνη. Ελπίζω να μου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να δώσω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου"(ό.π. σελ.128).

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Χ.Μαλεβίτσης: Γ.Σεφέρης και Μ.Χαιντέγκερ






ΡΗΞΗ φ.161


Χ.Μαλεβίτσης: Γ.Σεφέρης και Μ.Χαιντέγκερ

Στο δοκίμιο του «Η αινικτή ύλη της ποιήσεως του Σεφέρη»[1] ο Χ.Μαλεβίτσης ερμηνεύει την ποίηση και τον λόγο του Γ.Σεφέρη χρησιμοποιώντας  τον φιλοσοφικό λόγο του Μ.Χάιντεγκερ.
Η απευθείας ,δίχως μεσολαβήσεις, «ιδεαλιστικές» ή «υλιστικές», προσέγγιση του κόσμου βρίσκει εδραίο έδαφος όχι μόνο στον ποιητικό λόγο του Γ.Σεφέρη αλλά και στην υπεράσπιση  της μοντέρνας ποίησης κατά τον εμβληματικό πλέον διάλογό του με τον Κ.Τσάτσο. Αν στον  κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό λόγο του Κ.Τσάτσου πρυτανεύει  η σχολή από τον Πλάτωνα μέχρι τον Χέγκελ και τον Κάντ που ονομάστηκε ιδεαλισμός,  όπως η υπεράσπιση της ελληνικότητας και η εναντίωση στον σκεπτικισμό  στον Σεφέρη κυριαρχεί η πρωτογενή, αδιαμεσολάβητη προσέγγιση της πραγματικότητας, η υπεράσπιση του μοντερνισμού  και η προσπάθεια να αποδείξει την κοινή αναφορά του  με τις προτεραιότητες και τους τύπους αυτού που ο ίδιος ονομάτισε ως «ελληνικό ελληνισμό».
Ο Χ.Μαλεβίτσης διακρίνει ότι ο Γ.Σεφέρης  παντρεύει με επιτυχία στοιχεία που λαμβάνει από άλλους δημιουργούς αλλά με την δική του πάντα  προσωπική σφραγίδα: «ωστόσο το ότι ο Σεφέρης είναι γνήσιος και αυθεντικός ποιητής δεν χωράει αμφιβολία. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως οι επιγαμίες ιθαγενών στοιχείων με ξενικά είναι κανόνας δημιουργικής εργασίας και όπου υπάρχει δημιουργία υπάρχει τέτοια επιγαμία. Διαφορετικά, η ιθαγενής τέχνη ακολουθώντας τον βιολογικό νόμο περιπίπτει στην στειρότητα και τέλος στον εκφυλισμό»[2].   
Όμως η υιοθέτηση της φόρμας του μοντερνισμού συμβαδίζει με την ανάδειξη της σημασίας του ελληνισμού:  «και αυτή η κρυφή γωνιά του σπιτιού του, που την  έσκαβε συνεχώς ο Σεφέρης για να βρει τον θησαυρό του, ήταν ο Ερωτόκριτος, ο Μακρυγιάννης, ο Όμηρος. Αν ο Σεφέρης ονειρεύτηκε πως ο θησαυρός του ήταν κρυμμένος στην ελιοτική Μητρόπολη (όπου έγινε το φονικό), ο Έλιοτ του έδειξε πως κι αυτός ονειρεύτηκε στις ρίζες του στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα μπορεί να τον πληγώνει τον Σεφέρη, ωστόσο είναι όλος Ελλάδα, όλος αρχαία Ελλάδα και μάλιστα αρχαϊκή»[3].
Ο Μαλεβίτσης, και σε αυτό το σημείο όπως και σε άλλα ακολουθεί την φιλοσοφία του Μ.Χάιντεγκερ .Βλέπει ότι σε ένα στάδιο  της εξέλιξης του ελληνικού στοχασμού η «μορφή» εκτόπισε την «ύλη». Η τάση αυτή θα εξελιχθεί αργότερα  σε «μορφομανία(φορμαλισμός) και ξέμεινε σκέτος σκελετός. Οπότε , αυτοί που ακόμη διατηρούν υγρασία μέσα τους σπεύδουν πίσω προς την «άμορφη» ύλη, την απλώς αινικτήριο, τη σάρκα του κόσμου»[4].  Η τελευταία τάση εκπροσωπείται κυρίως από την μοντέρνα, την νεωτερική τέχνη «από την ποίηση ως τη μουσική και από τη ζωγραφική ως τη γλυπτική. Η πρώτη ύλη της ποιήσεως είναι η γλώσσα χωρίς τις «ιδέες», η υλικότητα της γλώσσας με τη γεύση της, το χρώμα της, τον ήχο της και την αινικτότητά της – ισχύει  ότι είπαμε για τον αμφορέα. Αυτός είναι ο πραγματικός «υλισμός». Και αυτός ο υλισμός είναι αντίθετος προς τον «ιδεαλισμό». Ο λεγόμενος διαλεκτικός υλισμός  δεν διαφέρει σε τίποτε από τον ιδεαλισμό- είναι και αυτός μια «ιδέα» περί της «μορφής» του κόσμου, είναι μια εκ του μακρόθεν θέαση»[5]. Η νεότερη ποίηση, όπως αυτή του Γ.Σεφέρη «προσπάθησε να επαναφέρει την ένυλη παρουσία του ποιήματος σε ισοτιμία με τη μορφή»[6] και  όπου τα φυσικά στοιχεία που ξετυλίγονται «δεν τα οργανώνει η ιδέα, παρά η μεταξύ τους υλική συνάφεια»[7].
Ο Μαλεβίτσης συνδέει την ποίηση του Σεφέρη με την τέχνη και τον λόγο του Δ.Πικιώνη: «και ξέρουμε πως ο Πικιώνης εύρισκε ποίηση στο σκοτεινό και αγεωμέτρητο λιθάρι. Δεν τον ενδιέφερε η ιδέα του, που δεν υπήρχε, αλλά η ύλη του ως ύλη- όχι ως οικοδομική ύλη, διότι τότε θα έμπαινε στον γεωμετρικό κόσμο και εκεί θα αφανιζόταν. Στην εποχή μας, όπου όλα εντάσσονται σε συστήματα ιδεών, λησμονήθηκε το μυστήριο της παρουσίας της ύλης ως τοιαύτης. Λέγει ο Σεφέρης: «Σκέφτηκε κανείς να πει τη μοίρα ενός βουνού όπως κοιτάζει την παλάμη;» (Ποιήματα, σ.162)»[8].
Από τον Οδυσσέα στον Ελπήνορα, και από το φως στο φως, και από τις πέτρες στις πέτρες που βαστήξαμε όσο μπορούσαμε, αλλά βουλιάζοντας από το βάρος τους, ο Μαλεβίτσης ακολουθεί τα ίχνη ενός πολιτισμού – αρχαιότερου αλλά και πιο πρόσφατου αποτυπωμένα στον λόγο του Σεφέρη.  Ο βηματισμός αυτός τον οδήγησε  τελικά στους Προσωκρατικούς: «στην εποχή μας έγινε προσπάθεια επιστροφής στην κοσμοαντίληψη των προσωκρατικών. Νομίζω πως ο Heidegger είναι πιο κοντά τους. Διότι αυτός αρνήθηκε αποτελεσματικά την Πλατωνική και Αριστοτελική  εννόηση της αλήθειας, ως συμφωνίας ιδέας και πράγματος. Κατά τον Heidegger, αλήθεια είναι η ανάδυση μέσα στην λήθη για την φανέρωση, για τον ερχομό στο φως αυτού που είναι στο σκότος»[9]. Στην συνέχεια ο Μαλεβίτσης θα συνδέσει την σκέψη του Χάιντεγκερ με τον τρόπο του Σεφέρη: «μέριμνα ολόκληρης της ποιητικής προσπάθειας του Σεφέρη ήταν να κάνει τη γλώσσα να μιλήσει, με την έννοια που ο Heidegger αποδίδει στο:Die Sprache spricht. Δεν μιλάει ο άνθρωπος μιλάει η γλώσσα. Εδώ έγκειται και η πηγή της σκοτεινότητας της σεφερικής γλώσσας»[10]. Η σεφερική ποίηση είναι η «κατάφαση του όντος «όπως είναι». Δηλαδή η ταυτότητα δεν επιτυγχάνεται ύστερα από την αναίρεση των αντιθέτων δια της αυξήσεως της κινήσεως, αλλά με την συναίρεση της δια της μειώσεως της κινήσεως, δια της επιστροφής στο «αυτό», που είναι πλήρες, άρα ακίνητο»[11].
Η ερμηνεία του Χ.Μαλεβίτση τελειώνει με την αναφορά στο σημείο του στοχασμού του Γ.Σεφέρη όπου η διάσταση του με τον ιδεαλισμό είναι αγεφύρωτη. Πρόκειται για τον εμβληματικό διάλογο του Κ.Τσάτσου με τον Γ.Σεφέρη: «ο διάλογος του Κ.Τσάτσου με τον Γ.Σεφέρη δεν κατέληξε σε κοινό συμπέρασμα, επειδή κυρίαρχη κατηγορία του πρώτου ήταν η ρητή ιδέα ενώ του δεύτερου κυρίαρχη κατηγορία ήταν η αινικτή ύλη. Πράγματα οντολογικώς ισόκυρα, αλλά και ασύμπτωτα, όπως πιστεύουμε πως καταδείξαμε στον παρόντα λόγο»[12].
Ο Χάιντεγκερ προσελκύστηκε, ίσως και θαμπώθηκε από την ποίηση του Χέντερλιν και του Γ.Τράκλ. Ο Μαλεβίτσης βρήκε ένα ποιητικό αντίστοιχο στον Σεφέρη ώστε να οδηγήσει τον στοχασμό εκεί που τον άφησαν οι Προσωκρατικοί. Η ερμηνεία αυτή δεν φιλοδοξεί, ούτε και ερμηνεύει το σύνολο του έργου του Γ.Σεφέρη. Όμως αναδεικνύει μια βασική του ροπή, μια κεντρική του κατεύθυνση που είναι όμως  συγχρόνως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της τέχνης του μοντερνισμού.


[1] Χ.Μαλεβίτσης: Η αινικτή ύλη της ποιήσεως του Σεφέρη, περιλαμβάνεται στο Χρήστου Μαλεβίτση, Η παιδεία του ανθρώπου-ο νεοελληνικός λόγος –δώδεκα  Έλληνες συγγραφείς, Άπαντα Χ.Μαλεβίτση τόμος 10,εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2012.
[2] Ό.π. σελ.287.
[3] Ό.π.σελ.289.
[4] Ό.π.σελ.292.
[5] Ό.π. σελ.292.
[6] Ό.π. σελ.294.
[7] Ό.π. σελ.295.
[8] Ό.π. σελ.298.
[9] Ό.π. σελ.306.
[10] Ό.π.σελ.312.
[11] Ό.π. σελ.314.
[12] Ό.π.σελ.316.