Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Σπύρος Γεωργίου: Δημήτριος Καπετανάκης- Δημιουργική θέα προς το Αιώνιο Εν



Αρχικά διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 24 Φεβρουαρίου 2016 στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πολιτική τεύχος 19.

Σπύρος Γεωργίου: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ: Δημιουργική Θέα προς το Αιώνιο Έν- προσεγγίσεις στον στοχασμό του, εκδόσεις poema, Αθήνα 2016

Μετά το πυκνό  και ουσιώδες δοκίμιο για τον Ντίμη Απόστολόπουλο, ο Σπύρος Γεωργίου, με το νέο του δοκίμιο ξαναφέρνει στην επικαιρότητα έναν άλλο  πρόωρα χαμένο, εκλεκτό, στοχαστή. Τον Δημήτρη Καπετανάκη.
Ο Ζήσιμος Λορετζάτος  ονόμασε τον Δ.Κ και τον Γιώργο Σαραντάρη, «Διόσκουρους». Πράγματι μοιράστηκαν και οι δύο αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Ανήκαν  σε μια γενιά που ωρίμασε πολύ γρήγορα, ίσως πρόωρα. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό οφείλεται στα γεγονότα που μεσολάβησαν  μετά το ξεκλήρισμα του ελληνισμού της Ιωνίας, ή η παιδεία τότε παρείχε καλύτερες προϋποθέσεις για πνευματική καλλιέργεια από ότι στα χρόνια μας. Πάντως, αν και οι προσβάσεις στην διεθνή βιβλιογραφία ήταν πολύ λιγότερες από ότι σήμερα, όπως και οι οικονομικές δυσκολίες πολύ πιο έντονες, την ίδια χρονική περίοδο, ο Α.Καραντώνης λίγο μετά τα είκοσι του γράφει το δοκίμιο με το οποίο καθιερώνεται ως ποιητής ο Γ.Σεφέρης, ενώ ο Καπετανάκης και ο Σαραντάρης δημιουργούν το μεγαλύτερο μέρος του έργου τους πριν ολοκληρώσουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους
Ταυτόχρονα εντάσσονται στον ευρύτερο κύκλο του περιοδικού «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», που εξέδιδε η γνωστή τριάδα της Χαιλδεβέργης, ο Κ.Τσάτσος, ο Π.Κανελλόπουλος και ο Ι.Θεοδωρακόπουλος. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα φιλοσοφικά περιοδικά που χρησιμοποίησε συστηματικά και δίχως ενοχές την δημοτική. Εκτός από την στρατευμένη αντίθεση που έχουν προς τον μαρξισμό, κατά τα άλλα  ανάμεσα σε αυτούς που συμμετέχουν στο όλο εγχείρημα υπάρχει ένας ευδιάκριτος θεωρητικός πλουραλισμός που έδινε τον χώρο να αναπτυχθούν ξεχωριστές προσωπικότητες. με διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά με κοινό αναλλοίωτο χαρακτηριστικό την υψηλή ποιότητα. Έτσι ο Κ.Τσάτσος  υπήρξε ένας συνεπής νεοκαντιανός, παθιασμένα αντιρομαντικός   αλλά και συγχρόνως θαυμαστής κάθε ιδεοκρατίας από τον Πλάτωνα ως τον Χέγκελ. Ο Π.Κανελλόπουλος φέρει περισσότερες επιρροές από τον Κ.Γιάσπερς, τον Β.Σόμπαρτ και Γκ. Ζίμμελ.
 Ο Γ.Σαραντάρης έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στην Ιταλία, στο δοκίμιο  «Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης», θα ξεδιπλώσει  μια σκληρή κριτική της Δύσης και θα αποδώσει ένα δυσβάστακτο χρέος στους Νεοέλληνες,γράφοντας: «νομίζω πως η σημερινή Ελλάδα μπορεί να κρίνει το λεγόμενο δυτικό πολιτισμό∙ μπορεί και πρέπει να κρίνει τον τέτοιο πολιτισμό, αν θελήσει να σωθεί από την επιρροή που η ίδια η Ευρώπη εξάσκησε πάνω μας έναν ολάκερο αιώνα, κ’ να επιθυμήσει να βρει την καθαρότητα μιας παρθενικής θέας και το αυτούσιο κάλλος της δικής μας χώρας και των ανθρώπων κριτήριο αλήθειας για όλους τους ανθρώπους της γης». Στην απόψεις  αυτές θα απαντήσει ο Π.Κ. από το ΑΦΘ τεύχος 4 στο δοκίμιο με τίτλο «οι αλήθειες ενός απρόσιτου». Εκεί η πιο σημαντική σκέψη του είναι πως αν σωθούμε, θα σωθούμε μέσα στην Ευρώπη, δηλαδή σε τελική ανάλυση μπορούμε και οφείλουμε να κρίνουμε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό  όχι όμως ως ξένοι από αυτόν. Στο ίδιο δοκίμιο, του Π.Κ,. υπάρχει η έμμεση αναφορά στην Δημήτρη Καπετανάκη, εφόσον αναγνωρίζει ότι υπήρξε μαθητής του μεν, αλλά με χαρά αναγνωρίζει ότι  πλέον βρίσκει τον δικό του προσωπικό δρόμο, γεγονός που θεωρεί ότι τον δικαιώνει ως δάσκαλο.
Γνωρίζουμε πλέον ότι  ο Δ.Κ. και ο Γ.Σ είχαν μια πολύ σύντομη ζωή. Ο Γ.Σαραντάρης θα πεθάνει νεότατος, 33 χρόνων κατά τραγικό τρόπο στα βουνά της Αλβανίας στον Ελληνοιταλικό πόλεμο. Ο Δημήτρης Καπετανάκης πέθανε το 1944 σε ηλικία μόλις 32 χρονών από λευχαιμία. Όμως το εξαιρετικής ποιότητας έργο που δημιούργησαν είναι μια άλλη πρόσθετη απόδειξη ότι στον ελληνικό μεσοπόλεμο, πέραν του πυρήνα της γενιάς του ’30 υπήρξε μια συνολική πνευματικά ανάταση. Από τις  μαρτυρίες των τωρινών ξεχωρίζει αυτή από το βιβλίο της Ιωάννας Τσάτσου «Κυδαθηναίων 9» όπου μαθαίνουμε ότι στο σπίτι τους μαζευόντουσαν οι καλύτεροι φοιτητές του Κ.Τσάτσου: ο Δ.Καπετανάκης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Γιώργος Σαραντάρης. Προφανώς όλοι τους υπήρξαν ξεχωριστές προσωπικότητες και ο καθένας ακολούθησε τον δικό του δρόμο, που κάποτε ήταν αντίθετος ή ασύμπτωτος από των υπολοίπων. Όμως είχαν εντιμότητα και ποιότητα σκέψης γεγονός που μας οδηγεί να ασχολούμεθα σήμερα μαζί τους με μεγάλο ενδιαφέρον αλλά και με την βεβαιότητα ότι σε αυτούς βρίσκουμε κάποιες ποιότητες που απουσιάζουν από την σημερινή Ελλάδα.

.

Τον Καπετανάκη, όπως και τον Σαραντάρη, περισσότερο από την έλλογη σκέψη θα τους απασχολήσει ή ίδια η ύπαρξη και κατά συνέπεια η ανυπαρξία και το μηδέν. Είναι ένα συμπέρασμα το οποίο θα συμμεριστούν τεκμηριωμένα όταν διαβάσουμε το έργο του Σπύρου Γεωργίου.
 Ολοκληρώνοντας το δοκίμιο του για το Ρεμπώ, ο Δ.Κ. τονίζει "να τολμήσουμε να αντικρύσουμε το πρόβλημα της ύπαρξης μας. Το μηδέν μπορεί να σώσει ή να καταστρέψει αυτούς που το αντικρίζουν, αλλά αυτοί που το αγνοούν είναι καταδικασμένοι σε αυταπάτη. Δεν μπορούν να προσποιούνται για μια πραγματική ζωή, η οποία, αν είναι γεμάτη από πραγματικούς κινδύνους, είναι επίσης γεμάτη από πραγματικές επαγγελίες".(Μυθολογία του ωραίου, εκδόσεις Χαρβεϋ Λίμνη-Αθήνα 1988, σελ.179).
Ο Σπύρος Γεωργίου αναφέρεται αναλυτικά στην διάλεξη του Δ.Κ για τον Προύστ όπου  συνδέεται με ευφυή τρόπο το Μηδέν με το Θεό: "Το μηδέν -το παν- που οι  πιστοί τ' ονομάζουν Θεό- είναι δυό ονόματα που δίνουν οι φιλόσοφοι στο ζόφο που κυκλώνει την ύπαρξή μας! Αληθινοί φιλόσοφοι είναι εκείνοι που μπορούν να μας κάμουν να αισθανθούμε αυτό που μερικοί ονομάζουν Θεό και άλλοι το μηδέν. Και  γι' αυτό βρίσκομε στον Προύστ τον αληθινό φιλόσοφο. Μας μιλάει πάντοτε για το μηδέν, για τον ζόφο της ψυχής μας και για τη νύχτα που απλώνεται πέρα απ' τη ζωή μας: τη νύχτα που εκείνοι που πιστεύουν την ονομάζουν Θεό".(ό.π.225).
 Ο Σπύρος Γεωργίου στέκεται επίση,ς  στο δοκίμιο του Δ.Κ. "Ντοστογέβσκι" στο οποίο αποδεικνύεται ένα λαμπρό, πρωτότυπο και γόνιμο πνεύμα. Ο Δ.Κ. καταλήγει πως αν ο Ντοστογιέβσκι είναι θρησκευτικός συγγραφέας "δεν είναι γιατί δίδαξε την πίστη στο Θεό, αλλά γιατί έδειξε, με ασύγκριτη δύναμη, πόσο επισφαλής είναι η πίστη"(ό.π.227). Έφτασε όσο μακριά φτάνει ο μηδενισμός για να διαπιστώσει "πως δεν υπάρχουν φράχτες γύρω από την ύπαρξη του ανθρώπου που να τον προφυλάξουν από τις δυνάμεις του τίποτε"(ό.π. 227). Όπως επεσήμανε ο Ζ.Λορετζάτος αριστουργηματική είναι η σύγκριση που κάνει ανάμεσα στον Λόγο περί της Μεθόδου του Ντεκάρτ και Το όνειρο ενός γελοίου. του Ντοστογιέφσκι. Ξεκινούν και οι δύο από την ριζική αμφιβολία, από το ερώτημα που ο Χάιντεγκερ διατύπωσε ως "γιατί να υπάρχει ο κόσμος και όχι το τίποτε;". Με την διαφορά ότι η αμφιβολία στον Ντεκάρτ είναι επιφανειακή  και προσποιητή, ενώ στον Ντοστογιέφσκι  ριζική, υπαρξιακή και αληθινή. Ξεκινά με την σκέψη ότι τίποτε δεν έχει νόημα. Δεν θα τον ενοχλούσε αν δεν υπήρχε ο κόσμος, αν είχαν καταστραφεί τα πάντα. Όμως το θέαμα ενός μικρού κοριτσιού που πάσχει, του αποκάλυψε το  νόημα της ύπαρξης και αναίρεσε τις προηγούμενες μηδενιστικές ενατενίσεις. Ο μεγάλος Ρώσος στοχαστής μετεωριζόμενος ανάμεσα στην ύπαρξη, την ανυπαρξία και το μηδέν καταλήγει ότι "στη δική μας γη μπορούμε κι αγαπάμε αληθινά μόνο με βάσανα και μόνο μέσω βασάνων ". Έτσι ενώ η ριζική αμφιβολία  οδηγεί τον Ντεκάρτ στον λόγο,  τον Ντοστογιέφσκι τον οδηγεί  στην αγάπη ως δικαίωση της ύπαρξης και του κόσμου. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Νίτσε, θαυμαστής και αυτός του Ντοστογιέφσκι στο πρώιμο έργο του για την γέννηση της Τραγωδίας, καταλήγει ότι η ύπαρξη δικαιώνεται με την Τέχνη, ως αισθητικό γεγονός.


 Ο Σπύρος Γεωργίου θα αφιερώσει ένα μέρος  του δοκιμίου  του, στο βιβλίο του Δ.Κ  "Από τον αγώνα του ψυχικώς μόνου". Πρόκειται για ένα έργο που δημοσιεύθηκε αρχικά στο ΑΘΦ και στην συνέχεια εκδόθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα.  Αποσκοπεί να περιγράψει την διαδρομή της ύπαρξης που προϋποτίθεται ως μοναχικής. Ίσως αναφέρεται στην ύπαρξη μετά τον θάνατο του Θεού, ή στην ύπαρξη  στην εποχή της νεωτερικότητας που είναι "ριγμένη στον κόσμο".  Καλείται να απαντήσει πότε η μοναξιά είναι κατάρα και πότε ευλογία. Οι επιρροές του Π.Κανελλόπουλου, του Γιάσπερς, του Νίτσε, του Ταίνις, του Ζίμμελ, του Σπένγκλερ,του Λ.Σεστώβ είναι προφανείς, όμως όχι μόνο δεν βλάπτουν την πρωτοτυπία της σκέψης του, αλλά αποτελούν μέρη ενός νέου οργανικού όλου που δημιουργεί ο ίδιος ο  Καπετανάκης. Δεν είναι συμπτωματικό όμως  ότι το έργο του ο Δ.Κ το αφιερώνει στον Π.Κ ως δείγμα οφειλής στον δάσκαλο αλλά και ως στοιχείο της πνευματικής τους φιλίας.  

Ο Σπύρος Γεωργίου για όσους γνωρίζουν προηγούμενα δοκίμια του, όπως αυτό για τον Ντίμη Αποστολόπουλο, χαρακτηρίζεται από αρετές που τον ακολουθούν πλέον στην συγγραφική του πορεία. Στέκεται με άρτιο, μεθοδικό και  διαφωτιστικό τρόπο  στην εργογραφία και βιογραφία του Δ.Καπετανάκη. Μας αποκαλύπτει με διαύγεια όλες τις διαστάσεις της σκέψης του ώστε να  κατανοήσουμε  την καίρια σημασία που έχει για τον σημερινό αναγνώστη. Με  καλαίσθητη και γλαφυρή γλώσσα και τρόπο εξαντλητικό παρουσιάζει, όλες τις σύγχρονες μαρτυρίες. Είναι πολύ σημαντική η καταληκτική απόφανση του : «Λογιζόμενη, επομένως, με γνώμονα την Υπόσταση, αυτή η μετάβαση συνιστά μια τολμηρή εσωτερική πράξη ελευθερίας, η οποία καταδεικνύει ότι ο Καπετανάκης στοχάστηκε, έγραψε κι έζησε μ’ έναν τρόπο γνήσια ποιητικό και ελεύθερο, σε μιαν ατμοσφαιρική φωταύγεια παρόμοια με εκείνην που διακρίνει την ποιητική των ελληνικών τραγωδιών » , αλλά και ακόμη πως «αυτός ο σπουδαίος στοχαστής και συγγραφέας ενσαρκώνοντας και φιλοτεχνώντας με το έργο και τη ζωή του, ένα αυθεντικό ιδεότυπο: έναν τύπο πνευματικού ανθρώπου στον οποίο το φιλοσοφείν “είναι ένα βαθύτερο ποιείν, μια διεργασία μετουσιωτική της προσωπικής του αλήθειας".


Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Κώστας Τσιρόπουλος: 1930- Φεβρουάριος 2017, Εις Μνήμην




Γεννήθηκε το 1930 στη Λάρισα, όπου και μεγάλωσε. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Παρίσι και τη Βαρκελώνη, σπουδάζοντας Ιστορία της Τέχνης. Πίσω στην Ελλάδα, ίδρυσε και διεύθυνε την ετήσια έκδοση χριστιανικού στοχασμού και τέχνης «Χριστιανικό Συμπόσιο» (1966-1971), όπως και το «περιοδικού ελευθερίας και γλώσσας» Ευθύνη (πρώτη περίοδος: 1961-1966 και επανέκδοση: 1972-2009).
Συνεργάστηκε επί χρόνια με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, καθώς και με διάφορα περιοδικά. Έγραφε την επιφυλλίδα της Κυριακής στην εφημερίδα Καθημερινή (1962-1967). Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (1974-1976), Γενικός Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου (1975-1980), Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου, τακτικό μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής.
Μεταξύ άλλων τιμητικών διακρίσεων, το 2006 έλαβε το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.
Σημαντικό ήταν το μεταφραστικό του έργο από τα ισπανικά, τα καταλανικά και τα γαλλικά, καθώς μετέφρασε βιβλία και κείμενα των Ορτέγα υ Γκασσέτ, Αντόνιο Ματσάδο, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Καμίλο Χοσέ Θέλα, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Σαλβαδόρ Εσπρίου, Χοσέ Μπεργαμίν, Ντρυόν, Ζενεβουά, Αρανγκούρεν κ.ά.
Επιμελήθηκε τη σειρά των Τετραδίων της Ευθύνης, την έκδοση του δοκιμιακού έργου των Άγγελου Τερζάκη, Κωνσταντίνου Τσάτσου, Αιμ. Χουρμούζιου κ.ά., καθώς και πλήθος άλλων εκδόσεων από τις «Εκδόσεις των Φίλων» και του περιοδικού Ευθύνη.
πηγή:http://diastixo.gr/epikaira/eidiseis/6531-tsiropoulos

Ακολουθεί το σχόλιο του Γ.Καραμπελιά για τον Ν.Κούνδουρο και τον Κ.Τσιρόπουλο.


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Στίς 15 Φεβρουαρίου 2017 παρουσιάζουμε στο Νέο Ηράκλειο Αττικής το νέο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά

    Σε ένα πολυαριθμο και ζωηρο κοινο παρουσιαστηκε   στην αιθουσα εκδηλώσεων  του πολιτιστικου πολυκεντρου ''Ηλεκτρα Αποστολου'' το τελευταίο βιβλιο του Γ.Καραμπελια.  Χαιρετισμο απηυθυνε ο Δήμαρχος Ηρακλείου Αττικής Νικος Μπαμπαλος, ο προεδρος του Συλλογου φιλων της βιβλιοθήκης Ηρακλειου Αττικης Νικος Ηλιαδης, ενώ παρευρεθηκε  και ο πρωην Δήμαρχος Παντελής Βλασσοπουλος.

Ακολουθούν εικόνες από την εκδήλωση











Στοιχεία της ομιλίας μου

Α. βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία : ένταξη στους Λαμπράκηδες, συνδυασμός εθνικού-κοινωνικού, Κύπρος- Ένωση, Βόρειος Ήπειρος, σοβιετική ένωση-ριζική κριτική : κρατικός καπιταλισμός όχι εκφυλισμένο εργατικό κράτος, συμμετοχή στο εργατικό κίνημα κοντά στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, οικολογία , ενάντια στον εθνομηδενισμό, μαζί με την ορθοδοξία, κινητοποίηση για τις ταυτότητες, κατά του σχεδίου Ανάν.
Β. Εκδοτικός οίκος, Κ.Παπαιωάννου, Άρδην , Νέος Λόγιος Ερμής,  Ρήξη, σημείο αναφοράς σε σημαντικούς διανοούμενους διαφορετικής προέλευσης όπως Κοντογεώργης, Καργάκος, Σόρογκας, Τσιβάκου, Καραποστόλης, Λ.Βάσσης, π.Γ.Μεταλληνός, Σβολόπουλος, Ζιάκας, Γουνελάς. Αναφορά αναλυτικότερα  στον ΝΛΕ με τα αφιερώματα σε Κονδύλη, Παπαιωάννου, δημοτικό τραγούδι.
- Συγγραφέας 23 βιβλίων, βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών για τον Ρήγα, 1204, 1821, Θεμελιώδης παρέκκλιση, αποστασία διανοουμένων, Ζάλογγος-Ψημούλη.

-          Ν.Μπόμπιο, δεξιά-αριστερά, ελευθερία-ισότητα, παγκοσμιοποίηση ο πολιτιστικός φιλελευθερισμός της αριστεράς , η διάλυση των ταυτοτήτων και της αλληλεγγύης αναγκαίο στοιχείο της παγκοσμιοποίησης και της μαζικής δημοκρατίας.

-ρεαλιστική προσέγγιση: σελ. 34 μια διάρρηξη του ομφάλιου λώρου   με  την    ευρωζώνη, την ΕΕ, ή τη δυτική οικονομία συνολικότερα, θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερες καταστροφές από αυτές που θα θεράπευες και όχι μόνο από γεωπολιτική άποψη αλλά και οικονομική.
-σελ. 35 περιορισμός πολλών και άχρηστων κρατικών δαπανών και δομών.
-           

-          ο ολοκληρωτισμός συνέπεια της εφαρμογής της θεωρίας και όχι στρέβλωσή της.(σελ.65), ταύτιση-μαρξισμού-αναρχισμού στην κοινή τους προσδοκία  ότι μπορούν να διαμορφώσουν κατάλληλα τον ανθρώπινο χαρακτήρα, όταν καταργείται η αγορά υποκαθίσταται από την κρατική γραφειοκρατία, ο μαρξισμός απαιτεί να καταργηθεί η μικρή ιδιοκτησία διότι αναγεννά τον καπιταλισμός(σ.75), εργαλειακός διαφωτισμός στοιχείο του μαρξισμού(σ.78), υποτίμηση της εθνικής-τοπικής ταυτότητας(σ.79), οι μαρξιστές επιδιώκουν να καταργήσουν τις ταυτότητες, το παρελθόν , τις ρίζες(σ.81), μεγάλο κράτος-μεγάλες επιχειρήσεις αποτρέπουν την καινοτομία: ο γιγαντισμός των επιχειρήσεων σκοτώνει τον δυτικό πολιτισμό όπως η γραφειοκρατία τον ρώσικο(σ.84), η εργασία συστατικό της ανθρωποποίησης (σ.92), ο ολοκληρωτισμός φωλιάζει στον ανθρωπόθεο(σ.103), η οκτωβριανή επανάσταση κατέστρεψε τον οικονομικό πλουραλισμό(σ.105).

-          εκσυγχρονισμός της παράδοσης(σ.160), κίνδυνοι για τον ελληνισμό: δημογραφικό, πολιτιστική παρακμή, απειλή αλλοίωση της εθνικής φυσιογνωμίας, αποσύνδεση της ορθόδοξης παράδοσης από την ταυτότητά μας, γλωσσική αλλοτρίωση, κίνδυνος  απώλειας της δυνατότητας να υπάρχουμε ως αυτόνομο κράτος(σ.226).  

Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά "Πέρα από την αριστερά και την δεξιά-η υπέρβαση" κατανοούμε ότι στόχος είναι να ξεπεραστούν οι μονομέρειες ότι μια παράταξη, η αριστερά ή η δεξιά έχει όλη την αλήθεια ή όλο το ψεύδος ή όλο το δίκαιο ή όλο το άδικο. Με αυτήν την οπτική το αποτέλεσμα είναι η αυτοκριτική ενδοσκόπηση που οδηγεί στην αλήθεια και στην εθνική ενότητα. Πρόκειται για ένα λόγο σύνθεσης που εναρμονίζει σύνεση και φαντασία, λόγο και αίσθημα, συντήρηση και ριζοσπαστισμό, εκσυγχρονισμό και παράδοση. Ξεπερνά θετικά εθνομηδενισμό και εθνική περιχαράκωση. το ελληνικό έθνος-κράτος διέρχεται θανάσιμους κινδύνους και η τύχη του θα κριθεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η μεταπολίτευση τέλειωσε με ένα αριστερό κόμμα που ολοκλήρωσε την πορεία χρεωκοπίας, εκποίησης,ηθικής εξαχρείωσης, πνευματικής αποσάρθρωσης που νομοτελειακά κατέληξε να απωλέσει η χώρα μας και τα τελευταία στοιχεία ανεξαρτησίας και για τα οποία ευθύνη σε διαφορετικές αναλογίες έχουν όλα τα κόμματα. Ο Καραμπελιάς , ακολουθώντας τον Κ,Παπαιωάννου και τον Καστοριάδη καταλήγει ότι στον μαρξισμό υπήρχε μια ολοκληρωτική ρίζα και δεν υπήρξε απλά διαστροφή κατά την εφαρμογή του που οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα. Πρόκειται για τα στοιχεία πολιτικής εσχατολογίας και προφητισμού που απαιτούν όμως να έχουν την αποκλειστική πρόσβαση στα κριτήρια της επιστημονικής αλήθειας δηλαδή τελικά του έλλογου. Επίσης συνεργατικές και κοινοτιστικές προσπάθειες δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς την αγορά γιατί σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε την κυριαρχία του γραφειοκρατικού κράτους. Το μεταναστευτικό και το δημογραφικό πρόβλημα θα έχουν πολλαπλασιαστικά αρνητικά αποτελέσματα όχι μόνο στην εθνική ακεραιότητα αλλά στην οικονομία και το ασφαλιστικό ώστε θα πρέπει άρδην να αντιμετωπιστούν. Κατά συνέπεια είναι αναγκαίο να τεθεί ένα όραμα για τον ελληνισμό που ενδεχομένως να ενδιαφέρει τελικά όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που η  διακήρυξη του Άρδην, αναφέρεται στο δημοτικό τραγούδι,  στον Σολωμό, στον Μακρυγιάννη, στον Θεόφιλο,στον Σεφέρη, στον Π.Κονδύλη στον Παπαϊωάννου και πολλούς άλλους, Διότι χωρίς αληθινή παιδεία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε διέξοδος αλλά ούτε και δημοκρατία ή πολύ περισσότερο άμεση δημοκρατία. 





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Σύλλογος Φίλων της Βιβλιοθήκης του Δήμου Ηρακλείου Αττικής σε συνεργασία με το Τμήμα Βιβλιοθήκης του Δήμου Ηρακλείου Αττικής και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις σας προσκαλούν
στην παρουσίαση βιβλίου
«Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς, Η Υπέρβαση»
του συγγραφέα Γιώργου Καραμπελιά
Ομιλητές:
Γιώργος Καραμπελιάς, Σάββας Καλεντερίδης, Σπύρος Κουτρούλης
Συντονιστής: Σπύρος Α. Γεωργίου
την Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017 και ώρα 19.00
στο Πολιτιστικό Πολύκεντρο “Ηλέκτρα Αποστόλου”
(Κουντουριώτου 18Α & Νεότητος, Ηράκλειο Αττικής)

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Δύο άρθρα του Τάκη Θεοδωρόπουλου για το μεταναστευτικό στην ¨Καθημερινή"


1.Η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική
Τ​​ι εννοούμε όταν λέμε πολυπολιτισμική κοινωνία, ή πολυπολιτισμική πόλη; Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τη Γαλλία. Εκεί η σύνθεση που οδήγησε στη θεωρία της πολυπολιτισμικότητας στηρίχθηκε στο αποικιοκρατικό της παρελθόν. Πληθυσμοί της πρώην αυτοκρατορίας, από το Βιετνάμ ακόμη έως την Αλγερία, πληθυσμοί που μιλούσαν γαλλικά ως επί το πλείστον, συνέρρευσαν στο πρώην μητροπολιτικό κέντρο για να ενταχθούν στην κοινωνία του. Το πρώτο και βασικό στοιχείο της ένταξης ήταν η προσφορά εργασίας. Υπήρχε η άποψη πως αν η κοινωνία εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο ευημερίας η ένταξη θα λειτουργούσε παραμερίζοντας τα όποια χάσματα, κυρίως τα θρησκευτικά. Είναι μάλλον προφανές ότι η θεωρία αποδείχθηκε φενάκη. Τα παρισινά προάστια, που μετατράπηκαν σε γκέτο, έγιναν καύσιμη ύλη για το επιθετικό Ισλάμ και τον πόλεμο που κήρυξε κατά του Δυτικού Πολιτισμού.
Η πολιτική συζήτηση που ξέσπασε το καλοκαίρι γύρω από το «μπουρκίνι» είναι η απόδειξη πως τα ρήγματα παραμένουν ενεργά ακόμη και στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που επαίρεται πως είναι πολυπολιτισμική. Η στρατολόγηση Γάλλων πολιτών από το Ισλαμικό Κράτος αποδεικνύει ότι ο ιμάμης της γειτονιάς μπορεί να είναι ισχυρότερος από τον δάσκαλο του εκκοσμικευμένου σχολείου. Και το Κοράνι υπερισχύει του Μπαλζάκ. Η γαλλική ταυτότητα, «ευτυχής» κατά τον Αλέν Ζιπέ ή «όχι», υπονομεύεται από τις ενοχές που καλλιεργεί ο πολιτισμικός σχετικισμός στην ψυχή του Δυτικού ανθρώπου. Ας μην ξεχνάμε πως επί μερικές δεκαετίες η ίδια η έννοια της «εθνικής ή πολιτισμικής ταυτότητας» ήταν απαγορευμένη για τον κυρίαρχο στην Ευρώπη προοδευτικό λυρισμό. Η Ελλάδα δεν είχε αποικίες. Είχε ελληνικές κοινότητες εκτός συνόρων, οι οποίες αναγκάστηκαν να ενταχθούν βιαίως στην ελληνική επικράτεια. «Βιαίως», κοινώς με τις χειρότερες δυνατές προϋποθέσεις. Παρ’ όλ’ αυτά, αποδέχθηκαν την ένταξή τους στους κανόνες μιας πολιτείας η οποία τους χρωστούσε, εν πολλοίς, τον ξεριζωμό τους. Μιλούσαν την ίδια γλώσσα, μοιράζονταν την ίδια Ιστορία και πίστευαν στον ίδιο Θεό. Γι’ αυτό όταν ακούω ότι οι κάτοικοι της Λέσβου περιέθαλψαν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες επειδή είχαν κι αυτοί εμπειρία της προσφυγιάς το ακούω ως ιστορικό ανέκδοτο. Ομως λέγεται στα σοβαρά. Ο δημοσιογραφικός λυρισμός ταυτίζεται στις επιδόσεις του με τον προοδευτικό.
Οσοι ήρθαν στη χώρα μας με το πρώτο κύμα μετανάστευσης, εξόριστοι του σοσιαλιστικού παραδείσου, εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία, παρά την απειρία της και τις δικαιολογημένες έως ένα σημείο αντιστάσεις της. Εργάστηκαν, έκαναν περιουσίες, αγόρασαν διαμερίσματα και έστειλαν τα παιδιά τους σχολείο. Ο φίλος μου ο Γιάννης, όταν του είπα ότι τον είδα στον ΣΚΑΪ επειδή το περίπτερό του είναι δίπλα στο Everest όπου έγινε η έκρηξη, με ρώτησε μόνον αν τα ελληνικά του είναι καλά, κι αν έκανε κανένα λάθος. Θυμάμαι ακόμη τη δεκαεξάχρονη τότε Ντίνα, σε ένα σχολείο στην Καλαμάτα, που είχε γεννηθεί στην Αλβανία, ήταν η πρώτη μαθήτρια και ο πατέρας της παραπονιόταν στην καθηγήτρια ότι δεν διαβάζει αρκετά. Ηθελε να σπουδάσει φυσικομαθηματική και της άρεσε η ποίηση του Καββαδία.
Ανάμεσά τους υπήρχε και υπόκοσμος; Μαφίες και πορνεία; Ελάτε τώρα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.
Η μετανάστευση από τις πρώην χώρες του Σιδηρού Παραπετάσματος δεν έκανε την ελληνική κοινωνία πολυπολιτισμική, εν πάση περιπτώσει όπως αντιλαμβάνεται την πολυπολιτισμικότητα η Δυτική Ευρώπη. Δεν κάνουν την ελληνική κοινωνία πολυπολιτισμική ούτε τα κύματα των προσφύγων και οικονομικών μεταναστών που την έχουν πλημμυρίσει τα τελευταία χρόνια. Το εστιατόριο «Cabul» που άνοιξε απέναντι ακριβώς από τη βίλα Αμαλία, για την οποία ξοδεύτηκαν εκατομμύρια, έχει την ίδια σχέση με την πολυπολιτισμικότητα όση έχει ένα μιούζικαλ του Δαλιανίδη με τον Gene Kelly. Αλλο πολυπολιτισμική πόλη, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, και άλλο πόλη όπου έχουν συρρεύσει πολλοί μετανάστες οι οποίοι ούτε να αποδεχθούν τους κανόνες της θέλουν, ούτε να ενταχθούν στη ζωή της μπορούν. Ευλόγως θα απορήσετε: μα για ποιους κανόνες μιλάς; Αυτούς που πρώτοι εμείς γράφουμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας;
Η πέραν της πλατείας Αμερικής περιοχή είναι γεμάτη από Αφρικανούς της υποσαχαρίου Αφρικής. Πώς ζουν όλοι αυτοί; Πού εργάζονται; Πορνεία και ναρκωτικά, σου λένε οι κάτοικοι. Ολη μέρα τους βλέπεις να συνομιλούν ή να καβγαδίζουν μεταξύ τους. Γύρω από την πλατεία Βικτωρίας έχουν ανοίξει καταστήματα «μεταναστευτικού ενδιαφέροντος» – κινητά μεταχειρισμένα, ψιλικατζίδικα με δύο πορτοκαλάδες, καφενεία. Ποια είναι η πελατεία τους; Οι 300.000 αδήλωτοι μετανάστες του κ. Μουζάλα;
Φίλε, Γιώργο Καμίνη. Σε άκουσα να αποκαλείς την Αθήνα «πολυπολιτισμική πόλη». Λυπάμαι πολύ, αλλά η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική. Είναι μια πόλη με πολλούς μετανάστες, περισσότερους από όσο μπορούν να αντέξουν οι χαλαρές δομές της και οι ανύπαρκτοι κανόνες τους. Και όσο κι αν σου συμπαρίσταμαι στη διένεξή σου με τον ανεκδιήγητο Τόσκα –επιτέλους άκουσα τη φωνή σου–, το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι μόνον πρόβλημα αστυνομίας.
Η υπερκατανάλωση της πολιτικής ορθότητας βλάπτει σοβαρά την κοινωνική υγεία. Ας αφήσουμε για λίγο κατά μέρος τα ανθρωπιστικά δάκρυα που μας φέρνει ο αδέσποτος Αφγανός και ας αναρωτηθούμε ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, πού κοιμάται τη νύχτα και πού βρίσκει φαγητό. Κι ας μην ξεχνάμε ότι πολλά άτυπα κύτταρα κάνουν έναν βαρβάτο καρκίνο.
2. Μετανάστες και καλοκάγαθοι ιθαγενείς
«Το πολιτικώς ορθόν είναι η αστυνομία της σκέψης. Τις περισσότερες φορές είναι εσωτερικευμένη. Σου απαγορεύει να πεις αυτό που πιστεύεις πως είναι αλήθεια, αν αυτή η αλήθεια δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που θα θέλαμε να είναι ή σε αυτό που θα έπρεπε να είναι βάσει της κυρίαρχης σκέψης, βάσει του πολιτικώς ή ηθικώς ευκταίου». Τον ορισμό τον δανείζομαι από τον Γάλλο φιλόσοφο André Comte - Sponville.

Είναι, ας πούμε, πολιτικώς ορθόν να λες ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ δεν έχει καμία σχέση με το αληθινό Ισλάμ. Μπορείς επίσης να προχωρήσεις παρακάτω τη σκέψη σου και να πεις ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ είναι μια παραποίηση του αληθινού Ισλάμ. Ας θυμίσω μόνον ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι, κανονικοί κατά τα άλλα, οι οποίοι σου λένε ότι ο αληθινός σοσιαλισμός δεν έχει καμία σχέση με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τον παραποίησε. Χωρίς, εννοείται, να αναρωτιούνται μήπως κάτι δεν πηγαίνει καλά με ένα σύστημα το οποίο, με όποιον τρόπο κι αν εφαρμόστηκε, υπήρξε αβίωτο. Είναι ο μέσα αστυνομικός της σκέψης που τους δίνει κλήση.

Ας πούμε, λοιπόν, ότι το πραγματικό Ισλάμ είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το ριζοσπαστικό Ισλάμ. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει το πραγματικό Ισλάμ να συγκρούεται με ορισμένες από τις βασικές αξίες του δικού μας πολιτισμού. Τις προάλλες, ξέσπασε η ιστορία με τις ανήλικες νύφες. Ο κ. Μουζάλας είπε πως πρόκειται για πολιτισμική σύγχυση. Στο μυαλό του δεν χωράει αμφιβολία. Στη χώρα, όμως, της οποίας τους νόμους και το Σύνταγμα ορκίστηκε να υπηρετεί ως υπουργός αυτό θεωρείται ποινικό αδίκημα. Ας φέρει έναν νόμο στη Βουλή για να επιτρέπεται ο γάμος των ανηλίκων. Και να γελάμε όλοι μαζί με όσα θα ειπωθούν.

Το «πολιτικώς ορθόν» οδηγεί σε ένα είδος πρωτογενούς βλακείας, διότι πολύ απλά αναιρεί τη σκέψη προϋποθέτοντάς την. Η σκέψη στηρίζεται στην αμφιβολία. Και κάθε φορά που την αμφιβολία την υποκαθιστούν βεβαιότητες η σκέψη καταργείται. Ακόμη κι αν αυτές οι βεβαιότητες είναι παράγωγα σκέψης, μιας σκέψης που έχει γίνει και έχει σταματήσει προ πολλού να γίνεται, διότι είναι κατασταλαγμένη.

Οταν τη δεκαετία του ’90 η Ελλάδα μεταμορφώθηκε από χώρα παραγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής, η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Τι ζητούσαν από εμάς αυτοί οι Αλβανοί που μας θύμιζαν τους εαυτούς μας τη δεκαετία του ’50; Μπορεί να πίστευαν πολλοί απ’ αυτούς στον Αλλάχ, όμως είχαν μεγαλώσει σε ένα κατ’ εξοχήν κοσμικό καθεστώς, όπως ήταν το κομμουνιστικό του μεγάλου Εμβέρ Χότζα. Εξάλλου, κατά τη δεκαετία του ’90 το Ισλάμ στα Βαλκάνια δεν είχε καμία σχέση με ριζοσπαστισμό. Εργάστηκαν στα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων, κράτησαν τα ασφαλιστικά ταμεία για μερικά ακόμη χρόνια, εγκαταστάθηκαν εδώ και αφομοιώθηκαν, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο.

Η πολιτική ορθότης σού λέει: «Κάθε μετανάστευση είναι ίδια, και κάθε πρόσφυγας είναι ίδιος». Είναι ίδιος ο πρόσφυγας του 1922 που πέρασε από τη Σμύρνη στη Χίο και ίδιος ο Αφγανός που έρχεται από την Καμπούλ στην πλατεία Βικτωρίας. Και δεν με αφορά ο χωροφύλακας της σκέψης που σου κόβει πρόστιμο αν τολμήσεις να πεις ότι άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Να θυμίσω απλώς ότι την ισοπέδωση των ιστορικών διαφορών και των διακρίσεων την έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά. Το 2003 ο Γούλφοβιτς, σύμβουλος του προέδρου Μπους, έλεγε πως οι ΗΠΑ κάνουν εξαγωγή δημοκρατίας στο Ιράκ, όπως ο Περικλής έκανε εξαγωγή δημοκρατίας στις ελληνικές πόλεις. Μόνον που αυτές μιλούσαν την ίδια γλώσσα, πίστευαν στους ίδιους θεούς και μοιράζονταν την ίδια Ιστορία και τις ίδιες καταβολές ως Ιωνες. Αυτές οι διακρίσεις είναι ανύπαρκτες για την αστυνομία του πολιτικώς ορθού.

Ανύπαρκτος είναι και ο ιστορικός χρόνος. Από τη δεκαετία του ’90 ώς σήμερα το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Εχουν μεσολαβήσει οι Δίδυμοι Πύργοι, η επέμβαση στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, το Λονδίνο, η Μαδρίτη, η κατάρρευση των εκκοσμικευμένων καθεστώτων στον αραβικό κόσμο, η σάρωση των αραβικών εθνικισμών από το Ισλάμ, ο πόλεμος στη Συρία και, και, και. Το Ισλάμ δεν είναι αυτό που ήταν στα χρόνια του Σαντάμ Χουσεΐν ή στα χρόνια του Καντάφι. Και η πολυπολιτισμική Δύση ξέρει ότι δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Μόνον εμείς κοιμόμαστε ήσυχοι. Γιατί εμείς ευτυχώς δεν πάθαμε τίποτε. Αν εξαιρέσω τη ρόδα που δεν γύρισε.

Η ανοησία των αριστερών ελίτ δεν περιορίζεται στις βλακώδεις ασυναρτησίες των συριζαίων και του ακροαριστερού τσούρμου που το μόνο ιστορικό βιβλίο που έχει διαβάσει είναι «Ο Μικρός Ηρως». Εκτείνεται και σε ένα ευρύτερο φάσμα, κυρίως πανεπιστημιακών, ακόμη και στην ενοχική δεξιά, οι οποίοι ταυτίζουν την Ευρώπη με το πολιτικώς ορθόν, όπως ακριβώς πριν από μερικά χρόνια θεωρούσαμε ότι, επειδή οδηγούμε BMW, γίναμε Ευρωπαίοι. Η συγκάλυψη της πραγματικότητας μέσω διαφόρων δεοντολογικών επιταγών το μόνο που επιτυγχάνει είναι να δημιουργεί αντισώματα. Εκεί που το «πολιτικώς ορθόν» αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα, ο λαϊκισμός παθαίνει υστερία. Και σε εμάς γίνεται κάτι χειρότερο ακόμη: βαφτίζουμε το κρέας ψάρι και την ανεξέλεγκτη, παράνομη μετανάστευση, πολυπολιτισμικότητα.

Είμαστε τυχεροί που στη δική μας Ακροδεξιά λείπουν δύο βασικά συστατικά του λαϊκισμού. Το πρώτο είναι ο χαρισματικός ηγέτης. Ο Μιχαλολιάκος αδυνατεί να παίξει τέτοιον ρόλο. Το δεύτερο είναι ότι δεν μπορεί να κρύψει τις διασυνδέσεις της με τον υπόκοσμο, ώστε να επιτρέψει στον μέσο πολίτη να ταυτιστεί μαζί της. Μέχρι στιγμής τη γλιτώσαμε.

Αντε και καλή χρονιά.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Παναγιώτης Κονδύλης: ο Κοραής και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού

Μία πολύτιμη και σπάνια μαρτυρία για τον Παναγιώτη Κονδύλη



Το σπάνιο αυτό ηχητικό ντοκουμέντο —πρόκειται για τη μοναδική γνωστή καταγραφή της φωνής του Παναγιώτη Κονδύλη— προέρχεται από το Αρχείο Φωνών του Γιώργου Ζεβελάκη: «Ο Κοραής και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού», ανακοίνωση του Κονδύλη τον Μάιο του 1983 στο Συνέδριο για τον Αδαμάντιο Κοραή, στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 150 χρόνια από τον θάνατό του. Μετά το πέρας του συνεδρίου, η ηχογραφημένη ανακοίνωση μεταδόθηκε  από το Γ΄ Πρόγραμμα. 
* * *
Η περιγραφή της φιλοσοφικής σχέσης του Κοραή με τον Διαφωτισμό θα ήταν πρόβλημα σημαντικά απλούστερο αν ο ίδιος ο Δαφωτισμός ήταν ενιαίο πνευματικό κίνημα. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, συνίσταται από κάμποσες διαφορετικές —και, μάλιστα, αντιτιθέμενες μεταξύ τους— κύριες και δευτερεύουσες τάσεις, με αποτέλεσμα να αποκτούν ακόμα και οι κοινοί του τόποι πολλαπλές και αμφίλογες σημασίες, επιδεχόμενοι αντίστοιχα ποικίλες ερμηνείες, ανάλογα με τις επιμέρους κοσμοθεωρητικές συμπάθειες αλλά και με τις συγκεκριμένες πολιτικές ανάγκες όποιου τους επικαλείται κάθε φορά.
Αν λοιπόν θέλουμε να εντοπίσουμε τη θέση του Κοραή μέσα στον Διαφωτισμό, θα πρέπει να διαπιστώσουμε αν ανήκει σε κάποια ευδιάκριτη ιδιαίτερη τάση του, όπως είναι π.χ. ο υλισμός, ή αν κυρίως ενστερνίζεται τους κοινούς του τόπους, οπότε οφείλουμε να προσδιορίσουμε με ποιον τρόπο τους ερμηνεύει και τι μπορεί να συναχθεί από την ερμηνεία αυτή για τις συμπάθειές του απέναντι σε επιμέρους τάσεις του Διαφωτισμού. Κατά την άποψή μου, συμβαίνει το δεύτερο: ο Κοραής, δηλαδή, παραμένει σε κοινούς τόπους του Διαφωτισμού, ερμηνεύοντάς τους, ωστόσο, σύμφωνα με τις προσωπικές κοσμοθεωρητικές κλίσεις του και τους εκάστοτε στόχους της επιχειρηματολογίας του.
Την άποψη αυτή θα την αναπτύξω, συζητώντας παράλληλα τη θέση σύμφωνα με την οποία η σχέση του Κοραή με τον Διαφωτισμό πρέπει να νοηθεί πρωταρχικά στο πλαίσιο της προσωπικής και πνευματικής του επαφής με ένα ορισμένο ρεύμα του Διαφωτισμού, δηλαδή με το κίνημα των λεγόμενων Ιδεολόγων. Και εφόσον η έρευνα, όσο επιμελής και αν είναι στα επιμέρους, συχνότατα παραμένει άκαρπη όταν δεν στηρίζεται σε σαφείς εννοιολογικές διακρίσεις, επισημαίνω προκαταβολικά ότι η παραπάνω θέση μπορεί να έχει δύο και μόνο δύο έννοιες: ή ότι ο Κοραής μυήθηκε στις ιδέες του Διαφωτισμού από τους Ιδεολόγους ή ότι τους ακολουθεί με την τεχνική φιλοσοφική έννοια — παίρνει δηλαδή το μέρος τους στις γνωσιοθεωρητικές ή οντολογικές τους αντιμαχίες με άλλες φιλοσοφικές σχολές. Όμως λέω προκαταβολικά ότι ούτε το πρώτο συμβαίνει ούτε το δεύτερο. Το ότι ο Κοραής δεν μυήθηκε στον Διαφωτισμό από τους Ιδεολόγους θα το δείξω με μια χρονολογική και βιογραφική αναδρομή, η οποία στηρίζεται σε μαρτυρίες και αποφάνσεις σαφώς προγενέστερες από την εμφάνιση του κινήματος των Ιδεολόγων. Και το ότι πάλι ο Κοραής διόλου δεν ακολουθεί πάντοτε του Ιδεολόγους στις χαρακτηριστικές φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις θα το δείξουμε αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο αποδέχεται και ερμηνεύει μερικούς από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού. Μόνο αφού διευκρινίσουμε τα δύο αυτά σημεία μπορούμε να κατανοήσουμε σε τι ακριβώς συνίστανται οι αναμφισβήτητα στενές σχέσεις του Κοραή με τους Ιδεολόγους, όχι πια από προσωπική αλλά από φιλοσοφική άποψη.
Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά στους Ιδεολόγους δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη φιλοσοφική ερμηνευτική σημασία, αν αυτοί προσφέρουν ή επιβεβαιώνουν στον Κοραή μονάχα κοινούς τόπους, που θα μπορούσε να τους έχει πάρει και από αλλού ή απλώς να τους ενστερνιστεί αναπνέοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και, προπαντός, αν, όπως θα δείξουμε, ο Κοραής απομακρύνεται από τους Ιδεολόγους σε κρίσιμα επιμέρους σημεία, όσο αμελητέα κι αν είναι αυτά από ποσοτική άποψη και όσο και αν η ποιοτική τους σημασία ξεφεύγει από όποιον δεν έχει τις αναγκαίες γνώσεις στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Τονίζω εξαρχής ότι δεν αμφισβητώ στο παραμικρό τα όσα έδειξε η ιστορική έρευνα για τις προσωπικές σχέσεις του Κοραή με τον κύκλο των Ιδεολόγων — προπαντός ο Φίλιππος Ηλιού σε μια θαυμάσια μελέτη που δημοσιεύτηκε στα Χιακά Χρονικά προ ετών…
Ακούστε ολόκληρη την ανακοίνωση:

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Κοτζιούλας: Ευθύμιος Αγριτέλλης



Το εξαιρετικό  ποίημα  του Γιώργου Κοτζιούλα  μας παραχώρησε ο υιός  τουΚώστας Κοτζιούλας. Ακολουθεί σύντομη αναφορά στον Άγιο Ευθύμιο Αγριτέλλη:
O νεομάρτυρας άγιος Ευθύμιος, κατά κόσμον Αγριτέλλης, γεννήθηκε το 1872 στα Παράκοιλα της Λέσβου, όπου και έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Σε ηλικία εννέα ετών εισήλθε ως καλογεροπαίδι στη Mονή Λειμώνος, όπου και εκάρη μοναχός μετά από οκτώ χρόνια, το 1899.
Ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του στο μοναστήρι και στη συνέχεια εστάλη από την αδελφότητα στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου και φοίτησε την περίοδο 1900-1907. Μετά την αποφοίτησή του επέστρεψε στη Μονή, έχοντας χειροτονηθεί διάκονος.
Άσκησε το διδασκαλικό λειτούργημα, διατελώντας μάλιστα και σχολάρχης της Λειμωνιάδος Σχολής. Tο 1908 χειροτονήθηκε ιερέας και απο το 1911 μέχρι την κοίμησή του, στις 29 Μαΐου 1921, υπηρέτησε υπό την ιδιότητα του Επισκόπου τους χριστιανούς της Επισκοπής Ζήλων του Πόντου.
Eξ αιτίας της εθνικής δράσης του κατά το Mικρασιατικό Πόλεμο συνελήφθη απο τα τουρκικά στρατεύματα στις 21 Ιανουαρίου 1921. Mετά από φρικτά βασανιστήρια, παρέδωσε την ψυχή του στον Kύριο στις 29 Mαΐου του 1921.
Aνάμεσα στα χειρόγραφα της Mονής Λειμώνος περιλαμβάνονται και πενήντα ένα αυτόγραφα του νεομάρτυρα αγίου, κυρίως σχολικά του τετράδια από την περίοδο των σπουδών του στη Χάλκη.



Στη φυλακή τη σκοτεινή που σ’ έκλεισαν, δεσπότη,
σαν τί πικροί συλλογισμοί περνούσαν απ’ το νου σου;
Αλλά ένα φως αλλιώτικο σούφεγγε μες στα σκότη
κι έτοιμος για το θάνατο μιλούσες του Θεού σου.

Όχι για σε, για δύστυχους (τους πιστούς), για κείνους εδεόσουν,
για όσους στα χέρια των εχθρών εχάσαν το κουράγιο.
Εσένα σαν το Λυτρωτή μπορούν να σε σταυρώσουν,
εσέ κατόπι οι Χριστιανοί θα σε τιμούν σαν άγιο.

Πατέρας ήσουν στοργικός για του λαού το πλήθος
και στ’ όνομά σου ορκίζονταν παντού τα ρωμιοχώρια,
ο πόνος ασυγκίνητο δε σου άφηνε το στήθος,
ήξερες η φτωχολογιά πως θέλει παρηγόρια.

Και σαν καλός πολεμιστής, στρατιώτης του Κυρίου
Βαγγέλιο στόνα κράταγες κι αρμάτωνες με τ’ άλλο.
Μ’ αγκάθια κάσα σου έπλεκαν στεφάνι μαρτυρίου,
μα εσύ δεν έλεες το σκοπό ν’ αφήσεις το μεγάλο.

Πήρες στον ώμο το σταυρό καθώς ο Ναζωραίος,
δοκίμασες τα βάσανα κι’ εσύ στην εξορία,
μα δεν ελιγοθύμησες, ήσουν πολύ γενναίος.
Αδάκρυτος εδόθηκες υπέρτατη θυσία.

Ψαλμοί νεκρώσιμοι ήτανε τα λόγια τα στερνά σου,
γιατί προμάντευες σωστά το τι σε περιμένει.
Σε τύλιξαν στο σάβανο του ματωμένου ράσου
και σε μιαν άκρη σ’ έβαλαν, ακόμα φοβισμένοι.

Σ’ εχθρού το χώμα (σε ξένο χώμα) αν ήτανε γραφτό σου να πεθάνεις,
μα η χώρα, που τ’ αδέρφια σου πατούν, δεν είναι σκλάβα.
Ο άνθρωπος μοιάζει μ’ όνειρο, σε μια στιγμή τον χάνεις,
μόνο τα έργα αφήνουμε για θύμηση στο διάβα.

Κι εσύ έγινες αθάνατος με την πικρή θανή σου.
Αν σε τραβάει καμιά φορά της γης η νοσταλγία,
μάτια πολλά θα σε ζητούν, πουλί του παραδείσου,
ψυχές πολλές θα καρτερούν τη θεία σου ευλογία.

     Πάρνηθα,  25.9.36                    Γ. Ηπειρώτης
                                                (Γιώργος Κοτζιούλας)


 Σημείωση Γ. Κοτζιούλα: «Αν δώσετε το ποίημα πουθενά για δημοσίεψη, μην αλλάξετε το ψευδώνυμο γιατί έχει το λόγο του».

Γ. Κοτζιούλας, Ο Θεόφιλος στο Κολωνάκι, Νέοι Σταθμοί, τεύχ. 10-11 (3-6-1947) 72-73.


Πρόκειται για ένα σημαντικό  δυσεύρετο  κριτικό κείμενο το οποίο μου το έδωσε ο υιός του Γ.Κοτζιούλα , Κώστας Κοτζιούλας και τον οποίο ευχαριστώ, 




Τύχη που την είχε αυτός ο Χατζημιχαήλ από τη Μυτιλήνη! Όσο ζούσε, τον παρανόμιζαν οι πατριώτες του «τσολιά», εξαιτίας της φουστανέλας που εξακολουθούσε να φοράει, κι εξάπαντος δε θάχαν σπουδαία ιδέα για τη φρονιμάδα του βλέποντας έναν ώριμο άνθρωπο να τριγυρνάει ερημοσπίτης, με χρώματα μες στο σελάχι του, έτοιμος να ζωγραφίσει επιφάνειες τοίχων σ’ εξοχικά μαγαζιά, καφενεία, ταβέρνες, όπου τύχαινε, αρκεί να τούδιναν την άδεια κι ένα κομμάτι ψωμί ή τουλάχιστο τις μπογιές που χρειαζόταν. Πέρασε έτσι μια ανερμάτιστη, στερημένη ζωή μεταξύ του γενέθλιου νησιού του και του φιλόξενου Πήλιου, έχοντας για μόνη του περιουσία μια κασέλα για να φυλάει τις εικόνες και τα χαρτιά απ’ όπου αντλούσε τα θέματα της ζωγραφικής του, μην αφήνοντας τις απαιτήσεις του να φτάσουν παραπέρα απ’ τον επιούσιο άρτο, ευχαριστημένος που τον άφηναν να πραγματοποιεί τις φαντασίες του απάνω στα ξένα ντουβάρια. Κι έρχεται τώρα η φήμη, λίγα χρόνια ύστερα από το θάνατό του, να τον εκθειάσει με υπερβολή, σα νάθελε να τον αποζημιώσει για την αφάνεια όλης της ζωής του, αυτόν τον ταπεινό, θεόφτωχο, αγνοημένο φουστανελά, που είχε περιφέρει τον εαυτό του και τη λόξα του σαν ένας ζωντανός αναχρονισμός ανάμεσα στον πεζό κόσμο ανθρώπων της ανάγκης, ανίδεων απ’ τα μάγια της τέχνης. Έρχεται η αναγνώριση μεταθανάτια και τον μεταχειρίζεται σα χαϊδεμένο παιδί της, αυτόν τον αχαΐρευτο, και τον οδηγεί στις αίθουσες του Βρεταννικού Ινστιτούτου, για να περάσει από μπρος του η καλλιεργημένη αριστοκρατία και ν’ ακούσει απ’ το στόμα της λόγια θαυμασμού, αυτός ο άσημος ως τα χτες που ξημερώθηκε να τον γνωρίζουν όλοι και να τον συζητούν με το μικρό όνομά του – Θεόφιλο σκέτα, δίχως επώνυμο, σα ν’ απαλλοτρίωσε για πάντα την ονομασία σ’ αυτόν τον κλάδο, όπως έγινε πριν από αιώνες με το Σωκράτη στη φιλοσοφία, με το Φειδία στη γλυπτική.
Από πού προέρχεται αυτή η ανέλπιστη αλλαγή και ποια μπορεί νάναι η εξήγησή της; Μήπως ισχύει αληθινά αυτό που λένε και γράφουν μερικοί πως ο τεχνίτης πρέπει να γεράσει ή να πεθάνει πρώτα για να επιβληθεί στους συγχρόνους του; Και μήπως ταξιδεύτηκε ο Θεόφιλος απ’ το φιλότεχνο ωστόσο νησί του γιατί, σύμφωνα με μια άλλη διαδομένη αντίληψη, κανένας προφήτης δεν επιβάλλεται στην πατρίδα του; Είναι, τέλος, άξιος ο καλλιτέχνης μας όλου αυτού του θορύβου που γίνεται γύρω απ’ το όνομά του από ειδήμονες και μη; Να ερωτήματα που γυρεύουν απάντηση, ζητήματα όπου είναι αναγκαία η συμβολή του καθενός, απ’ την άποψη πως όλοι μας αποτελούμε το λεγόμενο κοινό και δικαιούμαστε νάχουμε γνώμη απάνω σε τέτιες περιπτώσεις.
Η περίπτωση του Θεόφιλου ενδιαφέρει προπάντων γιατί θέτει ακόμα μια φορά το πρόβλημα της λαϊκής τέχνης με όλα τα σχετικά. Έχουμε έναν τεχνίτη ασπούδαχτο, αυτοδημιούργητο, χωρίς μαθητεία σε σχολές, σπουδές στο εξωτερικό και τα λοιπά. Μόνος του έμαθε την τέχνη των χρωμάτων, κοιτάζοντας μόνο έργα των άλλων, ακολουθώντας κατά κύριο λόγο το ένστιχτό του. Και αυτός ο άνθρωπος με τις λειψές γνώσεις, με τα μεγάλα κενά έφτασε στο σημείο αν όχι να συναγωνιστεί επίφοβα τους αναγνωρισμένους συναδέλφους του, τουλάχιστο να προκαλέσει στα σοβαρά την προσοχή τους, να τους βάλει σε σκέψεις. Τι, έχει ακόμα πέραση η αγραμματοσύνη στη ζωγραφική; Αυτή η απορία μας γεννιέται αυτόματα όταν βλέπουμε πίνακες του Θεόφιλου.
Φαίνεται πως οι σπουδές, η μόρφωση είναι ένας τρόπος, ο κανονικός κι ο πιο συνηθισμένος, για να γίνει κανείς ζωγράφος. Όταν όμως μια τέτοια ροπή παρουσιαστεί σ’ έναν άνθρωπο που στερείται τα τεχνικά εφόδια, και μάλιστα σε κάπως προχωρημένη ηλικία, σαν όψιμη εκδήλωση καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, η κλίση αυτή παρ’ όλες τις ελλείψεις έχει τη δυνατότητα να μην καταπνιγεί. Έτσι ο ερασιτέχνης, ακολουθώντας δικά του μονοπάτια, φτάνει συχνά στο ίδιο αποτέλεσμα, καμιά φορά και καλύτερο, με τους πιο ευνοημένους απ’ αυτόν συναδέλφους του. Τα παραδείγματα δε λείπουν. Μου έρχεται στο νου αυτή τη στιγμή τ’ όνομα ενός άλλου ασπούδαχτου, του Παλιούρα, που είχε απασχολήσει τον αθηναϊκό τύπο πριν από 15-20 χρόνια, καθώς και το φαινόμενο ενός πασίγνωστου μποέμ, του πολυτεχνίτη Γολέμη, που βάλθηκε στα γεράματά του, στα καλά καθούμενα, να ζωγραφίζει. Θα υπάρχουν και πολλοί άλλοι, άγνωστοι τεχνίτες του λαού, προπαντός αγιογράφοι, αλλά και πλανόδιοι απεικονιστές με αμφίβολη αξία, που κάνουν ωστόσο τη δουλειά τους, για να ξεχαστούν σε λίγον καιρό.
Αυτή την τύχη πρόκειται νάχει κι ο Θεόφιλος; Δεν το πιστεύω. Από τις αναλύσεις που τούκαμαν οι τεχνοκρίτες ίσαμε την εντύπωση που άφησε σ’ απλούς επισκέπτες της μετά θάνατον έκθεσής του βγαίνει η διαπίστωση, λίγο ως πολύ, πως ο ζωγράφος αυτός με την πρόχειρη κατάρτιση και τα πρωτόγονα μέσα έχει κάθε δικαίωμα να καταλάβει μια θέση στον περίβολο της τέχνης, αν όχι και να προβληθεί σα μοναδική φυσιογνωμία, σαν κορύφωμα της λαϊκής ζωγραφικής. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε την αφετηρία του και τον κύκλο όπου ανήκει από φυσικού του. Αυτό θα μας βοηθήσει να τον τοποθετήσουμε σωστά, έστω κι αν δεν κατέχουμε όσο χρειάζεται τα στοιχεία που θα τον έκριναν οριστικά.
Ο Θεόφιλος, πιστός στην προέλευσή του, ακολουθεί την ελληνική παράδοση που μας κληροδοτήθηκε με τις ζωγραφιές των εκκλησιών και με τις λαϊκές φυλλάδες. Από κει ξεκινάει, εμπνέεται, παίρνει πολλά θέματά του. Η μυθική Ελλάδα, το Βυζάντιο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, η περίοδος του Εικοσιένα, γίνονται όλα πηγές σ’ αυτόν τον ασυναίσθητο μεγαλοϊδεάτη που ζητούσε ν’ αναβιώσει το αρχαίο κλέος και τις νεώτερες παληκαριές, ακόμα και με τη ντυμασιά που φορούσε και που μ’ αυτήν ίσως γύρευε να σκεπαστεί η κρυμμένη του μειονεξία. Το γεγονός είναι πως στις παραπάνω συνθέσεις, αντιγραφές το περισσότερο, φυσούσε δική του πνοή και τις ζωντάνευε απρόοπτα με την αφέλειά του. Εκεί όμως που κερδίζει ακέρια τη συμπάθειά μας είναι οι σκηνές του εκ του φυσικού, όπως το μάζωμα των ελιών, το ψάρεμα με την τράτα, ο πανηγυριώτικος χορός, η βλάχα της Καλαμπάκας και άλλα τέτια χαριτωμένα, όπως και προσωπογραφίες καμωμένες με πολύ γούστο και με το ρεαλισμό βέβαια που διακρίνει όλη την τέχνη του. Σ’ αυτά τα κομμάτια ο Θεόφιλος μας δίνει όλο το μέτρο της αξίας του, ενώ με το ζωηρό χρωματισμό του, με τους ανεπιτήδευτους τόνους του δίνει κι ένα γερό μάθημα στους ακαδημαϊκούς ζωγράφους που εννοούν να διδάσκονται πιο πολύ απ’ τα βιβλία παρά απ’ τη φύση. Αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα το θαλασσινό στοιχείο του Θεόφιλου καθώς κι η σύνδεση, η διασταύρωση του αιγαιοπελαγίτικου κόσμου μας με τον αντικρινό της Μικρασίας, που αδερφώνονται στο έργο του πέρα από εθνικισμούς και μισαλλοδοξίες.
Κλείνοντας το σημείωμα θα κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις ακόμα. Έτσι όπως ξεπρόβαλε ο Θεόφιλος και με τον τρόπο που δημιούργησε, αλάργα απ’ τα καθιερωμένα, χρειάστηκε να τον ανακαλύψουν. Κι η ανακάλυψη έγινε από έναν ξενιτεμένο συμπατριώτη του. Δηλαδή ο τοπικισμός έκαμε πάλι το θαύμα του. Άραγε θα έμενε άγνωστος ακόμα ο ζωγράφος μας χωρίς τη μεσολάβηση του μυτιληνιού τεχνοκρίτη; Θάθελα να το πιστέψω, αλλά δε φτάνω ως εκεί. Νομίζω πως η τάση για την υιοθέτηση της λαϊκής τέχνης είναι κάτι το γενικό, σημείο της εποχής μας. Η συγκατάβαση που έδειξε το Κολωνάκι για το έργο του Θεόφιλου έρχεται σα συνέχεια της σκυριανής καρέκλας και του αιγινήτικου κανατιού. Είναι ένα απέριττο στολίδι που κολακεύει, από αντίδραση ας πούμε, τα εκλεπτυσμένα τους γούστα. Μα ο φτωχός Θεόφιλος δεν προόριζε τις ζωγραφιές του γι’ αυτούς. Τις άφησε αμανάτι και χάρισμα εκεί που τον τάιζαν ψωμί, δηλαδή πάλι στο λαό. Κι αν έβλεπε την υποδοχή που του κάνουν εδώ οι ευρωπαϊσμένοι αστοί, θα μόρφαζε από πίκρα ή περιφρόνηση, ανάλογα με το βαθμό της εξέγερσής του. Θα σκεφτόταν πως, αν αυτοί οι κουβαρντάδες των σαλονιών είχαν πραγματικό ενδιαφέρο για την τέχνη και τους τεχνίτες, δε θ’ άφηναν τόσα ταλέντα που εκδηλώθηκαν έτσι ή αλλιώς να πάνε χαμένα από έλλειψη μέσων ούτε θ’ άφηναν αυτόν τον ίδιον να εφευρίσκει μόνος του τη ζωγραφική, βαδίζοντας ψαχουλευτά στο σκοτάδι, σαν το λαϊκό στιχουργό που παιδεύεται να σουλουπώσει δεκαπεντασύλλαβο, δοκιμάζοντάς τον πρωτόγονα με το αυτί, ενώ τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μετρικές και συλλογές.