Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Παρασιτικός καταναλωτισμός :Οι ευθύνες της διανόησης

ΡΗΞΗ φ.86/23.6.2012

     Σήμερα , ο ελληνικός λαός , σε μια προσπάθεια συλλογικής ενοχοποίησης κατηγορείται ότι ο ίδιος έχει τεράστιες ευθύνες  για την σημερινή χρεοκοπία  , διότι αντί να δρα ορθολογικά , άγεται  και φέρεται από τον υπερβολικό του συναισθηματισμό. Αυτές οι οποίες βέβαια παραλείπονται είναι οι ευθύνες της διανόησης  και φυσικά των πολιτικών ηγεσιών ,δηλαδή  τελικά αυτών που είχαν και το καρπούζι και το μαχαίρι.
    Εδώ και δύο δεκαετίες ο Π.Κονδύλης μας είχε προειδοποιήσει ότι δεν μπορούμε να καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε. Η  ενίσχυση μάλιστα της παραγωγικής ικανότητας προυποθέτει ότι ένα μέρος του εισοδήματος θα πρέπει να αφαιρείται από την κατανάλωση και στην συνέχεια να αποταμιεύεται και να επενδύεται. Μάλιστα η  εγκατάλειψη του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα προς όφελος των υπηρεσιών αφενός ενίσχυε την εξάρτηση της χώρας από τον διεθνή δανεισμό , αφετέρου μας μετατρέπει σε μια χώρα που εξαρτάται πλέον γεωοικονομικά  από την Τουρκία  ,η οποία στρέφει  πλέον όλη την  οικονομική της δραστηριότητά στην ανάπτυξη της παραγωγής. Είναι  χαρακτηριστικό ότι οι Τούρκοι προμηθεύονται το ελληνικό βαμβάκι για να μας το επιστρέψουν σε μορφή υφάσματος ή και ενδυμάτων.
Φυσικά οι σκέψεις αυτές δεν επηρέασαν στο ελάχιστο τις πολιτικές ηγεσίες οι οποίες συνέχισαν να ευνοούν τον παρασιτισμό αντί την παραγωγή. Με αυτόν τον τρόπο τα Ολυμπιακά Έργα , η έκρηξη της οικοδομής όσο και ο τουρισμός – με τον τρόπο που αναπτύχθηκε-, η άνοδος του χρηματιστηρίου , η λεηλασία και οι διαφθορά του δημοσίου – που φυσικά έγινε με κομματικές ευλογίες – επέτειναν την ανάγκη η ελληνική οικονομία να δανείζεται από το εξωτερικό, χωρίς όμως να δημιουργεί τις προυποθέσεις  για την εξόφλησή των δανείων.
      Συγχρόνως μια ιδεολογία που εκπέμπεται φορτικά  από τις τηλεοράσεις , τις εφημερίδες και τα λάιφ στάιλ περιοδικά ωθούν την ελληνική κοινωνία  σε μια εξωφρενική κατανάλωση αγαθών και εμπορευμάτων που στην πραγματικότητα έχουν μηδαμινή χρηστικότητα και σημασία. Η μετρημένη παραδοσιακή ελληνική ζωή  -προϊόν της ανάγκης και της στενότητας των μέσων- αλλά και νεότερα ριζοσπαστικά  κινήματα που επικρίνουν τον καταναλωτισμό  ρίχθηκαν  στο πυρ το εξώτερο. Προφανώς  η Ελλάδα έπρεπε  με ένα τεράστιο δρασκέλισμα να περάσει στην «μαζική δημοκρατία», που επικρατούσε στην Δύση ,  και στις   ηδονικές μεταμοντέρνες συνήθειες της , δίχως όλα τα προηγούμενα στάδια  που εκείνη πέρασε, κινδυνεύοντας , όπως άλλωστε και συνέβη, να φάει τα μούτρα της. Είναι   εντυπωσιακό ότι οι  κυρίαρχες πολιτικές τάξεις δεν πρόβαλαν ένα πρότυπο λιτής ζωής , αλλά εκπροσώπησαν  την πολυτελή διαβίωση  των νεόπλουτων και την επιδεικτική κατανάλωση.
     Βέβαια η  μαζική αύξηση της κατανάλωσης προϋπέθετε  την αύξηση των μισθών στο ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα. Το   γεγονός αυτό ξεπεράστηκε με την προτροπή στο δανεισμό .Οι Έλληνες για πρώτη φορά έμαθαν  για διακοποδάνεια, δάνεια για αγορά αυτοκινήτων , και πολλά άλλα παρεμφερή που τροφοδότησαν την σημαντική αύξηση της κατανάλωσης. Παρά την  κυριαρχία του μονεταρισμού , που πρεσβεύει τον έλεγχο της κυκλοφορίας του χρήματος ,υπήρχε μια υπερβάλλουσα ρευστότητα χρήματος που αναζητούσε αποδοτικές τοποθετήσεις και η οποία θα έπρεπε να διατεθεί στην αγορά .Για μια δεκαετία οι τράπεζες έδρεψαν κέρδη , τώρα όμως  ήρθε η στιγμή που δρέπουν ζημιές. Παρόλα αυτά το ιδιωτικό χρέος ,σαν ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πολύ μικρότερο   από άλλες χώρες , γεγονός που αποδεικνύει ότι οι Έλληνες σε μεγάλο βαθμό διατήρησαν ένα μετρημένο τρόπο ζωής , τις αποταμιευτικές τους συνήθειες  και  την παραδοσιακή νοικοκυροσύνη τους.
      Το ίδιο διάστημα  φιλελεύθεροι διανοούμενοι σαν  τον Νίκο Δήμου  κατηγορούσαν την κριτική  στον καταναλωτισμό σαν πουριτανισμό , ακόμη και σαν ολοκληρωτισμό και προέτρεπαν  με αυτόν τον τρόπο στην μαζική κατανάλωση. Έγραφε  τον Απρίλιο του 2006 , με αφορμή την υπεράσπιση των MALL Πίσω από την καταδίκη της καταναλωτικής κοινωνίας κρύβεις δύο πανάρχαιες, ανομολόγητες τάσεις. Τον πουριτανισμό και τον ολοκληρωτισμό» (  http://nikosdimou.blogspot.gr/2006/04/blog-post_27.html).
     Ούτε οι βουδιστικές αναζητήσεις του ,στάθηκαν ικανές  ώστε να δει με κριτικό βλέμμα την απειρία αναγκών που κατασκευάζει  παρά ικανοποιεί ο καταναλωτισμός , αλλά ούτε έλαβε υπόψην την ανάλυση του Μ.Βέμπερ που κατέληξε   στο συμπέρασμα ότι στο αρχικό του , τουλάχιστον στάδιο ο καπιταλισμός , που ο Ν.Δήμου θαυμάζει και εγκωμιάζει απεριόριστα  ,χρειάστηκε για να συσσωρεύσει κεφάλαιο , να περιορίσει  με την συνδρομή του προτεσταντισμού ,την κατανάλωση με  δραστικό   τρόπο.  
            Αν στην ελληνική κοινωνία είχε κυριαρχήσει ένα διαφορετικό σύστημα αξιών , που δεν θεωρεί ότι η ύπαρξη εξαντλείται στα εμπορεύματα που  καταναλώνει , αλλά πίστευε ότι οι μη χρηματικές αξίες έχουν σημασία αναντικατάστατη και πρωταρχική , ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι σημαντικότερες από τις σχέσεις με τα εμπορεύματα  , ότι η λιτή ζωή είναι αξιοπρεπέστερη ,τότε ο παρασιτικός καταναλωτισμός  δεν θα είχε βρεί έδαφος να ριζώσει. Η Ελλάδα θα ήταν παραγωγική , σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης  και η εξάρτηση της από το εξωτερικό ιδιαίτερα περιορισμένη.
Τώρα διανοούμενοι που υποστήριξαν  απόψεις  σαν του Νίκου Δήμου δεν παρουσιάζουν  κανένα ίχνος αυτοκριτικής. Δεν έγραψαν ότι  «τότε  κάναμε λάθη», δεν αποδέχθηκαν ότι και με την δική τους συμβολή η ελληνική κοινωνία ακολούθησε τον λάθος   δρόμο, που σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε τους ιδιώτες σε αδιέξοδο  και την πατρίδα στην πιο ταπεινωτική και βαριά κατοχή από τους δανειστές  της .
Βεβαίως τώρα υποστηρίζουν την λιτότητα που μας επιβάλλει η «εξοχότατη »  κατά Τζήμερο, κ.Μέρκελ. Συγχρόνως κατηγορούν τον ελληνικό λαό ότι είναι συναισθηματικός και δεν σκέπτεται με την λογική, ενώ εξυφαίνει  για να παρηγορηθεί σενάρια συνωμοσίας. Η πραγματικότητα είναι ότι  για τον παρασιτικό καταναλωτισμό έχει τεράστια ευθύνη ένα μέρος της διανόησης και των μέσων ενημέρωσης  .Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια , που κατανάλωνε με μεγάλη φειδώ υπήρξε ο μεγάλος της εχθρός , που έπρεπε να ξεθεμελιωθεί. Βεβαίως   αυτοί που  λεηλάτησαν το ελληνικό δημόσιο , οι μιζαδόροι των εξοπλισμών, οι ποντικοί της υγείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης , αυτοί που υπερτιμολόγησαν τα  δημόσια έργα και υπεξαίρεσαν τα έσοδα των διοδίων , αυτοί που έλαβαν τις μίζες της ΖΗΜΕΝΣ και όσοι συμμετείχαν στο ξέπλυμα του μαύρου χρήματος  δεν κατέχονταν από κανένα συναισθηματισμό – εκτός της απληστίας – αλλά  αντίθετα χρησιμοποίησαν  «ορθολογικά » όλα τα μέσα για να πετύχουν ένα σκοπό , ανεξάρτητα αν ο σκοπός τους ήταν άθλιος.
Από  αυτά την πλευρά οι απατεώνες που διαχειρίστηκαν   την εξουσία ήταν ορθολογιστές ως προς τα μέσα που διαχειρίστηκαν ,και   όπως κάθε άνθρωπος είχαν ένα συναισθηματικό κομμάτι ,μόνο που αυτό από αυτό ήταν το πιο σκοτεινό : πρόκειται για την  απληστία , που τους κατείχε  ως αποτέλεσμα αλαζονείας , αγραμματοσύνης , τυχοδιωκτισμού , άκοπου νεοπλουτισμού  και η οποία τους ώθησε να συσσωρεύουν τεράστια ποσά  για τα οποία  καλείται η σημερινή ελληνική κοινωνία  και οι γενεές που θα ακολουθήσουν να πληρώσει  ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα .

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Δ.Τζωρτζόπουλος:Π.Κονδύλης ,Θεωρία και πράξη της Απόφασης



Παναγιώτης Κονδύλης
1943-1998


Απόφαση και κοσμοεικόνα

§1

Πώς ορίζει την απόφαση ο Π. Κονδύλης; Ως «πράξη ή διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού (γερμανικά: Ent-scheidung), από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση»[1]. Για να υλοποιείται μια τέτοια –ή και οποιαδήποτε– πράξη προϋποτίθενται ως κύρια, ανάμεσα σε πολλά άλλα δευτερογενή, δυο τινά: ένα υποκείμενο και ένα αντι-κείμενο. Το μεν πρώτο αποφασίζει, το δε δεύτερο υπάρχει αντι-κειμενικά ως ένας ανομοιογενής κόσμος  που για τον λογισμό, τα ενδιαφέροντα ή τα συμφέροντα του υποκειμένου, γενικώς για το αυτοσυντηρούμενο Είναι του συγκεκριμένου υποκειμένου, άρα και για την εικόνα, την αντίληψη που τούτο εδώ έχει για τον κόσμο, δεν απηχεί ή δεν εξυπηρετεί εξειδικευμένα νοήματα, καθορισμένες βλέψεις, προσανατολισμούς ή ανάγκες, γενικώς το βουλησιαρχικό, το προς αυτοσυντήρηση ή το κοσμοθεωρητικό του πράττειν. Αυτή η αντικειμενική κατάσταση, σε κάθε περίπτωση, προϋπάρχει, είναι πρωταρχική-αρχέγονη κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερες επεξεργασίες, η οποία αποκτά πιο ειδικά νοήματα και εκτυλίσσεται περαιτέρω σε έναν πιο οργανωμένο, πιο τακτοποιημένο και έτσι πιο αξιόπιστο ή αποδεκτό κόσμο  για το ίδιο το υποκείμενο από τις αποφάσεις, ήτοι την Απόφαση του τελευταίου τούτου.  Αυτή η Από-φαση προορίζεται να χωρίσει, να αποκόψει διαμερίσματα, τμήματα, ενδογενή στοιχεία του δεδομένου προκαταρκτικού κόσμου και να τα μοιράσει πρωτίστως σε ενδιαφέροντα και μη-ενδιαφέροντα. Στη βάση αυτού κυρίως του διαχωρισμού, της κατάταξης ή της διευθέτησης, απαρτίζει το υποκείμενο ένα πρώτο, πρό-χειρο σχέδιο της κοσμοεικόνας ή της κοσμοθεωρίας του.

§2

Η Απόφαση, ως έννοια, είναι μία και τείνει να νομιμοποιείται ως κοσμοθεωρία, κοσμοεικόνα εν γένει. Οι αποφάσεις όμως  είναι πολλές και μας παραπέμπουν σε εξίσου πολλές κοσμοθεωρίες ή κοσμοεικόνες. Γιατί είναι πολλές; Επειδή υπάρχουν πολλά υποκείμενα αποφάσεων με  αντιστοιχία σε ένα σύνολο προκαταρκτικών κόσμων.  Ετούτο το σύνολο έχει τον χαρακτήρα αυτού που υπάρχει αντικειμενικά και το οποίο, ως αντικειμενικά υπαρκτό, «δονείται» εκάστοτε από τους φαινόμενους κόσμους που κατασκευάζει η απόφαση του υποκειμένου.  Ετούτοι οι φαινόμενοι κόσμοι είναι οι δυνατοί κόσμοι της κοσμοθεωρητικά προσανατολισμένης απόφασης του υποκειμένου και της ερμηνευτικής της/του προοπτικής. Με δεδομένο ότι η απόφαση, καθότι πράξη αποκοπής, είναι λιγότερο ή περισσότερο βιασμός του αντικειμενικά υπαρκτού, το πεδίο δράσης του υποκειμένου καθορίζεται σχεδόν ασφυκτικά από τα όρια αυτής της απόφασης και της κοσμοεικόνας της. Το υποκείμενο συναναστρέφεται τόσα όσα του προσφέρει αυτή η κοσμοεικόνα. Κατασκευάζει εχθρούς και φίλους δυνάμει της τελευταίας τούτης. Τούτο σημαίνει ότι εχθροί και φίλοι συνάπτονται με ανάλογες αποφάσεις –εκ μέρους του υποκειμένου– για υπεράσπιση, προβολή, καθίδρυση της κοσμοεικόνας του. Σημαίνει, κατ’ επέκταση, ότι η κοσμοεικόνα είναι ο μάρτυρας και ο ρυθμιστής της ταυτότητας του υποκειμένου. Άρα και ο αγώνας για την υπεράσπισή της είναι απόφαση αυτοδικαίωσης, κάτι που του επιτρέπει κατά κανόνα να βλέπει μόνο πώς θα μπορεί να βρίσκει την ανύψωσή του μέσα στην κοσμοεικόνα και όχι πόσο ίσως υπολείπεται του αληθινού εαυτού του.   



[1] Π. Κονδύλης: Ισχύς και απόφαση, σ. 23.

Κ.Κουτσουρέλης:Π.Κονδύλης - Κ.Παπαιωάννου: Παράλληλοι και αντίδρομοι


Κώστας Κουτσουρέλης 
Ακόμη και σε μια πρώτη ματιά, το γιατί οι δρόμοι που πήραν ο Κώστας Παπαϊωάννου και ο Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξαν σε μεγάλο τους τμήμα παράλληλοι, πρέπει να είναι ευδιάκριτο. Μιλώ βεβαίως για εκείνη τη σειρά των βιογραφικών συμπτώσεων που τους συνδέουν, συμπτώσεων που εξηγούν ώς έναν βαθμό και την εσωτερική συνάφεια του έργου τους, και δικαιολογούν την συνεξέτασή του.
Έτσι, και οι δύο υπήρξαν γόνοι αστικών, καλλιεργημένων οικογενειών, γεγονός που άφησε τα ίχνη του πρώτα απ' όλα στην εδραία ανθρωπιστική παιδεία τους. Και οι δύο ξεκινώντας θα στρατευθούν πολιτικά στις τάξεις της ελληνικής αριστεράς και θα συμμεριστούν σε καιρούς δύσκολους την ιστορική της μοίρα· ο Παπαϊωάννου κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της πρώτης εμφυλιοπολεμικής περιόδου, ο Κονδύλης στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του 1960 και της δικτατορίας. Και οι δύο θα αποστασιοποιηθούν γρήγορα από την πρώτη τους εκείνη συμπαράταξη με το κομμουνιστικό κίνημα, θα περάσουν μάλιστα στη χορεία των διεισδυτικότερων κριτικών του. Και οι δύο θα δώσουν πρώιμα δείγματα του συγγραφικού τους ταλέντου στα ελληνικά, προτού μετοικήσουν εν συνεχεία σε ξένη χώρα και ξένη γλώσσα – την Γαλλία και τα γαλλικά ο Κ.Π., την Γερμανία και τα γερμανικά ο Π.Κ. Στις χώρες αυτές θα συμπληρώσουν τις σπουδές τους και θα γράψουν τα γνωστότερα βιβλία τους. Και οι δύο θα δουν τα γραπτά τους να αναγνωρίζονται ευρέως στο εξωτερικό, την ίδια ώρα που στην Ελλάδα θα προσκόπτουν συχνά στην άγνοια ή την αδιαφορία. Τέλος, και οι δύο θα πεθάνουν νωρίς, αφήνοντας πίσω τους ένα έργο ογκώδες, στα ουσιώδη του σημεία με ακρίβεια διαγεγραμμένο, αλλά παρ' όλ' αυτά ασφαλώς ανολοκλήρωτο: στα πενήντα πέντε του χρόνια ο Παναγιώτης Κονδύλης, ένα μόλις έτος πρεσβύτερος ο Κώστας Παπαϊωάννου.
Τούτες οι βιογραφικές συμπτώσεις από μόνες τους είναι νομίζω αρκετά χτυπητές. Και γίνονται εντυπωτικότερες αν δίπλα τους παραθέσει κανείς μια σειρά από άλλες συγγένειες, εσωτερικότερες αυτή τη φορά. Η πρώτη από αυτές έχει να κάνει με την διφυΐα του συγγραφικού έργου των δύο συγγραφέων, το οποίο μοιράζεται μεταξύ ιστορίας των ιδεών και των μορφών, από την μια πλευρά, και φιλοσοφικής ανθρωπολογίας και οντολογίας, από την άλλη. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν βιβλία όπως το Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα του Παπαϊωάννου και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός του Κονδύλη, που χαιρετίστηκαν από την κριτική, ανατυπώθηκαν και μεταφράστηκαν επανειλημμένα, και απέκτησαν συν τω χρόνω περιωπή κλασσικού συγγράμματος. Στην δεύτερη, ανήκουν τα κείμενα που περιέχουν τον σκληρό πυρήνα της σκέψης τους, και εννοώ εδώ για τον μεν Παπαϊωάννου τα πρώιμα ελληνόγλωσσα φιλοσοφικά του δοκίμια, για τον δε Κονδύλη το Ισχύς και Απόφαση αλλά και την ημιτελή Κοινωνική Οντολογία.
Μια δεύτερη συγγένεια αφορά την μακρόχρονη προσήλωση και των δύο διανοητών στις μορφές του Χέγκελ και του Μαρξ. Δεν θα κομίσω γλαύκα ες Αθήνας, απαριθμώντας τη μακρά σειρά των κειμένων του Παπαϊωάννου που αναφέρονται ευθέως στον Χέγκελ ή στον Μαρξ. Περιορίζομαι στη μνεία των ομόθεμων κειμένων που φέρουν την υπογραφή του Παναγιώτη Κονδύλη. Αρχής γενομένης από την ογκώδη διατριβή του για την Γένεση της διαλεκτικής στο έργο των Χαίλντερλιν, Σέλλινγκ και Χέγκελ, εγχείρημα που έχει ως απώτατο κίνητρό του την διασαφήνιση του γενεαλογικού δέντρου απ' όπου ανεφύη ο μαρξικός διαλεκτικός υλισμός, ο Κονδύλης θα στρέψει αργότερα το ενδιαφέρον του στον ίδιο τον Μαρξ. Η μετάφραση και ο υπομνηματισμός της διατριβής του τελευταίου Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας, η συναγωγή των μαρξικών (και ενγκελσιανών) κειμένων που απαρτίζουν τον τόμο Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, οι δίδυμες μελέτες για τον Μαρξ και την Αρχαία Ελλάδα είναι μερικά ακόμη τεκμήρια αυτού του ενδιαφέροντος, όχι όμως και τα μόνα.
Μια τρίτη συγγένεια, ουσιαστικότερη, μπορεί να εντοπιστεί στην δραστηριότητα του Παπαϊωάννου και του Κονδύλη ως κριτικών των πολιτικών ιδεολογιών, και ιδίως στην πρωιμότητα των διαγνώσεών τους. Οι μελέτες του Παπαϊωάννου για το ολοκληρωτικό κράτος εκπονούνται την κρίσιμη δεκαετία του 1950, πάνω στο αποκορύφωμα δηλαδή της ακτινοβολίας του σοβιετικού παραδείγματος ακόμη και μεταξύ των δυτικών διανοουμένων. Την ίδια εποχή ωστόσο, και διόλου τυχαία, θα αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται και η αντισοβιετική κριτική. Το βιβλίο της Χάννας Άρεντ για τις Καταβολές του ολοκληρωτισμού, θυμίζω, πρωτοδημοσιεύεται στα 1951. Οι σχετικές μελέτες του Παπαϊωάννου βλέπουν το φως της δημοσιότητας στο διάστημα 1954-1959. Εκ των υστέρων, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς ποια θα ήταν η απήχηση των κειμένων αυτών, που γράφτηκαν όλα στα ελληνικά, αν είχαν δημοσιευθεί εγκαίρως σε μια γνωστότερη γλώσσα. Όμως ώς το 1959 και με την εξαίρεση ορισμένων άρθρων του ο Παπαϊωάννου δημοσιεύει αποκλειστικά στα ελληνικά.
Αναλόγως πρώιμη είναι και η κριτική ενασχόληση του Κονδύλη με το ιστορικό φαινόμενο και το πολιτικό παρόν του συντηρητισμού. Η σχετική μονογραφία του θα δει το φως της δημοσιότητας το 1986. Θυμίζω ότι η Θάτσερ κυβερνά στη Βρεταννία από το 1979, ο Ρέηγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1980, ενώ η πλήρης επικράτηση της πολιτικής ιδεολογίας με την οποία συνέδεσαν οι δυό αυτοί ηγέτες το όνομά τους, θα σημειωθεί μόλις κατά την δεκαετία του 1990, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η κριτική του Κονδύλη στον συντηρητισμό του 20ού αιώνα δεν είναι απλώς πρώιμη αλλά και η ριζικότερη που έχει ποτέ διατυπωθεί. Ο συγγραφέας θεωρεί τον σύγχρονο συντηρητισμό φαινόμενο ψευδώνυμο και του αρνείται κάθε ιστορική συνάφεια με το ομώνυμο ρεύμα των προηγούμενων αιώνων. Ανατρέχοντας στη διαπάλη των πολιτικών ιδεών κατά τους Νέους Χρόνους, δείχνει ότι ο ιστορικός συντηρητισμός συνδέεται άρρηκτα με τους υποστηρικτές του Παλαιού Καθεστώτος που ανέτρεψε η Γαλλική Επανάσταση, και την μετέπειτα Παλινόρθωση, και ότι εκμετρά ουσιαστικά το ζην το 1848, όταν οι τελευταίοι εναπομείναντες εκπρόσωποί του, μέλη της κληρονομικής αριστοκρατίας και των ανά την Ευρώπη Αυλών, προσχωρούν εκόντες άκοντες, και ως ελάσσονες πλέον εταίροι, στο στρατόπεδο του φιλελεύθερου αστισμού. Αυτός ο τελευταίος θα επωμιστεί στο εξής το βάρος του αγώνα εναντίον των ιδεών της σοσιαλιστικής, σοσιαλδημοκρατικής και κομμουνιστικής Αριστεράς.
Το παράδοξο να επιβιώνει έως σήμερα ο όρος "συντηρητισμός" ενώ εξέλιπαν πλήρως οι δυνάμεις που ιστορικά τον εξέφραζαν, ο Κονδύλης το εξηγεί ως προϊόν πολεμικών αναγκών. Έτσι μια μερίδα της αριστεράς, στην προσπάθειά της να δυσφημήσει τους φιλελεύθερους αστούς αντιπάλους της, θα αρχίσει να τους αποκαλεί κατά σύστημα "συντηρητικούς" ή και "αντιδραστικούς". Την ίδια περίοδο, ένα τμήμα της ίδιας της αστικής φιλελεύθερης παράταξης, θορυβημένο από την ραγδαία άνοδο των αριστερών αντιπάλων του, θα υιοθετήσει για λογαριασμό του τον χαρακτηρισμό του "συντηρητικού", προκειμένου να διαχωρίσει ευκρινέστερα τη θέση του όχι μόνο από τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές, αλλά και από την αριστερόστροφη πτέρυγα του αστικού φιλελευθερισμού που αναζητούσε σημεία επαφής και συμβιβασμού με αυτούς τους τελευταίους. Οι οικονομικές ιδέες των Χάγεκ και Φρήντμαν, λ.χ., όπως εφαρμόστηκαν την τελευταία τριακονταετία, είναι μια τέτοια ευθεία επίθεση κατά του ρεφορμιστικού κοινωνικού φιλελευθερισμού, ιδίως του κευνσιανισμού, ο οποίος αποτέλεσε μεταπολεμικά το θεωρητικό υπόβαθρο της σοσιαλδημοκρατικής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και αλλού. Μολονότι οι συγγραφείς αυτής της γραμμής είχαν φροντίσει εξ αρχής να τονίσουν ότι πηγή έμπνευσης και θεωρητική τους αφετηρία στάθηκε ο ριζοσπαστικός κλασσικός φιλευθερισμός (εξ ου και το προσωνύμιο "νεοφιλελεύθεροι" που τους αποδόθηκε), οι πολιτικές δυνάμεις που έμελε να θέσουν τις ιδέες τους σε εφαρμογή δήλωναν επισήμως θιασώτες του "συντηρητισμού".
Ο Κονδύλης δείχνει γλαφυρά πόσο παράδοξο είναι το γεγονός να αυτοαποκαλούνται "συντηρητικοί", πολιτικοί όπως η Θάτσερ και ο Ρέηγκαν, των οποίων η πολιτική υπήρξε ακριβώς η βιαιότερη ρήξη με το κοινωνικοοικονομικό status quo, την οποία γνώρισε η Δύση τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Το φαινόμενο των ιδεολογικών μεντόρων της κυβέρνησης του Τζωρτζ Μπους του νεώτερου, που από τη μία πλευρά προωθούν την επαναστατική, ακόμη και διά των όπλων, εξαγωγή της "δημοκρατίας", του "ελεύθερου εμπορίου" και των δυτικών ιδεωδών σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη και ιδίως στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, και από την άλλη ονοματίζουν τον εαυτό τους "νεοσυντηρητικούς", είναι μια ακόμη επίρρωση του γνωστού γλωσσικού φαινομένου, του οποίου την κλασσική διάγνωση οφείλουμε στον Θουκυδίδη: των λέξεων δηλαδή που χάνουν βαθμηδόν το νόημά τους, διολισθαίνοντας τελικά στο αντίθετό τους.
*   *   *
Ο κατάλογος των σημείων στα οποία η σκέψη του Κώστα Παπαϊωάννου και εκείνη του Παναγιώτη Κονδύλη συγκλίνουν ή έστω διασταυρώνονται δεν εξαντλείται στα όσα ανέφερα. Ένας περισσότερο λεπτολόγος αναγνώστης θα μπορούσε να αποκομίσει ενδιαφέροντα συμπεράσματα, ακολουθώντας λ.χ. τα ίχνη που κατέλιπε στα κείμενα και των δύο η σκέψη και η παρουσία του Ραιυμόν Αρόν. Ή μελετώντας τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε στη διαμόρφωση τους η αρχαιοελληνική σκέψη και γραμματεία. Οι έννοιες της μάζας και της μαζικής δημοκρατίας είναι ένα ακόμη τέτοιο σημείο, διασταύρωσης περισσότερο παρά σύγκλισης, που επιτρέπει την συγκριτική εξέταση.
Εν προκειμένω, δεν θα επιμείνω. Κι αυτό, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να υπερτονίσουμε τα σημεία επαφής των δύο συγγραφέων και να υποτιμήσουμε τα διεστώτα τους χαρακτηριστικά. Και είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι αυτά τα τελευταία είναι και τα πλέον βαρύνοντα.
Εντελώς σχηματικά: Στην περιγραφική θεωρία της απόφασης του Κονδύλη, που έχει τις απαρχές της στην αξιολογική ουδετερότητα του Βέμπερ, αντιτίθεται ευθέως η ιστοριογραφική και φιλοσοφική στάση του Παπαϊωάννου, η οποία είναι εμφανώς στρατευμένη. Ο Παπαϊωάννου συμμεριζόταν ασφαλώς το χειραφετητικό ιδεώδες της εγελομαρξικής παράδοσης, παρ' όλη την κριτική που άσκησε σε ό,τι ο ίδιος θεωρούσε ως ιστορική στρέβλωσή του. Επιπλέον, η αρχαιοστρέφεια του Παπαϊωάννου, η εμμονή του δηλαδή στο όραμα ενός ελληνικού ουμανισμού, ικανού να αντισταθμίσει το φάσμα του ιστορικά μερικευμένου και κατακερματισμένου ανθρώπου που παρήγαγαν μαζικά οι Νέοι Χρόνοι, είναι και αυτή δείγμα σαφές της προτίμησής του για τον μάχιμα πολιτικό, ευθέως παρεμβατικό ρόλο του διανοουμένου.
Απ' εναντίας, ο Κονδύλης πίστευε ότι μόνο οι διανοούμενοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν τον κόσμο καλύτερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ειρωνευόταν δε τα ευγενή ιδεώδη των πάσης φύσεως οραματιστών, τα οποία θεωρούσε συλλήβδην κεκαλυμμένες αξιώσεις ισχύος. Από την μομφή αυτή δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να εξαιρεθεί η παπαϊωάννεια αντίληψη του πεπληρωμένου και ολοτελούς ανθρώπου, που διαβιοί συμφιλιωμένος με τον κόσμο και την φύση. Ο Κονδύλης, σε έσχατη ανάλυση, σε επίπεδο δηλαδή γνωσιολογικό, υπήρξε συνεπής μηδενιστής, αν και πάντα φρόντιζε να διευκρινίζει ότι ένας τέτοιος μηδενισμός αφορά αποκλειστικά τους "επαΐοντες του περιθωρίου". Η μετοχή στην κοινωνική πράξη προϋποθέτει αναγκαστικά την χρήση ιδεών. Ιδίως στην πολιτική αλλά και την θεωρητική διαπάλη, οι ιδέες δεν είναι παρά όπλα, που αντλούν το πρακτικό τους κύρος όχι από την αντιστοίχισή τους προς μια ανώτερη αλήθεια, αλλά από την ικανότητά τους να πλήξουν καίρια τον εκάστοτε αντίπαλο.
*   *   *
Υπάρχει ένα χωρίο του Θουκυδίδη που προσφέρεται όσο κανένα άλλο για να εικονογραφήσουμε τις διακριτές αυτές προσεγγίσεις και να αποτιμήσουμε το μέγεθος της απόστασης που τις χωρίζει. Πρόκειται για τον περίφημο Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων του Θουκυδίδη, τον οποίο σχολιάζουν και οι δύο συγγραφείς, ο Κώστας Παπαϊωάννου στο βιβλίο του για την αρχαιοελληνική τέχνη, ο Παναγιώτης Κονδύλης στον πρόλογο της ανθολογίας Ο φιλόσοφος και η ισχύς που ο ίδιος επιμελήθηκε και εξέδωσε στην Γερμανία το 1992.
Στα μάτια του Παπαϊωάννου, ο διάλογος αυτός είναι "η τελευταία αισχύλεια τραγωδία που μας κληροδότησε η κλασική εποχή" και ως τέτοια μας παρέχει τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε "σε ποιο βαθμό μηδενισμού είχε φτάσει η δίψα των Αθηναίων για την απόκτηση ισχύος". Ο "στυγνός ρεαλισμός" που κηρύσσουν οι Αθηναίοι και ο οποίος δεν γνωρίζει άλλη οδό παρά την άνευ όρων υποταγή των Μηλίων ή την ανελεή εξολόθρευσή τους, είναι για τον Παπαϊώαννου σημείο δηλωτικό της κατάρρευσης των κλασσικών αθηναϊκών ιδεωδών της εποχής του Σόλωνα και του Αισχύλου.
Το έστι δίκης οφθαλμός, η κλασσική ελληνική αντίληψη που έβλεπε την ανθρώπινη δικαιοσύνη ως κομμάτι αναπόσπαστο της ευρύτερης κοσμικής τάξης, καταρρέει την στιγμή κατά την οποία οι Αθηναίοι πρέσβεις επικαλούνται υπέρ τους την εύνοια των θεών, και διακηρύσσουν ότι ο θείος νόμος ταυτίζεται με τον φυσικό νόμο της επικράτησης του ισχυρού επί του ασθενέστερου. Τη στιγμή αυτή, την έννοια του κλασσικού μέτρου, του εξανθρωπισμένου κόσμου της τραγωδίας, διαδέχεται η παλινδρόμηση στον κόσμο της φυσικής βίας. Για τον Παπαϊωάννου, η άλωση της νησιωτικής πολιτείας και ο επακόλουθος παραδειγματικός εξανδραποδισμός των υπερασπιστών της συνιστά "θρίαμβο της ύβρεως". Η μετέπειτα παράδοση του αθηναϊκού δήμου στον λαϊκιστικό τυχοδιωκτισμό ενός Αλκιβιάδη, η σικελική καταστροφή και η τελική ήττα της πόλης δεν είναι παρά "η τιμωρία [που] θα έλθει με την αμείλικτη σκληρότητα του τιμωρού πεπρωμένου".
Η ερμηνεία του Κονδύλη δεν θα μπορούσε να είναι διαμετρικότερα αντίθετη. Αν για τον Παπαϊωάννου "ο πόλεμος φέρνει στην επιφάνεια τους παλιούς δαίμονες της ύβρεως και της παραφροσύνης που ο πολιτισμός καλύπτει με έναν λεπτό υμένα", για τον Κονδύλη ο πόλεμος, και ο Θουκυδίδης ως εξηγητής της παθολογίας του, φέρνει στην επιφάνεια την πραγματική και βαθύτερη φύση των ανθρώπων, και αποκαλύπτει "τι κινεί εκείνους και την ιστορία". Με τις ομιλίες των Αθηναίων κηρύκων "καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται στο άψε-σβήσε", "τα ιερά δεσμά της ηθικής και της θρησκείας καταρρακώνονται αιφνίδια". Όμως αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι πρόκειται για τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι για γεννήματα της φύσης. "Το αληθινό πρόσωπο της φύσης", σημειώνει ο Κονδύλης, "είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν", "η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου." Η επίκληση της δικαιοσύνης, στην οποία προσφεύγουν οι Μήλιοι είναι ένα μοιραίο σφάλμα, η πίστη τους "στην υπερίσχυση των ηθικών κανόνων γεννά απλώς φρούδες ελπίδες" και τους "ωθεί σε απελπισμένες και αυτοκαταστροφικές ενέργειες. Η πράξη θα όφειλε να προσανατολίζεται στους κανόνες της φρόνησης, οι οποίοι πάλι πρέπει να υπηρετούν τη φυσική επιταγή της αυτοσυντήρησης. Βεβαίως", συμπληρώνει ο Κονδύλης, "η αυτοσυντήρηση έχει διαφορετικό νόημα για τον ισχυρό, ο οποίος μπορεί να διατηρήσει την ισχύ του μονάχα διευρύνοντάς την συνεχώς, και για τον αδύνατο, ο οποίος σώζεται ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του ισχυρότερου".
Οι δύο αυτές αντίμαχες αναγνώσεις του Θουκυδίδη εκπροσωπούν σχεδόν ιδεοτυπικά τις κρατούσες σήμερα ερμηνείες του Αθηναίου ιστορικού, και για τον λόγο αυτό παραμένουν εξόχως επίκαιρες.
Η πρώτη από αυτές, που αντιστοιχεί στη γνώμη του Κονδύλη, πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης δίνει δίκαιο στους Αθηναίους και άδικο στους Μηλίους για την στάση τους στη μεταξύ τους διένεξη. Η έκβαση της εκστρατείας, η κυρίευση του νησιού, το αποδεικνύει εν τοις πράγμασι. Επιπλέον, οι Αθηναίοι έχουν δίκιο και για έναν άλλο, ακόμη κρισιμότερο λόγο. Στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαράθεσής τους με τους Λακεδαιμόνιους, οποιαδήποτε ταλάντευσή τους στο ζήτημα της Μήλου, θα ερμηνευόταν ως έλλειψη αποφασιστικότητας και αδυναμία. Αυτή πάλι με τη σειρά της θα ενθάρρυνε την αποσκίρτηση και άλλων δυσαρεστημένων συμμάχων των Αθηνών, και θα οδηγούσε στην τελική κατάρρευση της Αθηναϊκής συμμαχίας έναντι των αντιπάλων της. Οι Αθηναίοι, συνεπώς, δεν επέλεξαν ελαφρά τη καρδία την ολοκληρωτική εξόντωση των αδύναμων νησιωτών, ήταν οι ζωτικές ανάγκες του πόλεμου, εν ολίγοις η δική τους επιβίωση, που τους την επέβαλαν.
Αντιρρητική προς αυτήν την γνώμη, η άλλη κύρια ερμηνεία του διαλόγου, εντάσσει τα γεγονότα της Μήλου στο ευρύτερο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Έτσι τονίζει ότι ο Θουκυδίδης ξεκινά την εξιστόρηση της Σικελικής Εκστρατείας αμέσως μετά από την έκβαση εκείνης κατά της Μήλου. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να υπογραμμίσει παραστατικότερα την από μέρους των Αθηναίων αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεών τους, που στην περίπτωση των Σικελικών θα τους οδηγήσει στον όλεθρο και, αργότερα, στην οριστική ήττα και την ιστορική δύση της ηγεμονίας τους. Αυτή η αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεων τους είναι εν προκειμένω ό,τι ο Κώστας Παπαϊωάννου θα ονόμαζε "θρίαμβο της ύβρεως".
*   *   *
Συνοψίζω. Στις έσχατες, μη περαιτέρω αναγώγιμες παραδοχές τους, η σκέψη του Κώστα Παπαϊωάννου και εκείνη του Παναγιώτη Κονδύλη είναι αντίδρομες μεταξύ τους. Με κριτήριο τη θεώρηση του Παπαϊωάννου, η κονδύλεια ανθρωπολογία, που εδράζεται στην σταθερά της ισχύος, συνιστά σε τελική ανάλυση μια φιλοσοφία της ύβρεως, έναν βιολογικό αναγωγισμό που, ανεξαρτήτως προθέσεων, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησης. Με γνώμονα την οπτική του Κονδύλη, η σκέψη του Παπαϊωάννου, αυτού του φιλοσόφου της καταλλαγής, όπως τον αποκάλεσε ο Οκτάβιο Πας, δεν είναι παρά μια εκδοχή πλατωνίζοντος ουμανισμού, που παρά τις επιμέρους συλλήψεις του, στερείται εδραίου ανθρωπογνωστικού θεμελίου.
Παρ’ όλα αυτά, η συνεξέταση του έργου αλλά και της βιοπορείας των δύο αυτών συγγραφέων μπορεί να φέρει στην επιφάνεια και σημεία στα οποία πορεύονται παράλληλα. Κατά τούτη την έννοια, η απόπειρα της αντιπαραβολής τους ίσως φανεί και στο μέλλον εγχείρημα δελεαστικό.

Πηγή: Αντίφωνο, από τον συλλογικό τόμο Αφιέρωμα στον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου, Καβάφεια 2006: Δεκατέσσερις εισηγήσεις, πρόλογος Α. Αποστολόπουλος, επιμ. Δ. Αρμάος, Αθήνα 2008 ,ΑΝΤΙΦΩΝΟ:http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Ελλάδα-Ιστορία-ΓεωΠολιτική/Άρθρα/3692-Κώστας-Παπαϊωάννου-Παναγιώτης-Κονδύλης-Παράλληλοι-και-αντίδρομοι.html

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Π.Κανελλόπουλος :Ντεκάρτ και Γιάσπερς


Παναγιώτης Κανελλόπουλος
Ντεκάρτ και Γιασπερς
Από το πρώτο τεύχος της ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ, Απρίλιος 1976
Παν. ΚανελλόπουλοςΜια φιλοσοφική κριτική ενός φιλοσοφικού συστήματος είναι απ’ τα πιο δύσκολα και σπάνια κατορθώματα. Οι πιο πολλές κριτικές φιλοσοφικών συστημάτων —κι όταν είναι γραμμένες από αληθινούς φιλοσόφους— έχουν το θεμελιακό ελάττωμα, που έχει κάθε αντίρρηση: είναι δικανικές και ζητάνε να καταγγείλουν λογικά σφάλματα (σαν να επρόκειτο ν’ αμφισβητηθή η ακρίβεια ενός λογαριασμού) ή έχουν ένα σχηματικό χαρακτήρα. Ο ιδεαλιστής χτυπάει τόν υλιστή ως ύλιστή και ο υλιστής τον ιδεαλιστή ως ιδεαλιστή. Μ’ αυτές τις αντικρούσεις δεν αποκαλύπτεται σχεδόν τίποτε : ούτε εκείνος, που κρίνεται, αποκαλύπτεται, ούτε εκείνος, που κρίνει. Αν η φιλοσοφία ήταν μονάχα αυτό, πού λέμε «ιδεαλισμό» ή «υλισμό», «λογοκρατία», «αισθησιαρχία» ή «εμπειρισμό», θα ήταν περιττό να εξακολουθήσουμε φιλοσοφώντας. Το τι σημαίνουν τα σχήματα αυτά (και άλλα ακόμα), καθώς και όλα τα λογικά επιχειρήματα, που στηρίζουν ή ξεγυμνώνουν ώς αστήρικτη τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, όλα αυτά τά ξέρει ή ανθρωπότητα άπό καιρό και θα μπορούσαμε κάλλιστα να πούμε, ότι η φιλοσοφία έχει εξαντληθεί.
Και όμως η φιλοσοφία δεν εξαντλείται, ούτε θα φθάσει ποτέ στο τέρμα της. Άνθρωποι που φιλοσοφούν θα υπάρχουν πάντοτε, γιατί το αληθινό φιλοσοφικό «συμβεβηκός» μέσ' στη συνείδηση του ανθρώπου δεν έχει παρά μόνο μιαν εξωτερική και συμβατική σχέση με τα διάφορα σχήματα, που αναφέραμε πιο πάνω και που, αν ήσαν αυτά μονάχα η ουσία της φιλοσοφίας, η τέτοια ουσία θα είχε προ πολλού εξαντληθή. Στους πιο πολλούς φιλοσόφους, που ζουν μέσα στα σχήματα τα γνωστά, φιλοσοφικό δεν είναι σε μια παρένθεση ή σ’ ένα περιθώριο το ουσιαστικό και αυθόρμητο ξέσπασμα του άμεσου εαυτού των (του άσχετου από κάθε σχηματικό προσδιορισμό), φιλοσοφία είναι το αγκάλιασμα του κόσμου και της ζωής με μια βαθύτατη προσωπική ευθύνη, μ’ έναν ηρωισμό ανάλογο μ’ εκείνον, που δείχνει ο κατακτητής του κόσμου. Σημασία στην ύπαρξη ενός τέτοιου κατακτητού δεν έχει το αν θα καταφέρει αυτός και οι διάδοχοί του να κρατήσουν τις κατακτημένες χώρες, αλλά σημασία έχουν η κάθε μάχη και η στρατηγική πνοή, η κάθε πορεία και ο κάθε κίνδυνος, η κάθε θυσία και το κάθε βήμα (το πιο παραμικρό), σημασία έχουν ακόμα και οι ήττες και οι απώλειες. Με τέτοιο τρόπο θα εξακολουθούν πάντα να φιλοσοφούν οι άξιοι άνθρωποι στον κόσμο και μερικοί μάλιστα, λίγοι βέβαια, δεν θα ζητάνε καν να καλυφθούν κάτω από σχήματα συμβατικά. Σ’ αυτούς τους λίγους ανήκει ο Κάρλ Γάσπερς, που μου έδωσε αρκετές φορές ως τα τώρα την ευκαιρία να μιλήσω για την ύπαρξή του. Μου έδωσε—είπα την ευκαιρία; Όχι! Η διατύπωση είναι κακή. Ο Γιάσπερς μ’ ανάγκασε νά μιλήσω. Μιλώντας για τό έργο του —και μίλησα ως τα σήμερα πολύ λιγώτερο απ’ ό,τι έπρεπε— νοιώθω πάντα, ότι εκπληρώνω μίαν εντολή.
Σήμερα θα μιλήσω για το βιβλίο του Γιάσπερς «Ο Ντεκάρτ και η φιλοσοφία», που εκυκλοφόρησε τώρα τελευταία γερμανικά καί γαλλικά. Ο Γιάσπερς στα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του μας δίνει μια θαυμαστή στη σαφήνειά της περιγραφή των θεμελιακών συλλογισμών και θεωριών του Ντεκάρτ, αποκαλύπτοντας αμέσως μετά την περιγραφή—μ’ έναν εξαιρετικά φωτισμένο τρόπο— την έλλειψη ουσιαστικής σημασίας, που έχουν για τη ζωή μας οι συλλογισμοί του μεγάλου φιλοσόφου του δέκατου έβδομου αιώνα. Ο Γιάσπερς δεν χρησιμοποιεί κανένα σχήμα για ν’ αποκαλύψει στην κριτική του αυτά, που ζητάει. Ούτε καταγγέλει σφάλματα λογικά. Μ’ όλο τον βαθύτατο σεβασμό, που τρέφει στον άνθρωπο Ντεκάρτ —ένα σεβασμό, που του δείχνει προ πάντων στο τρίτο (και τελευταίο) κεφάλαιο του βιβλίου του— μας φέρνει ο Γιάσπερς άμεσα αντιμέτωπους στους συλλογισμούς και στο σύστημα του Ντεκάρτ και μας κάνει να νοιώσουμε μόνοι μας, μέσα στον βαθύτατο υποστασιακό πυρήνα του εαυτού μας, την αγωνία του ανθρώπου, που δεν λυτρώνεται με τον Ντεκάρτ. Δεν μπορούμε ν’ αναλύσουμε όλα όσα λέει ο Γιάσπερς στα τρία κεφάλαια του βιβλίου του. Θα επιχειρήσουμε μονάχα νά κάνουμε μιάν ενδεικτική περίληψη ωρισμένων σκέψεων, μια περίληψη, που, αφήνοντας πολλά κενά, θ' αποβλέψει μόνο να δώσει μια πρόχειρη εικόνα.
Ό θεμελιακός συλλογισμός του Ντεκάρτ, που ζητάει να βρει μια σταθερή βάση για όλες τις αλήθειες είναι ο ακόλουθος : Αμφιβάλλω για όλα. Ένα πονηρό πνεύμα μπορεί να με κάνει ν’ αμφιβάλλω και για τις μαθηματικές μου ακόμα αλήθειες. Ενώ όμως αμφιβάλλω και σκέπτομαι, ενώ διατυπώνω έστω πλάνες κι όχι αλήθειες, βεβαιώνω την ύπαρξή μου. Το ότι την ώρα, που σκέπτομαι, υπάρχω, αυτό είναι το μόνο βέβαιο και γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία. «Cogito ergo sum». Και συνεχίζει ο Ντεκάρτ το συλλογισμό του: αφού υπάρχει κάτι το βέβαιο και αναμφίβολο, αυτό θα πει πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα βέβαια και αναμφίβολα. Και πρώτ' απ’ όλα, αφού «εγώ», που για την ύπαρξή μου βεβαιώθηκα, δεν εδημιουργήθηκα μονάχος μου και είμαι μάλιστα κάτι το πεπερασμένο, πρέπει να υπάρχει αναγκαστικά και το άπειρο και το τέλειο, που είναι ο δημιουργός μου. Αφού υπάρχω εγώ, υπάρχει κι ο Θεός. Κι αφού υπάρχουμε ο Θεός κι εγώ, υπάρχουν κι όλα εκείνα που για την ύπαρξή τους είχα αμφιβολίες, υπάρχουν μάλιστα προ πάντων οι μαθηματικές αλήθειες και όσα σώματα βρίσκονται έξω από μένα. Έτσι θεμελιώνει ο Ντεκάρτ την αλήθεια και τη γνώση. Χαρακτηριστικό για το στενό λογικό πλαίσιο, που μέσα του εζήτησε ο Ντεκάρτ να θεμελιώσει την αλήθεια, είναι τούτο: όταν του ριχτήκανε και του είπαν, ότι δεν έπρεπε, ξεκινώντας απ’ την αμφιβολία, ν’ αμφισβητήσει και την ύπαρξη του Θεού, έδωσε την απάντηση, ότι στη «θέλησή» του δεν μπήκε ποτέ η αμφιβολία. Άλλο είναι ν’ αμφιβάλλει το μυαλό κι άλλο ν’ αμφιβάλλει η θέληση. Μπορείς ν’ αμφιβάλλεις με το μυαλό σου κι όμως να πιστεύεις. Μ’ άλλα λόγια, ο Ντεκάρτ ομολόγησε μονάχος του, ότι το κεντρικό φιλοσοφικό του πρόβλημα ήταν ένα πρόβλημα στενά λογικό. Ομολόγησε, ότι, λέγοντας «Cogito ergo sum», ούτε τη σκέψη (το cogito) πήρε στην καθολική πνευματική της ουσία, ούτε το «sum» (το«υπάρχω») στη βαθειά ανθρώπινη υπόστασή του. Τό ουσιαστικό «εγώ» του ανθρώπου δεν ανάτειλε στον φιλοσοφικό ορίζοντα του Ντεκάρτ. Η αμφιβολία του (αφού αφορούσε μόνο το μυαλό κι όχι τη θέληση) ήταν μια στενή μεθοδική αμφιβολία κι όχι μια αμφιβολία «υπαρξιακή». Η αμφιβολία του Ντεκάρτ - λέει ωραιότατα ο Γιάσπερς - «δεν είναι η απελπισία, που μέσα από την κρίση της μπορεί να ξεπεταχθεί η βεβαιότητα μιας αλήθειας, της αλήθειας που τροφοδοτεί τη ζωή μου». Κι αφού είναι η αμφιβολία του Ντεκάρτ υπαρξιακά κενή, δεν μπορεί και η βεβαιότητα, που εκτοπίζει μια τέτοια αμφιβολία να είναι τίποτε άλλο παρά κάτι το υπαρξιακά κενό. Αν ζητούσε άλλως τε ο Ντεκάρτ να βεβαιώσει την «ύπαρξη» σ’ όλα της τα ύποοτασιακά βάθη, θάβλεπε, ότι μια τέτοια βεβαίωση θάταν αδύνατο να την κάνει μ’ ένα στενά λογικό καί σχεδόν μαθηματικό συλλογισμό. Ο Ντεκάρτ απόφυγε κάθε βάθος (ενώ μέσα του υπάρχουν μυστικά βάθη, που κάπου-κάπου μας δηλώνουνε ξαφνικά τη παρουσία τους) για να βρει ένα άνετο στήριγμα του εαυτού του. Ο Ντεκάρτ ξεκίνησε με την απόφαση ν’ αποφύγει κάθε αντίφαση—ενώ η ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις, που πρέπει να υπερνικηθούν— κι έτσι, αποφεύγοντας μαζί με τις αντιφάσεις την ίδια τη ζωή, που είναι συνυφασμένη μ’ αντιφάσεις, αναγκάσθηκε να στριφογυρίζει μέσα στον κύκλο ενός κενού.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του εξετάζει ο Γιάσπερς το πρόβλημα της μεθόδου, όπως τό έθεσε και το έλυσε ο Ντεκάρτ. Εδώ μας δείχνει ο Γιάσπερς ότι και η θεμελιακή απαίτηση του Ντεκάρτ για την «καθολική μάθηση» (Mathesis universalis)—μια απαίτηση, που αποβλέποντας στην αναγωγή των πάντων σε μιαν ενότητα, ξεπηδάει από μια γνήσια φιλοφική πηγή— παίρνει ένα δρόμο, που πρέπει να θεωρηθεί σαν μία παρέκκλιση. Την ενότητα τη ζητάει ο Ντεκάρτ, περιορίζοντας καταπληκτικά τη γνώση, στη μέθοδο κι έτσι στενεύει τον κόσμο για να τον κάνει να χωρέσει σε όσα η μέθοδός του μπορεί θετικά νά συλλάβει. Το ότι υπάρχουν Ιεραρχίες αντικειμένων, που υπόκεινται στη γνώση, το ότι η μέθοδος δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ «καθ’εαυτήν», αλλά υπάρχει «κατ’ αναφοράν» προς «κάτι», αυτό δεν θέλησε ο Ντεκάρτ να το νοιώσει. Έτσι, αντί να ζητήσει την ενότητα στην «ιδέα» της ενότητας, την ζητάει στα ίδια τα πράγματα και την πετυχαίνει, αποκλείοντας και διώχνοντας τα πιο πολλά από τον κόσμο του, αποκλείοντας και διώχνοντας όλα εκείνα, που δεν μπορούν να συλληφθούν με τη θετική του μέθοδο, με τον κοινό νου. Η συνειδητή τάση του Ντεκάρτ περιορίζεται στη γνώση μιας αλήθειας, που το περιεχόμενό της είναι για όλους —δηλαδή για όλα τα όντα, τα προικισμένα με τον κοινό νου —«το αυτό». Το περιεχόμενο μιας τέτοιας αλήθειας είναι υπαρξιακά αδιάφορο. Ζητώντας ο Ντεκάρτ μια βεβαιότητα, που είναι «ισότιμη με τις αριθμητικές και γεωμετρικές (όπως λέει ο ίδιος) αποδείξεις», περιορίζει τη συνείδησή του σε κάτι, που είναι φιλοσοφικά ουδέτερο, δεν εγγίζει καμιάν υπαρξιακή πραγματικότητα. Μόνον όσες φορές ξεφεύγει από τη συνειδητή του τάση—κι αυτό έγινε προ πάντων στα ηθικά του αιτήματα— φιλοσοφεί αληθινά και ξαναγυρίζει στην πηγή, που υπάρχει μέσα του.
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του Γιάσπερς, όπου εξετάζεται ο συνολικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας του Ντεκάρτ, αρχίζει με το ερώτημα: πού υπάρχει ο Λόγος και πού η Πίστη στο σύστημα και στην ύπαρξη του Ντεκάρτ; Ο Γιάσπερς μας δείχνει, ότι ούτε ο λόγος του Ντεκάρτ είναι ολόκληρος ο Λόγος, ούτε η πίστη είναι η Πίστη ολόκληρη. Για τον Ντεκάρτ υπάρχουν δύο αλήθειες, η θεωρητική και η πρακτική. Την πρώτη μας την δίνει ο λόγος. Την δεύτερη —έστω κι αν ο λόγος αμφιβάλλει και δεν έφθασε στην αλήθεια του— πρέπει να μας την δώσει η πίστη και η υποταγή μας στις πολιτικές, κοινωνικές και θεολογικές εξουσίες. Ο Ντεκάρτ δεν έχει συνείδηση του γεγονότος, ότι μ’ αυτόν τον διχασμό ο λόγος πολεμάει και αρνιέται στο βάθος τις εξουσίες, που η θέλησή του έχει αναγνωρίσει ως αλάνθαστες και ακλόνητες. Η υποταγή του στις εξουσίες γίνεται ανώδυνα, (δίχως τη συνείδηση της αντινομίας). Αν δεν έκανε ο Ντεκάρτ αυτήν την τεχνητή διαίρεση, που δεν αφήνει ούτε το Λόγο ούτε την πίστη να εκδηλωθούν στην ολότητά τους, αν μ’ άλλα λόγια η αμφιβολία, που αποτέλεσε το ορμητήριό του, ήταν υπαρξιακή, τότε θάταν και η βεβαιότητά του «Cogito ergo sum» βγαλμένη από τα βάθη του εαυτού του και η θα εσήμαινε την απολύτρωσή του από κάθε εξουσία και υποταγή ή θα οδηγούσε στον θετικό συνδυασμό της εξουσίας μ’ αυτήν την βεβαιότητα. Ο Ντεκάρτ, απο-φεύγοντας την αντινομία με μια τεχνητή δαίρεση του υπαρξιακού εαυτού του, περιορίζει και το Λόγο στη σφαίρα του κοινού νου (που είναι, όπως είπαμε, μια σφαίρα φιλοσοφικά αδιάφορη) και την πίστη —την υποταγή στις εξουσίες— την κατεβάζει σ’ένα έδαφος χαμηλό και αφελέστατο. Όταν η υποταγή στις εξουσίες είναι αναντίρρητη, ο λόγος φέρνει τις αντιρρήσεις του στο κενό. Η ελευθερία, που κι αυτήν την πραγματεύεται ο Ντεκάρτ και την βρίσκει στη λογική ενέργεια, καταντάει —εφ’ όσον η λογική ενέργεια δεν αγγίζει την συνολική προσωπικότητα του ανθρώπου— μια απολύτρωση του ανθρώπου, μέσα στο «κενό». Έτσι, όχι μόνον οι πρακτικοί προσανατολισμοί του ανθρώπου στερημένοι από κάθε αναφορά στο Λόγο, πέφτουν στο επίπεδο μιας δογματικής αφέλειας, αλλά και οι λογικοί προσανατολισμοί, στερημένοι από κάθε αναφορά στη ζωή, καταντούν δογματισμός. Κι είναι βαθύτατα συγκλονιστικό και σχεδόν ανατριχιαστικό το θέαμα ενός ανθρώπου, που, ζητώντας την ελευθερία και την απόλυτη βεβαιότητα, την βρίσκει —κόβοντας τον εαυτό του στα δύο— στο κενό, και γίνεται, μ’ ένα βαθύτατο μάλιστα πάθος, ο φορέας αυτού του κενού.
Ο Γιάσπερς, αντιμετωπίζοντας τον φιλόσοφο και άνθρωπο Ντεκάρτ, τον αντιμετωπίζει—κι αυτό είναι ακριβώς το εξαιρετικό—σαν υπεύθυνος εντολοδόχος της ανθρωπότητας ολόκληρης. Όλες oι αντιρρήσεις του —που ελάχιστες μονάχα, κι αυτές πολύ πρόχειρα, αναπτύξαμε— βγαίνουν από την ανάγκη, που νοιώθει η ανθρωπότητα, να προστατεύσει θετικά την ύπαρξή της. Ο Γιάσπερς, διαλύοντας τον Ντεκάρτ, δεν τον διαλύει για να δικαιώσει το δικό του φιλοσοφικό σύστημα (αν και έμμεσα δικαιώνεται κι αυτό), αλλά διαλύει τον Ντεκάρτ για να δικαιώσει τον Άνθρωπο. Ο άνθρωπος, —ε κεί, που βεβαιώνεται ο Ντεκάρτ, ότι «υπάρχει»—εκεί ακριβώς είναι ανύπαρκτος ή πνίγεται και πεθαίνει. Ο άνθρωπος υπάρχει εκεί, όπου ο Ντεκάρτ δεν θέλει να υποψιασθεί καν την ύπαρξή του. Ο Γιάσπερς κατάφερε ν’ αντιπαρατάξει στο τεχνητό κατασκεύασμα του Ντεκάρτ τον ζωντανό κι αληθινό άνθρωπο. Γι’ αυτό είναι η κριτική του Γιάσπερς μια γνήσια φιλοσοφική κριτική, μια κριτική, που οικοδομεί και δίνει ζωή.


Πηγή :περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ  http://www.epopteia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=87:kanellopoulos-descartes-and-jaspers&catid=9:-1-1976-1-12&Itemid=146

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ΟΧΙ στο νεο -ναζισμό , ΟΧΙ στην χυδαιότητα της Χρυσής Αυγής


-Όλοι οι πατριδοκάπηλοι  λειτουργούν ενάντια στις διακηρύξεις  τους και οδηγούν τις πατρίδες  στην καταστροφή.Ο ναζισμός  άφησε πίσω του μια πλήρως ισοπεδωμένη Γερμανία και μία Ευρώπη εξαρτημένη όσο ποτέ άλλοτε από τις ΗΠΑ και την τότε ΕΣΣΔ.Η ελληνική χούντα απέσυρε την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο , δημιούργησε τον εμφύλιο στην Κύπρο και με το πραξικόπημα έδωσε την δυνατότητα στην Τουρκία να εισβάλλει.Ένα από τα οράματά της , ήταν η δημιουργία ελληνο-τουρκικής ομοσπονδίας , που ευτυχώς δεν πρόλαβε να δημιουργήσει.Όμως όπως και οι δοσίλογοι της κατοχής συνδύασε την υπερπατριωτική ρητορική με την πολιτική της υποτέλειας.
-Οι φανατικοί σωβινιστές και ο πτωχοδρομικός εθνικισμός τους  είτε εν γνώσει τους υπηρετούν αλλότρια συμφέροντα, είτε από σύγχυση δεν μπορούν να αναλύσουν μια συγκεκριμένη κατάσταση και να διακρίνουν την επιθυμία από την πραγματικότητα ώστε  γίνονται οι εύκολοι αντίπαλοι.Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση ο δικτάτορας Δ.Ιωαννίδης ( βασανιστής στην Μακρόνησο) , που ενώ διακήρυσσε την Ένωση οδηγούσε την Κύπρο και τον ελληνισμό στην μεγαλύτερη καταστροφή από το 1922.
-Γιατί ο Ν.Μιχαλολιάκος έδωσε στην οργάνωσή του , την επωνυμία ενός ερμητικού αμερικάνικου τάγματος ; Τι σχέση έχει με αυτό ;Ο ίδιος μας καλεί να καταλάβουμε την Μ.Ασία αλλά ο Ι.Μεταξάς - αν θεωρηθεί πολιτικός του πρόγονος του - επιχειρηματολόγησε κατά του εγχειρήματος ,ενώ αρνήθηκε την αρχιστρατηγία όταν του προτάθηκε.
-Οι τραμπουκισμοί αφενός δείχνουν την  αφελή αντίληψη της ισχύος που έχει η Χ.Α.- διαφορετικά θα έπρεπε οι αρσιβαριστές και οι παλαιστές να  είναι οι πολιτικοί μας- αφετέρου αποκαλύπτουν ότι η επιδίωξή τους είναι η δημιουργία των προυποθέσεων εμφυλίου πολέμου.Βεβαίως τώρα όλοι είμαστε πιο υποψιασμένοι από ότι το 1946,ώστε να μην επαναληφθεί το ίδιο λάθος  ενός τραγικού εμφύλιου σπαραγμού.
-Μια πιθανή ενίσχυση της Χ.Α. θα στρέψει πολλές διεθνείς δυνάμεις να υποστηρίξουν τους εχθρούς της χώρας μας και να αδυνατίσουν ακόμη περισσότερο την θέση μας.
-Η στρατιωτική πειθαρχία που προβάλει η Χ.Α. ,ως πρότυπο στους πολίτες , αφορά όσους έχουν φόβο απέναντι στην ελευθερία και στην προσωπική ευθύνη. Είναι η νοοτροπία , του κοπαδιού  και της αγέλης που επέκρινε τόσο αιχμηρά ο Φ.Νίτσε.Προφανώς η μαζικοποίηση αλλά και το Άουσβιτς έχουν πολλούς λόγους ύπαρξης , όπως μας απέδειξαν οι Αντόρνο-Χόρκχαϊμερ -Μαρκούζε.Είναι η  κατάληξη όχι μόνο μιας ανορθολογικής ιδεολογίας αλλά και του εργαλειακού ορθολογισμού.
-Ένα κακό - η χρεοκοπημένη μεταπολίτευση -, δεν θεραπεύεται από ένα άλλο χειρότερο κακό ,τον ναζισμό.Η αριστερά και η δεξιά θα πρέπει να ξεπεραστούν σε μια νέα σύνθεση που θα συνδυάζει τον εθνισμό με τον κοινοτισμό  και   την άμεση δημοκρατία .Η νέα πρόταση θα αρδεύεται από τις παραδόσεις  του ελληνισμού , αλλά δεν εξαντλείται σε αυτές , ώστε να εναρμονίζει το τοπικό με το οικουμενικό
Δες την εύστοχη  σχετική ανάλυση του Γ.ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ  στο http://ardin-rixi.gr/archives/6193
 και  http://ardin-rixi.gr/archives/6184

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Γ.Καραμπελιάς:Το "Κόμμα της Δραχμής"



του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην (τ. 89) που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες
Το «Κόμμα της Δραχμής» στην Ελλάδα συγκροτείται από ένα σύνολο ετερόκλητες και συχνά αντιφατικές μεταξύ τους δυνάμεις. Πολλοί υποθέτουν ή υποπτεύονται πως ενορχηστρώνεται από υπερατλαντικές ή ευρωπαϊκές πρεσβείες, ή και τα δύο μαζί. Έτσι, ήδη από την αρχή της κρίσης, πολλοί ερμήνευσαν τις «ανεξήγητες» από πρώτη άποψη κινήσεις του δολίου βλακός, ως καθοδηγούμενες από τους Αμερικανούς, με στόχο να πλήξουν εκ των ένδον το ευρώ. Στη συνέχεια, άλλοι ερμήνευσαν τις κινήσεις του ΓΑΠ για δημοψήφισμα ως κινήσεις συμφωνημένες με τους Γερμανούς, οι οποίοι, από την αρχή της κρίσης, έχουν βαλθεί να οδηγήσουν την Ελλάδα στην έξοδο από την ευρωζώνη. Το σίγουρο είναι πως είτε από λόγους πρακτορικής δολιότητας, είτε βλακείας, ή και τα δύο μαζί  –όπερ και το πιθανότερο– ο ΓΑΠ δημιούργησε τις συνθήκες για μια μείζονα κρίση της Ελλάδας, του ευρώ και της παραμονής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.
Όπως έχουμε τονίσει αναρίθμητες φορές, η ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ υπήρξε μια καταστροφική επιλογή του Σημίτη και της εκσυγχρονιστικής παρέας του, με αρνητικές συνέπειες για την παραγωγή και την αυτονομία της χώρας. Μέσω του φθηνού χρήματος, προκάλεσε μια αυξανόμενη υπερχρέωση των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και του ελληνικού κράτους, με παράλληλη εκτίναξη των τιμών προς τα πάνω και την ολοκλήρωση της παραγωγικής αποσάθρωσης της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, η έξοδος από αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μια επιλογή της ελληνικής οικονομίας στις συνθήκες της σαρωτικής κρίσης που βιώνουμε, διότι θα ολοκλήρωνε  την καταστροφή της, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε συνθήκες όπου την απόφαση θα μπορεί να την πάρει μια αυτεξούσια και ισχυρή ελληνική κυβέρνηση. Διαφορετικά, θα προκληθεί ένα κρισιακό ντόμινο με συνέπειες όχι μόνο κοινωνικές και οικονομικές, αλλά κατ’ εξοχήν γεωπολιτικές και εθνικές, με τη μεταβολή της Ελλάδας σε έναν διεθνή παρία, εύκολο θύμα για τον καραδοκούντα νεοθωμανικό επεκτατισμό. Αυτός είναι ο λόγος που, παρότι δεν θεωρούμε την Ελλάδα οργανικό μέλος μιας δυτικόστροφης Ευρώπης, πιστεύουμε ότι είναι απολύτως εσφαλμένη σήμερα η υποστήριξη και προπαγάνδιση της εξόδου της χώρας από το ευρώ. Εξάλλου, πώς είναι δυνατόν να επιθυμούν το ίδιο και οι χειρότεροι εχθροί μας, οι Γερμανοί, και αυτό να αποτελεί μια θετική επιλογή; Και μπορεί η έκθεση της Εθνικής Τράπεζας, που δημοσιοποιήθηκε στις 29 Μαΐου, για τις επιπτώσεις μιας εξόδου από το ευρώ σε συνθήκες ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας, να έχει και μία τρομοκρατική προεκλογική στόχευση, ωστόσο οι διαπιστώσεις της δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα: Μέσω της υποτίμησης, το ονομαστικό ΑΕΠ θα περιοριζόταν κατά 55% και το πραγματικό κατά 22%, ενώ ο πληθωρισμός και η έλλειψη πρώτων υλών θα γονάτιζαν την πραγματική οικονομία. Βέβαια η Εθνική Τράπεζα δεν αναφέρεται καθόλου στις θετικές συνέπειες μιας εξόδου, αλλά αυτές θα εμφανίζονταν μόνο μετά από ορισμένα χρόνια, ενώ στο μεταξύ η χώρα θα γινόταν έρμαιο μιας τεράστιας κρίσης, χωρίς έναν λαό έτοιμο να αναλάβει τις συνέπειές της.
Νομίζουμε πως, από τις στήλες αυτού του περιοδικού, τις ομιλίες, τα κείμενά μας, έχουμε αναφερθεί πάμπολλες φορές σ’ αυτό το ζήτημα και καθόλου τυχαία δεν έχει υπάρξει ικανοποιητική και συνεκτική απάντηση στα επιχειρήματά μας. Διευκρινίζουμε λοιπόν: εμείς υποστηρίζουμε την παραμονή μας σήμερα στο ευρώ, όχι από αγάπη ή από ταύτιση με το «ευρωπαϊκό όραμα», αλλά από συμφέρον και εξ ανάγκης. Όσο δεν υπάρχει ένας ισχυρός ανατολικοευρωπαϊκός πόλος, μαζί με τη Ρωσία, και όσο δεν έχει συγκροτηθεί μια συμμαχία των βαλκανικών λαών, είμαστε υποχρεωμένοι, για να αποκρούσουμε την πίεση από την Τουρκία και τα ανατολικά μας, να συμμαχούμε με τη Δύση, παρ’ όλο που γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε «Δύση».
Ωστόσο, το Κόμμα της Δραχμής δεν περιλαμβάνει μόνο ή κυρίως όσους από ιδεολογικό στραβισμό επιμένουν στην αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση –ΚΚΕ, αριστεριστές, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, ΕΠΑΜ, κ.ά.–,  αλλά και όσους έχουν συμφέρον οικονομικό και πολιτικό στην παραπέρα φτωχοποίηση και διάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Μιλήσαμε στην αρχή για τις περίεργες ή πιθανές διασυνδέσεις με την αμερικανική ή γερμανική πρεσβεία –κυρίως τη δεύτερη– που έχουν οδηγήσει στις προτάσεις περί δημοψηφίσματος είτε από τον ΓΑΠ, είτε από τη Μέρκελ.
Υπάρχουν όμως κι άλλοι παράγοντες που παίζουν με το «Κόμμα της Δραχμής»: Μεγαλοδημοσιογράφοι, μπατιρημένοι επιχειρηματίες, πληρωμένοι πολιτικοί παντός καιρού, και άλλοι, όλη αυτή την περίοδο, φλερτάρουν ανοιχτά με την ιδέα της επιστροφής στη δραχμή. Όλοι αυτοί είτε έχουν ένα σημαντικό απόθεμα σε ευρώ εκτός Ελλάδας, είτε έχουν χρέη που ελπίζουν να σβηστούν στο χάος που θα ακολουθήσει, είτε πληρώνονται ανοιχτά από ξένα κέντρα και επιχειρηματίες, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, αποτελούν απλώς χρήσιμους ηλίθιους. Πάντως, όλοι μαζί συμβάλλουν και συμμετέχουν, με επαναστατικές και αντιμνημονιακές κορώνες, σε αυτό το εγχείρημα. Γι’ αυτό θα δούμε κανάλια και ραδιοφωνικούς σταθμούς να ποντάρουν ανοιχτά σε «προσωπικότητες» ανασυρμένες από την αφάνεια, να τους υπερπροβάλλουν, σε βαθμό κακουργήματος, κάποτε ακόμα και όταν έχει εξαντληθεί ο ρόλος τους, και  να τους εξαφανίζουν με τον ίδιο τρόπο που τους ανέβασαν στα ύψη. Και βλέπουμε αυτό το γαϊτανάκι να συνεχίζεται από άλλα κανάλια, άλλα ραδιόφωνα, άλλα λαθρόβια έντυπα και άλλους πρωταγωνιστές. Το βέβαιο είναι πως υπάρχουν κόμματα, καθώς και «προσωπικότητες», που εμφανίζονται ως αντιμνημονιακές και είναι συνδεδεμένες άμεσα και υπόγεια με αυτά τα συμφέροντα.
Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί το ακραίο αντιμνημονιακό μένος γνωστών φιλελεύθερων, νεοφιλελεύθερων και γιάπηδων της δημοσιογραφίας, οι οποίοι αίφνης εμφανίζονται να εισηγούνται τις πλέον ριζοσπαστικές επιλογές.
Πώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι πολιτικοί που συνέπλεαν με τον Μητσοτάκη και την Μπακογιάννη, μεταβλήθηκαν στους πιο «αδιάλλακτους» εχθρούς του μνημονίου;
Ποια επαναστατική μύγα τσίμπησε γνωστούς ΚΥΠίτες και γιάπηδες δημοσιογράφους-επιχειρηματίες να συμπλέουν σε μια κοινή λυσσαλέα επίθεση ενάντια στους «μνημονιακούς», όταν η θέση τους επί δεκαετίες υπήρξε από την απέναντι πλευρά; Πώς μπορεί να εξηγηθεί η στάση του ίδιου του αρχέτυπου του αυριανισμού;
Ένας λαός απόλυτα συγχυσμένος, συντετριμμένος από μια απρόκλητη και δολοφονική επίθεση στον τρόπο και το επίπεδο ζωής του, ριγμένος στην ανέχεια, το αδιέξοδο, διαβουκολείται ανενδοίαστα από μια συμμορία οργανωμένων μαφιών και συμφερόντων, που θέλουν να κερδίσουν οικονομικά και πολιτικά από την ολοκληρωτική εξόντωσή του. Και, δυστυχώς, όλοι αυτοί οι αετονύχηδες έχουν απέναντί τους εκείνους που από συμφέρον και ανικανότητα μάς οδήγησαν στη σημερινή κρίση, καθώς και άλλους, που κρίνουν πως είναι η ευκαιρία να γίνουν χαλίφης στη θέση του χαλίφη, αγνοώντας τα διακυβεύματα της σαρωτικότερης κρίσης που γνώρισε ο σύγχρονος ελληνισμός. Το δυστύχημα είναι πως, σε μια πλειοδοσία επαναστατικής «συνέπειας», το αντιμνημονιακό κίνημα αδυνατεί να ξεχωρίσει τους φίλους και τους εχθρούς του, τους πράκτορες και τους αφελείς, και να διαμορφώσει μια πολιτική πρόταση η οποία να εμμένει τόσο στο αντιμνημονιακό μήνυμα των πλατειών, όσο και στη νηφάλια στρατηγική αποτίμηση της κατάστασης.
Γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο. Μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά αυτή η πορεία πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, όπου από τη μια πλευρά βρίσκεται η ενσωμάτωση και η υποταγή και από την άλλη πλευρά η περιθωριοποίηση και … εκ νέου η υποταγή