Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Ε.ΣΙΟΡΑΝ -Emil Cioran :Μισανθρωπία και σχετικισμός




   Ε.ΣΙΟΡΑΝ:Μισανθρωπία και σχετικισμός

«Ο άνθρωπος είναι ένα μηδέν σε σχέση με το άπειρο , και ένα πάν σε σχέση με το μηδέν»
                                                                             Β.Πασκάλ                                   
                                         
                                                 Α’                                             

                                                       
Ο εγγύτερα ευρισκόμενος στον Διογένη τον Κυνικό σύγχρονος φιλόσοφος είναι ο γάλλο-ρουμάνος  Εμίλ Σιοράν.
Γεννήθηκε στην Ρουμανία το 1911 .Από το 1937 έζησε και έγραψε στη Γαλλία όπου και πέθανε το 1995.Ο πατέρας του ήταν ορθόδοξος ιερέας , ενώ η μητέρα του άθεη. Σπούδασε φιλοσοφία στην Ρουμανία και στην Γερμανία. Επηρεάστηκε από τον Νίτσε , τον Ντοστογιέφσκι , τον Σεστώφ ,τον Ζίμμελ  αλλά και τις ανατολικές φιλοσοφίες .Η διδακτορική του διατριβή αφορούσε το έργο του Α.Μπεργκσόν  . Οι σπουδές του ,  στην φιλοσοφία , στο Βερολίνο , ουσιαστικά δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ  και για αυτό δεν έλαβε κάποιο ακαδημαϊκό τίτλο. Στο ίδιο διάστημα θα διατυπώσει αντισημιτικές και εθνικιστικές θέσεις .Ουσιαστικά όμως δεν πρόκειται να επηρεάσουν το κύριο έργο  του . Η παρέκκλιση αυτή , μπορεί να αποδοθεί στο νεαρό της ηλικίας του – που ευνοούσε  τις σχηματοποιήσεις  αντί την σύνθετη σκέψη -, το γενικότερο κλίμα που επικρατούσε   την εποχή εκείνη, καθώς και η τάση για την καταστροφή και εκμηδένιση που ενυπήρχε στον εθνικοσοσιαλισμό (λατρεία του πολέμου και του θανάτου) , και  η οποία αποτελούσε βασική πλευρά της ύπαρξης  του Σιοράν σε όλες τα στάδια της διαδρομής του ,ανεξάρτητα αν σταδιακά εμβαθύνθηκε για να λάβει περισσότερο πνευματικά χαρακτηριστικά  . Το 1940 στο Παρίσι , «στην πλατεία Saint- Mishel , παραλίγο να γίνει το πρώτο θύμα των Γερμανών στο Παρίσι , επειδή πετούσε κούτες με τσιγάρα στους φυλακισμένους που μεταφέρονταν στα στρατόπεδα».[1]  Το πρώτο του έργο , που μεταφράστηκε στην χώρα μας με τον τίτλο «Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού»[2], αποδόθηκε στα Γερμανικά ,από τον Γερμανό-Εβραίο ποιητή , επιζήσαντα  των στρατοπέδων συγκέντρωσης , Πάουλ Τσελάν, το 1953 , πράγμα που αποδεικνύει ότι οι μεσοπολεμικές θέσεις του Σιοράν δεν επηρέασαν  το έργο   του  και δεν είχαν διάρκεια στον χρόνο, αλλά ούτε και επηρέασαν αρνητικά αυτούς , που το μελέτησαν. Παρόλα αυτά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι δεν έπαψε να εκφράζει τον θαυμασμό , που δεν είναι ίσως αποκλειστικά αισθητικός, για το ύφος και το έργο  ενός  σημαντικού αντιδραστικού ,του Ζοζέφ Ντε Μαίστρ[3]
Στο Παρίσι ο Σιοράν θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του ,μαζί με την σύντροφό του Simone Boue, σε μια σοφίτα στην οδό Οντεόν. Θα τρώει στην φοιτητική λέσχη  και θα περνά τον χρόνο του  κάνοντας ατέλειωτους περίπατους , διαβάζοντας και γράφοντας. Φίλοι του  ήσαν οι άλλοι Ρουμάνοι εξόριστοι , ο Ευγένιος Ιονέσκο  και ο Μιρσέα Ελιάντ , αλλά και ο Σάμουελ Μπέκετ και ο Μισώ[4].  Στο ίδιο διάστημα , συγκεκριμένα το 1951, ο Α.Καμύ θα εκδώσει τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο» [5] και τον «Μύθο του Σίσυφου» [6],όπου το ζήτημα του μηδενισμού , του ανθρωπισμού  και η άποψη πως ο κόσμος όπως  και ο άνθρωπος δεν μπορούν  να δικαιολογηθούν και είναι παράλογοι , έχουν κεντρικό ρόλο. Όπως εξομολογείται ο Σιοράν γνωρίστηκαν , αλλά δεν έτρεφαν τελικά ιδιαίτερη συμπάθεια ο ένας για τον  άλλο.[7]
Ο λόγος του Σιοράν δείχνει ότι υπάρχει μια εσωτερική ενότητα ανάμεσα στην απόλυτη άρνηση και στην απόλυτη κατάφαση. Γι αυτό ενώ διακηρύσσει την κυριαρχία του μηδενός , συγχρόνως γοητεύεται  από πνευματικές καταστάσεις που αναιρούνται εμπράκτως οι εκκοσμικεύσεις της θρησκείας , δηλαδή  από τους αγίους , και τους  ασκητές της ερήμου, ενώ  προσπαθεί να συμμετάσχει- ή ισχυρίζεται ότι έχει συμμετάσχει- σε μυστικιστικές εμπειρίες. Η διαρκής πάλη του με τον Θεό , αποκαλύπτει την υπαρξιακή προσέγγιση του Ιερού. Ο ίδιος με μεθοδικό τρόπο έσπασε τις πιθανές διαφορές και ένωσε τις αποστάσεις σε πνευματικές καταστάσεις , όπως ο σκεπτικισμός , ο σχετικισμός και ο μηδενισμός. Έτσι   η αδυναμία γνώσης συγχωνεύεται με την απουσία σταθερών αξιών , ενώ η απουσία νοήματος αφαιρεί από την ζωή κάθε σκοπιμότητα για δράση. Η λογική κατάληξη των σκέψεων του Σιοράν θα έπρεπε να είναι όχι μόνο η ακινησία  και η απουσία κάθε πράξης , αλλά και η σιωπή και η αφωνία.
Μορφολογικά ο λόγος του Σιοράν είναι αφοριστικός , δραστικά σαρκαστικός, επιγραμματικός , πυκνός .Αποπνέει την ανθρωπολογική απαισιοδοξία , την ριζική αντίθεση προς όλες τις διαστάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας , αλλά και την έλλειψη εμπιστοσύνης σε κάθε προσπάθεια ουσιαστικής και μακρόπνοης μεταλλαγής της. Ο μισανθρωπισμός , που οδηγεί τον στοχασμό του , δεν μπορεί παρά να έχει ως άμεσο προϊόν την απαξίωση κάθε δημιουργήματος. Παρά τις ακρότητες , που συχνά τον διακατέχουν –σε αυτές όμως  ίσως να οφείλει και ένα μέρος της δημιουργικότητας και της γοητείας του- , ώστε συχνά ο σκεπτικισμός του μεταμορφώνεται σε μία άλλη μορφή δογματισμού   , υπό ορισμένες προυποθέσεις , μπορεί να βοηθήσει με πολλούς τρόπους τον στοχασμό : ο ριζικά κριτικός λόγος βοηθά να συλλάβουμε αφενός τα αδιέξοδα της ανθρωπολογικής αισιοδοξίας  της νεωτερικής  και ουτοπικής σκέψης (« ο άνθρωπος είναι ένα καλό και λογικό όν») που αγνοεί την σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου  και αφετέρου να κατανοήσουμε τις πραγματικές διαστάσεις κάθε θεωρίας , ιδεολογίας ή πίστεως , ανεξάρτητα από τις προθέσεις των εμπνευστών και των δημιουργών τους  όσο και να καταλάβουμε την απόσταση που χωρίζει το πως αυτοκατανοείται  μια ιδεολογία και από το πως λειτουργεί μέσα στην πραγματικότητα.
Αν ο Πλάτων εναντιώθηκε στην πρωταγορική θέση  ότι « πάντων πραγμάτων μέτρον ο άνθρωπος », διότι ανοίγει  τις προοπτικές στον σχετικισμό, ο Σιοράν αντλεί το θεμέλιο του σκεπτικισμού από την αντίστροφη ακριβώς θέση , δηλαδή τον μισανθρωπισμό. Στον  πλατωνικό διάλογο «Θεαίτητος»  ο σχετικισμός θεμελιώνεται πάνω στον πρωταγορικό αφορισμό «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπον είναι , των μεν όντων , ως έστι , των δε μη όντων , ως ουκ έστιν »[8]  , ο οποίος έχει ως συνέπεια «ως οία μεν έκαστα εμοί  φαίνεται , τοιαύτα μεν έστιν εμοί , οία δε σοι , τοιαύτα δε αυ σοι , άνθρωπος δε συ τε καγώ »[9]. Ο ηρακλείτειος λόγος  συγχωνεύεται με τους πρωταγορικούς αφορισμούς και την ομηρική ποίηση ώστε σε συνδυασμό με την προτεραιότητα  της αισθητής εμπειρίας  να απομακρύνουν την δυνατότητα της ασφαλούς γνώσης [10].Βεβαίως ο Πλάτων θα διατυπώσει ένα επιχείρημα , που θα επαναληφθεί πολλές φορές  , όταν στόχος της σκέψης είναι να αποδειχθεί το αδιέξοδου του σχετικισμού : αν κάθε γνώμη έχει την ίδια αξία  και κάθε σκέψη είναι εξίσου έγκυρη ή και άκυρη  , τότε και το επιχείρημα αυτό , δηλαδή το επιχείρημα του σχετικισμού , δεν μπορεί να εξαιρεθεί και θα πρέπει  αναγκαστικά να υπαχθεί και αυτό στην  ίδια αρχή.[11]Από αυτή την πλευρά ο πλατωνισμός είναι ένας αντισχετικισμός και   ο «δογματισμός  » όσο και  ο «σχετικισμός », διαχρονικά , θα πολεμούν από τις ίδιες θέσεις , χρησιμοποιώντας  , μάλιστα , εν πολλοίς παραπλήσια επιχειρήματα.
Ο Κάρλ Πόππερ, ένας από τους πιο πολυσυζητημένους φιλοσόφους της εποχής  μας , στις Προσθήκες ( περίπου 30 σελίδες πυκνές επιχειρημάτων) του διάσημου έργου του «Η ανοικτή κοινωνία και οι εχθροί της»  , αναγάγει τον σχετικισμό και τον σκεπτικισμό, ως έναν από τους κύριους αντιπάλους του και θεωρεί ότι «η κύρια  φιλοσοφική ασθένεια της εποχής μας είναι ένας διανοητικός και ηθικός σχετικισμός – ο δεύτερος βασίζεται τουλάχιστον εν μέρει στον πρώτο. Μιλώντας για  σχετικισμό –ή , αν θέλετε ,σκεπτικισμό –εννοώ εδώ με δύο λόγια , τη θέση ότι η επιλογή ανάμεσα σε αντιτιθέμενες θεωρίες είναι αυθαίρετη .Ότι , μια και  μπορεί κανείς να επιλέξει τη μια ή την άλλη , δεν  υπάρχει τίποτα τέτοιο όπως η αντικειμενική αλήθεια .Ή  ότι , και στην περίπτωση που η τελευταία υπάρχει , δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο όπως μια θεωρία που να είναι αληθής ή πάντως (αν και όχι ίσως  αληθής) πλησιέστερη στην αλήθεια απ’ ό,τι μια άλλη θεωρία .Ή τέλος ότι , αν έχουμε δύο ή περισσότερες θεωρίες , δεν υπάρχουν τρόποι ή μέσα  για να αποφασίσουμε αν μια απ’ αυτές είναι καλύτερη από μια άλλη[12]Ο αυστριακός φιλόσοφος θεωρεί τον σχετικισμό ως ασθένεια  την οποία προσπαθεί να θεραπεύσει  χρησιμοποιώντας τα δικά του όπως, και  του Tarski  πορίσματα , αλλά και  την « μη αυταρχική θεωρία της γνώσης» .Ενώ αναγνωρίζει ότι μπορεί να υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας  και στον σχετικισμό και στον σκεπτικισμό όμως καταλήγει «ότι βασίζονται σε μια λογική σύγχυση ανάμεσα στο νόημα ενός όρου και στο κριτήριο της ορθής εφαρμογής του».[13]Βεβαίως ο ίδιος προηγούμενα απόρριψε ότι ονόμασε άκριτο ορθολογισμό , δηλαδή  εκείνη την άποψη ,που δεν αποδέχεται τίποτε που δεν έχει αποδειχθεί πρώτα με επιχειρήματα και την εμπειρία.[14] , ενώ θα ισχυριστεί ότι ο «ανορθολογισμός υπερέχει λογικά από τον άκριτο ορθολογισμό»[15] ,και  τελικά ο ορθολογισμός δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά σε μια προ-λογική απόφαση. Με αυτόν τον τρόπο ο ορθολογισμός γίνεται κριτικός ορθολογισμός , διότι αναγνωρίζει τα όριά του : «η θεμελιακή ορθολογιστική στάση απορρέει από μια (τουλάχιστον δοκιμαστική) πράξη πίστης – από την πίστη στο λόγο. Η επιλογή μας ,επομένως ,είναι ανοιχτή δυνατότητα. Μπορούμε να επιλέξουμε κάποια μορφή ανορθολογισμού , ακόμα και ένα ριζικό ή περιεκτικό. Είμαστε όμως εξίσου ελεύθεροι να επιλέξουμε μια κριτική μορφή ορθολογισμού ,μια μορφή που παραδέχεται ειλικρινά πως η πηγή της βρίσκεται σε μια ανορθόλογη  απόφαση ( και που , στο μέτρο αυτό ,αναγνωρίζει μια ορισμένη προτεραιότητα στον ανορθολογισμό)  »[16] Η επιλογή ανάμεσα στον κριτικό ορθολογισμό και στον ανορθολογισμό καταλήγει ως επιλογή ανάμεσα σε δυο διαφορετικές πίστεις, την  «  πίστη στον λόγο  και στα ανθρώπινα άτομα»  ή  την «  πίστη στις μυστικές ικανότητες του ανθρώπου μέσω των οποίων  αυτός ενώνεται  με ένα συλλογικό .»[17] Η  θεμελιακή αυτή επιλογή – διότι πάνω σε αυτή θα στηριχτεί κάθε ύστερο φιλοσοφικό οικοδόμημα – δεν έχει τόσο τα χαρακτηριστικά της ανταλλαγής επιχειρημάτων και εμπειριών  - ,που γίνεται, αν γίνεται και  αν γίνεται επιτυχώς σε ένα επόμενο νοητικό στάδιο ,  όσο τα χαρακτηριστικά της «γυμνής»  απόφασης , δηλαδή της απόφασης που δεν θεμελιώνεται παρά στην βούληση του υποκειμένου.
Το έργο του Π.Κονδύλη  είναι μια διαφορετική περίπτωση , η οποία ξεπέρασε με επιτυχία τις καθιερωμένες παραδοχές για τον σκεπτικισμό και τον σχετικισμό, που είδαμε  να επαναδιατυπώνονται, με σαφήνεια, στον εικοστό αιώνα ,από τον Κ.Πόππερ. Έδειξε ότι είναι διαφορετικές κατηγορίες ο σκεπτικισμός και ο σχετικισμός όπως  και η γνώση των πραγμάτων (του Είναι) με την σχετικότητα ή την βεβαιότητα των  αξιών  ( του Δέοντος ). Για την ακρίβεια το ένα δεν προϋποθέτει  το άλλο .Η ασφαλής γνώση των πραγμάτων δεν αποκλείει την σχετικότητα των αξιών , όπως και η ύπαρξη της τελευταίας δεν συνιστά εμπόδιο στην πρόσληψη του πραγματικού: « Όπως ήδη συνεπάγεται η διαστολή ανάμεσα σε επιστημονικό και σε ηθικό-κανονιστικό ορθολογισμό, διόλου δεν συνάπτω τη θέση ότι οι ηθικές αξίες είναι σχετικές (δηλαδή προϊόντα συγκεκριμένων υποκειμένων σε συγκεκριμένες καταστάσεις) με κάποιας μορφής γνωστικό σχετικισμό και σκεπτικισμό. Στο κρίσιμο αυτό σημείο η τοποθέτησή μου αντιτίθεται σε ολόκληρη την ίσαμε τώρα φιλοσοφική παράδοση , δηλαδή και στις δύο βασικές , αν και αντίρροπες κατευθύνσεις της. Ο σκεπτικισμός συνέδεε πάντοτε , τόσο στις αρχαίες (σοφιστική , πυρρωνισμός ) όσο και στις νεώτερες εκδοχές του, την αδυνατότητα γνώσης των πραγμάτων με τη σχετικότητα και τη μεταβλητότητα του καλού  και του κακού , ενώ ο πλατωνισμός και οι ιδεοκρατικές τάσεις γενικότερα έκαναν ακριβώς το αντίστροφο :η εδραιότητα  της μεταφυσικής γνώσης στήριζε τη βεβαιότητα για το ες αεί αμετάβλητο καλό και κακό .Έτσι, ο σκεπτικισμός ήταν πάντοτε αντεστραμμένος πλατωνισμός και ο πλατωνισμός αντεστραμμένος σκεπτικισμός. Κατά τη δική μου αντίληψη η γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων είναι δυνατή, τουλάχιστον σε  επαρκή βαθμό – και ακριβώς η γνώση αυτή μας επιτρέπει τη διαπίστωση ότι οι αξίες είναι σχετικές με την έννοια που ανέφερα παραπάνω .Δεν υφίσταται καμμία λογικά αναγκαία συνάφεια ανάμεσα στον γνωσιοθεωρητικό σκεπτικισμό και στον ηθικό σχετικισμό.  »[18].Οι σκέψεις αυτές προυποθέτουν ένα άλλο πόρισμα του Π.Κονδύλη : «ότι ο ορθολογισμός της επιστημονικής γνώσης και ο ορθολογισμός των αξιών είναι δύο διαφορετικά πράγματα .Σημαίνει επίσης ότι ,ενώ η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ορθολογική , η θεμελίωση ή η υπεράσπιση των αξιών είναι δυνατή τόσο με ορθολογικά όσο και με ανορθολογικά μέσα ( π.χ. επίκληση του «ηθικού αισθήματος », της «συμπόνοιας» κ.λ.π.»[19] .
Τελικά , ο Κονδύλης θα αποδώσει στον σχετικισμό των αξιών ένα ιστορικό πλεονέκτημα : «οι πρόξενοι των μεγαλύτερων καταστροφών και συμφορών στην ίσαμε τώρα ιστορία δεν ήσαν οι σχετικιστές ,οι σκεπτικιστές και οι μηδενιστές , παρά οι ηθικιστές – και μάλιστα στο όνομα της «μόνης»  αληθινής θρησκείας , της «μόνης » ορθής πολιτικής ή της «μόνης» κυρίαρχης φυλής ».[20]Βεβαίως κάθε κοινωνία προϋποθέτει την πίστη σε κάποιο (οποιοδήποτε)  νόημα της ζωής   και  σε κάποιους σταθερούς (οποιουσδήποτε )  ηθικούς κανόνες , διότι διαφορετικά αναιρεί το  καταστατικό θεμέλιο της συγκρότησης της  , δηλαδή την ορμή για αυτοσυντήρηση .[21] Συνεπώς ο μηδενισμός  καθώς στερεί την ζωή από  το αντικειμενικό της νόημα δεν μπορεί να έχει διάρκεια , ούτε να αποτελεί την κύρια κοινωνική τάση , διότι ενώ « τούτος μπορεί να γίνει σύστημα επιστημονικής σκέψης ,ωστόσο δεν είναι σε θέση να επικρατήσει σε κοινωνική κλίμακα .Όταν ο σκεπτικισμός και ο μηδενισμός κερδίζουν οπαδούς , αυτό είναι σημάδι ότι η κοινωνία χρειάζεται καινούργιες βεβαιότητες .Στην περίπτωση αυτή ο μηδενισμός και ο σκεπτικισμός δεν εργάζονται για λογαριασμό δικό τους , αλλά εναντίον των κυρίαρχων αξιών και για λογαριασμό εκείνων , στις οποίες ανήκει το μέλλον ».[22]
Συνεπώς ο άπιστος , ο μηδενιστής , όπως και ο αναχωρητής και ο κυνικός θα υπάρχουν μόνον ως εξαιρέσεις στο περιθώριο της κοινωνίας. Αντίθετα η πλειονότητα θα εναλλάσσει την μία πίστη με μια άλλη, τον ένα θεό με κάποιον άλλο. Θα έχει ζωτική ανάγκη τις ιδέες , τον μύθο , την σωτηριολογία , την εσχατολογία. Όταν γκρεμίζει του καθιερωμένους θεούς θα τους αντικαθιστά με άλλους .Σε πολλές περιπτώσεις θα εγκληματεί  στο όνομα των ευγενέστερων και υψηλότερων ιδανικών και ιδεών και θα αντλεί  ικανοποίηση από την οδύνη του άλλου
Ως ιστορικός του  Διαφωτισμού   και του ευρωπαϊκού πολιτισμού συνολικότερα , ο Π.Κονδύλης είδε  τον μηδενισμό ως προσπάθεια να φέρει σε φως «τις έσχατες λογικές συνέπειες της ολοσχερούς αποκατάστασης του αισθητού κόσμου»[23], που ξεκίνησε το κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού. Υπό αυτή την οπτική θεωρεί ως ατελέσφορη την αναγκαστική συσχέτιση ανάμεσα στον μηδενισμό και την ορμή προς την καταστροφή  και ακόμη περισσότερο τον ολοκληρωτισμό ,που διατυπώνει ο συγγραφέας L. Crocker [24] . Όπως  επισημαίνει «Όπως παρατηρήσαμε  ήδη (κεφ.ΙΙ,σημ.9), ο μηδενισμός μπορεί καλύτερα να οριστεί ως η άποψη , ότι όλες οι αξίες είναι σχετικές και πλασματικές. Όταν δεν αναγνωρίζεται η αντικειμενική ισχύς του (ηθικού ) Δέοντος , τότε συνέπεια μπορεί να είναι και η καταστροφή – μπορεί όμως και όχι , αν κάποιος , θέλοντας να παραμείνει συνεπής μηδενιστής , δεν αναγορεύει την καταστροφή σε καινούργιο Δέον.»[25] Πάνω όμως σε τέτοιου είδους παρανοήσεις και εντελώς λανθασμένες τελικά  σκέψεις  , στηρίχτηκε η συσχέτιση που επιθυμούν να κάνουν ορισμένοι φιλελεύθεροι στοχαστές όπως ο Α.Γκλυκσμάν ανάμεσα στον μηδενισμό και τον ολοκληρωτισμό ,  ή ανάμεσα στον μηδενισμό  , τον Ντοστογιέφσκι ,τον Νίτσε και την Άλ Κάϊντα.[26]. Τελικός στόχος είναι να προβάλλει τον φιλελευθερισμό ως το αντίδοτο τόσο στον μηδενισμό όσο και στον ολοκληρωτισμό , συμπέρασμα που όμως στηρίζεται σε λανθασμένες προκείμενες. Βεβαίως ο Νίτσε έχει την δική του συνδρομή στον σκεπτικισμό  , καθώς σε ορισμένα κείμενα του προεικονίζει  τον μεταμοντέρνο σχετικισμό , που στην θέση του συγκεκριμένου γεγονότος τοποθετεί την πολλαπλότητα των ερμηνειών[27].
Ο Μ.Χάϊντεγκερ  δεν θεωρεί τον μηδενισμό , ως δημιουργία ορισμένων φιλοσόφων ,  όπως ο Νίτσε , αλλά ένα συλλογικό  - το  κατ’ εξοχήν -  κίνημα της Δύσης με κοσμοϊστορικές  συνέπειες : «Αντίθετα ο μηδενισμός – νοούμενος μέσα στην ουσία του – είναι το θεμελιώδες κίνημα της ιστορίας της Δύσης. Φανερώνει μια τέτοια πορεία εις βάθος , ώστε η ανάπτυξή του μόνο παγκόσμιες   καταστροφές μπορεί να έχει ως επακόλουθο. Ο μηδενισμός είναι το κοσμοϊστορικό κίνημα  εκείνων των λαών της γης , οι οποίοι έχουν συρθεί μέσα στην εξουσιαστική περιοχή της Νεότερης Εποχής. Γι’ αυτό ο μηδενισμός δεν είναι μόνο ένα φαινόμενο του παρόντος αιώνα , ούτε καν προϊόν του 19ου – κατά τη διάρκεια του οποίου αφυπνίστηκε ένα οξύ βλέμμα για τον μηδενισμό και καθιερώθηκε ο όρος. Ακόμα λιγότερο είναι ο μηδενισμός μόνο το προϊόν μεμονωμένων εθνών , των οποίων οι στοχαστές και οι συγγραφείς μιλούν περί μηδενισμού .Όσοι πιστεύουν ότι είναι απαλλαγμένοι απ ‘ αυτόν , προωθούν ίσως τόσο πιο έντονα και βαθύτερα την ανάπτυξη του. Ιδιάζει στη φρίκη αυτού του φρικτού φιλοξενούμενου , το ότι αυτός δεν μπορεί να κατονομάσει τη δική του προέλευση. »[28] 


                                     
                                                            Β’


Μετά την αναγκαία αυτή παρένθεση για την συσχέτιση  του σκεπτικισμού , του σχετικισμού και του μηδενισμού στην νεότερη σκέψη επανερχόμαστε στον λόγο του Ε.Σιοράν.Το βιβλίο  του «Εγκόλπιο ανασκολοπισμού » είναι το πρώτο που έγραψε και δημοσίευσε στη γαλλική γλώσσα. Όπως γράφει η  Sylvie Jaudeau  «σπανίως καταγγέλθηκαν με τόση βιαιότητα  η δυστυχία του να είσαι  άνθρωπος , η κατάρα της καταστροφικής συνείδησης και η ανηθικότητα των φιλοσόφων που αποφεύγουν τη ζωή θεωρητικοποιώντας την ή που επιτηδεύονται στη δικαιολόγηση του αδικαιολόγητου»[29], «ο κυνισμός ο οποίος προβάλλεται εκεί ως το μόνο φάρμακο ενάντια στην ύπαρξη , πηγάζει από τις ίδιες αρετές όπως και η αγιοσύνη».[30] Η αναζήτηση αναλογιών ανάμεσα στην κυνική φιλοσοφία και την αγιότητα θα απλωθεί σχεδόν σε όλο το έργο του, γεγονός που καταρχήν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν είναι αβάσιμη δεδομένου ότι η ζωή ενός κυνικού –ανεξάρτητα από τις διαφορετικές κοσμοθεωρητικές αφετηρίες - παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με αυτήν ενός ερημίτη  ή ενός στυλίτη ή  ενός «δια Χριστόν σαλού ».
Ενδιαφέρον εξακολουθεί να έχει  η επισήμανση , που κάνει για τον μεταφυσικό χαρακτήρα  που λαμβάνει κάθε θεωρητικό στοχασμός  , που φιλοδοξεί να ερμηνεύσει απόλυτα  και  δεσμευτικά τον κόσμο. Στις μεταμφιέσεις του δογματισμού ,οφείλονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην ιστορία. Όπως γράφει :«Η ιστορία δεν είναι παρά μια παρέλαση ψεύτικων Απολύτων , μια διαδοχή  ναών που αφιερώθηκαν σε προσχήματα , ένας εξευτελισμός του πνεύματος μπροστά στο Απίθανο .Ακόμα κι όταν απομακρύνεται  από τη θρησκεία , ο άνθρωπος παραμένει υποτελής της. Αφού πρώτα  κάνει τα πάντα για να χαλκεύσει είδωλα των θεών , στη συνέχεια τους παραδίδεται πυρετικά :η ανάγκη για το πλασματικό , για τη μυθολογία θριαμβεύει  σε βάρος του προφανούς και του γελοίου .Η ικανότητα του να λατρεύει  ευθύνεται για όλα τα εγκλήματά του : όποιος αγαπά με τρόπο ανάρμοστο έναν θεό , εξαναγκάζει τους άλλους να τον αγαπήσουν , έτοιμος να τους εξοντώσει αν αρνηθούν. Δεν υπάρχει μισαλλοδοξία, ιδεολογική αδιαλλαξία ή προσηλυτισμός , που να μην αποκαλύπτει το κτηνώδες βάθος του ενθουσιασμού .Αν ο άνθρωπος χάσει την ικανότητα της αδιαφορίας :γίνεται δυνάμει φονιάς .Αν μετατρέψει την ιδέα του σε θεό : οι συνέπειες είναι ανυπολόγιστες .Σκοτώνουμε πάντα εν ονόματι ενός θεού ή εν ονομάτι των δόλιων παραποιήσεων του :οι υπερβολές που προκάλεσε ο θεός Λόγος , η ιδέα του έθνους , της τάξης ή της φυλής συγγενεύουν με τις υπερβολές της Ιεράς Εξετάσεως ή της Μεταρρύθμισης .Οι εποχές της θεοσέβειας διαπρέπουν σε αιμοσταγείς άθλους :η αγία Τερέζα δεν μπορούσε παρά να είναι συγκαιρινή με τους επί πυράς θανάτους, και ο Λούθηρος με τη σφαγή των χωρικών. Στις μυστικιστικές  κρίσεις , οι οιμωγές των θυμάτων ακούγονται παράλληλα με τις οιμωγές της έκστασης … Αγχόνες μπουντρούμια , κάτεργα ευημερούν μόνο υπό τη σκέπη κάποιας πίστης , - από την ανάγκη του πνεύματος να πιστεύει η οποία το μόλυνε για πάντα. Ο διάβολος ωχριά μπροστά στον άνθρωπο που κατέχει μιαν αλήθεια ,την αλήθεια του. Είμαστε άδικοι απέναντι στους Νέρωνες και στους Τιβέριους : δεν επινόησαν αυτοί την έννοια του αιρετικού :υπήρξαν απλώς διεφθαρμένοι ονειροπόλοι που διασκέδασαν με τις σφαγές .Οι αληθινοί εγκληματίες  είναι εκείνοι που εγκαθιδρύουν μια θρησκευτική ή πολιτική ορθοδοξία και έτσι διακρίνουν τον πιστό από τον σχισματικό».[31]
 Οι σκέψεις αυτές δεν είναι παρά η αφετηρία για να ξεκινήσει ,ο Σιοράν , μια εξουθενωτική επίθεση όχι μόνο στον δογματισμό , αλλά  και στην βεβαιότητα  για την ύπαρξη  της μιας αποκλειστικά αλήθειας. Γράφει : «Τι άλλο είναι η Πτώση αν όχι η αναζήτηση μιας αλήθειας και η βεβαιότητα της εύρεσης της, το πάθος για ένα δόγμα ,η εγκατάσταση μέσα σε ένα δόγμα; » [32] Με αυτήν την προοπτική αισθάνεται κοντύτερα στον σκεπτικιστή Πύρρωνα, παρά στον Απόστολο Παύλο «Αισθάνομαι μεγαλύτερη ασφάλεια κοντά σε ένα Πύρρωνα παρά σε έναν απόστολο Παύλο, επειδή μια σκωπτική σοφία είναι πιο ήπια από μιαν αποχαλινωμένη αγιότητα. Μέσα σε ένα φλογερό πνεύμα ξαναβρίσκουμε μεταμφιεσμένο το αρπαχτικό ζώο. Δεν είναι εύκολο να γλυτώσει  κανείς από τα νύχια ενός προφήτη» [33].Ο μάρτυρας , ο ήρωας ,όπως εύκολα θυσιάζεται για ότι πιστεύει , κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να θυσιάσει ώστε να μεταμορφωθεί από ηθική σε εγκληματική προσωπικότητα : «Όσο για τον φανατικό, είναι αδιάφθορος :αν σκοτώνει για μιαν ιδέα , μπορεί κάλλιστα να σκοτωθεί γι’αυτήν .Και στις δύο περιπτώσεις , τύραννος ή μάρτυρας ,είναι ένα τέρας .Δεν υπάρχουν πιο επικίνδυνοι άνθρωποι από εκείνους που υπόφεραν για μια πίστη:οι μεγάλοι διώκτες στρατολογούνται ανάμεσα στους μάρτυρες που δεν τους έκοψαν το κεφάλι. Αντί να μειώνει τη λαχτάρα για δύναμη , η οδύνη την εκτραχύνει.»[34]
Ο Σιοράν θεωρεί ως εχθρό του , όποιον μιλά ως εκπρόσωπος των άλλων και όσους επικαλούνται ένα αόριστο  Εμείς. «Στο πρόσωπο του βλέπω έναν ελαττωματικό τύραννο, έναν παρ’ ολίγο δήμιο , αξιομίσητο όσο και οι τύραννοι , όσο και οι δήμιοι πρώτης κατηγορίας. Κάθε πίστη ασκεί ένα είδος τρόμου , τόσο πιο φριχτού όσο υποκινητές του είναι οι «άσπιλοι».[35] Αντίθετα αυτοί που δεν έχουν καμιά βεβαιότητα , οι Σοφιστές , όχι μόνο δεν προξένησαν κάποιο μεγάλο και ανεπανόρθωτο κακό , αλλά «η ανθρωπότητα τους οφείλει τις λίγες στιγμές ευδαιμονίας που έχει γνωρίσει :αυτοί σώζουν τους λαούς που βασανίζονται από τους φανατικούς  και καταστρέφονται από τους «ιδεαλιστές».[36]
Ο προφήτης σαν εκδοχή  της ανθρώπινης  ύπαρξης προκαλεί φόβο στον Σιοράν. Αντίθετα «Ο άνθρωπος με την ιδεώδη διαύγεια , συνεπώς ο ιδεατά φυσιολογικός , δε θα έπρεπε να καταφεύγει σε κάτι έξω από το τίποτα που βρίσκεται μέσα του»[37], ενώ θα προσθέσει «Ευγένεια έχει μόνο η άρνηση της ύπαρξης , ένα χαμόγελο που σκύβει πάνω σε ερημωμένα πεδία»[38].Από τις πιο ενδιαφέρουσες  σκέψεις του Σιοράν είναι αυτές , που κατακεραυνώνουν την απολυτοκρατία  και την  απροϋπόθετη προσχώρηση σε πίστεις :«Υπάρχει μεγαλύτερη παραίτηση από την πίστη; Η αλήθεια είναι ότι χωρίς αυτή οδηγούμαστε σε άπειρα αδιέξοδα. Αλλά εφόσον γνωρίζουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να οδηγήσει σε τίποτα , ότι το σύμπαν δεν είναι παρά ένα υπο-προϊόν  της θλίψης μας , γιατί θυσιάζουμε την απόλαυση του να σκοντάψουμε και να σπάσουμε το κεφάλι μας χτυπώντας πάνω στη γη και στον ουρανό; »
Η ζωή για τον Σιοράν έχει χάσει την αξία της  και αποτελεί μια δυσάρεστη εμπειρία ,μια γελοιότητα , που πρέπει να ξεπεραστεί: «η ζωή με τους άλλους αποβαίνει ανυπόφορη , και η ζωή με τον εαυτό  μας ακόμα πιο ανυπόφορη: όταν δεν παρεμβαίνουμε στις υποθέσεις των άλλων , είμαστε τόσο ανήσυχοι για τις δικές μας ώστε μεταστρέφουμε το «εγώ» μας σε θρησκεία , ή , απόστολοι από την ανάποδη , το αρνούμαστε :είμαστε θύματα του συμπαντικού παιχνιδιού…..»[39]Απέναντι σε αυτό το γεγονός κάθε προσπάθεια να δοθεί νόημα και σκοπός στην ζωή θα επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα: «Δώστε ένα συγκεκριμένο σκοπό στη ζωή :στη στιγμή χάνει το θέλγητρό της .Η ανακρίβεια των στόχων της την καθιστά ανώτερη από το θάνατο – ένας κόκκος ακριβείας θα την υποβίβαζε στην κοινοτοπία των τάφων .Γιατί μια θετική επιστήμη του νοήματος της ζωής  θα ερήμωνε τη γη αυθημερόν , και κανείς παράφρων δεν θα κατόρθωνε να επανεμψυχώσει τη γόνιμη απιθανότητα της επιθυμίας. »[40]  Η συνείδηση της έλλειψης νοήματος της ζωής  είναι που διασώζει και κάνει ανεκτή την ύπαρξη «Ας φυλάξουμε μέσα μας μια βεβαιότητα ανώτερη από όλες τις άλλες : η ζωή δεν έχει νόημα , δεν μπορεί να έχει .Αν μια απρόβλεπτη αποκάλυψη μας έπειθε για το αντίθετο θα έπρεπε να αυτοκτονήσουμε στη στιγμή. Αναπνέουμε ακόμα παρότι δεν υπάρχει αέρας , αλλά θα παθαίναμε ακαριαία ασφυξία αν μας στερούσαν τη χαρά της ματαιότητας  ».[41] Το γεγονός μάλιστα ότι η ιστορία δεν έχει νόημα , ούτε ένα σκοπό στον οποίο κατευθύνεται είναι ένα γεγονός αισιόδοξο :«Το  ότι η Ιστορία δεν έχει κανένα νόημα , πρέπει να μας χαροποιεί. Θα θέλαμε να βασανιζόμαστε για μιαν ευτυχή λύση του γίγνεσθαι , για μια τελική γιορτή που το κόστος της πλήρωσαν οι μόχθοι και οι συμφορές μας ;Για ηλίθιες μελλοντικές προοπτικές που αγάλλονται  με τα  δεινά μας , χοροπηδούν πάνω στις στάχτες μας; Η θέαση μιας παραδείσιας περάτωσης υπερβαίνει , στον παραλογισμό της , τις χειρότερες πλάνες της ελπίδας.»[42] Πρόκειται για την ιουδαίο-χριστιανικής προέλευσης  εσχατολογία ,που μεταφέρθηκε στην ιστορία από τον εγελιανισμό , τον μαρξισμό και τελευταία από ένα ελάσσονα διανοούμενο ,τον Φουκουγιάμα, που θεώρησε τον φιλελεύθερο καπιταλισμό ως το ευτυχές τέλος της ιστορίας και  την δαφνοστεφανωμένη κατάληξή της.
Σε αυτό το σημείο ο Σιοράν θα καταλήξει σε ένα συμπέρασμα κοινό τόσο σε πολλούς στοχαστές , όσο και σε όλες τις θρησκείες .Ο θάνατος είναι το αληθινό κριτήριο γράφει. Μόνο που μπορεί κάποιος να πεθαίνει μια φορά , ενώ ένας άλλος να πεθαίνει κάθε στιγμή ,που σκέπτεται  την αιωνιότητα και «την αρνείται σε κάθε σκέψη .»[43]Αν, ο Σιοράν, βλέπει κάποια ίαση στην λαχτάρα όπως λέει του θανάτου είναι να «ζήσουμε μέχρις εσχάτων , να γευτούμε όλες τις τέρψεις , όλες τις φρικιάσεις , να της παραδοθούμε.[44]» Φυσικά μια τέτοια συμμετοχή στο γεγονός της ζωής  δεν  απέχει πολύ από το είναι η γνήσια κατάφασή της.
Όμως  ,όπως και ο δάσκαλος του Σοπενχάουερ, θεωρεί ότι η ανία είναι ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ζωής: «Όποιος αγνοεί την ανία βρίσκεται ακόμη στην παιδικότητα του κόσμου , τη στιγμή που οι ηλικίες προσδοκούσαν να γεννηθούν ».[45] Για να προσθέσει στην συνέχεια ,«Η ανία μας αποκαλύπτει μιαν αιωνιότητα που δεν είναι το ξεπέρασμα του χρόνου , αλλά η καταστροφή του. Είναι το άπειρο των ψυχών που σαπίζουν ελλείψει δεισιδαιμονιών: ένα επίπεδο απόλυτο όπου τίποτα πια δεν εμποδίζει τα πράγματα να περιστρέφονται αναζητώντας τη δική τους πτώση. Η ζωή δημιουργείται μέσα στο παραλήρημα και καταπίπτει μέσα στην ανία…Η ανία ,αυτή η ανίατη ανάρρωση.»[46] Η μελαγχολία της Κυριακής συμβολίζει την κατάληψη του σύμπαντος από την ανία. Τελικά  η ύπαρξη όπως και στον Σοπενχάουερ μετεωρίζεται τραγικά ανάμεσα στην ανία και την οδύνη : « Το σύμπαν μεταμορφωμένο σε κυριακάτικο απομεσήμερο …, είναι ο ορισμός της ανίας – και το τέλος του σύμπαντος …το υπάρχειν έχει  ένα   μονάχα νόημα :να βυθίζεται μέσα στην οδύνη ,-ωσότου η άσκηση μιας καθημερινής νιρβάνας  να   την ανυψώσει στην αντίληψη του μη πραγματικού»[47].
Η απέχθεια, η πλήξη και η ανία  που νοιώθει από το γεγονός της ζωής  τον ωθεί να ασπαστεί όχι μόνο τον αντιδογματισμό  , αλλά  και την αποδοχή της καταστροφής : «Άραγε μπορούμε να φανταστούμε πιο θλιβερή και πιο μεγαλειώδη έπαρση από το να είναι κανείς ο αίτιος της διάλυσης μιας φιλοσοφίας ή μιας αυτοκρατορίας ;Να σκοτώνει από τη μια μεριά την αλήθεια και από την άλλη το μεγαλείο , μανίες που δίνουν ζωή στο πνεύμα και στην πόλη .Να υπονομεύει την αρχιτεκτονική των ειδώλων πάνω  στην οποία βασίζεται η έπαρση του στοχαστή και του πολίτη .Να απαλύνει μέχρι διαστρεβλώσεως τα κίνητρα της χαράς του να αντιλαμβάνεται και να θέλει να υποτιμά , με τις λεπτολογίες του σαρκασμού και της βασάνου , τις παραδοσιακές αφαιρέσεις και τις αξιότιμες συνήθειες ,- τι λεπτή και πρωτόγονη ζέση!».[48]
Από την πλήξη και την ανία δεν ξεφεύγει κανείς , ούτε καν ο κατακτητής .Όμως μια προικισμένη προσωπικότητα , που πλήττει είναι εξαιρετικά επικίνδυνη : «Οι εξαιρετικές φύσεις στις οποίες παρεισφρέει η Ανία , τρέμοντας τον κάθε τόπο και κατατρυχόμενος από ένα  διηνεκές αλλού , εκμεταλλεύονται τον ενθουσιασμό των λαών για να πολλαπλασιάζουν τα νεκροταφεία του »[49] Κατά περίεργο τρόπο «τον ονειροπόλο κατακτητή , την μεγαλύτερη θεομηνία για τους ανθρώπους » , η ανθρωπότητα θα τον λατρέψει : « Η ανθρωπότητα λάτρεψε μόνο τους εξολοθρευτές της .Τα βασίλεια όπου οι πολίτες έσβησαν ειρηνικά δεν εμφανίζονται καθόλου μέσα στην ιστορία , ούτε ο συνετός ηγεμόνας , ο οποίος ανέκαθεν περιφρονείται από τους υπηκόους του. Το πλήθος αγαπάει το μυθιστόρημα , έστω κι αν του κοστίζει , γιατί το σκάνδαλο των ηθών συνιστά το υφάδι της ανθρώπινης περιέργειας και το υπόγειο ρεύμα κάθε συμβάντος….Δεν έχετε συνεισφέρει σε μια καταστροφή : θα εξαφανιστείτε χωρίς να αφήσετε ίχνος πίσω σας. »[50] Ένα παρόμοιο και συγγενές αίσθημα  ,την μελαγχολία , θα περιγράψει με άρτιο τρόπο ο Π.Κονδύλης. Πρόκειται  για μια κατάσταση , που όπως η ανία δεν χαρακτηρίζει μόνο τις καθημερινές υπάρξεις  ,αλλά και κυρίως εκείνους που τα έχουν πετύχει όλα διότι κατανοούν « ότι η ισχύς που ΄χει αποκτηθεί μέσω της επίτευξης του στόχου παραμένει αναγκαστικά σχετική , όπως εξάλλου και κάθε άλλη , και συνεπώς οφείλει να συνεχίσει να αγωνίζεται εναντίον των αντιπάλων που της αντιστέκονται».[51] Φυσικά ως θεμελιώδες συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης η μελαγχολία , όπως και η ανία , η αίσθηση ότι ο κόσμος και η ζωή  αλλά και η εθελουσία έξοδο από αυτή  είναι  γεγονότα παράλογα και χωρίς νόημα , η επιθυμία για κυριαρχία  και  η επιθυμία  για απομόνωση , όλα αυτά δεν μπορούν να είναι  ανεξάρτητα από ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό , την  βούληση για ισχύ : «  μελαγχολία είναι η οφειλόμενη σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς καταναγκασμούς  παραίτηση από την εκδήλωση της βούλησης για ισχύ , και συνάμα ο τόπος για μια αιφνίδια και παρ’ όλα αυτά προβλέψιμη έκρηξη αυτής της βούλησης. » [52]
Ο μηδενισμός του Σιοράν θα διατυπωθεί με τον πλέον σαφή τρόπο. Η σχέση μας με τους άλλους , η υπέρβαση της μοναξιάς μας ρίχνει ακόμα πιο χαμηλά. Σε ένα επόμενο στάδιο ο μηδενισμός  του θα έχει άλλη μια συνέπεια, τον αντιανθρωπισμό .Ακριβέστερα  ο ριζικός αντιανθρωπισμός  και  ο μηδενισμός , όπως και η άρνηση κάθε αξίας και η αποδοχή τους ,είναι  έννοιες  που συμπλέκονται στον στοχασμό του και αλληλοτροφοδοτούνται  : «Μέσα στην κλίμακα των δημιουργημάτων , μόνο ο άνθρωπος προκαλεί  αηδία. Η  απέχθεια που γεννά ένα ζώο είναι προσωρινή. Δεν  ωριμάζει μέσα στη σκέψη , ενώ οι ομοιοί μας κατατρέχουν τους στοχασμούς μας , διεισδύουν στο μηχανισμό της απόστασής μας από τον κόσμο για να επιβεβαιώσουν το σύστημα της άρνησης και της μη προσχώρησης μας.»  [53] Προυπόθεση της αυθεντικής ύπαρξης είναι η αποτυχία , η «ερείπωσή της»[54] και αποδοχή της «κενότητας» του σύμπαντος .Ανάμεσα  στην δημιουργία και την καταστροφή , την αρχή και το τέλος φαίνεται να χάσκει το μηδέν , το «μυστήριο του Τίποτα», η μηδαμινότητα όλων των εγχειρημάτων.
Φυσικά , θεωρεί ως ανέφικτο να ξεφύγουμε από τους ορίζοντες του μηδενός:  «Αν με κάθε λέξη κερδίζουμε και μια νίκη σε βάρος του μηδενός , αυτό συμβαίνει για να το υποστούμε πληρέστερα .Πεθαίνουμε ανάλογα με τις λέξεις που σκορπίζουμε γύρω μας .. ..Όσοι μιλούν δεν έχουν μυστικά .Και μιλούμε όλοι .Προδινόμαστε , επιδεικνύουμε την καρδιά μας .Δήμιος του αφάτου , ο  καθένας μας πασχίζει ακράτητα να καταστρέψει όλα τα μυστήρια ,αρχίζοντας από τα δικά του.  »[55] Κατά παράδοξο τρόπο το τίποτα , το μηδέν «που έχει μια δύναμη ανώτερη από όλα τα απόλυτα » , που δεν μπορεί να προσδώσει νόημα στην ζωή , είναι το πάν , διότι κάνει την ζωή «να εγκαρτερεί μέσα σε αυτό που είναι :μια κατάσταση μη-αυτοχειρίας.»[56] Όμως η απόφαση για αυτόβουλη έξοδο από την ζωή δεν μπορεί να απαγορευθεί από κανένα σύστημα :«Αυτός ο κόσμος μπορεί να μας στερήσει τα πάντα , μπορεί να  μας απαγορεύσει τα πάντα , αλλά κανείς δεν έχει τη δύναμη να μας εμποδίσει να αυτοαφανιστούμε …Καμιά εκκλησία ,καμιά δημαρχία δεν επινόησε μέχρι τώρα έστω και ένα αξιόλογο επιχείρημα κατά της αυτοκτονίας .Τι να απαντήσει σε κάποιον που δεν μπορεί πλέον να υποφέρει τη ζωή;»[57]
Κάθε λέξη , πολύ περισσότερο κάθε διακήρυξη  είναι  μια βλασφημία χωρίς νόημα. Η σιωπή , οι σκέψεις του ανθρώπου με τον εαυτό του   και μόνο μπορούν να έχουν μόνο νόημα και σκοπιμότητα : «Μέσα στην  ατελεύτητη έκσταση του αμετάδοτου ρήματος , ο άνθρωπος θα έπρεπε να ακούει μόνο τον εαυτό του , να πλάθει λέξεις για τις σιωπές του και ακουστικές συμφωνίες για τις λύπες του μόνο. Αλλά είναι ο φλύαρος του σύμπαντος .Το εγώ αγαπά τον πληθυντικό. Και όποιος μιλάει εν ονόματι των άλλων είναι πάντα πλάνος. Οι πολιτικοί , οι μεταρρυθμιστές και όσοι επικαλούνται ένα συλλογικό πρόσχημα είναι απατεώνες. Μόνο το ψεύδος του καλλιτέχνη δεν είναι καθολικό , γιατί επινοεί μόνο τον εαυτό του.  »[58]
Ακριβώς επειδή η ποίηση ερμηνεύεται ,ως κυριαρχούμενη από στοιχεία άκρατης υποκειμενικότητας , δημιουργεί νοήματα καταληπτά κυρίως στον ίδιο  τον ποιητή, αποτελεί για τον Σιοράν ένα στοιχείο ελπίδας και αυθεντικότητας συγχρόνως. Η ποίηση και οι ποιητές , ακόμη περισσότερο και από τους άγιους , είναι ένα σημείο , ένα «ιδεώδες »στο οποίο θα πρέπει  με ενδιαφέρον , ίσως και ελπίδα  να στρεφόμαστε, αν επιθυμούμε βέβαια να ερευνήσουμε τον εαυτό μας  και το τι αυτός είναι «  Το σθένος της διάνοιας και η τόλμη να είμαστε ο εαυτός μας είναι κάτι που το μαθαίνουμε όχι τόσο στη σχολή των φιλοσόφων , όσο σε εκείνη των ποιητών .Οι «σκέψεις»  τους κάνουν να ωχριούν τα πιο παραδόξως προπετή λόγια των αρχαίων σοφιστών .Κανείς δεν τα υιοθετεί: υπήρχε τάχα ποτέ στοχαστής που να πήγε τόσο μακριά όσο ο Μπωντλαίρ  ή να τόλμησε να συστηματοποιήσει μιαν έκλαμψη του Λήρ ή έναν μονόλογο του Άμλετ ; Ίσως ο Νίτσε λίγο πριν το τέλος του , αλλά δυστυχώς ! επέμενε ακόμα στις προφητικές του επωδούς. Να στραφούμε προς τη μεριά των αγίων ;Ορισμένες φρενίτιδες της Τερέζας της Άβιλα ή του Άγγελου de  Foligno…Αλλά στα  λόγια τους συναντούμε πάρα πολύ συχνά το θεό , αυτή την παρήγορη α-νοησία  που , ενισχύοντας το θάρρος τους , μειώνει την ποιότητά του. Δεν είναι ίδιο του ανθρώπου να περιφέρεται χωρίς πεποιθήσεις και μόνος ανάμεσα στις αλήθειες ενίοτε όμως είναι ίδιο ενός ποιητή…   » [59]
Η φιλοσοφία δεν είναι ικανή να απαντήσει στα ερωτήματα του Σιοράν. Μόνο ένας ξεχωρίζει ,  «  ο αληθινός άγιος του καγχασμού» ,  ο Διογένης ο Κυνικός. Για αυτόν δεν μετρά τον θαυμασμό του. Αλλά είναι δύσκολο να αποκρύψει το γεγονός ότι ο Κυνικός βρίσκεται πολύ κοντά στους ασκητές και ιδιαίτερα τους λεγόμενους « δια τον Χριστό σαλούς » :  «Μόνο ο Διογένης δεν προτείνει τίποτα .Το βάθος της στάσης του – και η ουσία του κυνισμού του – έχει καθοριστεί από μιαν ορχιακή φρίκη μπροστά στη γελοιότητα ότι είναι άνθρωπος. Ο στοχαστής που στοχάζεται χωρίς ψευδαισθήσεις την ανθρώπινη πραγματικότητα , αν θέλει να παραμείνει στο εσωτερικό του κόσμου , και να εξαλείψει τον μυστικισμό ως διαφυγή , καταλήγει σε μια θέαση μέσα στην οποίαν συμφύρονται  η σοφία , η πίκρα και η φάρσα .Και αν επιλέγει την αγορά σαν χώρο της μοναξιάς ,ξεδιπλώνει τον οίστρο του περιγελώντας τους «ομοίους » του ή επιδείχνοντας την αηδία του , αηδία που σήμερα , με τον χριστιανισμό και την αστυνομία , δεν θα μπορούσαμε πλέον να επιτρέπουμε στον εαυτό μας … Πρέπει να εκτιμήσουμε την τύχη που τον έκανε να γεννηθεί πριν από την έλευση του Χριστού .Ποιος  ξέρει αν , μέσα στην αντικοινωνικότητά του , ένας επίνοσος πειρασμός για εξωανθρώπινη περιπέτεια δεν τον ωθούσε να γίνει ένας όποιος ασκητής , που αργότερα θα γινόταν άγιος , και έτσι θα χανόταν μέσα στην μάζα των ευδαιμόνων και του ημερολογίου; Τότε  θα γινόταν τρελός ,αυτός , ο πιο φυσιολογικός άνθρωπος , γιατί θα είχε απομακρυνθεί από κάθε διδασκαλία και κάθε διδαχή. Την δυσειδή εμφάνιση του ανθρώπου , ήταν ο μόνος που μπορούσε να μας την αποκαλύψει. Τα πλεονεκτήματα του κυνισμού συσκοτίστηκαν και ποδοπατήθηκαν από μια θρησκεία που εχθρευόταν το προφανές. Αλλά ήρθε η στιγμή να αντιταχθούν στις αλήθειες του θεανθρώπου οι  αλήθειες του «ουράνιου κυνικού » , όπως τον αποκάλεσε ένας συγκαιρινός του ποιητής. »[60] Όμως και ο ίδιος δεν θα αποφύγει τον πειρασμό της άσκησης. Βλέπει  γύρω του να αναδύεται η ανία των μοναστηριών , τελικά ένας ιδιαίτερος ασκητισμός χωρίς Θεό : «Είσαι ένας μοναχός χωρίς ιερές υποθέσεις και χωρίς την έπαρση του μοναχικού νοσηρού πάθους .Η  γη, ο ουρανός, είναι οι τοίχοι του κελιού σου και ,μέσα στην ατμόσφαιρα που καμιά πνοή δεν ταράζει ,βασιλεύει η απουσία της προσευχής. »[61]
Ο Σιοράν θα διατυπώσει ένα επιχείρημα με μεγάλο ενδιαφέρον , ίσως ατράνταχτο  λογικά , που επαναλαμβάνεται , με τον ίδιο τρόπο  από καθένα που θέλει να υπερασπιστεί την κοινωνική σημασία του μηδενισμού. Οι  μεγάλες θρησκείες , οι μεγάλες πίστεις , τα μεγαλεπήβολα οράματα , αυτά και όχι ο μηδενισμός είναι υπεύθυνες για τις εκατόμβες πτωμάτων , που γεμίζουν τις σελίδες της ιστορίας. Βεβαίως το επιχείρημα αυτό χάνει την σημασία του , πρώτα αν υπονοεί ότι η βία προέρχεται αποκλειστικά από τις ιδέες , τα οράματα  τις θρησκείες  ενώ  στις συγκρούσεις και στην χρήση βίας δεν παίζουν κανένα ρόλο τα γεωπολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα και δεύτερον αν  ταυτίζει τις θρησκείες ή τις πολιτικές ιδεολογίες και τις εσχατολογίες αποκλειστικά και μόνο με την βίαιη εκδοχή τους – που πιθανότατα να είναι προσδιορισμένη χρονικά και τοπικά – αγνοώντας τις πολλές άλλες πλευρές τους. Αντίθετα  από ότι συνεπάγεται η επιχειρηματολογία του Σιοράν οι πίστεις ή τα συλλογικά οράματα ακολουθούν σε ένα δεύτερο στάδιο τις συγκρούσεις μεταξύ των αντιτιθέμενων συμφερόντων , ώστε να τα επενδύσουν και να εμφανίσουν μια αρκετά πεζή διαμάχη (  όπως η εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων , σαν το νερό ή το πετρέλαιο , για την αυτοσυντήρηση ενός συνόλου ή η απαλλοτρίωση των μέσων εκείνων που σκοπό έχουν να ικανοποιήσουν συμπεριφορές ή ορμές καθόλου ασυνήθιστες στον άνθρωπο, όπως είναι  η απληστία ενός ατόμου ή μιας συλλογικότητας  )  ως διαμάχη μεταξύ διαφορετικών αξιών και ευγενών ιδανικών. Επιπρόσθετα  είναι λάθος να εξαντληθεί η πνευματική και ιστορική παρουσία του χριστιανισμού ,για παράδειγμα , στην Ιερά Εξέταση  ή στην χρηματοθυρία ή στην παιδοφιλία  ορισμένων κληρικών  και να αγνοηθούν  όλες οι άλλες πλευρές του , όπως είναι η πνευματική του διάσταση ή οι επιρροές που άσκησε στην εξέλιξη της τέχνης , της  κοινωνίας και της οικονομίας. Παρόμοια είναι λογικό ατόπημα να ταυτιστεί ο μαρξισμός αποκλειστικά  με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης – που προϋπήρξαν άλλωστε αυτού – και  να περιφρονήσουμε τον ρόλο που έπαιξε  στην ερμηνεία και στην εξέλιξη της δυτικής κοινωνίας  όσο και στην πολιτική ωρίμανση των εθνικών κινημάτων του τρίτου κόσμου. Συνεπώς οι θρησκείες , οι  ιδεολογίες όπως και ο άνθρωπος , δεν έχουν αποκλειστικά και μόνο την εφιαλτική και σκοτεινή πλευρά τους. Ενδεχομένως δε , αν προσπαθήσουμε να διαγράψουμε την σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου – αν βέβαιο  αυτό είναι δυνατό- , τότε να πρέπει να διαγράψουμε και την φωτεινή του πλευρά .Η κριτική του Σιοράν , παρά τις αναμενόμενες υπερβολές του ειρωνικού λόγου , δεν καταφέρνει να ξεφύγει από  το πειρασμό του δογματισμού. Διότι τελικά , όπως έχει επισημανθεί από την πρώτη στιγμή που εγκαινιάστηκαν αυτού του είδους οι συζητήσεις , το θεμελιώδες πρόβλημα του σκεπτικισμού είναι ότι θα πρέπει κι αυτός να προτείνει μιαν αλήθεια (έστω και αρνητική ) , την οποία θα πρέπει να υπερασπίσει συγκρουόμενος με άλλες αλήθειες , και η οποία είναι : «δεν υπάρχει αλήθεια , η ζωή δεν έχει νόημα».
Υπό αυτές τις προυποθέσεις οι επισημάνσεις του Σιοράν για τους κινδύνους που περιέχει η πίστη σε αξίες μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρουσες και σημαντικές συγχρόνως :  «Ό,τι δημιουργείται μέσα στη ζωή , και την ευγενίζει , πορεύεται προς ένα τέλος μακάβριο ή ό,τι άλλο. Ο αναβρασμός στις καρδιές προκάλεσε καταστροφές που κανένας δαίμονας δεν τόλμησε ποτέ να διανοηθεί .Όταν βλέπετε ένα πνεύμα που φλέγεται , να είστε βέβαιοι ότι στο τέλος θα πέσετε θύμα του. Εκείνοι που πιστεύουν στην αλήθεια τους – οι μόνοι που τους θυμάται η ανθρώπινη μνήμη – αφήνουν πίσω τους πτώματα .Οι θρησκείες έχουν στο ενεργητικό τους περισσότερους φόνους απ’ ό,τι οι πιο αιμοσταγείς τυραννίες , και όσοι θεοποιήθηκαν από την ανθρωπότητα δεν μπορούν να συγκριθούν σε αιμοβορία ακόμα και με τους πιο συνειδητούς φονιάδες. Όποιος προτείνει μια νέα πίστη διώκεται περιμένοντας να γίνει διώκτης :οι αλήθειες ξεκινούν συγκρουόμενες με την αστυνομία για να καταλήξουν να την κάνουν στήριγμά τους   ».[62]
Με περισσότερο οξύ τρόπο  τονίζει , επεκτείνει τις προηγούμενες σκέψεις του,  για να καταδικάσει την ηθική και τον ηθικισμό:  «Αν στον έναν δίσκο μιας  ζυγαριάς βάζουμε το «κακό» που εξαπέλυσαν οι καλοί μέσα στον κόσμο και στον άλλο δίσκο το κακό που έκαναν οι άνθρωποι χωρίς αρχές και ενδοιασμούς , η ζυγαριά θα έκλινε προς το πρώτο δίσκο. Μέσα στο πνεύμα που την προτείνει , κάθε σωτηριολογία στήνει μια λαιμητόμο …Οι καταστροφές των διεφθαρμένων εποχών βαραίνουν λιγότερο από τις θεομηνίες που προκάλεσαν οι φλογερές εποχές .Ο βόρβορος  είναι πιο ευχάριστος  από το αίμα .Και υπάρχει μεγαλύτερη ηδονή στο ελάττωμα παρά στην αρετή , πιο ανθρώπινο στοιχείο στη διαφθορά απ’ ό,τι στην ηθικολογία. Ο άνθρωπος που κυριαρχεί και δεν πιστεύει σε τίποτα , είναι το πρότυπο ενός παραδείσου της κατάπτωσης , μιας κυρίαρχης λύσης της ιστορίας. Οι καιροσκόποι έσωσαν τους λαούς , οι ήρωες τους κατέστρεψαν.  » [63]
Ο Σιοράν για να ειρωνευτεί , με κυνικό τρόπο , την φιλοσοφία ταυτίζει το πρότυπο του φιλοσόφου του , δηλαδή τον σκεπτικιστή , τον πυρρωνιστή  με την πόρνη. Όπως αυτή δεν έχει – κατά κανόνα-  σταθερή σχέση, έτσι και ο σκεπτικιστής δεν έχει μια σταθερά αλήθεια , αλλά μπορεί να αλλάζει αξίες και πεποιθήσεις με τον ίδιο τρόπο που η πόρνη αλλάζει εραστές. Πρόκειται για μια παρομοίωση , που πιθανόν προκαλεί φρίκη στην από καθέδρας φιλοσοφία , αλλά ας μην ξεχνάμε , ότι διατυπώνεται από αυτόν που φιλοδοξεί να είναι κληρονόμος του ειρωνικού και διασκεδαστικού (με την αρχαία σημασία του όρου , που σημαίνει καταστρέφω ) πνεύματος του Διογένη : «Ο φιλόσοφος , έχοντας βγει από την πλάνη των συστημάτων και των δεισιδαιμονιών , αλλά επιμένοντας ακόμα στους δρόμους του κόσμου , θα έπρεπε να μιμηθεί τον πυρρωνισμό του πεζοδρομίου στον οποίο δείχνει το λιγότερο δογματικό πρόσωπο : η κοινή γυναίκα .Απαλλαγμένη από όλα κι ανοιχτή σε όλα , δεχτική στη διάθεση και στις ιδέες του πελάτη , αλλάζοντας τόνο και πρόσωπο σε κάθε ευκαιρία, έτοιμη , από αδιαφορία , να φανεί χαρούμενη ή θλιμμένη …. Να στέκεις απέναντι στους ανθρώπους και στον εαυτό σου χωρίς πεποιθήσεις ,είναι το υψηλό μάθημα της πορνείας , περιφερόμενης ακαδημίας της διαύγειας , στο  περιθώριο της κοινωνίας , όπως η φιλοσοφία. «Ό,τι ξέρω το έμαθα στο σχολείο των γυναικών», θα έπρεπε να κραυγάσει ο στοχαστής που δέχεται τα πάντα και αρνείται τα πάντα , όταν, σύμφωνα με το παράδειγμά τους ,ειδικεύεται στο κουρασμένο χαμόγελο, όταν οι άνθρωποι   είναι γι’ αυτόν πελάτες , και τα κράσπεδα του κόσμου αγορά όπου πωλεί την πίκρα του , όπως οι συναδέλφισσές του , το κορμί τους. »[64]
 Το ενδιαφέρον είναι ότι στοχαστές , που όμνυαν, με έναν απόλυτο , δογματικό και αδιαπραγμάτευτο τρόπο σε αξίες , αναδείχθηκαν σε αυτό που ονόμασε ο Σιοράν «φιλοσοφία του  πεζοδρομίου» , καθώς επέλεξαν να υπηρετήσουν κρατικές ιδεολογίες αντίθετες στα  αρχικά διακηρυγμένα πιστεύω τους ή ακόμη τάχθηκαν με την τάξη του χρήματος  ενάντια στην αντιαστική  τους υποτίθεται προέλευση  και ρητορική. Σε αυτή την περίπτωση ο καιροσκοπισμός δεν υπηρετεί το τραγικό χαρακτήρα της ύπαρξης , όπως συμβαίνει στην προβληματική του Σιοράν , αλλά έναν δογματισμό , που θεωρεί πως ότι υπάρχει  - το κράτος , το χρήμα , η υφιστάμενη τάξη – δικαιώνεται από το γεγονός  και μόνο ότι υπάρχει  και κατά συνέπεια οφείλουμε να συμμορφωθούμε  σε αυτό. Κατά αυτόν τον τρόπο ότι δεν υπάρχει –  οι ουτοπίες , ή οι θρησκείες  για παράδειγμα – θα επανέρχονται  για να πολεμήσουν την κοινωνική πραγματικότητα που χρησιμοποιεί ως εργαλεία για να κυριαρχεί  εξίσου  την πίστη και την απιστία, τον δογματισμό και τον καιροσκοπισμό. Διότι ο Σιοράν μπορεί να παραμένει συνεπής μόνο στην ασυνέπεια του και δογματικός στον πυρρωνισμό του  , όμως η εξουσία ενώ μπορεί να απαιτεί από τους υπηκόους της  να είναι πιστοί στην ιδεολογία  που διακηρύττει , η ίδια δεν δεσμεύεται  από καμία ιδεολογία και είναι καιροσκοπική , με την έννοια ότι χρησιμοποιεί την ιδεολογία ή το σύστημα αξιών  που προάγει σε κάθε περίπτωση τους στόχους τους οποίους θέτει , με πρώτο σε σημασία  βέβαια  την  ίδια την αναπαραγωγή της.
Πως όμως περιγράφει ο Σιοράν τον εαυτό του και όποιον καταλήγει σε παρόμοιες με αυτόν σκέψεις; Γράφει «   Γόνος κάποιας άτυχης φυλής , βαδίζει βιαστικά στα βουλεβάρτα της Δύσης. Λάτρης των   διαδοχικών πατρίδων , δεν ελπίζει πια σε καμιά :ασάλευτος μέσα σε ένα άχρονο λυκόφως , πολίτης του κόσμου – και κανενός κόσμου – είναι άπραγος ,χωρίς όνομα και δύναμη .Οι λαοί χωρίς μοίρα δεν θα μπορούσαν να ορίσουν μια μοίρα στα παιδιά τους που , διψασμένα για άλλους ορίζοντες , κυριεύονται από αυτούς και τους εξαντλούν συνακόλουθα για να καταλήξουν σε φαντάσματα των θαυμασμών και των κοπώσεων τους… Δεν ξέρω πια να πω από πού έρχομαι : μέσα στους ναούς , είμαι χωρίς πίστη. Μέσα στις πόλεις , χωρίς θέρμη , κοντά στους ομοίους μου, χωρίς περιέργεια , πάνω στη γη ,χωρίς βεβαιότητες .- Δώστε μου μια καθορισμένη επιθυμία , και θα ανατρέψω τον κόσμο. Ελευθερώστε με από αυτή την ντροπή των πράξεων που κάθε πρωί με κάνει να παίζω την κωμωδία της ανάστασης και κάθε βράδυ την κωμωδία του ενταφιασμού .Στο μεσοδιάστημα , βασανιστήρια μέσα στο σάβανο της ανίας. Ονειρεύομαι μια βούληση – ναι ό,τι βούλομαι μου φαίνεται ανάξιο. Σαν βάνδαλος με το σαράκι της μελαγχολίας , πορεύομαι χωρίς σκοπό , εγώ χωρίς εγώ , κι εγώ δεν ξέρω προς ποια γωνιά … για να ανακαλύψω ένα εγκαταλελειμμένο θεό , έναν άθεο θεό , και να κοιμηθώ στη σκιά των ύστατων αμφιβολιών και των ύστατων θαυμάτων του.   »[65]
Όμως αν και ο Σιοράν δεν εμπιστεύεται την «πραγματικότητα »  καμιάς ιδέας , κανενός ιδανικού , θεωρεί αναγκαία την κατασκευή μύθων για έναν πολιτισμό , που δεν επιθυμεί να περιπέσει στην παρακμή .Κατ’ αυτόν « ένας πολιτισμός αρχίζει να εκπίπτει  από τη στιγμή που η Ζωή αποβαίνει η μοναδική του  ψύχωση»[66] , ενώ αντίθετα « η δραστηριότητα ενός πολιτισμού κατά τις γόνιμες στιγμές του εξάγει τις ιδέες από το αφηρημένο του μηδέν , μετασχηματίζει τις έννοιες σε μύθους»[67] Η δημιουργικότητα ενός πολιτισμού συνυφαίνεται με την ικανότητα κατασκευής θεών : «Ένας λαός πεθαίνει όταν δεν έχει πλέον τη δύναμη να επινοήσει άλλους θεούς , άλλους μύθους , άλλους παραλογισμούς .Τα είδωλα του ωχριούν  και εξαφανίζονται , προσπαθεί πια να τα αντλήσει από αλλού , και νιώθει μόνος  μπροστά σε άγνωστα τέρατα .Είναι η ίδια η παρακμή .Αλλά αν ένα από αυτά τα τέρατα τον κυριεύσει , ένας άλλος κόσμος – στερημένος , σκοτεινός , ανυπόφορος – κλονίζεται μέχρι να εξαντλήσει το θεό του και να απαλλαγεί από αυτόν .Γιατί ο  άνθρωπος είναι ελεύθερος – και στείρος – μόνο στο διάστημα  που οι θεοί πεθαίνουν .Δούλος – και δημιουργός – είναι στο διάστημα που – πραγματικοί τύραννοι- ευημερούν.[68]».Αν  σε συλλογικό επίπεδο ο Σιοράν αποκαλύπτει κάποιες αναμφισβήτητες χρησιμότητες στο θρησκευτικό φαινόμενο , σε προσωπικό επίπεδο συνδυάζει τις σκληρές επιθέσεις στον χριστιανισμό ,νιτσεϊκής μάλλον έμπνευσης – ιδιαίτερα δε στον Απόστολο Παύλο (  «ο μεγαλύτερος κομματάρχης όλων των εποχών , έκανε τις περιοδείες του μολύνοντας με τις επιστολές του  την αίθρια του αρχαίου λυκόφωτος »[69]) , με τις συχνές ομολογίες ότι δεν μπορεί να τον αγνοήσει  και να σταθεί απέναντι αδιάφορος (  «Μισώ όλους τους θεούς , δεν είμαι αρκετά υγιής για να τους περιφρονήσω .Αυτή είναι η μεγάλη ταπείνωση του Αδιάφορου  »[70] ή και «όπως και να έχουν τα πράγματα οι ώμοι μου είναι πολύ αδύναμοι για να βαστάξουν τον ουρανό»[71]).Βεβαίως όπως και ο Σοπενχάουερ , θα σταθεί περισσότερο φιλικός προς τον βουδισμό και τις ανατολικές θρησκείες εξ αιτίας της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει  το μηδέν, μέσα στο πνευματικό κόσμο που συγκρότησαν.
Η συλλογική ζωή πάσχει   από το σύνδρομο της εξουσίας . Είναι το τίμημα που πληρώνει  ο άνθρωπος , καθώς εγκαταλείπει  τον μοναχικό βίο  .Οι επιγραμματικοί αφορισμοί περιγράφουν με εξαιρετική ακρίβεια και πολιτική διαύγεια  το εξουσιαστικό φαινόμενο .Ότι σε άλλους συγγραφείς χρειάστηκαν εκατοντάδες σελίδες για να  το  περιγράψουν , ο Σιοράν το έθεσε με πληρότητα μέσα σε ορισμένες προτάσεις : «Ένας Καίσαρας βρίσκεται πιο κοντά σε έναν βλαχοδήμαρχο παρά σε ένα πνεύμα τέλεια διαυγές το οποίο όμως στερείται του ενστίκτου κυριαρχίας. Το πρωταρχικό είναι να διατάζεις : σχεδόν όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν .Είτε έχετε υπό την εξουσία σας μια αυτοκρατορία , είτε μια φυλή , μια οικογένεια ή έναν υπηρέτη εκδιπλώνετε το τάλαντό σας ως τύραννος , ένδοξα ή γελοία : οι πάντες ή ένας μόνο άνθρωπος βρίσκονται υπό τις διαταγές σας .Έτσι αρχίζει η σειρά των συμφορών που γεννιούνται από την ανάγκη του άρχειν….. Όποιος  υπακούει θα κάνει με τη σειρά του τους άλλους να τον υπακούσουν : αυτή είναι η υπέρτατη επιθυμία όλων .Μόνο οι ζητιάνοι και οι σοφοί δεν την αισθάνονται – εκτός κι αν το παιχνίδι  τους είναι πιο λεπτό….Όσο οι άνθρωποι θα έχουν το  πάθος της πόλης , θα κυριαρχεί ένας μασκαρεμένος κανιβαλισμός.  Το πολιτικό ένστικτο είναι η άμεση συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος , η άμεση υλοποίηση της πτώσης. Καθένας θα  έπρεπε να είναι τεταγμένος στη μοναξιά του , αλλά ο καθένας επιτηρεί τη μοναξιά των άλλων. Οι άγγελοι και οι ληστές έχουν τους αρχηγούς τους : πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς με τα ενδιάμεσα όντα -  την ανθρωπότητα εν γένει ;Στερείστε τους την επιθυμία να είναι δούλοι ή τύραννοι : η πόλη καταστρέφεται εν ριπή οφθαλμού  »[72].Άλλωστε « Όλες οι εξουσίες έχουν την Βαστίλη τους :όσο πιο ισχυρός είναι ένας θεσμός , τόσο πιο λίγη είναι η ανθρωπιά του.»[73]
Ο κίνδυνος  να μην είναι ο άνθρωπος ο εαυτός – αλλά τι είναι  και τι μπορεί να είναι ο εαυτός του ;- δημιουργεί δυο κινδύνους , δύο πειρασμούς , να εκτραπεί ή στην βλακεία ή στην αγιότητα  , στην ψευδαίσθηση ότι είναι κάτι λιγότερο(υπ-άνθρωπος) ή κάτι περισσότερο από άνθρωπος (υπερ-άνθρωπος ): «Να ολισθήσεις προς τη βλακεία ή προς την αγιότητα , σημαίνει να αφεθείς να βγεις από τον εαυτό σου »[74]Βεβαίως αυτό είναι ένα θέμα που  θα απασχολεί διαρκώς τον Σιοράν. Η  διαρκής καταφυγή στους Κυνικούς – σε αυτούς τους ασκητές του μηδενός – αποτελεί  μια προσωρινή παρηγοριά στην σκέψη του, αλλά και ένδειξη των τραγικών αντιφάσεων του, θέτοντας το ερώτημα αν η πίστη και η απιστία συνδέονται οργανικά στην σκέψη του ή απλά φανερώνουν την ύπαρξη διαφορετικών επιρροών που δεν κατάφερε να χωνέψει : « Με πόση τρυφερότητα και πόσο φθόνο στρέφονται οι σκέψεις μου προς τους ασκητές της ερήμου και προς τους κυνικούς !Άρνηση κατοχής του παραμικρού αντικειμένου : αυτού  του τραπεζιού , αυτού του κρεβατιού , αυτών των ενδυμάτων …Το ρούχο παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και το μηδέν ….Άλλοτε , μονήρεις άνθρωποι απογυμνώνονταν από τα πάντα για να ταυτιστούν με τον εαυτό τους :στην έρημο ή στο δρόμο , απολαμβάνοντας  εξίσου την απογύμνωση τους , άγγιξαν την υπέρτατη τύχη: εξισώνονταν με τους νεκρούς.» [75]




                                             Γ’

Η Sylvie Jaudeau  ισχυρίζεται ότι  ο Σιοράν σε ένα από τα τελευταία έργα του « Εξομολογήσεις  και Αναθεματισμοί » ,  «χωρίς να  απαρνηθεί τίποτε από τον εαυτό του , εμφανίζεται ωστόσο διαφορετικός»[76] Βεβαίως μπορούμε να επισημάνουμε ορισμένες ενδιαφέρουσες όσο και εριστικές σκέψεις .Όπως ότι «η τυραννία είτε τσακίζει είτε δυναμώνει τον άνθρωπο, η ελευθερία τον κάνει μαλθακό ένα ανδρείκελο.Ο  άνθρωπος έχει περισσότερες ελπίδες να σωθεί δια της Κόλασης παρά δια του Παραδείσου »[77] Με χαϊντεγκεριανό τρόπο   γράφει « Δεν κατοικούμε μια χώρα. Κατοικούμε μια γλώσσα Αυτή είναι η πατρίδα και τίποτε άλλο. »[78] Επαναλαμβάνει ότι « το ότι η ζωή  δεν έχει κανένα νόημα είναι ένας λόγος για να ζεις. Ο μόνος λόγος άλλωστε»[79] .Συγχρόνως , ενώ υμνεί τους θεοκτόνους  γοητεύεται από τους μυστικιστές ,αυτούς που θα «χαθούν στην απεριόριστη θεότητα»[80] όσο και από τους πατέρες του ερήμου. Η ύπαρξη επειδή δεν δεσμεύεται από ένα σκοπό , αλλά από « την ιδέα της περιπέτειας , της άνευ λόγου καταστροφής»[81] συνυφαίνεται με την τραγικότητα. Ως μαθητής του Σοπενχάουερ και του Νίτσε θεωρεί τον πόνο ως τον μεγάλο σχολείο  που  «παράγει γνώση»[82] , με το οποίο «παύουμε να είμαστε μαριονέτες» [83]  , ενώ «οι οδύνες μας δένουν , μας καθηλώνουν στη ζωή …αποτελούν αποδείξεις  για την ποιότητα της ύπαρξής μας»[84]. Η δίψα του απόλυτου , η δίψα του Θεού αρμόζει σε «ένα διαταραγμένο πνεύμα »[85] ,ενώ αυτός ομολογεί ότι διψά για την ανυπαρξία. Η άρνηση του Θεού οδεύει μαζί με τον μισανθρωπία , «ο άνθρωπος πρέπει να εξαφανιστεί » [86] γράφει .Όμως το μηδέν και το είναι, το μηδέν και το παν έχουν μια διαρκή επικοινωνία «Το όλον είναι τίποτε των μυστικιστών δεν είναι παρά ένα προοίμιο στη συγχώνευση με αυτό το όλον το οποίο ως εκ θαύματος αρχίζει να υπάρχει , δηλαδή γίνεται πράγματι όλον.»[87]
Η σκοτεινή  κακή ανθρωπολογική φύση προϋποθέτει την «ύπαρξη» ενός κακού δημιουργού, ενός σκοτεινού θεού «  της σκιάς του οποίου αποτελώ προέκταση , κι ότι σ’ εμένα εναπόκειται να εξαντλήσω τις συνέπειες της καταστροφής που επικρέμαται πάνω από εκείνον και  το έργο του» [88]. Οι άθεοι ακριβώς επειδή στέκονται έναντι του Θεού  που αρνούνται , δεν μπορούν να τον ξεπεράσουν και γι’ αυτό «η ιδέα τους για τον Θεό είναι ακριβώς η ίδια με των πιστών» [89]. Βεβαίως ούτε ο ίδιος ο Σιοράν μπορεί να βρεθεί εκτός του θείου: «Με τη βοήθεια της έκστασης – αντικείμενο της οποίας είναι ένας θεός χωρίς ιδιότητες , μια ουσία θεού – υψωνόμαστε προς μια μορφή απάθειας καθαρότερη κι από εκείνη του υπέρτατου θεού. Όταν βυθιζόμαστε στο θείο , βρισκόμαστε εξίσου πέρα από κάθε μορφή θεότητας .Αυτό είναι το τελευταίο στάδιο , το σημείο όπου καταλήγει ο μυστικός , αφού σημείο εκκίνησης είναι η ρήξη  με το Δημιουργό, η άρνηση να συγχρωτισθεί μαζί του και να επιδοκιμάσει το έργο του. »[90] Η σχέση του με το Θεό είναι πολύπλοκη και διαρκής : «Πρέπει να σκεφτόμαστε τον Θεό και όχι τη θρησκεία , την έκσταση και όχι το μυστικισμό.»[91]
Ο Σιοράν αποδοκιμάζει το γεγονός της ζωής και για αυτό ειρωνεύεται  την ερωτική πράξη , δια μέσου της οποίας η ζωή  διαιωνίζεται:  «Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ένας θεός , ούτε καν ένας άνθρωπος , προέρχεται από μια γυμναστική που έχει  ως αποκορύφωμα ένα μούγκρισμα. Τι παράξενο που η «εξέλιξη» , ύστερα από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα , δεν κατάφερε να εφαρμόσει κάποιον άλλο μηχανισμό…. Όταν ξέρουμε τι μοιράζει στον καθένα το πεπρωμένο , μένουμε κατάπληκτοι μπροστά στη δυσαναλογία ανάμεσα σε  μια στιγμή αφηρημάδας και στο θαυμαστό πλήθος  των συμφορών που πηγάζουν απ’ αυτή. Όσο  περισσότερο εξετάζουμε αυτό το ζήτημα , τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε ότι οι μόνοι που έχουν κάτι καταλάβει είναι όσοι επέλεξαν την κραιπάλη ή τον ασκητισμό , οι διεφθαρμένοι ή οι ευνουχισμένοι .»[92]
Τελικά ο Σιοράν θα ομολογήσει ότι ο πολυθεϊσμός ταιριάζει περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία και στην σκέψη του  καθώς και « στην ποικιλία των τάσεων και των ορμών μας , στις  οποίες προσφέρει τη δυνατότητα να εκφραστούν , να εκδηλωθούν , αφού καθεμιά απ’ αυτές έχει την ελευθερία να στραφεί , σύμφωνα με τη φύση της , στο θεό που της ταιριάζει εκείνη τη στιγμή.»[93] Ο παγανισμός υπήρξε πολύ πιο διακριτικός έναντι της θεότητας από ότι ο χριστιανισμός. Χάρις  τον τελευταίο «βυθομετρήσαμε τις αβύσσους  του Θεού και τις δικές μας »[94] Αυτό είναι ένα κατόρθωμα που όμως δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι και ο χριστιανισμός με την λατρεία των αγίων  λαμβάνει τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον παγανισμό [95].
Βεβαίως ακόμη κι αν οι θεοί  δεν  λαμβάνονται στην ονομαστική τους σημασία ή με τον τρόπο που αξιώνουν οι διάφορες θρησκείες , δεν μπορούμε  να αγνοήσουμε ότι παίζουν ένα κρίσιμο ρόλο  στην εξέλιξη ενός πολιτισμού ώστε « ένας πολιτισμός καταστρέφεται μόνο όταν καταστρέφονται οι θεοί του .»[96] Ο Σιοράν  αναφέρεται στον τρόπο , που θεωρεί , ότι κατάρρευσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία , αλλά η επισήμανση  του  θεωρεί   ότι  έχει ευρύτερη εφαρμογή. Τελικά ο πολυθεϊσμός όπως και η θέση ότι  η « ελευθερία είναι το δικαίωμα στη διαφορά »[97], θα τον οδηγήσουν να επιλέξει τον φιλελευθερισμό ως ένα αρκετά ανεκτό πολιτικό δέον.
 Φυσικά δεν σταματά να επαναλαμβάνει  ένα αντιφατικό λόγο , όπως όταν ισχυρίζεται ότι είναι αναγκαίος  κατά καιρούς ο ασκητισμός  καθώς « όταν τελειώνει η άσκηση , είμαστε περισσότερο ελεύθεροι και μόνοι σχεδόν άτρωτοι.»[98] , ή όταν γράφει « περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε θα έπρεπε να χτίζονται μοναστήρια … για εκείνους που πιστεύουν σε όλα και για εκείνους που δεν πιστεύουν σε τίποτε. »[99].
Είναι εντυπωσιακό ότι ομολογεί πως τον γοητεύουν πιο πολύ τα βιβλία της διαιτητικής και του μυστικισμού  καθώς ο μυστικισμός προϋποθέτει την  ασκητική « Τα βιβλία που διαβάζω με μεγαλύτερο ενδιαφέρον τείνουν προς το μυστικισμό και τη διαιτητική .Μήπως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο ;Οπωσδήποτε ναι , στο μέτρο που ο μυστικισμός προϋποθέτει  άσκηση, δηλαδή σύστημα ζωής , για την ακρίβεια ,δίαιτα.  »[100]
Βεβαίως ο στόχος του παραμένει σταθερός : να νεκρώσει το Εγώ , να νεκρώσει ο κόσμος. Να  κυριαρχήσει το κενό :  «Το ξέρουμε ότι δεν υπάρχει εγώ , αλλά αυτή τη γνώση τη βαραίνει η υστεροβουλία. Το κενό βρίσκεται ευτυχώς εκεί και , όταν το εγώ υποχωρεί , το αντικαθιστά, αντικαθιστά τα πάντα , πληροί τις προσδοκίες μας , μας δίνει τη βεβαιότητα της μη πραγματικότητάς μας. Το κενό είναι η άβυσσος χωρίς ίλιγγο. »[101]  . Ο Σιοράν  βρίσκει στο κενό την θετική διέξοδο , που δεν προσφέρει το μηδέν: «  Το κενό είναι το μηδέν , στερημένο από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του , το  μηδέν μετουσιωμένο. Αν συμβεί να το νιώσουμε , οι σχέσεις μας με τον κόσμο μεταμορφώνονται , κάτι μέσα μας αλλάζει , παρ’ όλο που κρατάμε τα παλιά μας ελαττώματα.» [102] Το κενό , η έλλειψη κάθε θεμελίου  οδηγεί στο όλο , στην ολότητα , ώστε η απόλυτη άρνηση τελικά εκβάλει στην μεταφυσική. Συγχρόνως εξομαλύνει την ζωή και το θάνατο  , ώστε να κάνει ανεκτό  το γεγονός της ύπαρξης : «Ακόμη και αν η εμπειρία του κενού δεν είναι παρά μια απάτη , ακόμη και τότε θα άξιζε να τη δοκιμάσει κανείς .Αυτό που στοχεύει , αυτό που επιχειρεί είναι να εκμηδενίσει και τη ζωή και το θάνατο , με μοναδικό σκοπό να τα κάνει ανεκτά .Αν το πετυχαίνει μερικές φορές , τι άλλο να  ευχηθούμε; Χωρίς αυτή δεν υπάρχει κανένα φάρμακο  για την αναπηρία της ύπαρξης ούτε και ελπίδα να ξαναγυρίσουμε , έστω και για σύντομες στιγμές , στην πριν από τη γέννηση γλυκύτητα , στο φως του καθαρού προγενέστερου .»[103] Άλλωστε « δεν έχουμε καμιά απόδειξη ότι είναι προτιμότερο να υπάρχουμε παρά να μην υπάρχουμε»[104] Ο θάνατος κατά συνέπεια δεν είναι ένα τρομακτικό γεγονός , που απωθεί και φοβίζει , αλλά « το άρωμα της ύπαρξης»[105].Η  εξερεύνηση του μηδενός , του κενού  προϋποθέτει μεθοδολογικά τον σκεπτικισμό , ο οποίος  οδηγεί εκτός του κόσμου « Ο σκεπτικιστής είναι ο λιγότερο μυστηριώδης άνθρωπος που υπάρχει και ωστόσο από κάποια στιγμή και έπειτα δεν ανήκει πια σ’ αυτό τον κόσμο.»[106]
Η άρνηση της επιθυμίας , όπως και στον βουδισμό , αποτελεί το κλειδί της λύτρωσης : « Μόλις πάψουμε να έχουμε επιθυμίες , γινόμαστε πολίτες όλων των κόσμων και κανενός .Βρισκόμαστε εδώ μέσω της επιθυμίας , μόλις την ξεπεράσουμε , δεν είμαστε από πουθενά και δεν έχουμε πια τίποτε να ζηλέψουμε από ένα άγιο ή από ένα  φάντασμα. Είναι  πιθανόν να υπάρχει ευτυχία στην επιθυμία , αλλά η  ευδαιμονία εμφανίζεται μόνο εκεί όπου έχει σπάσει κάθε δεσμός. Η ευδαιμονία δεν είναι συμβατή μ’ αυτό τον κόσμο. Για χάρη της κόβει ο ερημίτης όλους τους δεσμούς  του , για χάρη της αυτοκαταστρέφεται.  »[107]
To 1937  ,o Σιοράν, πολύ νέος,    εκδίδει στο Βουκουρέστι το βιβλίο «Για δάκρυα και αγίους»[108] .  Ο Κ.Τσιρόπουλος -  ένας στοχαστής έντονα επηρεασμένος από την ορθοδοξία -  γράφει  στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης ότι ο Σιοράν «δέχεται τους αγίους  αλλά αμφισβητεί τον Θεό » και  « αφήνει την εντύπωση μιας παλινδρομικής αντιφατικότητας  ανάμεσα στο  είναι και στο μηδέν του Θεού»[109]  , ενώ προσθέτει  «  ο Σιοράν υπήρξε ένας μοναδικός στην σύνθεση της προσωπικότητας του σκεπτικιστής . (και ο σκεπτικιστής σφραγίζει τα πάντα με τον σχετικισμό του ). Αλλά ένας σκεπτικιστής που υπάρχοντας στον κόσμο υποφέρει. Η οδύνη που εκφράζει   ο στοχασμός του τον απομακρύνει αρκετά από τον καθαρά στωικισμό , τον αναδείχνει μια περίπτωση συγκλονιστικά αξιοσέβαστη στη γενναία της τιμιότητα ώστε ενώ εκφράζει βεβαιότητα πως υπάρχει ο Θεός ( στοχασμοί 19,23,53) συγχρόνως να Τον αρνείται ( στοχασμοί 6, 87, 117) , να Τον θεωρεί λιποτάχτη ( στοχασμός 147)  στους πόνους του ανθρώπου , να επιθυμεί «  να ταπεινώσουμε» τον Θεό ( στοχασμός 165 ) και τελικά να εξομολογείται πως «πεθαίνει εν Θεώ» (στοχασμός 94) όχι κατά Θεόν . »[110]. Η Sylvie Jaudeau    επισημαίνει ότι « Όλο το σιορανικό δράμα  εμφανίζεται σε αυτό το βιβλίο : « το πάθος του απόλυτου μέσα σε μια σκεπτικιστική ψυχή», μια ψυχή η οποία κατατρύχεται από την ιδέα ότι το άπειρο  που την ταλανίζει πιθανώς δεν είναι παρά « ένα σφάλμα της καρδιάς » , μια ψυχή η οποία γοητεύεται από την ακλόνητη πίστη των αγίων , που είναι ικανοί να « κοιμηθούν εν Θεώ για να πεθάνουν μέσα τους»……Το δράμα του ανθρώπου που διαπερνάται από το προαίσθημα του Θεού , είναι ότι  κατατρύχεται από το όραμα του μηδενός , από το δικό του μηδέν : «Κατά βάθος υπάρχουμε μόνον Αυτός κι εγώ , αλλά η σιωπή του μας καταργεί αμφότερους »  γράφει.»[111]
Το έργο ξεκινά με ένα αφορισμό , για τον οποίο δεν θα είχε αντίρρηση μια θρησκευτική φύση : «Δεν είναι η γνώση αυτή που μας κάνει να πλησιάσουμε τους αγίους , αλλά το ξύπνημα των δακρύων που κοιμούνται βαθιά μέσα μας. Μόνο τότε και μέσω αυτών , προχωρούμε στη γνώση και καταλαβαίνουμε πως μπορούμε να γίνουμε άγιοι αφού πρώτα υπήρξαμε άνθρωποι.»[112]  Η ζωή όπως και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με αδιαφορία , ενώ επανέρχεται σε ένα θέμα που θα απασχολεί όλο το έργο του , τον πόνο : «το όριο κάθε πόνου είναι ένας μεγαλύτερος πόνος».[113] Βεβαίως το ερώτημα του Θεού σημαδεύει την σκέψή του : «Έρχεται μια στιγμή που επανέρχονται όλα στο Θεό… Δε θα είναι ο Θεός παρά ένα φευγαλέο πάθος , ένας τρόπος του πνεύματος ;»[114] Συγχρόνως διασταυρώνει τις σκέψεις του Νίτσε και του Πασκάλ : « Η μεγάλη αξία του Νίτσε είναι ότι ήξερε να υπερασπίζεται τον εαυτό του έγκαιρα εναντίον της αγιότητας .Τι θα είχε απογίνει εάν άφηνε ελεύθερες τις φυσικές του ροπές ; - Ένας Πασκάλ μαζί με όλες τις τρέλες των αγίων.»[115] Ο μηδενισμός του όμως  αφήνει διάπλατα την πόρτα στον μυστικισμό .Κατά έναν τρόπο τον ελκύει : «Είμαστε τόσο πιο κοντά στον μυστικισμό ώστε ο χρόνος να χάνεται πληρέστερα από τη μνήμη μας. Όσο πιο φρέσκα και καλοδιατηρημένη είναι η μνήμη , τόσο καλύτερα εισβάλλει στα φαινόμενα , στην αμεσότητα .Η αρχαιολογία της μας αποκαλύπτει πειστήρια ενός άλλου κόσμου έναντι αυτού εδώ .»[116] Με λόγο ευστοχότερον  ενός θεολόγου γράφει «Η αγιότητα έχει για μέθοδο τον πόνο και ο σκοπός της είναι ο Θεός. …Οι  φιλόσοφοι είναι ψύχραιμοι. Δεν  υπάρχει ζεστασιά παρά μόνο στη γειτονία με τον Θεό. Η φύση μας , για ό,τι σιβηρικό φέρει μέσα της , απαιτεί τους αγίους. »[117] .Η σπουδή στον πόνο είναι προϋπόθεση της  αγιότητας . «Δεν υπάρχει αγιότητα χωρίς ηδονή του πόνου και χωρίς μιαν ύποπτη εκλέπτυνση».[118]
Ο μυστικισμός και ο σκεπτικισμός δεν αλληλοαποκλείονται , αλλά ο ένας τροφοδοτεί τον άλλο :  «Ένας  φιλόσοφος ξεφεύγει από τη μετριότητα μόνο μέσω του σκεπτικισμού ή του μυστικισμού , αυτές τις  δύο μορφές της απόγνωσης απέναντι στη γνώση .Ο μυστικισμός είναι μια διαφυγή πέρα από τη γνώση , ο σκεπτικισμός μια γνώση χωρίς ελπίδα. Δύο τρόποι  για να πείς ότι  ο κόσμος δεν είναι μια λύση. »[119] Το μηδέν είναι προνομιακό σημείο  της αγιότητας : «Η απελπισία , γεννημένη ανάμεσα σε μιαν έρημο  και έναν ουρανό το ίδιο αδιάλλακτους , οδήγησε στον παροξυσμό της αγιότητας. Η «ξηρασία της συνείδησης » για  την οποία παραπονιούνται οι άγιοι , είναι το αντίστοιχο φυσικό φαινόμενο της εξωτερικής ερήμου .Όλα είναι τίποτε – αυτή είναι η αρχική αποκάλυψη των μοναστηριών. Έτσι αρχίζει μυστικισμός .Ανάμεσα στο τίποτε και στον Θεό είναι λιγότερο από ένα βήμα , γιατί ο Θεός είναι η θετική έκφραση του μηδενός. »[120]
Ο Σιοράν  εντοπίζει το όριο εκείνο , όπου η εύρεση του μηδενός καταλήγει σε αναζήτηση  του Θεού : «Η αγιότητα είναι η υπέρβαση της κατάστασης του πλάσματος .Η επιθυμία να είσαι εν Θεώ δεν  ταιριάζει πλέον με την ύπαρξη δίπλα ή κάτω , που προσδιορίζει την πτώση μας. ..Και εάν δεν μπορώ να ζήσω , τουλάχιστον θα ήθελα να πεθάνω εν Θεώ. Ή καλύτερα , να συνδυάσω και τα δύο : να ταφώ ζωντανός εν Αυτώ.»[121]
 Ο μυστικισμός και η έκσταση προϋποθέτουν την έξοδο από τον κόσμο .Το κενό  οδηγεί στο πάν. Ο ειρωνικός λόγος καταλύει την νομιμότητα του υπάρχειν για να καταλήξει στον τραγικό λόγο  : «  Ο μυστικισμός αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο πάθος της έκστασης και τον τρόμο του κενού. Δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει τη μια , χωρίς να έχει γνωρίσει το άλλο. Και τα δύο προϋποθέτουν μια έντονη θέληση « λήθης του παρελθόντος » , μια προσπάθεια προς ένα ψυχικό λευκό … Μόλις η ψυχή ωριμάσει για ένα διαρκές και γόνιμο κενό , υψώνεται μέχρι την ολοκληρωτική εξάλειψη .Η συνείδηση ανεβαίνει πέρα από τα κοσμικά όρια .Μια  συνείδηση απελευθερωμένη από όλες τις εικόνες είναι απαραίτητη προϋπόθεση της κατάστασης έκστασης και της εμπειρίας του κενού .Δεν βλέπει πια κανείς τίποτε πέρα από το τίποτε και αυτό το τίποτε είναι το πάν. Η έκσταση είναι μια ολοκληρωτική παρουσία χωρίς αντικείμενο , ένα κενό πλήρες. Ένα ρίγος  διασχίζει το μηδέν , μια επιδρομή του όντος  μέσα  στην απόλυτη  απουσία .Το κενό είναι η κατάσταση της έκστασης , όπως η έκσταση είναι η κατάσταση του κενού.»[122]
Ο Σιοράν καταφεύγει στον δυτικό μυστικισμό , όπως είναι ο  Άγιος Ιωάννης του Σταυρού  ή ο Μάϊστερ Έκχαρτ , για να συνδέσει το μηδέν με την Θεότητα ( «το ζωτικό μηδέν είναι το ιδανικό σημείο στήριξη της Θεότητας» [123]) .Όμως παρόμοιες σκέψεις συναντούμε και στον ορθόδοξο μυστικισμό (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ) ,  και στους  «ερημίτες της Θηβαϊδας» , στους οποίους  δεν παραλείπει ο Σιοράν να αναφερθεί ,   γεγονός που δείχνει μια ριζωμένη στην σκέψη αντίληψη , ανεξάρτητη από χωρική ή την χρονική της προέλευση . Γράφοντας με ένα τρόπο κλασσικό μυστικιστικό ο Σιοράν επισημαίνει ότι η « Η εν Θεώ ζωή είναι θάνατος του πλάσματος , όχι μοναξιά μαζί αλλά μέσα σε αυτόν .Είναι η « μοναξιά εν Θεώ , του αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Σ’ αυτόν η ένωση της ανθρώπινης μοναξιάς με την απέραντη έρημο του Θεού είναι μια ανέκφραστη ευχαρίστηση , αγγέλτρια της πλήρους ταυτολόγησής τους. »[124] Σε αρμονία με την θεολογία του προσώπου και τον περσοναλισμό καταλήγει ότι : «Η ανθρωπότητα απαλλάσσεται από τον Θεό από τότε που τον απογύμνωσε από τις ιδιότητες του ως προσώπου. Θέλοντας να διευρύνει τον τομέα επιρροής του Παντοδύναμου , τον έκρυψε , χωρίς να το θέλει , από την άμεση όρασή μας . »[125]          
Προφανώς ο μυστικισμός ανακαλύπτει στον διανοητισμό της θεολογικής σκέψης και στην απόπειρα της να περιλάβει  στην γλώσσα ότι δεν λέγεται   και ότι ανήκει στην σιωπή  έναν αντίπαλο , αλλά και ένα εμπόδιο που κλείνει τον δρόμο προς την θεότητα : « Η θεολογία είναι η άρνηση του  Θεού. Η παράλογη ιδέα να ζητεί  κανείς επιχειρήματα για να  αποδείξει την ύπαρξή του !Όλα αυτά τα εγχειρίδια δεν αξίζουν ούτε ένα επιφώνημα της  αγίας Τερέσας. Από  τότε που υπάρχει η θεολογία , καμία συνείδηση δεν κέρδισε μια επί πλέον βεβαιότητα , γιατί η θεολογία δεν είναι παρά η άθεη άποψη της πίστης .Το έσχατο  μυστικιστικό ψέλλισμα είναι πιο κοντινό στον Θεό απ’ όσο η Θεολογική Σύνοψη. Ό,τι είναι  θεσμός και θεωρία παύει να είναι ζωντανό .Η Εκκλησία και η θεολογία εξασφάλισαν στον Θεό μια διαρκή αγωνία. Μόνο ο μυστικισμός κατά καιρούς τον αναζωογόνησε.   » [126]
Πολύ εύστοχα ο Σιοράν  , επαναλαμβάνοντας  και επεκτείνοντας τον Μπερδιάγεφ, συνδέει  τον ρώσικο όσο και τον ισπανικό  σκεπτικισμό – θα προσθέταμε και τον μηδενισμό – με τον Θεό : « Η Ρωσία με ολόκληρη τη Σιβηρία – καίγεται ταυτόχρονα με την Ισπανία και ολόκληρο τον ουρανό. Ο πιο σκεπτικιστής Ρώσος η Ισπανός είναι  είναι περισσότερο παθιασμένος για τον Θεό από οποιονδήποτε γερμανό μεταφυσικό. Όλες οι φωτοσκιάσεις της ολλανδικής ζωγραφικής δεν παραβγαίνουν σε δραματική ένταση τη φλεγόμενη σκιά ενός Θεοτοκόπουλου ή ενός Θουρμπαράν. »[127] Αποσαφηνίζοντας  το θεμέλιο  της σκέψης αυτής γράφει «Αδύνατο να αγαπάς τον Θεό  αλλιώτικα ,  παρά μισώντας τον ! »[128] Ο Ντοστογιέφσκι, ο Νίτσε  μαζί με τον Σοπενάουερ αποκαλύπτονται σε αυτό το σημείο οι μεγάλοι του δάσκαλοι .Η εμμονή του στην σημασία του πόνου όπως και στον αρνητικό ρόλο της επιστήμης που « μειώνει την μεταφυσική συνείδηση»[129]  τεκμηριώνουν το μέγεθος της επίδρασης τους.
      Στο έργο του « Ο πειρασμός του υπάρχειν»[130] ο Σιοράν επιχειρεί να επεκτείνει τον φιλοσοφικό του λόγο στην  παρουσίαση  ορισμένων στοιχείων που έχουν αποκρυσταλλώσει διάφοροι λαοί κατά την ιστορική του διαδρομή. Ξεκινάει την σκέψη του με την παραδοχή ότι « Ο ρυθμός της ζωής μας , πιο πολύ κι από το ύφος , θεμελιώνεται στην εντιμότητα της εξέγερσης»[131] , ενώ στην θέση της ενότητας τοποθετεί  την διαφοροποίηση  , την πολλαπλότητα  και την ετερογένεια. Συγχρόνως επανέρχεται στην προσφιλή του θεματολογία στους μυστικούς ,  που « έχουν δίκιο που αναζητούν τον Θεό μέσα τους , ή αλλού , εκτός απ’ αυτόν τον κόσμο , τον οποίο έχουν διαγράψει εντελώς , χωρίς ωστόσο να έχουν ξεπέσει στην ανταρσία»[132] όπως και στην αναζήτηση της οδύνης. Γράφοντας  για τους λαούς με έναν τρόπο , που θυμίζει έντονα Χάϊντεγκερ , επισημαίνει ότι η «η Αμερική ορθώνεται μπροστά στον κόσμο σαν ένα θυελλώδες μηδέν , ένα άνευ ουσίας πεπρωμένο»[133] ,   ενώ «  όσον αφορά τη  Ρωσία , δεν μπορούμε να εξετάσουμε το παρελθόν της χωρίς να νιώσουμε ένα ρίγος , ένα τρόμο ποιότητας .Παρελθόν υπόκωφο , πλήρες υπόγειας αναμονής , αγωνίας , παρελθόν πεφωτισμένων αρουραίων. Η εισβολή των Ρώσων θα κάνει τα έθνη να τρέμουν – ήδη έχουν εισάγει το απόλυτο στην πολιτική. Είναι  η πρόκληση για μιαν ανθρωπότητα λεηλατημένη από τις τύψεις  στην οποία δεν θα παραλείψουν να δώσουν τη χαριστική βολή. Αν εμείς δεν έχουμε πια ψυχή , έχουν εκείνοι με το παραπάνω …Στην  πραγματικότητα δεν σκέφτονται , εκρήγνυνται. Στο στάδιο όπου η νόηση δεν μειώνει , ούτε διαλύει τις εμμονές , αγνοούν τα νοσηρά συμπτώματα του στοχασμού , όπως και τις ακρότητες της συνείδησης , στις οποίες αυτή γίνεται παράγοντας ξεριζωμού και αναιμίας. »[134]Από αυτή την έποψη η Ρωσία , όχι μόνο , διαθέτει ένα βαρύ  και  στέρεο πνευματικό  παρελθόν  , αλλά και ένα ορμητικό ένστικτο που την ωθεί να ταυτίζει τις πολιτικές πράξεις με το απόλυτο.  Ο μεσσιανισμός τους , που έχει πάρει πολλές μορφές ήδη από τα έργα του Ντοστογιέφσκι  , «είναι το νοσηρό φαινόμενο της νεότητας ενός λαού.»[135] Βεβαίως  ούτε οι Ρώσοι , ούτε οι Αμερικάνοι « δεν ήταν αρκετά ώριμοι , ούτε διανοητικώς αρκετά διεφθαρμένοι για να « σώσουν » την Ευρώπη ή ν ΄ αποκαταστήσουν την παρακμή της»[136]  Αλλά και οι Γερμανοί  «  ιμπεριαλιστές εν ονόματι ενός περιορισμένου ονείρου και μιας ιδεολογίας εχθρικής σε όλες τις αξίες που προέκυψαν από την Αναγέννηση  »[137] απέτυχαν διότι « συμπεριφέρθηκαν τόσο αδέξια , ώστε επιτάχυναν την πανωλεθρία της .Δυσαρεστημένοι , που τη συγκλόνισαν και την άφησαν άνω κάτω , επιπλέον , δώρο στη Ρωσία και την Αμερική , διότι  γι’ αυτές ήξεραν καλά να πολεμούν και να καταρρέουν. Έτσι, ήρωες για λογαριασμό  άλλων  , δράστες ενός τραγικού χαλασμού , απέτυχαν στον σκοπό τους , στον αληθινό ρόλο τους .Αφού προηγουμένως μελέτησαν και διέπλασαν τα θέματα του σύγχρονου κόσμου , παρήγαγαν τον Χέγκελ και τον Μάρξ , χρέος τους ήταν να τεθούν στην υπηρεσία μιας οικουμενικής ιδέας , και όχι ενός φυλετικού οράματος. »[138]
   Ο Σιοράν δεν βλέπει να έχει μέλλον η Δύση. Την  περιμένει το χάος και το ιστορικό της τέλος. Η ελευθερία ταυτίζεται με την επιθυμία να είσαι ο εαυτός .Αυτή την θεμελιώδη θέση η Ευρώπη την έχει απορρίψει  ,  ώστε ότι συνιστούσε την γοητεία και την πρωτοτυπία  δηλαδή « η οξύτητα του κριτικού της πνεύματος »  και ο « επιθετικός σκεπτικισμός της»  τελικά « εξεμέτρησε το ζην »[139]  και αντικαταστάθηκε από τον δογματισμό. Η επισήμανση του είναι ανακριβής. Ο σκεπτικισμός όσο και ο δογματισμός έχουν μια περίοπτη θέση στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Συνεπώς ο Σιοράν αποτυγχάνει  να ερμηνεύσει τους λόγους της παρακμής της Δύσης. Παρόλα αυτά   προφητικά ισχυρίζεται «Το μέλλον ανήκει στα περίχωρα του πλανήτη.»[140] Βεβαίως με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στέκεται στην χώρα  της Αγίας Τερέζας ,του Θερβάντες, του Ουναμούνο, του  Ορτέγκα Υ Γκάσσετ, την Ισπανία .Πρόκειται για έναν πολιτισμό  που απώλεσε τον εαυτό του από «υπερβολικό βάθος »[141], ενώ η εμμονή τους στο μηδέν δημιούργησε «ένα μη σοβαρό τραγικό».[142] Κοντά σε αυτούς έρχονται οι μικρότεροι λαοί που χρησιμοποιούν τον εθνικισμό τους ως μάσκα « χάρη στην οποία προσπαθούν να κρύψουν το δράμα τους και να ξεχάσουν , μέσα σε φρενίτιδα από διεκδικήσεις , την ανικανότητά τους να παρεμβάλλονται στα γεγονότα.»[143]
  Το  εβραϊκό έθνος αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση ακριβώς επειδή έχει βιώσει το ξερίζωμα του ανθρώπου  με μεγάλη ένταση: «Το να είσαι άνθρωπος είναι ένα δράμα , το να είσαι Εβραίος είναι ένα άλλο δράμα. Έτσι ο Εβραίος έχει το προνόμιο να ζει δύο φορές τη συνθήκη μας .Εκπροσωπεί την  κατ’ εξοχήν διαχωρισμένη ύπαρξη , ή , για να χρησιμοποιήσω μιαν έκφραση με την οποία χαρακτηρίζουν οι θεολόγοι τον Θεό , το όλως άλλο.  »[144] Πρόκειται για έναν λαό που επιχειρεί μέσα στην ιστορική διαδρομή να κρατήσει ζηλότυπα την ταυτότητα  του  .Μπορεί να φόρεσε άλλες ταυτότητες – να υποδύθηκε άλλοτε τον χριστιανό, άλλοτε τον μουσουλμάνο , άλλοτε τον άθεο και τον αγνωστικιστή - , αλλά σπάνια επέτρεψε στον εαυτό του να αφομοιωθεί. Η  τελευταία του προσπάθεια να δημιουργήσει  εθνικό κράτος στα εδάφη ενός άλλου λαού τον κάνει πρωταγωνιστή  σε ένα νέο ιστορικό δράμα. Ο Σιοράν επισημαίνει   για το εβραϊκό  έθνος ότι « Το βέβαιον είναι ότι εμφανίστηκαν επί μακρόν ως η ενσάρκωση του  φανατισμού , και ότι η κλίση τους προς  τη φιλελεύθερη ιδέα  είναι μάλλον επίκτητη , παρά έμφυτη. Ο πιο μη ανεκτικός και καταδιωγμένος των λαών συνενώνει τον οικουμενισμό με τον πιο αυστηρό ιδιομορφισμό. »[145] Τους πιστώνει  όμως το γεγονός ότι απέρριψαν τον χριστιανισμό. Μια ανεξήγητη σκέψη τους θεωρεί υπεύθυνους για ότι συμβαίνει : « Δεν υπάρχουν  γεγονότα , κακουργήματα  ή καταστροφές για τα οποία οι αντίπαλοί τους δεν τους έχουν καταστήσει υπεύθυνους .Παράλογη απότιση τιμής .Όχι ότι πρέπει να ελαχιστοποιηθεί ο ρόλος τους .Για να είμαστε όμως δίκαιοι , πρέπει να τα βάλουμε μαζί τους μόνο για τα πραγματικά τους αδικήματα : το πιο σημαντικό είναι ότι παρήγαγαν έναν θεό που η ευδοκίμησή του – μοναδική στην ιστορία των θρησκειών – έχει κάτι που μας αφήνει άναυδους . » [146]
 Αντιφατική είναι σε αυτό το σημείο η αξιολόγηση του Σιοράν . Αρνητικός διότι συντέλεσαν στην δημιουργία του χριστιανισμού , θετικός διότι δεν τον αποδέχθηκαν. Τελικά   βέβαια θα τους επιδαψιλεύσει την μεγάλη τιμή: « είναι οι δάσκαλοι περί  του υπάρχειν .Απ’ όσους γνώρισαν μακρά περίοδο σκλαβιάς , μόνον αυτοί έχουν καταφέρει ν ΄αντισταθούν στις γητειές της αβουλίας. »[147] Οι Γερμανοί τους φθόνησαν γιατί ήσαν αυτό που και οι ίδιοι επιθυμούσαν να είναι: «Αυτοί οι δύο λαοί , νιώθοντας μυστική έλξη ο ένας για τον άλλο , δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν : πως οι Γερμανοί , αυτοί οι αριβίστες του  πεπρωμένου , θα είχαν συγχωρέσει στους Εβραίους το γεγονός ότι κατάφεραν να έχουν μοίρα ανώτερη από τη δική τους;… Οι Γερμανοί απεχθάνονταν στον Εβραίο το δικό τους υλοποιημένο όνειρο , την οικουμενικότητα που δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν…Ούτε εκλεκτοί , ούτε καταδικασμένοι , οι Γερμανοί εκτραχηλίστηκαν ότι είναι και το ένα και το άλλο: η κορυφαία στιγμή της ανάπτυξής τους θα αποτυπωθεί ως ένα επεισόδιο στην εποποιία των Εβραίων. »[148] Οι σκέψεις αυτές θα πρέπει να διαβαστούν και ως έμπρακτη μεταμέλεια του Σιοράν  για τις μεσοπολεμικές πολιτικές του επιλογές.
   Βεβαίως η προσπάθεια να χαρακτηρίσει  λαούς μέσα από την ιστορική τους εξέλιξη αποτελεί  ένα διάλειμμα στον φιλοσοφικό λόγο του , που έλκεται από την αποθέωση του μηδενός .Ισχυρίζεται ότι  ο λόγος του δεν αποτυπώνει την  επιθυμία για καταστροφή  , αλλά ένα κόσμο που τείνει προς την αυτοεκμηδένιση. Στην πραγματικότητα συμβαίνουν και τα δύο .Η επιθυμία του μηδενός  προεκτείνεται από το υποκείμενο στον αντικειμενικό κόσμο , ώστε ο σκεπτικισμός του δεν είναι μια μέθοδος , αλλά η υποδοχή του μηδενός : «Δεν καταστρέφουμε , καταστρεφόμαστε .Μίσησα τον εαυτό μου σε όλα τα αντικείμενα του μίσους μου , φαντάστηκα θαύματα εκμηδενισμού , κονιορτοποίησα τις ώρες μου , πειραματίστηκα με τις γάγγραινες της διάνοιας. Ο σκεπτικισμός , όργανο ή μέθοδος , κατέληξε να εγκατασταθεί μέσα μου , να γίνει η φυσιολογία μου , η μοίρα του σώματος μου , η εντόσθια αρχή ( principe) μου , το κακό από το οποίο δεν ξέρω πώς να γιατρευτώ ή να εξολοθρευτώ. »[149] Τελικά θα ομολογήσει : «Καταστρέφομαι , το θέλω πολύ.»[150] Για να καταλήξει και πάλι σε ένα μεταφυσικό ξέσπασμα : «προσπαθώ ν’ αποσπαστώ  απ’ όλα , ν’ ανυψωθώ με το να ξεριζώνομαι .Για να γίνουμε ουτιδανοί , οφείλουμε να κόψουμε τις ρίζες μας , να γίνουμε μεταφυσικώς ξένοι.»[151]
 Ο μηδενισμός τον καθοδηγεί στην αναζήτηση του ιερού : «Όταν με κατακλύζει το τίποτα και , σύμφωνα με μιαν ανατολίτικη έκφραση , φτάνω στο «άδειο του κενού » , μου συμβαίνει , καταπτοημένος απ’ αυτήν την ακρότητα , να στρέφομαι στον Θεό , έστω και μόνο με την επιθυμία να ποδοπατήσω τις αμφιβολίες μου , να έρθω σε αντίφαση με τον εαυτό μου και , πολλαπλασιάζοντας τα ρίγη μου , ν’ αναζητήσω σ’ αυτά  ένα κίνητρο .Η εμπειρία του κενού είναι ο μυστικός πειρασμός του άπιστου , η δυνατότητά του για προσευχή , η στιγμή του για πληρότητα. Στα  όρια μας ανακύπτει ένας θεός , ή κάτι που παίρνει τη θέση του.  »[152]  Βεβαίως δεν αγνοεί τις αντιφάσεις του , γι΄ αυτό επαναλαμβάνοντας τον Φλωμπέρ γράφει «Είμαι ένας μυστικός και δεν πιστεύω σε τίποτα .»[153] Το στοιχείο που τον ελκύει σε στοχαστές όπως ο Νίτσε και σε Μυστικούς όπως ο Μάιστερ Έκχαρτ  και ο Άγγελος Σιλέσιος  είναι  η αποθέωση του υποκειμενισμού και η έλλειψη συστήματος , η υποχώρηση του διανοητισμού και η προέλαση της αισθαντικότητας  .Ειδικά για τον τελευταίο γράφει «Τον Άγγελο Σιλέσιο δεν  τον απασχολεί ο Θεός , αλλά ο δικός του Θεός.» [154]
Οι μυστικοί είναι η ωριμότητα της σκέψης : «Οι μυστικοί , ανυπότακτοι από κλίση , φρενιασμένοι στις  προσευχές τους , παίζουν , τρέμοντας με τον ουρανό… Και ήταν όλοι δυνατοί , εφόσον κατέστρεφαν το σώμα τους για ν’ αντλούν απ’ αυτό  συμπλήρωμα ισχύος .Νομίζουμε πως είναι μαλακοί , δεν υπάρχουν πιο σκληρά όντα. Τι μας προτείνουν ; Την αρετή της ανισορροπίας .Άπληστοι για κάθε είδους πληγές , υπνωτισμένοι από το αλλόκοτο , επιχείρησαν την κατάκτηση της μόνης μυθοπλασίας που αξίζει τον κόπο .Ο Θεός τους χρωστάει τα πάντα : τη δόξα του , το μυστήριό του , την αιωνιότητά του. Δανείζουν ύπαρξη στο ασύλληπτο , ασκούν βία στο Τίποτα για να το ζωντανέψουν: πως θα μπορούσε  η μαλθακότητα να επιτελέσει παρόμοιο άθλο ;Αντίστροφα από το αφηρημένο και λανθασμένο μηδέν των φιλοσόφων , το δικός τους εκρήγνυται από πληρότητα : απόλαυση εκτός κόσμου , ανύψωση της διάρκειας , φωτεινή εκμηδένιση πέραν των ορίων της σκέψης.  »[155]
Αντίθετα με το πνεύμα των Μυστικών, ο Απόστολος Παύλος ,θεωρεί ,ότι εισήγαγε στον χριστιανισμό όλα τα ελαττώματα της Παλαιάς Διαθήκης : τη μισαλλοδοξία , την βαναυσότητα , τον επαρχιωτισμό : «  Δεν έχει ούτε τον λυρισμό των αρχαίων προφητών , ούτε τον ελεγειακό και κοσμικό τους τόνο , έχει όμως το σεκταριστικό πνεύμα τους και καθετί που σ’ εκείνους ήταν κακογουστιά , φλυαρία , παραλήρημα προς χρήσιν των πολιτών .»[156]Παρόλα  αυτά και παρά την αμφιθυμία του θα επανέρχεται συχνά όχι μόνο στους  Μυστικούς της Δύσης αλλά και της Ανατολής  , τον Κασσιανό ,τον Ευάγριο , τον Άγιο Νείλο[157]. Σε αυτούς  θα βρει το ουσιώδες : την μελέτη θανάτου. Πιστεύει ότι έφευγαν στην έρημο για να αισθανθούν με μεγαλύτερη ένταση τον θάνατο .Τελικά κάνουν την έρημο υπόθεση του εσωτερικού ανθρώπου : «  Αυτόν τον τόνο , για να τον ακούσουμε, οφείλουμε να νοικοκυρέψουμε εντός μας μιαν έρημο… Αν το καταφέρουμε , αρμονίες διατρέχουν το αίμα μας , οι φλέβες μας διαστέλλονται , τα μυστικά και τα  αποθέματά μας εμφανίζονται στην επιφάνεια μας , όπου η αηδία και ο πόθος , η φρίκη και η συναρπαγή συγχωνεύονται σε μια σκοτεινή και λάμπουσα γιορτή .Η αυγή του θανάτου χαράζει μέσα μας. Κοσμικός σπασμός , έκρηξη των σφαιρών , μύριες φωνές ! Είμαστε ο θάνατος , και όλα είναι ο θάνατος …..  Οι ερημίτες των πρώτων αιώνων θα μας χρησιμεύσουν εκ νέου ως παράδειγμα .Θα μας μάθουν πως , προκειμένου ν΄ ανεβάσουμε το ψυχικό  μας επίπεδο , οφείλουμε να είμαστε σε διαρκή σύγκρουση με τον εαυτό μας. Δικαίως ένας Πατέρας της Εκκλησίας τους ονόμασε «αθλητές της ερήμου» .Ήταν μαχητές , των οποίων την ένταση , τη λύσσα εναντίον του εαυτού τους , τους αγώνες τους , δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε…Οι αναχωρητές ήξεραν να θεραπεύουν την ανεπάρκεια των βασάνων τους …Αφού καταπολέμησαν τον κόσμο , ένιωσαν την ανάγκη να πολεμήσουν τον εαυτό τους .Οποία ηρεμία για τον πλησίον τους …Όλοι αυτοί οι ερημίτες , εάν είχαν μείνει εντός του αιώνος , πόσες ακρότητες δεν θα είχαν διαπράξει !Προς όφελος της εποχής τους , είχαν την έμπνευση να ασκήσουν την ωμότητά τους στον εαυτό τους .Αν τα ήθη μας πρέπει να εξημερωθούν , θα χρειαστεί να μάθουμε να στρέφουμε τα νύχια μας εναντίον μας , να δίνουμε   αξία στην τεχνική της ερήμου..»[158] Ο Σιοράν απεχθάνεται τον Θεό , τους καλόγερους και τις πεποιθήσεις   τους , αλλά συγχρόνως θαυμάζει τις υπερβολές τους , την αμετροέπεια τους , τις αγρυπνίες τους , τον «νυκτόβιο αθλητισμό τους », το γεγονός ότι «κάνουν τον θάνατο τρόπο για να μην πεθάνουν»[159].Ενάντια στις αμφιβολίες και στις καταφάσεις   «καθετί που ζει , κάθε υποτυπώδης ύπαρξη , μετέχει μιας θρησκευτικής ουσίας», « κάθε αληθινός ζωντανός επιδίδεται μανιωδώς στην ηδονή και στην οδύνη »  και καθιστά τον θάνατο «κατάφαση στη ζωή».[160]
    Τις διαστάσεις , συχνά αντιφατικές ,    που λαμβάνει η σκέψη του Σιοράν μπορούμε να τις ερμηνεύσουμε από τις επιρροές που δέχθηκε από δύο σημαντικούς Ρώσους φιλοσόφους τον Ν.Μπερντιάγεφ  και τον Λ.Σεστώφ . Στην συνέντευξη του στην  Sylvie Jaudeau  εξαίρει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του για τον δεύτερο  λέγοντας : «έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου .Του είμαι αφοσιωμένος , χωρίς να έχω την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά .»[161]Πρόκειται για δύο στοχαστές στους οποίους η ρώσικη παράδοση – της Ορθοδοξίας ,του Ντοστογιέφσκι   , του Μπερδιάγεφ, του Ευδοκίμωφ – συναντάται  γόνιμα με την δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία του Νίτσε , του Κίρκεγκωρ  και  του υπαρξισμού. Σύμφωνα με τον Τ.Μίλοτς [162] ο Σεστώφ έχει επηρεάσει την Σιμόν Βέιλ  και βέβαια τον Α.Καμύ.  Ο τελευταίος γράφοντας για θέματα παρεμφερή με αυτά του Σιοράν – το παράλογο , το μηδενισμό , την αυτοκτονία -  εξετάζει στο έργο του «Ο μύθος του Σίσυφου – δοκίμιο πάνω στο παράλογο »   την συμβολή του Σεστώφ  - όπως και των  Κίρκεγκωρ, Χούσερλ – στην ανάδειξη του παράλογου ως προϋπόθεση της υπαρξιακής σκέψης [163]. Ο Σεστώβ αναδεικνύεται σε κριτή του ορθολογισμού .Παραθέτει την Ιερουσαλήμ στην Αθήνα , και την Πίστη στον Λόγο .Καταφεύγει στον Πασκάλ για να «λυτρωθεί από τον Λόγο», υποκύπτει στο σκεπτικισμό  γράφοντας « ας μη γυρεύουμε πια τη σιγουριά και τη σταθερότητα » [164]  , γεγονός που υποβάλλει την αναγκαιότητα  για μια «συνεχή νύχτα της Γεσθημανής » , δηλαδή την παρουσία μιας άγρυπνης συνείδησης. Όπως  γράφει «  Οφείλουμε να μην προσπαθούμε να μετατρέψουμε το νοητό σε αδιανόητο , αλλά αντίθετα να φανεί το λιγότερο νοητό. Έτσι πρέπει να ριχτούμε άπληστα σε κάθε «ξαφνικό»  , σε κάθε «αναπάντεχο», σε κάθε « δημιουργικό γενηθήτω» , στο αναίτιο , πάνω στο άσκοπο και κυρίως να δυσπιστήσουμε σ’ αυτή την  θεωρία της προοδευτικής εξέλιξης που δέρνει την αδύνατη σκέψη μας. »[165] Πρόκειται για έναν λόγο , που κατά το παράδειγμα του Κίρκεγκωρ και του Ντοστογιέφσκι δεν ενδιαφέρεται τόσο για την κατανόηση όσο για την ίδια την ζωή[166] , στον οποίο βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να ριζώσει  η σκέψη του Σιοράν με τις αντιφάσεις της ανάμεσα στην απόλυτη άρνηση και την κατάφαση , ανάμεσα στο μηδέν , το κενό και τον μυστικισμό.
    Πέραν του μηδενισμού , του σχετικισμού , του σκεπτικισμού  αλλά και του μισανθρωπισμού , που αντιπροσωπεύει , σε ένα εξαιρετικά πρωτότυπο και ενδιαφέρον μείγμα - χαρμάνι ο φιλοσοφικός λόγος του Σιοράν , στην σύγχρονη μαζική δημοκρατία επικρατεί ενός άλλου είδους μηδενισμός , που ο Π.Κονδύλης ονόμασε « χαρούμενο μηδενισμό»[167]. Πρόκειται για μια ενότητα , αναγκαία προυπόθεση της μαζικής δημοκρατίας , όπου ο ηδονισμός  συνδυάζεται με τον πλουραλισμό των αξιών  και την δυνατότητα να συνδυάζονται τα πάντα με τα πάντα ώστε  τελικά «να ξεθωριάζουν οι χαρακτηριστικοί ποιοτικοί προσδιορισμοί , που σε πρώτη γραμμή είναι γενετικής υφής  »[168]. Φυσικά μια τέτοια παραδοχή δεν υπονοεί ότι οι αξίες , δεν χρησιμοποιούνται με τρόπο πολεμικό , ώστε να ικανοποιείται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή αιτήματα ισχύος και κυριαρχίας , αλλά εντός του πλαισίου της μαζικής δημοκρατίας ο σχετικισμός  υπηρετεί τις σκοποθεσίες  του εμπορεύματος και του χρήματος που όμως σε αυτή την περίπτωση δεν θεωρούνται  ως  σχετικές ή πρόσκαιρες.
  
 



[1] Στο επίμετρο που έγραψε ο  Δημήτρης Δημητριάδης  στο E.Σιοράν  : «Ο πειρασμός του υπάρχειν », Εκδόσεις SCRIPTA, Αθήνα , 2007, μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης  , σελ.236.
[2] E. Σιοράν : «Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού», Εκδόσεις Εξάντας , 1998, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης  σελ. 365
[3] Η Sylvie Jaudeau στο βιβλίο της « Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»(Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη )  σημειώνει  ότι καταρχήν   τον Σιοράν παρακίνησε για να ενδιαφερθεί με τον Ζοζέφ Ντε Μαίστρ , ο θαυμασμός του Μπωντλαίρ .Γοητεύεται από την  « ευφράδεια της γκρίνιας του»  και θεωρεί ότι παραμένει επίκαιρος «ακριβώς χάρη στη μισητή πλευρά της ύπαρξης του»(σελ.53).Τελικά ο Σιοράν θα συμπυκνώσει τις σκέψεις του στο «Δοκίμιο για την αντιδραστική σκέψη με αφορμή τον Ζοζέφ Ντε Μαίστρ ». Η Sylvie Jaudeau συμπεραίνει ότι ο Σιοράν «πίσω από το δογματισμό του ντε Μαίστρ  , αποκαλύπτει την ουσιώδη ζωτικότητά του , σύμπτωμα μιας εσωτερικευμένης επαναστατικής δύναμης. Αυτός ο ορκισμένος εχθρός της επανάστασης , φέρει την επανάσταση μέσα του. Παίρνει τη μορφή ενός αντι-ανθρωπισμού που καταδικάζει την ιστορία και την πρόοδο εν ονόματι της αιωνιότητας , με άλλα λόγια εν ονόματι ενός συμπληρώματος ύπαρξης»(σελ.56).
[4] Στο βιβλίο της Sylvie Jaudeau Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»(Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη ), περιλαμβάνεται μια συνέντευξή του στην οποία αναφέρεται στην μακρά φιλική του σχέση με τον Σάμουελ Μπέκετ  για  τον οποίο αναφέρει ότι κάποια εποχή τον είχε βοηθήσει οικονομικά  και ο οποίος «ήταν ένας άνθρωπος απλός , που δεν ήθελε να του πετάνε παράξενες κουβέντες»(σελ. 107), ενώ για τον  Μισώ λέει «ότι πιθανώς  είναι ο πιο ευφυής συγγραφέας που γνώρισα»(109).
[5] Α.Καμύ: «Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος »,Εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα 1971, μετάφραση Τζούλια Τσακίρη, Εισαγωγή –επιμέλεια Δ.Θεοδωρακάτος ,σελίδες 379. Στο έργο αυτό, ο Καμύ,  ξεκινά με την παραδοχή ότι η φιλοσοφία και οι φιλόσοφοι έχουν στενή σχέση με τα μεγαλύτερα εγκλήματα , τα πολιτικά εγκλήματα : «Οι εγκληματίες μας δεν είναι πια εκείνα τ’αδύναμα παιδιά που επικαλούνταν την αιτιολογία της αγάπης .Απεναντίας είναι ενήλικοι και το άλλοθί τους είναι αναμφισβήτητο: είναι η φιλοσοφία που μπορεί να χρησιμέψει για οτιδήποτε , ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους τους δικαστές  » (σελ. 17)
[6] Α.Καμύ: «Ο μύθος του Σίσυφου:Δοκίμιο πάνω στο παράλογο », Εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973, μετάφραση Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, σελ.164
[7] Ο Σιοράν γράφει « Με τον Καμύ ειδωθήκαμε  μια φορά. Αλλά δεν τα πήγαμε καλά .Τον είχα διαβάσει και έτρεφα κάποιον σεβασμό για λογαριασμό του, κυρίως επειδή μου φαινόταν  έντιμος. Τον θεωρούσα , αν όχι μέτριο , πάντως συγγραφέα δεύτερης κατηγορίας .Είχε διαβάσει ,στον εκδοτικό οίκο Γκαλλιμάρ , το «Εγκόλπιο ανασκολοπισμού»  σε χειρόγραφο , και μου είπε το εξής :   «Και τώρα πρέπει να μπείτε στον κόσμο των ιδεών !» - «Άντε παράτα μας !»  του απάντησα. Όπως καταλαβαίνετε , αυτός ο καθηγητάκος του γυμνασίου  μου έκανε το δάσκαλο !Είχε διαβάσει μερικούς συγγραφείς , αλλά δεν είχε ίχνος φιλοσοφικής παιδείας και τολμούσε να πει «Και τώρα…», λες  και μιλούσε σε κανένα μαθητούδι .Ήταν πολύ μειωτικό για μένα , ακούς εκεί να μου πει ότι θα μπω στον κόσμο των ιδεών , λές και ήμουνα κανένας πρωτάρης .Και  μάλιστα με υπεροπτικό τόνο : «Και τώρα..».Εγώ που είχα διαβάσει τέλος πάντων κάποιους μεγάλους φιλοσόφους , να πάρω μαθήματα από τον καθηγητάκο …. Παρευθύς αποφάσισα να τον εκδικηθώ. Εκδικήθηκα , αλλά όχι αμέσως , και για την ακρίβεια δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο .Απλώς έγραψα τα βιβλία μου.»( Στο βιβλίο της Sylvie Jaudeau Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»,Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη  , σελ.103   )
[8] Πλάτωνος Θεαίτητος : Εκδόσεις Πάπυρος ,Εισαγωγή-Μετάφραση Τ.Δημόπουλος , σελ. 53, 152Α
[9] Πλάτωνος Θεαίτητος : Εκδόσεις Πάπυρος ,Εισαγωγή-Μετάφραση Τ.Δημόπουλος , σελ. 53, 152Β  το οποίο αποδίδεται « καθ’ όν τρόπον μου φαίνεται έκαστον πράγμα , έτσι υπάρχει για μένα , και καθ’ όν τρόπον φαίνεται εις εσένα , έτσι πάλιν υπάρχει για σένα  και άνθρωπος είσαι και εσύ όπως και εγώ;  »
[10] Πλάτωνος Θεαίτητος : Εκδόσεις Πάπυρος ,Εισαγωγή-Μετάφραση Τ.Δημόπουλος , σελ.77, 78, 79,160 Ε: «Παγκάλως  άρα σοι είρηται ότι επιστήμη ουκ άλλο τι έστιν η αίσθησις , και εις ταυτόν συμπέπτωκε , κατά μεν Όμηρον και  Ηράκλειτον και   παν το τοιούτον φύλον οίον ρεύματα κινείσθαι τα πάντα , κατά δε Πρωταγόραν τον σοφώτατον πάντων  χρημάτων άνθρωπον μέτρον είναι , κατά δε Θεαίτητον τούτων εχόντων αίσθησιν  επιστήμην γίγνεσθαι  »(μετάφραση Τ.Δημόπουλος:Ωραιότατα λοιπόν έχεις συ ειπεί , ότι γνώσις δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αίσθησις , και εις το αυτό συμπίπτουν και η γνώμη του Ομήρου και του Ηρακλείτου και όλων εκείνων που τους ακολουθούν : «τα πάντα κινούνται ως ρεύματα  υδάτων» , και η γνώμη του σοφώτατου Πρωταγόρου : «μέτρον όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος », και η γνώμη του Θεαίτητου , ότι κατόπιν τούτων η αίσθησις γίνεται γνώσις.) 
[11] Πλάτωνος Θεαίτητος : Εκδόσεις Πάπυρος ,Εισαγωγή-Μετάφραση Τ.Δημόπουλος , σελ.80,81 ,161D,E: «Ή πως λέγωμεν , ώ Θεόδωρε ; Ει γαρ δη εκάστω αληθές έσται  ό  αν δι’αισθήσεως δοξάζη , και μήτε το άλλου πάθος άλλος βέλτιον διακρινεί , μήτε την δόξαν κυριώτερος έσται επισκέψασθαι έτερος  την ετέρου , ορθή ή ψευδής , αλλ’ ό πολλάκις είρηται , αυτός τα αυτού έκαστος μόνος δοξάσει , ταύτα δε πάντα ορθά και αληθή , τι δη ποτε , ώ εταίρε, Πρωταγόρας μεν σοφός , ώστε και άλλων διδάσκαλος αξιούσθαι δικαίως μετά μεγάλων μισθών , ημείς δε αμαθέστεροι τε και φοιτητέον ημίν ην παρ’ εκείνον , μέτρω όντι αυτώ εκάστω της αυτού σοφίας ; Ταύτα πως μη φώμεν δημούμενον λέγειν τον Πρωταγόραν; »( Μετάφραση Τ.Δημόπουλος: Εάν πράγματι δια τον καθένα είναι αληθής όποια γνώμη σχηματίζεται μέσα του από την αίσθησιν , εάν την εντύπωσιν του ενός δεν μπορεί ο άλλος να την κρίνη καλύτερα  και εάν την γνώμιν του ενός δεν  είναι ο άλλος αξιώτερος να την εξετάση  αν είναι ορθή ή ψευδής ,εάν , αντιθέτως , όπως πολλάκις έχομεν ειπεί , ο καθένας , ο ίδιος μόνος του σχηματίζει γνώμας από τας  ιδικάς του εντυπώσεις , αι οποίαι όλαι είναι ορθαί και αληθείς , τότε λοιπόν , φίλε μου , κατά τι μεν ο Πρωταγόρας θα ήτο σοφός εις σημείον ώστε να αξιούται να διδάσκη και άλλους δικαίως με μεγάλα δίδακτρα , ημείς δε πλέον αμαθείς ώστε να πρέπη να παρακολουθώμεν τα μαθήματα εκείνου , ενώ ο καθένας  αποτελεί ο ίδιος μέτρον της ιδίας του σοφίας ; Πώς να μη βεβαιώσωμεν ότι λέγει τούτο ο  Πρωταγόρας δια να ευχαριστήση τους πολλούς;  )
[12] Κάρλ Πόππερ : «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»,Εκδόσεις Δωδώνη, 1982,Μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη ,Τόμος ΙΙ, σελ. 569.
[13]  Κάρλ Πόππερ : «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»,Εκδόσεις Δωδώνη, 1982,Μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη ,Τόμος ΙΙ, σελ. 575
[14]  Κάρλ Πόππερ : «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»,Εκδόσεις Δωδώνη, 1982,Μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη ,Τόμος ΙΙ, σελ. 340
[15]  Κάρλ Πόππερ : «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»,Εκδόσεις Δωδώνη, 1982,Μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη ,Τόμος ΙΙ, σελ.342.
[16]  Κάρλ Πόππερ : «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»,Εκδόσεις Δωδώνη, 1982,Μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη ,Τόμος ΙΙ, σελ.342
[17]  Κάρλ Πόππερ : «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»,Εκδόσεις Δωδώνη, 1982,Μετάφραση Ειρήνη Παπαδάκη ,Τόμος ΙΙ, σελ.364
[18] Από συνέντευξη του Π.Κονδύλη στον γράφοντα , που πρωτοδημοσιεύθηκε  στο περιοδικό ΝΈΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ  τ.25 (Άνοιξη 1998) σελ. 17 -36  και αναδημοσιεύεται στο  βιβλίο του Π.Κονδύλη «Αόρατο χρονολόγιο της  σκέψης »,Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ,1998,σελ. 99,100.
[19] Από συνέντευξη του Π.Κονδύλη στον γράφοντα , που πρωτοδημοσιεύθηκε  στο περιοδικό ΝΈΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ  τ.25 (Άνοιξη 1998) σελ. 17 -36  και αναδημοσιεύεται στο  βιβλίο του Π.Κονδύλη «Αόρατο χρονολόγιο της  σκέψης »,Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ,1998,σελ.95
[20] Π.Κονδύλη:Ισχύς και Απόφαση- Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων  και  το πρόβλημα των αξιών, Εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ, 1991, σελ.225
[21] Π.Κονδύλη:Ισχύς και Απόφαση- Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων  και  το πρόβλημα των αξιών, Εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ, 1991,όπου υποστηρίζεται « ότι η έλλειψη νοήματος στη ζωή θα σήμαινε ότι και κάθε αξίωση κυριαρχίας στερείται νόημα , και έτσι θα αφαιρούσε κάθε δεσμευτικότητα από την  παρότρυνση παροχής θυσιών. Από την άποψη αυτή οφείλουν όλοι – εξουσιαστές , υπήκοοι και επαναστάτες – να είναι εξ ίσου ηθικιστές »(σελ. 92).
[22]Π.Κονδύλη:Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Εκδόσεις Θεμέλιο,1993,Α’ Τόμος, σελ.71
[23]Π.Κονδύλη:Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Εκδόσεις Θεμέλιο,1993,Β’ Τόμος, σελ. 175
[24] Ο Π.Κονδύλης  θεωρεί κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο το έργο του  L.Crocker:Nature and Culture.Ethical Thought in the French Enlightenment, Baltimore 1963, όπως αναφέρει στο Π.Κονδύλη:Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Εκδόσεις Θεμέλιο,1993,Β’ Τόμος, σελ.173,174
[25]  Π.Κονδύλη:Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Εκδόσεις Θεμέλιο,1993,Β’ Τόμος, σελ.173
[26] Andre Glucksman, Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2003, μετ.: Κωστή Παπαγιώργη.Όπως γράφει χαρακτηριστικά  «ένα φάντασμα στοιχειώνει τον πλανήτη, το φάντασμα του μηδενισμού. Μετέρχεται τις αρχαίες θρησκείες, καταχράται τις παλιές ιδεολογίες και τις κοινοτικές εξάρσεις αλλά δεν τις σέβεται. Διεκδικεί την παράβαση ως ένδειξη της απόφασής του.» (σελ. 52)
[27] Φ.Νίτσε:Τα τελευταία σημειωματάρια, Εκδόσεις Κέδρος ,Επιμέλεια Rudiger Bittner , Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας, όπου αναφέρεται «Εγώ θα έλεγα :όχι , γεγονότα δεν υπάρχουν ακριβώς , υπάρχουν μόνο ερμηνείες .Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε  κανένα γεγονός ως αυτό «καθεαυτό»: ίσως δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο»(σελ. 254).
[28]   Από το  Χαϊντέγγερ :Ο λόγος   του Νίτσε «Ο Θεός είναι νεκρός »  στο Μ.Γ.Τζαβάρα : «Η απαξίωση των αξιών – Νίτσε και Χαϊντέγγερ», Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ , 2003, σελ. 118,119
[29] Sylvie Jaudeau  , «Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»,Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη,  σελ.43  
[30] Sylvie Jaudeau , Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»,Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη,  σελ 44
[31] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.9,10.
[32] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.11
[33] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.11
[34] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.13
[35] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.12
[36] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.13
[37] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.15
[38] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.16
[39] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ14
[40] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.24,25
[41] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 216
[42] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.291
[43] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ26
[44] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ26
[45] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.29
[46] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.30,31
[47] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.47,49
[48] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.32,33
[49]  Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 208
[50]  Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 208, 209, 210.
[51] Από το δοκίμιο του Π.Κονδύλη «Μελαγχολία και Πολεμική» (σε μετάφραση Μ.Παπανικολάου), που περιέχεται στο ομότιτλο «Μελαγχολία και Πολεμική», Εκδόσεις Θεμέλιο,2002,πρόλογος R.Koselleck, σελ.176
[52] Από το δοκίμιο του Π.Κονδύλη «Μελαγχολία και Πολεμική» (σε μετάφραση Μ.Παπανικολάου), που περιέχεται στο ομότιτλο «Μελαγχολία και Πολεμική», Εκδόσεις Θεμέλιο,2002,πρόλογος R.Koselleck, σελ. 178
[53] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.35
[54] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.143
[55] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 36
[56]  Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.39
[57] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 78,79
[58] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 36
[59] [59] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 204,205
[60] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 133,134,135
[61] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 150
[62] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 155, 156
[63] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 188
[64] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.163
[65]  Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 207
[66]  Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.225
[67] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 225
[68] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 227,228
[69] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 232
[70] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 264
[71] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 279
[72] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 218, 219
[73] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ.336
[74] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 268
[75] Ε.Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού , Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, 1988, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης , σελ. 338,339
[76] Sylvie Jaudeau , Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»,Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη,  σελ.81
[77] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 243
[78] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 245
[79] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 272
[80] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ.284
[81] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 287
[82] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 159
[83] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 299
[84] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 192
[85] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 335
[86] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ.338
[87] Ε.Σιοράν :Εξομολογήσεις και Αναθεματισμοί που περιλαμβάνεται στο β’ μέρος του τόμου Ε.Σιοράν :Στοχασμοί , Εκδόσεις Εξάντας 2010, μετάφραση Κυβέλη Μαλαμάτη σελ. 361
[88] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 148
[89] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 29
[90] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 29,30
[91] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 141
[92] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 35
[93] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 50
[94] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 52
[95] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ.53
[96] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 55
[97] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 55
[98] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 70
[99] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 71,72
[100] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 163
[101] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 126
[102] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 129
[103] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 137,138
[104] .Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 146
[105] .Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 166
[106] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ. 156
[107] Ε.Σιοράν:Ο κακός Δημιουργός, Εκδόσεις Εξάντα,1994,Μετάφραση Θανάσης Χατζόπουλος, σελ.      131
[108] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 92.
[109] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 7
[110] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 10
[111] Sylvie Jaudeau , Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν»,Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη,  σελ. 86
[112]  Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 13
[113] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 22
[114] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 27
[115] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 30
[116] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 31
[117] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 32, 33
[118] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ.  40
[119] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 33
[120] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 41
[121] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 43
[122]  Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 46
[123] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 46
[124] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 49
[125] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 51
[126] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ.56
[127] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 64
[128] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ. 69
[129] Ε.Σιοράν: Για δάκρυα και για αγίους, Εκδόσεις Ευθύνη , 2000, Μετάφραση Σοφίας Μωραΐτη – Καπετσώνη , σελ.79
[130] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης
[131] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 20
[132] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης  σελ.22
[133] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης  σελ. 2232

[134] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 32,33
[135] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 49
[136] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 35
[137] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 35
[138] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 35
[139] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 37
[140] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ.43
[141] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ.50
[142] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ.49
[143] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 52
[144] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 64
[145] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 67
[146] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 72
[147] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ.78
[148] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 93, 94
[149] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 104
[150] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 107
[151] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 108
[152] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 110.
[153] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ.111
[154] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 147
[155] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 150, 151
[156] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 168
[157] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 205
[158] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 222,225,226
[159] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ. 228.
[160] Ε.Σιοράν: Ο πειρασμός του υπάρχειν , Εκδόσεις SCRIPTA ,2007, Μετάφραση Δημήτρης Δημητριάδης σελ.  227, 228
[161] Sylvie Jaudeau , Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν, Εκδόσεις PRINTA, 2005,Μετάφραση Κ.Παπαγιώργη,  σελ. 15
[162] Λ.Σεστώβ: Στους  αντίποδες του ορθολογισμού – απόπειρα για μια αδογμάτιστη σκέψη , Εκδόσεις PRINTA ,2005, Πρόλογος Τσέσλαβ Μίλος, Μετάφραση Μαρία Ζ.Παπαδοπούλου , σελ. 38
[163] Α.Καμύ : Ο μύθος του Σίσυφου- δοκίμιο πάνω στο παράλογο , Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Μετάφραση Βαγγέλη Χατζηδημητρίου , σελ. 45
[164] Λ.Σεστώβ : Η νύχτα της Γεσθημανής , Εκδόσεις       Δωδώνη,  1970, Μετάφραση Άρη Δικταίου σελ. 104.
[165] Λ.Σεστώβ :Η Επιστήμη και η ελεύθερη έρευνα , Εκδόσεις Αστρολάβος /Ευθύνη , Μετάφραση Σούλας Νικολοπούλου σελ. 52, 53
[166] Λ.Σεστώβ :Κίρκεγκωρ και Ντοστογιέφσκι , περιοδικό Εποπτεία, τεύχος 41/12-1979, Μετάφραση Χ.Μαλεβίτση σελ. 965
[167] Π.Κονδύλης:Η Παρακμή του αστικού πολιτισμού – από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία ,Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, 1995 ,σελ 280
[168] Π.Κονδύλης:Η Παρακμή του αστικού πολιτισμού – από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία ,Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, 1995 ,σελ 267


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου