Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για την συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και την αναγκαιότητα διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών





Πρέπει  λοιπόν  να διδάσκουμε στα παιδιά τα αρχαία ελληνικά; Υπήρξε φαίνεται ένας επιφανής γλωσσολόγος τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ο οποίος στις συζητήσεις τις σχετικές με τη γλώσσα, είπε ότι τα νέα ελληνικά, δεν έχουν καμία σχέση με τα αρχαία ελληνικά, το οποίο, φυσικά, είναι εξωφρενικό. Αλλά το γεγονός ότι τα νέα ελληνικά είναι καθαρή συνέχεια και συνέπεια των αρχαίων ελληνικών, μόνο του, δεν λέει τίποτα για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Για να πάμε στη διδασκαλία των  αρχαίων ελληνικών, της οποίας είμαι εξαιρετικά ένθερμος οπαδός, πρέπει να σκεφτούμε ένα σωρό άλλα πράγματα ∙ πρέπει να σκεφτούμε, π.χ., όλη τη σημασιακή διάσταση της γλώσσας, τον αναγκαίο εμπλουτισμό της, το γεγονός ότι αν δεν ξέρουμε αρχαία ελληνικά δεν μπορούμε καν να καταλάβουμε τους δικούς μας ποιητές  και πεζογράφους, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Ροϊδη, τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη, και τόσους άλλους.



Κορνήλιος Καστοριάδης, Εξουσία, Πολιτική,Αυτονομία, στο Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2000, σελ. 80-81.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Μία νηφάλια παρέμβαση του Σωτήρη Γουνελά στα πολιτικά δρώμενα




Η κατάσταση στην Ελλάδα
Οι γραμμές που ακολουθούν αποτελούν απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο με θέμα «Ζητήματα πολιτικής και Οικονομίας» που θα δημοσιευτεί προσεχώς στο περιοδικό Άρδην. Το συγκεκριμένο απόσπασμα γράφεται αμέσως μετά το δημοψήφισμα και τις μαραθώνιες διαβουλεύσεις για επίτευξη ‘συμφωνίας’.

Αρχίζω από την αρχή, δηλαδή από την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και την πορεία που ακολουθήθηκε έναντι των εταίρων με ‘σύνθημα’ μια άλλη Ευρώπη, ουσιαστικά δημοκρατική και δίκαιη, μια Ευρώπη των λαών και όχι των ελίτ ή της ολιγαρχίας. Υπάρχει στο ‘σύνθημα’ αυτό ένα είδος εξαπάτησης ή ψευδαίσθησης. Τί εξασφαλίζει την δικαιωματική κυριαρχία των λαών στη σημερινή Ευρώπη στη βάση μιας αριστερής αν όχι κομμουνιστική ιδεολογίας και πολιτικής; Ποιοί θα το υποστηρίξουν ή θα το υποστήριζαν αυτό και, ακόμη πιο συγκεκριμένα, ποιοί θα συνεργάζονταν με τους έλληνες σε μια τέτοια προοπτική; Είχαμε δείγματα για τέτοια συνεργασία; Θα μπορούσα να πω ότι δεν είχαμε σχεδόν τίποτα. Που σημαίνει ότι η κίνηση αυτή, η τάση αυτή, η προσπάθεια αυτή, χωρίς ενεργούς συμμάχους σε μια τέτοια προοπτική, ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Και αυτό έγινε τους πέντε αυτούς μήνες. Υποβάλαμε τον εαυτό μας σε πλήρη κατασπατάληση δυνάμεων, διανοητικών και ψυχοσωματικών προσπαθειών «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη», που λέει ο Σεφέρης. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι διαθέσεις και οι στόχοι του ΣΥΡΙΖΑ και του κυβερνητικού επιτελείου ήταν τελείως λανθασμένα. Ο ΣΥΡΙΖΑ- και αυτό δεν φαίνεται να έχει κατανοηθεί αρκετά εν μέσω του αλληλοφαγώματος που συνηθίζουμε εμείς οι έλληνες ειδικά στους πολιτικούς-κομματικούς χώρους- ψηφίστηκε και εκλέχτηκε για να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια ή να εξασφαλίσει καλύτερους όρους παραμονής μας στην ευρωπαϊκή Ένωση. Είχε επομένως υποχρέωση να πολεμήσει και να διεκδικήσει άλλη λύση. Η μέθοδος ήταν αποτυχημένη, γιατί φαίνεται ότι για μεγάλο διάστημα επιδιώχτηκε ένα είδος μετωπικής ή συγκρουσιακής διαπραγμάτευσης με όρους που, ενώ τόνιζαν τις απαιτήσεις μας, δεν συνυπολόγιζαν τα ως τότε λάθη, όχι μονάχα των ελληνικών κυβερνήσεων αλλά και της ελληνικής κοινωνίας που σημαίνει ολόκληρου του λαού. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ, παρακάμπτοντας την απολυτοποίηση της έννοιας ‘λαός’ που τον κατοικεί,  συμπεριελάμβανε μέσα στη διαπραγμάτευση και αυτή την διάσταση, της παραδοχής σφαλμάτων και ατοπημάτων από μέρους μας, νομίζω πως η εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν διαφορετική και λιγότερη επώδυνη αλλά και πολύ μικρότερης χρονικής διάρκειας.
Πώς θα ήταν δυνατόν οι 18 εταίροι στην Ευρώπη να δεχτούν προτάσεις ή αλλαγές στο όλο ευρωπαϊκό οικοδόμημα ή σύστημα, που να περιορίζουν τα συμφέροντά τους ή να θέτουν σε αμφισβήτηση βασικά δεδομένα του συστήματος; Γι’ αυτό εξάλλου μιλούν διαρκώς για ‘κανόνες’. Εδώ μπορεί να τεθεί αμέσως το ερώτημα: σε περίπτωση που μια χώρα κινδυνεύει να καταποντιστεί λόγω της τήρησης των κανόνων τι γίνεται; Προέχουν οι κανόνες! Αυτό ουσιαστικά πήγε να γίνει με το grexit. Το ότι αποφεύχθηκε, οφείλεται στην υποστήριξη του αιτήματος της Ελλάδας να παραμείνει στο ευρώ από εταίρους (Γαλλία και Ιταλία κυρίως), που έβλεπαν να μην τους συμφέρει η έξοδος της Ελλάδας, είτε γιατί θα χάνονταν ένα σωρό λεφτά που είχαν ήδη καταβληθεί –περίπτωση Γαλλίας- είτε γιατί φοβούνταν  άσχημες οικονομικές επιπτώσεις για τους ίδιους-περίπτωση Ιταλίας. Φυσικά υπάρχει στο καταστατικό της ευρωπαϊκής Ένωσης ο όρος ότι, καμιά χώρα της δεν μπορεί να εκδιωχθεί από την Ένωση χωρίς τη δικής της βoύληση. Μα τότε γιατί το ζήτημα αυτό, εδώ και χρόνια, πλαγίως, υπογείως ή και φανερά κυκλοφορούσε στα διάφορα ευρωπαϊκά eurogroup ή forum
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι μάλλον αναπάντεχη για τους περισσότερους από εμάς. Δεν εντάσσεται στο πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικό πεδίο ούτε απορρέει από αυτό. Η απάντηση είναι ότι δεν φροντίσαμε να ενεργοποιήσουμε τις πνευματικές μας Παραδόσεις –αρχαιοελληνική και χριστιανική-συνθέτοντάς τες ταυτόχρονα με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Θα πρέπει επιτέλους να το καταλάβουμε: δεν μπορούμε να υπάρξουμε σαν χώρα και σαν λαός μηδενίζοντας τις παραδόσεις αυτές-την ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ- και διακηρύττοντας μονάχα ιδεολογίες που εκπηγάζουν μέσα από τον δυτικοευρωπαϊκό στερέωμα (πολιτιστικό ή οποιοδήποτε άλλο) για τον απλούστατο λόγο ότι, εμείς ερχόμαστε από αλλού, έχουμε άλλες καταβολές, άλλο ψυχισμό, άλλα βιώματα γένους, άλλη ιστορία.
Δεν φροντίσαμε λοιπόν σε όλη την διάρκεια των Νεωτέρων χρόνων αλλά και από τότε που υπάρχουμε ως υποτίθεται ανεξάρτητο κράτος-έθνος να παρουσιάσουμε μια ταυτότητας που να αποτελεί ΣΥΝΕΧΕΙΑ μέσα στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ, συνθέτοντας την ΣΥΝΕΧΕΙΑ αυτή με τις δυτικοευρωπαϊκές πραγματικότητες αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ με αυτές ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ από αυτές. Η κυβέρνηση του ΣΎΡΙΖΑ που έκανε πολύ καλά να φροντίσει για την ανακούφιση όσων υπέφεραν λόγω των μνημονιακών πιέσεων, έκανε επίσης πολύ καλά να θέσει ζήτημα ουσιαστικού εκδημοκρατισμού των κοινωνιών και περιορισμού ή παραμέρισης ολοκληρωτικών ή καταναγκαστικών τάσεων στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο. Όφειλε, ωστόσο, να τονίσει ότι δεν υπάρχουν μονάχα αυτές. Ούτε μπορεί ένα κόμμα –αριστερό ή οτιδήποτε –να τα βάλει με το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα! Αυτή είναι ουτοπική, μάταιη και επηρμένη προοπτική και δεν αποκλείεται καθόλου-πέρα από την ιδεολογική διάσταση- να απορρέει από την μεγαλομανία που χαρακτηρίζει τους έλληνες. Συνακόλουθα, και ενώ βρισκόμαστε σε δεινή θέση, εξαιτίας λαθών που οφείλονται όχι μονάχα στις μεθόδους της τωρινής Κυβέρνησης αλλά και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων (όσοι κυβέρνησαν τα προηγούμενα χρόνια ευθύνονται σχεδόν εγκληματικά για το κατάντημα της χώρας, αλλά και η ίδια η Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ) δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Αρνήθηκαν να συνεργαστούν μετά το 2010 και μάλιστα επί κυβέρνησης Σαμαρά-καταψηφίζοντας όλα σχεδόν τα νομοσχέδια- γιατί άραγε; Επειδή στο μυαλό τους είχαν την κατάργηση της μνημονιακής πολιτικής και την συνολική λύση-‘πακέτο’ στην οποία θα οδηγούσαν τη χώρα όταν θα εκλέγονταν. Και τούτο γιατί έβλεπαν το ρεύμα που σχηματιζόταν υπέρ αυτών. Βέβαια, πρέπει εδώ να διαχωριστεί ρητά η περίπτωση του ΚΚ, το οποίο, εδώ και χρόνια, δεν κάνει άλλο από το να διακηρύττει στερεότυπα την ανάγκη αντικαπιταλιστικής και αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής έναντι όλων, το δίκαιο των εργαζομένων και την αποχώρηση από κάθε λογής σχέση και συναλλαγή με την Ευρώπη. Αυτό που δεν λέει είναι πως προχωρούμε. Που πηγαίνουμε. Όλα υποτίθεται θα τα κάνει «ο κυρίαρχος λαός». Και γιατί δεν τα έκανε ως τώρα; Ή μήπως ο «κυρίαρχος λαός» είναι το 5% που ψηφίζει αυτό το κόμμα;
Για να τελειώνω. Αυτό που προέχει, αυτό που έχουμε άμεση ανάγκη σε τούτη την ταλαίπωρη χώρα είναι η προσπάθεια ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ  όλων των υγιών δυνάμεων και όλων των πολιτών που έχουν επίγνωση της πραγματικότητας χωρίς ουτοπικές επιδιώξεις και χωρίς ιδεοληπτικές προσκολλήσεις σε βλέψεις άλλων καιρών. Αφήνοντας στην μπάντα τις ταξικές κορώνες σε μια χώρα που οι ταξικοί διαχωρισμοί υπολειτουργούν ή που δεν λειτούργησαν ποτέ, όπως έγινε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη- ποτέ δεν αναπτύχθηκε προλεταριάτο στην Ελλάδα γιατί δεν υπήρχε παρά στοιχειώδης βιομηχανική ανάπτυξη και εξίσου ποτέ δεν αναπτύχθηκε αστική τάξη  εφάμιλλη (!) των ευρωπαϊκών-ας πάψουμε να βλέπουμε τον άλλο μέσα από βλέμμα αντιπαλότητας και αντιπαράθεσης. Εννοείται πως προπαντός είναι αδιανόητη η διάσπαση σε ‘μνημονιακούς’ και ‘αντιμνημονιακούς’ μέσα στο ίδιο το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ρήξη αυτή πρέπει πάραυτα να λήξει και όσοι επαγγέλλονται τους μεγάλους επαναστάτες να σκεφτούν καλά ότι περιθώρια για πειράματα δεν υπάρχουν. Η χώρα έφτασε στο χείλος του γκρεμού με τις ευθύνες ολονών μας και όχι μονάχα των δυτικών.
Κλείνοντας θέλω να θυμίσω μια παράγραφο από κείμενο του Γ. Καραμπελιά. Το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου, εξαιρετικά πυκνό και καίριο, μπορεί να αποτελέσει αφορμή  να ανοίξει επιτέλους μια σε βάθος συζήτηση για το ζήτημα της ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ που έθεσα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την ανάγκη αληθινής αυτογνωσίας, την αντιμετώπιση του ‘παρασιτισμού’, των πολιτικών αδιεξόδων που χρονίζουν, του «εθνομηδενισμού» και της αληθινής ταυτότητας: 
«Ευρωπαϊκή επιλογή για μας μπορεί να υπάρξει, ως αντίβαρο στους άλλους κινδύνους, μόνο εάν οικοδομήσουμε ένα μίνιμουμ οικονομικής και παραγωγικής αυτονομίας και μία οξεία συνείδηση της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας, η οποία δεν μπορεί να εξαφανιστεί σε μια τευτονική Ευρώπη αλλά επιμένει στη διαμόρφωση μιας βαλκανικής, «ορθόδοξης» και ανατολικής Ευρώπης, που μόνη αυτή θα επέτρεπε μια ισορροπία από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια και θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να βρίσκεται σε μία Ευρώπη της οποίας όντως θα μπορεί να αποτελεί οργανικό μέρος. Η αυταπάτη του αφηγήματος των ευρωπαϊστών («η Ευρώπη είναι το κοινό μας σπίτι»), μπροστά στη διάψευση που υπέστη από την πραγματικότητα, δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στην παράδοση στον καραδοκούντα ισλαμο-τουρκικό επεκτατισμό, αλλά στη συνείδηση μιας μερικής ταύτισης με την Ε.Ε., μέχρις ότου αυτή θα έχει μεταβληθεί πράγματι σε κοινό ευρωπαϊκό σπίτι των ευρωπαϊκών λαών. Δηλαδή, η αιφνίδια προσγείωση στην πραγματικότητα, από τις μπαρούφες του ομώνυμου Νάρκισσου, θα πρέπει, στην περίπτωση μιας θετικής έκβασης της τρέχουσας αντιπαράθεσης, να απελευθερώσει τους Έλληνες από 40 χρόνια παρασιτικού ευρωλιγουρισμού και να τους μεταβάλει σε Ευρωπαίους, δηλαδή σε Έλληνες με συνείδηση της ευρωπαϊκότητάς τους, που δεν ταυτίζεται όμως με τη Δυτική Ευρώπη. Η Ελλάδα από τη θέση της είναι Ευρώπη, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, και θα βρίσκεται «στο σπίτι της» κυριολεκτικά, μόνο όταν αυτή θα πάψει να είναι δυτικοβαρής» (‘Η Ελλάδα, το ευρώ, η Ευρώπη-Ευρωλαγνεία και εθνική ιδιοπροσωπία’ Ιστοσελίδα Άρδην, 13 Ιουλίου 2015).
                  Σωτήρης Γουνελάς





Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Δύο σημαντικά δοκίμια του Γιώργου Ρακκά: 1. Η Σία Αναγνωστοπούλου, το σχέδιο Ανάν και το νέο σχέδιο 2. Ευρώ ή δραχμή



Σημείωση ardin-rixi.gr: To κείμενο αυτό γράφηκε πριν από έναν περίπου χρόνο. Την περίοδο πριν τις ευρωεκλογές. Το επαναφέρουμε σήμερα, καθώς εν τέλει η Σία Αναγνωστοπούλου υπουργοποιήθηκε, και μάλιστα στην θέση του Υπουργείου Εξωτερικών, αρμόδια για τις ‘ευρωπαϊκές υποθέσεις’ (το κυπριακό, βεβαίως, αν ανοίξει από το Φθινόπωρο θα ανοίξει ως ‘ευρωπαϊκό πρόβλημα’)…
Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι του διαβόητου «Κοινού Ανακοινωθέντος» και η Σία Αναγνωστοπούλου επιδόθηκε σε νέο αγώνα –εντός του ΣΥΡΙΖΑ αυτήν την φορά, μιας και πλέον είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος και υποψήφιά του στις τελευταίες ευρωεκλογες– για να πείσει την αξιωματική αντιπολίτευση να στηρίξει αυτήν την νέα πρωτοβουλία του «διεθνούς παράγοντα» για την ολική επαναφορά του σχεδίου Ανάν.
Με κείμενο που συνυπογράφει με τον Αδάμο Ζαχαριάδη και τον βουλευτή Δράμας Χρήστο Καραγιαννίδη[1], επαναλαμβάνει σχεδόν τα ίδια επιχειρήματα (η ρητορική της «ύστατης ευκαιρίας») με εκείνα που επιστράτευσε εκείνην την ‘θερμή’ άνοιξη του 2004, ώστε να πείσει την ελληνοκυπριακή και την ελλαδική αριστερά για την αναγκαιότητα αποδοχής του Σχεδίου Ανάν.
Ωστόσο, μια σύντομη έρευνα του ρόλου που διαδραμάτισε εκείνην την εποχή, και των επιχειρημάτων πάνω στα οποία στήριξε τον αγώνα της υπέρ του ΝΑΙ – καταδεικνύει πως οι θεμελιώδεις πολιτικές εκτιμήσεις πάνω στις οποίες στηρίζει την θέση της όχι έχουν διαψευσθεί πανηγυρικά. Επιπρόσθετα, τα ίδια τα πεπραγμένα της σε σχέση με το ζήτημα, εκθέτουν τις πιο βασικές ιδεολογικές παραμέτρους πάνω στις οποίες στηρίζει την προσέγγιση του ελληνο-κυπριακού ζητήματος.
«Εν αρχή ην ο Λόγος, δηλαδή τα γεγονότα», λοιπόν, για να επαναλάβουμε κάτι που η ίδια έγραψε σε κείμενο υπέρ του Σχεδίου Ανάν, που συνυπόγραφε με τον Γιάννη Παπαδόπουλο και δημοσιεύθηκε στην Αυγή, στις 4 Απριλίου 2004[2].
Κατ’ αρχάς η σχέση της Σίας Αναγνωστοπούλου με την «υπόθεση Σχέδιο Ανάν» δεν είναι «εξωτερική» — απλώς και μόνο, μιας στρατευμένης πανεπιστημιακού που βλέπει στην προοπτική της επίλυσης του Κυπριακού «μιαν ευκαιρία» για την Αριστερά στο νησί, όπως η ίδια αρέσκεται να υποστηρίζει.
Ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό που αναρτάται σε ιστοσελίδα του Παντείου Πανεπιστημίου, «υπεύθυνη της ερευνητικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Κύπρου για θέματα που αφορούσαν την Τουρκία και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα»[3] κατά την τελευταία τριετία της διακυβέρνησης Κληρίδη, όταν υπουργός εξωτερικών διατελούσε ο νυν υπουργός της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γιάννης Κασουλίδης. Είναι κοινός τόπος ότι κατά την τελευταία της τριετία, και πριν παραδώσει την σκυτάλη στον Τάσσο Παπαδόπουλο, η κυβέρνηση Κληρίδη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του Σχεδίου Ανάν – ενώ προσπάθησε να «δεσμεύσει» την κυπριακή Δημοκρατία σε αυτό, παραμονές μάλιστα των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο.
Ποιος άραγε να ήταν ο ρόλος της ερευνητικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Κύπρου, είναι άγνωστο, καθώς το έργο τέτοιων ομάδων δεν δημοσιοποιείται. Ωστόσο από τον τίτλο της, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η «ομάδα» ενημέρωνε τον Υπουργό εξωτερικών για την κατάσταση στα κατεχόμενα και την Τουρκία, το κλίμα, τις θέσεις τους, το πώς αντιδρούν στις διαπραγματεύσεις κ.ο.κ.
Ποια όμως ήταν τότε η αντίληψη και οι εκτιμήσεις της Σίας Αναγνωστοπούλου –που προφανώς τροφοδότησαν αντίστοιχες εισηγήσεις προς τον Υπουργό Γ. Κασουλίδη–; Μπορούμε να την συνάγουμε από την σχετική της αρθρογραφία. Στο προαναφερόμενο άρθρο της (Αυγή 4/4/2004) δίνει ένα σύντομο ιστορικό των γεγονότων που οδήγησαν στην συνάντηση της Λουκέρνης, υπό τον Τάσσο Παπαδόπουλο:
α) «Στη συνάντηση της Χάγης τον Μάρτιο 2003 η ελληνοκυπριακή πλευρά με την πλήρη συναίνεση της Ελλάδας αποδέχεται το Σχέδιο ως βάση διαπραγμάτευσης. Η τουρκοκυπριακή πλευρά με τη συναίνεση της Τουρκίας απορρίπτει το Σχέδιο».
β) «Η διπλωματική, λόγω Χάγης, απομόνωση της Τουρκίας, η απόγνωση των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μη ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με τους Ελληνοκύπριους, ανοίγουν τους ασκούς του Αιόλου τόσο στην Τουρκία όσο και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τους κρίσιμους μήνες μεταξύ Απριλίου-Δεκεμβρίου 2003 οι ζυμώσεις είναι δραματικές στην τουρκική/τουρκοκυπριακή πλευρά, ζυμώσεις που οδηγούν στην ανατροπή των εθνικών προτεραιοτήτων της Τουρκίας: το Κυπριακό από μείζον εθνικό πρόβλημα γίνεται δευτερεύον. Μείζον εθνικό πρόβλημα γίνεται η ευρωπαϊκή ένταξη. Οι τουρκοκυπριακές εκλογές του Δεκεμβρίου 2003 αποδεικνύουν του λόγου το αληθές».
γ) «Ακολουθεί η Νέα Υόρκη και η αποδοχή της δεσμευτικής διαδικασίας που επιβάλλουν τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτά σε γενικές γραμμές είναι τα σημαντικά γεγονότα μέχρι τη Λουκέρνη όπου συναντώνται οι δύο πλευρές: μια ελληνική / ελληνοκυπριακή πλευρά που επίσημα αποδέχεται το Σχέδιο και επιμένει στην εξασφάλιση της λειτουργικότητας και βιωσιμότητας της λύσης, και μια τουρκική / τουρκοκυπριακή πλευρά που από το μείζον εθνικό πρόβλημα – Κύπρος έχει περάσει στο μείζον εθνικό πρόβλημα – Ευρώπη».
Μετά, κατά την εξιστόρησή της, ακολουθεί η Λουκέρνη όπου ο νεοεκλεγείς, «κακός» και «εθνικιστής» Τάσσος Παπαδόπουλος ανατρέπει όλον τον σχεδιασμό, «εκθέτει» την Ελληνο-κυπριακή πλευρά, η οποία ανταλλάσσει ρόλους με την «αδιάλλακτη» Τουρκία και απομονώνεται.
Απλό, λοιπόν, το σχήμα πάνω στο οποίο στηρίζει την άποψή της: Η αδιαλλαξία της Τουρκίας (υπό την πιέση των παλαιοκεμαλιστών) την οδηγεί σε διπλωματική απομόνωση που θέτει εν αμφιβόλω την ένταξή της στην Ε.Ε.* η τουρκοκυπριακή πλευρά απελπίζεται και προβαίνει σε μια «δημοκρατική ανταρσία» κατά τις εκλογές του Δεκεμβρίου 2003* η τότε νεότευκτη κυβέρνηση Ερντογάν, κύριος πυλώνας εκδημοκρατισμού της Τουρκίας κατά την Σ. Αναγνωστοπούλου, αποφασίζει σύγκρουση με τους παλαιοκεμαλιστές και λέει το μεγάλο «ΝΑΙ». Ο καλός εκδημοκρατιστής Ερντογάν, η ευρωπαϊκή Τουρκία, οι κακοί παλαιοκεμαλιστές –ένα σχήμα που ειρήσθω εν παρόδω υπήρξε επίσημη θέση των τουρκικών κυβερνήσεων του AKP καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 2000[4].
Η εξέλιξη των γεγονότων, βέβαια, θα διαψεύσουν πανηγυρικά την Σία Αναγνωστοπούλου, και θα την αναδείξουν –σε σχέση με την Τουρκία– σε πρωταθλήτρια άστοχων εκτιμήσεων. Το 2010, δήλωνε σε συνέντευξή της στον Τάκη Καμπύλη, τότε συντάκτη της Καθημερινής: «Σήμερα […] ο εκσυγχρονισμός της τουρκικής κοινωνίας που επιχειρείται (κυρίως μέσω Ερντογάν) με την ευρωπαϊκή προοπτική, δεν μπορεί παρά να συνοδευτεί και από μέτρα εκδημοκρατισμού, όπως το απαιτεί η E.E. Θα δούμε ότι εκδημοκρατίζεται και η ταυτότητα. Σήμερα, στην τουρκική εθνική ταυτότητα προστίθεται ως δομικό, ένα στοιχείο που έλειπε από την πρόσφατη προηγούμενη, την κεμαλική: Το Ισλάμ»[5].
Μέσα σε τρία χρόνια από την στιγμή που γράφηκαν εκείνες οι αράδες, η τουρκική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια πρωτοφανή εκστρατεία διάλυσης της γειτονικής Συρίας –με την οποία μέχρι τότε διατηρούσαν εξαίσιες σχέσεις στο πλαίσιο της τουρκο-συριακής επαναπροσέγγισης– χρηματοδοτώντας δυνάμεις που αργότερα θα μετεξελιχθούν στον στρατό της ISIS, και χαλκεύοντας «στοιχεία» και «αποδείξεις» προκειμένου να πείσουν τις ΗΠΑ να αναλάβουν στρατιωτική δράση έναντι του Άσαντ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, επιδόθηκε σ’ ένα κρεσέντο εσωτερικού αυταρχισμού. Διαδοχικά: α) Θεσμικό πογκρόμ εναντίον των δυνάμεων του «κοσμικού κράτους» β) Συστηματική προσπάθεια να επιβάλει μια ως τρόπο ζωής μια μονολιθική εκδοχή του τουρκικού σουνιτισμού στο εσωτερικό, με νομοθετήματα που ξεπερνούν κάθε φαντασία (μέτρα για τον περιορισμό της πώλησης αλκοόλ, απαγόρευση των διαχύσεων στο μετρό, απαγόρευση της χρήσης κραγιόν στις αεροσυνοδούς των τουρκικών αερογραμμών κ.ο.κ.), και που δημιουργούν σταδιακά ένα κλίμα διακρίσεων ενάντια κάθε εκδοχής πολιτιστικής διαφορετικότητας στο εσωτερικό της τουρκικής κοινωνίας (κυρίως τους Αλεβίτες, την κοσμική νεολαία, τους Κούρδους). γ) Αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στην πλατεία Ταξίμ. δ) Θεσμικό πογκρόμ εναντίον των «Γκιουλενιστών». Πραγματικά μέσα σε δύο μόνο χρόνια, το AKP έκανε οτιδήποτε θα μπορούσε να περάσει από το χέρι του για να μας πείσει ότι ανακαινίζει την επιθετική, αυτοκρατορική παράδοση της Τουρκίας, και ταυτόχρονα στοχεύει στην εγκαθίδρυση ενός ιδιότυπου μοντέρνου σουλτανάτου στο εσωτερικό της χώρας.
Βέβαια, η Σία Αναγνωστοπούλου μετά από την πρωτοφανή έκθεση και διάψευση όσων υποστήριζε από τα ίδια τα γεγονότα, άρχιζε σταδιακά να μεταβάλει την θέση της –δίχως ίχνος αυτοκριτικής– επιστρατεύοντας τις γνωστές ταχυδακτυλουργικές πανουργίες της «διαλεκτικής» διανθισμένες με μια στριφνή ακαδημαϊκή αργκό, καταληπτή μόνο από τους στενά μυημένους σε τέτοιες κωδικοποιήσεις.
Ιδού πως μεταμορφώνεται για την Σία Αναγνωστοπούλου μετά το 2012 το AKP, άλλοτε σταθερά προσηλωμένος προς την Ε.Ε. παράγοντας εκδημοκρατισμού της Τουρκίας: «Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. […] Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον ‘εκπολιτισμό’ του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του»[6].
Όσο για τον εκδημοκρατισμό, αυτός μέσα στο 2012 υποβαθμίζεται στα γραπτά της Σ.Α. σε αυταρχισμό, σ’ ένα πρωτοφανές ξεχείλωμα των πολιτικών εννοιών: «Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα (υπογράμμιση δική μου). Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής»[7].
Σε μια πιο νεώτερη εκδοχή, βλέπουμε τις δύο θέσεις να συνυπάρχουν στο ίδιο κείμενο: «Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. […]
Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών»[8].

Αξίζει να φανταστούμε σε ποια δεινή θέση θα βρισκόταν ένα ενδεχόμενο Ανανικό Κυπριακό κράτος –και κυρίως, η «ελληνοκυπριακή κοινότητα» (sic!) εντός του. Τι θέση θα μπορούσε να πάρει για την Συρία, για παράδειγμα με δοσμένο το δυσλειτουργικότατο θεσμικό οικοδόμημά του και ένα πατερναλιστικό κράτος να αξιώνει την ευθυγράμμισή του στην ‘κοινότητα συμφερόντων’ που επιθυμεί να επιβάλει στην ευρύτερη περιοχή. Ή πάλι, πως θα επηρεάζονταν οι ‘διακοινοτικές σχέσεις’ από την αυταρχικότητα της τουρκικής κυβέρνησης και την διάθεσή της να επιβάλλει μια συγκεκριμένη ταυτότητα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς εντός και εκτός των συνόρων του. Όσο για το αν η Τουρκική κυβέρνηση θα σεβόταν την αυτονομία (εδώ γελάμε) της ‘τουρκοκυπριακής κοινότητας’ αρκεί και μόνο να αναλογιστούμε την συμπεριφορά της πάνω στην Μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, η οποία κατά τις συνθήκες δεν είναι καν «τουρκική», για να απαντήσουμε και σε αυτό το ερώτημα. Για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι το τουρκικό κράτος, χρησιμοποιώντας στην προκειμένη περίπτωση και το μακρύ χέρι του Φεττουλάχ Γκιουλέν, συμπεριφέρεται πατερναλιστικά έναντι κάθε μουσουλμανικής μειονότητας στην Βαλκανική αποσκοπώντας να τις μεταβάλει σε στρατηγικό του παίγνιο.
Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι πως θα αξιολογούσαμε την συμβολή της Σ.Α., με βάσει αυτά που υποστηρίζει για την γειτονική χώρα, στην «ομάδα έρευνας» του κυπριακού υπουργείου εξωτερικών κατά την κρίσιμη περίοδο της διακυβέρνησης Κληρίδη (2000-2003). Άραγε, ρόλος μιας συμβουλευτικής ομάδας είναι να ενημερώνει τον Υπουργό Εξωτερικών γι’ αυτά που συμβαίνουν ή γι’ αυτά που νομίζει ότι συμβαίνουν;
Και σε οποιαδήποτε περίπτωση, τι συμβαίνει αν αυτά που νομίζει ότι συμβαίνουν τυχαίνουν να ταυτίζονται με την εικόνα που προσπαθεί να κατασκευάσει το ίδιο το γειτονικό κράτος για τον εαυτό του;
Κι επίσης, πως μετά από όλα αυτά επανέρχεται το 2014 στην ίδια ρητορική των «τελευταίων ευκαιριών» για να πείσει την αριστερά πλέον αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα προκειμένου να συγκατανεύσει στην αξίωση του νέου παράγοντα να επαναφέρει ένα σχέδιο αλά Ανάν παρακάμπτοντας την βούληση του ίδιου του λαού της κυπριακής δημοκρατίας; Στον χώρο της «ακαδημαϊκής αριστεράς» όπου υποτίθεται θάλλει η «κριτική σκέψη» δεν υπάρχει χώρος για mea coulpa, ούτε καν για «αναδραστικό αναστοχασμό» (feedback)[9].
Και, τέλος, πως αν όλα αυτά ισχύουν κάποιος υπερασπίζεται τόσο σθεναρά για την λειτουργικότητα και την αναγκαιότητα μιας τέτοιας συμφωνίας, για λογαριασμό της «αριστεράς» μάλιστα (!);
Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ακραία εργαλειοποίηση του όρου «αριστερά», που λειτουργεί ως μεταφυσικό τρυκ για να δικαιολογήσει εν τέλει τα αδικαιολόγητα. Και το ίδιο συμβαίνει με την επίκληση μιας αφηρημένης «ταξικότητας», η οποία μάλιστα χρησιμοποιείται ενάντια σε όσους επιμένουν να υποστηρίζουν ότι η επιμονή του «διεθνούς παράγοντα» να επιβάλει κάποιο σχέδιο λύσης για την Κύπρο λειτουργεί στο πλαίσιο μιας νέο-αποικιακής συνδιαλλαγής μεταξύ της Δύσης και μιας Τουρκίας που αξιώνει κατά τα λεγόμενα της ίδιας ηγεμονικό σχέδιο –μάλιστα «νεοφιλελεύθερο» και «αυταρχικό»– στην ευρύτερη περιοχή.
Ποια «ταξικότητα» αντέχει όμως την συνεργασία της με την κυβέρνηση του ΔΗΣΥ, και τον Υπουργό, Γιάννη Κασουλίδη[10] –ο οποίος σήμερα προφανώς είναι αντίπαλος ως «μνημονιακός»;
Ποια στοιχειώδης ανάλυση της «ταξικότητας» επιβάλει την συμμετοχή σε εκδόσεις μη-κυβερνητικών οργανώσεων όπως το CDRSEE[11], που χρηματοδοτείται απ’ όλες τις πρεσβείες των κρατών που αξιώνουν νεο-αποικιακό ρόλο στη Δύση, και αρκετές πολυεθνικές επιχειρήσεις; Θα υπενθυμίσουμε στην Σία Αναγνωστοπούλου αυτό που έγραφε η ίδια: «ο ιμπεριαλισμός αντικατοπτρίζει πραγματικούς συσχετισμούς της ταξικής πάλης»[12]. Τι δουλειά, λοιπόν, έχει με μια ΜΚΟ, στην οποία προεδρεύει ο εφοπλιστής Κώστας Καρράς, και χρηματοδοτείται από επιχειρήσεις όπως το Regency Casino και η 3Ε;
Ποια «ταξικότητα» ορίζει την λυσσαλέα υπεράσπιση της διακυβέρνησης του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια, εκείνης της κυβέρνησης που διέπραξε το έγκλημα στο Μαρί, και ανέδειξε ως προνομιακό συνομιλητή τον… Βγενόπουλο ανοίγοντας την πόρτα της κυπριακής οικονομίας στα γνωστά του παιχνίδια, που συνέβαλαν καθοριστικά στην καταστροφή της; Αντί για μια οποιαδήποτε στοιχειώδη ανάλυση έχουμε τον απίστευτο αφορισμό, «Όλη η μάχη κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια στήθηκε, από την πλευρά των κατ’ επάγγελμα εθνικιστών, πάνω στο άθλιο δεξιό και εθνικιστικό επιχείρημα ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, είναι ανίκανη να αναλάβει τα ‘σπουδαία’»[13] που έγραψε στο πλαίσιο μιας πολεμικής της εναντίον του Γιάννη Αϋφαντή επειδή ‘τόλμησε’ να αμφισβητήσει τις προθέσεις του… ΟΗΕ, την διακυβέρνηση Χριστόφια, και βέβαια το περιεχόμενο του νέου Σχεδίου.
Η απάντηση σε όλα αυτά; Προφανώς καμία; Εξ άλλου όπως αποδεικνύεται συστηματικά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, και αυτό συνέβη λόγω παγκοσμιοποίησης, ο ταξικός παράγοντας διαπλέκεται στενά με τις δι-εθνικές γεωπολιτικές σχέσεις, στο πλαίσιο των οποίων ξεδιπλώνονται νέο-αποικιακά σχέδια και ηγεμονισμοί. Και τότε πως ‘αποκωδικοποιείται’ το «ταξικό» για την Σία Αναγνωστοπούλου; Προφανώς «ταξικό» είναι ό,τι είναι «ανανικό» — δηλαδή ότι συμβάλει στην προώθηση των διεθνών σχεδιασμών για το μέλλον της Κύπρου.
Αντιλαμβάνεται κανείς το τι έχει να γίνει αν στο πλαίσιο κάποιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η Σια Αναγνωστοπούλου λάβει κάποια θέση με ευρύτερες αρμοδιότητες από εκείνην που είχε ως «υπεύθυνη της συμβουλευτικής ομάδας του υπουργείου εξωτερικών» κατά την τριετία 2000-2003 της Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη…
[1] Σία Αναγνωστοπούλου, Χρήστος Καραγιαννίδης, Αδάμος Ζαχαριάδης, «Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία», ηλεκτρονική επιθεώρηση Red Notebook, 11/02/2014.
[2] Σία Αναγνωστοπούλου – Γιάννης Παπαδόπουλος, «Κυπριακό: Ο ορθός λόγος είναι αντεθνικός (φιλοτουρκικός) και ιμπεριαλιστικός;», Η Αυγή, 04/04/2004.
[3] Πηγή: «http://polhist.panteion.gr/keni/index.php/el/people/41-people/cvs/35-anagnostopoulougr». Προσπελάστηκε 29/08/2014
[4] Είναι πλέον γνωστό ότι ο Ερντογάν και το AKP, εκμεταλλεύτηκε την ‘δημοκρατική προσαρμογή’ της Τουρκίας στο πλαίσιο της ενταξιακής της πορείας στην Ε.Ε. στο πλαίσιο μιας φατριαστικής διαμάχης με τους Κεμαλιστές, που ως στόχο είχε την υποκατάσταση της κεμαλικής εξουσίας με μια νέα, νέο-οθωμανικής κοπής, εξίσου αυταρχικής. Περισσότερα, βλέπε Σταύρος Λυγερός – Κώστας Μελάς, Μετά τον Ερντογάν τι; : Η ρεβάνς του πολιτικού ισλάμ: ΑΟΖ, Κύπρος και διενέξεις στη Μεσόγειο: Το καρκίνωμα του κουρδικού: Ακτινογραφώντας την τουρκική οικονομία, Καστανιώτης, Αθήνα 2013.
[5] Τάκης Καμπύλης, «Η Τουρκική εθνική ταυτότητα», Καθημερινή, 31/01/2010.
[6] Σία Αναγνωστοπούλου, «Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν»,Ενθέματα της Αυγής, 21 Οκτωβρίου 2012.
[7] Ό.π.
[8] Σία Αναγνωστοπούλου, «Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν», Ενθέματα της Αυγής, 2 Φεβρουαρίου 2014.
[9] Ο Μάο Τσε Τουνγκ, συνήθιζε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950, να λέει για την «δεξιά» και τους αστούς που αναγκάστηκαν να καμουφλαριστούν στις νέες επαναστατικές συνθήκες και «σηκώνουν τις σημαίες της επανάστασης για να καταπολεμήσουν την ίδια την επανάσταση». Στο ίδιο μήκος κύματος, οι διανοούμενοι της ακαδημαϊκής αριστεράς μετατοπίζονται σταδιακά από τις εκ των ουκ άνευ θέσεις που διατηρούσαν κατά την περίοδο του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης, τόσο, όσο χρειάζεται για να συνεχίζουν να υποστηρίζουν τις ίδιες πολιτικές επιλογές. Έτσι, αυτό που μέχρι το 2008 ήταν απόδειξη κατηγορίας «επί εθνικισμώ», δηλαδή ότι ο Ερντογάν είναι ένας κεκαλυμμένος φασίστας και επεκτατιστής, σήμερα υιοθετείται από την ίδια την Σ.Α. ως «κοινός τόπος». Κατά τα άλλα όμως, τόσο το σχέδιο Ανάν όσο και το σχέδιο που θα προκύψει στη βάση του κοινού ανακοινωθέντος είναι «τελευταία ευκαιρία».
[10] Είναι απίστευτο το άρθρο που δημοσιεύει η Σία Αναγνωστοπούλου στην εφημερίδα Εποχή μάλιστα, όπου εξυμνεί την «τελευταία περίοδο»(sic!) της τελευταίας προεδρίας Κληρίδη, στην οποία συμμετείχε ως σύμβουλος στο υπουργείο εξωτερικών. Ενώ μέχρι το 1998 ο Κληρίδης ορίζεται ως «εθνικιστής», που κεφαλαιοποιεί στο ΔΗΣΥ του όλη την κληρονομιά των αντιμακαριακών, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε «υπεύθυνο ηγέτη» (!) που θέτει τις βάσεις για την επίτευξη μιας κοινά αποδεκτής λύσης στην βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (δηλ. το Σχέδιο Ανάν). Και όλα αυτά στην αριστερή Εποχή! Βλέπε, Σία Αναγνωστοπούλου, «Γλαύκος Κληρίδης 1919-2013, Ο ιδρυτής της Κυπριακής Δεξιάς», Εποχή, 24/11/2013.
[11] Sia Anagnostopoulou, «‘Tyrrany’ and ‘Depotism’ as National and Historical Terms in Greek
Historiography» στο Christina Coulouri (ed.), Clio in the Balkans: The Politics of History Education, CDRSEE, Θεσσαλονίκη 2002.
[12] Σία Αναγνωστοπούλου – Αδάμος Ζαχαριάδης, «Λίγα λόγια για την Κύπρο και την Αριστερά», Εποχή, 26/05/2013.
[13] Σία Αναγνωστοπούλου, «Περί Κυπριακών και άλλων τινών», Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική επιθεώρηση RedNotebook, 28/03/2014.



Ευρώπη, Ευρώ, Δραχμή και η …εθνική μας δύση
του Γιώργου Ρακκά
Η συζήτηση περί εθνικού νομίσματος, έτσι όπως ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια και συνεχίζεται με ένταση ακόμα και σήμερα –ορθώς ο Δημήτρης Μάρτος συσχετίζει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με αναζωπύρωση του αιτήματος για έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη– καταγράφει μια τεράστια έλλειψη στην συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.
 Αντανακλά το γεγονός ότι ως κοινωνία, από το 1989 κι έπειτα, αδιαφορήσαμε παντελώς για τα γεω-οικονομικά δεδομένα της χώρας μας –εγκαταλείψαμε την πορεία της ελληνικής οικονομίας στην τύχη της, παρασυρόμενοι από την πλειοψηφία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ σ’ ένα κρεσέντο ευρωλιγουρισμού-παρασιτισμού.
Και θυμηθήκαμε ως κοινωνία ξαφνικά, ότι «μπορεί εν τέλει να μην είμαστε Δυτική Ευρώπη», όταν αυτή μας είχε βάλει ήδη στον… πάγκο του χασάπη και αξίωνε να κόψει «σάρκα αντίστοιχου βάρους με το χρυσό που χρωστάμε» –για να θυμηθούμε και τον Σάιλοκ.
Ξεκίνησε τότε, μια συζήτηση περί εθνικού νομίσματος εν πολλοίς πανζουρλισμένη, συνοδευόμενη από ένα melting pot επιχειρημάτων –τα οποία επικαλούνται παραδείγματα και περιπτώσεις που καταργούν τον.. χωροχρόνο! Τι έκανε η Ελλάδα το 1897, και τι έκανε το 1934, πως αντέδρασε η Αργεντινή το 2001, η μεγάλη δημοκρατική επανάσταση της… Ισλανδίας, εξιστορήσεις διανθισμένες από επισημάνσεις για την χαμένη πολυκεντρικότητα της εξωτερικής μας πολιτικής, για τις δυνατότητες της παραγωγικής ανασυγκρότησης στο πλαίσιο ενός νέου νομίσματος, και εκτιμήσεις για τον τεράστιο ορυκτό πλούτο της χώρας που θα μπορούσε εν δυνάμει να την μεταβάλει σε «Βενεζουέλα της Μεσογείου».
Δυστυχώς, αυτή η φιλολογία της δραχμής δεν σημαίνει τίποτα πλέον, γιατί ακριβώς έχει αγνοήσει εντελώςό,τι μεσολάβησε αυτά τα τριάντα «χαμένα» για την εθνική οξυδέρκειά μας χρόνια, στον τόπο μας και την διεθνή σκηνή.
Κατ’ αρχάς είναι εύκολο να προσπεράσουμε την επίκληση των ιστορικών παραδειγμάτων, καθώς και τις αναφορές στα ξένα παραδείγματα.
Σε ό,τι αφορά στην Αργεντινή, ή την… Ισλανδία, αρκεί να πούμε ότι προφανώς, αν η Ελλάδα δεν είναι μία φορά Δυτική Ευρώπηδεν είναι δέκα φορές στον Ατλαντικό ή την Λατινική Αμερική. Δεν γειτονεύει με τους… βακαλάους, όπως κάνει η συμπαθής και τυχερή Ισλανδία, ούτε ανήκει σε μια ήπειρο που διανύει στιγμές ιστορικής δημιουργικότητας και προχωράει μέσα από τεθλασμένες γραμμές –για πρώτη φορά στην νεώτερη ιστορία της– σε διαδικασίες περιφερειακής χειραφέτησης από την Βορειο-Αμερικάνικη/Δυτικοευρωπαϊκή ηγεμονία.
Μακάρι να ήταν τα Βαλκάνια, στην ίδια θέση – αλλά για την αποτροπή αυτήν της εξέλιξης φρόντισαν οι δυτικοί αποικιοκράτες σε μια παράδοξη συνέργεια, έστω και… συγκρουσιακή στην περίπτωση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, με τις βαλκανικές άρχουσες τάξεις (και τις δικές μας) που έδωσαν ρεσιτάλ ιστορικής ηλιθιότητας κατά την δεκαετία του 1990.
Δεύτερον. Σε σχέση με την Ελλάδα του 1897 ή… του 1934. Αρκεί να πούμε ότι το κοινωνικό/οικονομικό κόστος του χρεοστασίου, μπορεί να ήταν υπαρκτό και να μας ταλαιπώρησε για δεκαετίες, ωστόσο απορροφήθηκε από την ελληνική κοινωνία, γιατί αυτή ήταν ριζικά διαφορετική από την σημερινή.
Μόνο αυτό να πούμε, αρκεί: Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ζούσε στην περιφέρεια, τότε, και αποτελούνταν από αγροτικά/κτηνοτροφικά νοικοκυριά με πλείστες όσες δυνατότητες αυτοκατανάλωσης, άρα διευρυμένο βαθμό αυτονομίας έναντι της εθνικής οικονομίας. Ούτε τα πολυπλόκαμα δίκτυα εξάρτησης που συνεπάγονται από την παρούσα μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, τον βαθμό της αστικοποίησης, της εκμηχάνισης, ακόμα και της διεθνοποίησης της Ελλάδας.
Ας πάμε, όμως, τώρα στις σοβαρότερες αιτιάσεις της συζήτησης περί δραχμής. Την οικονομική και την γεωπολιτική.
Στην πρώτη έχει επικρατήσει, εντελώς αστόχαστα, η εξίσωση δραχμή = παραγωγική ανασυγκρότηση. Μια παραδοχή η οποία αγνοεί εντελώς (η μαύρη τρύπα που λέγαμε) την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες της δραχμής. Κυρίως, το γεγονός ότι η αποβιομηχάνισή της δεν άρχισε το 2001, αλλά είχε σχεδόν ολοκληρωθεί ήδη.
Η αποβιομηχάνιση στην Ελλάδα, ξεκινάει κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970, και η βασική αιτία της –έτσι όπως έχει εξηγηθεί πολλάκις από τους οικονομολόγους της εποχής, και έχει αναλυθεί εξαντλητικά από τον Γιώργο Καραμπελιά στο Κράτος και Κοινωνία στην Μεταπολίτευση[1]– έχει να κάνει με τον σπεκουλαδόρικο και ευκαιριατζίδικο χαρακτήρα των βιομηχανικών επενδύσεων του ελληνικού κεφαλαίου.
Το οποίο προσανατολίστηκε προς την βιομηχανία μόλις στις αρχές του 1960, όταν η έκρηξη της οικοδομής είχε ήδη δημιουργήσει έναν τεράστιο κύκλο ζήτησης οικοδομικών/οικοδομήσιμων υλικών, και οι πολιτικές συνθήκες της εποχής είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο απόθεμα πάμφθηνης εργατικής δύναμης: Η ελληνική βιομηχανία στηρίχθηκε εν πολλοίς σε δύο αρετές του ελληνικού προλεταριάτου. Πρώτον, στην εργατικότηταανθρώπων εν πολλοίς καταδιωγμένων από το μετεμφυλιακό κράτος. Δεύτερον, στην επινοητικότητα των εξειδικευμένων εργατών/μαστόρων, την «γενική τους νόηση» την οποία το ελληνικό κεφάλαιο χρησιμοποιούσε συστηματικά για να ‘καλύψει’ το τεράστιο κενό της τεχνολογικής υστέρησης που δημιουργούσε η ανυπαρξία επενδύσεων σε μηχανές[2].
Ήταν απολύτως φυσιολογικό, επομένως, μόλις η πολιτική πίεση του εργατικού κινήματος ανέβασε τους μισθούς, και με δοσμένη την έκρηξη του ανταγωνισμού που προκάλεσε η ανάδυση των Νέων Βιομηχανικών Χωρών από τα τέλη του 1970 και ύστερα, οι βιομήχανοι να φορτώσουν τις επιχειρήσεις τους στην τελευταία κυβέρνηση της ΝΔ, και στην πρώτη του ΠΑΣΟΚ ως «προβληματικές». Από τότε ξεκινάει το ξήλωμα της ελληνικής βιομηχανίας, που έπεσε θύμα της αρχόμενης διεθνοποίησης της παραγωγής, αλλά και του δικού της ευκαιριατζίδικου χαρακτήρα.
Το ευρώ εδραίωσε απλώς αυτές τις διαδικασίες. Δεν τις πραγματοποίησε. Και θα συνεχίζουν να ισχύουν, ανεξαρτήτως νομίσματος, εάν δεν υπάρξει δραστική μεταβολή στον τρόπο οργάνωσης των μεταποιητικών επιχειρήσεων. Εκτός αν, βέβαια, υποστηρίζουμε μια άμεση μετάβαση στο εθνικό νόμισμα ως μέσο μιας αστραπιαίας υποτίμησης της ανθρώπινης εργασίας στην χώρα μας, κατά 50%-60%, ώστε να καταστεί ειδική οικονομική ζώνη συναρμολόγησης των ευρωπαϊκών προϊόντων. Γιατί αυτή είναι η μόνη άμεση, εφικτή προοπτική της παραγωγικής ανασυγκρότησης μέσω του περάσματος στη δραχμή. Και δεν νομίζω να είναι αυτό που εννοούν αυτοί που την ευαγγελίζονται.
Δεύτερον. Ποιος είναι ο βαθμός της εξάρτησής μας από τον παρασιτισμό και πως θα επιδράσει πάνω του ένα άμεσο πέρασμα στην δραχμή. Έχουμε μια οικονομία στην οποία η συνολική κατανάλωση (ιδιωτική+δημόσια) αγγίζει το 91% του ΑΕΠ[3], με την ιδιωτική να αντιστοιχεί στο 70%[4]. Επίσης, ακόμα και το 2014 εισάγαμε προϊόντα αξίας 50 δισ.€., και εξάγαμε σχεδόν τα μισά (28 δισ.€). Μπορούμε να δούμε πως θα επιδράσει ένα άμεσο πέρασμα στο εθνικό νόμισμα πάνω σε αυτούς τους δείκτες, οι οποίοι μας επιτρέπουν να αναπνεύσουμε ακόμα έστω και στον βούρκο της διεθνής επιστασίας και του παρασιτισμού: Ραγδαία πτώση της κατανάλωσης, δημόσιας και ιδιωτικής, που θα συρρικνώσει δραστικά το ΑΕΠ. Ραγδαία πτώση των εισαγωγών, λόγω πτώσης της κατανάλωσης, ωστόσο η αξία τους θα πολλαπλασιαστεί λόγω της σταδιακής υποτίμησης του νέου νομίσματος. Σε πρώτο χρόνο, πτώση και στις εξαγωγές, γιατί η ελληνική παραγωγή στηρίζεται αποφασιστικά στην εισαγωγή καυσίμων, πρώτων υλών, λιπασμάτων κ.ο.κ. Με λίγα λόγια… οικονομική σύντηξη. Που θα «σκοτώσει» βέβαια το καρκίνωμα του παρασιτισμού, μέσω της χειρότερης όμως…  χημειοθεραπείας η οποία θα απειλήσει τα ζωτικά οικονομικά όργανα της χώρας.
Αξίζει να αναφερθούμε λίγο και στο πεδίο της δημόσιας κατανάλωσης. Γιατί ένα πολύ μεγάλο μέρος των απαραίτητων λειτουργιών που σήμερα εκτελεί το ελληνικό κράτος –από τα… νηπιαγωγεία, την συντήρηση των σχολείων, μέχρι το «βοήθεια στο σπίτι», τα έργα της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα δημόσια έργα κ.ο.κ. πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Που θα τα βρούμε αυτά αν συγκρουστούμε με την ευρωζώνη; Θα αυξήσουμε κι άλλο τους… φόρους για να ισοσταθμίσουμε τις απώλειες; Θα περιμένουμε την ελληνική παραγωγή να αναστηθεί από το σοκ της εξόδου, ώστε να αρχίσει να αποδίδει; Ή θα αποδεχθούμε το σχέδιο του Σόιμπλε για να βγούμε εκτός ευρώ δίχως να χάσουμε τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις –πράγμα που σημαίνει ότι θα καταλήξουμε να έχουμε και μνημόνιο και δραχμή;
Και ποιο θα είναι ακριβώς το πολιτικό καθεστώς που θα αναλάβει να συγκρατήσει την ελληνική κοινωνία εν μέσω αυτής της οικονομικής σύντηξης που θα επιφέρει ραγδαία πτώση του βιοτικού της επιπέδου; Το 2008 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας άγγιζε τα 31.000$. Σήμερα είναι περίπου 21.000$ –και η κοινωνική συνοχή έχει διαρραγεί αποφασιστικά. Τι θα συμβεί όταν αυτό συμπιεστεί περαιτέρω για να φτάσει κοντά στο ΑΕΠ των υπολοίπων χωρών της Βαλκανικής [της Σερβίας είναι σήμερα 6.000$}; Είναι πασιφανές πως μόνο μια δικτατορία μπορεί να συγκρατήσει την γενική κοινωνική διάλυση. Και προφανώς, επειδή θα είναι δικτατορία καταστολής της γενικής κοινωνικής αναταραχής λόγω της δραστικής υποτίμησης των οικονομικών δεικτών, δεν μπορεί να είναι «του προλεταριάτου» όπως ονειρεύονται οι Λαφαζάνης-Λαπαβίτσας-Λεουτσάκος.
Και βέβαια θα είναι εθνικά και κοινωνικά αυτοκτονική. Ας υποδείξει κάποιος ΜΙΑ (1) χώρα με τα δικά μας αντικειμενικά δεδομένα, που επιλέγει το δρόμο της διεθνούς απομόνωσης ως λύση αντίστασης απέναντι στην Παγκοσμιοποίηση. Ίσως, η… Σομαλία.
Η Σερβία και το Ιράκ αποκλείονται όχι μόνο εκ του αποτελέσματος. Η πρώτη είχε κατά 80% οικονομική αυτάρκεια όταν επέλεξε αυτό το δρόμο, μη καταφέρνοντας παρ’ όλα αυτά να αποφύγει τον εθνικό της ακρωτηριασμό. Και το δεύτερο είχε ένα σκασμό πετρέλαια, που πάλι δεν απέτρεψαν την διάλυση της χώρας. Κοινώς, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η επιλογή του απομονωτισμού δεν διαφυλάσσει την βιωσιμότητα ενός έθνους –ούτε εγγυάται την ευημερία της κοινωνίας του. Μάλλον, το αντίθετο.
Εδώ ακριβώς, υπεισέρχεται η επίκληση του γεωπολιτικού παράγοντα: Όλα τούτα «δεν θα γίνουν», γιατί η χώρα έχει να πουλήσει «γεωπολιτικό οικόπεδο» στις μη-δυτικές χώρες, ώστε αυτές να χρηματοδοτήσουν την ανασυγκρότηση της χώρας στην δραχμή. Κατ’ αρχάς, οι Ρωσία και Κίνα μας θέλουν ως γέφυρα προς την Δύση. Δίχως τον δίαυλο με αυτήν, η γεωπολιτική μας αξία εκμηδενίζεται για την Ρωσία και την Κίνα. Οι δε Αμερικάνοι και Γερμανοί, έχουν επιλέξει ποιος θα είναι τοποτηρητής και κύριος συνεργάτης τους στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων: Την Τουρκία. Αν, επομένως, περάσουμε από την Ευρωζώνη στο σύστημα των Βαλκανίων ξέρουμε πολύ καλά σε ποιανού την αγκαλιά θα πέσουμε: Της Τουρκίας. Οι κυβερνώντες της οποίας, εξ άλλου, έχουν ήδη δηλώσει ότι δέχονται να αναλάβουν μέρος του ελληνικού κόστους υπό τον όρο να μεταβάλουν το Αιγαίο σε ελληνοτουρκική λίμνη (και την Βόρειο Ελλάδα σε παρακολούθημα της Κωνσταντινούπολης –όπως ήδη συμβαίνει μέσω της πολιτικής Μπουτάρη στην Θεσσαλονίκη κ.ο.κ.
Θέλει κανείς να μπούμε στο δίλημμα Σόιμπλε ή… Νταβούτογλου; Γιατί η προοπτική της δραχμής, που οδηγεί μαθηματικά στις αγκάλες των Νεο-οθωμανών, να παίζει σήμερα ρόλο «συμβόλου» του αντι-ιμπεριαλιστικού μας αγώνα;   Του αγώνα κάποιων ‘ανθενωτικών’ που ετοιμάζονται να επιλέξουν ξανά το «τουρκικό σαρίκι από την λατινική τιάρα», ίσως. Θα πρέπει, όμως, να αναλογιστούμε τι αντιπροσώπευε ο ελληνισμός πριν περάσει υπό Οθωμανική Κυριαρχία και το πώς βγήκε από τον αγώνα ενάντιά της, το 1922 για να εντάξουμε αυτήν την επιλογή στον άξονα «καλύτερο-χειρότερο».
Με μια πολύ σημαντική διαφορά: Τότε, οι Οθωμανοί κατακτητές δεν διατηρούσαν το συντριπτικό δημογραφικό και οικονομικό πλεονέκτημα έναντι του ελληνισμού. Γι’ αυτό και καταφέραμε να αναγεννηθούμε στα «κενά» της οθωμανικής ισχύος, κενά του χώρου (απομακρυσμένες κοινότητες) ή κενά στην οικονομική δραστηριότητα (για παράδειγμα το εμπόριο, όπου διαγκωνιζόμασταν με το εβραϊκό και το αρμένικο στοιχείο ή η μανιφακτούρα).
Τώρα, που η σχέση των πληθυσμών Τουρκίας-Ελλάδας είναι 7:1 (το 1453 ήταν περίπου 0,7:1). Τώρα που η Τουρκία παίζει ρόλο περιφερειακού ηγεμόνα του σουνίτικου Ισλάμ, και ο ορίζοντας της δραστηριότητας του τουρκικού κεφαλαίου υπερβαίνει κατά πολύ εκείνον του ελληνικού τι θα κάνουμε; Υπάρχει χώρος για τον Ορθόδοξο Βαλκάνιο Κατακτητή Έμπορο του Στογιάνοβιτς στον 21ο αιώνα; Ή μήπως θα ζήσουμε ως απόμαχοι Έλληνες συνταξιούχοι της νέας τουρκικής ηγεμονίας; Ή θα καταστούμε ένα «μετα-έθνος» κατακερματισμένης διασποράς, όπου θα έχουμε τόση σχέση με την ιστορική μας πραγματικότητα, όση έχει η διεθνοποιημένη Ολυμπιακή Ιδέα με τους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες;
Υπάρχει σήμερα ο γεωπολιτικός χώρος στον οποίο κινήθηκαν οι Έλληνες τον 19ο ή ακόμα και τον 20ο αιώνα; Υπάρχουν άραγε και οι Έλληνες εκείνης της εποχής;
Ας σοβαρευτούμε: Έτσι όπως το δίλημμα που αντιμετώπισε το 1941 ο ελληνικός λαός δεν ήταν το «Χίτλερ ή Κεμάλ», αλλά εκείνο της υποταγής ή του ανταρτοπολέμου. Έτσι και τώρα το δίλημμα της αντίστασης ενάντια στους δυτικούς αποικιοκράτες δεν μπορεί να είναι το «δραχμή ή ευρώ».
ΚΥΡΙΩΣ για γεωπολιτικούς λόγους: Οι οικονομικές συντήξεις, η ανθρώπινη εξαθλίωση, η άμεση βαλκανοποίηση της Ελλάδας είναι εξελίξεις κατάμαυρες αλλά σε τελευταία ανάλυση αναστρέψιμες. Με δάκρυα και αίμα, με αγώνα και θυσίες, αλλά είναι αναστρέψιμες. Η δημογραφική και εδαφική σάρωσή μας από τον τεράστιο, επιθετικό όγκο που μας πιέζει εξ Ανατολών ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ. Εκτός αν θέλουμε η Νέα Πέραμος της Καβάλας να έχει την τύχη της Μικρασιατικής Περάμου. Και οι φίλοι Κύπριοι «Ενωτικοί», να κάνουν το όνειρό τους πράξη στην «Νέα Λευκωσία» Σπάτων.
Αποτελούν όλα τούτα επιχειρήματα μιας έστω και αναγκαστικής συνηγορίας και σύμπραξης με τον Ευρωλιγουρισμό; Σαφέστατα και όχι. Ο ευρωλιγουρισμός εξάντλησε όλη την ιστορική του ζωτικότητα στα τέλη του 2000. Μαζί με αυτόν, και ο παρασιτισμός. Η γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας μας, επιτάσσει να παραμείνουμε «παρά, υπό τη Δύση», για τακτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, λόγοι στρατηγικής μας επιτάσσουν να μεταβάλουμε ριζικά την εικόνα που είχαμε για την Δυτική Ευρώπη και την Ε.Ε. Προφανώς και είναι αποικιοκράτες, από το… 1204.
Και είναι πολύ «διδακτικά» τα βασανιστήρια του Σόιμπλε, καθώς η ελληνική κοινωνία χάνει κάθε αυταπάτη για το ποιόν των Τευτόνων –όπως πρέπει να χάσει κάθε αυταπάτη για το ποιόν των Αγλλοσαξώνων συνεργών στην δολοφονία της Κύπρου, ή των Ρώσων που πάντοτε μας πουλάνε για μια διευθέτηση στην Κεντρική Ευρώπη ή την Μαύρη Θάλασσα. Από Γιάλτες, άλλο τίποτα το «ξανθό γένος». Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την σχέση μας με όλους αυτούς. Άμεσα: Να μποϋκοτάρουμε τα προϊόντα τους, να βρούμε «τρύπες» ανασυγκρότησης στο σχέδιό τους και να τις αξιοποιήσουμε, να εγκαθιδρύσουμε μια «δυαδική εξουσία» των κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στο σκότος του μνημονίου. Να κάνουμε, δηλαδή,"αντάρτικο". Διαφορετικά ένα ΟΧΙ που εκφέρεται ως όχημα των κυριάρχων που την επόμενη μέρα το εξαργυρώνουν για να συνομολογήσουν το ΝΑΙ είναι η καλύτερη ευκαιρία για να θαφτούν για δεκαετίες τα μεγάλα ΟΧΙ που πρέπει να πει ο ελληνικός λαός τα επόμενα χρόνια. Όπως έγινε με τα ΟΧΙ των Σέρβων επί Μιλόσεβιτς, που οδήγησαν όχι μόνο στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αλλά και στην μεταβολή των Σέρβων επί δεκαετίες σε πειθήνιους υπηκόους της νέας τάξης. Και ήδη το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος εξαργυρώθηκε ως ΝΑΙ στο νέο μνημόνιο και ΝΑΙ στο νέο σχέδιο Ανάν στην Κύπρο, με τη αγωνίστρια Σία.
Διότι, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως τον πόλεμο των μνημονίων τον έχουμε χάσει και δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτόν, όπως το 1922 χάσαμε οριστικά τη Σμύρνη
Όχι, λοιπόν, για να αποφύγουμε την Δύση, να συγκατανεύσουμε σ’ έναν αιώνα τελεσίδικης εθνικής δύσης. Το δίλημμα έχει τεθεί.
[1] Γιώργος Καραμπελιάς, Κράτος και Κοινωνία στην Μεταπολίτευση, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1989. Και επί της ευκαιρίας: Διάφοροι επίδοξοι ψευδοφιλόσοφοι της Βικιπεδίας, που αναλώνονται σε επίδειξη της κομπορρημοσύνης τους στο Facebook (το αγώγι κάνει τον αγωγιάτη), ξεχνούν ή δεν ξέρουν ότι ο χώρος του Άρδην και της Ρήξης, πέρασε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1970, και ιδιαίτερα μέχρι το 1977 στα εργοστάσια παλεύοντας μαζί με την εργατική τάξη για τον εκδημοκρατισμό και την αναβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και την μεταβολή των εργατών σε κεντρικό υποκείμενο της ευρύτερης διαδικασίας εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας. Η άποψη, επομένως για την πορεία, την εξέλιξη και τις θανάσιμες αντιφάσεις της ελληνικής βιομηχανίας, διαμορφώθηκε μέσα στην διαδικασία της παραγωγής, και όχι βέβαια από κάποιον ανύπαρκτο τότε προσωπικό υπολογιστή. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες…
[2] Θυμάμαι τις εξιστορήσεις του παππού μου, υπομηχανικού σε διάφορες βιομηχανίες της Θεσσαλονίκης, ο οποίος ήταν περιζήτητος ακόμα και κατά την τελευταία δεκαετία του εργασιακού του βίου (1970-1980) καθώς ήταν από τους ελάχιστους μάστορες που γνώριζαν να επισκευάσουν και να βελτιώσουν τις…ατμομηχανές  του μεσοπολέμου που διατηρούσαν με περισσή τσιγγουνιά τα αφεντικά της Θεσσαλονικιώτικης βιομηχανίας. Την ίδια περίπου εποχή, τα Ιαπωνικά εργοστάσια εγκαινίαζαν μια κολοσσιαία αναδιάρθρωση του μοντέλου βιομηχανικής εργασίας –το γνωστό πέρασμα στον τογιοτισμό-μεταφορντισμό.
[3] Πηγή: http://data.worldbank.org/indicator/NE.CON.TETC.ZS.
[4] Κώστας Μελάς, «Οι προοπτικές για το ΑΕΠ το 2015», Αυγή, 13/03/2015.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Γιάννη Ξένου:οι δραχμολάγνοι,το λόμπι της δραχμής και ο Γ.Βαρουφάκης

        πηγή:   http://ardin-rixi.gr/archives/194416
                                                 

Πριν τέσσερις μήνες (6 Μαρτίου 2015) το Άρδην είχε οργανώσει μια εκδήλωση με θέμα: «Οι πρώτες 40 μέρες της νέας κυβέρνησης από το ζενίθ στο ναδίρ των προσδοκιών». Τότε πολλοί μας κατηγόρησαν ότι βιαζόμασταν να βγάλουμε συμπεράσματα και να κριτικάρουμε την κυβέρνηση «της πρώτης φοράς Αριστεράς». Τώρα από την απόσταση των τεσσάρων μηνών και των συντριμμιών που έχει δημιουργήσει η κυβέρνηση, μάλλον ήμασταν ήπιοι. Τότε λέγαμε ότι βαδίζουμε ολοταχώς σε τρίτο μνημόνιο. Οι εκτιμήσεις έλεγαν ότι το νέο μνημόνιο θα ήταν μεταξύ 30-50 δισ. ευρώ. Και σε αυτό έπεσαν έξω, η διαχείριση της οικονομίας από την κυβέρνηση αυτό το εξάμηνο ήταν τόσο καταστροφική που το νέο πακέτο θα είναι μεταξύ82-86 δισ. ευρώ! Τα παιχνίδια του Βαρουφάκη, η ανικανότητα του Τσίπρα να λάβει αποφάσεις, η ανυπαρξία των υπολοίπων κορυφαίων υπουργών, αλλά και η τυφλή υποστήριξη (ή στις καλύτερες περιπτώσεις η στάση αναμονής) της κοινωνίας απέναντι στην κυβέρνηση, ανέβασαν κατά πολύ τον λογαριασμό. Εκεί που το Φθινόπωρο του 2014 άνοιγε μια χαραμάδα διεξόδου από τα μνημόνια, τώρα επιστρέψαμε στο 2010, νέος Γολγοθάς είναι μπροστά μας.
Πέντε χρόνια πολεμήσαμε με μεγάλες θυσίες για να αποφύγουμε τον χειρότερο εχθρό για την κοινωνία και την οικονομία, την έξοδο από το ευρώ. Οι θυσίες ετών, εξαιτίας των μαθητευόμενων μάγων (που κάποιοι όμως δεν είναι καθόλου τέτοιοι και πιστεύουμε βάσιμα ότι κινούνταν με δόλο) που κυβερνούν, τινάχτηκαν στον αέρα. Φτάσαμε να παρακαλούμε στη Σύνοδο Κορυφής τους Γάλλους και τους Ιταλούς να μεσολαβήσουν στη Γερμανία για να μας κρατήσουν στο ευρώ, σενάριο που μέχρι πριν λίγους μήνες δεν υπήρχε.
Ο αντιμνημονιακός αγώνας, όπως αναφέρει ο Γ. Καραμπελιάς στο κείμενό του «Ο πόλεμος που χάθηκε, οι μάχες που έρχονται», τη Δευτέρα το πρωί ηττήθηκε τελεσίδικα. Οι αντιμνημονιακοί πήραν την εξουσία και κατόρθωσαν να φέρουν νέο μνημόνιο, πιο μεγάλο από τα δύο προηγούμενα. Τα επόμενα χρόνια τα διακυβεύματα της μάχης δεν θα είναι π.χ. οι συντάξεις ή μισθοί να παραμείνουν σε ένα σημείο που να επιτρέπουν ένα μέσο καταναλωτικό επίπεδο ή τα εισοδήματα να επιτρέπουν να συντηρούνται τα σπίτια ή το εξοχικό (αναλόγως με την οικονομική θέση του καθενός). Τα διακυβεύματα θα είναι πολύ πιο σημαντικά, π.χ. να κατορθώσει η χώρα να διατηρήσει και τις δεκατρείς περιφέρειές της. Να διατηρήσει τον πληθυσμό της και να μην μεταναστεύσουν εκατομμύρια Έλληνες (όχι εκατοντάδες χιλιάδες όπως συνέβη την προηγούμενη πενταετία) από την χώρα. Να μην μεταβληθεί η χώρα σε αποθήκη μεταναστευτικών πληθυσμών, εγκλωβισμένων στην Ελλάδα. Να κατορθώσει να δημιουργήσει μια παραγωγική βάση. Να διατηρήσουμε αδελφικές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί και το δικό της μέλλον είναι δυσοίωνο, δηλαδή θα είναι ένας αγώνας για να επιβιώσει η χώρα.
Ενώ η κατάσταση είναι τόσο μαύρη κάποιοι συνεχίζουν να κοροϊδεύουν την κοινωνία. Δεν χορτάσαμε από τις υποσχέσεις του Τσίπρα που στη Θεσσαλονίκη υποσχόταν 12 δισ. ευρώ παροχές και αντί γι’ αυτές έχουμε νέο καταστροφικό μνημόνιο. Πάνε ένα βήμα παραπέρα, υπόσχονται ότι με την επιστροφή στη δραχμή θα επαναφέρουν την ευμάρεια της προηγούμενης δεκαετίας. Το «μαγικό φίλτρο» δεν είναι πια η αριστερή διαπραγμάτευση, αλλά είναι η δραχμή, το εθνικό μας νόμισμα.
Αυτές τις μέρες το δραχμικό μέτωπο έχει υπερδιογκωθεί, ξεκινά από την άκρα αριστερά και φτάνει μέχρι την άκρα δεξιά. Ας δούμε ποιες πολιτικές δυνάμεις περιλαμβάνει το μέτωπο: Η Αριστερή Πλατφόρμα του Σύριζα, που εδώ και χρόνια μας λέει για την εναλλακτική λύση που έχει και δεν μας την έχει αναλύσει ποτέ (εκτός και αν το σενάριο είναι να κάνουν ντου στο Νομισματοκοπείο). Ο Λαφαζάνης και οι σύντροφοί του ποντάρουν ότι αν γίνουν εκλογές σύντομα και παρουσιαστούν αυτόνομα θα χτυπήσουν διψήφιο ποσοστό. Από κοντά και οι αριστεριστές τύπου Ανταρσύα, αλλά και οι μικρότερες ομάδες. Ο Δελαστίκ, που τόλμησε να πει ότι το 40% όσων ψήφισαν στο δημοψήφισμα «Ναι» είναι γερμανοτσολιάδες, ξανασυναντά τους παλιούς του συντρόφους στην ΚΝΕ, Π. Λαφαζάνη και Αλέκο Αλαβάνο.
Τον συνδετικό κρίκο μεταξύ ακροαριστεράς και ακροδεξιάς τον παίζει το Επαμ και κυρίως ο Δημήτρης Καζάκης. Ο Καζάκης είναι το τελευταίο διάστημα ο βασικός αρθρογράφος της Ελεύθερης Ώρας, της πρώτης σε κυκλοφορία ακροδεξιάς εφημερίδας. Στην Ελεύθερη Ώρα συμπλέουν αρμονικά οι προφητείες των «γερόντων» με τις προφητείες του Καζάκη ότι «η δραχμούλα θα μας σώσει». Στα ακροδεξιά, η Χρυσή Αυγήπου υποστηρίζει και αυτή την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Ο Μιχαλολιάκος στις 20 Δεκεμβρίου δημοσίευσε άρθρο με τίτλο: «Καλύτερα δραχμή παρά υποταγή!».
Κοινωνικά το μέτωπο της δραχμής περιλαμβάνει από τίμιους ανθρώπους που δεν έχουν στο ήλιο μοίρα, μέχρι χρεοκοπημένους που πιστεύουν ότι μέσω της δραχμής θα γλιτώσουν από τις τράπεζες. Υπάρχουν όμως και οι καρχαρίες που στα χρόνια της κρίσης έχουν βγάλει από την χώρα εκατοντάδες δισ. (250 δισ. κατά τον Τσίπρα, όπως ανέφερε στη συνέντευξή του στην ΕΡΤ) και πιστεύουν ότι με την υποτιμημένη δραχμή θα αγοράσουν μισοτιμής φιλετάκια. Κοντά σε όλους αυτούς και ένα λόμπι διεθνών κερδοσκόπων που ποντάρουν στην αποδυνάμωση του ευρώ, αλλά και διεθνείς απατεώνες. Η δικαιοσύνη διερευνά εδώ και μήνες σχέδιο εξόδου της χώρας από το ευρώ με τίτλο «Ασημένια δραχμή». Σύμφωνα με το πόρισμα του ανακριτή κ. Δ. Φούκα λομπίστες από την Αθήνα και τις ΗΠΑ με μεγάλες διασυνδέσεις στην κρατική μηχανή προωθούσαν από τις εκλογές του 2012 σχέδιο για την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την εισαγωγή εθνικού νομίσματος. Κεντρικό ρόλο φέρεται να είχε ο γνωστός Άλεξ Ρόντος, ο οποίος μάλιστα συνομιλούσε με Μεξικανό ιδιοκτήτη ορυχείου αργύρου, για βρει ασήμι για τα νέα κέρματα. Το σχέδιο αυτό θα επιβάρυνε την ελληνική οικονομία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ανακριτή, 70 δισ. ευρώ, χωρίς να προστεθούν οι αμοιβές μεσιτών και συμβούλων.
Κεντρικό ρόλο σε αυτό το μέτωπο της δραχμής παίζει ο Γιάννης Βαρουφάκης, που ως υπουργός Οικονομικών μας έφτασε μια ανάσα πριν τη δραχμή. Πριν αναφερθούμε στο πως δούλεψε το προηγούμενο εξάμηνο για να μας πάει στη δραχμή ας δούμε τι έγραφε το 2011, όταν είχε ψηφιστεί το πρώτο μνημόνιο και δεν ήταν πια σύμβουλος του ΓΑΠ, για τη δραχμή. Σε άρθρο του στο protagon.gr εξηγούσε – απαντούσε στον φίλο του Τζέιμς Γκαλμπρέιθ γιατί δεν συμμετείχε στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ). Τότε η θέση του ήταν κατά μιας ηρωικής εξόδου από το ευρώ και την ευρωζώνη για δύο λόγους:
«Πρώτον, επειδή δεν έχουμε την παραγωγική βάση για να συντηρήσουμε την κοινωνία μας μετά από μια τέτοια ρήξη. Ο Ισημερινός, …έχει άφθονο πετρέλαιο. … Η Αργεντινή ξεπέρασε την κρίση λόγω Κίνας (που αγοράζει το σύνολο της παραγωγής σόγιας) και λόγω αύξησης των τιμών των αγροτικών της προϊόντων διεθνώς. Τέλος, η Ισλανδία διατηρεί παραδοσιακά ένα υγιέστατο πλεόνασμα στο εμπορικό της ισοζύγιο με το οποίο μπορεί να χρηματοδοτεί το κράτος μετά από την στάση πληρωμών…. Εμείς, που θα βρίσκαμε τα έσοδα για να διατηρήσουμε τις βασικές κρατικές μας λειτουργίες αλλά και τις απαραίτητες εισαγωγές;»
»Δεύτερον, η έξοδος από το ευρώ για μια ελλειμματική χώρα θα μας έστελνε στην νεολιθική εποχή πριν καλά-καλά το καταλάβουμε. Γιατί; Επειδή αντίθετα με την Αργεντινή, τον Ισημερινό και την Ισλανδία που διατηρούσαν το νόμισμά τους εμείς από το 2000 δεν έχουμε δικό μας νόμισμα. Έστω ότι ο πρωθυπουργός ανακοίνωνε πως σήμερα το βράδυ θα κατέθετε κατεπείγον νομοσχέδιο στην Βουλή δημιουργίας νέου εθνικού νομίσματος. Σε είκοσι λεπτά θα είχαν στεγνώσει όλα τα ΑΤΜ καθώς όλοι θα γνώριζαν ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί βάναυσα (σε σχέση με το ευρώ) μερικά λεπτά της ώρας μετά την δημιουργία του. Φυσιολογικά, όλοι θα τραβούσαν όσο πιο πολλά ευρώ μπορούσαν από τις τράπεζες. Αύριο το πρωί οι ουρές έξω από τις τράπεζες θα ήταν ατελείωτες και μετά από μια ώρα οι τράπεζες θα κατέβαζαν τα ρολά. Η οικονομία θα κατέρρεε. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα απόσυρε την υποστήριξη των τραπεζών (μιας και θα έπαυε να είναι η Κεντρική μας Τράπεζα) και έτσι εκείνες δεν θα ξανα-άνοιγαν τις πόρτες τους. Μέχρι το κράτος να παράξει το νέο νόμισμα (κάτι που παίρνει βδομάδες), η χώρα θα είχε βυθιστεί στο απόλυτο σκότος. Χωρίς πρόσβαση στις χρηματαγορές, στο απεχθές ΔΝΤ, στην ανεκδιήγητη ΕΕ, το ρολόι θα γύρναγε πίσω πολλές δεκαετίες. Η φτώχεια θα εισέβαλε στο 80% των νοικοκυριών. Κάποια στιγμή θα ξανα-βρίσκαμε μια κάποια ισορροπία αλλά τίποτα δεν μου εγγυάται ότι η ισορροπία αυτή θα ήταν καλύτερη από την σημερινή. Οι επιτήδειοι και πάλι κερδισμένοι θα ήταν (καθώς θα είχαν διατηρήσει πρόσβαση σε λογαριασμούς ευρώ εκτός Ελλάδας) ενώ η συντριπτική πλειοψηφία θα καταριόταν την ώρα που κηρύχθηκε η μετα-μνημονιακή στάση πληρωμών».
Φοβερό τα προέβλεψε όλα και τα έκανε σχεδόν όλα, έκλεισε τις τράπεζες και μας έφερε λίγο πριν νεο-λιθική εποχή όπως, χωρίς μέτρο, έγραφε τότε. Αν δεν το κατάφερε πριν λίγες μέρες, στο μέλλον σε σύμπραξη με πολιτικές φυσιογνωμίες, όπως ο Λεουτσάκος, ο Καζάκης και ο Μιχαλολιάκος θα το ξανα-επιχειρήσει.
Το ερώτημα πως μεταστράφηκε μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα από πολέμιος της δραχμής σε βασικό της εκπρόσωπο, θα αποκαλυφθεί σύντομα γιατί ο άνθρωπος μιλά τόσο πολύ που κάποια στιγμή μέσα στη φλυαρία του θα του ξεφύγει. Αλλά πρέπει να δούμε τις κινήσεις του από τις πρώτες μέρες που ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών μέχρι που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Η επίσημη ανάγνωση είναι ότι μπλόφαρε και χρησιμοποιούσε τα παίγνια για να επιτύχει την καλύτερη δυνατή συμφωνία. Οι πράξεις του μας οδηγούν στο αντίθετο συμπέρασμα, οι μπλόφες και η προκλητική του συμπεριφορά είχαν σκοπό να απομονώσουν την Ελλάδα. Οι υπόλοιποι 17 υπουργοί Οικονομικών να συνταχθούν πίσω από τον Σόιμπλε. Γι’ αυτό όλο αυτό το διάστημα τους εξύβριζε και τους σνόμπαρε, γι’ αυτό δήλωνε κατ’ εξακολούθηση ότι μόνο ο Σόιμπλε είχε μυαλό από όλους τους υπουργούς και οι υπόλοιποι ήταν πρόβατα. Γι’ αυτό τους μαγνητοφωνούσε στη σύνοδο της Ρίγας και μετά εντέχνως το άφηνε να βγει στα ΜΜΕ. Προβοκάριζε όσο μπορούσε τις διαδικασίες προκειμένου η Ελλάδα να βρεθεί στον προθάλαμο της εξόδου. Και το κατάφερε, στο τελευταίο Γιουρογκρουπ που συμμετείχε, και οι δεκαοχτώ ΥΠΟΙΚ ήταν μονομπλοκ με τον Σόιμπλε και μάλιστα τον απέπεμψαν για να συζητήσουν μόνοι τους για το grexit.
Ο Βαρουφάκης όμως δεν δούλευε μόνο στο επίπεδο της πρόκλησης απέναντι στους συναδέλφους του, είναι γνωστό από το Πάσχα κιόλας ότι σε ταξίδια σε ΗΠΑ και Γαλλία προετοίμαζε σε συνεργασία με δικηγορικά γραφεία και κερδοσκοπικά λόμπι την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Στην Ουάσιγκτον συναντήθηκε με τον μεγαλοδικηγόρο Λι Μπουχάιτ, ο οποίος ειδικεύεται σε θέματα αναδιάρθρωσης κρατικού χρέους. Στο Παρίσι συμμετείχε στο ετήσιο συνέδριο του ινστιτούτου του Τζορτζ Σόρος «The Institute for New Economic Thinking», στο οποίο ο Βαρουφάκης ήταν ομιλητής τη Μ. Πέμπτη, και μάλιστα σε δύο πάνελ. Στο συνέδριο συμμετείχαν και άλλοι φίλοι του όπως, οι Τζόζεφ Στίγκλιτζ και Τζέιμς Γκαλμπρέιθ (εργάζονται και οι δύο, όπως και ο Βαρουφάκης για ένα διάστημα μετά το 2011, στο Πανεπιστήμιο του Τέξας που χρηματοδοτεί αφειδώς ο Σόρος). Μίλησε και ο ίδιος ο Σόρος και η ομιλία είχε ως αντικείμενο τις προκλήσεις που θέτει η Ελλάδα στη νομισματική σταθερότητα της Ευρωζώνης. Στην κατακλείδα του έλεγε «…μήπως είναι καιρός να εξεταστεί η ιδέα διάλυσης του ευρώ; Ή υπάρχει εναλλακτική πρόταση, η οποία μπορεί να αντιμετωπίσει τα άμεσα προβλήματα της κρίσης και να δημιουργήσει μια νέα δυναμική ανάπτυξης στην ΕΕ;». Ο γύπας μυρίστηκε ετοιμοθάνατο ζώο και έσπευσε!
Η ιδέα του δημοψηφίσματος, που πια γνωρίζουμε ότι αποφασίστηκε από την τριανδρία Τσίπρα, Βαρουφάκη και Παππά, ήταν η τελική φάση του σχεδίου. Την Κυριακή 28 Ιουνίου, όταν η κυβέρνηση έκλεισε τις τράπεζες, ο Βαρουφάκης ισχυρίζεται στη συνέντευξή του στο New Statesman ότι πρότεινε σε σύσκεψη στο Μαξίμου που συμμετείχαν οι Τσίπρας, Σαγιάς, Παππάς, Τσακαλώτος, Δραγασάκης και Σταθάκης, την έκδοση υποσχετικών (IOUs) ή την ανακοίνωση ότι θα εκδίδονταν, σχέδιο μονομερούς «κουρέματος» των ελληνικών ομολόγων στην κατοχή της ΕΚΤ και την εθνικοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Το σχέδιό του δεν πέρασε, αλλά μια εβδομάδα μετά, την Κυριακή του δημοψηφίσματος, την επανέλαβε στο Μαξίμου, αλλά και πάλι δεν πέρασε. Φαίνεται ότι μέσα σε εκείνη την εβδομάδα πολλά συνέβησαν, πολλοί παρενέβησαν και ο Βαρουφάκης έχασε την στήριξη του Τσίπρα. Παρόλα αυτά όλη την εβδομάδα του δημοψηφίσματος ο Βαρουφάκης συνέχιζε πάνω στο σχέδιο και είχε μια ομάδα που δούλευε τα IOUs, σε άλλη συνέντευξη στο realnews δήλωσε ότι η ομάδα αυτή υπήρχε από τις 29 Ιανουαρίου και δημιουργήθηκε κατόπιν εντολής των Τσίπρα και Δραγασάκη.
Σε αυτή την πολυπλόκαμη ιστορία καθοριστική είναι η ευθύνη των Τσίπρα – Δραγασάκη και άλλων κορυφαίων Συριζαίων, και επειδή ο Βαρουφάκης, στηριζόμενος στο ευρύ μέτωπο της δραχμής, ήρθε για να μείνει, έχουν υποχρέωση να τον αποκαλύψουν και να μην υποκύψουν στους όποιους εκβιασμούς τους. Γιατί ένας τύπος που έχει το θράσος να καταγράφει τους ομολόγους του στη Ρίγα είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα είχε γεμίσει το Μαξίμου με κοριούς! Ο γενικός γραμματέας της Κυβέρνησης, Σπ. Σαγιάς την εβδομάδα του δημοψηφίσματος, όταν απειλούσε με παραίτηση, πάνω στην οργή του φώναζε ότι αυτός που υπέγραψε τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου και επέστρεψε τα 11 δισ. ευρώ από το ΤΧΣ στον EFSM έχει και ποινικές ευθύνες.
Το μέτωπο της δραχμής σε αγαστή συνεργασία με τον Σόιμπλε το επόμενο διάστημα θα τα δώσει όλα για να μας πάει στη δραχμή, όσοι διαθέτουμε κοινή λογική και δεν εξυπηρετούμε κανέναν ας μην τους αφήσουμε να αποδιαλύσουν την χώρα.