Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Δικτατορία και Κύπρος: το μεγάλο φιάσκο



ΡΗΞΗ φ.135,φ.136


Α. Από την Συμφωνία της Ζυρίχης στην απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας 


Στην Κύπρο χρεοκόπησε η ιδεολογία της δικτατορίας. Αποδείχθηκε ότι η ρητορική της, που επικαλείτο αξίες όπως η πατρίδα και το έθνος, δεν είχε καμία σχέση  με τις πραγματικές  της προθέσεις και επιδιώξεις.
 Αποκαλύφθηκε ότι απέτυχε παταγωδώς σε ένα προνομιακό για αυτήν πεδίο, το στρατιωτικό-αμυντικό, αφού τα στελέχη της ήταν στρατιωτικοί και υποτίθεται, τη διεξαγωγή πολέμου για την οποία εκπαιδεύτηκαν, τη γνώριζαν καλά.
Ο Γ. Σεφέρης, με την ιδιότητά του ως διπλωμάτη, υπέβαλε υπόμνημα στις 25 Δεκεμβρίου 1958, στον προϊστάμενό του, υπουργό Εξωτερικών, Ε. Αβέρωφ, με το οποίο τον προειδοποιούσε για τους κινδύνους που είχε για τον ελληνισμό της Κύπρου η κυοφορούμενη συμφωνία της Ζυρίχης. Θεωρούσε ότι η Ελλάδα επρόκειτο να συμφωνήσει σε ένα μεταβατικό καθεστώς, κατάληξη του οποίου θα ήταν να επιτύχει η Τουρκία το πάγιο σχέδιό της: τη διχοτόμηση του νησιού. Ο χρόνος απέδειξε ότι ο Σεφέρης είχε δίκιο στις εκτιμήσεις του για τις συνέπειες της Συμφωνίας της Ζυρίχης[1]. Ο πολιτικός στόχος της ένωσης της Κύπρου με το ελλαδικό κράτος απομακρύνθηκε, αλλά και ο ίδιος ο ελληνικός χαρακτήρας του κυπριακού κράτους ήταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από πλευράς Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων.
Το 1964, η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου έπραξε την ορθότερη, την ευφυέστερη, την πιο θαρραλέα κίνηση στην ιστορία του κυπριακού, που εξασφάλιζε τον ελληνικό χαρακτήρα της Κύπρου: Με απόλυτη μυστικότητα μετέφερε στην Κύπρο μια πλήρως επανδρωμένη μεραρχία, που περιλάμβανε τριάντα πέντε άρματα και βαρύ οπλισμό. Εξασφάλισε έτσι την άμυνα του νησιού και καθιστούσε εξαιρετικά παρακινδυνευμένη μια στρατιωτική ενέργεια της Τουρκίας. Χάρη στην παρουσία της η Κύπρος θα είχε την πολυτέλεια να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος με τους Τουρκοκύπριους απεριόριστα χρονικά, χωρίς να διακινδυνεύσει τίποτε. Σημαντικό επίσης, για να αξιολογήσουμε ό,τι συνέβη το καλοκαίρι του 1974, είναι πως τον Αύγουστο του 1964 η Ελλάδα απέστειλε στην Κύπρο δεκαπέντε βομβαρδιστικά Χάρβαρντ. Προφανώς τότε δεν θεωρήθηκε ότι η Μεγαλόνησος είναι μακριά.
Η στρατιωτική δικτατορία αποτελείτο από στρατιωτικούς που ανήκαν στο μέσον της στρατιωτικής ιεραρχίας, χωρίς πολιτική πείρα, εκτός ίσως από αυτήν που απέκτησε ο Γ. Παπαδόπουλος κατά τη διάρκεια των σχέσεων που ανέπτυξε με κατώτερους υπαλλήλους της CIA. Προφανώς η διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής ήταν ένα πεδίο εντελώς ξένο γι’ αυτούς. Το κενό αυτό υποτίθεται ότι, σε κάποιο βαθμό, θα καλυπτόταν με τη χρησιμοποίηση δύο έμπειρων διπλωματών, του Ξανθόπουλου-Παλαμά και του Π. Πιπινέλη, που προέρχονταν από το προηγούμενο καθεστώς. Θεωρητικά θα μπορούσαν να την προφυλάξουν από τα μεγάλα λάθη, αν βέβαια μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της. Τελικά δεν συνέβη αυτό, αλλά οι τελευταίοι συνέπραξαν σε όλες τις εγκληματικές αποφάσεις της δικτατορίας.
Δείγμα των απίθανων χουντικών επιδιώξεων είναι ότι ο Γ. Παπαδόπουλος διακήρυττε ότι στόχος του ήταν η ελληνο-τουρκική ομοσπονδία. Η κυπριακή ηγεσία από την πλευρά της υποψιαζόταν ότι μέρος του σχεδίου αυτού ήταν η διπλή ένωση στην Κύπρο, που θα παρέδιδε ένα μέρος του νησιού στην Τουρκία.
Τον Σεπτέμβριο του 1967, χωρίς καμιά διπλωματική προετοιμασία, γίνεται η συνάντηση της Κεσσάνης ανάμεσα στον Γ. Παπαδόπουλο και στον Ντεμιρέλ, που καταλήγει σε φιάσκο. Όπως αποκάλυψε ο πρέσβης Β. Θεοδωρόπουλος, στην Καθημερινή, στις 22 Απριλίου 2007, ο αρμόδιος διευθυντής του ΥΠΕΞ πληροφορήθηκε την επικείμενη συνάντηση από τον σύμβουλο της τουρκικής πρεσβείας[2]. Τον Νοέμβριο του 1967 γίνονται σοβαρά αιματηρά επεισόδια με επίκεντρο το τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου. Η Τουρκία απείλησε με πόλεμο την Ελλάδα και απαίτησε την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας. Ο Σάιρους Βανς -εκπρόσωπος της αμερικανικής κυβέρνησης- επισκέφθηκε τη χουντική κυβέρνηση και την προειδοποίησε ότι αν αμέσως δεν απέσυρε την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο, θα ακολουθούσε βομβαρδισμός και εισβολή από τα τουρκικά στρατεύματα.
Κατόπιν αυτών, η δικτατορία απέσυρε την ελληνική μεραρχία, διαπράττοντας ένα μεγάλο έγκλημα κατά του ελληνισμού. Αποκαλύφθηκε ότι, παρά τις εθνικιστικές, κατά καιρούς, διακηρύξεις, ούτε διπλωματική ικανότητα διέθετε, ούτε αξιόμαχο στρατό είχε, αλλά ούτε μπορούσε να αναλάβει τις συνέπειες μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης. Γνώριζε πολύ καλά ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπήρχαν ανεξέλεγκτες εξελίξεις, ενώ μια ενδεχόμενη ήττα θα την οδηγούσε στο Γουδί. Δυστυχώς, μετά την απόσυρση της μεραρχίας, η Κύπρος απογυμνώθηκε στρατιωτικά και ήταν πλέον απροστάτευτη στις τουρκικές επιδιώξεις. Διότι ούτε η ΕΛΔΥΚ, ούτε η Εθνοφρουρά, ούτε το μακαριακό Εφεδρικό, ούτε η γριβική ΕΟΚΑ Β΄, θα ήταν σε θέση να προβάλουν αξιόλογη αντίσταση στην τουρκική επιθετικότητα. Ο οπλισμός τους ήταν ανεπαρκέστατος και όταν γίνονταν προσπάθειες να προμηθευθούν οπλισμό από τρίτους (Τσεχοσλοβακία), γίνονταν αντικείμενο εσωτερικής αντιπαράθεσης .

Β'  Ο Ελληνοκυπριακός εμφύλιος, το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή


Η πολιτική ανωριμότητα στην Κύπρο ήταν τέτοια, ώστε διεξαγόταν ένας εμφύλιος πόλεμος αλληλοεξόντωσης, άλλοτε ψυχρός και άλλοτε θερμός, που εξάντλησε τις δυνάμεις του κυπριακού ελληνισμού. Όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές ενεργούσαν σαν να είχαν την αυταπάτη ότι στην περιοχή δεν υπήρχε η Τουρκία, με τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, παρότι κατά καιρούς η τελευταία, με τις ενέργειες της, τις υπενθύμιζε σε κάθε ενδιαφερόμενο. Η όλη κατάσταση θύμιζε τις εσωτερικές διαμάχες που οδήγησαν το Βυζάντιο σε μεγάλες ήττες. Ο Γ. Γρίβας θεωρείτο μια ανεξέλεγκτη προσωπικότητα, έμπειρος στρατιωτικός, με μεγάλες επιτυχίες στον ανταρτοπόλεμο, αλλά χωρίς τις αναγκαίες πολιτικές ικανότητες. Αν και χαρακτηριζόταν φιλικός προς τη δικτατορία, ο ίδιος είχε πολλές αμφιβολίες σχετικά με τις προθέσεις της, όσον αφορά την Κύπρο, ενώ πολλά πρόσωπα που επηρεάζονταν από αυτόν, όπως ο Γ. Καρούσος, είχαν διωχθεί για την αντιστασιακή τους δράση. Σε μια εποχή που ήταν αναγκαία η ψυχική ενότητα του ελληνισμού, στην Κύπρο είχαμε συνωμοτικές ενέργειες, δολοφονικές απόπειρες και δολοφονίες. Ουσιαστικά είχε εγκαταλειφθεί η αντίσταση στις τουρκικές επιδιώξεις και ο κυπριακός ελληνισμός αναλωνόταν σε έναν αυτοκαταστροφικό εμφύλιο, που προετοίμαζε τις χειρότερες ημέρες του. Ο Μακάριος πίστευε ότι, ως χαρισματικός ηγέτης ενός μικρού, με μεγάλη όμως γεωπολιτική σημασία, κράτους, θα μπορούσε να ελίσσεται με επιτυχία και να είναι ο αναμφισβήτητος ηγέτης του δεύτερου ελληνικού κράτους. Βεβαίως, αποτελεσματική και φιλόδοξη πολιτική, δίχως τα αναγκαία δημογραφική μεγέθη και την κρίσιμη στρατιωτική ισχύ, δεν μπορεί να υπάρξει. Τα δύο αυτά στοιχεία θα μπορούσε να τα αποκτήσει σε κάποιο βαθμό μόνο σε συνδυασμό με το ελλαδικό κράτος. Για την ακρίβεια δίχως την ενιαία άμυνα του ελλαδικού και κυπριακού κράτους, το δεύτερο είναι αδύνατο να επιβιώσει αλλά και η Ελλάδα χωρίς την Κύπρο θα τεθεί συνολικά σε αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας.
 Τον Νοέμβριο του 1973 διεξάγεται στη Ρώμη το περίφημο σεμινάριο που, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν μια συντονισμένη προσπάθεια των δυτικών χωρών, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και την Αγγλία, για επίλυση του κυπριακού σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Μεταξύ των άλλων που ειπώθηκαν, ο Σ. Βάνς προειδοποίησε την ελληνική πλευρά ότι οι ΗΠΑ δεν επρόκειτο να εμποδίσουν μια τουρκική εισβολή[3].
Η άνοδος της δικτατορίας Ιωαννίδη επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ο νέος δικτάτορας ήταν σαφώς πιο επιπόλαιος, πιο ευκολόπιστος και πιο αδίστακτος από τον προηγούμενο. Άλλωστε η στρατιωτική του εμπειρία περιοριζόταν στη διοίκηση της στρατιωτικής αστυνομίας, δηλαδή ενός σώματος που σε ενδεχόμενο πόλεμο θα είχε έναν ασήμαντο ρόλο. Ο θάνατος του Γρίβα και η εκδίωξη του διαδόχου του, Γ. Καρούσου, επέτρεψε στον Ιωαννίδη να ελέγξει την ΕΟΚΑ Β΄ και να τη στρέψει όχι προς την Ένωση, όπως πίστευαν τα μέλη της, αλλά προς τη διπλή Ένωση, δηλαδή τη διχοτόμηση.
Με αφορμή μια ελάχιστα διπλωματική επιστολή του Μακαρίου προς τη χούντα, ο Ιωαννίδης, από κοινού με τον Γκιζίκη και τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων, αποφασίζουν την ανατροπή του με πραξικόπημα. Το εντυπωσιακό είναι ότι, όπως αποδείχθηκε, παρά τις πληροφορίες που είχε από πολλές πηγές (όπως τη γερμανική πρεσβεία), η χούντα ήταν εντελώς απροετοίμαστη, δεν είχε φροντίσει να έχει διεθνείς συμμαχίες, δεν είχε έτοιμο εναλλακτικό σχέδιο δράσης, για την ακρίβεια επιχειρησιακά αφέθηκε να αιφνιδιαστεί από την τουρκική εισβολή. Δεν ήταν σε θέση, αλλά ούτε επιθυμούσε να κινητοποιήσει τον στρατό, για να υπερασπιστεί τον ελληνισμό, από την Κύπρο ως την Θράκη.
Η επιστράτευση απέτυχε, τα υποβρύχια που ήταν προ της Κερύνειας διατάχθηκαν να γυρίσουν πίσω, το ίδιο και οι υπόλοιπες στρατιωτικές δυνάμεις. Στην Κύπρο, παρά τις συνεχείς πληροφορίες που υπήρχαν για την επικείμενη εισβολή, ο στρατός δεν κατευθύνθηκε στις προβλεπόμενες από τα σχέδια άμυνας θέσεις διασποράς, ούτε έγινε κάποια ουσιαστική προετοιμασία αντίστασης, ενώ μέχρι την τελευταία στιγμή που ξεκίνησαν οι μάχες δεν αντιμετωπίζονταν ένοπλα οι ρίψεις Τούρκων αλεξιπτωτιστών. Φυσικά όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η Ένωση στην πραγματικότητα δεν ήταν μέσα στις προθέσεις της δικτατορίας Ιωαννίδη. Διότι αν επεδίωκε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ενισχύσει και όχι να αποδυναμώσει τον ελληνικό στρατό στην Κύπρο. Μόνο με ισχυρή ελληνική παρουσία θα μπορούσε να πετύχει κατ' αρχήν την de facto Ένωση.
  Ο Μακάριος από το βήμα  Συμβουλίου Ασφαλείας μίλησε για "ελληνική εισβολή" που έθετε σε κίνδυνο Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Πρόκειται για  ομιλία, εν θερμώ, που έδωσε τα λάθος μηνύματα, εμφάνισε τον ελληνισμό βαθιά διασπασμένο και εύκολο θύμα της τουρκικής επιθετικότητας.
Το 2009, ο Μ. Ιγνατίου, στην εφημερίδα Έθνος, αποκάλυψε έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, που αποδεικνύει πρώτον ότι οι ΗΠΑ γνώριζαν επακριβώς που θα σταματήσουν οι Τούρκοι εισβολείς και δεύτερον ότι θα μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να σταματήσουν την υλοποίησή του[4]. Βεβαίως και η τότε ΕΣΣΔ ακολούθησε μια αυστηρά ουδέτερη στάση.
Η Τουρκία πάτησε στο νησί, κατέλαβε και κατέχει έκτοτε το 37%, χιλιάδες υπήρξαν οι νεκροί και οι κακοποιημένες γυναίκες, ενώ 200.000 'Ελληνες της Κύπρου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
Ο σκοτεινός δικτάτορας, η «αρσακειάς», ντροπιασμένος, περιδεής, αποσύρθηκε, η δικτατορία του κατέρρευσε ενώ οι αρχηγοί των τριών όπλων, με επικεφαλής τον στρατηγό Μπονάνο, που είχαν προηγουμένως διατάξει το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, ισχυρίζονταν τώρα προς όλες τις πλευρές (ιδιαίτερα στη νέα κυβέρνηση Καραμανλή) ότι δεν μπορούσαν να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τουρκίας, ούτε στην Κύπρο, ούτε σε κάποιο άλλο σημείο αντιπαράθεσης. Πλέον, ή θα παρέδιδαν την εξουσία -με αντάλλαγμα να αμνηστευθούν οι πράξεις τους-, ή θα ήταν αυτουργοί μιας ακόμη μεγαλύτερης εθνικής τραγωδίας, που θα τους οδηγούσε στο Γουδί, αλλά και το κοινωνικό καθεστώς συνολικά σε απροσδιορίστων διαστάσεων κρίση. Έπραξαν το πρώτο και διασώθηκαν. Κανένας δεν διώχθηκε, καμία ποινή δεν επιβλήθηκε για το πραξικόπημα στην Κύπρο (ούτε αυτοί που έδωσαν τις εντολές, Μπονάνος, Ιωαννίδης, Γκιζίκης, ούτε οι φυσικοί αυτουργοί, Γεωργίτσης-Κομπότσης), ενώ έκτοτε θεωρείται ότι η απόσταση ανάμεσα στην Κύπρο και το ελλαδικό κράτος είναι δύσκολο να καλυφθεί. Άραγε θα είχαν την ίδια άποψη αν στη θέση της Κύπρου βρισκόταν ένα άλλο κομμάτι του ελληνισμού, για παράδειγμα η Ρόδος ή η Χίος; Βεβαίως, οι ισχυρισμοί αυτοί προφανώς είναι αστείοι, διότι, όπως είδαμε, τη σχετική απόσταση την κάλυψαν τα γερασμένα βομβαρδιστικά του 1964, πόσω μάλλον τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη του 1974.
 Επιβεβαιώνοντας τις χειρότερες προβλέψεις του Γ. Σεφέρη, η δικτατορία των συνταγματαρχών κατέρρευσε, με τη μεσολάβηση μιας εθνικής τραγωδίας για την οποία είχε την κύρια ευθύνη (ευθύνες σε μικρότερο βαθμό έχουν όλοι οι ενεχόμενοι και θα πρέπει με ψυχραιμία και σύνεση να αναφερόμαστε και σε αυτές). Παραδίδοντας την εξουσία στη μεταπολίτευση, η οποία δεν κατάφερε με την σειρά της να σταματήσει την τουρκική προέλαση, κατόρθωσε  κάποια από τα στελέχη της να κερδίσουν την ατιμωρησία, αλλά η ιστορία θα είναι αμείλικτη μαζί τους: Θα έχουν την αιώνια καταδίκη της.
Επιλογή Βιβλιογραφίας:
Σπυρίδων Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΗΚ, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012.
Κώστα Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974-από το Έπος  στην Τραγωδία, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2007.
C.M.Woodhouse, Η άνοδος και η πτώση των συνταγματαρχών, εκδόσεις Λιναίος, Αθήνα 2017.







[1] Σ.Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΥΚ-μια μαρτυρία, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012, σελ.238.
[2] ό.π. σελ. 68.
[3] Κώστας Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974-από το Έπος στην τραγωδία, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2007, σελ. 249.
[4] Σ. Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΥΚ-μια μαρτυρία, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012, σελ.181.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Σώτη Τριανταφύλλου, Πλουλαρισμός, πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση- Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία, εκδόσεις Πατάκη, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2016




Το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου , που είναι αφιερωμένο στον Alain Besancon φίλο του  Έλληνα φιλοσόφου  που έζησε στην Γαλλία Κώστα Παπαϊωάννου,   είναι ευφυές και θαρραλέο.
Ευφυές διότι χρησιμοποιεί  την ευρύτητα γνώση της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας  για να πλήξει με εύστοχα και  σαφή τρόπο διατυπωμένα επιχειρήματα, μια σειρά αντιλήψεων - ιδεοληψιών θα ήταν καλύτερα να τις ονομάσουμε -, όπως είναι η πολυπολιτισμικότητα  αλλά  και το αυτονόητο της ενσωμάτωσης των ισλαμικών πληθυσμών  στις χώρες υποδοχής των. Πρόκειται για ιδεολογήματα  που παρότι σε επίπεδο εμπειρίας αποδεικνύεται  διαρκώς η αβασιμότητα και η ανεδαφικότητά  τους  σε επίπεδο ιδεολογίας παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αντοχή.
Θαρραλέο είναι διότι οι ιδεοληψίες  αυτές που  συχνά χρησιμοποιούνται ως εργαλεία  για την διαμόρφωση  της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, παραμένουν στο απυρόβλητο και όποιος  τολμήσει να τις αμφισβητήσει αντιμετωπίζονται από μια ιδιότυπη αστυνομία της  σκέψης που ενδύεται  συχνά  την μάσκα της πολιτικής ορθότητας.
        Από μιας πλευράς η Σ.Τριανταφύλλου ακολουθεί το παράδειγμα του Γάλλου συγγραφέα  Μισέλ Ουελμπέκ  ο οποίος  βλέπει ως λογική κατάληξη των διαφόρων ιδεολογημάτων   που διαχέονται  στην Δύση, να οδηγούμεθα  στην κυριαρχία του ισλάμ σε έναν ορατό και διόλου μακρινό χρόνο. Ως αιτία της κατάστασης αυτής  θεωρεί την εξάπλωση   μιας εκδοχής της  αριστερής  ιδεολογίας  που από εκπρόσωπος των εργατικών συμφερόντων  μετατράπηκε σε υπερασπιστή  των πληθυσμών που μετακινούνται, του πλήθους κατά τον Τ.Νέγκρι αλλά και των "δικαιωμάτων" διαφόρων  ομάδων.  Με την συμπεριφορά της  αυτή , η  αριστερά αυτού του είδους  κατηγορείται ότι "υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τα θεμέλια της κοινωνίας των πολιτών" (σελ.24).  Αλλά και  ο μαρξισμός εξαρχής απέδιδε  στην οικονομία αποκλειστική σημασία, περιφρονώντας έτσι τον ρόλο των θρησκειών και των εθνοτήτων(όσο αφορά το δεύτερο οι αντιλήψεις του Μάρξ και των μαρξιστών είναι πιο σύνθετες).Βεβαίως αυτό το οποίο παραλείπει να διατυπώσει η Σ.Τριανταφύλλου, και είναι  το μοναδικό μάλλον  σημείο στο οποίο διαφωνώ μαζί της, είναι ότι τα ιδεολογήματα της πολυπολιτισμικότητας έχουν ως ισχυρό αρωγό  και ένα μέρος των ελίτ -όπως αποδεικνύει το παράδειγμα του Σόρος , της Μέρκελ, του γερμανικού ΣΕΒ-  που στους μετανάστες από τις χώρες του ισλάμ  βρίσκουν έναν μοχλό που μπορεί να πιέσει συνολικά τους μισθούς σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Επίσης η μετακίνηση ισλαμικών πληθυσμών και η ανάδυση  ενός πιο επιθετικού από ποτέ ισλάμ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό  στην υπονόμευση των κοσμικών αραβικών καθεστώτων , που δεν τα διαδέχθηκε η δημοκρατία αλλά ο πόλεμος συμμοριών και ο χομπσιανός εμφύλιος πόλεμος όλων εναντίον όλων. Βεβαίως όπως ορθά επισημαίνει η Σ.Τ. " ό,τι ωφελεί την οικονομία ίσως βλάπτει την ποιότητα ζωής στην κοινωνία"(σελ.34).
      Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει αφετηρία στοχαστές όπως ο Ε.Μπαίρκ, ο Ζ.ν. Μαίστρ, τον Ταίνις, τον Κ.Πόππερ. Αναγνωρίζει ότι  η κοινωνία που προέκυψε από τον Διαφωτισμό  εξαρτούσε την ύπαρξη της  "από μια πολιτισμική βάση την οποία η ίδια δεν μπορούσε να εγγυηθεί. Μόνον  όταν οι άνθρωποι συνδέονται με δεσμούς ισχυρότερους από τον θεσμό της ελεύθερης επιλογής η κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει. Αυτοί οι δεσμοί είναι τα κοινά έθιμα, οι κοινές τελετουργίες , η κοινή γλώσσα, η θρησκεία και η αναγνώριση μιας κοινής εθνικής ταυτότητας. Η  πολιτική τάξη απαιτεί πολιτισμική ενότητα, κάτι που δεν μπορεί να οργανώσει και να εξασφαλίσει η πολιτική"(σελ. 20).
Η αρχική κατηγορία που εγείρεται κατά της πολυπολιτισμικότητας  είναι  πως  "ως πρόγραμμα και ως πολιτική έναντι των μεταναστών, αντί να καταπολεμά τον εθνικισμό, ενθαρρύνει τα εθνικιστικά αισθήματα των μεταναστευτικών ομάδων, ενώ συγχρόνως δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη εθνικιστικών τάσεων  από την πλευρά των πολιτών των χωρών  υποδοχής"(σελ, 24).
           Η πολυπολιτισμικότητα αντιπαραβάλλεται  στον πλουραλισμό. Είναι ιδεότυποι ασύμβατοι μεταξύ τους. Ο δεύτερος προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίων υποχωρήσεων, παραχωρήσεων και αλληλοεπικοινωνίας. Αντίθετα  η πρώτη κατασκευάζει κλειστές κοινότητες, "κακοήθεις κοινωνίες", "πολιτισμικά κουτιά"   που λειτουργούν επιθετικά η μια προς την άλλη, το ένα προς το άλλο, ενώ   δεν οδηγεί στην ενσωμάτωση των μεταναστών, αλλά "προκαλεί την συρρίκνωση της ισχύος των νόμων και της ταυτότητας των αυτοχθόνων (σελ.46), συντηρεί διακριτούς εθνοτικούς πολιτισμούς στο εσωτερικό ενός κράτους(σελ.299) και καταλύει τελικά τον πλουραλισμό.
Εντυπωσιακά είναι τα παραδείγματα όπου ο  ιδεολογικός κομφορμισμός  καταλήγει σε μια γλώσσα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα την  οποία προσπαθεί να περιγράψει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μικρής βρετανικής πόλης  που έκανε τα στραβά μάτια σε "σκάνδαλο κακοποίησης παιδιών εκ μέρους ασιατικών συμμοριών"(σελ.27). Ο φόβος να κατηγορηθεί κάποιος ως ρατσιστής  έχει ως αποτέλεσμα  ο δημόσιος λόγος να  αποτρέπεται από την κριτική "εναντίον εγκληματικών εθίμων που έχουν εισαχθεί και ριζώσει στις δυτικές χώρες: αναγκαστικούς γάμους, εγκλήματα τιμής, κλειτοριδεκτομή, ισλαμικό εκφοβισμό"(σελ.28).  Υπό αυτή την οπτική είναι απαραίτητο να θέσουμε το ερώτημα, που στην εποχή του δεν χρειάστηκε να θέσει ο Κ.Πόππερ " ανοιχτή κοινωνία μέχρι ποιό σημείο; ποιός είναι  ο βαθμός ελαστικότητας αυτού του ανοίγματος;" (σελ.32,33).  Ανοιχτή κοινωνία δεν σημαίνει κοινωνία χωρίς σύνορα: "τα σύνορα μπορούν να μετακινούνται αλλά δεν παύουν να υπάρχουν, ακόμα κι αν η διαπερατότητά τους ποικίλλει"(σελ.47). Προς το τέλος του βιβλίου της συμπεραίνει ότι μια κοινωνία μπορεί να είναι ανοιχτή "όσο το επιτρέπει η ιδέα της πλουραλιστικής κοινότητας και συνεπώς της κοινότητας στους κόλπους της οποίας τα διάφορα στοιχεία και οι διαφορές τους γίνονται σεβαστά με αμοιβαίο τρόπο και κάνουν αμοιβαίους συμβιβασμούς"(σελ.310).
 Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση πως στην δεκαετία του 1970, στην διάρκεια των μεγάλων απεργιών στην γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία "η γαλλική κυβέρνηση ενθάρρυνε τους εργοδότες να φτιάξουν αίθουσες προσευχής σε μια προσπάθεια να αποπροσανατολιστούν και να στραφούν οι μετανάστες, που απάρτιζαν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού, από τον συνδικαλισμό προς τη θρησκεία"(σελ.43,44).
Η Σ.Τ. επικαλείται την άποψη του Αυστραλού πρωθυπουργού Ε.Barton (1849-1920) "πως τα ομοιογενή έθνη είναι σε καλύτερη θέση για να αποκτήσουν δημόσια αγαθά, είναι πιο δημοκρατικά, λιγότερο διεφθαρμένα, έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα και μικρότερες ανισότητες, χαμηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας, ενώ είναι ανθεκτικότερα σε εξωτερικούς κραδασμούς. Και εξυπακούεται ότι είναι λιγότερο επιρρεπή σε εμφυλίους πολέμους, τη σοβαρότερη αιτία βίαιων θανάτων στον 20ο αιώνα"(σελ.91)
Όμως σε αντίθεση κατεύθυνση στην Μεγάλη Βρετανία, ισλαμιστές ιερωμένοι όπως ο Θαχάμπι ,ανοικτά διακηρύσσουν ότι θα πρέπει να δολοφονούνται οι ομοφυλόφιλοι, ότι όποιος εγκαταλείπει το ισλάμ πρέπει να καταδικάζεται σε αργό βασανιστικό θάνατο εντός τριών ημερών, ότι οι γυναίκες είναι διανοητικά ανεπαρκείς και η βία σε όσες γυναίκες δεν φορούν την μαντίλα είναι απαραίτητη(σελ. 122). Συγχρόνως τέτοιου είδους ισλαμιστές προσπαθούν να απομακρύνουν τα παιδιά των μουσουλμάνων από το λαϊκό σχολείο γεγονός που επιδεινώνει την κοινωνική τους θέση. Στην Σουηδία εντοπίζεται η μεγαλύτερη αύξηση βιασμών γυναικών από μουσουλμάνους (σελ.135). Επίσης ορθά σημειώνεται ότι ο "Ρετζέπ Ερντογάν οδηγεί την Τουρκία στον ισλαμικό σκοταδισμό με κύριο αντίπαλο το κουρδικό κίνημα που, παρά τις πρόσφατες επιτυχίες του, παραμένει περιθωριακό"(σελ.147).
Η έννοια της ταυτότητας είναι σημαντική και γι' αυτό προϋποθέτει την συνείδηση της ετερότητας και της διαφοράς προς τους άλλους: " το να μιλάμε για παγκόσμια κοινότητα είναι σκέτη ρητορική που εκμηδενίζει την ιδέα της κοινότητας. Αντιθέτως, οι άνθρωποι συσπειρώνονται με άλλους και  "ζουν μαζί"  ως κοινωνικά όντα υπό τον όρον να υπάρχει πάντοτε ένα κινούμενο αλλά ανεξίτηλο σύνορο ανάμεσα στο "εμείς" και στο "εκείνοι".Το εμείς είναι "η δική μας" ταυτότητα, το εκείνοι είναι οι διαφορετικές ταυτότητες που καθορίζουν τη δική μας. Η "διαφορετικότητα" είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της ταυτότητας: είμαστε αυτό που είμαστε, με τον τρόπο με τον οποίο είμαστε, σε συνάρτηση αυτού που δεν είμαστε. Κάθε κοινότητα συνεπάγεται μια σχετική "περίφραξη", έναν τρόπο συνύπαρξης που είναι επίσης τρόπος αποκλεισμού του "έξω". Ένα "εμείς" που δεν περιορίζεται από ένα "αυτοί", "οι άλλοι", δεν έχει νόημα"(σελ.176).  
Η Σ.Τ. επισημαίνει ότι η παραχώρηση ιθαγένειας  δεν σημαίνει αυτόματα ενσωμάτωση. Στην  πραγματικότητα ενσωματώνονται  μόνον όσοι θέλουν να ενσωματωθούν και αποφασίζουν να παραχωρήσουν ένα μέρος της παλαιάς ταυτότητας τους. Οι Αλβανοί είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όχι μόνο βαφτίζονταν χριστιανοί αλλά και άλλαζαν τα ονόματα τους σε ελληνικά ώστε να μπορούν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία. Βέβαια στα Βαλκάνια προχωρά η επιρροή του ISIS ενώ για την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος της σαρία . Αλλά και τι δυνατότητα  ενσωμάτωσης  στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν για παράδειγμα, οι Αφγανοί  που συνήθως γνωρίζουν κάποιες γεωργικές  και κτηνοτροφικές εργασίες  και εμμένουν στο ισλάμ ως ένα σύνολο κανόνων που καθορίζει  αποκλειστικά τον τρόπο συμπεριφοράς τους; Η Σ.Τ. αναφέρεται στα γαλλικά προάστια όπου η θετική επιρροή της δωρεάν και υποχρεωτικής παιδείας  καταλύεται από την κυριαρχία του ισλάμ.
Σωστή είναι η επισήμανση, προσωπικά μου θύμισε αντίστοιχες απόψεις του Π.Κονδύλη, ότι τα δικαιώματα του πολίτη είναι εδαφικά "υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται από κράτος σε κράτος, δηλαδή μόνο στο έδαφος όπου ένα κράτος είναι κυρίαρχο και έχει δικαιοδοσία" (σελ.259) και ιδεολογικά έχουν δυτική προέλευση δηλαδή ελληνική-ρωμαϊκή-ιουδαιοχριστιανική.  Επίσης εύστοχα τονίζει ότι η Τουρκία ωθώντας Σύρους πρόσφυγες προς τα δυτικά επιδιώκει να πιέσει την Ευρώπη, ενώ "θα ήταν ιδανικός τόπος φιλοξενίας και ενσωμάτωσης των Σύρων ", αφού "διαθέτει χώρο, είναι κράτος μουσουλμανικό και έχει αναπτυσσόμενη οικονομία"(σελ.269). Ορθά γράφει ότι η πολιτική κατευνασμού του φονταμενταλιστικού ισλάμ  "φτάνει σε βαθμό ηττοπάθειας και γελοιότητας"(σελ.286), που  ακολουθεί  την κυριαρχία στον δυτικό κόσμο της μετριοκρατίας και της ανικανότητας.

Το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου διαθέτει μια ακόμη αρετή. Είναι γραμμένο σε μια γλώσσα γλαφυρή, γοητευτική που όμως είναι συγχρόνως  σαφής, πυκνή και λιτή, καθώς δεν περισσεύει καμία λέξη , καθεμιά έχει την λογική της στοχοθεσία.

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Σιμόν Βέιλ, Σκέψεις για τις αιτίες της ελευθερίας και της κοινωνικής καταπίεσης, μετάφραση Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2017, σελ. 139.




Η Σιμόν Βέιλ στην σύντομη και βασανισμένη ζωή της κατάφερε να δημιουργήσει ένα σημαντικό σε εύρος και ποιότητα έργο, το οποίο σταδιακά μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα. Η αντιμετώπιση  του κοινωνικού ζητήματος υπήρξε η αφετηρία του στοχασμού της αλλά και το μεγαλύτερο κίνητρο της περιπετειώδους ζωής της. Από καθηγήτρια της φιλοσοφίας  και στοχαστής  βρέθηκε στα εργοστάσια και  στους αγρούς να εργάζεται δίπλα σε χειρώνακτες . Στην συνέχεια για μικρό χρονικό διάστημα πήγε  στον ισπανικό εμφύλιο δίπλα στους Δημοκρατικούς, ενώ στη τελευταία περίοδο της ζωής βρέθηκε εξόριστη στο Λονδίνο μαζί με τους Ελεύθερους Γάλλους. Με τις εμπειρίες που συνέλεξε  αλλά και την επιρροή Γάλλων στοχαστών θα στραφεί στο Χριστό και στην Εκκλησία. Τα κείμενα της πλέον παρουσιάζουν  αναλογίες με αυτά των χριστιανών μυστικιστών όπως  του Ιωάννη του Σταυρού. Ο Τ. Έλιοτ  έγραψε πως «η Βέιλ  ήταν τρία πράγματα σε ανώτατο βαθμό: Γαλλίδα, Εβραία και χριστιανή. Ήταν πατριώτισσα που ευχαρίστως θα επέστρεφε στη Γαλλία για να υποφέρει και να πεθάνει για τους συμπατριώτες της»( πρόλογος στο, Σ.Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, εκδόσεις Κέδρος, σελ.9,10), ενώ ο « ο ενθουσιασμός της για οτιδήποτε ελληνικό (συμπεριλαμβανομένων των μυστηρίων) ήταν απεριόριστος»(ό.π. σελ.11).
Το  πρώτο μέρος των « Σκέψεων…» είναι κριτική στον μαρξισμό. Κατ’ αρχήν θεωρεί ότι η δύναμη του καπιταλισμού «εδράζεται στα ίδια τα θεμέλια της κοινωνικής  μας ζωής, και δεν μπορεί να εκμηδενιστεί από κανέναν πολιτικό και νομικό μετασχηματισμό.  Η δύναμη αυτή είναι, κατ’ αρχάς και κατά βάση, το ίδιο το καθεστώς της νεότερης παραγωγής, δηλαδή η βαριά βιομηχανία(σελ.17). Συγχρόνως θεμελιώδη σημασία έχει η διάκριση  ανάμεσα σε διευθυντικές και εκτελεστικές λειτουργίες αλλά και το γεγονός ότι « όλος ο πολιτισμός μας είναι θεμελιωμένος στην εξειδίκευση»(σελ.18). Η καταδίκη του καπιταλισμού από τον Μάρξ έχει λιγότερο ηθικά ελατήρια και περισσότερο στην πεποίθηση του ότι πλέον στέκεται εμπόδιο στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η πρόοδο της τεχνικής θα μας επαναφέρει σε μια κατάσταση Παράδεισου όπου η ανάγκη έχει αντικατασταθεί από την ελευθερία. Όμως  η θέση των μπολσεβίκων, συμπεριλαμβανομένου και του Τρότσκι είναι πως αντιμετωπίζουν «τις δημοκρατικές ιδέες με υπεροπτική περιφρόνηση ( σελ.20). Διακρίνει στον Μάρξ μια μυστικιστική ερμηνεία των παραγωγικών δυνάμεων που τον οδηγεί στην μυθοποίηση τους. Χωρίς καμία απόδειξη  πιστεύει στην βέβαιη πρόοδο τους. Η Βέιλ  καταλήγει  πως αυτό η εσχατολογική πεποίθηση του Μάρξ  για την Τεχνική, που έχει εγελιανή προέλευση « δεν έχει απολύτως κανέναν επιστημονικό χαρακτήρα»(σελ.21).  Όμως ο προφητισμός έχει εμποτίσει όλη την μαρξιστική σκέψη  για αυτό χρησιμοποιεί συχνά μυστικιστικές εκφράσεις όπως «η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου(σελ.22). Βεβαίως στον    Μάρξ συνυπάρχει και ένας υλισμός «που δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό και δεν αποτελεί δόγμα, αλλά μέθοδο γνώσης και δράσης»(σελ.23), που όμως «κανένας μαρξιστής δεν τη χρησιμοποίησε στ’ αλήθεια, με πρώτο τον ίδιο τον Μάρξ»(σελ.24).
Η Βέιλ καταλήγει πως «υπάρχει μόνον ένας άλλος τρόπος που επιτρέπει την ελάττωση της συνολικής ανθρώπινης προσπάθειας: αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ακολουθώντας μια σύγχρονη φρασεολογία , εξορθολογισμό της εργασίας» (σελ.28).
Θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα σε όσους συμμερίζονται τις απόψεις του Μάρξ: «γιατί φερ’ ειπείν, ο καταμερισμός της εργασίας  να μετατρέπεται κατ’ ανάγκην σε καταπίεση; Αν είναι έτσι ουδόλως μας επιτρέπεται να προσμένουμε εύλογα το τέλος της. Διότι, αν ο Μάρξ πίστευε ότι έδειξε πως το καταπιεστικό καθεστώς καταλήγει να εμποδίζει την παραγωγή δεν προσπάθησε  καν να αποδείξει ότι στις μέρες κάθε άλλο καταπιεστικό καθεστώς θα την εμπόδιζε ομοίως. Κι επιπλέον, δεν βλέπουμε γιατί η καταπίεση δεν θα μπορούσε να καταφέρει να διατηρηθεί , έστω κι αν έχει γίνει παράγοντας οικονομικής ύφεσης. Ο Μάρξ προπάντων παραλείπει να εξηγήσει γιατί η καταπίεση είναι ανίκητη όσο καιρό είναι χρήσιμη, γιατί οι καταπιεσμένοι που εξεγείρονται  δεν κατόρθωσαν ποτέ να εγκαθιδρύσουν μια μη καταπιεστική κοινωνία, είτε στη βάση των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής είτε ακόμα και με τίμημα μια οικονομική ύφεση που δύσκολα θα μπορούσε να επιτείνει κι άλλο την εξαθλίωση τους. Τέλος, αφήνει εντελώς στο σκοτάδι τις γενικές αρχές του μηχανισμού με τον οποίο μια ορισμένη μορφή καταπίεσης αντικαθίσταται από μια άλλη. Ακόμα περισσότερο, οι μαρξιστές όχι μόνο δεν έλυσαν κανένα από αυτά τα προβλήματα, αλλά δεν θεώρησαν καν απαραίτητο να τα διατυπώσουν. Πίστεψαν ότι είχαν αναλύσει επαρκώς το θέμα της κοινωνικής καταπίεσης λέγοντας ότι αντιστοιχεί σε μια λειτουργία στην πάλη ενάντια στη φύση. Κατά τα λοιπά, δεν φώτισαν αυτή την αντιστοιχία παρά μόνο στο καπιταλιστικό καθεστώς»(σελ. 40,41).
Η Βέιλ μάλλον θεωρεί αφελή την προσδοκία ότι η εξέλιξη της Τεχνικής θα επίλυε με τρόπο ριζικό πολλά προβλήματα που ταλαιπωρούν το ανθρώπινο. Διότι επισημαίνει, πως γνωρίζουμε από την εποχή της «Ιλιάδας» πως υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο στον άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ευημερία όσο για την εξουσία και την ισχύ(σελ.59). Πρόκειται  για ένα αναλλοίωτο δεδομένο της ανθρώπινης ύπαρξης για το οποίο έγκαιρα μας είχε προειδοποιήσει ο Θουκυδίδης. Ο ολοκληρωτισμός, διαπίστωνε, ότι προχωρούσε, ενώ ο αφορισμός του Μάρξ ότι ένα καθεστώς γεννά τους νεκροθάφτες είναι εξωπραγματική διότι «ποτέ έως τα΄ρα στην ιστορία δεν έπεσε ένα καθεστώς δουλείας από τα χτυπήματα των δούλων. Η αλήθεια είναι ότι, σύμφωνα με μια διάσημη ρήση, η δουλεία εξαχρειώνει τον άνθρωπο να την ποθεί κιόλας∙ ότι η ελευθερία δεν είναι πολύτιμη παρά μόνο στα μάτια όσων την έχουν ήδη∙ και ότι ένα ολοκληρωτικά απάνθρωπο καθεστώς σαν το δικό μας όχι μόνο δεν φτιάχνει όντα ικανά να οικοδομήσουν μια ανθρώπινη κοινωνία, αλλά πλάθει κατ’ εικόνα του όλους όσους είναι υποταγμένοι σε αυτό, καταπιεσμένοι και καταπιεστές μαζί»(σελ.122,123).

     

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Ι.Κάντ και η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον Κόσμο και στην Φύση



Το δοκίμιο του Κώστα Παπαϊωάννου Η αποθέωση της ιστορίας[1] , περιγράφει με αδρό και πυκνό τρόπο την διαδικασία με την οποία ο κόσμος ξεπέφτει σε αντικείμενο, αρχικά γνώσης, και στην συνέχεια κυριαρχίας της από τον άνθρωπο.
Κατ' αρχήν ο Κώστας Παπαϊωάννου, με αφετηρία το έργο του Αριστοτέλη, διακρίνει στον αρχαιοελληνικό λόγο την θεοκεντρική του κατεύθυνση, που τον οδηγεί  να μην αρκείται σε ότι συνιστά την ενθαδική μας ύπαρξη. Πρόκειται συνεπώς για ένα κόσμο αντίστροφο από αυτό που επιδίωξε να θεμελιώσει η  Αναγέννηση: " είμαστε μακριά από τον υποτιθέμενο ανθρωποκεντρισμό που η Αναγέννηση νόμισε ότι ανακάλυψε στην ελληνική σκέψη. Επιπλέον, αυτό  το μάθημα ταπεινοφροσύνης προϋποθέτει μια αρκετά απαισιόδοξη σύλληψη της ανθρώπινης μοίρας στον κόσμο: αν ο άνθρωπος ομοιάζει προς το θείο με το "μεγαλείο  του πνεύματος του", ο ανθρώπινος κόσμος, έτσι όπως εμφανίζεται άμεσα, έτσι όπως είναι   καθ' εαυτός, είναι ο πλέον απομακρυσμένος από τη θεϊκή τελειότητα"[2].
Στην συνέχεια θα δείξει ότι ο αρχαιοελληνικός λόγος δεν θεωρεί τα αντικείμενα της τεχνικής και ότι δημιουργεί γενικά ο άνθρωπος ανώτερα από ότι η φύση δημιουργεί. Απέναντι στην φύση δεν τοποθετεί το πνεύμα ή την ιστορία αλλά την τέχνη[3]. Ακριβέστερα λοιπόν "για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή"[4].
Σύμφωνα με τον Κ.Παπαϊωάννου την ιεράρχηση αυτή ανατρέπει η "ιουδαιοχριστιανική αντίληψη ενός Θεού που υπερβαίνει τον κόσμο απαξίωσε τον κόσμο και τον μεταμόρφωσε σε αντικείμενο δημιουργίας, σε δημιούργημα. Η ιδέα της δημιουργίας τοποθετεί τον Θεό ως θέληση υπεράνω του κόσμου∙ οι σκέψεις του Θεού είναι ουσιαστικά πράξεις θελήσεως, γεγονότα, και ο κόσμος είναι το έργο του - ένα δημιούργημα που υπάρχει μονάχα χάρη στη θέληση που το δημιούργησε και βρίσκεται εκεί μονάχα για να μαρτυρεί τη δόξα του Θεού και ταυτόχρονα την ουσιαστική μηδαμινότητα κάθε υπαρκτού"[5]. Σύμφωνα με το βιβλικό κείμενο ο άνθρωπος είναι βασιλιάς του κόσμου.
Στην ερμηνεία του Κ.Παπαϊωάννου μπορούμε να ισχυριστούμε ότι απαντά έμμεσα το μικρό αλλά ιδιαίτερα πυκνό όσο και σημαντικό δοκίμιο του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα " Η Κτίση ως Ευχαριστία-θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας"[6], που γράφτηκε αρκετά χρόνια μετά. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας γεφυρώνεται το φυσικό με το υπερφυσικό, η ιουδαϊκή θέση φαίνεται να υστερεί σε κοσμολογικό ενδιαφέρον, ενώ η ελληνική σε προφητικό, η Εκκλησία εμπιστεύεται την λογικότητα της φύσης αλλά συγχρόνως τη θεωρούσε "δώρο και γεγονός συνεχώς εξαρτημένο από το Δημιουργό και Δοτήρα της"[7]. Στην Δύση όμως σταδιακά παγιώνεται μια άποψη ότι ο άνθρωπος είναι σπουδαιότερος από τον κόσμο. Αντίθετα η ορθόδοξη  ασκητική παράδοση  ενδιαφέρεται όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και για κάθε στοιχείο του κόσμου, ενώ πιστεύει ότι η "εικόνα του Θεού στον άνθρωπο βρίσκεται και στο σώμα επίσης, όχι μόνο στην ψυχή του"[8].  Ο άνθρωπος είναι εκείνος "στον οποίο πρέπει να αναζητήσουμε το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο, και είναι αυτό ακριβώς που κάνει τον άνθρωπο υπεύθυνο, μάλιστα τον μόνο μέσα στην κτίση υπεύθυνο για την τύχη της δημιουργίας"[9]. Ο Χριστιανός τελικά σέβεται τον κόσμο ως ιερό "όχι γιατί ενέχει στη φύση του την παρουσία του Θεού, αλλά γιατί βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με το Θεό"[10].
Ο Κ.Παπαϊωάννου θα σταθεί στο σύντομο δοκίμιο του Η αποθέωση της ιστορίας, στην συμβολή του Ι.Κάντ στον τρόπο που ο δυτικό κόσμος αντιμετωπίζει την φύση. Ο π.Ιωάννης Ζηζιούλας θα την υπονοήσει  αφού θα αναφερθεί στην φιλοσοφία εκείνη που θεωρεί ότι ο άνθρωπος εξ αιτίας της λογικότητας του κατέχει προνομιακή θέση μέσα στον κόσμο  και από αυτό το σημείο μπορεί να θεμελιώνει αιτήματα όχι μόνο γνώσης αλλά και επικυριαρχίας του.
      Η συμβολή της φιλοσοφίας του Ι.Κάντ στην διαδικασία μετατροπής του κόσμου σε αντικείμενο είναι θεμελιώδης. Κατ΄ αρχήν αντιπαραθέτει τον λόγο που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και την αυτονομία στην φύση που εγκλωβίζεται στην αναγκαιότητα και στην ετερονομία. Αλλά στο έργο του "Κριτική της κριτικής δύναμης θα προχωρήσει ακόμη περισσότερο.
Ο άνθρωπος είναι ο σκοπός της φύσης και μάλιστα "είναι αυτός ο έσχατος σκοπός της δημιουργίας εδώ στη γη, διότι είναι το μόνο ον σ' αυτήν, το οποίο μπορεί να σχηματίσει μια έννοια των σκοπών και να δημιουργήσει με το Λόγο του από ένα  άθροισμα σκοπίμως σχηματισμένων πραγμάτων ένα σύστημα των σκοπών"[11]. Δευτερεύοντες σκοποί είναι η ευδαιμονία και η καλλιέργεια του ανθρώπου[12].  Παρά το γεγονός τα φυσικά φαινόμενα συνταράσσουν την ανθρώπινη ηρεμία αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος "λόγω της καταπίεσης της  εξουσίας , της  βαρβαρότητας των πολέμων"[13] συμβάλλει στην καταστροφή του ανθρώπινου γένους, η λογικότητα του, αποδίδει σε αυτόν μια προνομιακή και κυριαρχική θέση: "ως το μόνο όν στη γη, που έχει νου και συνεπώς την ικανότητα να θέτει στον εαυτό του αυθαίρετους σκοπούς, είναι βέβαια τιτλούχος της φύσης και, αν τη θεωρήσομε ως τελολογικό σύστημα σύμφωνα με τον προορισμό του ο έσχατος σκοπός της φύσης∙ είναι όμως πάντοτε και μόνον υπό όρους, δηλαδή να αντιλαμβάνεται και να έχει τη θέληση να παρέχει  στη φύση και στον εαυτό του μια τέτοια σκόπιμη σχέση, η οποία να μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τη φύση και αυτάρκης, άρα να είναι τελικός σκοπός, ο οποίος όμως δεν πρέπει καθόλου να αναζητηθεί μέσα στη φύση"[14].  Οι καλές τέχνες και οι επιστήμες "περιορίζουν πάρα πολύ την τυραννία των αισθησιακών κλίσεων και με τον τρόπο αυτόν προετοιμάζουν τον άνθρωπο για μια κυριαρχία, στην οποία οφείλει να ασκεί εξουσία μόνον ο Λόγος"[15].
Ο λόγος για την ηθική καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα ως προς την κυριαρχική θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, καθότι εξ αιτίας της ιδιαίτερης συγκρότησης του , ο άνθρωπος, έχει την υπεραισθητική ικανότητα, δηλαδή κατά τον Κάντ την ελευθερία: " για τον άνθρωπο όμως (και άρα για κάθε έλλογο όν στον κόσμο) ως ηθικό όν δεν μπορεί να τεθεί το περαιτέρω ερώτημα για ποιόν σκοπό (quem in finem) υπάρχει. Η ίδια η ύπαρξη του ενέχει μέσα της τον ύψιστο σκοπό, στον οποίο μπορεί να υποτάξει, όσο του είναι δυνατόν, όλη τη φύση, ή τουλάχιστον σε σχέση με τον οποίο δικαιούται να μην υποτάσσεται σε καμιάν αντίθετη επίδραση της φύσης. Εάν λοιπόν τα πράγματα του κόσμου, ως εξαρτημένα κατά την ύπαρξή τους όντα, χρειάζονται μιαν ανώτατη αιτία που πράττει σύμφωνα με σκοπούς, τότε ο άνθρωπος είναι ο τελικός σκοπός της δημιουργίας∙ διότι χωρίς αυτόν, η αλυσίδα των αλληλοϋποταγμένων σκοπών δεν θα ήταν πλήρως θεμελιωμένη, ενώ μόνο στον άνθρωπο, αλλά και σ' αυτόν μόνον ως υποκείμενο της ηθικότητας, μπορεί να βρεθεί η απόλυτη νομοθεσία σε σχέση με τους σκοπούς, η οποία και μόνο συνεπώς τον καθιστά ικανό να είναι ένας τελικός σκοπός, στον οποίο υποτάσσεται τελολογικώς όλη η φύση"[16].
Δίχως τον άνθρωπο "ολόκληρη η δημιουργία θα ήταν μια απλή έρημος, μάταιη και χωρίς τελικό σκοπό"[17].
Η απόσταση που βάδισε ο Ι.Κάντ από τις αξιολογήσεις του αρχαίου ελληνικού λόγου, αλλά και αυτών που διατύπωσε ο ανατολικός τουλάχιστον χριστιανισμός, όχι απλώς είναι μεγάλη  αλλά βρίσκονται σε ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
'Οπως πολύ εύστοχα διατύπωσε ο Κώστας Παπαϊώαννου ο αρχαιοελληνικός λόγος δεν σκέφτηκε ποτέ να τοποθετήσει την φύση και τον κόσμο σε υποδεέστερη θέση από τον άνθρωπο. Αλλά κυρίως δεν επεδίωξε να αντιπαραθέσει την κόσμο,  στο πνεύμα και στον λόγο.
Οι επιρροές που άσκησε ο Ι.Κάντ σε αυτό το σημείο στον δυτικό άνθρωπο υπήρξαν θεμελιώδεις. Ο άνθρωπος είναι ο έσχατος σκοπός  της δημιουργίας  ,ο ύπατος όπως συνήθιζε να λέει ο Κ.Τσάτσος, και οφείλει κατά συνέπεια, με τον Λόγο του, να κυριαρχεί πάνω στον κόσμο. Τα εργαλεία που κατασκευάζει, η Τεχνική δηλαδή, πρέπει να ενσαρκώνουν το ιδεώδες αυτό της κυριαρχίας του πάνω στον κόσμο.
Οι περισσότεροι από όσους αντιπαρατέθηκαν στον Κάντ, εξαίρεσαν στην πραγματικότητα αυτή την πλευρά της σκέψης του. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μεταγενέστερους στοχαστές, μεταξύ αυτών βέβαια και ο Μάρξ, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή η ανάπτυξη της τεχνικής, σε αντιπαράθεση όχι σε αρμονία με τον κόσμο, καθίσταται όχι μόνο ό ανώτατος σκοπός, αλλά η απόλυτη φαντασίωση, με την οποία προσδοκάται η επιστροφή του ανθρώπου στον επίγειο παράδεισο.



[1] Κώστας Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της ιστορίας, μετάφραση Σπύρος Κακουριώτης, Επιμέλεια - Πρόλογος Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992.
[2] ό.π. σελ.37.
[3] ό.π. σελ. 54.
[4] ό.π. σελ. 110.
[5] ό.π.σελ.70,71.
[6] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα , Η Κτίση ως Ευχαριστία-θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας, εκδόσεις Ακρίτα, Αθήνα 1998.
[7] ό.π. σελ. 50.
[8] ό.π. σελ.62.
[9] ό.π. σελ.90.
[10] ό.π. σελ.122.
[11] Immanuel Kant, Κριτική της κριτικής δύναμης, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Κώστας Ανδρουλιδάκης, εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 2013,  σελ. 384.
[12] ό.π. σελ,388.
[13] ό.π. σελ. 389.
[14] ό.π. σελ.389,390.
[15] ό.π. σελ. 393.
[16] ό.π. σελ. 395.
[17] ό.π. σελ. 403.

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Νέος Λόγιος Ερμής, τεύχος 15, καλοκαίρι 2017

Το αφιέρωμα τχ. 15 του νΛΕ αφορά στην ελληνική Ιστορία και την αποδομητική ιστοριογραφία, με αφετηρία τις πρόσφατες προτάσεις της επιτροπής του «Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής» για τη διδασκαλία της Ιστορίας.
Στην 
Ανακοίνωση της «Ελληνικής Γλωσσικής Κληρονομιάς», που υπογράφεται από τον Β. Φίλια και την Α. Σιδέρη-Τόλια, τονίζεται πως η πολιτική του Υπουργείου Παιδείας υποβαθμίζει τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, χρησιμοποιεί το ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικής παιδείας, αμφισβητεί την ίδια την ιδέα του έθνους, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ταυτότητας προσαρμοσμένης στη Νέα Τάξη και στην παγκοσμιοποίηση.
Το κείμενο του 
Κυριάκου Κατσιμάνη, «Πίσω από τις λέξεις κρύβονται οι προθέσεις – Οι υποβόσκουσες ιδεολογικές “σταθερές” του σχεδίου προγραμμάτων του ΙΕΠ για την ιστορία», επικεντρώνεται στο θεωρητικό πλαίσιο του Σχεδίου και εξετάζει λεπτομερώς τις προτάσεις του. Διαβάζουμε μερικούς τίτλους των κεφαλαίων του: Ιστορία και «Πολιτική Παιδεία»· Εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, σχετικοποίηση της ιστορικής αλήθειας· Η υποβάθμιση του σχολικού εγχειριδίου· Ιστορική αμνησία και ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός· Εθνική ταυτότητα «πλουραλιστική» ή μήπως ενοχική; Αποσιώπηση εθνικής συνείδησης και αμφισβήτηση ιστορικής συνέχειας κ.λπ.
Ακολουθούν τρία εκτενή κείμενα του 
Γιώργου Καραμπελιά («Από τον Φαλμεράυερ στον Χομπσμπάουμ, Η γένεση της αποδομητικής ιστοριογραφίας»), του Άγγελου Γουνόπουλου («Ο Eric Hobsbawm και η επινόηση της “επινοημένης παράδοσης”», Α΄) και του Γιώργου Κοντογιώργη («Ο Eric Hobsbawm και ο ελληνισμός ως έθνος-κοσμοσύστημα»), που εξετάζουν τη γένεση της αποδομητικής ιστορικής σχολής στην Ευρώπη, με πρόσφατο εκπρόσωπο τον Χομπσμπάουμ, και την εδραίωσή της στην Ελλάδα. Για να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από το ελληνικό έθνος-κράτος σε μια απλή επαρχία –οιονεί αποικία– μιας παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης, θα πρέπει, μέσα σε λίγα χρόνια, να αποδομηθεί η εθνική ταυτότητα ενός πανάρχαιου έθνους. Και εάν ο ηλεκτρονικός Τύπος αποτελεί τον κυριότερο μηχανισμό αυτού του πολιτισμικού εξανδραποδισμού, ωστόσο είναι απαραίτητη και η συνδρομή της «υψηλής κουλτούρας».
Όπως υπογραμμίζει ο 
Γ. Καραμπελιάς, η νεώτερη εθνοαποδομητική ιστοριογραφία κυριάρχησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, και προπαντός κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, μεταφέροντας στην Ελλάδα όλες τις ιδεοληψίες και τα «πορίσματα» μιας αγγλοσαξονικής ιστορικής Σχολής, η οποία, ήδη με τον Τόυνμπη, αναπαράγει τα βασικά στερεότυπα του Φαλμεράυερ ενώ, εσχάτως, αναζωπυρώθηκε με αφετηρία Άγγλους και Αμερικανούς ακαδημαϊκούς, κατ’ εξοχήν τον Ρόμιλυ Τζένκινς, τον Σύριλ Μάνγκο και τον Έρικ Χομπσμπάουμ.
Ο Άγγελος Γουνόπουλος εγκύπτει στη σύνολη θεωρητική αντίληψη του
 Eric Hobsbawm, ο οποίος χαρακτηρίζει επινοημένες όλες τις «παραδόσεις» και υποστηρίζει πως ενώ έχουν εμφανιστεί πολύ πρόσφατα –στα πλαίσια της νεωτερικότητας, εξαιτίας των απαιτήσεων της συγκρότησης των εθνικών κρατών–, τους αποδίδουμε ένα ιστορικό βάθος που δεν έχουν! Έτσι, μπορεί να «κατασκευαστεί» θεωρητικά η έννοια του έθνους ως κατασκευής – μέσω επινοημένων παραδόσεων.
Τέλος, ο
 Γ. Κοντογιώργης ανασκευάζει συστηματικά τις απόψεις του Χομπσμπάουμ για το ελληνικό έθνος («Όλα τα έθνη είναι σχετικά πρόσφατα και σχετικά τεχνητά δημιουργήματα. Αυτό ισχύει και για το ελληνικό έθνος που δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα»), καταδεικνύοντας τη συνέχειά του: «Η ελληνική ταυτότητα αποτελεί μία σταθερά που συγκροτείται ήδη κατά τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους και εξελίσσεται μεταλλασσόμενη αδιάκοπα έως τη σύγχρονη εποχή».
Για το ζήτημα της εθνολογικής σύστασης των Ελλήνων, παραθέτουμε δύο κείμενα. Στο πρώτο, «Οι εθνολογικές εξελίξεις του ελληνικού λαού», ο 
Νίκος Σβορώνος υποστηρίζει πως, παρά τις σλαβικές επιδρομές, «μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνισμός που έμεινε επί τόπου ήταν αρκετός σε όγκο και σε συνοχή, ώστε να μπορέσει να ξαναρχίσει σύντομα την ανάκτηση των χαμένων εδαφών και να αφομοιώσει με τον καιρό τα ξένα αυτά στοιχεία». Την άποψή του επιβεβαιώνει το δεύτερο άρθρο ερευνητών, υπό τον καθ. Γενετικής των ΗΠΑ, Γιώργο Σταματογιαννόπουλο, στο European Journal of Human Genetics, –το οποίο και παρουσιάζει ο Νίκος Κελέρμενος–, με τον τίτλο «Η γενετική των πελοποννησιακών πληθυσμών και η θεωρία της εξαφάνισης των Πελοποννησίων Ελλήνων», που διαπιστώνει πως «η μέση κοινή καταγωγή με τους Γάλλους κυμαίνεται σε 39-42%, με τους Ανδαλουσιανούς 53–62% και με τους Ιταλούς 85–96%. Αντίθετα, η μέση κοινή καταγωγή με τους σλαβικούς πληθυσμούς είναι πάντα <15 br=""> Ο Σπύρος Κουτρούλης κλείνει το αφιέρωμα με τη μελέτη, «Είναι ο Ίων Δραγούμης πρωτοφασίστας και τρομοκράτης; Οι αστοχίες ενός βιβλίου του Γιάννη Μάζη». Πράγματι, ο Γ. Μάζης δηλώνει πως δεν έχει «καμία αμφιβολία ότι (ο Δραγούμης) ήταν ένας πρωτο-φασίστας», ενώ το βιβλίο του αποτελεί «συνέχεια» του βιβλίου του Σπ. Μαρκέτου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο, Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού. Ο Γ. Μάζης παραθέτει ως τεκμήριο την άποψη του Μουσολίνι ότι «χωρίς το κράτος δεν υπάρχει έθνος», ενώ ο Δραγούμης πιστεύει, αντίθετα, ότι το έθνος μπορεί να υπάρξει χωρίς το κράτος. Ο Κουτρούλης παρουσιάζει πληθώρα στοιχείων που καταδεικνύουν πως ο Δραγούμης ήταν σε επικοινωνία με εκπροσώπους της Αριστεράς, όπως ο Κορδάτος και ο Γιαννιός, ενώ επηρέασε αποφασιστικά τον βενιζελικό Θεοτοκά. Τέλος, τα Φύλλα Ημερολογίουμας αποκαλύπτουν τη μετατόπισή του σε μια ιδεολογία πατριωτική, δημοκρατική, κοινοτική, σοσιαλιστική.
Στο Α΄ Μέρος του τχ. 15 του νΛΕ στο άρθρο ομάδας του περιοδικού Economist, με τον τίτλο «H υποχώρηση της παγκόσμιας εταιρείας» διαβάζουμε: «Το 2016, οι διεθνείς επενδύσεις των πολυεθνικών μειώθηκαν κατά 10–15%. Το ποσοστό επί των πωλήσεων που πραγματοποιούν οι δυτικές εταιρείες έξω από τις χώρες προέλευσής τους έχει συρρικνωθεί. Τα κέρδη μειώνονται και οι ροές των νέων επενδύσεων των πολυεθνικών έχουν αρχίσει να συρρικνώνονται επί του συνόλου του ΑΕΠ. Η παγκόσμια εταιρεία βρίσκεται σε υποχώρηση. Το αποτέλεσμα θα είναι η ανάδυση μιας πιο κατακερματισμένης και τοπικιστικής εκδοχής καπιταλισμού, που πολύ πιθανόν θα χαίρει μεγαλύτερης στήριξης από την κοινή γνώμη. Και η εμμονή στις παγκόσμιες εταιρείες θα θεωρηθεί ως ένα πρόσκαιρο επεισόδιο στη ιστορία των επιχειρήσεων, αντί για το τέλος της.» Μια έρευνα δημοσιευμένη στο εβδομαδιαίο «ευαγγέλιο» των μεγάλων επιχειρήσεων και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που καταλήγει σε ανάλογα συμπεράσματα έχει προφανώς ιδιαίτερη σημασία.
Ο 
Πιερ Μουσό ομ. καθηγητής Παν/μίου, συγγραφέας του βιβλίου, Η βιομηχανική θρησκεία. Μοναστήρι, μανιφακτούρα, εργοστάσιο. Μια γενεαλογία της επιχείρησης, που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 2017 παρουσιάζει στο άρθρο του «Η βιομηχανία γεννήθηκε στα μοναστήρια» μια περίληψη του δοκιμίου του. Σύμφωνα με τον Μουσό, «Η γενεαλογία της βιομηχανικής θρησκείας εγκαινιάζεται στη Δύση με τη γρηγοριανή μεταρρύθμιση του μοναχισμού. Ακολουθεί η γέννηση της σύγχρονης επιστήμης και το πρόγραμμα του Καρτέσιου, και ολοκληρώνεται με τη βιομηχανιστική επιλογή του 1800· τέλος σήμερα ο «σιλικονισμός» ενσαρκώνει έτσι την τελευταία φιλελευθερο-ελευθεριακή εκδοχή απορρόφησης της πολιτικής από τη βιομηχανία.
Ο 
Γιάννης Δ. Ιωαννίδης στο κείμενό του «Λόγος και Μύθος κατά του Μηδενός» εισήγηση που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Παπαϊωάννου Φιλοσοφικά Μελετήματα υποστηρίζει πως « …ίσως μπορούμε να καταλάβουμε βαθύτερα τον Κ.Π. ως τον στοχαστή μιας μεγάλης σύνθεσης και μιας μεγάλης αντίθεσης συνάμα: της σύνθεσης του Λόγου με τον Μύθο εναντίον του Μηδενός. Να, συγκεκριμένα, γιατί μιλώ για έναν άνθρωπο που δεν είχε μόνο γερό μυαλό (πόσα γερά μυαλά δεν γοητεύει άραγε το Μηδέν;), αλλά συνάμα γενναία κι ευαίσθητη ψυχή». Και καταλήγει: «Η αγωνία του Κ.Π. να συνενώσει και πάλι τον Λόγο και τον Μύθο, ώστε ν’ απομακρύνει το Μηδέν και να διασωθεί το Νόημα, είναι η αγωνία της εποχής μας, η αγωνία μας. Το παρήγορο είναι πως βρισκόμαστε σήμερα ακόμα πιο βαθιά μέσα στην «καρδιά του κτήνους» απ’ ό,τι εκείνος, κι ίσως έτσι μας είναι ευκολότερο να διακρίνουμε προς τα πού υπάρχει φως διεξόδου.»
Ο πολιτικός επιστήμονας
 Γιώργος Ρακκάς στη μελέτη του «Δημοκρατία: Διαδικασία ή μοντέλο κοινωνίας; Η ελληνική δημοκρατική κληρονομιά, βάση για ένα νέο πρόταγμα κοινωνίας» υποστηρίζει πως «η πολιτική και ιδεολογική εξίσωση, της δημοκρατίας με την εθνική ταυτότητα, την παιδεία και τον πολιτισμό, μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε να βρούμε μια διέξοδο από τον εγκλωβισμό μας στις διαιρέσεις του παρελθόντος, κυρίως αυτήν μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς». Μια διέξοδος που θα επιτρέψει να εκφραστούν σε ένα ρεύμα αλλαγής όλες οι δυνάμεις εκείνες της ελληνικής κοινωνίας που παρέμειναν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής αυτά τα χρόνια της καθίζησης και της παρακμής της ύστερης μεταπολίτευσης. Το τρίπτυχο πατριωτισμός-παιδεία-δημοκρατία μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε να εκφραστούν πολιτικά και ιδεολογικά όσοι βρίσκονται «από κάτω», σήμερα, στην ελληνική κοινωνία. Γιατί είναι ικανό να εμπνεύσει ένα όραμα για την ανύψωσή τους σε ρόλο «θεματοφύλακα της ελευθερίας του έθνους», που σήμερα απειλείται αποφασιστικά, και ταυτόχρονα σε ρόλο «κύριων της δικής τους ιστορίας».
Η ομ. καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Ιωάννα Τσιβάκου στο άρθρο της «Οι πολιτιστικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης» υποστηρίζει πως «στην κρίσιμη εποχή που διανύουμε ως ελληνική κοινωνία, απαιτείται από πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες η εμπέδωση μιας εθνικής κουλτούρας που θα υπερβαίνει το ατομικό και θα προσφέρει το έδαφος για την ανάπτυξη στην κοινωνία κάποιων στοιχείων που θα της επιτρέπουν να δει τη ζωή στην αιωνιότητά της και όχι στην προσωρινότητά της, να δει το παρόν ως συνέχεια του παρελθόντος, και το παρόν ως τον βατήρα για το άλμα στο μέλλον. Μια τέτοια κοσμοαντίληψη δύναται να εμποτίσει την ατομική συνείδηση με την απαραίτητη συναίσθηση της διάρκειας, ώστε να αναλάβει έργα μακράς πνοής και ευθύνες που χρονικά την προσπερνούν»
Ο νομικός και συγγραφέας
 Δημήτρης Μπελαντής στο άρθρο «Ο Γκράμσι, οι διανοούμενοι και η στελέχωση της ελληνικής Αριστεράς, από την πρώτη Μεταπολίτευση ως τον ΣΥΡΙΖΑ» υποστηρίζει πως «Η Αριστερά της Μεταπολίτευσης κυβερνά την χώρα και διαχειρίζεται την καπιταλιστική εξουσία και την ακραία νεοφιλελεύθερη μνημονιακή διαχείριση, στην οποία έχει δώσει ένα παρατεταμένο φιλί ζωής». Συμβάλλει στην ψευδοηγεμονία («συντεχνιακή διαχείριση» και όχι γνήσια «ηγεμονία», κατά την εννοιολογία του Γκράμσι) των φιλελεύθερων, φιλοεξαρτησιακών και καπιταλιστικών αντιλήψεων και πρακτικών. Χωρίς αυτόν τον ρόλο της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης, η διαχείριση του κεφαλαίου και των φιλοϊμπεριαλιστικών/οιονεί αποικιοκρατικών πολιτικών θα ήταν, από την άποψη των κοινωνικών συναινέσεων, εξαιρετικά δυσκολότερη».
Στην βάση των παραπάνω σκέψεων και επισημάνσεων, τονίζει ο Μπελαντής «χρειάζεται μια μακρά και κοπιώδης διερεύνηση και αυτοκριτική σε βάθος από όσους ενδιαφέρονται για την ανάκαμψη της κοινωνικής Αντιπολίτευσης και των χειραφετητικών προταγμάτων (η έννοια της Αριστεράς είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά φθαρμένη πια). Γνωρίζουμε αρκετά καλά την ελληνική Αριστερά εδώ και τρεις δεκαετίες. Η αντίδραση και η αδράνεια, το θάψιμο των αιτιών, θα είναι πολύ ισχυρότερα στοιχεία από την αναγεννητική προσπάθεια. Όμως, αξίζει να προσπαθήσουμε.»
Ο Θόδωρος Ντρίνιας στο εκτενές δοκίμιό του «Προσφυγικό, ανθρωπισμός και πολιτική –
ανιχνεύοντας τα τυφλά σημεία της κυρίαρχης αφήγησης» υποστηρίζει μεταξύ άλλων πως η «ένταση του προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος συνέπεσε με την κορύφωση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της χώρας και ήρθε να προσθέσει ένα ακόμα πολύπλοκο στη φύση του και την αντιμετώπισή του πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία. Η σημερινή κυβέρνηση ήλθε στη εξουσία επικαλούμενη, σχεδόν αποκλειστικά, την ανάγκη κατάργησης των μνημονίων και διαγραφής του χρέους. Όμως, μετά το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 και την υπογραφή των νέων μνημονίων και παρά την ακόλουθη δεύτερη εκλογική της νίκη, διέρχεται μια συνεχή κρίση». Απέναντι σε αυτήν «ο ανθρωπισμός, που προβάλλει η κυβέρνηση ως θεμέλιο του σχεδίου αντιμετώπισης και πολιτικής διαχείρισης του πρόσφατου προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος, είναι ένας ανθρωπισμός-ενεργό στοιχείο της πολιτικής επικοινωνίας η οποία οριοθετεί και δομεί το πολιτικό σύστημα· ένα πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται πολλαπλώς στον αγώνα διατήρησης της εξουσίας. Έχοντας καταρρεύσει το πολιτικά νομιμοποιητικό αφήγημα του αντιμνημονίου και της αντίστασης στους ισχυρούς, αντικαθίσταται πλέον από εκείνο της κυβέρνησης-θεματοφύλακα των ανθρωπιστικών αξιών και υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων και μεταναστών». Εξάλλου ο «ανθρωπισμός εξελίσσεται σε κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία στα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα. Η δυτική Αριστερά, μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, προσχώρησε ομοθυμαδόν στην ιδεολογία των νικητών του Ψυχρού Πολέμου». Σημαντική «είναι η επίδραση της ανθρωπιστικής πολιτικής στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Τα υπάρχοντα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις αναδιατάσσονται και επανατοποθετούνται με βάση το “ανθρωπιστικό κεκτημένο” στη διαχείριση του προσφυγικού/μεταναστευτικού. Επιφανείς ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κινήσεων αλληλεγγύης προωθούνται σε κρατικές και κυβερνητικές θέσεις διαχείρισης του προσφυγικού, ακόμα και υπουργικές. Εκατοντάδες άλλοι που δραστηριοποιούνταν ενάντια στο κοινωνικό σύστημα, συντηρώντας την αίσθηση ότι στέκονται έξω από αυτό (sic), τώρα ευθυγραμμίζονται με τις πολιτικές απαιτήσεις του κρατικά προωθούμενου ανθρωπιστικού σχεδίου, ακόμα και αν το μετονομάζουν, ως έσχατο φύλλο συκής, σε «αλληλέγγυο». Πολλοί, δε, από αυτούς, χρησιμοποιώντας αυτό το φύλλο συκής, ενσωματώνονται και στο οικονομικό σύστημα· είναι εντυπωσιακός ο αριθμός «αντισυστημικών» ακτιβιστών που εργάζεται πια στις δομές στήριξης των προσφύγων/μεταναστών και στις ανθρωπιστικές ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται ανά την επικράτεια.»
Πάνω στο ίδιο ζήτημα σε συνάφεια με το προσφυγικό ζήτημα των ελληνικών πληθυσμών της Μ. Ασίας μετά το 1922 η ιστορικός και συγγραφέας 
Μαρία Βεϊνόγλου στο άρθρο «Σύγχρονα προσφυγικά θέματα και οι Πρόσφυγες της Συνθήκης της Λωζάννης» παρατηρεί πως «συχνά, τον τελευταίο καιρό, παρατηρούμε να αναπτύσσεται μια φιλολογία σε έντυπα, οργανώσεις, αλλά και προσφυγικά σωματεία, η οποία, αυθόρμητα και από αλληλεγγύη, τείνει να παραλληλίζει και να ταυτίζει την άφιξη στην χώρα μας (και προς τη Δύση), “προσφύγων” από την Μέση Ανατολή, εξ αιτίας των εκεί πολέμων αλλά και για αναζήτηση στην Δύση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας, με την βίαιη έξωση των χριστιανών της Μικράς Ασίας που είχε ως αποτέλεσμα την συμφωνία για υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Συνθήκη της Λωζάννης – 1923). Είναι προφανές ότι τα ιστορικά δεδομένα που οδήγησαν στην εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα ΔΕΝ σχετίζονται με τις προσπάθειες για τακτοποίηση του σύγχρονου προσφυγικού μεταναστευτικού προβλήματος».
Στο 
Β΄ Μέρος του νέου Λόγιου Ερμή διαβάζουμε στις βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους δύο κείμενα του Σωτήρη Γουνελά και τουΔημήτρη Νόλλα. Ο πρώτος παρουσιάζει το βιβλίο του Νοβάλις Ύμνοι στη Νύχτα και ο δεύτερος το δοκίμιο του Λάκη ΠρογκίδηΥπό την παπαδιαντικήν δρυν. Οι «Ύμνοι στην νύκτα» κυκλοφόρησαν σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-γερμανικά) από τις εκδόσεις Περισπωμένη (Αθήνα, 2016, 95 σελ.), σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, εισαγωγή του ιδίου και επίμετρο του Λούντβιχ Τηκ. Οι Ύμνοι, σύμφωνα με τον Σ.Γ. «παρουσιάζουν θαυμαστή ποικιλία ύφους και μορφής αλλά και θαυμαστή ενότητα. Άλλοτε έντονα έμμετροι, άλλοτε πεζοί, παρουσιάζουν ένα συνδυασμό αφήγησης και λυρισμού, στοχασμού και βαθιάς ποιητικής αίσθησης, με πετάγματα και συλλήψεις που κινούνται στην κυριολεξία μεταξύ ουρανού και γης». Ο Νόλλας υπογραμμίζει πως ο «Προγκίδης κάτω απ’ τον ίσκιο της παπαδιαμαντικής βελανιδιάς, μιλώντας μας για το έργο, υμνεί τον “ελληνικό τρόπο”, μιλεί για όλα αυτά που μας συνέχουν και μας κάνουν να ελπίζουμε πως η ανθρωπολογική χωματερή μπορεί πράγματι και να μην είναι η αμετάκλητη μοίρα μας».