Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Ο Μάρξ,ο Ένγκελς για την Ελλάδα, την Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα


                                                       
               Ο Μάρξ και ο Ένγκελς για την Ελλάδα, την Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα
                                               
                    Ρήξη φ.89,φ.90.
                                                              Α’
                                   
       Το 1985 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Γνώση», σε εισαγωγή- μετάφραση-υπομνηματισμό του Π.Κονδύλη, η συλλογή από άρθρα των Μάρξ και Ένγκελς με τον τίτλο: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε ένα χρονικό ορίζοντα σαράντα ετών, σε διάφορες εφημερίδες της εποχής τους.[1]
Πρόκειται  για σημαντικά και ενδιαφέροντα κείμενα, διότι μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα, τον τρόπο που προσέγγισαν το εθνικό ζήτημα  και τους γεωπολιτικούς παράγοντες, οι κλασσικοί του μαρξισμού,  καθώς και τον χαρακτήρα της κοινωνίας που διαμορφώθηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία.
Ο Μάρξ δεν αγνοεί την πραγματικότητα των εθνών, ούτε τις φιλοδοξίες των κρατών για κυριαρχία και διεύρυνση της  ισχύος τους. Επίσης  δεν θεωρεί τα έθνη, σε όλες τουλάχιστον τις περιπτώσεις, ως πρόσφατες δημιουργίες  του Διαφωτισμού, αλλά αντίθετα είναι πρόθυμος να αναγνωρίσει την ιστορικότητά τους. Όμως τα εθνικά ζητήματα τα υπαγάγει στο κοσμοϊστορικό γεγονός που πρόκειται να τμήσει τον χρόνο κάθετα: την προλεταριακή επανάσταση. Η επιλογή αυτή έχει ένα   κατ’ αρχήν παράδοξο αποτέλεσμα. Σε πολλές περιπτώσεις είναι αναγκασμένος να προτείνει την αναστολή  των κινημάτων εθνικής χειραφέτησης, να υπερασπίζεται έναν εθνικισμό ή ακόμη μια αυτοκρατορία εναντίον μίας άλλης, αν όλα αυτά, θεωρεί ότι υπηρετούν την προλεταριακή σκοποθεσία. Συγχρόνως μια εξαιρετικά ρεαλιστική προσέγγιση της γεωπολιτικής πραγματικότητας συγχέεται με τις προκαταλήψεις του Μάρξ για τα έθνη που δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην βιομηχανική επανάσταση. Στην οπτική αυτή, θεώρησαν την  τσαρική Ρωσία την κατ’ εξοχήν αντεπαναστατική δύναμη. Μάλιστα αντιμετωπίζουν ευμενώς την επέμβαση των ΗΠΑ στην Ευρώπη, διότι «είναι ο νεότερος και ρωμαλεότερος εκπρόσωπος της Δύσης»[2], ο οποίος προστίθεται στις δυνάμεις που μπορούν να ανακόψουν τις ρώσικες ηγεμονικές φιλοδοξίες.
  Γεγονότα, όπως η απελευθέρωση των βαλκανικών εθνών από τον οθωμανισμό, αφενός θα δημιουργούσαν  κράτη, που θα ήταν εξαρτημένα από την Ρωσία, αφετέρου θα έφερναν πολύ κοντά έναν ευρωπαϊκό πόλεμο, απομακρύνοντας την προοπτική της προλεταριακής επανάστασης. Συνεπώς  αν και γνωρίζουν πολύ καλά την άθλια πραγματικότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και διόλου δεν την εγκρίνουν, τελικά την υπερασπίζονται στα πλαίσια των προτεραιοτήτων της προλεταριακής επανάστασης. Τα βαλκανικά έθνη θα πρέπει αναγκαστικά να περιμένουν την ανατροπή του τσαρισμού: «η κατάλυση αυτού του εφιάλτη, που πλακώνει ολόκληρη την Ευρώπη, αυτή είναι κατά την γνώμη μας ο πρώτος όρος της χειραφέτησης των εθνών της κεντρικής κι ανατολικής Ευρώπης. Μόλις ανατραπεί ο τσαρισμός θα καταρρεύσει η ανόσια δύναμη, που σήμερα εκπροσωπεί ο Bismark, γιατί θα της αφαιρεθεί το κύριο στήριγμα ∙ η Αυστρία θα διαλυθεί, γιατί θα χάσει τον μόνο λόγο της ύπαρξής της, δηλ. να εμποδίζει με την παρουσία της τον τσαρισμό να καταπιεί τα διασκορπισμένα έθνη των Καρπαθίων και των Βαλκανίων».[3]
Είναι εντυπωσιακός ο απαξιωτικός τρόπος με τον οποίο αναφέρεται, ο Ένγκελς, στους λαούς της βαλκανικής, γράφοντας: «Είμαι αρκετά αυταρχικός, ώστε να θεωρώ ως αναχρονισμό την ύπαρξη αυτών των κατά φύσιν λαϊσκων καταμεσίς στην Ευρώπη»[4] .Χαρακτηρίζονται επίσης «τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών», «ληστοσυρφετός»  και «νανοφυλές»[5]. Για τους Βούλγαρους γράφει «Που αλλού στον κόσμο θα βρείτε τέτοιον γουρουνολαό;»[6] Τους δε Κρητικούς τους χαρακτηρίζει ως «προβατοκλέφτες».[7]Οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα πρέπει να εξηγηθούν από την συρροή δύο λόγων. Πρώτα ότι η ενδεχόμενη επανάσταση των βαλκανικών λαών κατά του οθωμανισμού θα ενίσχυε την κατ’ εξοχήν, για αυτούς αντεπαναστατική δύναμη, τον τσαρισμό. Δεύτερον ο ευρωκεντρισμός και η πεποίθηση, που έχουν διαμορφώσει, ότι οι λαοί, που δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην βιομηχανική επανάσταση, είναι λαοί υποδεέστεροι, τουλάχιστον μέχρι να είναι σε θέση να κάνουν το επόμενο βήμα και να μεταβάλουν τις οικονομίες τους από γεωργοκτηνοτροφικές σε βιομηχανικές.
Παρόλα αυτά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Μάρξ και ο Ένγκελς, διαθέτουν ένα ευαίσθητο  ιστορικό και γεωπολιτικό αισθητήριο, ώστε να είναι σε θέση να κατανοούν σε βάθος τα γεγονότα και τις συνέπειες που αυτά έχουν.  Για παράδειγμα, γράφουν για την Κωνσταντινούπολη, ότι «είναι η αιώνια πόλη-η Ρώμη της Ανατολής. Στην εποχή των παλαιών Ελλήνων αυτοκρατόρων ο δυτικός πολιτισμός αναμίχθηκε εδώ με τον ανατολικό σε τέτοια έκταση, ενώ στην εποχή των Τούρκων η ανατολική βαρβαρότητα αναμίχθηκε με τον δυτικό πολιτισμό τόσο έντονα, ώστε αυτό το κέντρο μιας θεοκρατικής αυτοκρατορίας έγινε πραγματικός φραγμός ενάντια στην ευρωπαϊκή πρόοδο»[8], ενώ θα προσθέσουν πως  «είναι η χρυσή γέφυρα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, κι ο δυτικός πολιτισμός, όπως κι ο ήλιος, δεν μπορεί να κάνει τον κύκλο του γύρω απ’ τον κόσμο δίχως να περάσει από τούτη την γέφυρα ∙ και δεν μπορεί να την περάσει δίχως αγώνα με την Ρωσία»[9]. Σε τέτοιου είδους αναλύσεις, ο οικονομισμός δεν σκιάζει ούτε στιγμή την βαθιά, οξεία, διεισδυτική πολιτική τους σκέψη: «Το καινούργιο γερμανικό κράτος έκαμε στην Ρωσσία το χατήρι ν’ αποσπάσει από την Γαλλία την Αλσατία και την Λορραίνη κι έτσι να ρίξει την Γαλλία στην αγκαλιά της Ρωσσίας. Τώρα η τσαρική διπλωματία βρισκόταν σε αξιοζήλευτη θέση, αφού ήξερε, ότι δύο χώρες, δηλ. η Γαλλία κι η Γερμανία, που αλληλομισούνται θανάσιμα εξαιτίας της απόσπασης αυτής, ήσαν εξαρτημένες από την Ρωσσία».[10]
 Συγχρόνως  μπορούν να  ανατέμνουν με  επιτυχία και ρεαλισμό την διαμόρφωση της ισορροπίας ισχύος ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη. Θεωρούν ότι ένας ενδεχόμενος πόλεμος ανάμεσα στην Γερμανία-Αυστρία  από την μια και την Ρωσία από την άλλη, θα αποκόψει τους ευρωπαϊκούς λαούς από τα ρώσικα σιτηρά,  ενώ η Αγγλία ως θαλάσσια δύναμη μπορεί να διαδραματίσει  ένα κρίσιμο διεθνή ρόλο: «Όμως όλες οι χώρες της Δύσης ζουν μονάχα με την εισαγωγή σιτηρών από το εξωτερικό. Αυτή επομένως θα μπορούσε να γίνει μονάχα δια θαλάσσης, κι η υπεροχή της Αγγλίας στην θάλασσα της επιτρέπει ν’ αποκόψει από τις εισαγωγές τόσο την Γαλλία όσο και την Γερμανία, κι έτσι να καταδικάσει την μια ή την άλλη σε θάνατο από πείνα ανάλογα με το ποια μεριά επιλέγει. Όμως το να πολεμήσει για την Κωνσταντινούπολη σ’ ένα παγκόσμιο πόλεμο, όπου η απόφαση εξαρτάται από την Αγγλία- αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση, που η ρώσικη διπλωματία δούλεψε εδώ κι εκατόν πενήντα χρόνια ν’ αποφύγει».[11]
Προφανώς στα όρια τέτοιου είδους αναλύσεων, που διατύπωσαν ο Μάρξ και ο Ένγκελς, η αξιακή στόχευση της προλεταριακής επανάστασης, η μετατροπή όλων των πολέμων σε εμφυλίων, δεν εξοβελίζει την  πραγματικότητα όπου τα κράτη  αγωνίζονται μεταξύ τους, με όλα τα μέσα που μπορούν να διαθέτουν, για την διεύρυνση της γεωοικονομικής, δηλαδή τελικά της πολιτικής τους, ισχύος.

                                                        Β’
Ο Π.Κονδύλης επισημαίνει ότι είναι αβάσιμη η «τουρκοφιλία» των Μάρξ και Ενγελς, γεγονός που «καταφαίνεται στις αποφάνσεις τους  για τον ιστορικό και κοινωνικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους»[12], αλλά και στο ότι ο   Ένγκελς, ήδη από το 1849, «παραλληλίζει τις ήττες των Τούρκων μπροστά στην Βιέννη με την σωτηρία της Ευρώπης από τους Άραβες και χαρακτηρίζει την συγκαιρινή του Τουρκία ως “ολότελα ξεπερασμένο έθνος”»[13]. Ειδικότερα η  οθωμανική κοινωνία, δεν έχει τα χαρακτηριστικά ούτε του φεουδαρχισμού, ούτε της αστικής κοινωνίας, αλλά πρόκειται για ασιατικό δεσποτισμό, όπου οι κατεχόμενοι πληθυσμοί, χωρίς δικαιώματα ιδιοκτησίας και ασφάλειας, «υποφέρουν ιδιαίτερα από την υποδούλωσή τους σε μια μωαμεθανική στρατιωτική τάξη, που κατέχει την χώρα και πρέπει να συντηρηθεί από τους ίδιους. Τούτη η στρατιωτική κατοχή συγκεντρώνει στα χέρια της όλα τα δημόσια λειτουργήματα, στρατιωτικά, πολιτικά και δικαστικά».[14]  
Η οθωμανική άρχουσα τάξη έχει ορισμένα άθλια χαρακτηριστικά, κάποια από τα οποία κληρονομήθηκαν στο νεοελληνικό κράτος. Ο Π.Κονδύλης τονίζει  ότι «λείπουν καθοριστικά γνωρίσματα της γραφειοκρατίας του νεότερου κράτους. Δεν  συμπεριφέρεται με βάση πάγιους κι απρόσωπους κανόνες και κατά συνέπεια αγνοεί τον θεμελιώδη χωρισμό προσώπου και αξιώματος, οπότε το αξίωμα θεωρείται κατά πρώτο λόγο όχι ως λειτούργημα και υπηρεσία προς ένα έννομο κράτος, αλλά αφ’ ενός ως υπηρεσία προς το πρόσωπο του απόλυτου μονάρχη και αφ’ ετέρου ως μέσο πορισμού προσωπικών ωφελημάτων ∙ συνάμα οι σχέσεις αξιωματούχων και απλών υπηκόων δεν ρυθμίζονται με βάση γενικούς κι απροσωπόληπτους νόμους, αλλά σύμφωνα με τις επιταγές ενός άγραφου κώδικα απαρτιζόμενου από τοπικές, συγγενικές και προσωπικές νομιμοφροσύνες, συμπάθειες ή αντιπάθειες. Αυτή η ανυπαρξία σύγχρονης διοίκησης αντανακλάται στην κατάσταση του τουρκικού στρατού, εφόσον σύγχρονος στρατός χωρίς σύγχρονη διοίκηση δεν μπορεί να συγκροτηθεί. Έτσι, ο ανεφοδιασμός του τουρκικού στρατού πάσχει μόνιμα, γιατί οι αρμόδιοι γι’ αυτόν ανώτεροι αξιωματικοί ή αξιωματούχοι καρπώνονται οι ίδιοι τα προβλεπόμενα για τούτο τον σκοπό ποσά, ενώ η ποιότητα των στελεχών του παραμένει γενικά σε χαμηλά επίπεδα, γιατί τα κριτήρια επιλογής δεν είναι αξιοκρατικά παρά ευνοιοκρατικά. Μέσα στην κατάσταση αυτή ανθούν η νωθρότητα και η μοιρολατρία ως συμπτώματα μιας νοοτροπίας εντελώς ασυμβίβαστης με την εύτακτη και σύντονη δραστηριότητα καθώς και την συνεχή ένταση της προσοχής, οι οποίες απαιτούνται για την λειτουργία σύγχρονων διοικητικών μηχανισμών».[15]
Ο Ένγκελς  γράφει ειδικότερα «ακόμα κι οι αξιωματικοί θα προτιμούσαν ν’ αφήσουν τον στρατό να νικηθεί παρά να καταβάλουν προσπάθειες και να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους. Αυτό είναι από τα χειρότερα γνωρίσματα του τουρκικού στρατού και θ’ αρκούσε από μόνο του να τον κάμει ακατάλληλο για κάθε επιθετική εκστρατεία….Όσο αφορά τους ανώτερους βαθμούς επικρατεί μια ευνοιοκρατία,  που ούτε μπορούν να την φαντασθούν τα Δυτικά έθνη. Οι περισσότεροι στρατηγοί είναι Τσερκέζοι σκλάβοι, οι mignons( σημ.Π.Κ: ευνοούμενοι  με παιδεραστική έννοια), κάποιου σπουδαίου άντρα στον καιρό της νιότης του. Πλήρης άγνοια, ανικανότητα  και αυταρέσκεια επικρατούν απόλυτα, ενώ οι αυλικές μηχανορραφίες αποτελούν το κύριο μέσο προαγωγής».[16]
Ενδιαφέρον είναι ότι ενώ στην εποχή της ακμής του οθωμανισμού και της τουρκοκρατίας η παραχώρηση διομολογήσεων στις δυτικές δυνάμεις, ήταν στην διακριτική του ευχέρεια ή καλύτερα στην διακριτική του αυθαιρεσία, όταν αρχίζει να παρακμάζει γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης με δύο τρόπους:πρώτον την παροχή δανείων τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος δεν φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους και δεύτερο με επενδύσεις οι οποίοι είχαν πλεονεκτικούς όρους μόνο για τον επενδυτή.
Ο Ένγκελς, επισημαίνει ο Π.Κονδύλης, διαπιστώνει ότι «η όποια οικονομική πρόοδος γίνεται στην Τουρκία οφείλεται αποκλειστικά στους ραγιάδες Έλληνες, Αρμένιους και Σλάβους»[17] , ενώ οι Έλληνες «ήσαν εμπορικός λαός, και οι έμποροι υπέφεραν περισσότερο από την καταπίεση των Τούρκων πασάδων»[18], παρότι θεωρούσε ότι ο χριστιανός αγρότης καταπιεζόταν λιγότερο από αλλού. Όμως αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επισήμανση ότι το ελληνικό εμπόριο μπορεί να αναπτύχθηκε, αλλά συγχρόνως ο ασιατικός δεσποτισμός έθετε αξεπέραστα εμπόδια στην δημιουργία εγχώριας αστικής τάξης: «πράγματι η τουρκική κυριαρχία, όπως και  κάθε ανατολική είναι ασυμβίβαστη με την καπιταλιστική κοινωνία ∙ όση υπεραξία κερδίζεται δεν είναι σίγουρη από τα χέρια αρπακτικών σατραπών και πασάδων ∙ λείπει ο πρώτος βασικός όρος της αστικής προσοδοφόρας δραστηριότητας: η ασφάλεια του προσώπου και της ιδιοκτησίας του εμπόρου.»[19] Συνεπώς αν ήταν δύσκολο στην περιορισμένη αγορά του νεότευκτου ελληνικού κράτους να δημιουργηθεί εγχώρια αστική τάξη , στην οθωμανική Τουρκία που κυριαρχούσε ο ασιατικός δεσποτισμός ήταν ανέφικτο.
Ο Ένγκελς σε επιστολές του, στον  Μπερνστάϊν στις 9.10.1986  και στον Π.Λαφάργκ στις 25/26.10.1988, με θέμα τις κοινωνικές εξελίξεις στα Βαλκάνια, επισημαίνει ότι οι Τούρκοι διατήρησαν άθικτα τα «παλαιά υπολείμματα των κοινοτικών θεσμών»[20], ενώ εμφατικά ισχυρίζεται ότι «οι κοινοτικοί θεσμοί θ’ αποτελούσαν περίφημη αφετηρία για το προχώρημα προς τον κομμουνισμό, ακριβώς όπως και το ρώσικο μιρ που κι αυτό το βλέπουμε τώρα να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια μας ».[21] Οι επισημάνσεις αυτές αφενός αποδέχονται ότι κοινοτικοί θεσμοί προϋπήρξαν της τουρκοκρατίας και αφετέρου ότι ο κοινοτισμός και όχι ο κρατισμός μπορεί να οδηγήσει, στα Βαλκάνια και στην Ρωσία, στην κοινωνική μεταβολή. Επιπλέον επικρίνει αυστηρά τους Σέρβους, που αφού απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους « κατέστρεψαν τους παλιούς κοινοτικούς θεσμούς με μιαν γραφειοκρατία και νομοθεσία διαμορφωμένη κατά το αυστριακό πρότυπο».[22] Στην Ελλάδα η διάλυση της κοινοτικής παράδοσης ξεκινά από τους Βαυαρούς το 1833 με τον νόμο περί δήμων και κοινοτήτων και συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας.
Όμως αν οι απόψεις αυτές ήταν νωρίτερα γνωστές στην χώρα μας, πιθανόν η μαρξιστική ιστοριογραφία δεν θα είχε αναλωθεί σε συζητήσεις για τον κοινωνικό χαρακτήρα της επανάστασης του 1821,δηλαδή αν ήταν έργο της αστικής τάξης ή όχι, ούτε σοσιαλιστές σαν τον Ν.Γιαννιό θα επιτίθονταν στον κοινοτιστή Κ.Καραβίδα, αλλά θα τον θεωρούσαν ως μέτοχο των δικών τους αγώνων.
Βεβαίως οι Μάρξ και Ένγκελς δεν παραλείπουν να αναφερθούν στον θεοκρατικό χαρακτήρα του οθωμανισμού ή στις θηριωδίες που διέπραξε.
 Ο Μάρξ γράφει ότι μέσα σε ένα αιώνα στραγγαλίστηκαν 15 Φαναριώτες που είχαν σταλεί ως ηγεμόνες στα Βαλκάνια[23], ενώ «στις 12 Αυγούστου 1822, τη νύχτα, οι γενίτσαροι βάζουν φωτιά σ’ όλες τις γωνιές του Ιασίου και ορμούν μέσα στα φλεγόμενα σπίτια για να λεηλατήσουν και να σφάξουν. Περισσότερα από 2000 σπίτια καίγονται, το αίμα των κατοίκων ρέει, θηριωδίες των γενιτσάρων κτλ. Οι γενίτσαροι του Βουκουρεστίου μιμούνται αυτό το παράδειγμα ∙ οι ζημιές εδώ δεν είναι τόσο μεγάλες».[24]
Οι Φαναριώτες ως μέρος μιας απόλυτα ανίκανης και διεφθαρμένης ιεραρχίας , οι «τουρκοχειροτονημένοι δουλό- πρίγκιπες» κατά τον Κοραή, ενώ συνειδητά παίζουν το κεφάλι τους για χάρη μίας εξουσίας, η οποία μπορεί να τους αφαιρεθεί οποιαδήποτε στιγμή μαζί με τον ζωή τους,  αφομοιώνουν τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός τους. Όπως γράφει ο Π.Κονδύλης «ο Engels τους αποκαλεί πανούργους και μηχανορράφους, διεφθαρμένο σινάφι μισθοφόρων, ενώ ο Marx ζωγραφίζει με ζοφερά χρώματα την διοίκησή τους στις παραδουνάβιες ηγεμονίες . Τα δώρα, με τα οποία οι οσποδάροι αγόραζαν το αξίωμά τους, ισοφαρίζονταν με φόρους επιβαλλόμενους αμέσως κατόπιν στους υπηκόους τους ∙ αν η Πύλη τους άλλαζε ή τους σκότωνε, το έκανε για να φανεί ότι εισακούει τα παράπονα των δυσαρεστημένων, για να τους αρπάξει τα πλούτη ή για να τους τιμωρήσει επειδή συχνά έπαιζαν το παιχνίδι της Ρωσσίας».[25]
Η συλλογή κειμένων του Μάρξ και του Ένγκελς για το ανατολικό ζήτημα , ενώ θέτουν το αίτημα της απελευθέρωσης των λαών που είναι κάτω από την σκιά του οθωμανισμού σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την επικείμενη επανάσταση, εκπλήσσουν με την διαυγή γεωπολιτική τους ανάλυση και με την λεπτομερή γνώση των γεγονότων που συμβαίνουν στα Βαλκάνια. Φυσικά διόλου δεν εξιδανικεύουν τον ασιατικό δεσποτισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά αντίθετα τον θεωρούν ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την συγκρότηση μιας γηγενούς, εγχώριας αστικής τάξης. Ο κοινοτισμός, θεωρούν ότι δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά αντίθετα να χρησιμεύσει ως το σκαλοπάτι για την κοινωνική αλλαγή. Είναι εντυπωσιακό, ότι δεκαετίες μετά την ένταξη στην Ε.Ε. το νεοελληνικό κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση τα οθωμανικά ήθη της ευνοιοκρατίας και της δωροδοκίας. Προφανώς διότι αυτοί που μας διοικούν, κάτω από τα ευρωπαϊκά τους ενδύματα, κρύβουν τις οθωμανικές τους συνήθειες, συχνά και εξαρτήσεις.   
.



[1] Κ.Μάρξ-Φ.Έγγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός Παναγιώτη Κονδύλη, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1985, σελ.556.
[2] Όπ.π., σ.163.
[3] Όπ.π., σ.σ.466,467.
[4] Όπ.π., σ. 450.
[5] Όπ.π., σ.454
[6] Όπ.π., σ.451.
[7] Όπ.π., σ.468.
[8] Όπ.π., σ.163.
[9] Όπ.π., σ.164.
[10] Όπ.π., σ.478.
[11] Όπ.π., σ.480.
[12] Όπ.π., σ.40.
[13] Όπ.π., σ.40
[14] Όπ.π., 124.
[15] Όπ.π., σ.46.
[16] Όπ.π., σ.384.
[17] Όπ.π., σ.44
[18] Όπ.π., σ.473.
[19] Όπ.π., σ.473,474.
[20] Όπ.π., σ.457.
[21] Όπ.π., σελ. 457.
[22] Όπ.π., σελ. 457
[23] Όπ.π., σελ.404.
[24] Όπ.π., σελ.420.
[25] Όπ.π., σελ. 50

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Δελφοί







Μάρτιν Χάϊντεγκερ «ΝΙΤΣΕ:Η βούληση για ισχύ ως τέχνη»

ΡΗΞΗ Τ.88
 Το έργο του Μάρτιν Χάϊντεγκερ «ΝΙΤΣΕ:Η βούληση για ισχύ ως τέχνη»(Εισαγωγή Γ.Μαγγίνη, Μετάφραση Γ.Ηλιόπουλος ,επιστημονική θεώρηση Γ.Ξηροπαϊδης σελ. 376) , που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλέθρον , αποτελεί κλασσικό και απαραίτητο έργο για την μελέτη του Φ.Νίτσε αλλά και αντιπροσωπευτικό της εξέλιξης που έλαβε η σκέψη του Χάϊντεγκερ από τα πρώτα της βήματα μέχρι την μεταπολεμική στροφή. Ο Νίτσε ερμηνεύεται ως μεταφυσικός στοχαστής και μάλιστα ως τελευταίος μεταφυσικός στοχαστής .Συγχρόνως ερευνάται η βιογραφική και εργογραφική του εξέλιξη για να υποδειχθεί ο τρόπος που φτάνει στο τελευταίο χρονικά βιβλίο του ,την «Βούληση για ισχύ» , που ερμηνεύεται ως βούληση για τέχνη .Συγχρόνως θα απορρίψει την προσέγγιση στο Νίτσε από τον θεωρητικό του εθνικοσοσιαλισμού Α.Μπόιμλερ αλλά και αυτή που θα συνθέσει ο Κ.Γιάσπερς. Για τον Χάϊντεγκερ , η νιτσεϊκή βούληση για ισχύ « δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ουσία της βούλησης .Η βούληση για ισχύ είναι επομένως βούληση για βούληση , δηλαδή το να βούλεσαι σημαίνει :να βούλεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό »(σελ. 92), που όμως δεν σημαίνει έναν εγκλεισμό «του Εγώ στις δικές του καταστάσεις»(σ.106) , αλλά «αποφασιστική ανοικτότητα»(σ.106).Σε αυτό το σημείο ο Χάϊντεγκερ θα προσεγγίσει τον στοχασμό του Νίτσε δια μέσου του Αριστοτέλη και της πραγματείας του «Περί Ψυχής», αλλά και του Πλατωνικού Φαίδρου.Βεβαίως για να συνδέσει την βούληση για ισχύ με την Τέχνη θα καταφύγει σε ένα από τα πρώτα έργα του Νίτσε «Την γέννηση της τραγωδίας» , όπου θεωρείται ότι η ύπαρξη διασώζεται ως τέχνη και για αυτό η «η τέχνη είναι η εξέχουσα αντίρροπη κίνηση κατά του μηδενισμού»(σ.141).Διευκρινίζει μάλιστα ότι η νιτσεϊκή ισχύ δεν έχει σχέση με τα «μυώδη μπράτσα»(σ.192), αλλά με την ικανότητα να πραγματωθεί ο ύψιστος προσδιορισμός της ουσίας του είναι –εδώ. Επισημαίνει δε ότι για τον Νίτσε «είναι αδύνατο να είναι κανείς καλλιτέχνης , χωρίς να είναι ασθενής»(σ.194), ενώ προσπαθεί να συλλάβει την διαφορά κλασικού και ρομαντικού(σελ.223).

Λάκη Αποστολόπουλου «Δημοκρατία :διάλογος ανάμεσα στον Κ.Καστοριάδη και τον Κ.Παπαιωάννου »

ΡΗΞΗ Τ.88
 Το βιβλίο του Λάκη Αποστολόπουλου «Δημοκρατία :διάλογος ανάμεσα στον Κ.Καστοριάδη και τον Κ.Παπαιωάννου »(Εκδόσεις Κάκτος ,σελ. 157) είναι ένα γλαφυρό και καλογραμμένο δοκίμιο από έναν συγγραφέα που γνωρίζει καλά την σκέψη των δύο στοχαστών. Αναφέρεται στο πρώτο τόμο του έργου του Καστοριάδη «Η ελληνική ιδιαιτερότητα »(Εκδόσεις Κριτική ) και στο έργο του Κ.Παπαιωάννου «Μάζα και Ιστορία» (Εναλλακτικές Εκδόσεις) ,ενώ συγχρόνως διαλέγεται με την εξέλιξη της νεότερης ευρωπαϊκής σκέψης , από τον Χάιντεγκερ μέχρι τον Λεβινάς. Θα άξιζε βέβαια τώρα που έχουν κυκλοφορήσει και οι τρείς τόμοι του Καστοριάδη που αναφέρονται στην αρχαία ελληνική σκέψη να αποτιμηθεί συνολικά το εγχείρημά του. Όμως σαν μια παράλληλη προσέγγιση δύο σπουδαίων στοχαστών , σε μια καίρια πλευρά της σκέψης , την δημοκρατία , αναδεικνύει μια αναμφισβήτητη σπουδαιότητα. Μάλιστα σε μια εποχή , που ειδικά στην χώρα μας , αποκαλύπτεται δραματικά , η αθλιότητα της αντιπροσώπευσης, οι προσπάθειες που δείχνουν την σημασία της άμεσης δημοκρατίας , αποκτούν μεγάλο ενδιαφέρον .Ο Καστοριάδης θέτει το ερώτημα για ποιο λόγο η αρχαία δημοκρατία , που για αυτόν δεν αποτελεί πρότυπο , αλλά «σπέρμα» , δημιουργήθηκε στην συγκεκριμένη περίοδο και στον συγκεκριμένο τόπο και όχι αλλού .Για ποιο λόγο στην αρχαία Αθήνα γεννάται η τραγωδία και η φιλοσοφία γνωρίζει εξαιρετική άνθιση .Δηλαδή για ποιους λόγους η αρχαία πόλη αυτοθεσμίζεται , δηλαδή δημιουργεί η ίδια τους θεσμούς της και δεν τους δέχεται απέξω , ή δεν τους επιβάλει σε αυτή κάποιος τρίτος. Ο Παπαιωάννου αναζητεί στην αρχαία τραγωδία τον χώρο όπου γεννάται η δημοκρατία και για αυτό ακολουθώντας τον Πλάτωνα την ονομάζει , θεατροκρατία ,συμφωνώντας δε με τον Νίτσε αποκαλύπτει στο διονυσιακό πνεύμα το βάθρο του κλασσικού πολιτισμού . Το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας έχει όμως τραγικά στοιχεία. Επειδή με την δολοφονία των κατοίκων της Μήλου ,εξετράπει στην Ύβριν , ήρθε το τέλος της. Ο συγγραφέας θα θεωρήσει ότι επειδή για τους Δυτικούς είναι σχεδόν άγνωστη η συνύφανση τραγωδίας και δημοκρατίας , η Δύση στάθηκε ευάλωτη στους ολοκληρωτισμούς(σελ.147).

Κυριάκος Χαραλαμπίδης :Ίμερος

ΡΗΞΗ Τ.88
Η νέα ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη ,που λέγεται «Ίμερος» ,δηλαδή λαχτάρα ,εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο ,τον Απρίλη του 2012.Περιέχει τριάντα δύο ποιήματα , εκ των οποίων τα περισσότερα είναι εμπνευσμένα από την αρχαία τέχνη και ιστορία .Όπως και ο Κάλβος ,ο Καβάφης και ο Σεφέρης ,εσωτερικεύει την ιστορία με σκοπό να μας μιλήσει όχι μόνο για το παρόν αλλά και τον ίδιο τον μέσα άνθρωπο , με ότι μπορεί αυτός να είναι και να σημαίνει. Το δυνατό στοιχείο της ποίησης του Κυριάκου Χαραλαμπίδη είναι η γλώσσα. Δηλαδή μπορούμε να δούμε ότι κάθε λέξη που χρησιμοποιεί δεν έχει μπει χωρίς λόγο , δεν είναι περιττή .Συγχρόνως είναι μια μαρτυρία των δυνατοτήτων και της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας.Στο πρώτο ποίημα με τον τίτλο «Στίγμα Θεάς» γράφει : «Χαμογελώντας με ροδί χαμόγελο – προσηρμοσμένο στον αφρίζοντα πόντον –η Κυπρογένεια πλημμυροί τον αιθέρα.- Σφενδάμνινα φυλλώματα και όμβροι – ανέμων υπαιθρίων στροβιλίζονται – στον ασταθή ουρανό της. Εκεί τ’άστρα ελαύνουν δεξιά ,κατά τον πόλον»(σ.13).Λέξεις παλαιότερες και νεότερες συνάσσονται σε ένα ενιαίο αρμονικό σύνολο με ρυθμό αρχαίου επιγράμματος . Ο Έρωτας – με την πλατωνική του μάλλον περισσότερο ερμηνεία – δηλώνει έντονα την παρουσία του σε ποιήματα όπως «Μηλίτης Έρως» , όπου γράφει : «Τούτο γιατί στα όρια των θεϊκών – δυνατοτήτων τους το Άπειρο μετατονίζονταν – σε ομορφιά , ωραιότητα και κάλλος-Το θείο Αιδοίο εχώνευε στην τέχνη του φωτός του – το μέγα πλεονέκτημα του μήλου-Για να το πούμε απλούστερα και με δικά τους – χρώματα , η θωριά συναπαντούσε – το σύνολο της ύλης ,ξεμολύνοντας –ό,τι κακό και δύσμορφο απ’ τον κόσμο»(σ.15) . Οι τίτλοι των ποιημάτων «Αφροδίτης Ευπάθεια », «Κυθέρεια», «Άδωνις», «Έγχειος Αφροδίτη» , «Ιερά Πορνεία» , «Ελένη», «Αχιλλεύς», «Μενέλαος» είναι χαρακτηριστικοί των αφετηριών του ποιητή. Αλλά και η χρήση του σαπφικού στίχου «Όραννα Χελίδω» , ως τίτλου ,δηλώνει τα σημεία της έμπνευσης. Στο συγκεκριμένο ποίημα δε παρουσιάζεται αριστοτεχνικά η διαχρονία της ελληνικής γλώσσας : «Ήταν σεμνή σαν όλες τις γυναίκες- που γίνονται θεές πριν απ’ το γιόμα .-Του ήλιου οι εκλαμπρότατες ακτίνες – διχάζονταν , θαρρείς ,κι επιβουλεύονταν – την αστρική θηλή των οφθαλμών»(σ.21) Το τώρα της νεότερης Κύπρου υπάρχει κυρίως στο ποίημα «Για τη δωδεκάχρονη Ελένη που έσπαζε πέτρες στην κατασκευή του δρόμου προς το μοναστήρι του Απόστολου Ανδρέα ,το 1928»(σ.32,33).Αφορμή είναι ένα πραγματικό περιστατικό : η απαθανάτιση ενός μικρού κοριτσιού , από τον φωτογράφο του περιοδικού National Geographic τον Ιούλιο του 1928 .Γράφει ο Κ.Χαραλαμπίδης , γεφυρώνοντας τον χάσμα ανάμεσα στην μυθική και την πραγματική Ελένη , ανάμεσα στον ιστορικό χρόνο ,το παρόν και τον μέσα άνθρωπο: « Λέγαν λοιπόν πως ο καλός αργάτης – δεν είναι μόνο του χεριού του χρήστης – παρά κι ακονισμένο έχει το μυαλό – και της καρδιάς το πτέρωμα οιακίζει – ο έλικας της γνώσης .Τέτοια λέγαν - τα ριζοκαρπασίτικα πεζούνια.- Εκεί θα βρείς και την Ελένη , πρόσθεσε – ο πιο τρεμουλιαστός φτερουγιστής .-Αυτού η δόξα και η Ελένη χάρις.»(σ.33).