Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ο καθηγητής και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κ.Χρυσόγονος απαντά τεκμηριωμένα στην πολιτική Τσίπρα:



Δημοσιοποίηση της από 19 Μαρτίου 2015 επιστολής του Κώστα Χρυσόγονου προς τον Πρωθυπουργό
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες - 29/06/2015


Με μεγάλη μου λύπη υποχρεώνομαι να δώσω σήμερα στη δημοσιότητα την από 19 Μαρτίου 2015 επιστολή μου προς τον Πρωθυπουργό, στην οποία δεν έχω λάβει καμία απάντηση παρά την πάροδο τριών και πλέον μηνών. Στην επιστολή εκείνη προέβλεπα τις σημερινές ολέθριες εξελίξεις, τονίζοντας ότι «..Έχει ήδη διαφανεί ότι η προεκλογική μας ρητορική, περιλαμβανομένου και του "προγράμματος της Θεσσαλονίκης", βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία υποχρεωνόμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε…», ότι «…Η "λύση" της παύσης πληρωμών και ενδεχομένως της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, κατ΄ουσία δεν υφίσταται…», ότι «…νομισματικό "έμφραγμα" … θα μας επιβάλει αναμφίβολα η ΕΚΤ αν κάνουμε παύση πληρωμών προς την ίδια και/ή το ΔΝΤ…», ότι «…η ρήξη με τους δανειστές είναι μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι η χώρα να επιστρέψει στον μνημονιακό εγκλωβισμό υπό χειρότερους όρους (σαν τον κρατούμενο που επιχειρεί απόδραση και αφού αποτύχει καταλήγει στην απομόνωση της φυλακής). Οφείλουμε να αγωνισθούμε μέσα στα υπάρχοντα ευρωπαϊκά και διεθνή (=ΔΝΤ) πλαίσια, όπως άλλωστε έχουμε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό. Η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση είναι εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση και όχι για χρεοκοπία και έξοδο από την ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ένωση…» και ότι «…Η λεκτική κλιμάκωση είναι μια παγίδα της άλλης πλευράς στην οποία δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε….».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της επιστολής:


Κώστας Χρυσόγονος
Ευρωβουλευτής-Μέλος Κ.Ε.
Βρυξέλλες, 19.3.2015

  
Προς
-τον Πρωθυπουργό και Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ σ. Α. Τσίπρα
-τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης σ. Ι. Δραγασάκη
-τον Υπουργό Οικονομικών κ. Γ. Βαρουφάκη
-τον Γραμματέα Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ σ. Τ. Κορωνάκη
-τον Υπουργό Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας σ. Π. Λαφαζάνη
-τον Υπουργό Υγείας σ. Π. Κουρουμπλή


Σύντροφοι,

η πάροδος σχεδόν δύο μηνών από τη μεγάλη εκλογική νίκη του κόμματος και το σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιτρέπει μια πρώτη αποτίμηση των πολιτικών εξελίξεων και των προοπτικών για τη χώρα, στο κρίσιμο θέμα της σχέσης της με τους δανειστές της. Θα ήθελα να θέσω υπόψη σας τις παρακάτω σκέψεις μου αναφορικά με τα ζητήματα αυτά:

1. Έχει ήδη διαφανεί ότι η προεκλογική μας ρητορική, περιλαμβανομένου και του "προγράμματος της Θεσσαλονίκης", βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία υποχρεωνόμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε. Μέσα στο δίμηνο αυτό υπενθυμίζω ότι βρεθήκαμε αναγκασμένοι να αφήσουμε κατά μέρος τις εξαγγελίες για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους, για "σκίσιμο" των μνημονίων και/ή κατάργησή "με ένα άρθρο" του συνόλου της μνημονιακής νομοθεσίας κλπ. Αντί για αυτά, στα πλαίσια της "συμφωνίας" της 20ης Φεβρουαρίου, γίνεται λόγος για βιωσιμότητα του υφιστάμενου χρέους και για αποφυγή μονομερών ελληνικών ενεργειών, τουλάχιστον εφόσον δεν παρουσιάζονται δημοσιονομικά ισοδύναμα. Από την πλευρά των δανειστών η μόνη ουσιαστική παραχώρηση ήταν η έμμεση και κάπως ασαφής υπόσχεσή τους για μείωση του ύψους του απαιτούμενου πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος για το 2015, αν και στην πραγματικότητα το προβλεπόμενο πλεόνασμα του 3% (του ΑΕΠ) ήταν εξαρχής εμφανές ότι δεν μπορούσε να επιτευχθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (ακόμη δηλαδή κι αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι εκλογές του Ιανουαρίου και υλοποιούνταν το mail Χαρδούβελη). Το χειρότερο όμως είναι ότι δεχόμαστε ήδη, τόσο από την πλευρά των δανειστών όσο και από εκείνη των αγορών, μια πολυεπίπεδη πίεση (πολιτική, οικονομική, επικοινωνιακή) για να οδηγηθούμε σε μια, επί της ουσίας, άνευ όρων παράδοση και νέα πρόσδεση για σειρά ετών στο μνημονιακό άρμα.

2. Είναι σαφές ότι το ελληνικό μνημονιακό πρόγραμμα, αν υποθέσουμε ότι (θεωρητικός) στόχος του ήταν η επάνοδος της Ελλάδας στις κεφαλαιαγορές για να αναχρηματοδοτήσει από εκεί το χρέος προς τους δημόσιους πιστωτές, έχει αποτύχει. Στα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια το ελληνικό δημόσιο πρέπει να καταβάλει ως χρεολύσια στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ ένα ποσό της τάξης των περίπου 60 δις ευρώ. Τα χρήματα αυτά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να βρεθούν από τα φορολογικά και άλλα εκτός δανείων έσοδα. Τα τελευταία μάλιστα δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τους τόκους του δημόσιου χρέους, αφού εκείνοι ανέρχονται σε ένα ποσό περίπου 6 δις ετησίως, δηλαδή η καταβολή τους από ίδιους πόρους προϋποθέτει ετήσια πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα άνω του 3% του ελληνικού ΑΕΠ, πράγμα μάλλον ανέφικτο όχι μόνο για το 2015 αλλά και για τα επόμενα χρόνια. Όσο για τις κεφαλαιαγορές, τα επιτόκια των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου έχουν ήδη ανέλθει σε απαγορευτικά (διψήφια) ποσοστά μετά τις εκλογές, ενώ ακόμα και στην καλύτερο περίοδο, την άνοιξη του 2014, τα ποσά που καταφέραμε να αντλήσουμε με την έκδοση των νέων ομολόγων ήταν μικρά (3 δις περίπου), για περιορισμένα χρονικά διαστήματα (3ετίας-5ετίας) και με υψηλά επιτόκια.

3. Η "λύση" της παύσης πληρωμών και ενδεχομένως της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, κατ΄ουσία δεν υφίσταται. Πρέπει πρώτα από όλα να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους που οφείλουμε να αποπληρώσουμε, όπως εκτέθηκε, στα αμέσως επόμενα χρόνια είναι προς το ΔΝΤ. Σ'αυτό συμμετέχουν πρακτικά όλα τα κράτη του κόσμου και η άρνηση καταβολής θα μας έφερνε de facto αντιμέτωπους όχι με τη Γερμανία, αλλά με τον πλανήτη ολόκληρο. Σημειωτέον ότι, σε αντίθεση με την ευρωζώνη όπου νομικά δεν προβλέπεται διαδικασία (ακούσιας) αποβολής κράτους, τέτοια προβλέπεται στο άρθρο 24 του καταστατικού του ΔΝΤ. Το χειρότερο είναι όμως ότι σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να μας επιβληθούν από τα κράτη κάθε είδους οικονομικά και άλλα αντίποινα, μετατρέποντας την Ελλάδα σε κάτι ελαφρώς χειρότερο από τη Ζιμπάμπουε.

4. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα προϋπέθετε, για να μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί (εντελώς διαφορετικό το ζήτημα αν θα αποδεικνυόταν μακροπρόθεσμα επωφελής ή όχι για την εθνική οικονομία), να βρεθεί εξωτερικός χρηματοδότης για να διαθέσει περίπου 20 δις ευρώ για την αποπληρωμή του ΔΝΤ και τουλάχιστον άλλα τόσα για να αποκτήσει η Ελλάδα συναλλαγματικά διαθέσιμα, ώστε να υποστηριχθεί η ισοτιμία της νέας δραχμής. Δεν νοείται και δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα χωρίς συναλλαγματικά διαθέσιμα σε "σκληρό" ξένο νόμισμα (σημειωτέον ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1990, πριν από την είσοδό μας στην ευρωζώνη, τα ελληνικά διαθέσιμα σε ξένα νομίσματα ανέρχονταν σε ένα ποσό της τάξης των 25 δις δολλαρίων περίπου). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση κράτους με "νέο" εθνικό νόμισμα, όπου οι αγορές εύλογα δε θα το αποδέχονται για μια περίοδο πολλών μηνών, εωσότου φανεί πού θα ισορροπήσει η ισοτιμία του νομίσματος αυτού με τα υπόλοιπα. Ποσό της τάξης των 40 (20+20) δις ευρώ και μάλιστα υπό μορφή "χορηγίας" και όχι δανείου (αφού η Ελλάδα θα έχει και επισήμως χρεοκοπήσει στις εξωτερικές της πληρωμές) δεν είναι σε θέση, ούτε καν θεωρητικά, να διαθέσει κανένα κράτος της υφηλίου εκτός από την Κίνα, τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία, την Ελβετία και τη...Γερμανία (και πάντως όχι η Ρωσία, η οποία πιέζεται κατά δεινό τρόπο τον τελευταίο ενάμιση περίπου χρόνο και τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα ήδη έπεσαν από τα 530 στα περίπου 380 δις δολλάρια, με περαιτέρω πτωτικές τάσεις λόγω των τιμών του πετρελαίου).

5. Εφόσον θεωρηθεί δεδομένο ότι δεν πρόκειται να βρεθεί κράτος-χρηματοδότης, η εκτύπωση δραχμών (η ίδια η εκτύπωση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα χαρτονομισμάτων θα αποτελούσε βέβαια τεράστιο τεχνικό πρόβλημα, αλλά αυτό ας το υπερβούμε) δεν θα μας ωφελούσε σε τίποτα προς το εξωτερικό. Το νέο νόμισμα δε θα γινόταν αποδεκτό στις διεθνείς συναλλαγές και συνεπώς θα μέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τη δυνατότητα εισαγωγών, πράγμα που θα παρέλυε την οικονομική ζωή στη χώρα μας. Ακόμη χειρότερα, το νέο νόμισμα, δε θα γινόταν αποδεκτό ούτε στο εσωτερικό της χώρας, επειδή παρά πολλοί Έλληνες έχουν αποθησαυρισμένα χαρτονομίσματα ευρώ σε φυσική μορφή (η νομισματική κυκλοφορία από περίπου 20 δις ευρώ στη μορφή αυτή προ κρίσης τώρα πρέπει να πλησιάζει περίπου τα 50). Έτσι οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών θα συνέχιζαν να γίνονται κατά μεγάλο μέρος με τα (απαγορευμένα πια) ευρώ στη "μαύρη αγορά", δηλαδή στην παραοικονομία η οποία θα έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις, προκαλώντας και κατάρρευση των δημόσιων εσόδων. Η νέα δραχμή θα απέμενε ουσιαστικά να χρησιμοποιείται μόνο στις συναλλαγές με το κράτος. Κατά συνέπεια δεν έχει νόημα να επιχειρηθεί καν η εκτύπωση δραχμών. Πιο λογικό, και λειτουργικά ισοδύναμο από πρακτική άποψη, θα ήταν να επιχειρήσουμε ένα by-pass στο νομισματικό "έμφραγμα" (το οποίο θα μας επιβάλει αναμφίβολα η ΕΚΤ αν κάνουμε παύση πληρωμών προς την ίδια και/ή το ΔΝΤ) εκδίδοντας κάποιας μορφής αναγκαστικό άτοκο ομόλογο ειδικού σκοπού και πληρώνοντας με αυτό μισθούς και συντάξεις (πχ μισθός 1500 ευρώ να καταβάλλεται κατά τα 2/3 σε μετρητά και κατά το 1/3 με ένα τέτοιο ομόλογο, που θα γινόταν αποδεκτό από το κράτος μετά τη λήξη του, δηλαδή μετά πχ από 1 ή 2 χρόνια, για την πληρωμή φορολογικών, ασφαλιστικών κλπ υποχρεώσεων). Παραδόξως, κάτι παρόμοιο φέρονται να πρότειναν και οι εκπρόσωποι των "θεσμών" στις διαπραγματεύσεις των τεχνικών κλιμακίων στις Βρυξέλλες! Είναι όμως φανερό ότι όποια κυβέρνηση επιχειρήσει τέτοιες ευρεσιτεχνίες θα προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας ώστε η πτώση της να είναι θέμα (λίγου) χρόνου.

6. Από νομική άποψη έξοδος από την ευρωζώνη δεν προβλέπεται ούτε με πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου κράτους ούτε με απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν κάποιο κράτος-μέλος της ευρωζώνης επιχειρήσει να εκτυπώσει εθνικό νόμισμα, σε αντικατάσταση του ευρώ ή παράλληλα προς αυτό, τούτο θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 128 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα οδηγούσε σε επιβολή σε βάρος του προστίμου κατά το άρθρο 260 της ίδιας. Κατά τα άλλα όμως, από την οπτική γωνία της Ένωσης, η σχετική εθνική νομοθεσία δε θα ίσχυε και συνεπώς το κράτος θα παρέμενε θεωρητικά μέλος της ευρωζώνης. Εφόσον στη συνέχεια κατέρρεε η κυβέρνηση του κράτους-μέλους, η οποία επιχείρησε την επάνοδο στο εθνικό νόμισμα, το κράτος θα επέστρεφε αναγκαστικά και πρακτικά στην ευρωζώνη. Με βάση τα υπάρχοντα σήμερα νομικά δεδομένα η αποχώρηση από την ευρωζώνη θα προϋπέθετε είτε αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με συμφωνία όλων των υπόλοιπων κρατών-μελών (άρθρο 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είτε τροποποίηση της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να προβλεφθεί τέτοιο ενδεχόμενο, και πάλι με ομοφωνία των κρατών μελών (άρθρο 48 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Εφόσον όμως η πρόθεση αποχώρησης συνοδευθεί από στάση πληρωμών στο χρέος του συγκεκριμένου κράτους προς τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης, είναι μάλλον απίθανο αυτά να καταλήξουν σε συμφωνία. Έτσι η αποχώρηση θα αποκτούσε νομικό κύρος μόνο αν επρόκειτο για αποχώρηση συνολικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρερχόταν και μια ολόκληρη διετία από την υποβολή της αίτησης για αποχώρηση (άρθρο 50 παρ. 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Σε όσο βαθμό ισχύει η διαπίστωση του συντρόφου Λαφαζάνη ότι η ευρωζώνη είναι "γερμανική φυλακή", όποιος επιχειρήσει να αποδράσει θα αντιληφθεί ότι οι γερμανικές φυλακές είναι σχεδιασμένες και οργανωμένες έτσι ώστε οι αποδράσεις από αυτές να είναι σχεδόν αδύνατες (τουλάχιστον όταν δεν υπάρχει βοήθεια από έξω).

7. Για τους λόγους που επισημάνθηκαν παραπάνω, η ρήξη με τους δανειστές είναι μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι η χώρα να επιστρέψει στον μνημονιακό εγκλωβισμό υπό χειρότερους όρους (σαν τον κρατούμενο που επιχειρεί απόδραση και αφού αποτύχει καταλήγει στην απομόνωση της φυλακής). Οφείλουμε να αγωνισθούμε μέσα στα υπάρχοντα ευρωπαϊκά και διεθνή (=ΔΝΤ) πλαίσια, όπως άλλωστε έχουμε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό. Η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση είναι εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση και όχι για χρεοκοπία και έξοδο από την ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ένωση.

8. Στη διαπραγμάτευση αυτή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει να εξαντλήσει όλα τα, πιθανά και μη, εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να δοθεί βάρος και στη νομική πλευρά των ζητημάτων που θέτουν οι δανειστές και ειδικότερα στις ενδεχόμενες παραβιάσεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου (οι παραβιάσεις του ελληνικού Συντάγματος ουδόλως τους ενδιαφέρουν, αφού το θεωρούν δικό μας πρόβλημα και όχι δικό τους). Τούτο σημαίνει ότι στα τεχνικά κλιμάκια πρέπει από ελληνικής πλευράς να συμμετέχουν, εκτός από τους οικονομολόγους, και νομικοί εγνωσμένου κύρους με εξειδίκευση στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, ώστε να προβάλουν τις σχετικές "ενστάσεις". Π.χ. η Ελλάδα θεωρητικά και πρακτικά η τρόικα έχει "καταδικασθεί" από την Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για σειρά παραβιάσεων της διεθνούς αυτής σύμβασης, που έχει συναφθεί στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέσω μνημονιακών μέτρων όπως η μείωση του κατώτατου μισθού και άλλα. Πρέπει να επικαλεσθούμε με έμφαση τις σχετικές αποφάσεις προκειμένου να άρουμε τα μέτρα αυτά και γενικότερα να αντιτάσσουμε σε κάθε ευκαιρία την προστασία των κοινωνικών ιδίως δικαιωμάτων των Ελλήνων, τόσο στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη όσο και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών.

9. Η ακύρωση της υφιστάμενης μνημονιακής νομοθεσίας ή έστω ουσιώδους μέρους της είναι προφανές ότι προσκρούει και θα συνεχίσει να προσκρούει στη στείρα άρνηση των δανειστών. Εφόσον αποδεικνύεται αδύνατο να τους πείσουμε ότι πολλά από τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν ωφελούν την ελληνική οικονομία, θα έπρεπε τουλάχιστον να απαιτήσουμε την καθιέρωση ενός ανεξάρτητου μηχανισμού εκτίμησης επιπτώσεων (impact assessment mechanism) όλου αυτού του μνημονιακού οικοδομήματος και των επιμέρους στοιχείων του. Αυτός θα μπορούσε να είναι είτε ένας υφιστάμενος διεθνής οργανισμός (ΟΟΣΑ ή Συμβούλιο της Ευρώπης ή ίσως ΟΗΕ) είτε ένας συνδυασμός προσώπων διεθνούς κύρους (πχ νομπελίστες οικονομολόγοι) κοινής αποδοχής (Ελλάδας και δανειστών) μαζί με εκπροσώπους κάποιων τέτοιων, κατά τεκμήριο "ουδέτερων", οργανισμών. Εάν από την αξιολόγηση προέκυπτε ότι συγκεκριμένα μέτρα αποδείχθηκαν αντιπαραγωγικά, θα ήταν πολύ δύσκολο για τους δανειστές να εμμείνουν στη διατήρησή τους.

10. Επί της ουσίας, το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, όπως εκτέθηκε στην παράγραφο 2, για χρεολύσια στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ στα επόμενα χρόνια θα μπορούσε να καλυφθεί χωρίς νέα, τρίτη κατά σειρά, δανειακή σύμβαση (η οποία θα συνοδευόταν αναμφίβολα από επαχθείς όρους και προϋποθέσεις) από έναν συνδυασμό πηγών. Η πρώτη θα μπορούσαν να είναι τα 10,9 δις ευρώ που έμειναν υπόλοιπο στο ΤΧΣ από τα προβλεπόμενα για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών κονδύλια. Το ποσό αυτό επιστράφηκε δυστυχώς με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου στον ESM και προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιηθεί μόνο για ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, εφόσον αυτή απαιτηθεί στο μέλλον. Κεντρικός στόχος της διαπραγματευτικής προσπάθειας της ελληνικής πλευράς πρέπει να είναι να καταστούν τα χρήματα αυτά διαθέσιμα για την αποπληρωμή οφειλών του δημοσίου στο ΔΝΤ και/ή την ΕΚΤ και μάλιστα στο αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα, παράλληλα με την τελευταία δόση της δεύτερης δανειακής σύμβασης (περίπου 7 δις, περιλαμβανομένων των επιστροφών κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα) και με κάποια αύξηση του ορίου των εντόκων γραμματίων. Ακόμη και έτσι βέβαια θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα στην επόμενη τετραετία (δηλ. την πρώτη βουλευτική περίοδο) ένα χρηματοδοτικό κενό περίπου 30 ως 40 δις ευρώ. Η κάλυψή του χωρίς νέο καθαρό δανεισμό από δημόσιους πιστωτές είναι εφικτή μόνο αν υπάρξει αξιοποίηση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας.

11. Το ελληνικό δημόσιο πιέζεται από τους δανειστές του να προχωρήσει σε άμεση εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων, η οποία λόγω του δυσμενούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του περιορισμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος θα καταλήξει σε λεηλασία του δημόσιου πλούτου. Για να αποφευχθεί αυτό, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αντιπροτείνει ένα σύνθετο σχήμα, με άξονα το ΤΑΙΠΕΔ, ως εξής: το Δημόσιο να εισφέρει στο ΤΑΙΠΕΔ ακίνητα αντικειμενικής αξίας και/ή μετοχές δημοσίων επιχειρήσεων λογιστικής αξίας συνολικού ύψους κατά προσέγγιση 50 δισ. ευρώ. Το μετοχικό κεφάλαιο του ΤΑΙΠΕΔ να διαιρεθεί σε 250 εκατ. προνομιούχες μετοχές άνευ ψήφου, αξίας 100 ευρώ η καθεμιά, και μία κοινή μετοχή. Η μοναδική κοινή μετοχή παραμένει στην κατοχή του Δημοσίου, ενώ οι προνομιούχες διατίθενται σε δημόσια εγγραφή με εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό (για να μη θιγεί η ρευστότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος). Το προϊόν της εγγραφής (25 δισ. ευρώ) θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την αγορά ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά με σκοπό να περιορισθεί η προσφορά σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να γίνει εφικτή η δραστική μείωση των επιτοκίων και έτσι και η έκδοση σταδιακά νέων ομολόγων. Τα περιουσιακά στοιχεία που θα έχουν εισφερθεί από το Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ θα εκποιούνται σταδιακά, όταν επιτυγχάνεται για το καθένα δίκαιη τιμή (κατ’ εκτίμηση της ελεγχόμενης από το ίδιο το Δημόσιο διοίκησης) και δεδομένου ότι στο μεταξύ θα έχει βελτιωθεί το μακροοικονομικό περιβάλλον. Με το τίμημα της εκποίησης θα γίνεται τμηματική επιστροφή κεφαλαίου στους προνομιούχους μετόχους, έως ότου εξοφληθούν για το σύνολο της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους, οι οποίες τότε θα ακυρωθούν. Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία (όσα δεν εκποιηθούν) επιστρέφονται στο ελληνικό Δημόσιο. Εναλλακτικά, αν το ελληνικό Δημόσιο προτιμά, θα μπορούσε να εξοφλεί σταδιακά τους μετόχους του ΤΑΙΠΕΔ μέσα από τα φορολογικά ή άλλα έσοδά του σε βάθος χρόνου, χωρίς εκποίηση περιουσιακών στοιχείων. Με ένα παρόμοιο σχήμα θα μπορούσε να επιτευχθεί η γρήγορη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας της χώρας χωρίς λεηλασία της δημόσιας περιουσίας και να αποφευχθεί η αιχμαλωσία μιας τρίτης δανειακής σύμβασης.

12. Για τους προσεχείς δύο ή τρεις μήνες και έως τη σύναψη κάποιας συμφωνίας με τους δανειστές θα ήταν σκόπιμο να κρατηθούν από την πλευρά μας χαμηλοί τόνοι, μεταξύ άλλων και στο θέμα των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η λεκτική κλιμάκωση είναι μια παγίδα της άλλης πλευράς στην οποία δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε. Από το καλοκαίρι και μετά θα έχουμε κάθε δυνατότητα για επαναφορά όλων των ζητημάτων προς κάθε κατεύθυνση.


Με συντροφικούς χαιρετισμούς,
Κώστας Χρυσόγονος»

πηγή:http://www.protothema.gr/politics/article/488783/hrusogonos-se-tsipra-metatrepeis-tin-ellada-se-kati-elafros-heirotero-apo-zibaboue/

Γιώργος Παπαδόπουλος Τετράδης (ο πρώην Καιρός της Ελευθεροτυπίας):Tα ψέμματα της κυβέρνησης


ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/193988
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος Τετράδης (ο πρώην Καιρός της Ελευθεροτυπίας), ο οποίος έγραψε και στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά τις εκλογές, γράφει στο Facebook ένα συγκλονιστικό κείμενο για τις τελευταίες εξελίξεις.
Γράφει ο «Καιρός»:
Μετά και τις χθεσινές εξελίξεις γίνεται όλο και πιο φανερό, ότι δυο είναι τα σενάρια: Είτε αυτοί που μας κυβερνούν είναι ανόητοι και ανεύθυνοι, είτε εξ αρχής είχαν προγραμματίσει να μην διαπραγματεύονται στα σοβαρά, ώστε μια μέρα να εγκαταλείψουν το τραπέζι, κατηγορώντας τους συνομιλητές τους για αδιαλλαξία (!) και να οδηγήσουν τη χώρα στη δραχμή. Προσχεδιασμένα. Φυσικά για όλα θα φταίνε οι ξένοι. Όπως στη Μικρασιατική καταστροφή, όπως στον εμφύλιο, όπως στο ’97, όπως το ’67 και πάει λέγοντας. Οι εδώ πολιτικές ηγεσίες ήταν πάντα θύματα των ξένων μηχανορραφιών. Οι ίδιες ήταν παναγίες αγαθές.
Για μένα το παραμύθι του θύματος έχει τελειώσει. Μόνο θύμα είναι ο ελληνικός λαός, που θα πληρώσει και πάλι το πανάκριβο τίμημα των ψεμμάτων που του υποσχέθηκαν και τα οποία για μια ακόμα φορά πίστεψε.
Ψέμμα πρώτο: Υπήρξε τελεσίγραφο από τους δανειστές στο eurogroup. Αυτό, με το οποίο καλείται ο λαός να ψηφίσει. Την Παρασκευά το βράδυ, λίγο πριν το διάγγελμα του πρωθυπουργού η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν σε διαπραγμάτευση με υπό συζήτηση την πρόταση τη δική της και των δανειστών. Το βεβαιώνει ο Έλληνας αντιπρόσωπος, επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, δύσθυμος γιατί η κυβέρνηση μιλώντας για τελεσίγραφο τον αδειάζει!
Ψέμμα δεύτερο: Οι αντιπροτάσεις των δανειστών ήταν τόσο βαρειές, που η κυβέρνηση δεν μπορούσε να τις αποδεχτεί. Η αλήθεια είναι ότι η διαπραγμάτευση συνεχιζόταν και, σύμφωνα και με την ελληνική τεχνική αντιπροσωπεία, υπήρχαν συγκλίσεις στο συνταξιοδοτικό και τον ΦΠΑ. Η κυβέρνηση λέει δεν έμαθε ποτέ γι’ αυτό!
Ψέμμα τρίτο: Το δημοψήφισμα είναι η έκφραση της λαϊκής επιθυμίας. Η αλήθεια είναι ότι το δημοψήφισμα είναι η πιο δειλή πράξη που μπορεί να έκανε μια κυβέρνηση! Πρώτα πρώτα γιατί δεν βάζεις ποτέ έναν λαό να αποφασίσει για κάτι που θα του είναι εξαιρετικά επώδυνο. Και θα του είναι. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Τον λαό τον προστατεύεις από τα επώδυνα. Τις επώδυνες αποφάσεις τις παίρνει η κυβέρνηση. Γι’ αυτό εκλέγεται. Όχι για να πίνει μπύρες στα καφέ του Συντάγματος. Και ξέρω για τι μίλα. Δεύτερον, γιατί αν θέλεις να πας στη δραχμή (που εκεί στόχευε και στοχεύει η κυβέρνηση) το λες ευθέως και γενναία στο λαό εξ αρχής. Και του λες και τι τίμημα θα πληρώσει και τι ωφελεί θα έχει (μετά από 5-6 χρόνια Ρουμανίας Τσαουσέσκου) που θα έχει. Δεν πας μπαμπέσικα να του υφαρπάξεις μια πλειοψηφία για να λες μετά ότι έχεις την πλειοψηφία του λαού (χωρίς εκλογές!). Γιατί αυτό γίνεται τώρα. Απόπειρα υφαρπαγής πλειοψηφίας για έξοδο από το ευρώ.
Ψέμα τέταρτο. Οι ξένοι φταίνε που κλείνουν οι τράπεζες και επιβάλλονται μέτρα περιορισμού αναλήψεων, όπως είπε ο πρωθυπουργός στο χθεσινό του διάγγελμα. Η χρηματοπιστωτική αναστάτωση προκλήθηκε από την ξαφνική και χωρίς προειδοποίηση εγκατάλειψη του τραπεζιού των διαπραγματεύσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Η οποία ήξερε ΑΚΡΙΒΩΣ τι θα συμβεί εξ αιτίας αυτής της της απόφασης. Το είχε περιγράψει ο ίδιος ο πρωθυπουργός το 2011, στηλιτεύοντας την απόφαση του Γιωργάκη να κάνει δημοψήφισμα! Υπάρχει καταγεγραμμένο σε κείμενο και σε βίντεο! Και τι περίμενε δηλαδή η κυβέρνηση… Ότι αυτοί που τους κατονομάζει νυχθημερόν ως εχθρούς της και βασανιστές του λάου θα έλεγαν “μάλιστα, τι θέλετε; Λεφτά και στήριξη; Βεβαίως, αλίμονο;”. Η ελληνική κυβέρνηση ΩΦΕΙΛΕ να είναι έτοιμη για κάθε αντίδραση των δανειστών. Αυτή τους κατονόμαζε τοκογλύφους, απατεώνες και νονούς (που είναι). Πώς προστάτεψε το λαό από τις αντιδράσεις τους και τα νύχια τους;
Ψέμα πέμπτο: Τη Δευτέρα μετά το δημοψήφισμα, το περήφανο όχι του λάου (σε τι ακριβώς δεν μας έχει πει, δεδομένου ότι πιέσεις στη διαπραγμάτευση ήταν διαρκείς και οι δανειστές οι ίδιοι!) θα θριαμβεύσει και θα καταλάβουν όλοι ότι δεν περνάνε οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα. Μόνο που δεν μας εξηγεί κάνεις πώς δεν θα περάσουν οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα, αφού κανείς ποτέ από τους δανειστές δεν αμφισβήτησε ότι η ελληνική κυβέρνηση εκπροσωπεί το λαό στο σύνολο του! Τι διαφορά θα τους κάνει αν αντί για 42% η κυβέρνηση έχει την αποδοχή του 51%! Τι διαφορά θα κάνει στη διαπραγματευτική ικανότητα της κυβέρνησης; Καμιά.
Ψέμα έκτο: Το περήφανο όχι του λαού θα δείξει σε όλους τους λαούς της Ευρώπης (αλλά και του πλανήτη), ότι οι λαοί δεν εκβιάζονται και δεν υποκύπτουν. Αλλά, θα δείξει και στον ελληνικό λαό και στους ασχέτους και ανόητους κυβερνήτες του, ότι ζούσε μέχρι σήμερα χάρη στα ευρωπαϊκά κεφάλαια και δεν θα μπορεί να ζει χωρίς αυτά! Όπως δεν μπορεί να ζει από αύριο με κλειστές τράπεζες, χωρίς ευρωπαϊκά κεφάλαια. Ακόμα και με δραχμή κάπου θα πρέπει να είναι ενταγμένος, σε κάποιο νόμισμα ξένο, σε κάποια κεφάλαια. Τα οποία θα βρίζει μεν υπερήφανα, αλλά θα κατεβαίνει στο δρόμο για να τα διεκδικήσει, επειδή δεν θα μπορεί να ζει χωρίς αυτά.
Ψέμα έβδομο: Οι δανειστές θέλουν να ταπεινώσουν την αριστερή κυβέρνηση γι’ αυτό υπονομεύουν τις διαπραγματεύσεις. Από όσο ξέρουμε, γιατί εδώ ζούμε, οι δανειστές ταπείνωναν και τις προηγούμενες κυβερνήσεις που δεν ήταν αριστερές. Και μάλιστα σκυλόβριζαν την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, επειδή δεν υπέγραφε τα επιθυμητά μέτρα από πέρυσι τον Ιούνιο μέχρι τον Ιανουάριο φέτος, που στάλθηκε το μεηλ Χαρδούβελη, ως πρόταση διαπραγμάτευσης. Όχι ως τελικό κείμενο! Για να μην πούμε ότι έριξαν τον Γιωργάκη.
Εμείς οι ίδιοι οι αρθρογράφοι εδώ και 5 χρόνια γράφαμε ότι οι δανειστές και τοκογλύφοι δεν έχουν πατρίδα και Θεό. Ξέρουν μόνο το χρήμα και κάνουν τα πάντα για να το αυγατίσουν. Αφού τα γράφαμε εμείς τα αναπαρήγαγαν και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που τα έκαναν και γραμμή τους. Τώρα ξέχασαν με τι κουμάσια έχουν να κάνουν; Αυτοί οι ίδιοι τους κατάγγελλαν ως τέτοιους. Τώρα φωνάζουν που οι τοκογλύφοι είναι σκληροί;
Τι έκανες εσύ σαν κυβέρνηση για να προστατέψεις το λαό από την σκληρότητα τους; Έγδυσες την οικονομία και τα ταμεία, εδώ και 5 μήνες από κάθε ευρώ, για να λες ότι διαπραγματεύεσαι σκληρά, χωρίς να καταθέτεις ούτε αριθμό επί 4 μήνες. Και μόλις άρχισες δήθεν να τα βρίσκεις και απειλήθηκες να φτάσεις σε συμφωνία επώδυνη και μνημονιακή τα τίναξες όλα στον αέρα (πάντα οι ξένοι φταίνε) για να σώσεις την αριστερή σου φυσιογνωμία. Αυτό έκανες. Πιο γενναία θα ήταν η παραίτηση. Ακόμα πιο γενναίο θα ήταν ένα δημοψήφισμα με το ερώτημα: Ευρώ ή δραχμή. Αλλαγή γενναιότητα σπανίζει πια.
Κακά τα ψέμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει ότι αριστερή πολιτική παροχών χωρίς γεμάτα ταμεία δεν γίνεται. Γεμάτα ταμεία με ευρώ δεν γίνεται. Θέλει πολύ σκληρή δουλεία και γνώση. Και τα στελέχη του (με λίγες εξαιρέσεις) δεν είναι συνηθισμένα σε τίποτε από τα δυο. Η κυβέρνηση πάει τη χώρα στη δραχμή. Οι επιτροπές αμφισβήτησης του χρέους στη Βουλή, η κατάληψη κεραιών υπουργείων από στελέχη οπαδούς της δραχμής και η διαρκής υπόμνηση ότι το νόμισμα δεν είναι φετίχ, σε συνάρτηση με τη φυγή από τις διαπραγματεύσεις, δήθεν για να αποφασίσει ο λαός μαρτυρούν γι’ αυτό.
Εμείς οι αγαθοί συνοδοιπόροι δεν το βλέπαμε. Δεν βλέπαμε την ακρότητα της συνεργασίας με τον επικίνδυνο ακροδεξιό Καμμενο. Δεν βλέπαμε την υπερψηφίσει του πλέον διαπλεκόμενου και ρουσφετολόγου πολιτικού Πρ. Παυλόπουλου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δεν βλέπαμε την υπόδειξη για το υπερευαίσθητο καθήκον του Προέδρου της Βουλής μιας εμπαθέστατης, απολύτως κομματικής και βαθειά αντιδημοκρατικής, με χαμηλό επίπεδο καβαλημένης συμπεριφοράς βουλευτού. Δεν βλέπαμε τις αλλοπρόσαλλες και ασύνδετες δηλώσεις και διαρκείς διαψεύσεις υπουργών για κάθε θέμα της αρμοδιότητας τους (με εξαίρεση Κοντονή, Αποστόλου, Βαλαβάνη, Μάρδα, Βούτση, Πανούση, Σπίρτζη και ίσως δυο άλλων). Δεν βλέπαμε τον στενό εναγκαλισμό του κόμματος και της κυβέρνησης με τα λούμπεν φασιστοειδή των Εξαρχείων. Δεν βλέπαμε, ότι το μόνο έργο γινόταν από τις οργανώσεις αλληλεγγύης και μάλιστα υπό τις δυσκολότερες συνθήκες. Η κυβέρνηση έτρεχε με ρυθμό Κατρουγκαλου. Απαλλάσσοντας κάθε κατεργάρη και απατεώνα και κηφήνα και μοιράζοντας υποσχέσεις στα πιο αθλία συνδικαλιστικά συμφέροντα του παρελθόντος.
Δεν βλέπαμε, ότι κανείς στην κυβέρνηση δεν μιλεί για το μόνο που χρειάζεται για να σωθεί η χώρα: Δουλεία, σκληρή δουλεία, πάρα πολλή δουλεία. Αυταπάρνηση και προσφορά στην πατρίδα. Ποια; Ξέχασα. Η πατρίδα είναι φασιστικό ιδεολόγημα και απορούμε πώς και επιτρέπεται ακόμα να το χρησιμοποιεί ένας από τους συγκυβερνήτες, που δεν έχει και μεγάλη σχέση μαζυ της. Ας είναι καλά η στο εξωτερικό περιουσία του.
Εμείς που αφήσαμε μέχρι σήμερα τις οικονομίες μιας ζωής εδώ στις τράπεζες για να ενισχύσουμε την πατρίδα και που πιστεύαμε ότι μια ευρωαριστερή κυβέρνηση δεν θα έκανε ποτέ ένα τέτοιο έγκλημα σε βάρος του λαού, δεν το βλέπαμε. Έγκλημα, όχι γιατί η δραχμή είναι καταστροφή. Αλλά, γιατί ο τρόπος που γίνεται οδηγεί σε καταστροφή. Και οι άνθρωποι που το διαχειρίζονται δεν έχουν διοικήσει ούτε περίπτερο! Άσχετοι θεωρητικάριοι και παιδιά του κομματικού σωλήνα οι περισσότεροι. Πείρα πραγματικής ζωής και δουλειάς μηδέν. Αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, σπέρνοντας επιπλέον και τόνους προπαγανδιστικού ψέμματος για να καλύψουν τα αδικαιολόγητα.
Επειδή, και εδώ είμαστε, αν δεν πιάσει το σχέδιο δραχμή για οποιοδήποτε λόγο και παραμείνει η χώρα στο ευρώ, αυτοί οι ίδιοι κυβερνήτες, αν δεν έχουν αποδράσει, θα υπογράψουν τέτοιο μνημόνιο που ο Σαμαράς θα φαντάζει Μάο.
Οι ελάχιστες νουνεχείς φωνές μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ αδύναμες για να αποτρέψουν τα χειρότερα. Και οι λίγοι πραγματικά άξιοι, που κατέχουν κυβερνητικές θέσεις είναι πολύ αδύναμοι για να αποτρέψουν το μοιραίο. Ο κόσμος που πίστεψε και που ακόμα πιστεύει ότι η ελπίδα έρχεται θα πληρώσει, όπως πάντα, πανάκριβα το τίμημα της ευκολοπιστίας του. Στην οποία συμβάλλαμε κι εμείς, όσοι συμβάλαμε. Συγγνώμη.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Μια τεκμηριωμένη ανάλυση του Γιάννη Ξένου, πέρα από ιδεοληψίες και διχαστικά διλήμματα:Ύβρις και Νέμεσις


Ο Γιάννης Ξένος έγραψε μια τεκμηριωμένη ανάλυση, ψύχραιμη πέρα από ιδεοληψίες και τεχνικούς διχασμούς. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι όλοι έχουμε ευθύνη -σε διαφορετικό βαθμό βέβαια- για την σημερινή εξέλιξη του τόπου μας. Κανείς δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας ή του ήθους. Επιπρόσθετα υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη, γι' αυτό οι διανοούμενοι ενώ μπορεί να τα καταφέρνουν στην θεωρία αποτυγχάνουν στην πράξη. Ούτε το ευρώ ήταν η τελειωτική λύση για την χώρα μας, αλλά και η έξοδος από αυτό με μια οικονομία χρεοκοπημένη και κατεστραμμένη δεν θα προσθέσει σε ανεξαρτησία ή σε ευημερία, όπως κάποιοι ισχυρίζονται . Αντίθετα θα συνοδευτεί με αύξηση της ανεργίας, υψηλότατο πληθωρισμό , περαιτέρω αφαίρεση ανεξαρτησίας και ανάδυση πολλαπλών γεωπολιτικών κινδύνων που θα είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουμε μόνοι  μας , ενώ δεν θα έχουμε να προσφέρουμε κάποιο όφελος στην Κίνα ή στην Ρωσία δίχως την στενή μας σχέση με την Ε.Ε, ώστε να κτίσουμε μαζί τους στρατηγικές συμμαχίες Ο ρόλος της χώρας μας πρέπει να είναι ενδιάμεσος ανάμεσα σε Δύση και σε Ανατολή , Βορρά και Νότο. Με αυτόν τον τρόπο θα είναι αναγκαία στην Ρωσία για την μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου και στην Κίνα για την μεταφορά εμπορευμάτων στην Ευρώπη. Όμως η απομόνωση της  από την Ευρώπη ακυρώνει τέτοιου είδους επιλογές και την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη για παράδειγμα στις φιλοδοξίες του νεο-οθωμανισμού ή του αλβανικού εθνικισμού.






Στις ατέρμονες συζητήσεις που γίνονται τα τελευταία πέντε χρόνια για την κατάσταση της οικονομίας και την φτωχοποίηση της χώρας, ελάχιστα ασχολούμαστε με το τι συνέβαινε στην χώρα τα προηγούμενα χρόνια, πριν την κρίση, τα χρόνια της «ευμάρειας». Για παράδειγμα δεν συναντάμε συχνά αναλύσεις για την ελληνική κοινωνία και οικονομία της πρώτης εξαετίας της εισόδου στο ευρώ (2002-07), πολύ περισσότερο για την προγενέστερη περίοδο του εκσυγχρονισμού (1996-2002) ή και πιο πριν από τις αρχές του 1980 και τις πρώτες κυβερνήσεις του Πασόκ. Δεν αναλύεται πως είχε επιτευχθεί εκείνη η «ευμάρεια», αν είχε στέρεες βάσεις ή αν ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή η φούσκα να σκάσει.
Σταδιακά ένας κύκλος που άνοιξε με την είσοδό μας στο ευρώ το 2002 κλείνει, ειδικά τις τελευταίες μέρες που οι συζητήσεις περί Grexit δεν είναι πια ταμπού για κανέναν (συζητείται ακόμα και σε επίσημες συσκέψεις του euro-working Group). Αν σε αυτή τη συγκρουσιακή φάση με την Ευρωζώνη αποφευχθεί η έξοδος μας, είναι πολύ πιθανό στο επόμενο διάστημα να επέλθει μια νέα κρίση και τότε η αποπομπή της Ελλάδας να είναι πιο ώριμη, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη τους τελευταίους μήνες ζυμώνεται εντατικά μ’ αυτή την ιδέα. Είναι κατάλληλη η συγκυρία να συζητήσουμε έναν πρώτο απολογισμό της περιόδου του ευρώ, να στοχαστούμε τα λάθη των ελληνικών πολιτικών εξουσιών, τις παγίδες που μας έστησαν οι Ευρωπαίοι εταίροι, αλλά και τις ευθύνες της ελληνικής κοινωνίας.
Η περίοδος 2002-2015 χωρίζεται σε δύο σχεδόν ισομερείς υποπεριόδους. Η πρώτη από το 2002 έως το 2008, που άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σύννεφα, είναι η φάση της διόγκωσης της οικονομίας και των προσδοκιών της κοινωνίας. Η δεύτερη από το 2009 έως και σήμερα είναι η φάση της χρεοκοπίας και των κοινωνικών αντιδράσεων.
Η ελληνική οικονομία την επταετία 2001-2007 αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,2%, ένα ομολογουμένως εντυπωσιακό ποσοστό[1]. Ήταν μια γιγάντωση που στηρίχθηκε σε πήλινα πόδια, αφού προερχόταν κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση που είχε μέση ετήσια αύξηση 4,2% (το 2001 στην Ευρωζώνη μόλις που άγγιζε το 2%) και τις αγορές κατοικιών (μέσος ετήσιος ρυθμός 9,7%). Ιδιωτική κατανάλωση και αγορές κατοικιών χρηματοδοτήθηκαν από την πληθώρα των χαμηλότοκων καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων.
 Η εγχώρια ζήτηση κάθε χρόνο αυξανόταν κατά 4,5% μ.ό. και δεν μπορούσε να καλυφθεί από την εγχώρια παραγωγή, έτσι στράφηκε στις εισαγωγές αγαθών που αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,5% την εξεταζόμενη περίοδο. Η εγχώρια παραγωγή είχε πτωτική πορεία, για παράδειγμα το 2001 οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών είχαν μηδενική αύξηση σε σχέση με το 2000, ενώ τον επόμενο χρόνο (τον πρώτο στην ΟΝΕ) κατέρρευσαν, είχαν μείωση -8,4%[2]. Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (23,8% του ΑΕΠ το 2007) ήταν πολύ χαμηλότερες από ότι σε άλλες προβληματικές χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Ισπανία (26,9%), η Πορτογαλία (32,2%) ή η Ιταλία (28,9%).
 Ο συνδυασμός αύξησης των εισαγωγών και στασιμότητας ή πτώσης των εξαγωγών είχε σαν αποτέλεσμα έναν σταδιακά διευρυνόμενο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 8,5% ΑΕΠ, που το 2007 ξεπέρασε το 10% του ΑΕΠ και το 2008 εκτινάχθηκε στο 14,9%. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, την προηγούμενη εξαετία 1994-99 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν ετησίως κατά μ.ό. 3% του ΑΕΠ, που ήταν και πάλι σημαντικό, αλλά διαχειρίσιμο. Για να έχουμε και ένα απτό παράδειγμα, τα Ι.Χ. επιβατικά αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν πρώτη φορά στην Ελλάδα (δηλαδή εισαγόμενα) κάθε χρόνο αυξήθηκαν από 148,1 χιλ. κατά μέσο όρο την περίοδο 1990-1998 σε 270,2 χιλ την περίοδο 1999-2008, δηλαδή ο ετήσιος μ.ό. σχεδόν διπλασιάστηκε!
Οι εισαγωγές χρηματοδοτήθηκαν από το φθηνό ιδιωτικό και δημόσιο δανεισμό. Το δημόσιο χρέος, παρότι το ΑΕΠ όλη αυτήν την περίοδο αυξανόταν σημαντικά ως ποσοστό επί του ΑΕΠ και θα ανέμενε κανείς να υποχωρήσει, παρέμενε σταθερά γύρω στο 100% του ΑΕΠ και το 2008 σκαρφάλωσε στο 112,9%. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δεν ήταν ποτέ κάτω από 4,4% και με την πάροδο των χρόνων αυξανόταν μέχρι το 2008 να αγγίξει το 10%.  
Η είσοδος στην Ευρωζώνη με τον τρόπο που έγινε, σε πολύ υψηλή ισοτιμία (1 ευρώ =340 δραχμές[3]) κατέστρεψε και την τελευταία ικμάδα της ελληνικής παραγωγής, αλλά εκείνα τα χρόνια όλοι ήταν αποχαυνωμένοι από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού που για πρώτη φορά έβρισκε η ελληνική οικονομία. Κανείς δεν ασχολούνταν με τη διάλυση της εγχώριας παραγωγής, οι λίγοι που μιλούσαν γι’ αυτά θεωρούνταν ότι είχαν απαρχαιωμένες ιδέες.
Αντιθέτως, η Γερμανία την ίδια περίοδο, όταν λίγο πολύ σε όλη την Ευρωζώνη επικρατούσε δημοσιονομική χαλαρότητα, όχι όμως στην έκταση της Ελλάδας, εφάρμοζε από το 2003 την «ατζέντα 2010», ένα πολύ σκληρό πακέτο μέτρων λιτότητας. Η Γερμανία εφαρμόζοντας λιτότητα στο εσωτερικό της, έστρεφε την ενισχυμένη παραγωγή της στο εξωτερικό και ένα σημαντικό μέρος στον παραγωγικά αποσαθρωμένο Νότο της Ευρώπης, που για να το πούμε σχηματικά δανειζόταν φθηνά για να μπορεί να αγοράζει γερμανικά βιομηχανικά προϊόντα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat η Γερμανία διεύρυνε το εμπορικό της πλεόνασμα με σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ από 46,4 δισ. ευρώ το 2000 σε 126,5 δισ. ευρώ το 2007. Τα πλεονάσματα της σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό Νότο διογκώθηκαν, με την Ελλάδα το ετήσιο πλεόνασμα τα έτη 2000-2007 αυξήθηκε από 3 δισ. ευρώ σε 5,5 δισ. ευρώ, με την Ιταλία από 9,6 δισ. ευρώ σε 19,6 δισ., με την Ισπανία από 11 δισ. σε 27 δισ. και την Πορτογαλία από 1 δισ. σε 4,2 δισ. ευρώ. Στο εσωτερικό της Γερμανίας η εγχώρια κατανάλωση μεταξύ 2001 και 2009 περιορίστηκε από το 78,5% του ΑΕΠ σε 74,5% και ακαθάριστο ποσοστό της αποταμίευσης αυξήθηκε από το 19% του ΑΕΠ σε σχεδόν 26%[4]. Τα πρώτα χρόνια χρήσης του ευρώ η Γερμανία ενίσχυσε σημαντικά τη θέση της και προετοιμάστηκε για την παγκόσμια κρίση που ξέσπασε από το 2008 και μετά, αντιθέτως ο Νότος και ειδικά η Ελλάδα βρέθηκε πλήρως απροετοίμαστος μπροστά στο τι θα επακολουθούσε.
Κάποια πρώτα ανησυχητικά μηνύματα άρχισαν να δίνονται μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, εξαιτίας της υπερκοστολόγησης των έργων. Τότε οι Καραμανλής – Αλογοσκούφης λάνσαραν ως λύση την «ήπια δημοσιονομική προσαρμογή» που όμως αντί να συγκρατήσει τα δημόσια ελλείμματα τα διόγκωσε και αντί να νοικοκυρέψει το Δημόσιο προχώρησε σε 150.000 νέες προσλήψεις την πενταετία 2004-09. Με το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης το 2008 η χώρα ήταν εντελώς απροετοίμαστη, αλλά σπατάλησε και δύο ολόκληρα χρόνια μέχρι να αντιληφθεί τι έρχεται. Στις εκλογές του 2009 η ελληνική κοινωνία πίστεψε τις ανοησίες του ΓΑΠ και των κηπουρών του ότι «λεφτά υπάρχουν» και ότι θα μπορούσαμε να ζούμε σαν παράσιτα πολυτελείας για ακόμα πολλά χρόνια. Η εγκληματική διαχείριση της κρίσης από τον ΓΑΠ και το περιβάλλον του πολλαπλασίασε τους κινδύνους.
Η κρίση που ξέσπασε από το 2009 μοιάζει με ένα τσουνάμι που έπληξε τους πάντες, δίκαιους και αδίκους, αδιακρίτως. Το ΑΕΠ την εξαετία 2008-13 μειώθηκε 26,2% (-0,2% το 2008, -3,1% το 2009, -4,9% το 2010, -7,1% το 2011, -7% το 2012 και -3,9% το 2013), ό,τι κέρδισε την προηγούμενη περίοδο (το διάστημα 2002-07 μεγεθύνθηκε αθροιστικά 25%) χάθηκε[5]. Το δημόσιο χρέος, ως αποτέλεσμα και της μείωσης του ΑΕΠ, εκτοξεύτηκε στο σχεδόν 180% που είναι σήμερα.  Η ανεργία όμως από το 2002 έως το 2013 αυξήθηκε κατά 173% (από 10% το 2002 σε 27,3% το 2013). Η ιδιωτική κατανάλωση την εξαετία 2008-13 ξεφούσκωσε, αφού μειώθηκε 26,5%, σχεδόν όσο και το ΑΕΠ. Οι εισαγωγές την περίοδο 2008-13 μειώθηκαν κατά 52% απόρροια της κατάρρευσης της εσωτερικής κατανάλωσης με αποτέλεσμα και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο να περιοριστεί αρκετά.
 Οι εξαγωγές όμως την περίοδο 2008-2013 παρουσίασαν μικρή αύξηση και δεν δικαίωσαν τις προβλέψεις των εμπνευστών των μνημονίων ότι αρκεί η μείωση του εργατικού κόστους για να πάρει μπρος ο εξαγωγικός τομέας. Οι εξαγωγές αγαθών εκπροσωπούν μόλις το 15% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη είναι 35%[6]. Ο εξαγωγικός τομέας δεν μπορεί να αναπτυχθεί εξαιτίας της δυσκολίας που αντιμετωπίζει στην εξεύρεση χρηματοδότησης. Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είχαν καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες τον Δεκέμβριο του 2009 ύψους 237,531 δισ. ευρώ και στα μέσα Ιουνίου 2015 δεν πρέπει να είναι πάνω από 125 δισ. ευρώ. Με τέτοιο τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες συν το γεγονός ότι τα κόκκινα δάνεια προσεγγίζουν τα 100 δισ. ευρώ, είναι αδύνατο να χρηματοδοτηθούν οι εξαγωγικές επιχειρήσεις, μόνο ένα ειδικό ταμείο μπορεί να έδινε μια κάποια λύση. Ο άλλος βασικός λόγος είναι ότι για δεκαετίες ο εξαγωγικός κλάδος έχει παραμεληθεί και τώρα δεν διαθέτει την οργάνωση που απαιτείται για να διοχετεύσει τα ελληνικά προϊόντα σε καλές αγορές.
Την επταετία της κρίσης πολιτικές δυνάμεις από όλο το πολιτικό φάσμα ανέλαβαν την ευθύνη της διαχείρισης της κρίσης και λίγο πολύ όλες απέτυχαν. Ο ΓΑΠ και οι κηπουροί του μας έβαλαν στην Κόλαση της Τρόικας και αυτές τις μέρες ο Τσίπρας και οι δικοί του κηπουροί είναι κοντά να δώσουν τέλος στην ελληνική τραγωδία με την έξοδο της χώρας από το ευρώ και την ολοκληρωτική χρεοκοπία. Ευθύνες φυσικά έχει και η ΝΔ επί Καραμανλή ή επί Σαμαρά, αλλά αυτή έχει το ελαφρυντικό ότι ο Καραμανλής καθυστερημένα το 2009 ξύπνησε και ήθελε να λάβει μέτρα πριν φτάσουμε στην προσφυγή στο ΔΝΤ. Ο Σαμαράς τον Νοέμβριο του 2011 πέρασε από το αντιμνημονιακό στρατόπεδο στο μνημονιακό και αυτό αποδείχτηκε καθοριστικό για τις μετέπειτα εξελίξεις, αν δεν υποχωρούσε τότε θα γινόταν εκλογές το 2011 πριν διασπαστεί το αντιμνημονιακό κίνημα και ίσως να αποφεύγαμε το δεύτερο μνημόνιο. Παρόλα αυτά το 2013-2014 περιόρισε κάπως την οικονομική καταστροφή και αν δεν υπήρχε η προεδρική εκλογική τον Δεκέμβριο και η μανία των Τσίπρα-Παππά να κυβερνήσουν με οποιοδήποτε κόστος για την χώρα, το ερχόμενο φθινόπωρο μπορεί και να έβγαζε τη χώρα από τα μνημόνια και έτσι να πάτσιζε για το ιστορικό λάθος που διέπραξε το 2011 και να πέρναγε μετά στην κρίση της Ιστορίας.
Αλλά μεγάλη ευθύνη φέρει και ο ελληνικός λαός, αφενός δεν αντιλήφθηκε ότι ο μεταπολιτευτικός πολιτικός κόσμος τελείωσε και παρήκμασε την χώρα, αφετέρου τις πιο κρίσιμες στιγμές πίστευε όσους του υπόσχονταν ότι θα του φέρουν και πάλι τον ψεύτικο παράδεισο της Μεταπολίτευσης. Αρνούνταν να πιστέψει ότι η κρίση ήρθε για να μείνει και ότι δεν υπήρχε τρόπος επιστροφής. Όταν στις αρχές του 2012 το Άρδην[7] και άλλοι πρότειναν τη λύση ενός εσωτερικού ομολογιακού δανείου που θα μπορούσε να φέρει στα κρατικά ταμεία 30-40 δισ. ευρώ γιατί τότε υπήρχαν ακόμα καταθέσεις, ελάχιστα την πήραν στα σοβαρά, οι περισσότεροι τη λοιδόρησαν είτε ως μη ρεαλιστική λύση είτε ως μη επαναστατική. Φυσικά οι καταθέσεις χάθηκαν από την υπερφορολόγηση που επέβαλλε το δεύτερο μνημόνιο ή μεταφέρθηκαν σε γερμανικές τράπεζες για την ενίσχυση της γερμανικής οικονομίας!
Ο κύκλος αυτής της περιόδου των 14 χρόνων κλείνει, τελικά την χρεοκοπία δεν την αποφύγαμε, το ζητούμενο είναι το μέγεθός της. Αν βγούμε από το ευρώ θα μειωθεί άλλο ένα 30-40% το ΑΕΠ και η χρεοκοπία δεν θα περιοριστεί μόνο στην οικονομία, θα επεκταθεί και σε άλλους τομείς, για παράδειγμα θα απομακρυνθούμε από την Κύπρο, αλλά και από τις βαλκανικές χώρες που είναι στην ΕΕ ή είναι σε τροχιά ένταξης σε αυτή. Το γεωπολιτικό περιβάλλον στην περιοχή με την επιθετική νεο-οθωμανική Τουρκία και με διαλυμένες τη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη από τον τζιχαντισμό είναι τέτοιο που θα κάνει πιθανά τις ελληνικές ελίτ να στραφούν αποκλειστικά στο Ισραήλ ως μόνη χώρα στην περιοχή που μπορεί να μας συνδράμει. Μια επιλογή αποκλειστικής συνεργασίας με το Ισραήλ θα ήταν ότι χειρότερο λαμβάνοντας υπόψη τι σημαίνει για τους τζιχαντιστές το Ισραήλ και πόσο ευάλωτη είναι η Ελλάδα. Αν συνυπολογίσουμε και τις άλλες δύσκολες παραμέτρους για την Ελλάδα, όπως το δημογραφικό, τη φυγή του ελληνικού πληθυσμού (δεν θα είναι μόνο νέοι, όπως και τώρα δεν είναι μόνο νέοι), τις μεταναστευτικές εισροές που ήδη είναι ανεξέλεγκτες και τη πλήρη διάλυση που θα έχουν οι κρατικές δομές (νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες, στρατός, αστυνομία κ.ά.), τότε η επιλογή της εξόδου από το ευρώ αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να αποκλείεται από κάθε άνθρωπο που διαθέτει ελάχιστη λογική.
Από την άλλη η παραμονή στο ευρώ, αν δεν τα αλλάξουμε όλα και πρώτα τα μυαλά μας, δεν θα μας σώσει. Η μάχη που θα δοθεί τα επόμενα χρόνια θα είναι για τη διατήρηση του ελληνικού κράτους και της κοινωνικής συνοχής του. Αυτό οι λογικοί άνθρωποι το συμμερίζονται και εκεί οφείλουμε να στραφεί η προσπάθεια μας στην ενίσχυση προσπαθειών και εγχειρημάτων που αντιστρατεύονται το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που στήνεται και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή. Το τρίπτυχο παραγωγική ανασυγκρότηση, ενίσχυση της δημογραφίας και ανάσχεση της μετανάστευσης των νέων είναι εγχειρήματα που μπορούν τα επόμενα χρόνια να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της χρεοκοπίας.   
 





[1] Τα στοιχεία για την περίοδο 2001-2007 προέρχονται από την έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, Το χρονικό της Μεγάλης Κρίσης: Η Τράπεζα της Ελλάδος 2008-2013, σσ. 15-18
[2] Τα στοιχεία τα πήραμε από το βιβλίο του Μιχάλη Ιγνατίου, Τρόικα, ο δρόμος προς την καταστροφή, εκδόσεις Λιβάνη, 2015
[3] Ίσως αν η ισοτιμία κλείδωνε πολύ χαμηλότερα στο 1 ευρώ= 500 δραχμές όπως πρότειναν οι Γερμανοί να διατηρούνταν κάτι από την εγχώρια παραγωγή, αλλά οι εκσυγχρονιστές του Πασόκ, μετά το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, ήθελαν υψηλή ισοτιμία για να ξεγελάσουν την κοινωνία ότι έχει νόμισμα με υψηλή αξία για να καταναλώνει περισσότερα αγαθά.
[4] Matthias Matthijs και Mark Blyth, «Οι ευθύνες της Γερμανίας για την κρίση του Ευρώ», Foreign Affairs, διαδικτυακή έκδοση  http://www.foreignaffairs.gr/articles/68549/matthias-matthijs-kai-mark-blyth/oi-eythynes-tis-germanias-gia-tin-krisi-toy-eyro
[5] Τα στοιχεία για την περίοδο 2008-13 προέρχονται από την τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2014) που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2015. www.pbo.gr

[6] Δήμητρα Μανιφάβα, «Τα δύο «βαρίδια» που βάζουν φρένο στις ελληνικές εξαγωγές», Καθημερινή,

[7] Άρδην , «Μόνη λύση η οικονομική αυτοδυναμία, Εσωτερικός Δανεισμός τώρα», http://ardin-rixi.gr/archives/3271

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

L.Strauss, B. Arditi, C. Emden, Τα όρια του φιλελευθερισμού- από τον Κ.Σμίτ στην Χ. Άρεντ, μετάφραση Γιώργος Μερτίκας- Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Ύψιλον, 2014, σελ. 122.

ΡΗΞΗ φ.115
                                                                    
Τρία πυκνά κείμενα  που μαρτυρούν μια ουσιώδη πολιτική σκέψη, η οποία δεν στέκεται στα στερεότυπα και στα τετριμμένα, αλλά εμβαθύνει στα πιο κρίσιμα πεδία του πολιτικού  στοχασμού μετάφρασαν ο Γιώργος Μερτίκας και ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Πρόκειται για τις μελέτες του Leo Strauss "Σημειώσεις για τον Κάρλ Σμιτ. Η έννοια  του πολιτικού" , του Benjamin Arditi "Για το πολιτικό: Ο Σμίτ εναντίον του Σμίτ" και του Christian Emden "Ο Κάρλ Σμίτ, η Χάννα Άρεντ και τα όρια του φιλελευθερισμού ". Η μελέτη του L. Strauss δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά, όσο ζούσε ο Σμίτ, ήταν δε τόσο εύστοχη ώστε τον υποχρέωσε να διορθώσει κάποια σημεία του αρχικού έργου του για την έννοια του πολιτικού. Οι δύο άλλες μελέτες δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Telos, τεύχος 142, την Άνοιξη του 2008.
Η καίρια σημασία του  στοχασμού  που  αναπτύσσουν οι τρεις συγγραφείς, για την ελληνική κοινωνία  επισημαίνεται ορθά  από τον Γ.Μερτίκα στην εισαγωγή του: "για να έρθουμε στα δικά μας, η κρίσιμη κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας καθιστά επείγουσα την απόφαση για το πολιτικό της status, την τοποθέτηση για το τι είναι προοδευτικό και συντηρητικό, ποιοί είναι οι φίλοι και ποιοί οι εχθροί, ποιά είναι η πολιτική της ταυτότητα. Γιατί, με τα λόγια του Σμίτ, "όταν ένας λαός  δεν έχει πλέον τη δύναμη ή τη θέληση να κρατηθεί στη σφαίρα του πολιτικού δεν εξαφανίζεται το πολιτικό από τον κόσμο. Εξαφανίζεται μόνο ένας αδύναμος λαός". Σε ανάλογες, λοιπόν, πολιτικές συγκυρίες και μπροστά σε ανάλογα διλήμματα, η σκέψη κλασσικών  στοχαστών έρχεται στην επιφάνεια. Μέσω αυτών των στοχαστών επιχειρείται η ανανέωση της πολιτικής σκέψης, πράγμα που σημαίνει την αντιστοίχηση θεωρίας και πράξης. Μεταξύ των κλασσικών εξέχουσα θέση κατέχουν οι τρεις πολιτικοί φιλόσοφοι που κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο συναντιούνται σ' αυτόν το μικρό τόμο: ο Κάρλ Σμίτ,η Χάνα Άρεντ και ο Λέο Στράους"(σελ.9).
Η σημαντικότερη ένσταση που εγείρει ο L.Strauss   στον Κ.Σμίτ είναι ότι τελικά η ερμηνεία του πολιτικού που αναπτύσσει, έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με αυτά για τα οποία κατηγορεί τους αντιπάλους του, δηλαδή  εδράζεται στην σύζευξη του πολιτικού με το ηθικό, του είναι με το δέον: "η κατάφαση στο πολιτικό δεν είναι τελικά τίποτ' άλλο από την κατάφαση στο ηθικό"(σελ.36). Αναλυτικότερα ισχυρίζεται "εάν, λοιπόν, σύμφωνα με την πραγματική γνώμη του Σμίτ, ο ορισμός του πολιτικού μπορεί να αναχθεί στον ορισμό του ηθικού, πως συμβιβάζεται αυτός ο ορισμός που διαπερνά όλο το κείμενό του, με την πολεμική εναντίον της προτεραιότητας της ηθικής σε σχέση με την πολιτική;... Ωστόσο αυτή η χρήση σημαίνει ότι ο Σμίτ είναι προσδεμένος στην άποψη των αντιπάλων του για την ηθικότητα αντί να θέτει υπό αμφισβήτηση την αξίωση της ανθρωπιστικής-ειρηνιστικής ηθικότητας να είναι ηθικότητα∙ παραμένει παγιδευμένος στη θεώρηση στην οποία επιτίθεται"(σελ.39).
 Στο  ιδιαίτερα πυκνό νοηματικό κείμενο προσεγγίζεται πλειάδα θεμάτων, ενώ και άλλες επισημάνσεις του L.Strauss   είναι σημαντικές. Όπως η υπόδειξη του γεγονότος  ότι ενώ τόσο ο Χόμπς όσο και ο Σμίτ αποδίδουν πολεμικό χαρακτήρα στην φυσική κατάσταση, για τον μεν πρώτο πρόκειται για τον πόλεμο που διεξάγεται μεταξύ ατόμων για τον δε δεύτερο  για τον πόλεμο που συμβαίνει ανάμεσα σε συλλογικότητες (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά έθνη). Μέσα σε αυτή την οπτική ο L.Strauss   αναγνωρίζει τον Χόμπς ως τον θεμελιωτή του φιλελευθερισμού και τον Σμίτ ως εκείνον που "σ' έναν φιλελεύθερο κόσμο αναλαμβάνει την κριτική του"(σελ.25). Επίσης η ανθρωπολογική απαισιοδοξία  αποδίδει πολεμικά και αρνητικά χαρακτηριστικά στην ανθρώπινη ύπαρξη, που δεν μπορούν  με την εκπαίδευση ή άλλους τρόπους να αλλάξουν  ουσιαστικά. Από την εποχή του Πλάτωνα μάταια εικάζεται ότι παιδαγωγικοί θεσμοί όπως η φιλοσοφία, η μουσική και η γυμναστική μπορούν να επηρεάσουν καταλυτικά την ανθρώπινη ύπαρξη, ώστε να αλλάξει η ροή της ιστορίας. Συγχρόνως η τεχνολογία αναγνωρίζεται ως όπλο για αυτούς που την κατέχουν παρά την φαινομενική της ουδετερότητα. Αλλά ο  L.Strauss  παραλείπει να   απαντήσει στις αιτιάσεις και στα ερωτήματα του Σμίτ: αν η προοπτική ενός παγκόσμιου κράτους "ως πλήρως απολίτικης συνεργασίας στην παραγωγή και στην κατανάλωση" είναι ρεαλιστική τότε "σε ποιούς ανθρώπους θα ανήκει η τρομερή εξουσία η οποία συνεπάγεται μια παγκόσμια οικονομική και τεχνική συγκεντροποίηση;"(σελ. 31).
O B. Arditi  διατρέχει  τα κυριότερα σημεία της σκέψης του Σμίτ. Επαναλαμβάνει σε αρκετές περιπτώσεις τα συμπεράσματα του L.Strauss, ενώ τονίζει την θεμελιώδη σημασία της απόφασης  έναντι της κανονιστικής θεμελίωσης, την σχετικότητα και την παροδικότητα του εχθρού και του φίλου αλλά και την απόρριψη  της τελεολογίας στην ιστορική εξέλιξη. Η αξιολόγηση του Σμίτ είναι αμφίσημη, όπως αμφίσημη ήταν η διαδρομή του: "μαζί με τον Σμίτ, και παρά τον Σμίτ"(σελ.76) γράφει.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο είναι το δοκίμιο του C. Emden "ο Κ.Σμίτ, η Χάννα Άρεντ και τα όρια του φιλελευθερισμού". Διότι με επιχειρήματα παρουσιάζει τα σημεία που οι δύο στοχαστές  εφάπτονται ή και ταυτίζονται, παρότι μια πρώτη προσέγγισή τους είναι δύσκολο να τα εντοπίσει. Ο Κ.Σμίτ συνεργάστηκε ως σύμβουλος με τους   ναζί, προτού αντικατασταθεί από  "χαρακτηρισμένους ναζί πολιτικούς και θεωρητικούς"(σελ.90). Η Χ. Άρεντ, μαθήτρια και ερωμένη του Χαϊντεγκερ, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής της, καταδιωκόμενη και ανέστια κατέφυγε, για να σωθεί. στις ΗΠΑ. Το έργο της, σπουδαίο και γοητευτικό, έχει  ως αφετηρία την ανάλυση του ολοκληρωτισμού. Ο C. Emden σημειώνει: "πράγματι, ο Σμίτ και η Άρεντ έχουν πολλά κοινά σημεία ως προς ό,τι τους απομακρύνει από μια καντιανή παράδοση φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης και από τις πρακτικές της συνέπειες, όπως ας πούμε το σύγχρονο νομοθετικό κράτος. Η έμφαση που έδιναν ο Σμίτ και η Άρεντ στην αυτονομία του πολιτικού ως βιωματικής σφαίρας πρότερης των νομικών τύπων πρέπει από πολλές απόψεις να διακριθεί από μια περιεσκεμμένη μορφή πολιτικής και μια διαδικαστική αντίληψη δημοκρατίας βασισμένη στην ουδετερότητα και σε κανονιστικές συνταγματικές αρχές"(σελ.85,86). Πέρα από αυτά η περιγραφή της αποσύνθεσης του σύγχρονου κράτους στη Γένεση του Ολοκληρωτισμού  από την Άρεντ  "αντικατοπτρίζει την Κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας  του Κ. Σμίτ"(σελ.87), ενώ ο τελευταίος παραθέτει αποσπάσματα από την Γένεση του Ολοκληρωτισμού  στο έργο του Nomos-Nahme-name. Πρόκειται άλλωστε για ένα δοκίμιο όπου η Άρεντ "μας δίνει μια επιφυλακτικά θετική περιγραφή του Σμίτ"(σελ.89), αφού χαρακτηρίζει ευφυείς τις θεωρίες του, που "εξακολουθούν να συναρπάζουν τον αναγνώστη"(σελ.90). Κατά τον Κ.Σμίτ το κράτος δεν προσδιορίζεται από το μονοπώλιο της βίας, όπως ισχυρίζεται ο Μ.Βέμπερ, αλλά από το μονοπώλιο της απόφασης. Χαρακτηριστικό,  επίσης είναι, ότι ένα κείμενό του σαν το  "Νομιμότητα και νομιμοποίηση", χρησιμοποιήθηκε ως όπλο, τόσο από τους φίλους όσο και τους εχθρούς του ναζισμού. Η επιδίωξη της Άρεντ για "τη ριζική αποκοπή από ό,τι θεωρεί ως την καντιανή παράδοση της νομικής κανονικότητας και της αξιακής ουδετερότητας"(σελ.111) την προσεγγίζει στην αποφασιοκρατική σκέψη του Κ.Σμίτ. Ο C. Emden καταλήγει  ότι "η Άρεντ και ο Σμίτ μας υπενθυμίζουν ότι τα όρια του φιλελευθερισμού πρέπει να αποτελούν μέρος κάθε σοβαρής συζήτησης για τον φιλελευθερισμό"(σελ.122).
(Ένα εξαιρετικό κείμενο που μπορεί να συμβάλλει και να συμπληρώσει μία ανάλογη προβληματική, το οποίο δυστυχώς δεν προβλήθηκε όσο του άξιζε και όσο μας ήταν αναγκαίο από την ελληνική κριτική όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά, αποτελεί  το:  Ξενοφών,  «Ιέρων ή Τυραννικός », που κυκλοφόρησε από τις  εκδόσεις Γνώση το  1995 σε μετάφραση Π.Κονδύλης  και Σχόλια του  L.Strauss :Περί Τυραννίδος –Μετάφραση :Γ.Λυκιαρδόπουλος, και του A .Kojeve :Τυραννία και Σοφία –Μετάφραση :Ευρυδίκη Παπάζογλου. Οι τρεις συγγραφείς Π.Κονδύλης, L.Strauss, A .Kojeve έχουν, τον Κ.Σμίτ, ως ένα κοινό σημείο αναφοράς.)



Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Νικολάι Μπερντιάγιεφ, γερμανικές επιρροές, Μαρξ και Σλάβοι




πηγή:Σωτήρης Δημόπουλος, 
http://sotiriosdemopoulos.blogspot.gr
/2015/06/blog-post.html#more


Η σύγκρουση κομμάτων και τάξεων, τα πολιτικά και κοινωνικά πάθη πολλούς κάνουν να ξεχνούν ότι η ρωσσική επανάσταση λαμβάνει χώρα στην ατμόσφαιρα ενός φοβερού πολέμου και ότι όλες οι κομματικές ομάδες με τα βαρύγδουπα συνθήματά τους δημιουργούνται υπό την πίεση του πολέμου. Τα κόμματα με τα προγράμματά τους και τις τακτικές τους δεν μπορούν τώρα να σταθούν σε καθαρή μορφή, όλοι αυτοί δεν είναι τέτοιοι που ήταν στην περίοδο της ειρήνης, στις ήρεμες συνθήκες της πολιτικής δραστηριότητας και της κοινωνικής μεταρρύθμισης της κοινωνίας. Στην παρούσα τραγική στιγμή της ρωσσικής ιστορίας όλα τα κόμματα καθορίζονται πάνω απ’ όλα από τις σχέσεις τους με τον πόλεμο και τη διεθνή πολιτική. Στην πραγματικότητα στη Ρωσσία υπάρχουν τώρα μόνον δύο κόμματα –το κόμμα των πατριωτών που επιθυμούν να σώσουν την πατρίδα, που δεν έχουν χάσει τα γνήσια εθνικά και κρατικά αισθήματά τους, που συνειδητοποιούν την ευθύνη για όλο το μέλλον της Ρωσσίας, και των μη-πατριωτών, που απορρίπτουν την εγγενή αξία της εθνικότητας, αδιάφορων για την πατρίδα, για τη τιμή και την αξιοπρέπειά της, και την προδίδουν ή από φανατική προσήλωση σε αφηρημένες ουτοπίες και ψευδείς διεθνιστικές ιδέες, ή ταπεινή ιδιοτέλεια και διαφθορά. Η κατηγοριοποίηση των κομμάτων σε «αστικά» και «σοσιαλιστικά» τώρα έχει λεκτική μόνον σημασία, είναι συμβατική έκφραση. Η πλεχανοβική σοσιαλιστική ομάδα «Ενότητα» αναγνωρίζεται ως «αστική» αποκλειστικά για την πατριωτική της δραστηριότητα. Και τα μαυροεκατονταρχίτικα στοιχεία, που κρύβονται κάτω από τη μάσκα του μπολσεβικισμού, είναι έτοιμα να τα αναγνωριστούν ως «σοσιαλιστικά» για την αντι-πατριωτική τους δράση. Το ζήτημα εδώ δεν είναι επί της ουσίας για τον σοσιαλισμό. Σοβαρή συζήτηση για τον σοσιαλισμό είναι ιστορικά άκαιρη και ακατάλληλη. Δεν είναι για το σοσιαλισμό τώρα ο ρώσσικος λαός και το ρωσσικό κράτος, τώρα είναι για την επιβίωση. Μπορώ να αναγνωρίσω κάποια αλήθεια στον σοσιαλισμό, αλλά την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή θα είμαι με κάθε κόμμα και κάθε τάξη, οι οποίες θα έχουν πατριωτικά και εθνικά αισθήματα, θα διασώσουν την πατρίδα από την καταστροφή. Μόνον τέτοια κόμματα και τέτοιες τάξεις μπορούν να αναγνωριστούν αληθινά ως προοδευτικά.
Ο αντιπατριωτικός, αντεθνικός, αντικρατικός σοσιαλισμός είναι βαθιά αντιδραστικός, γι’ αυτόν δεν θα υπάρχει θέση στην μελλοντική ελεύθερη Ρωσσία. Ο ρωσσικός επαναστατικός σοσιαλισμός σε εμάς ηθικά απέτυχε και ντροπιάστηκε, διότι αποδείχθηκε μη πατριωτικός, μη εθνικός και μη κρατικός τη στιγμή του μεγαλύτερου κινδύνου για την πατρίδα, και επάνω του πέφτει η δυσοίωνη σκιά της γερμανικής επιρροής. Ο ρωσσικός διεθνισμός είναι η άλλη πλευρά του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Είναι έτσι αντικειμενικά, ανεξάρτητα από την υποκειμενική συνείδηση των ξεχωριστών διεθνιστών, οι οποίοι μπορεί με ειλικρίνεια να υποστηρίζουν αυτήν την ιδέα. Η πατριωτική δραστηριότητα του Κερένσκι το τελευταίο διάστημα δεν είναι χαρακτηριστική του επαναστατικού σοσιαλισμού. Πολύ χαρακτηριστικότερος είναι ο κύριος Τσερνώφ ή ο μενσεβίκος διεθνιστής Μάρτωφ, για να μη πούμε για τους μπολσεβίκους. Πάντοτε πρέπει να θυμόμαστε ότι τα κόμματά μας είναι μυθοπλασία, κομματικές ετικέτες, συμβατικά σύμβολα. Πίσω από τα σύμβολα κρύβεται η πραγματική πάλη, που δεν έχει καθόλου αυτό το νόημα που εκφράζεται στα λόγια.
Ο διεθνισμός στο ρωσσικό έδαφος είναι γερμανισμός, ο ρωσσικός πασιφισμός είναι η γερμανική χαλάρωση της ρωσσικής εθνικής θέλησης. Κλόνισαν την ενότητα του ρωσσικού κράτους, σκότωσαν στον λαό μας το αίσθημα της εθνικής ενότητας, υπονόμευσαν το ηθικό και διέλυσαν το ρωσσικό στρατό, υπονόμευσαν κάθε αξιοπιστία προς τους συμμάχους, έφεραν τη Ρωσσία έως την ταπείνωση και τη ντροπή. Οι καρποί του διεθνισμού είναι πικροί για τη Ρωσσία, αλλά πολύ γλυκείς για τη Γερμανία. Οι γερμανικές επιρροές δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να εκληφθούν ως δωροδοκία, κατασκοπία και προδοσία των Ρώσσων. Αρκετοί από εμάς που πρόδωσαν, ξεπουλώντας την πατρίδα τους διακηρύσσοντας γερμανικά συνθήματα, ήσαν και στο παλαιό καθεστώς είναι και στο νέο. Δεν είναι όμως αυτό το ουσιώδες. Το πιο σημαντικό είναι ότι εξαιρετικά πολλοί Ρώσσοι βρίσκονται υπό την πνευματική επιρροή του γερμανισμού, έχοντας εσωτερικά δηλητηριαστεί από το δηλητήριό του, έχοντας καταληφθεί από δαίμονες, που έχουν απελευθερωθεί από τους Γερμανούς εναντίον της Ρωσσίας, και απώλεσαν το εθνικό τους πρόσωπο. Ο ρωσσικός λαός δεν έχει μόνον υλικά αδυνατίσει στο πόλεμό του με τη Γερμανία, αλλά πάνω από όλα αδυνάτισε πνευματικά, δεν αντιλαμβάνεται τη δική του ιδέα στην παγκόσμια διαπάλη, δεν συγκέντρωσε τις δικές του πνευματικές δυνάμεις για να υπερβεί τις δικές του θυσίες και δοκιμασίες, με τις οποίες συνοδεύεται αυτή η πάλη.
Τη τρομερή στιγμή, που καθορίζει τη μοίρα του λαού, που ενώθηκαν ο πόλεμος με την επανάσταση, ο ρωσσικός λαός δεν έχει τον δικό του λόγο, μιλά μια άλλη γλώσσα, προφέρει άλλα λόγια –«διεθνισμός», «σοσιαλισμός», κ.τ.λ., στρεβλώνοντας το ευρωπαϊκό νόημα αυτών των λέξεων, διατυπώνοντάς τες σε σπασμένη γλώσσα. Ο ρωσσικός λαός θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε το δικό του λόγο αυτή την ιστορική ώρα, όπου διαδραματίζεται η φοβερή διαμάχη του σλαβικού με τον γερμανικό κόσμο. Αλλά η παθητικότητα και η εκθήλυνση του ρωσσικού λαού, η αδυναμία του εμπρός στις ξενικές επιρροές τον εμποδίζουν να συνειδητοποιήσει την ιδέα του και να διατυπώσει το δικό του λόγο. Η Γερμανία είχε ανάγκη την ώρα της μάχης το ταξικό πάθος να υπερνικήσει το εθνικό πάθος στο ρωσσικό λαό, και αυτά τα δύο πάθη είναι θεμελιώδη στη ζωή των λαών.

ΙΙ

Το γερμανικό πνεύμα, γενναίο και κατακτητικό, προηγουμένως υποδούλωσε τη ρωσσική ψυχή, πριν υποδουλώσοει το σώμα της Ρωσσίας. Και έδρασε με διάφορους τρόπους. Το δέλεαρ της διεθνιστικής σοσιαλ-δημοκρατίας ήταν ένας από τους τρόπους εκγερμανισμού και υποδούλωσης της ψυχής της Ρωσσίας, της από-προσωποποίησης της ρωσσικής διανόησης. Αλλά για την ίδια τη Γερμανία αυτή η διεθνιστική σοσιαλ-δημοκρατία παρέμεινε εθνική και έγινε μία από της εκφράσεις της γερμανικής ιδέας. Σε όλους εκείνους στους οποίους αυτή η δήλωση μπορεί να φαίνεται αβάσιμη, συμβουλεύω να διαβάσουν τουλάχιστον το σπουδαίο βιβλίο του Κ. Μαρξ «Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία». Το βιβλίο αυτό λίγοι το γνωρίζουν και το θυμούνται. Τι δυνατό και οξύ μυαλό, τι λαμπρό δημοσιογραφικό ταλέντο! Πώς μπόρεσε αυτό το αυθεντικό και οξύ μυαλό να γεννήσει όλους αυτούς τους γκρίζους μαρξιστές, που μεταξύ τους δεν μπορείς να διακρίνεις τον έναν από τον άλλον; Ωστόσο, γέννησε και ο Τολστόι τολστόηδες! Ο Μαρξ μιλά με την ισχυρή και δυναμική γλώσσα του γερμανικού ιμπεριαλισμού, στην οποία δεν υπάρχει ούτε ίχνος του ανθρωπιστικού διεθνισμού και πασιφισμού. Θαυμάσια κατανοεί τη φυλετική αποστολή των Γερμανών να εκπολιτίσουν τη σλαβική ανατολή, στον εκγερμανισμό των Σλάβων βλέπει μια προοδευτική επαναστατική διαδικασία, και επίσης σχεδόν τους κλασσικούς τύπους του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Η γερμανική φυλή ανώτερη, η σλαβική κατώτερη. Η ανώτερη φυλή έχει δικαίωμα να κατακτήσει, να αποικίσει και να εκπολιτίσει την κατώτερη φυλή. Η αυτοδιάθεση των κατώτερων εθνοτήτων είναι αντιδραστική προσπάθεια. Πόσο μακριά είναι ο Μαρξ από τις διακηρύξεις των μαθητών του στο ζήτημα για «χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις» και «ελεύθερη αυτοδιάθεση των λαών». Ο Μαρξ εικάζει ότι «από την εποχή του Καρλομάγνου οι Γερμανοί κατέβαλαν επίμονες προσπάθειες για την κατάκτηση, τον αποικισμό, ή τουλάχιστον τον εκπολιτισμό της ευρωπαϊκής ανατολής» (Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία, σελ. 79). Για τις απελευθερωτικές απόπειρες των Πολωνών λέει: «Ωστόσο είναι ακόμη αμφισβητήσιμο, κατά πόσον ολόκληρες περιοχές, που κατοικούνται πλειοψηφικά από Γερμανούς, και μεγάλες, εντελώς γερμανικές, πόλεις να παραχωρηθούν σε έναν λαό, που σε τίποτα δεν έχει αποδείξει την ικανότητά του να εξέλθει από τη φεουδαλική κατάσταση»(σελ. 80). Για τις απελευθερωτικές επιδιώκεις των Τσέχων λέει: «Η Βοημία στο εξής μπορεί να υπάρχει μόνον ως τμήμα της Γερμανίας, αν και τμήμα του πληθυσμού της θα συνεχίζει στη διάρκεια ακόμη μερικών αιώνων να μη μιλά γερμανικά» (σελ. 82). Ιδού πως χαρακτηρίζει ο Μαρξ την επιδίωξη για ένωση και απελευθέρωση των Σλάβων: «Δημιουργήθηκε στα γραφεία κάποιων Σλάβων ερασιτεχνών της ιστορικής επιστήμης αυτό το γελοίο αντιστορικό κίνημα, το οποίο δεν επιδιώκει τίποτε άλλο από την υπαγωγή της πολιτισμένης Δύσης στη βάρβαρη Ανατολή, υποταγή της πόλης στο χωριό, του εμπορίου, της βιομηχανίας, των επιστημών στην πρωτόγονη αγροτική παραγωγή των Σλάβων δουλοπάροικων. Αλλά πίσω από αυτή τη γελοία θεωρία βρίσκεται μια φοβερή πραγματικότητα, η Ρωσσική αυτοκρατορία, σε κάθε κίνηση που προσβλέπει στην αξίωση να θεωρηθεί η Ευρώπη φέουδο της σλαβικής φυλής, και συγκεκριμένα το μοναδικό ισχυρό τμήμα αυτής της φυλής είναι οι Ρώσσοι. Αυτή η αυτοκρατορία, η οποία με τις δυο της πρωτεύουσες –την Πετρούπολη και τη Μόσχα- ακόμη δεν έχει βρει το κέντρο βάρος της, όσο η Κωνσταντινούπολη, στην οποία κάθε Ρώσσος χωρικός βλέπει την αληθινή την πραγματική Μητρόπολη της θρησκείας του και του έθνους του, δεν καθίσταται πραγματική έδρα του Ρώσσου αυτοκράτορα»(σελ. 83-84). Όπως βλέπετε ο Μαρξ δεν συνέδεσε τη ρωσσική έλξη για τη Κωνσταντινούπολη με τα συμφέροντα της καπιταλιστικής μπουρζουαζίας, το κεφάλι του δεν ήταν γεμάτο στερεότυπα και κοινοτοπίες, εδώ είδε πάνω από όλα την έλξη της ρωσσικής αγροτιάς προς τις θρησκευτικές και εθνικές του αντιλήψεις. Ο Μάρξ αισθανόταν μεγάλο μίσος για τους Σλάβους και τη Ρωσσία, ήταν τουρκόφιλος, ήταν Γερμανός μέχρι μυελού των οστέων στα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής. Τέτοιος ήταν και ο παλιός Λίμπνκεχτ, εχθρός της Ρωσσίας, πάντα προτιμούσε τους Τούρκους από τους Σλάβους. Με αφορμή τον πόλεμο με τη Δανία για το Σλέσβιχ και το Χολστάιν ο Μαρξ λέει: «αυτές οι περιοχές αναμφίβολα γερμανικές στην εθνικότητά τους, τη γλώσσα και τις κλίσεις τους είναι αναγκαίες για τη Γερμανία επιπλέον για την φύλαξη και την ανάπτυξη των θαλασσίων επικοινωνιών και του εμπορίου»(σελ. 86). Όλα αυτά ήταν πολύ ισχυρά στο πνεύμα του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Ιδού και το πιο χαρακτηριστικό σημείο: «Έτσι έπαψαν οι προσπάθειες των Γερμανών Σλάβων να κατακτήσουν την ανεξάρτητη εθνική τους ύπαρξη. Κατακερματισμένα απομεινάρια πολλών εθνών, η εθνικότητα και η πολιτική ζωτικότητα των οποίων μαράθηκαν από καιρό και τα οποία γι’ αυτό το λόγο ήδη σε διάρκεια χιλίων ετών ήταν αναγκασμένα να ακολουθήσουν τον νικητή τους, το πιο ισχυρό έθνος… Όλες αυτές οι απαρχαιωμένες εθνότητες –Βοημοί, Κροάτες, Δαλματοί κ.λπ. προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την γενική αναταραχή του 1948 για την αποκατάσταση του πολιτικού status quo, που ίσχυε μέχρι το 800 μ.Χ. Η ιστορία της τελευταίας χιλιετίας θα έπρεπε να τους δείξει ότι τέτοιο βήμα προς τα πίσω δεν είναι δυνατό. Ότι εάν η περιοχή προς τα ανατολικά από τον Έλβα και τον Ζάαλε, κάποτε κατοικημένη από ολόκληρη οικογένεια συγγενικών μεταξύ τους σλαβικών λαών, έγινε γερμανική, αυτό το γεγονός υποδηλώνει μόνον την ιστορική τάση και μαζί με αυτή τη φυσική και πνευματική ικανότητα του γερμανικού έθνους να υποτάξει τους παλαιούς ανατολικούς γείτονές του, να τους απορροφήσει και να τους αφομοιώσει, ότι αυτή η αφομοιωτική τάση των Γερμανών ήταν ανέκαθεν και ακόμη είναι ένα από τα ισχυρά μέσα διάδοσης του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού στα ανατολικά της ευρωπαϊκής ηπείρου (η υπογράμμιση δική μου-Ν.Μπ.) (σελ. 116-117). «Μπορεί αυτοί (οι πανσλαβιστές) να αναμένουν ότι η ιστορία θα βαδίσει χίλια χρόνια προς χάριν μερικών υποανάπτυκτων κοινοτήτων, οι οποίες σε κάθε σπιθαμή γης που κατοικούν βρίσκονται περικυκλωμένοι από Γερμανούς» (σελ. 117).

ΙΙΙ

Ποιος θα σκεφτόταν ότι αυτά τα δυνατά λόγια γράφηκαν από τον πατέρα της σοσιαλδημοκρατίας και όχι από έναν Γερμανό ιμπεριαλιστή, από τον προφήτη του διεθνισμού και όχι της γερμανικής εθνικής ιδέας; Οι σύγχρονοι Γερμανοί σοσιαλ-δημοκράτες, εκφυλισμένοι σε σοσιαλ-ιμπεριαλιστές, όπως τους αποκαλούν ειρωνικά, ακολουθούν τον δάσκαλό τους τον Μαρξ. Ο Μαρξ ήταν αρκετά έξυπνος, ταλαντούχος και αυθεντικός, ώστε στις καλύτερες στιγμές του κατανοεί τη σημασία της φυλής, συνειδητοποιεί τη σχέση του με τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό αυτού του κράτους ή του λαού, στην κουλτούρα του οποίου μεγάλωσε και μορφώθηκε. Ο ίδιος ο Μαρξ ποτέ δεν ήταν τόσο δογματικός, όπως οι μαθητές του και οι οπαδοί του. Αν και Εβραίος εξ αίματος, αισθανόταν επαρκώς Γερμανός και με γερμανικά μάτια έβλεπε τις διεθνείς σχέσεις. Κι αυτό τον τιμά. Και εμείς οι ανόητοι, νομίζουμε, ότι ο Μαρξ ήταν διεθνιστής με ανθρωπιστικό περιεχόμενο, ότι ήθελε την αδελφοσύνη των λαών, ότι διακήρυξε να μη γίνονται «προσαρτήσεις» και να παρασχεθεί σε όλους τους λαούς η ελευθερία για αυτοδιάθεση. Είναι πολύ αφελείς άνθρωποι αυτά τα παιδιά της Ρωσσίας, που οραματίζονται την αδελφοσύνη των λαών, την ελεύθερη αυτοδιάθεση, το διεθνισμό και την απορρέουσα από τους Γερμανούς σοσιαλ-δημοκράτες ιδεολογική τους αιτιολόγηση! Είναι αλήθεια ότι γι’ αυτές τις ρωσσικές ανοησίες δεν σκέφτεται σοβαρά ούτε ένας Γερμανός, ακόμη και σοσιαλδημοκράτης. Ο Μαρξ ενέκρινε όλες τις «προσαρτήσεις», που διέπραξε η εκλεκτή γερμανική φυλή, και δεν επέτρεπε την ελεύθερη αυτοδιάθεση των λαών για την κατώτερη σλαβική φυλή. Ο Μαρξ θα ενέκρινε την «προσάρτηση» όλης της Ρωσσίας, ως επέκταση του γερμανικού πολιτισμού στην βάρβαρη ανατολή. Ο Μαρξ γνώριζε ότι η ιστορία είναι ένας σοβαρός ανταγωνισμός δυνάμεων, και όχι ένας ανθρωπιστικός συναισθηματισμός.
Στον Γερμανό μπορεί να υπάρχει η ιδέα του διεθνισμού, αλλά αυτή θα είναι ένας διεθνισμός μετά από την πραγματοποίηση από τη γερμανική φυλή της εκπολιτιστικής της αποστολής, μετά από τον εκγερμανισμό της σλαβικής Ανατολής και της υποταγής στη Γερμανία όλης της Εγγύς Ανατολής. Για την επίτευξη αυτού του παγκόσμιου και πανανθρώπινου στόχου ο Γερμανός δεν θα επιτρέψει ποτέ στον εαυτόν του να μαλακώσει να διαλυθεί από οποιουσδήποτε συναισθηματισμούς, από αφηρημένες λαμπρές ιδέες. Αυτό ταιριάζει στους Ρώσσους. Η διεθνιστική σοσιαλδημοκρατία είναι εντελώς γερμανική στο πνεύμα του. Αποτελεί μία από τις γερμανικές επιρροές, που εμποδίζουν τον ρωσσικό λαό να κατανοήσει, ότι στον κόσμο λαμβάνει χώρα μια μεγάλη, παγκόσμια-ιστορική διαμάχη Σλάβων και Γερμανών, δύο εχθρικών δυνάμεων στην ιστορία και ότι η σλαβική φυλή ή θα βγει από αυτή τη μάχη νικήτρια, θα αποκρούσει τις αξιώσεις του γερμανισμού και θα εκπληρώσει την αποστολή της στην ιστορία ή θα ταπεινωθεί και θα απωθηθεί.
Τα στοιχεία της επανάστασης τώρα έσβησαν τη ρωσσική και σλαβική συνείδηση. Και στην εξαφάνιση αυτής της συνείδησης, που πίσω της στέκεται το υγιές φυλετικό ένστικτο, σημαντικό ρόλο έπαιξε η προπαγάνδα των γερμανικών σοσιαλ-δημοκρατικών ιδεών.  Ο σοσιαλισμός μπορεί να είναι εθνικός, αλλά στη Ρωσσία ο σοσιαλισμός κατέστη όργανο των εχθρικών της δικής μας φυλής δυνάμεων, αρνείται στη Ρωσσία να εκπληρώσει τη σλαβική της αποστολή. Το ρωσσικό και σλαβικό αίσθημα και η συνείδηση με όλες της τις δυνάμεις πρέπει να αφυπνιστεί. Είναι αναγκαία η κινητοποίηση του εθνικού πνεύματος. Και η υπενθύμιση για τη γερμανική αυτοσυνειδησία του Μαρξ είναι πολύ χρήσιμη σε αυτήν την υπόθεση. Στη γερμανική συνείδηση του Μαρξ για τη παγκόσμια εκπολιτιστική αποστολή της γερμανικής φυλής στην Ανατολή πρέπει να αντιτάξουμε τη δική μας ρωσσική συνείδηση για την αποστολή των Σλάβων, που ακόμη δεν είπαν το δικό τους λόγο στον κόσμο. Πιστεύουμε ότι η ισχυρή Ρωσσία θα δώσει μεγαλύτερη ελευθερία στον κόσμο και σε όλους τους λαούς του κόσμου, απ’ ότι η ισχυρή Γερμανία, ότι στο σλαβικό πνεύμα υπάρχει μεγαλύτερη παγκοσμιότητα απ’ ότι στο καταναγκαστικό γερμανικό πνεύμα. Όσο μεγάλη να είναι η σημασία της ρωσσικής επανάστασης στη ρωσσική ιστορία, η παγκόσμια διαμάχη των λαών είναι γεγονός με πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι η επανάσταση. Η επανάσταση προκλήθηκε από τον πόλεμο, και μπορεί να κατανοηθεί μόνον σε σχέση με τον πόλεμο. Οι Γερμανοί στην παγκόσμια διαπάλη έχουν τη δική τους ιδέα. Εμείς έχουμε κάποια ιδέα; Οι Ρώσσοι εκδήλωσαν τέτοια αδυναμία που χάρισαν την ηγεμονία στη γερμανική ιδέα. Όμως ο τελευταίος μας λόγος ακόμη δεν έχει ειπωθεί.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Narodopravstvo», Ν.6, σελ. 2-4, 9 Αυγούστου 1917

Από τα άπαντα του Ν. Μπερντγιάγιεφ, τ.4, σελ. 145-153, Παρίσι 1990.