Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

"ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ":"Το κύκνειο άσμα του Παναγιώτη Κονδύλη"






«Κοινωνική Οντολογία»:Το «κύκνειο άσμα» του Παναγιώτη Κονδύλη

ΡΗΞΗ Τ.63
Λίγο καιρό πριν χάσουμε τον Παναγιώτη Κονδύλη , είχε ήδη σχηματίσει ,όπως μας έλεγε , στην σκέψη του , το κύριο έργο του ,που ονόμαζε προσωρινά « Κοινωνική Οντολογία» .
Θα αποτελείτο από τρία μέρη και θα συμπύκνωνε όλα τα πορίσματα του στοχασμού του , πάνω στην κοινωνική θεωρία και φιλοσοφία.
Όπως γνωρίζουμε ο πρόωρος θάνατος του , δεν επέτρεψε να ολοκληρωθεί παρά μόνο το πρώτο μέρος , που αποτελείται από δύο τόμους. Το 1999 κυκλοφόρησε στο Βερολίνο και το 2007 στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Θεμέλιο σε μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου με τον τίτλο : «ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Βασικά στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας » (Τόμος 1 ,Τόμος 2 σελ.943).
Ο επιμελητής της γερμανικής έκδοσης Falk Horst επαναλαμβάνει την επισήμανση του Κονδύλη πως « είχε όλο το περιεχόμενο έτοιμο στο μυαλό του και απλώς έπρεπε να το αντιγράψει από αυτό».
Θα περίμενε κανείς ότι με την ευκαιρία της έκδοσης ενός τόσο σημαντικού έργου θα γινόταν μια εξαντλητική συζήτηση τουλάχιστον από τις στήλες των σοβαρότερων εφημερίδων .Κάτι τέτοιο – καθ’ όσο γνωρίζουμε – δεν έγινε. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε δύο λόγους .Πρώτον αυτοί που επιμελούνται τις σχετικές στήλες δεν γνωρίζουν με επάρκεια το έργο του Π. Κονδύλη ή και δεύτερο η δημοσιότητα στην χώρα μας είναι σε τέτοιο βαθμό υπό έλεγχο , ώστε κάποιοι όσο σημαντικοί και να είναι θα πρέπει να αποσιωπούνται ,αν δεν εναρμονίζονται με τις παραμέτρους της «πολιτικής ορθότητας » .
Παρ’ όλα αυτά το ενδιαφέρον για το έργο του Κονδύλη δεν έχει κοπάσει. Δεν αναφερόμαστε μόνο στα αφιερώματα που έχουν κάνει στο παρελθόν περιοδικά όπως η ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ ή το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με πρωτοβουλία του Π. Νούτσου ή την συγκριτική εργασία του Γ.Φαράκλα για το έργο του Κονδύλη και του Ψυχοπαίδη ( που πέθανε και αυτός ξαφνικά , όπως θα θυμούμαστε στην παρουσίαση βιβλίου του Γ.Καραμπελιά η «Θεμελιώδης Παρέκκλιση» ) , ή άλλες μελέτες που δημοσιεύονται κατά διαστήματα , αλλά και τις πολυάριθμες ιστοσελίδες ελληνικές ή ξένες που αναφέρονται στον Π. Κονδύλη και στο έργο του.
Ο Κονδύλης με πυκνό και ώριμο τρόπο – που μαρτυρά μια εις βάθος διεπιστημονική γνώση του ευρωπαϊκού πολιτισμού αναφέρεται σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων της κοινωνικής φιλοσοφίας . Στα πλαίσια ενός περιορισμένου αναγκαστικά σημειώματος θα αναφερθούμε με ένα τρόπο επιλεκτικό , αλλά με την ελπίδα να προϊδεάσουμε για την σημασία του έργου του.
Κατ’ αρχήν αναφέρεται στην αντιπαράθεση του με την σκέψη του Χάμπερμπας : « δεν είναι διόλου ανάγκη να καταφύγουμε στη θεσμικά διασφαλισμένη ορθολογικότητα του συστήματος για να καταδείξουμε τα αδύνατα σημεία της επικοινωνιακής ουτοπίας και το ανέφικτο της θεμελίωσης της κοινωνικής ζωής πάνω στη συλλογιστική συζήτηση .Μια αποφασιοκρατική θεωρία των θεσμών λόγου χάρη - ως μια από μερικές κοινωνιοθεωρητικές εναλλακτικές δυνατότητες – θα μπορούσε να καταλήξει στα ίδια φρονιμευτικά συμπεράσματα στα οποία όντως είχε καταλήξει και πριν από τη θεωρία των συστημάτων » (Τόμος 1 ,σελ .37).
Επισημαίνει την κοινή καταγωγή από τον οικονομισμό τόσο του φιλελευθερισμού όσο και του μαρξισμού , ώστε « και ο μαρξισμός , αν θέλουμε να τον θεωρήσουμε αποκλειστικά από αυτή τη σκοπιά , ήταν απλώς ο φιλελεύθερος οικονομισμός οδηγημένος στις τελευταίες ιστορικές συνέπειες του» (Τόμος 1 ,σελ .53).Ταυτόχρονα στο πλαίσιο της μαζικής δημοκρατίας εντοπίζονται και άλλες συγκλίσεις όπως αυτή ανάμεσα στον οικονομισμό και την κυβερνητική , και τον οικονομικό και τον administrative man (διοικητικό, διαχειριστικό άνθρωπο ).Έτσι η ορθολογικότητα λαμβάνει ορισμένα χαρακτηριστικά καθώς συνδέεται με την ιδιοτέλεια των ατόμων και σημαίνει την μεγαλύτερη υπολογισιμότητα .Στην ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας « η κοινωνία ως όλον πρέπει να γίνει υπολογίσιμη ακόμη και επειδή τα ορθολογικά υπολογίζοντα άτομα που τη συνιστούν φαίνονται υπολογίσιμα » (Τόμος 1 ,σελ .55).Για να δώσει το τελειωτικό κτύπημα στην θεωρία της επικοινωνιακής δράσης του Χάμπερμπας ,θα την συνδέσει με τον οικονομισμό , διότι « επιτελούν αλληλοσυμπληρωματικές ιδεολογικές λειτουργίες , διαφέρουν στο περιεχόμενο η μια από την άλλη και παραταύτα ανήκουν στο ίδιο πλαίσιο όπως η κορώνα και τα γράμματα ενός κέρματος» (Τόμος 1 ,σελ .58).
Ο Κονδύλης θεωρεί ότι ενώ η μαζική παραγωγή ευνοεί την εργαλειακή ορθολογικότητα η μαζική κατανάλωση προάγει την « ατομιστική ηθική της άμεσης απόλαυσης και γενικά της «αυτοπραγματοποίησης ».Παράλληλα θεωρεί πως η αντίθεση ανάμεσα στην κοινότητα και την κοινωνία του Ταίνις έχει μυθικό χαρακτήρα , καθότι τα στοιχεία εκείνα που τις απαρτίζουν ,δεν μπορούν να διακριθούν αλλά τις συναντούμε τόσο στην «κοινωνία » όσο και στην «κοινότητα» . Παραδέχεται όμως ότι η « κοινότητα» ως πηγή έμπνευσης για ουτοπικά σχέδια κοινωνικής αλληλεγγύης επιζεί στις μέρες μας και τρέφει τόσο την « αριστερή » όσο και τη «δεξιά » κριτική του πολιτισμού , η οποία στρέφεται κατά της μη εποπτεύσιμης πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας που κάνει κάθε πρωτοβουλία να παραλύει » (Τόμος 1 ,σελ .78).
Η απορρόφηση του πολιτικού από το οικονομικό – που φαίνεται να απαντά στο αίτημα του φιλελεύθερου οικονομισμού και του χυδαιομαρξισμού- και των κρατών από την «παγκόσμια κοινωνία » δεν καταργεί το ζήτημα των πολέμων ,αντίθετα « το ειδικό πολιτικό πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής τάξης θα εξακολουθούσε να υφίσταται , και μάλιστα θα οξυνόταν χωρίς προηγούμενο » και εγγυημένα θα μετέτρεπε όλους τους εθνικούς πολέμους σε εμφύλιους.
Ένα θέμα που επιστρέφει έμμεσα είναι το ζήτημα του Διαφωτισμού , όπου ο Κονδύλης επαναλαμβάνει την σκέψη του Dilthey , που δεν πίστευε στον « μύθο για τον νοησιαρχικό Διαφωτισμό» (Τόμος 1 ,σελ .133).Από αυτό θα επεκταθεί στον κριτικό αναστοχασμό τής υπαρξιακής φιλοσοφίας και ιδιαίτερα στους Χάιντεγκερ και Μπούμπερ και θα ερμηνεύσει τον Μάρξ στην πολυμέρεια του έργου( ιστορικός – νομικός – φιλόσοφος- οικονομολόγος) , αναιρώντας έτσι την οικονομίστικη εκδοχή του έργου του.
Εξαντλητική είναι η κριτική του Κονδύλη , στον μεθοδολογικό ατομισμό ως προυπόθεση του νεοφιλελευθερισμού, στο κεφάλαιο οι «διδακτικές πλάνες του μεθοδολογικού ατομισμού» .Επισημαίνει ότι κάτω πολιτικές απαιτήσεις του ψυχρού πολέμου , η Δύση τσουβάλιασε μαζί τον ηττηθέντα εθνικοσοσιαλισμό με τον κομμουνισμό , γεγονός που έδωσε ώθηση στον μεθοδολογικό ατομισμό .Με αυτόν τον τρόπο : «ως ευαγγελιστές των φιλελεύθερων αξιών της πιεζόμενης Δύσης , ο Hayek και ο Popper απέκτησαν τη φήμη τους , ενώ η αντικειμενική τους συμβολή στην κοινωνική επιστήμη είναι περιθωριακή και ο πληροφορημένος αναγνώστης μάταια θα αναζητήσει στα βιβλία τους μεγάλες πρωτότυπες ιδέες .Πολύ πιο αποδοτική από την προσφορά τους είναι η ανάλυση των σφαλμάτων της σκέψης τους , τα οποία λόγω της στρατηγικής που εφάρμοσαν ήταν αναπόφευκτα , καθώς και ο Hayek και ο Popper κατά βάθος αντιστρέφουν απλώς τα περιεχόμενα και τα πρόσημα .Στον ολισμό ως πνευματικό πατέρα του «ολοκληρωτισμού αντιπαραθέτουν τον μεθοδολογικό ατομισμό ως ιδεατή διασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου .» (Τόμος 1 ,σελ .193).Στην συνέχεια θα εξετάσει και άλλες εκδοχές του νεοφιλελευθερισμού όπως την «θεωρία της ορθολογικής επιλογής».
Κατόπιν θα ασχοληθεί με την διάκριση του εχθρού και του φίλου ως κύριας παραμέτρου της κοινωνίας ,αναιρώντας έτσι με αυτόν τον τρόπο την προσπάθεια του Κ.Σμίτ
Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει δύο επιμέρους κεφάλαια την «κοινωνική σχέση ως μηχανισμό» και το κεφάλαιο «ορθολογικότητα , σύμβολο και γλώσσα στο πεδίο εντάσεων της κοινωνικής σχέσης».Με το δεύτερο κεφάλαιο μπαίνουμε στην καρδιά του προβληματισμού περί ορθολογισμού και ανορθολογισμού. Παρότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ , μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Κονδύλης πρόβαλε να μας δώσει ορισμένες κρίσιμες πλευρές ενός θέματος που δεν έπαψε να απασχολεί τον στοχασμό από την εποχή τουλάχιστον του Ηράκλειτου. Όπως έγραφε « Στην κοινωνική ζωή δεν κυριαρχούν ούτε ο ανορθολογικός άνθρωπος ως άβουλος υπηρέτης των ορμών ούτε ο ορθολογικός άνθρωπος ως κύριος των ορμών .Επικρατεί ο άνθρωπος που ασκεί την ορθολογικότητα ως εκλογίκευση και έτσι παράγει μείγματα ή μορφές συνύπαρξης ( ή όπως θέλει κανείς να τα αποκαλεί ) εκείνων των στρωμάτων του χαρακτήρα του τα οποία εν μέρει για λόγους οικονομίας της σκέψης και εν μέρει με κοινωνικοηθική πρόθεση διαχωρίζουμε σαφώς ή αντιπαραθέτουμε το ένα στο άλλο» (Τόμος 2 ,σελ .759).

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

ΑΡΔΗΝ Τ.79




Το 79ο τεύχος του περιοδικού Άρδην περιλαμβάνει ένα εκτεταμένο αφιέρωμα στο εξωτερικό μέτωπο της ελληνικής κρίσης. Στο πώς η Γερμανία, έχοντας διαμορφώσει την αυλή της, υποτάσσοντας οικονομικά και πολιτικά τις κεντροευρωπαϊκές χώρες, εγείρει αξιώσεις ηγεμόνευσης ολόκληρης της Ευρώπης, και τι σημαίνει αυτό για τη χώρα μας. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει κείμενα των: Β. Στοϊλόπουλου, Γ. Ντυβάλ, Π. Ιλάρ και Μ. Γκρίεβιτς.
Το έτερο αφιέρωμα του περιοδικού κινείται στο ακριβώς αντίθετο κλίμα από αυτό που αναφέραμε. Πρόκειται για ένα αφιέρωμα στον Ρήγα Φεραίο και το διακριτό αντιστασιακό παράδειγμα που πρεσβεύει στα πλαίσια της μεγάλης νεοελληνικής αναγέννησης. Ένα παράδειγμα που συνδυάζει το λόγιο στοιχείο και το λαϊκό, την ελληνική ιδιαιτερότητα με την αναφορά στις πιο ριζοσπαστικές διεργασίες που συνέβαιναν εκείνη την εποχή στη Δύση –κι όλα αυτά σ’ ένα εγχείρημα που γύρευε τη διπλή απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανοκρατία και την Αποικιοκρατία, μέσα από τη συγκρότηση μιας παμβαλκανικής δημοκρατικής Ομοσπονδίας. Σ’ αυτήν τη φιγούρα, στο «παράδειγμα Ρήγας», πρέπει να επιστρέψουμε ξανά και ξανά, προκειμένου να αναζητήσουμε όλες εκείνες τις παραμέτρους που θα μας επιτρέψουμε να οικοδομήσουμε αντιστάσεις με βαθιές ρίζες, έναντι της απειλούμενης, πολλαπλής υποδούλωσης της χώρας μας. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει κείμενα του Ρήγα Φεραίου, ένα εκτεταμένο κείμενο του Γ. Καραμπελιά και ένα άλλο του Δ. Καραμπερόπουλου.
Το τεύχος κλείνει με αναλύσεις για την επικαιρότητα, την επίσκεψη του Ερντογάν και τον νεο-οθωμανισμό, την οικονομική κρίση, το νέο εθνοαποποδομητικό νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, αλλά και κείμενα για τις διεθνείς εξελίξεις, για ιστορικά θέματα και βιβλιοπαρουσιάσεις. Γράφουν οι: Θ. Τζιούμπας, Γ. Ρακκάς, Νικόλας Δημητριάδης, Δ. Μαυρίδης, Χ. Βάρσος, Τ. Χατζηαναστασίου, Ν. Ραυτόπουλος, Δ. Πέτκος, ενώ περιλαμβάνονται κείμενα των Μ. Μπαρντακουμάρ και Ρ. Σκάλενμπεργκ.

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ :ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ







Οντολογία και Αλλοτρίωση

Συγγραφέας:
Κώστας Παπαϊωάννου
Μετάφραση, Βασίλης Τομάνας
και Χριστίνα Σταματοπούλου για τον Πρόλογο του Ρεϋμόν Αρόν
Επιμέλεια: Χριστίνα Σταματοπούλου
Σελ. 258
Τιμή: 20 Ευρώ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σημείωση του Μεταφραστή 7
Πρόλογος του Ρεϋμόν Αρόν 9
MEΡΟΣ Α΄: Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ 29
Ι. Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ (1961) 31
1. Οντολογία των παραγωγικών δυνάμεων 31
2. Ύλη και ιστορία 50
ΙΙ. ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, ΠΡΑΞΙΣ*, ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ (1963) 73
1. Ο Μαρξ και η κριτική της ιδεολογίας 73
2. Ο ολικός άνθρωπος του Καρλ Μαρξ 91
3. Ο Μαρξ και η κριτική της αλλοτρίωσης 107
ΙΙΙ. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ (1964) 132
1. Τα νεανικά έργα 132
2. Τα έργα της ωριμότητας 151
Β. ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ 169
Ι. ΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (1961) 171
Το μαρξιστικό σχήμα 171
1. Ανταγωνισμός 174
2. Δυναμική 183
3. Η πάλη των τάξεων 191
4. Μια διπλή μυθολογία 209
ΙΙ. Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ (1964) 217
1. Η εξουσία και οι εξουσίες 217
2. Μερική εξουσία, ολοκληρωτική εξουσία 236

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΡΕΫΜΟΝ ΑΡΟΝ

Για είκοσι χρόνια, ο φίλος μας, Κώστας Παπαϊωάννου, Κώστας για τους φίλους του, αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου του στη μελέτη του Μαρξ, των μαρξιστών, των μαρξιστών-λενινιστών. Μοίρασε τα αποτελέσματα των μελετών του σε πολυάριθμα άρθρα, γεμάτα από πληροφορίες και ιδέες, όλα druckreif[1], όπως λένε οι Γερμανοί, και έτοιμα για την έκδοση ενός βιβλίου, που όλοι περιμέναμε αλλά που ποτέ δεν βρήκε τον χρόνο να ολοκληρώσει.
Ίσως, ο ίδιος, κατά βάθος, να μην πήρε ποτέ τη σταθερή απόφαση να δώσει αίσιο τέλος στη σύνταξη του opus maximum, το οποίο θα μαρτυρούσε τη σύζευξη αρετών που σπάνια συνυπάρχουν. Συσσώρευε τις ημερομηνίες και τα γεγονότα με τον τρόπο ενός αρχειοθέτη, ερμήνευε τα κείμενα σαν ιστορικός ιδεών, διαλεγόταν με τις θέσεις και τις θεωρίες όπως ένας φιλόσοφος. Μήπως τον βάρυνε και τον ανέστειλε ο τεράστιος όγκος των τεκμηρίων; Δεν το πιστεύω. Είχε μεγάλη ευκολία στο γράψιμο. Ο πρόλογός του σε ένα βιβλίο για την ελληνική γλυπτική αποκαλύπτει ένα αληθινό συγγραφικό και συνθετικό ταλέντο. Το βιβλίο του, Η Ψυχρή Ιδεολογία, κατακλύζεται από το πάθος –επίσης ψυχρό– ενός ανθρώπου γοητευμένου από τον Μαρξ (πώς θα του αφιέρωνε, άλλωστε, τόσα μερόνυχτα εργασίας;) ο οποίος ταυτόχρονα απεχθανόταν τους μαρξιστές-λενινιστές.
Ίσως ο Κώστας να θυσίασε πολλά στην αγορά*, προσφέροντας εν αφθονία στους φίλους του τους πολιτιστικούς θησαυρούς του, προσεκτικός και ευαίσθητος πάντα απέναντι στους ανθρώπους και στα γεγονότα. Πολύ περισσότερο από ιστορικός, υπήρξε ένας πολίτης του κόσμου και ένας ιδεώδης συνομιλητής – ο συνομιλητής που απαντάει πάντα στις ανησυχίες και τα ερωτήματα αλλά και εκείνος που ξέρει να ακούει εάν ο άλλος δεν ζητάει τίποτε περισσότερο από ευήκοα ώτα. Χρειάζεται, άραγε, να προσθέσουμε την πλήρη απουσία κοινωνικής και λογοτεχνικής φιλοδοξίας, την μοναδική ικανότητά του να αγνοεί τους γραφειοκρατικούς καταναγκασμούς, τη δίψα του για γνώση, την οποία η έρευνα, αντί να κατασιγάζει, την ενίσχυε ακόμα περισσότερο; Λόγω χαρακτήρα, συνέχιζε ασταμάτητα τη διερεύνησή του, ενώ θα έπρεπε να απαγορεύσει στον εαυτό του κάθε περισπασμό, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του στο έργο που έπρεπε να οικοδομήσει.
Δεν το έκανε αλλά, κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ετοίμαζε τη συλλογή των κυριότερων άρθρων του, ιδιαίτερα εκείνων που είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό Le Contrat social, και η οποία αποτελεί ένα βιβλίο, ένα ωραίο βιβλίο. Ο Κώστας θα μπορούσε να είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο, αυτό που ονειρευόταν, αλλά, σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να είχε αφήσει αυτά τα άρθρα στην αρχική τους μορφή, εξ αιτίας του περιεχομένου τους, της μεθόδου που είχε ακολουθήσει, του γεγονότος ότι αποτελούσαν ένα συνδυασμό αναλύσεων και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Είχε αρχίσει να ξαναδιαβάζει αυτά τα άρθρα, αφαιρούσε εδώ κι εκεί κάποια χωρία, αλλά, κατά βάση, τα διατηρούσε όπως ήταν, μια και έβρισκε σ’ αυτά την έκφραση της σκέψης του. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως το βιβλίο που ονειρευόταν θα ήταν διαφορετικό από αυτό εδώ. Ωστόσο, εκείνο που μου ζήτησαν να παρουσιάσω οι φίλοι του Κώστα παραμένει όπως ήταν, σημαδεύοντας μια πορεία, που φωταγωγείται κάθε τόσο από το πάθος του πολεμιστή.
Κατ’ αρχάς και πριν απ’ όλα, έπρεπε να διευθετηθεί το ζήτημα της διάταξης. Αποκλείσαμε την απλούστερη λύση, εκείνη της χρονολογικής σειράς. Έχει καμιά σημασία η σειρά με την οποία εμφανίστηκαν οι μελέτες του; Μήπως αποκαλύπτει την εξέλιξη της σκέψης του, κάποια μετάθεση των ενδιαφερόντων του; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα, η απάντηση ήταν αρνητική. Έτσι, επιβλήθηκε η άλλη λύση, μια συστηματική παράθεση, και δεν δυσκολευτήκαμε καθόλου να την αποφασίσουμε και να την αποκαταστήσουμε.
Ο Μαρξ ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως φιλόσοφος, παρόλο που ο ίδιος πίστευε πως είχε ακολουθήσει κυρίως νομικές σπουδές (σύμφωνα με τον πρόλογο στη Συμβολή στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας). Τα νεανικά κείμενα, που δεν έγιναν γνωστά στο σύνολό τους παρά μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του, στη μεταπολεμική Γαλλία, αποτέλεσαν αντικείμενο ανεξάντλητων ερμηνειών. Στα πρώτα άρθρα, που δημοσιεύονται με τους τίτλους «Η θεμελίωση του μαρξισμού» και «Ο μύθος της διαλεκτικής», ο Κώστας τοποθετείται πάνω στα επίκαιρα ακόμα προβλήματα της μαρξολογίας. Στο Contrat social, το δεύτερο μέρος της «Θεμελίωσης του μαρξισμού» έφερε τον τίτλο «Ύλη και ιστορία». Ο Κώστας αναθεώρησε και διεύρυνε αυτό το δεύτερο μέρος σε τρία άρθρα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Preuves. Αυτά τα άρθρα διατηρήσαμε στην παρούσα έκδοση.
Μια δεύτερη ομάδα άρθρων αναφέρεται στις τάξεις και την ταξική πάλη. Ορισμένα από αυτά, τα πιο παλαιά, ξεκίνησαν να γράφονται ή γράφτηκαν όταν ακόμα ζούσε στην Αθήνα. Αυτό το ζήτημα συνιστούσε, κατ’ αυτόν, το επίκεντρο της κοινωνιολογίας του Μαρξ. Ο τελευταίος συνέλαβε τη θεωρία του υπό το φως των κοινωνιών της εποχής του, επεκτείνοντας τις κατευθυντήριες ιδέες αυτής της θεωρίας στο σύνολο της ιστορίας. Η διάκριση σε πέντε τρόπους παραγωγής, αρχαϊκό, φεουδαλικό, καπιταλιστικό, ασιατικό, και δυνητικά τον σοσιαλιστικό, παραμένει εν ισχύ στη μαρξολογική φιλολογία.
Από τη θεωρία της τάξης, η ιστορία και η λογική μας οδηγούν στις σχέσεις ανάμεσα σε «Τάξη και κόμμα», στη διαμόρφωση του «ολοκληρωτικού κόμματος», στον δεσποτισμό, όπως τον βλέπει ο Μαρξ και οι σύγχρονοί μας[2].
Το κομμουνιστικό κόμμα της Ε.Σ.Σ.Δ. αποτελεί το τέλειο παράδειγμα του ολοκληρωτικού κόμματος και οδηγήθηκε, από τις περιστάσεις και από την ιδεολογία του, να αναλάβει το έργο της συσσώρευσης του κεφαλαίου, που στη Δύση πραγματοποίησε ο καπιταλισμός. Τα τρία άρθρα αυτού του μέρους πραγματεύονται το ζήτημα του μαρξισμού-λενινισμού στην εξουσία. Ο αναγνώστης μαντεύει, σε ένα δεύτερο πλάνο, τα κείμενα στα οποία ο Μαρξ περιγράφει και αναλύει τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Αγγλία. Η προλεταριοποίηση των αγροτών βρίσκει το αντίστοιχό της στη μοίρα των Άγγλων αγροτών που εκδιώχθηκαν από τη γη τους από το κίνημα των περιφράξεων.
Τα άρθρα πάνω στην εξωτερική πολιτική αποτελούν ένα είδος συμπεράσματος. Περιστρέφονται γύρω από δύο θέματα, τη ρωσοφοβία του Μαρξ και την πλανητική επέκταση του καπιταλισμού. Το πρώτο αποκαλύπτει ανάγλυφα την ειρωνεία της ιστορίας. Η χώρα, τον δεσποτισμό της οποίας απεχθανόταν ο Μαρξ, και ανησυχούσε για την πιθανή επέκτασή της, όταν εξελίχθηκε στη Σοβιετική Ένωση, ξεπέρασε τον τσαρικό δεσποτισμό και την τσαρική επέκταση, και όλα αυτά στο όνομα του ίδιου του Μαρξ. Όσο για την καθολίκευση της βιομηχανικής κοινωνίας και την τεχνικοποίηση του πλανήτη μας, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν απλά οράματα μιας νεανικής φαντασίας, σήμερα έχουν ολοκληρωθεί.
Θα ήταν περιττό, ακόμα και απρεπές, να απαριθμήσουμε εδώ τις σπουδές του φίλου μας. Έγραφε σε μια γλώσσα καθαρή, κατανοητή, και δεν παρασύρθηκε ποτέ από τα παιχνιδίσματα και τις ηδονές της παρισινής ιντελιγκέντσιας. Δεν έπλασε καινούργιες λέξεις για να υποδηλώσει φαντασιώσεις· χρησιμοποίησε το λεξιλόγιο των φιλοσόφων, όταν σχολίαζε τον Χέγκελ, και την καθομιλουμένη όταν αφηγείτο τα διαδοχικά στάδια της αγροτικής κολεκτιβοποίησης.
Θα ήθελα μόνο να κάνω κάποιες περιθωριακές παρατηρήσεις πάνω σε αυτά τα κεφάλαια, ώστε να αναδειχθούν οι πρωτότυπες ιδέες, που κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν λόγω της ρευστότητας του κειμένου.
Ο Κώστας θαύμαζε στον Μαρξ τον κοινωνιολόγο και όχι τον φιλόσοφο, ή, μάλλον, δεν αναγνώρισε ποτέ τον Μαρξ ως φιλόσοφο. Τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη για τον διαλεκτικό υλισμό, δεν του δίνει καμία προσοχή σε ό, τι αφορά τα ζητήματα της λογικής και της οντολογίας. Ειρωνεύεται τον πατέρα Καλβέζ, που έγραφε: «Το πρόβλημα της μεθόδου είναι το κεντρικό πρόβλημα της μαρξιστικής σκέψης. Ο Μαρξ, εξάλλου, είχε πλήρη συνείδηση της μεγάλης σημασίας του, πράγμα που υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο τον φιλοσοφικό και συνολικό χαρακτήρα του εγχειρήματός του: εγχείρημα που δεν έχει να κάνει με μια επιμέρους τεχνική, αλλά με τον Λόγο, τον εσωτερικό στο Είναι και την επιστήμη, με την ολότητα που νοείται σαν έννοια, με τη μέθοδο». Ο Κώστας σχολιάζει: «…πού μίλησε ο Μαρξ γι’ αυτόν τον Λόγο, τον εσωτερικό στο είναι και για τη “ολότητα που νοείται σαν έννοια”; Οι βαρύγδουποι αυτοί όροι, θεμιτοί προκειμένου για τη νεο-καντιανή φιλοσοφία ή για τη φαινομενολογία του Χούσερλ, είναι τόσο ξένοι προς τη σκέψη και την ορολογία του Μαρξ, ώστε νιώθουμε κάπως στενάχωρα όταν διαβάζουμε το κείμενο, ή μάλλον το σκιαγράφημα που παραθέτει ο πατήρ Καλβέζ, σαν τεκμήριο της “ανάγκης”, που υποτίθεται ότι αισθάνθηκε ο Μαρξ, “να τοποθετηθεί, σε σχέση με τον Χέγκελ, στα μεθοδολογικά προβλήματα και στο πρόβλημα της έννοιας εν γένει”».
Με τον ίδιο τρόπο, επικρίνει επανειλημμένα τον Μερλώ-Ποντύ, ο οποίος, επίσης, μετέφρασε τη σκέψη του Μαρξ σε μια γλώσσα ξένη προς τον συγγραφέα του Κεφαλαίου. Σε ένα χωρίο του βιβλίου του, Εγκώμιο της φιλοσοφίας, διαβάζουμε: «Η ιστορία δεν εντάσσεται πια μόνο στην κατηγορία του γεγονότος ή της πραγματικότητας, κατηγορία στην οποία η φιλοσοφία προσφέρει το δικαίωμα στην ύπαρξη, μέσω της ορθολογικότητας· είναι κάτι περισσότερο: είναι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο διαμορφώνεται κάθε αίσθηση, και ιδιαίτερα η εννοιολογική ή φιλοσοφική αίσθηση σε ό, τι θεμιτό διαθέτει. Αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί πράξις* είναι η αίσθηση που διαγράφεται αυθόρμητα μέσα από τη διασταύρωση των ενεργειών με τις οποίες ο άνθρωπος οργανώνει τις σχέσεις του με τη φύση και με τους άλλους». Ο Κώστας σχολιάζει: «Αναρωτιόμαστε γιατί ο Μαρξ αποκαλούσε πράξη* και όχι νόημα*, ή πιο διαλεκτικά διανόημα*, αυτή την υλική-αισθητή δραστηριότητα, την οποία θεωρούσε θεμέλιο του αισθητού κόσμου. Πολύ θα θέλαμε να μάθουμε πού μίλησε για την “αυθόρμητη” γένεση της “εννοιολογικής ή φιλοσοφικής αίσθησης” και αν τον απασχόλησε ποτέ το να αναγνωρίσει τον θεμιτό χαρακτήρα αυτής της αίσθησης».
Χωρίς αμφιβολία, ο Κώστας παριστάνει τους αγρότες του Δούναβη[3] και η ειρωνεία του είναι, κατά βάθος, εξαιρετικά σοβαρή. Η διανοητική εντιμότητα μας υποχρεώνει να ερμηνεύουμε έναν στοχαστή στο εσωτερικό των προβλημάτων που έχει θέσει στον εαυτό του, με τη βοήθεια των εννοιών που έχει χρησιμοποιήσει. Έτσι λοιπόν, ο Κώστας προσάπτει στον Μερλώ-Ποντύ ότι, χρησιμοποιώντας το δικό του λεξιλόγιο, φαλκιδεύει τον μαρξισμό του Μαρξ.
Σε ένα ουσιώδες χωρίο του άρθρου, «Ο μύθος της διαλεκτικής», ο Κώστας, στηριζόμενος στα κείμενα, αντιπαρατίθεται στον τρέχοντα παριζιάνικο συρμό, που αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στα νεανικά έργα και το Κεφάλαιο. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, που υποστηρίζει ο Μερλώ-Ποντύ στο έργο του Οι περιπέτειες της διαλεκτικής, η διαλεκτική, που ενυπάρχει στα προ του 1848 κείμενα, σταδιακά σκληρύνεται, κρυσταλλοποιείται, υλικοποιείται· οι αντικειμενικοί παράγοντες υπερισχύουν της πράξης· αυτό που ο Μαρξ αναζητά στο εξής στον Χέγκελ, «είναι ο ορθολογισμός, για να τον χρησιμοποιήσει προς όφελος της φύσης, των “παραγωγικών σχέσεων”, που νοούνται σαν ένα καθαυτό είδος, μια δύναμη εξωτερική και ολότελα θετική». Πώς, απαντά ο Κώστας, είναι δυνατόν να αποδίδει κανείς στον Μαρξ τον φενακισμό, που ο ίδιος δεν σταμάτησε ποτέ να καταγγέλλει; «Ο “φετιχισμός”, που ο συγγραφέας του Κεφαλαίου καταλογίζει στην “αστική πολιτική οικονομία”, συνίσταται ακριβώς στο ότι αντιμετωπίζει σαν πράγματα, σαν μια δύναμη εξωτερική προς τους ανθρώπους και ολότελα θετική, αυτό που, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ένα προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας, των οιονεί προσωπικών σχέσεων ανθρώπου με άνθρωπο». Σίγουρα, στις σχέσεις παραγωγής, η ανθρώπινη δραστηριότητα βουλιάζει, σκληρύνεται, απανθρωποποιείται, κι αυτό αποτελεί μια βασική αντίληψη της ιστορικής ερμηνείας, ήδη παρούσα από τη Γερμανική Ιδεολογία: Οι παραγωγικές σχέσεις πραγμοποιούνται, ενώ δεν αποτελούν πράγματα, εντάσσονται ακριβώς στην αυθεντική μαρξιστική διαλεκτική· τη διαλεκτική της εργασίας και του αντικειμένου, την κριτική της αυταπάτης ενός κόσμου αντικειμένων ή εμπορευμάτων, που υπάρχει αφ’ εαυτού, ενώ, στην πραγματικότητα, αποτελεί το αλλοτριωμένο έργο της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Για τον Κώστα, ο πραγματικός Μαρξ, εκείνος που αξίζει σεβασμό, θαυμασμό, είναι ο κοινωνιολόγος-οικονομολόγος, ο συγγραφέας του Κεφαλαίου. Δεν θεωρούσε ότι ο Μαρξ είχε επεξεργαστεί κάποια Weltanschauung. Η φιλοσοφία που αναδεικνύεται από τα νεανικά κείμενα συνοψιζόταν, κατ’ αυτόν, σε έναν μετασχηματισμό της βιομηχανίας σε copula universi[4]. Από αυτή τη μεταφυσική της βιομηχανίας, παραμένουν ίχνη στα έργα της ωριμότητας.
Ο Κώστας κάνει μονάχα μια εξαίρεση υπέρ της Κριτικής του χεγκελιανού κράτους (στο οποίο συνήθως δίνεται ο τίτλος Κριτική της φιλοσοφίας του δικαίου). Το σχόλιο, παράγραφο προς παράγραφο, «μπορεί να θεωρηθεί παραδειγματικό». «Σε αυτό ακριβώς το κείμενο, ο Μαρξ δίνει, για πρώτη φορά, το μέτρο της επαναστατικής διαλεκτικής του· μια ευθεία γραμμή οδηγεί, από την “πραγματική δημοκρατία”, που αναγγέλλεται στο χειρόγραφό μας, στον μαρασμό του κράτους, που διακηρύσσεται από τον “επαναστατικό σοσιαλισμό” (ή υποτιθέμενο τέτοιον) των έργων της ωριμότητας. Τέλος, το αντικείμενο του διαλόγου Μαρξ-Χέγκελ (“αληθινή δημοκρατία” ή γραφειοκρατικό κράτος με λαϊκή αντιπροσώπευση;) ενυπάρχει στην ίδια τη φύση των σύγχρονων κοινωνιών[5]».
Αυτό το κείμενο χρονολογείται, όπως ξέρουμε, από το 1842 ή, το πιθανότερο, το 1843, σε μια στιγμή που ο Μαρξ δεν είχε ξεκινήσει ακόμα τις σπουδές του στην πολιτική οικονομία· κατά τον Κώστα (και συμφωνώ μαζί του), ταιριάζει περισσότερο με τον μαρξισμό της ωριμότητας, ή, ακριβέστερα, περιέχει τα σπέρματα της –όψιμης– θεμελιώδους θεωρίας του Μαρξ.
Όλοι οι ιστορικοί γνωρίζουν πως τα νεανικά έργα συνιστούν ένα συνεχή διάλογο με τον Χέγκελ. Το ζητούμενο είναι να διακρίνουμε σε ποιον βαθμό ο Μαρξ αποτελεί τον αντίποδα ή τη συνέχεια του Χέγκελ. Ανάλογα με τα κείμενα και ανάλογα με τα αντικείμενα του διαλόγου, ο Κώστας κλίνει προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Στο Οικονομικο-φιλοσοφικό χειρόγραφο, ο Μαρξ γράφει πως ο Χέγκελ τοποθετείται από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας. Πράγματι, ο Χέγκελ φώτισε με μια αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια τις αντιφάσεις της αστικής κοινωνίας. «Θεμελιωμένη στην εργασία, αυτή επιτρέπει στην ανθρώπινη εργασία να αγγίξει την τελειότητα. Σε αντιπαράθεση, ο εργάτης δεν συμμετέχει στον εμπλουτισμό της συλλογικότητας. Το προλεταριάτο, μια μάζα που έχει εκπέσει κάτω από το μίνιμουμ επίπεδο επιβίωσης, που θεωρείται αναγκαίο και κανονικό για ένα μέλος της κοινωνίας, εκδιώκεται αναπόδραστα από την κοινωνία των πολιτών, που εγκαταλείπεται στον εαυτό της. Διχασμένη από τον καταμερισμό της εργασίας και την ταξική αντιπαράθεση, η κοινωνία των πολιτών καθίσταται ανίκανη να συγκροτήσει μια αυθεντική κοινότητα, αποτελεί μάλλον την “απώλεια της κοινότητας” (Verlust der Sittlichkeit[6])». Ο Μαρξ, ως συγγραφέας του Κεφαλαίου, επεξέτεινε τη σκέψη του Χέγκελ πολύ περισσότερο απ’ ό, τι έκανε ως συγγραφέας του Οικονομικο- Φιλοσοφικού Χειρογράφου.
«Η προσέγγιση του Μαρξ τοποθετείται στους αντίποδες του Χέγκελ», γράφει αλλού ο Κώστας. Αλλά, σε αυτό το χωρίο, σχολιάζει τη φοϋερμπαχική φιλοσοφία του Μαρξ, το 1844, όταν ακόμα δεν είχε βρει τις κατευθυντήριες ιδέες της δικής του ερμηνείας της ιστορίας. Εκείνη τη στιγμή, κατά τον Μαρξ, δεν είναι η αρνητικότητα που εκδηλώνεται στην ανάγκη και η εργασία που την αντιμετωπίζει (όπως πίστευε ο Χέγκελ), αλλά η συμμετοχή στην πρωταρχική και αδιάσπαστη θετικότητα της φύσης. «Εγκατεστημένος σε τούτη τη στέρεα και ολοστρόγγυλη σφαίρα», «εισπνέοντας και εκπνέοντας όλες τις δυνάμεις της φύσης», αλληλέγγυος με όλα τα άλλα όντα εξαιτίας της καθολικότητας των αναγκών του: τέτοιος εμφανίζεται ο άνθρωπος στους πρώτους προβληματισμούς του Μαρξ».
Αυτό το κείμενο του 1844, το Οικονομικο-φιλοσοφικό χειρόγραφο, ο Κώστας το αποδίδει στη λατρεία για τον Φόιερμπαχ, που ο ίδιος ο Μαρξ απέρριψε και, στη συνέχεια, θεώρησε ακόμα και γελοία. «Η αρχική διαλεκτική του Μαρξ είναι μια καθαρή μεταφυσική της τεχνικής, διατυπωμένη χωρίς περιστροφές στην ακόλουθη πρόταση: “Η περιβόητη ενότητα ανθρώπου και φύσης υπήρξε ανέκαθεν στη βιομηχανία και με διαφορετική μορφή σε κάθε εποχή· ανάλογα με τη μικρότερη ή μεγαλύτερη ανάπτυξη της βιομηχανίας”». Τα κείμενα στα οποία αναφερόταν με ικανοποίηση ο Πατέρας Φεσάρ, η ισοδυναμία του συντελεσμένου νατουραλισμού και του συντελεσμένου ανθρωπισμού, το τέλος της πάλης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, η συμφιλίωση ουσίας και ύπαρξης, υποκειμένου και αντικειμένου, ο Κώστας τα εξηγεί με την παροδική λατρεία προς τον Φόιερμπαχ και από μια μόνιμη λατρεία για τον δημιουργικό ρόλο της βιομηχανίας. «Η βιομηχανία συνιστά την ιστορική σχέση της φύσης με τον άνθρωπο… ο κομμουνισμός θα αποτελέσει την πλήρη πραγμάτωση του ανθρωπισμού της φύσης».
Από τη στιγμή που εκλείπει η λατρεία προς τον Φόιερμπαχ, ο Μαρξ διακηρύσσει με την ίδια θέρμη την ιστορικότητα της φύσης, ιδιαίτερα στις περίφημες θέσεις του 1845. «Ακόμα και τα αντικείμενα της πιο απλής “αισθητής βεβαιότητας” του προσφέρονται αποκλειστικά από την κοινωνική εξέλιξη, τη βιομηχανία και τις κοινωνικές σχέσεις». Πριν μεταβληθεί σε «μια οικονομική ερμηνεία» της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο μαρξισμός παρουσιάζεται σαν μια ιστορική αντίληψη της ύλης, που επεκτείνει την κυριαρχία των παραγωγικών δυνάμεων στο σύνολο της φύσης. Από αυτή την άποψη, ο νεαρός Μαρξ κρίνεται από τον Κώστα σαν ένας ακλόνητος αντιχεγκελιανός: για τον Χέγκελ, η Ιδέα είναι ο δημιουργός της πραγματικότητας, ενώ για τον Μαρξ, η πραγματικότητα είναι το προϊόν των «παραγωγικών δυνάμεων».
Σύμφωνα με τους νεαρούς χεγκελιανούς του Doktoklub, η κριτική αρχίζει με την κριτική της θρησκείας, η οποία παραμένει, Μαρξ έφα, το θεμέλιο, η απαρχή, η έμπνευση κάθε κριτικής. Η προβολή του ανθρώπου στο επέκεινα εξηγείται από τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες. Ακριβώς επειδή δεν πραγματώνεται στον κόσμο τούτο, ο άνθρωπος χάνεται στο επέκεινα. Αλλά ο Μαρξ επεκτείνει τη φοϊερμπαχική κριτική της θρησκείας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Η θρησκευτική αλλοτρίωση υλοποιείται αποκλειστικά στο πεδίο της συνείδησης, η οικονομική αλλοτρίωση είναι η αλλοτρίωση της πραγματικής ζωής. Εάν εξαλείψουμε την οικονομική αλλοτρίωση, θα εξαλείψουμε ταυτόχρονα τις υπόλοιπες μορφές αλλοτρίωσης. Μόνο η αλλοτρίωση αποτελεί ένα αναγκαίο στάδιο για την ανθρώπινη πραγμάτωση, έναν εμπλουτισμό του ανθρώπου, στον βαθμό που θα αποτελέσει την αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Κατά μία έννοια, ο Μαρξ υιοθετεί, πέρα από τον Φόιερμπαχ, «τη χεγκελιανή αντίληψη για την ιστορία ως αλλοτρίωση και επιστροφή στον εαυτό του Πνεύματος, αλλά μόνο για να αποδείξει ότι, στο κράτος, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, την τέχνη κ.λπ., ο άνθρωπος διάγει μια ύπαρξη ξένη προς την ουσία του, εξωτερική προς την πραγματική ζωή του». Αλλά, ποια είναι αυτή η ζωή στην οποία θα φτάσει όταν θα έχει ξεπεράσει όλες τις αλλοτριώσεις; Αυτή η πραγματική ζωή θα περιοριστεί στην πρακτική, στην οργάνωση της εργασίας, που αποτελεί την ουσία του ανθρώπου. «Η συμφιλίωση, που ο Χέγκελ ήθελε να την παρουσιάσει σαν το αποτέλεσμα της ιστορίας της φιλοσοφίας, στον Μαρξ, εκφράζει την αρκετά μυστικιστική ταυτότητα που θα ενώσει, σε ένα νέο ένδοξο σώμα, παραγωγούς, καταναλωτές και βιομηχανικά προϊόντα». Η κριτική των αλλοτριώσεων –πολιτική, τέχνη, φιλοσοφία– μεταβάλλεται σε μηδενισμό· δεν αφήνει χώρο παρά μόνο για τις παραγωγικές δυνάμεις και την οργάνωση αυτών των δυνάμεων.
Για να προσμετρήσουμε την απόσταση ανάμεσα στον νεαρό Μαρξ και τον ώριμο Μαρξ, αρκεί να αντιπαραβάλουμε δύο κείμενα: στο Χειρόγραφο, προσδιορίζει την οικονομική αλλοτρίωση από το γεγονός ότι η εργασία, αντί να εκφράζει την ανθρώπινη ουσία, υποβαθμίζεται σε απλό μέσο επιβίωσης· σε μια περίφημη σημείωση του Κεφαλαίου, βεβαιώνει πως η εργασία είναι και παραμένει το πεδίο της αναγκαιότητας και πως η ελευθερία αρχίζει έξω από την εργασία. Εξ ου και το συμπέρασμα που αναφέρεται επανειλημμένα: πρέπει να μειωθεί ο χρόνος εργασίας.
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν αποτιμούν απολύτως σωστά τον Κώστα και το σύνολο των άρθρων από τα οποία συνάγεται μια ερμηνεία των σχέσεων Μαρξ-Χέγκελ. Θα πρέπει να προειδοποιήσουμε τους αναγνώστες να αποφύγουν μια γρήγορη ανάγνωση δήθεν εύκολων κειμένων που, όμως, συμβάλλουν τα μέγιστα σε ένα μείζον ζήτημα της μαρξολογίας: την υποτίμηση του Οικονομικο-φιλοσοφικού χειρογράφου σε απλό σχεδίασμα, που δεν περιέχει κάποια βαθιά φιλοσοφία· την ταχεία εξαφάνιση της φοϋερμπαχικής φιλολογίας για τον συντελεσμένο νατουραλισμό και τον ολοκληρωμένο ανθρωπισμό· τη μετουσίωση της τεχνικής σε δημιουργό της ανθρώπινης ιστορίας· μια μονοφυσιτική ανθρωπολογία, ο άνθρωπος που συρρικνώνεται στην πρακτική του· τη διολίσθηση της κριτικής της θρησκείας σε μια μηδενιστική κριτική όλης της πνευματικής ζωής. Τι απομένει από αυτό το όραμα στον επιστημονικό μαρξισμό; Ο Κώστας προτείνει, εδώ κι εκεί, μια απάντηση. Εγώ διστάζω να παρουσιάσω μία απάντηση, όταν αναφέρομαι σε αυτόν.

***
Τα άρθρα του δεύτερου μέρους δεν απαιτούν περιθωριακά σχόλια ούτε διασαφήνιση από κάποιον σχολιαστή. Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή του αναγνώστη στη μέθοδο που ακολουθεί ο Κώστας κατά την έκθεση και τη συζήτηση των κεντρικών θέσεων του ιστορικού υλισμού.
Η μέθοδος του Κώστα είναι ιστορική με τη διπλή σημασία της λέξης. Παραθέτει τα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς, τα υποβάλλει σε κριτική, παραβάλλοντάς τα με την ιστορική πραγματικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη θέση για την υπερεργασία και την εκμετάλλευση. «Σε καμία περίπτωση, το Κεφάλαιο δεν ανακάλυψε την υπερεργασία. Παντού όπου ένα κομμάτι της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργαζόμενος, ελεύθερος ή όχι, υποχρεώνεται να προσθέσει στον χρόνο της εργασίας, που είναι απαραίτητη για την επιβίωσή του, και ένα πλεόνασμα, που προορίζεται να παρέχει τα αναγκαία για την επιβίωση του κατόχου των μέσων παραγωγής, είτε αυτός είναι ένας καλός κ’ αγαθός Αθηναίος, είτε Ετρούσκος θεοκράτης, civis Romanus [Ρωμαίος πολίτης], Νορμανδός άρχοντας, Αμερικανός δουλοκτήτης, Βλάχος βογιάρος, μεγάλος γαιοκτήμονας, ή σύγχρονος καπιταλιστής». Παρομοίως, ο Μαρξ γράφει: « ο κατακτητής ζει από τον φόρο υποτέλειας, ο κρατικός λειτουργός από τους φόρους, ο γαιοκτήμονας από την πρόσοδο, ο δε καλόγερος από ελεημοσύνες και ο λευίτης από τη δεκάτη: όλοι καρπούνται ένα ποσοστό της κοινωνικής παραγωγής, που καθορίζεται από νόμους διαφορετικούς από εκείνους που καθορίζουν το μερίδιο των άμεσα εργαζόμενων, δούλων, δουλοπάροικων ή μισθωτών εργατών». Ο Κώστας επισημαίνει, με διεισδυτικό τρόπο, τον εξω-οικονομικό χαρακτήρα των περισσότερων κυρίαρχων τάξεων ή στρωμάτων που απαριθμούνται. Αλλά ο Μαρξ αρνούνταν την ανεξαρτησία και την ιδιαιτερότητα τόσο του ιδεολογικού όσο και του πολιτικού πεδίου. Εξ ου και οι ιστορικές αναλύσεις μέσα από τις οποίες ο Κώστας ανασκευάζει, κατά κάποιον τρόπο, τον «οικονομικό μονισμό», που ο Μαρξ υποστήριζε σε ένα αφηρημένο επίπεδο αλλά τον ξεχνούσε, τις περισσότερες φορές, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με την πραγματικότητα.
Για παράδειγμα, αναφορικά με τον φεουδαλισμό, ο Μαρξ γράφει, στη Γερμανική Ιδεολογία, ότι «οι απαρχές της φεουδαρχίας βρίσκονται στην εσωτερική οργάνωση του κατακτητικού στρατού, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε στη διάρκεια της ίδιας της κατάκτησης». Προσθέτει πως αυτή η οργάνωση, αρχικά αποκλειστικά στρατιωτική, μετασχηματίστηκε σε αληθινή φεουδαρχία (δηλαδή, σε πραγματική άρχουσα τάξη) μόνο «κάτω από την επίδραση των παραγωγικών δυνάμεων που συνάντησε στην κατακτημένη χώρα». Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, η στρατιωτική κατάκτηση, στην αφετηρία της φεουδαρχίας, καθόρισε τη στρατολόγηση της κυρίαρχης τάξης, έστω και αν, σε μια δεύτερη φάση, οι παραγωγικές δυνάμεις επέδρασαν στην κοινωνική οργάνωση.
Με λιγότερη επιτυχία, ο Μαρξ προσπάθησε να ερμηνεύσει το καθεστώς των καστών μέσω του καταμερισμού της εργασίας. «Ενώ η χονδροειδής μορφή του καταμερισμού της εργασίας, στους Ινδούς και τους Αιγυπτίους, γέννησε το σύστημα των καστών στο κράτος και στη θρησκεία των λαών αυτών, ο ιστορικός πιστεύει πως το σύστημα των καστών είναι εκείνο που δημιούργησε αυτή τη χονδροειδή κοινωνική μορφή». Και ο Κώστας σχολιάζει: το τελευταίο είναι ολοφάνερα σωστό, αλλά ο Μαρξ το θεωρεί αποκορύφωμα του παραλογισμού.
Ο Κώστας καταδιώκει ακούραστα τη θέση που αποδίδεται ευχερώς στον κλασικό ή ορθόδοξο μαρξισμό – εκείνη που αρνείται την αυτονομία και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξουσίας. Και παρότι ο Μαρξ δεν την ακολουθεί πιστά στα ιστορικά έργα του, δεν παύει να υπάρχει συχνά στα κείμενά του και, κυρίως, καθιστά ακατανόητο το τρανταχτό γεγονός των δεσποτισμών. «Ο Μαρξ έπεσε θύμα ενός ιστορικού προοπτικισμού· εκείνο που τον εμπόδισε να αναπτύξει μέχρι τις τελικές της συνέπειες τη διαλεκτική του για την αυτονόμηση του κράτους και τη μετατροπή του σε “κύριο” της οικονομίας και της κοινωνίας, είναι η γενική αντίληψή του για την ιστορία και, ταυτόχρονα, η “μαντσεστεριανή” αντίληψή του για τον χωρισμό κράτους και οικονομίας». Έβλεπε γύρω του, στην Αγγλία, μια κοινωνία των πολιτών που αναπτύσσεται από μόνη της, που έχει μεταβληθεί σε εστία της ιστορίας, σχεδόν αδιάφορη για ό, τι συμβαίνει στα γρανάζια της πολιτικής· στο άλλο άκρο, η αστική τάξη απορροφά μέσα της όλες τις κατέχουσες τάξεις που βρήκε μπροστά της, κατά την εδραίωσή της· απορρόφησε αρχικά τους κλάδους της εργασίας που ανήκαν άμεσα στο κράτος, και στη συνέχεια τις λιγότερο ή περισσότερο ιδεολογικές τάξεις. Στην πραγματικότητα, η πολιτική, κρατική, εξουσία δεν έσβηνε, στον ίδιο βαθμό που και η αστική τάξη δεν μεταβαλλόταν σε μονοπωλιακή άρχουσα τάξη. Η πολλαπλότητα των εξουσιών, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, χαρακτηρίζει όλα τα καθεστώτα, ακόμα και τα δεσποτικά. Έλαχε σε ένα κόμμα, που επικαλούνταν τον Μαρξ, και που πίστευε ότι πολεμούσε τον ένα και μοναδικό ταξικό εχθρό, να οικοδομήσει ένα ολοκληρωτικό κράτος, μέσα στο οποίο η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας άγγιξε μια τελειότητα που όμοια της δεν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν.

***
Η θεωρία της πάλης των τάξεων δεν ανήκει αποκλειστικά στον Μαρξ (πράγμα που αναγνώριζε και ο ίδιος)· τη δανείστηκε από τους Γάλλους ιστορικούς, τους πρώτους σοσιαλιστές, τους σαινσιμονιστές, τον Σισμοντί. Αλλά ο Μαρξ διεκδίκησε σαν δικές του κάποιες ιδέες, ιδιαίτερα εκείνη της συσχέτισης ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και την πάλη των τάξεων, την εξάλειψη της πάλης των τάξεων με την παρέμβαση της τελευταίας εκμεταλλευόμενης τάξης, του προλεταριάτου.
Ο ρόλος του προλεταριάτου συνδυάζεται με τη δυναμική των παραγωγικών δυνάμεων. Η ιστορία περνάει υποχρεωτικά από την εξέγερση της εκμεταλλευόμενης τάξης, που πρέπει, κάθε φορά, να ιδιοποιείται τις παραγωγικές δυνάμεις, που έχει δημιουργήσει το παλαιό καθεστώς, ώστε να οδηγήσει την κοινωνία σε έναν «καινούργιο και ανώτερο» τρόπο παραγωγής και οργάνωσης. Έτσι, η έναρξη κάθε νέας «εποχής της οικονομικής συγκρότησης της κοινωνίας» θα σημαδεύεται από την επαναστατική ανάδυση της εκμεταλλευόμενης τάξης της προηγούμενης περιόδου.
Ο Κώστας δεν δυσκολεύεται να αποδείξει πως οι εκμεταλλευόμενες τάξεις, που απαριθμεί το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, δεν ανέλαβαν να εκπληρώσουν το προμηθεϊκό καθήκον να προωθήσουν τη συγκρότηση ενός νέου τρόπου παραγωγής. «Ελεύθεροι και δούλοι». Δεν είναι η εξέγερση των δούλων εκείνη που προκάλεσε την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, στη Ρώμη. «Άρχοντες και δουλοπάροικοι»: δεν έλειψαν οι εξεγέρσεις των αγροτών· καμία όμως από αυτές δεν πέτυχε. «Μαστόροι των συντεχνιών και συντεχνίτες»: οι συντεχνίες δεν κατέρρευσαν από τους συντεχνίτες.
Ξεκινώντας από αυτές τις προφανείς παρατηρήσεις, o Κώστας επιχειρεί μια ανασκευή της θεωρίας σύμφωνα με την οποία ο καταμερισμός της εργασίας αποτελεί την αποκλειστική αιτία του ταξικού ανταγωνισμού. Δεν υπάρχει μια μοναδική προέλευση της κυρίαρχης τάξης. Δεν είναι η οικονομική εξουσία το αποκλειστικό εργαλείο που προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να διευθύνουν άλλους ανθρώπους. Εκτός από τις τάξεις που βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό, οι κοινωνίες περιλαμβάνουν και τάξεις, όπως οι αγρότες ή οι τεχνίτες, που ξεφεύγουν από το δυαδικό σχήμα. «Ο τύπος της ενιαίας κοινωνίας και της ενσωματωμένης οικονομίας είναι μάλλον σπάνιος στην ιστορία των οικονομικά και πολιτικά εξελιγμένων κοινωνιών. Τις περισσότερες φορές, έχουμε να κάνουμε με οικονομικά σύνολα κερματισμένα σε πολλούς τομείς, σε πολλές κυρίαρχες ή ανεξάρτητες τάξεις, οι οποίες συνυπάρχουν στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας». Και ο Κώστας δίνει ανάγλυφα και επιβεβαιώνει την κριτική του αναλύοντας την οικονομία της Ρώμης και της φεουδαρχικής κοινωνίας. Εκείνο που θεωρεί σημαντικό είναι η ανασκευή δύο ή τριών μαρξιστικών δογμάτων: κάθε εξουσία απορρέει από την οικονομική εξουσία· η κρίση των τρόπων παραγωγής οφείλεται στην παράλυση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων· η όξυνση της ταξικής πάλης προκύπτει από αυτή την παράλυση· η εξέγερση των καταπιεσμένων θα ξαναδώσει ώθηση στις παραγωγικές δυνάμεις.
Συχνά, ο Μαρξ προέβαλλε στο παρελθόν την ερμηνεία που σκιαγραφούσε για τον κόσμο στον οποίο εκείνος ζούσε και για το μέλλον που προέβλεπε. «Με τη σκέψη στη σοσιαλιστική επανάσταση του μέλλοντος, πίστεψε πως έπρεπε οπωσδήποτε να συνδυάσει, στον ρόλο της “κινητήριας δύναμης” της ιστορίας, τον “αντικειμενικό” παράγοντα της οικονομικής ωρίμανσης και τον “υποκειμενικό” παράγοντα της πάλης των τάξεων. Ανεφάρμοστο στο παρελθόν, το σχήμα αυτό διαψεύστηκε ακόμα περισσότερο από το μέλλον που θα όφειλε να το νομιμοποιήσει: η πραγματική ιστορική εξέλιξη δεν άργησε να διαχωρίσει τους “αντικειμενικούς” από τους “υποκειμενικούς” παράγοντες, το συνταίριασμα των οποίων προέβλεψε με τόση σπουδή ο Μαρξ». Ούτε οι δούλοι, ούτε οι πληβείοι, ούτε οι συντεχνίτες, ούτε οι δουλοπάροικοι, η κακή πλευρά των τρόπων παραγωγής του παρελθόντος, πραγματοποίησαν την επανάσταση σαν συνέπεια της ωρίμανσης των παραγωγικών δυνάμεων. Ούτε, ακόμα περισσότερο, το προλεταριάτο μπόρεσε να οδηγήσει σε αίσιο τέλος την ιστορική αποστολή που του απέδιδε ο Μαρξ· ή, καλύτερα, ο μαρξισμός προσφέρεται σε δύο ερμηνείες: η μία θέτει τον τόνο στις παραγωγικές δυνάμεις και στην ανάπτυξή τους· η ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία βασιζόταν στον «αντικειμενικό παράγοντα» για να επιβεβαιώσει την επαναστατική προφητεία· η δεύτερη ερμηνεία τόνιζε τον υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή το προλεταριάτο, αλλά «οι επαναστάσεις, που επικαλούνταν τον μαρξισμό, οδήγησαν όλες στη δημιουργία πανίσχυρων κρατών και οικονομικών συστημάτων, η λειτουργία των οποίων συνίστατο, κατά κύριο λόγο, στο να εκπληρώσουν το έργο της πρωταρχικής συσσώρευσης, το οποίο ο καπιταλισμός είχε ήδη πραγματοποιήσει με την ίδια ξέφρενη εκμετάλλευση της εργασίας».
Η συζήτηση πάνω στη θεωρία των τάξεων, υπό το φως της ιστορικής εμπειρίας, οδηγεί στην τρίτη κατηγορία άρθρων, εκείνων που πραγματεύονται το ολοκληρωτικό κόμμα και την πρωταρχική συσσώρευση στη Σοβιετική Ένωση. Το ερώτημα που βασανίζει τον Κώστα δεν αφορά στη φύση του ολοκληρωτικού κόμματος. Το κατανοεί, το περιγράφει, το ερμηνεύει. Εκείνο που τον αναστατώνει αφορά στην ευθύνη, ή στο μέρος της ευθύνης, που αναλογεί στον Μαρξ για το ολοκληρωτικό κόμμα. Ο Κώστας παραθέτει ένα χωρίο από το έργο Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. «Αυτός ο σοσιαλισμός θέλει να πραγματώσει ένα απόλυτο κράτος, τέτοιο που όμοιο του δεν έχει υπάρξει ποτέ· και καθώς δεν έχει πια κανένα απολύτως δικαίωμα να υπολογίζει στην παλιά θρησκευτική ευσέβεια απέναντι στο κράτος, τουναντίον, οφείλει, εκών ή άκων, να εργάζεται διαρκώς για την κατάργησή του –αφού, όντως, εργάζεται για την κατάργηση όλων των υπαρχόντων κρατών– δεν μπορεί να ελπίζει σε μια μελλοντική ύπαρξη παρά μόνο για μικρές περιόδους, εδώ κι εκεί, χάρη σε μια ακραία τρομοκρατία. Γι’ αυτό, προετοιμάζεται σιωπηρά για την κυριαρχία μέσω της τρομοκρατίας».
Χωρίς αμφιβολία, ο Μαρξ δεν διανοείτο ένα καθεστώς τρομοκρατίας για τον σοσιαλισμό. Στην πολεμική του με τον Μπακούνιν, κατηγορεί τον αντίπαλό του ότι επιβάλλει μια «επίσημη ορθόδοξη θεωρία» αλλά οι εχθροί του επέστρεφαν την ευπροσηγορία και κατηγορούσαν τον θεωρητικό του επιστημονικού σοσιαλισμού ότι αυτοανακηρυσσόταν σε «καθηγητή του προλεταριάτου».
Προσωπικά, ο Μαρξ ήταν ξένος προς το κομματικό πνεύμα. Άνθρωπος του 19ου αιώνα, προσπάθησε, στα θεωρητικά του κείμενα, να συμπεριφερθεί σαν καθαρός επιστήμονας. Εκθειάζει στον Ρικάρντο την επιστημονική τιμιότητα. Στην 1η Διεθνή, τοποθετείται υπεράνω των αιρέσεων και των φατριών· τουλάχιστον διακηρύσσει την πρόθεσή του να μην ταυτίζεται με τη μία απέναντι στις άλλες. Ο Κώστας αποδεικνύει τεκμηριωμένα ότι οι Μαρξ και Ένγκελς αντιλαμβάνονταν την οργάνωση των εργατών ή το προλεταριακό κόμμα στον αντίποδα του μπολσεβικισμού.
«Για να θριαμβεύσει η επανάσταση, χρειάζεται η ενότητα στη σκέψη και στη δράση. Οι Διεθνείς προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτή την ενότητα με την προπαγάνδα, τη συζήτηση και τη δημόσια οργάνωση του προλεταριάτου. Ο Μπακούνιν ζητάει μια παράνομη οργάνωση από μια εκατοντάδα ανθρώπων, τους προνομιακούς εκπροσώπους της επαναστατικής Ιδέας, που αυτοανακηρύσσονται σε επαναστατικό γενικό επιτελείο… Ενότητα σκέψης και δράσης δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ορθοδοξία και τυφλή υπακοή. Perinde ac cadaver[7]. Βρισκόμαστε, εδώ, σε στενή συντροφιά με τον Ιησού». Το λενινιστικό κόμμα μοιάζει ακριβώς με το κόμμα που ονειρευόταν ο Μπακούνιν.
Με αφετηρία αυτό, ο Κώστας στοχάζεται πια όχι κατά του Μαρξ αλλά κατά του Λένιν, και ακόμα περισσότερο κατά των επιγόνων του. Πολλαπλασιάζει τα χωρία του Τρότσκι, του Μάρτοφ ή της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που ήταν εχθρικοί προς τη λενινιστική αντίληψη του κόμματος. Ο Τρότσκι έγραψε, με μια αξιοθαύμαστη αισιοδοξία, για τον Λένιν: «Είναι εντελώς φανερό πως ένα προλεταριάτο, ικανό να ασκήσει τη δικτατορία του πάνω στην κοινωνία, δεν πρόκειται να ανεχθεί μια δικτατορική εξουσία επάνω στον εαυτό του… Δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε αυτά τα προβλήματα τοποθετώντας πάνω από το προλεταριάτο μια μικρή ομάδα επιλεγμένων ανθρώπων ή ένα και μόνο άτομο, που έχει την εξουσία να εκκαθαρίζει και να αποπέμπει…» Και ο Πλεχάνοφ, πιο απαισιόδοξος, προέβλεπε, το 1905, ότι «όλα θα περιστρέφονται γύρω από έναν και μόνο άνθρωπο, ο οποίος θα συγκεντρώνει, από τη Θεία Πρόνοια, όλες τις εξουσίες».
Τα άρθρα με τον τίτλο «Τάξη και κόμμα» και «Η προλεταριοποίηση των αγροτών» δεν έχουν σκοπό να αφηγηθούν τη δράση του ολοκληρωτικού κόμματος στην εξουσία. Ακόμα περισσότερο, ο Κώστας δεν θέλει να επαναλάβει την ιστορία της αγροτικής κολεκτιβοποίησης, παρόλο που, με στατιστικά στοιχεία και παραθέσεις αποσπασμάτων, ανασυνθέτει τη λογική και τη σκληρότητά της. Παρακολουθεί την επίδραση των ιδεών στην πορεία των γεγονότων, ή, μάλλον, τις αντιλήψεις των μαρξιστών ηγετών επί τω έργω, στην ανατροπή της κοινωνίας. Προβάλλει ανάγλυφα την ειρωνεία της ιστορίας. Το 1921, ο Λένιν και ο Μπουχάριν αμφέβαλλαν για το εάν οι πραγματικοί προλετάριοι βρίσκονταν ακόμα στα εργοστάσια. «Και σήμερα, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες είναι στη χώρα μας τέτοιες ώστε να σπρώξουν αληθινούς προλετάριους στα εργοστάσια και στα εργαστήρια; Αυτό είναι λάθος. Είναι σωστό κατά τον Μαρξ. Μα ο Μαρξ δεν μιλούσε για τη Ρωσία: μιλούσε για τον καπιταλισμό στο σύνολό του, με αφετηρία τον 15ο αιώνα. Αυτό ήταν σωστό επί εξακόσια χρόνια, αλλά είναι λάθος για τη σημερινή Ρωσία. Πολύ συχνά, όσοι έρχονται στο εργοστάσιο δεν είναι προλετάριοι, αλλά κάθε λογής τυχάρπαστα στοιχεία».
Σίγουρα, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά, στα εργοστάσια έμπαιναν αγρότες, αλλά και οι προλετάριοι, πριν τον πόλεμο, έρχονταν από την ύπαιθρο. Που θα πρέπει να αναζητήσουμε το προλεταριάτο αν όχι στους τόπους εργασίας; Ας ξαναδιαβάσουμε το συμπέρασμα του Κώστα: «Αφού ξεκίνησε με το να αρνείται στο προλεταριάτο την “ταξική συνείδηση”, τον επαναστατικό αυθορμητισμό, την ηθική ευαισθησία, και στη συνέχεια την ικανότητα αυτοδιαχείρισης μέσα στα συνδικάτα, στο κράτος και στην οικονομία, το κόμμα αμφισβητούσε τώρα την ίδια την πραγματικότητα της τάξης από την οποία αντλούσε τη νομιμοποίησή του. Αφού προετοιμάστηκε από τον μυστικισμό της πρωτοπορίας, αφού καθαγιάστηκε από την “εξαΰλωση” της τάξης και τη σολιψιστική εξύμνηση της ελίτ, ο δρόμος ήταν στο εξής ανοιχτός για τον ολοκληρωτισμό».
Στα άρθρα σχετικά με την κολεκτιβοποίηση των αγροτών, ο Κώστας εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τον μαρξισμό και την ερμηνεία του από τους μαθητές, τους κληρονόμους. Η συγκεντροποίηση στη γεωργία δεν ολοκληρώθηκε. Η εξουσία εθνικοποίησε τη γη, απαλλοτρίωσε τους μεγάλους ιδιοκτήτες, μοίρασε τη γη στους αγρότες. Από αυτή την κατάσταση, προκύπτει ένα ζήτημα διακυβέρνησης. Πώς να προμηθευτούν την ποσότητα των αγροτικών προϊόντων, απαραίτητη για τον ανεφοδιασμό των πόλεων; Το εμπορευματοποιημένο κομμάτι της συγκομιδής προερχόταν κυρίως από τις μεγάλες γαιοκτησίες και τους αγρότες που είχαν πλουτίσει. Κατά τη διάρκεια της πολεμικής οικονομίας, η εξουσία των μπολσεβίκων έστειλε στην ύπαιθρο στρατιώτες για να κατασχέσουν, manu militari, τα αγαθά που οι παραγωγοί κρατούσαν για τον εαυτό τους, αφού οι πόλεις δεν τους εφοδίαζαν, σε αντάλλαγμα, με τα εμπορεύματα που ήθελαν να αποκτήσουν. Μετά τη Νέα Οικονομική Πολιτική, το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στην ύπαιθρο και την πόλη παρέμεινε στο επίκεντρο των συζητήσεων, στο εσωτερικό του μπολσεβίκικου κόμματος. Πώς να ξανακλείσει η ψαλίδα, με άλλα λόγια πως να περιοριστεί η διαφορά ανάμεσα στις τιμές των αγροτικών προϊόντων, που πουλούσαν οι αγρότες, και τις τιμές των εμπορευμάτων που τους προσφέρονταν; Οι μετριοπαθείς αναζητούσαν μια προσαρμογή· οι ακραίοι, η αντιπολίτευση, με τον Τρότσκι επικεφαλής, συνιστούσαν τη ριζική μέθοδο: να μην επανέλθουν στην πολεμική οικονομία, αλλά να εξαλείψουν το πρόβλημα μέσω της κολεκτιβοποίησης. Ο Στάλιν, ενώ αρνούνταν για καιρό αυτή τη μέθοδο, που χαρακτήριζε παράλογη, υιοθέτησε το τροτσκιστικό σχέδιο βίαιης εκβιομηχάνισης και αγροτικής κολεκτιβοποίησης. Στη φαντασία του Τρότσκι, υπήρχε μια αντικειμενική συμμαχία ανάμεσα στους κουλάκους και τη γραφειοκρατία· η βιομηχανία και η εξάλειψη των ιδιοκτητών αγροτών θα μπορούσαν, επομένως, να εξασθενίσουν τη γραφειοκρατία. Εντελώς αντίθετα, η γραφειοκρατία ή, αν θέλετε, το κομμουνιστικό κόμμα στην εξουσία, ήταν εκείνη που διεξήγε την ταξική πάλη εναντίον των κουλάκων και, τελικώς, εναντίον του συνόλου της αγροτικής τάξης. Ο Μαρξ περιφρονούσε τους αγρότες, τη χωριάτικη στενοκεφαλιά, και δεν έβλεπε πολιτισμό και μέλλον παρά μόνο στις πόλεις. Ωστόσο, ο Κώστας αμφιβάλλει εάν ο Μαρξ θα προσυπέγραφε τη διατύπωση του Λένιν: «Η αγροτιά αποτελεί την έσχατη καπιταλιστική τάξη». Ή, ακόμα: «Η μικρή παραγωγή γεννά τον καπιταλισμό και την αστική τάξη, καθημερινά, συνεχώς, κάθε στιγμή, αυθόρμητα και μαζικά». Έτσι, οι κουλάκοι μεταβλήθηκαν σε ταξικό εχθρό, στην ενσάρκωση του καπιταλιστικού κακού. Προκειμένου να εξαφανίσει αυτόν τον εχθρό, να εκδιώξει οριστικά τους ιδιοκτήτες από την ύπαιθρο, η κολεκτιβοποίηση ξέσπασε με ξέφρενους ρυθμούς: στοίχισε εκατομμύρια νεκρούς, ίσως καμιά δωδεκάδα εκατομμύρια. Οι εσφαλμένες ιδέες σκοτώνουν.

***
Η τελευταία κατηγορία άρθρων εξετάζει τις ιδέες του Μαρξ σε τρία αλληλένδετα θέματα: τη μελλοντική ενότητα του κόσμου, την ερμηνεία των διακρατικών σχέσεων, τη ρωσοφοβία. Κι εδώ, ο Κώστας διασκεδάζει αναδεικνύοντας την απόσταση ή, καλύτερα, την αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ και τους μαρξιστές-λενινιστές.
Με μια αναμφισβήτητη οξυδέρκεια, ο Μαρξ προέβλεψε την επέκταση σε ολόκληρο τον πλανήτη της δυτικής τεχνικής, την αναπόδραστη συγκρότηση μιας πλανητικής οικονομίας. Την έβλεπε να έχει ήδη πραγματωθεί, τη στιγμή που, εκείνη την εποχή, μόνο οι απαρχές της ήταν ορατές. Κατήγγελλε τα εγκλήματα, τις βιαιότητες του βρετανικού ιμπεριαλισμού, που τότε κυριαρχούσε. Αλλά αδιαφορούσε για τα απελευθερωτικά κινήματα. Αυτός ο ιμπεριαλισμός συνέβαλλε σε ένα αναγκαίο ιστορικό έργο, την καταστροφή του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Οι Άγγλοι και ο καπιταλισμός έφερναν μαζί τους την πρόοδο, ανέτρεπαν την υπνώττουσα ζωή των χωριών και τη στενοκεφαλιά των εθνικών οικονομιών.
«Η καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή καθιστά πρωταρχικό συμφέρον την πώληση του προϊόντος: αρχικά, χωρίς να επιτίθεται, φαινομενικά, στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής (αυτή υπήρξε, για παράδειγμα, η πρώτη επίπτωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού εμπορίου σε λαούς όπως οι Κινέζοι, οι Ινδοί, οι Άραβες κ.λπ.), ενώ, στη συνέχεια, αποκτώντας ρίζες, καταστρέφει όλες τις δυνάμεις της εμπορευματικής παραγωγής, που στηρίζονται είτε στην προσωπική εργασία των παραγωγών είτε στην απλή πώληση του πλεονασματικού προϊόντος. Ξεκινά γενικεύοντας την παραγωγή εμπορευμάτων, εν συνεχεία, μετατρέπει, σταδιακά, κάθε εμπορευματική παραγωγή σε καπιταλιστικό προϊόν». Σε αυτό το απόσπασμα του Κεφαλαίου, συναντάμε το επίθετο καπιταλιστικός: στην πραγματικότητα, ούτε ο όρος καπιταλισμός ούτε ο όρος ιμπεριαλισμός (με την έννοια που τους έδωσε ο Λένιν) ανήκουν στο λεξιλόγιο του Μαρξ.
Φυσικά, γνωρίζει και καταδικάζει (ηθικά) την εκμετάλλευση, τις υπερβάσεις που διαπράττουν οι κατακτητές. Αλλά δεν συνδέει την αποικιακή επέκταση με μια συγκεκριμένη φάση του καπιταλισμού. Στη σκέψη του Μαρξ, συγκεντρώνονται πολλές θεωρίες, όλες χαρακτηριστικές του 19ου αιώνα: σαινσιμονιστικός μυστικισμός για τον σιδηρόδρομο (ή τα κανάλια), φορέα της παγκόσμιας αδελφοσύνης, μαντσεστεριανή πίστη στις ειρηνευτικές αρετές του εμπορίου, αντι-αποικιακή ιδεολογία των Άγγλων ριζοσπαστών, επαναστατική πίστη στον προλεταριακό διεθνισμό. Όλα αυτές οι οπτικές, εν μέρει σύμφωνες με την πορεία της ιστορίας, εν μέρει ουτοπικές, συνθέτουν στο σύνολό τους μια προοπτική για το μέλλον, η οποία, δυστυχώς, διαψεύστηκε σε κάποιες μείζονες πλευρές της.
Η νικηφόρα πορεία της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής δια μέσου των ηπείρων πραγματοποιείται ακόμα μπροστά στα μάτια μας. Υπάρχει μια παγκόσμια αγορά η οποία, για πρώτη φορά, δεν εντάσσεται σε μία αυτοκρατορία. Αλλά, την ίδια στιγμή που γεννιόταν η παγκόσμια αγορά, τα έθνη επίσης γεννώνταν ή αναγεννώνταν. Σε αυτό το ζήτημα, οι Μαρξ και Ένγκελς δεν υπήρξαν τυφλοί αλλά μονόφθαλμοι· μάλλον, θα έπρεπε να πω πως η όρασή τους είχε θολώσει. Ποτέ δεν υπήρξαν ευαίσθητοι απέναντι σε αυτό που αποκαλούμε αυτοδιάθεση, ή δικαίωμα των λαών να διαθέτουν τον εαυτό τους. Παρέμειναν πιστοί σε μία έννοια, που προέκυψε πιθανώς από τον γερμανικό ιστορισμό και τον Χέγκελ, την έννοια των ιστορικών εθνών που δικαιούνται να συμμετέχουν, μέσα από το κράτος τους, στην παγκόσμια ιστορία. Στα μάτια τους, η Πολωνία και η Ουγγαρία διέθεταν αυτόν τον τίτλο τιμής· οι Τσέχοι, αντιθέτως, εξεδιώχθησαν ανεπιστρεπτί από τον παράδεισο. Σε αυτή τη διάκριση ανάμεσα στους λαούς οφείλονται οι περίεργες κρίσεις που εξέφρασαν οι Μαρξ και Ένγκελς πάνω στα γεγονότα της εποχής τους. Απέναντι στην εξέγερση των βαλκανικών πληθυσμών, ενάντια στην οθωμανική Αυτοκρατορία, ένιωθαν μόνο περιφρόνηση, και δεν τσιγκουνεύτηκαν τους σαρκασμούς εις βάρος τους.
Ο αναγνώστης θα βρει ένα απόσπασμα από κείμενο του Ένγκελς, του 1852, που αναδεικνύει τη φιλοσοφία, κοινή και στους δύο ιδρυτές του μαρξισμού, την αντίδρασή τους στο κίνημα των εθνοτήτων. «Έθνη που δεν είχαν ποτέ δική τους ιστορία, τα οποία, από τη στιγμή που άγγιξαν το επίπεδο του στοιχειώδους πρωτοβάθμιου πολιτισμού, βρέθηκαν ήδη κάτω από έναν ξένο ζυγό, ή τα οποία δεν έφτασαν καν σε αυτόν τον βαθμό παρά μόνο μέσα από μια ξένη κυριαρχία, αυτά τα έθνη δεν έχουν ζωτικότητα και δεν θα πετύχουν ποτέ την απόλυτη ανεξαρτησία. Αυτή υπήρξε η μοίρα των Σλάβων της Αυστρίας. Η Βοημία και η Μοραβία ανήκουν οριστικά στη Γερμανία ενώ η Σλοβακία μένει στην Ουγγαρία. Πως θα μπορούσε να γίνει ανεξάρτητο αυτό το έθνος, αφού δεν υπάρχει από ιστορική άποψη; Το ίδιο ισχύει και για τους Σλάβους του νότου. Που είναι το ιστορικό παρελθόν των Σλοβένων, των Δαλματών, των Κροατών, των Σλοβάκων; Πιστεύει κανείς ότι μπορεί, με ξεσκισμένα κουρέλια λαών, να κατασκευάσει ένα εύρωστο, ανεξάρτητο, βιώσιμο κράτος;»
Την ίδια περίπου εποχή, ιδού ακόμα μια εύγλωττη δήλωση: «Ο δυτικός πολιτισμός διαδόθηκε από τη Δύση προς την Ανατολή· δεν θα σταματήσει παρά μόνο την ημέρα που η γερμανοποίηση θα έχει αγγίξει τα όρια μεγάλων εθνών, συμπαγών και ακέραιων, ικανών για μια ανεξάρτητη εθνική ύπαρξη, όπως είναι οι Ούγγροι και, σε κάποιον βαθμό, οι Πολωνοί· κατά συνέπεια, αυτό είναι το φυσικό και αναπόφευκτο πεπρωμένο αυτών των ετοιμοθάνατων εθνών, να αφήσουν δηλαδή να ολοκληρωθεί η διαδικασία διάλυσης και απορρόφησής τους από ισχυρότερους γείτονες».
Οι Μαρξ και Ένγκελς, λοιπόν, δεν αποδέχονται την αρχή αυτών των εθνοτήτων παρά μόνο προς χάριν της καταγραφής τους. Δεν έχουν όλοι οι λαοί δικαίωμα σε μια ανεξάρτητη ύπαρξη· επιπλέον, μετά την επανάσταση, ο προλεταριακός διεθνισμός θα ξεπεράσει τα εθνικά πάθη και μίση. Τέλος, θεωρήσεις, που θα χαρακτηρίσουμε Realpolitik, καθορίζουν και, κατά τη γνώμη μας, παραμορφώνουν την κρίση. Ο Μαρξ αντιμετωπίζει τη νίκη του Ναυαρίνου (την εκμηδένιση του τουρκικού στόλου) σαν μια πραγματική «καταστροφή», μια τερατώδη πράξη «δολιότητας». Χωρίς ενδοιασμούς, θυσιάζει τους Έλληνες μπροστά στη διάσωση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως αντίβαρου στη Ρωσία.
Όλοι γνωρίζουμε τη ρωσοφοβία του Μαρξ, που ερμηνεύεται από τον τυραννικό χαρακτήρα της τσαρικής Αυτοκρατορίας. Σίγουρα απεχθάνεται τον αυταρχισμό της Μόσχας και, σαν αντιστάθμισμα, υποστηρίζει, χωρίς δισταγμό, τον τουρκικό στρατό απέναντι στους εξεγερμένους Έλληνες. Αλλά η ρωσοφοβία οφείλεται επίσης στην απειλή που αντιπροσωπεύει για τη Δύση η ισχύς και, ακόμα περισσότερο, ο επεκτατισμός της Ρωσίας. Η αναχαίτιση της ρωσικής επέκτασης είναι «απόλυτης προτεραιότητας». «Σε αυτό συμπίπτουν τα συμφέροντα της επαναστατικής δημοκρατίας και της Αγγλίας». Έτσι, ο προφήτης της προλεταριακής επανάστασης μαστίγωνε την αδυναμία και τη δειλία των δυτικών ηγετών, που δεν είχαν συναίσθηση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των τσάρων. Ο καθένας ας ερμηνεύσει με τον τρόπο του τις ιερεμιάδες των Μαρξ και Ένγκελς ενάντια στα «κατακτητικά όνειρα» και τα «σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας» αυτής της «βάρβαρης δύναμης, της οποίας η κεφαλή βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη αλλά τα χέρια της τα συναντάμε σε όλα τα υπουργεία της Ευρώπης».
Μια τελευταία παρατήρηση: ο Μαρξ και ο Ένγκελς σχολιάζουν και ερμηνεύουν τις διεθνείς σχέσεις με τον τρόπο όλων των ιστορικών της εποχής τους. Αν και, περιστασιακά, αναφέρονται στο εμπόριο και τα οικονομικά συμφέροντα, αναλύουν τις σχέσεις και τις αντιπαλότητες ισχύος και εθνικού συμφέροντος. Η εξέλιξη της Ευρώπης πραγματοποιείται, κατ’ ουσίαν, στο περιθώριο της επέκτασης της εμπορευματικής παραγωγής ή, στη γλώσσα μας, του καπιταλισμού. Η διπλωματία του παρελθόντος επιβιώνει, άθικτη, στην αυγή της παγκοσμιοποιημένης ιστορίας: η Ευρώπη πέθανε εξ αιτίας της, θύμα των δύο πολέμων του αιώνα μας.

***
Τα άρθρα, που στην πλειοψηφία τους έχουν δημοσιευτεί στο Contrat social, χρονολογούνται από τη δεκαετία του 60, μεταξύ 1961 και 1968. Ο Μπόρις Σουβάριν εμψύχωνε αυτήν την επιθεώρηση υψηλού πνευματικού επιπέδου και την εξέδιδε με τη φροντίδα που έδειχνε σε όλες τις δραστηριότητές του. Ξένο προς τις παρισινές μόδες, φτωχό, το Contrat Social δεν άγγιζε το ευρύ κοινό αλλά διέθετε ένα αναμφισβήτητο κύρος στους κύκλους της διανόησης. Δεν αγνοήθηκε ούτε περιφρονήθηκε. Ο Κώστας δεν είχε την αίσθηση ότι υπονόμευε τη διάδοση των ιδεών του επιλέγοντας αυτό το βήμα. Σίγουρα, συνεργάστηκε ευχαρίστως με έναν άνθρωπο που θαύμαζε. Ένιωθε οικεία μέσα σε μια ομάδα φίλων που μοιράζονταν τις πεποιθήσεις του και εκφράζονταν στο ίδιο στιλ με αυτόν.
Ομάδα μάχης, έλεγαν εδώ κι εκεί, εκείνη την εποχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά τα άρθρα, αν και μεταγενέστερα από τον λόγο που εκφώνησε ο Ν.Σ. Χρουστσώφ στο 20ό Συνέδριο, συνέβαλλαν στην αναγκαία απομυθοποίηση. Τα εγκλήματα του Στάλιν ομολογήθηκαν, αναγνωρίστηκαν, αλλά η κριτική του σταλινισμού σταματούσε συχνά στην καταγγελία της προσωπολατρίας· η κριτική του λενινισμού δεν έβγαινε έξω από στενούς κύκλους. Για τους «γκουρού» και τους οπαδούς τους της δεκαετίας του 60, η φράση του Ζ.Π. Σαρτρ, «ο μαρξισμός, αξεπέραστη φιλοσοφία της εποχής μας», προφερόταν με λατρεία, αντί να απορρίπτεται με ένα ξέσπασμα γέλιου. Σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία γράφτηκαν αυτά τα άρθρα.
Το ζήτημα δεν ήταν τόσο να αποτοξινωθούν οι οπιομανείς όσο να προχωρήσει παραπέρα η ερμηνεία αυτού που ο Μ. Κολλινέ είχε αποκαλέσει Η τραγωδία του μαρξισμού. Σε αντίθεση με τους νέους φιλοσόφους, που δεν εκτιμούσε καθόλου και οι οποίοι κατέκτησαν το Παρίσι δέκα χρόνια αργότερα, έθεσε την εργασία του στην υπηρεσία της υπόθεσής του. Όχι βρισιές ούτε καταγγελίες· όχι στη θανατική καταδίκη, που απαγγέλλεται από την κορυφή του Σινά ή του Ολύμπου· η ανάλυση των κειμένων, η ιστορία των ιδεών, η ανάδειξη των σφαλμάτων με τις ενίοτε καταστροφικές συνέπειες. Καθένα από αυτά τα δοκίμια, που έβγαινε από έναν τεράστια τεκμηρίωση, περιείχε την ύλη ενός μικρού βιβλίου. Γιατί προτίμησε, άραγε, αυτή τη μορφή, των άρθρων, που είναι ταυτόχρονα πλούσια σε ουσία και εύκολα στην ανάγνωση; Δεν ξέρω ν’ απαντήσω· εκείνο που ξέρω με βεβαιότητα είναι πως ο Κώστας αγνοούσε πλήρως τη φιλολογική στρατηγική, τις στροφές και τις παρακάμψεις, μέσα από τις οποίες οι ανυπόμονοι αποκτούν, με την εύνοια των ΜΜΕ, μια εύθραυστη και εφήμερη διασημότητα. Δεν ήταν ένας άνθρωπος των μίντια αλλά ένας άνθρωπος της ελληνικής αγοράς*. Σε έναν στενό χώρο, σε μια πόλη που είχε αναδείξει γύρω του, ο Κώστας συνέχιζε, με απόλυτη ελευθερία, ατελείωτους διαλόγους.
Από τα λόγια του, αυτό το βιβλίο απανθίζει μονάχα ένα θραύσμα – τον αγώνα του, κατά τη δεκαετία του 60, υπέρ και κατά του Μαρξ, κατά των μαρξιστών. Και ακριβώς επειδή διεξήγαγε αυτόν τον αγώνα με επιχειρήματα, με αποδείξεις, αυτά τα κείμενα, που βοήθησαν τόσους αναγνώστες του να δουν καθαρά μέσα τους και μέσα στον κόσμο, διατήρησαν το νόημά τους, τη νεότητά τους. Κείμενα μάχης ίσως, εξ αιτίας της γαλλικής συγκυρίας, αλλά πάνω απ’ όλα κείμενα ενός ιστορικού-φιλόσοφου, των οποίων οι εξωτερικές συνθήκες καθόρισαν τη χρονολογία αλλά όχι το περιεχόμενο. Ο αναγνώστης θα τα διαβάσει αποκομίζοντας το ίδιο όφελος σήμερα όπως και χθες, σάμπως ο Κώστας, ζώντας ανάμεσά μας, να είχε γράψει μόλις χθες αυτές τις σελίδες, ξανασχεδιάζοντας την πορεία του Μαρξ, από την οντολογία των παραγωγικών δυνάμεων μέχρι την προλεταριοποίηση των αγροτών.

***
Αναρωτήθηκα συχνά γιατί ο Κώστας είχε τέτοια εμμονή με τον Μαρξ και τον μαρξισμό. Θαύμαζε τον ίδιο τον Μαρξ, το έχω ήδη πει, αλλά παραμερίζει, με κάποια περιφρόνηση, τις αναζητήσεις του νεαρού Μαρξ, πραγματεύεται με ειρωνεία την οντολογία των παραγωγικών δυνάμεων, περιορίζει τη σημασία των σχημάτων ιστορικής ερμηνείας, που αποτελούν τη μείζονα συνεισφορά του Μαρξ στην επιστήμη. Δεν μπορεί να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους «πρώην»: βρέθηκε με τους κομμουνιστές στην Αντίσταση και θεραπεύτηκε αμέσως από κάθε πειρασμό. Από ιδιοσυγκρασία, παρέμεινε ένας άνθρωπος της αριστεράς· ναι, έλεγε αστειευόμενος, αν θέλετε, είμαι οπαδός του Αρόν, αλλά όχι δεξιός.
Ίσως, το μυστικό της γοητείας που άσκησε επάνω του ο Μαρξ να βρίσκεται στην εισαγωγή της θαυμάσιας συλλογής σχολιασμένων κειμένων που δημοσίευσε με τον τίτλο Ο Μαρξ και οι μαρξιστές. «Ο Προμηθέας και ο Λούσιφερ, γράφει, αυτά τα δύο προσωπεία του ρομαντικού εξεγερμένου, συνοδεύουν τον Μαρξ σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ήδη, στα πρώτα του κείμενα, βλέπουμε να δοξάζεται ο Προμηθέας και να εγγράφεται στην πρώτη σειρά των “μαρτύρων και αγίων της φιλοσοφίας”. Αλλά και ο Πειρασμός αναφέρεται σε ένα από τα νεανικά ποιήματά του. Εμφανίζεται με τα ρομαντικά χαρακτηριστικά ενός άγριου μουσικού, που αρνείται να υμνήσει την αρμονία της δημιουργίας και δεν επιθυμεί τίποτε άλλο από το να διαπεράσει με το ξίφος του τις ψυχές. Ο Θεός, λέει, δεν αγαπά την τέχνη και δεν την τιμά· η τέχνη τρέφεται από τους ατμούς της κόλασης και εμπνέεται από τον Διάβολο. Το «μελαχρινό παλληκάρι της Τρεβ», όπως είχαν αποκαλέσει τον Μαρξ ο Ένγκελς και ο Έντγκαρ Μπάουερ, θα φέρει, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, το ίχνος των ερωτοτροπιών του με το Κακό: αυτό το σκληρό φως, αυτά τα κακεντρεχή, σαρδόνια χαρακτηριστικά, συνειδητά βλάσφημα, αυτοί οι γιγαντιαίοι σαρκασμοί, που διαπερνούν αιφνιδίως την πρόζα του Μαρξ, ακόμα και η ενίοτε σκοτεινή τόλμη και μεγαλοσύνη των κεραυνοβόλων αποστροφών του, πηγάζουν από μια προμηθεϊκή εχθρότητα απέναντι στην τάξη των αδυσώπητων θεών που τους είδε θρονιασμένους πάνω σε έναν Όλυμπο ατιμίας».
Ο Κώστας, θα μου πουν οι φίλοι του, βρίσκεται στους αντίποδες αυτού που οι οικείοι του αποκαλούσαν Μεφιστοφελή. Ο Κώστας ήταν όλος καλοσύνη και ο Μαρξ ήταν κακός – ακόμα και απέναντι στον φίλο του, που του εξασφάλιζε τα μέσα για να ζει και να γράφει το έργο του. Παρόλα αυτά, ο Κώστας ένιωθε ένα είδος συμπάθειας, ακόμα και συνάφειας, γι’ «αυτόν τον ξεροκέφαλο, τρελό, γοητευτικό άνθρωπο, που ανάβλυζε έναν καταστροφικό οίστρο, και που δεν αγαπούσε τίποτε άλλο έξω από την ελευθερία του και την ύπαρξή του σαν αιώνιος περιπλανώμενος φοιτητής». Ο Κώστας ήταν κι αυτός ένας αιώνιος φοιτητής, ελεύθερος επίσης από κάθε κοινωνικό δεσμό, αλλά, σε αντίθεση με τον Μαρξ, μετά τον Προμηθέα, θα τοποθετούσε την Αθηνά και όχι τον Διάβολο. Χωρίς τη σοφία της νόησης, που μπορεί να καταλήξει η εξέγερση ενάντια στους θεούς αν όχι στον μηδενισμό και την τυραννία;
Οι μελέτες πάνω στον Μαρξ και τον μαρξισμό, κάτω από το πέπλο της πολυμαθούς έρευνας, εμπνέονται από την αγωνιώδη συνείδηση της εποχής μας. Δεν σταμάτησε να καταγγέλλει τη μεταμόρφωση του Προμηθέα σε θεό-προστάτη της κοινωνίας του ψεύδους – μεταμόρφωση για την οποία ο Μαρξ δεν υπήρξε ούτε εντελώς αθώος αλλά ούτε και ο μόνος υπεύθυνος.

Raymond Aron, Παρίσι 1983



[1] Έτοιμα για εκτύπωση (σ.τ.μ.).
[2] Σε μια σύντομη σημείωση, στην πίσω όψη ενός άρθρου, ο Κώστας φαίνεται να ενέτασσε το άρθρο «Τάξη και κόμμα» στο κεφάλαιο το αφιερωμένο στις τάξεις.
[3] «Λέει τα πράγματα με το όνομά τους», σύμφωνα με τον Μύθο του Λαφονταίν, για τον αγρότη του Δούναβη ο οποίος, μπροστά στη ρωμαϊκή Σύγκλητο, αποκάλυψε τη φύση του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού (σ.τ.μ.).
[4] Καθολικός δεσμός (σ.τ.μ.).
[5] Δανείζομαι αυτές τις γραμμές από τον πρόλογο που έγραψε ο Κώστας στην Critique de l’État hégélien (Κριτική του χεγκελιανού κράτους), Παρίσι, 10/18, 1977.
[6] Βλ. τον πρόλογο του Κώστα στην Κριτική του χεγκελιανού κράτους, ό.π.
[7] Λατινική έκφραση του καθολικισμού, που υποδηλώνει την τυφλή υπακοή – να υπακούς σαν ένα πτώμα (σ.τ.μ.).

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Βυζαντινές εικόνες από εκκλησιές της Ελλάδας













Οι θρησκευτικές προυποθέσεις του Αμερικανισμού: Ζ.Ν.Μαίστρ, Προτεσταντισμός , ΑλέξιςΤοκβίλ









Οι θρησκευτικές προυποθέσεις του Αμερικανισμού




«Η πρόστυχη φυλή τα κουκούλωσε όλα – ο λαός ως λένε – η λογική ,το κράτος , η επιστήμη .Ω η επιστήμη! Διόρθωσε τα πάντα χωρίς να αφήσει τίποτε ορθό »
Α.ΡΕΜΠΩ


Α’



Η δυτική κοινωνία είναι υπαρκτή. Το ίδιο υπαρκτές είναι οι αξιολογήσεις της , ο μονισμός της , ο ολοκληρωτισμός και η υπεροψία της , η προσπάθειας της να απαλλοτριώσει , ότι διαφεύγει των προτύπων που αυτή επιλέγει.
Από την εποχή του Μ.Βέμπερ γνωρίζουμε πλέον ότι η Δύση δεν είναι «τόπος υπερουράνιος».Είναι ο χώρος από όπου διαχέεται η πρωταρχική για τον σύγχρονο κόσμο ταυτότητα του χρήσιμου , του λογικού , του πραγματικού. Είναι το σημείο απ’ όπου εκπηγάζει ο ηθικισμός , ο πουριτανισμός , η απαθλίωση και η περιφρόνηση της γης , η «αποφυγή κάθε αμέριμνης απόλαυσης της ζωής » , η «έλλογη οργάνωση της εργασίας».Τόσο πολύ «διαφωτιστική » , ώστε να αναγεννά τον νέο μεσαίωνα , ένα κόσμο που θα κυριαρχούν οι «ειδικοί δίχως πνεύμα , ηδονιστές δίχως καρδιά , το μηδενικό αυτό φαντάζεται ότι πέτυχε ένα επίπεδο πολιτισμού , που δεν υπήρξε πριν ποτέ»1.
Η ανάπτυξη του εργαλειακού ορθολογισμού , που αποτυπώνεται με τον σαφέστερο τρόπο στην δυτική καπιταλιστική οικονομία , προυπόθεσε την κυριαρχία του πουριτανισμού και του εγκόσμιου ασκητισμού. Το σημαντικότερο εμπόδιο , που αντιμετώπισε ήταν , σύμφωνα με τον Μ.Βέμπερ η «παραδοσιοκρατία» , δηλαδή το γεγονός ότι «ο άνθρωπος δε θέλει «από τη φύση του» να κερδίζει όλο και περισσότερο χρήμα , αλλά απλώς να ζει έτσι , όπως συνηθίζει να ζει και να κερδίζει τόσα , όσα χρειάζονται για το σκοπό αυτό .Παντού , όπου ο σύγχρονος καπιταλισμός άρχισε το έργο του της αύξησης της «παραγωγικότητας » της ανθρώπινης εργασίας με αύξηση της έντασης της , προσέκρουσε στην άπειρα επίμονη αντίσταση αυτού του κύριου χαρακτηριστικού της προκαπιταλιστικής εργασίας »2.
Παλαιοί αριστοκράτες ,όπως ο Ρώσος αναρχικός Αλέξανδρος Χέρτσεν , διείδαν με εξαιρετική καθαρότητα και σαφήνεια τους νέους πρωταγωνιστές και τον χαρακτήρα που λάμβανε ο δυτικός κόσμος:
« Όπως ο ιππότης ήταν το πρότυπο της φεουδαρχίας , το ίδιο ο έμπορος αναλογεί στον νέο κόσμο : οι άρχοντες έγιναν κύριοι (maitres). Aυτός καθαυτός ο έμπορος είναι ένα πρόσωπο καταργημένο , προσωρινό .Είναι ο διερμηνέας ανάμεσα σε έναν που παράγει και σε έναν άλλο που καταναλώνει .Αντιπροσωπεύει κάτι σαν ένα δρόμο , ένα όχημα , ένα μέσον. Ο ιππότης ήταν περισσότερο ο εαυτός του ,πολύ περισσότερο κάποιος .Διαφύλαγε την τιμή του , όπως το ένοιωθε , γιατί δεν εξαρτιόταν , στην πραγματικότητα , ούτε από τον πλούτο του , ούτε από την θέση του. Το βασικό ήταν η προσωπικότητά του. Όμως ,στον αστό , η προσωπικότητα κρύβεται ή καλύτερα δεν προβάλλεται , γιατί δεν είναι αυτό το ουσιαστικό : αυτό που μετράει πριν από όλα είναι είναι το εμπόρευμα , το αλισβερίσι , το αντικείμενο : το πρωταρχικό είναι η ιδιοκτησία. Ο ιππότης ήταν ένας άξεστος , ένας καυγατζής , ένας παλληκαράς , ληστής και καλόγερος , μεθύστακας και ευσεβής , όμως ήταν ντόμπρος και ειλικρινής σε όλα του. Επιπλέον ήταν πάντα έτοιμος να δώσει τη ζωή του για κάτι που το θεωρούσε σωστό. Είχε τον ηθικό του κώδικα και τον κώδικά τιμής , και τους δύο αρκετά αυθαίρετους , βέβαια , από τους οποίους όμως δεν μπορούσε να απαλλαγεί χωρίς να χάσει τον αυτοσεβασμό του ή τον σεβασμό των συντρόφων του. Ο έμπορος είναι άνθρωπος ειρηνικός, όχι πολεμοχαρής , πεισματάρης , καρτερικός , που υπερασπίζεται τα δίκαιά του , αλλά δεν επιτίθεται από πεποίθηση. Υπολογιστής ,φιλάργυρος, παντού βλέπει αγοραστές και όμοιος με τον ιππότη , ξεκινά ένα μοναχικό αγώνα με κάθε πρόσωπο που συναντά , αλλά αναμετριέται μαζί του με πονηρία….Υπό την επίδραση των αστών όλα μεταμορφώθηκαν στην Ευρώπη .Η τιμή του ιππότη αντικαταστάθηκε από την τιμιότητα του λογιστή , η λεπτότητα στα ήθη από την ευπρέπεια , η ευγένεια από την επιτήδευση , η περηφάνια από τη διπλωματία , τα πάρκα από τους λαχανόκηπους , τα παλάτια από τους ξενώνες τους ανοιχτούς σε όλους (δηλαδή σε όσους είχαν λεφτά )….Ποιος από μας δεν ένοιωσε ,ποιος δεν κοκκίνησε μπροστά στην άγνοια της δυτικής κοινωνίας ; (Δεν μιλώ εδώ για τους σοφούς , αλλά για τα πρόσωπα που αποτελούν αυτό που λέμε «κόσμο».Δεν μπορεί να υπάρχει θεωρητική κατάρτιση σοβαρή , γιατί απαιτεί πολύ χρόνο και αποσπά το μυαλό από τις υποθέσεις (μπίζνες).Όπως σε μια αστική κοινωνία τίποτε δεν είναι ουσιαστικό αν βρίσκεται έξω από τις εμπορικές συναλλαγές και από την «εκμετάλλευση» μιας κοινωνικής κατάστασης , η (πνευματική ) κατάρτιση είναι περιορισμένη .Από εδώ απορρέει αυτή η χαζομάρα , αυτό το βαρύγδουπο πνεύμα που διαπιστώνουμε στον αστό κάθε φορά που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πεπατημένη ….Οι αστοί έκαναν θρησκεία τους τον Προτεσταντισμό , μια θρησκεία που συμφιλιώνει την χριστιανική συνείδηση με τη δραστηριότητα του τοκογλύφου που είναι σε τέτοιο βαθμό αστική ώστε ο λαός που έχυσε το αίμα του για τη θρησκεία αυτή ,την εγκατέλειψε ». 3


Οι θρησκείες του δυτικού κόσμου- ο καθολικισμός, ο προτεσταντισμός , ο εβραισμός – έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο ,μέσα από τις ομοιότητες, τις διαφορές και τις συγκρούσεις τους , στην διαμόρφωση και στην συγκρότησή του. Στοχαστές όπως Β.Ζόμπαρτ εξομαλύνουν την καθοριστική επιρροή του προτεσταντισμού αναφέροντας πολλούς άλλους παράγοντες και ιδιαίτερα την εβραική θρησκεία, η οποία τουλάχιστον για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα επέτρεπε στα μέλη της να ασχοληθούν με το εμπόριο του χρήματος , σε αντίθεση με τον καθολικισμό , που για πολλούς αιώνες προέτασσε για τους πιστούς την πενία και απαγόρευε τα κέρδη από τον τοκισμό του χρήματος4 .Υπό αυτή την οπτική η σκέψη ότι «όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες » 5, αποτυπώνει και αναγνωρίζει το γεγονός αυτό.
Η θεολογική και πολιτική σκέψη του Καθολικισμού αντιπροσώπευσε την Αντίδραση , το Παλαιό Καθεστώς , την Παράδοση. Τέτοιοι κατεξοχήν στοχαστές υπήρξαν ο Βonald , o J.d..Maistre και ο Donoso Cortes.Αντίθετα η Μεταρρύθμιση αξιακά θα στηρίξει την άνοδο και την κυριαρχία του αστισμού – ως οικονομικό και πολιτικό σύστημα.
Μια διαφορετική περίπτωση υπήρξε ο Έντμοντ Μπαίρκ. Από ιδιοσυγκρασία συντηρητικός , στάθηκε αντίθετος προς τις επαναστατικές μεθόδους. Επιμένει αξιωματικά στην σημασία της παράδοσης και των παραδοσιακών θεσμών. Εμπειρικός , πρακτικός και αντι-ιδεολόγος φοβάται τα μεγάλα άλματα. Παρά την αντίθεση του προς την Γαλλική Επανάσταση , θα λειτουργήσει τελικά , όπως και αυτή , για την άνοδο των αστικών δυνάμεων. Ο Π. Κανελλόπουλος επισήμανε ότι ο Μπαίρκ ήταν αντίθετος στην προσπάθεια να «αναμορφωθεί η κοινωνία με τα κριτήρια ενός αφηρημένου ορθού λόγου» .6Όμως με το έργο του «Σκέψεις για την Επανάσταση στη Γαλλία » πρόσφερε επιχειρήματα στην Αντίδραση. Αντί της Επανάστασης προτιμά την αργή μεταρρύθμιση. Γράφει:
«Χρειάζεται χρόνος για να παραχθεί η ενότητα εκείνη των πνευμάτων , που αυτή μόνη μπορεί να παραγάγει όσα αγαθά θα επιδιώκουμε. Η υπομονή μας θα κατορθώσει περισσότερα από τη βία μας. Με μιαν αργή , αλλά καλά στηριγμένη πρόοδο , το αποτέλεσμα κάθε βήματος παρακολουθείται άγρυπνα. Η καλή ή κακή επιτυχία του πρώτου μας παρέχει φως για το δεύτερο , και έτσι , από φως σε φως , οδηγούμαστε με ασφάλεια σ’ ολόκληρη τη διαδρομή ».7
Πρόκειται για μια σκέψη που θα γνωρίσει μία νέα δόξα και θα διαδοθεί ευρύτερα ,στον εικοστό αιώνα χάρις την φιλοσοφία του Κ.Πόππερ.
Το επιδιωκόμενο για τον Μπαίρκ είναι το πώς το Παλαιό Καθεστώς θα παραχωρήσει στους αστούς , την πολιτική εξουσία δίχως να καταρρεύσει ή να ανατραπεί. Η απάντηση θα δοθεί με την διατύπωση του φιλελευθερισμού από τον Τ.Παίην. Το κράτος θα περιοριστεί , ώστε οι αστοί να λειτουργούν απρόσκοπτα : «Η κυβέρνηση δεν είναι αναγκαία πέρα από τα ικανοποιεί τις λίγες εκείνες περιπτώσεις , που η κοινωνία και ο πολιτισμός δεν έχουν εύκολα την ικανότητα να ικανοποιήσουν».8
Αντίθετα από αυτούς ο Μπονάλ αρνείται το ρουσωικό κοινωνικό συμβόλαιο με βάση ένα τρόπο σκέψης , που έχει θεολογικές αναφορές. Θέτει σε προτεραιότητα την κοινωνία ,αντί το άτομο. Όμως « η κοινωνία δεν προκύπτει από ένα χιμαιρικό συμβόλαιο. Έχει ιδρυθεί από τον Θεό , που έχει θεσπίσει μέσα της μια τάξη ανάλογη μ’ εκείνη , με την οποία επροίκισε το σύμπαν. Εξ ου ο παραλογισμός των «νομοθετών» , που ισχυρίζονται , ότι κατασκευάζουν «συντάγματα».Οικογένεια ,Κοινωνία , Σύμπαν , υπακούουν στο ίδιο μοναρχικό συγκρότημα :ο πατέρας ασκεί στην οικογένεια τις ίδιες εξουσίες , που ασκούν ο βασιλιάς στην κοινωνία και ο Θεός στο σύμπαν. Κάθε προσβολή των δικαιωμάτων του Θεού στρέφεται ενάντια στον βασιλιά και στον πατέρα ».9
Σύμφωνα με τον Σαίντ-Μπαίβ ο Μπονάλ περιφρονούσε τους αρχαίους Έλληνες : «Ο Μπονάλ ήταν εβραικός ,ρωμαίος , πατρίκιος του παλαιού τύπου , σαν τον Κάτωνα τον πρεσβύτερο. Ήταν εχθρός των Ελλήνων .Δεν κάνει ευνοική εξαίρεση μεταξύ αυτών , παρά μόνο για τους Σπαρτιάτες και τους Μακεδόνες .Είναι ο λιγότερο Αθηναίος ανάμεσα στους πνευματικούς ανθρώπους .Δεν αγαπούσε τους Έλληνες και οι Έλληνες του το ανταπέδωσαν καλά : του λείπει ο αττικισμός , του λείπει η χάρη , η λεπτότητα , η γοητεία » .10Ως απόρροια των σκέψεων αυτών ο Μπονάλ αρνείται την ελευθεροτυπία και κάθε είδους ελευθερία.
Η αντιδραστική σκέψη της Δύσης υπερασπίστηκε την απόλυτη μοναρχία , όπως και την εξουσία του Πάπα. Η αστική κοινωνία είχε ως προυπόθεση την φεουδαρχία , στην οποίο ήρθε ως άρνηση .Αλλά ο ανερχόμενος αστισμός διαμορφώθηκε καθοριστικά από την επίδραση που άσκησε ο προτεσταντισμός στην δυτική κοινωνία. Κάθε εκδοχή της δυτικής χριστιανοσύνης συνεπώς άφησε την σφραγίδά του στην διαμόρφωση του δυτικού κόσμου. Σε ένα άλλο σημείο συναντούνται: στα μικτά αισθήματα που θρέφουν για την αρχαία ελληνική σκέψη και τον βυζαντινό πολιτισμό. Ενώ δανείζονται , αναμφίβολα, στοιχεία τόσο από τον ένα όσο και από τον άλλο ,το μεν Βυζάντιο αντιμετωπίζεται ως η αντίζηλη ανατολική αυτοκρατορία , ενώ η πολυμέρεια , η αντιφατικότητα και η ελευθεριότητα του αρχαίου στοχαστή υπήρξε ένα ανοιχτό σκάνδαλο τουλάχιστον για τον πυρήνα της αντιδραστικής καθολικής πολιτικής σκέψης.
Όπως επισημαίνει ο Π. Κανελλόπουλος : «Αντίθετα με τον Γίβωνα , μέγα θαυμαστή των αρχαίων Ελλήνων , ο Ντε Μαίστρ – συμβαδίζοντας με τον Λουί ντε Μπονάλ , τον φίλο του , που μαζί του αλληλογραφούσε – έβλεπε τους Έλληνες , όχι μόνο τους Βυζαντινούς , αλλά και τους αρχαίους , με κακό μάτι , ξεχωρίζοντας όπως και ο Μπονάλ τους Σπαρτιάτες .Γράφει : «Διαβάστε Πλάτωνα .Θα κάμετε ,σε κάθε σελίδα του , μια διάκριση πολύ χτυπητή. Όλες τις φορές , που είναι Έλλην , προκαλεί ανία , και συχνά ανυπομονησία. Δεν είναι μέγας , υπέροχος , διεισδυτικός παρά όταν είναι θεολόγος , δηλαδή όταν εξαγγέλλει θετικά και αιώνια δόγματα , που φέρουν τόσο καθαρά την ανατολίτικη σφραγίδα. Άν εξαιρέσουμε τη Λακεδαίμονα , που ήταν ένα πολύ ωραίο σημείο σ’ ένα σημείο της υδρόγειας σφαίρας , τους Έλληνες τους βρίσκουμε στην πολιτική τέτοιους , που ήταν και στη φιλοσοφία , ποτέ σύμφωνα με τους άλλους , ούτε με τον εαυτό τους .Έχουν τόσα λεχθεί για τους ρήτορες των Αθηνών , που έχει γίνει σχεδόν γελοίο να ξαναμιλήσει κανείς για το θέμα τούτο. Το βήμα των Αθηνών ,που έχει γίνει σχεδόν γελοίο να ξαναμιλήσει κανείς για το θέμα τούτο. Το βήμα των Αθηνών θάταν το αίσχος του ανθρώπινου γένους , αν ο Φωκίων και οι όμοιοί του , ανεβαίνοντας σ’ αυτό μερικές φορές πριν πιούν το κώνειο ή πριν φύγουν για την εξορία , δεν ισοφάριζαν λιγάκι την τόση φλυαρία , τόσο παραλογισμό και την τόση απανθρωπιά ».11
Φυσικά ο Ντε Μαίστρ αξιολογεί ιδιαίτερα αρνητικά την συνάντηση του αρχαιοελληνικού στοχασμού με την ορθόδοξη χριστιανική σκέψη : «Ήταν αιρετικοί , δηλαδή διαιρετικοί στην θρησκεία , όπως είχαν υπάρξει στην πολιτική και στη φιλοσοφία. Θάταν περιττό να υπενθυμίσουμε , σε τι βαθμό καταπόνησαν την Εκκλησία στους πρώτες αιώνες. Θέλοντας νάναι ταυτόχρονα φιλόσοφοι και χριστιανοί , δεν είναι , ούτε το ένα , ούτε το άλλο : ανακατεύουν στο Ευαγγέλιο τον σπιριτουαλισμό των πλατωνιστών και τα όνειρα της Ανατολής .Οπλισμένοι με μια παράφρονα διαλεκτική , θέλουν να διαιρέσουν το αδιαίρετο , να εισδύσουν στο αδιαπέραστο .Δεν ξέρουν να υποθέσουν το αόριστο θείο ορισμένων εκφράσεων , που μια λόγια ταπεινοσύνη τις δέχεται , όπως είναι , και που αποφεύγει μάλιστα να τις περιχαράξει από το φόβο μήπως αφήσει να γεννηθεί η ιδέα του εντός και τους εκτός .Αντί να πιστεύουν ερίζουν , αντί να προσεύχονται ,επιχειρηματολογούν. Οι μεγάλες δημοσιές γεμίζουν από επισκόπους , που τρέχουν στη σύνοδο. Για να συμπληρωθεί το κακό , ο Κωνσταντίνος μεταφέρει την αυτοκρατορία στο Βυζάντιο .Βρίσκει εδώ τη γλώσσα ,μία θαυμάσια , δίχως αμφιβολία γλώσσα και την ωραιότερη , ίσως , που έχουν ποτέ μιλήσει οι άνθρωποι , αλλά που ευνοεί δυστυχώς εξαιρετικά τους σοφιστές ».12
Ο Π. Κανελλόπουλος συμπεραίνει «ότι ολόκληρη η σκέψη του Ζοζέφ ντε Μαίστρ κυριαρχείτο από την ιδέα της ενότητας του κόσμου υπό τον Πάπα».13Η εχθρότητα προς τον αρχαίο κόσμο πηγάζει από την εμμονή του στην ενότητα και τον συνακόλουθο αποκλεισμό της πολλαπλότητας. Η υπεράσπιση ενός κράτους όπου κυριαρχεί απόλυτα ο Μονάρχης και ο Πάπας , δικαιολογεί την αντιπαράθεση του προς το Βυζάντιο. Πρόκειται για μια αντίθεση πολιτική , που βέβαια δεν μπορεί να βρει καμία αιτιολόγηση στο περιεχόμενο του χριστιανισμού .Η εξουσία που διαλύεται μέσα στην διακονία δεν έχει πολύ σχέση με την απόλυτη εξουσία ενός απόλυτου μονάρχη .
Ένα σοβαρό πρόβλημα για την σκέψη του Ζ.Ν.Μαίστρ είναι η εκλογίκευση της φυσικής τάξης. Πως είναι δυνατόν τα άγη και οι αδικίες μίας τάξης που ελέγχεται από έναν καλό και τέλειο Θεό να είναι νοητές; Οι αδικούμενοι κατ’ αυτόν πληρώνουν για το προπατορικό αμάρτημα , αλλά και για τις αμαρτίες που έχουν κάνει. Η δικανική ερμηνεία του χριστιανισμού από τον καθολικισμό , στην σκέψη του Ζ.Ν.Μαίστρ φτάνει στα άκρα της. Η θεολογίζουσα ρητορική του , όμως αποκαλύπτει το ουσιώδες της πολιτικής του σκέψης :Να αποδεχόμαστε τον κόσμο και την κοινωνία όπως είναι. Ότι συμβαίνει , καλώς συμβαίνει. Η κυρίαρχη τάξη εκφράζει επί γης την θέληση του Θεού. Έτσι η αστική δημοκρατία που αμφισβητεί την απόλυτη εξουσία του μονάρχη όπως και ο προτεσταντισμός που αναιρεί τον θρησκευτικό μονοπώλιο του Πάπα είναι εξίσου σοβαρές αμαρτίες και παρεκκλίσεις που πρέπει να υποταχθούν.
Ο Ζ.Ν.Μαίστρ εξυμνεί την κρατική βία , στο πρόσωπο του δήμιου , καθότι ο δεσποτισμός είναι προτιμότερος από τον εμφύλιο πόλεμο και την αναρχία :
« Ο δήμιος είναι τάχα άνθρωπος ; Ναι. Ο Θεός τον δέχεται στους ναούς του και του επιτρέπει να προσεύχεται. Δεν είναι εγκληματίας .Κι’ όμως καμιά γλώσσα δεν δέχεται να πει , π.χ. ότι είναι ενάρετος ,ότι είναι τίμιος , άνθρωπος , ότι είναι άξιος τιμής κ.λ.π. Κανένας ηθικός έπαινος δε μπορεί να του ταιριάξει , γιατί όλοι αυτοί οι έπαινοι προυποθέτουν σχέσεις με άλλους ανθρώπους , κι’ αυτός δεν έχει καμία .Και μολαταύτα κάθε μεγαλείο , κάθε δύναμη , κάθε υποταγή βασίζεται στον εκτελεστή .Αυτός είναι ο βδελυγμός και ο κρίκος της ανθρώπινης κοινωνίας .Αφαιρέσετε από τον κόσμο το ακατανόητο αυτό όργανο , και αυτοστιγμεί η τάξη παραχωρεί τη θέση της στο χάος ».14
Είναι χαρακτηριστικό πως στον λόγο του Ζ.Ν.Μαίστρ η θεολογία υπηρετεί την πλέον απόλυτη , σκληρή και ανελέητη εξουσία :
«Όταν ο Θεός τιμωρεί μιαν οποιαδήποτε κοινωνία για τα εγκλήματα , που έχει διαπράξει , απονέμει δικαιοσύνη , όπως την απονέμουμε εμείς οι ίδιοι σ’ αυτού του είδους τις περιπτώσεις δίχως κανένας να διανοείται να παραπονεθεί γι’ αυτό .Μια πόλη στασιάζει , κατακρεουργεί τους αντιπροσώπους του ηγεμόνα , του κλείνει τις πύλες , υπερασπίζεται τον εαυτό της εναντίον του .Πέφτει στα χέριά του .Ο ηγεμόνας γκρεμίζει τα τείχη της και τη στερεί από όλα της τα προνόμια .Κανένας δε θα κακίσει την απόφαση αυτή με πρόσχημα την ύπαρξη αθώων , που ήταν κλεισμένοι στην πόλη ….Η πόλη τιμωρήθηκε για το έγκλημά της , και δίχως το έγκλημα τούτο δεν θα είχε υποφέρει ».15
Ο Ζ.Ν.Μαίστρ με εξαιρετική ευκολία μπορεί να δικαιολογήσει κάθε έγκλημα , της εξουσίας του μονάρχη , ως θεόπνευστο :
« όταν οι αθώοι αφανίζονται σε μια γενική καταστροφή ο Θεός επιφυλάσσει σ’ αυτούς κάτι άλλο , που όμως δεν είναι ορατό επί της γης. Εδώ, επί της γης , οι καταστροφές είναι αναγκαίες , ο πόνος είναι σωτήριος , ο πόλεμος είναι «θείος » , «la guerre est divine » (Septieme Entretin). Είναι δείγμα «αγαθότητας » ότι «ο Θεός τιμωρεί εδώ , στον κόσμο τούτον , αντί να τιμωρήσει αυστηρότερα στον άλλο κόσμο ».16
Για όποιον έχει μια στοιχειώδη γνώση του χριστιανισμού , ο χριστιανικός Θεός της Αγάπης στον λόγο του Ζ.Ν.Μαίστρ , αντικαθίσταται από τον Θεό της Εκδίκησης και του Μίσους.
Ο Ζ.Ν.Μαίστρ δεν θαυμάστηκε από πολλούς για τις ιδέες του. Αντίθετα προσέλκυσε το ενδιαφέρον σε πολλούς , όπως ο Ε. Σιοράν , για το ύφος του , τον σαρκασμό και τον κυνισμό του .Ο Π. Κανελλόπουλος συμπεραίνει ότι :
« Κι’ όπως επίστευε ο ντε Μαίστρ , ότι κανένα δόγμα και καμία θέση της Ρωμαικής Εκκλησίας δεν επιδέχεται συζήτηση , έτσι επίστευε , επίσης , ότι η απόλυτη μοναρχική εξουσία είναι καθιερωμένη από τον Θεό. Προτεσταντισμός και Δημοκρατία ήταν γι’ αυτόν φοβερές παραβάσεις των θείων εντολών . Αντίθετα όμως , από τον ομοιδεάτη του Μπονάλ , που προσφέρει στον αναγνώστη «το φάρμακο στη φυσική του σύσταση » , ο Ντε Μαίστρ παίζει συχνά με τις λέξεις και τις σκέψεις του, έχει τη συνείδηση και το χάρισμα του λογοτέχνη που θέλει ν’ αρέσει ». 17
Την αντίθεσή στην Γαλλική Επανάσταση, ο Ζ.Ν.Μαίστρ ,την διατύπωσε στο έργο του «Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως ». Αρνητικός είναι και στο θεωρητικό ακόμη ενδεχόμενο ο λαός να ελέγχει την εξουσία.
«ο λαός που μοιάζει τόσο πολύ στα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο. Οφείλουμε , όσο είναι δυνατόν , να μην υποχωρούμε ποτέ απέναντι του και να μην του παραχωρούμε αυτό που ζητά με αγένεια ».18
Με πολύ μεθοδικό τρόπο προσπαθεί να αιτιολογήσει την μοναρχία , την αριστοκρατία , το παλαιό καθεστώς. Ιδιαίτερα αιχμηρός είναι απέναντι στην αθηναική δημοκρατία :
« Έτσι οι ελληνικές δημοκρατίες λαμβανομένης υπόψη επιπλέον της μικρής εδαφικής τους έκτασης , θα έπρεπε να παραμερισθούν και να θεωρηθούν , όπως μόλις έλεγα , σαν αληθινές πολιτικές ανωμαλίες ».19
Ευφυείς είναι οι παρατηρήσεις του , ότι δεν υπάρχει ο άνθρωπος σαν μια μεταφυσική κατηγορία , που έχει αποσπαστεί από τις συγκεκριμένες κοινωνικές – γεωοικονομικές συνθήκες :
«Το Σύνταγμα του 1795 , όπως και τα προηγούμενα , έγινε για τον άνθρωπο .Όμως δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο. Στη διάρκεια της ζωής μου είδα Γάλλους , Ιταλούς , Ρώσους κ.λ.π., ξέρω μάλιστα , χάρη στον Μοντεσκιέ , ότι μπορούμε να είμαστε Πέρσες , αλλά όσον αφορά στον άνθρωπο , δηλώνω ότι δεν τον συνάντησα ποτέ στη ζωή μου , αν υπάρχει , υπάρχει εν αγνοία μου. Άραγε υπάρχει έστω και μια χώρα στον κόσμο όπου δεν μπορούμε να βρούμε μια Βουλή των Πεντακοσίων , μια Γερουσία και πέντε Διευθυντές ; Αυτό το σχήμα παρουσιάζεται σε όλους τους ανθρώπινους συνεταιρισμούς , από την Κίνα ως τη Γενεύη .Αλλά ένα σύνταγμα , που γίνεται για όλα τα έθνη δεν γίνεται για κανένα , είναι μια καθαρή αφαίρεση , ένα σχολαστικό έργο φτιαγμένο για πνευματικές ασκήσεις σύμφωνα με μια ιδανική υπόθεση , και το οποίο απευθύνεται στον άνθρωπο , στους φανταστικούς χώρους όπου κατοικεί.. Τι είναι ένα σύνταγμα ; Δεν είναι άραγε η λύση του ακόλουθου προβλήματος ; Να βρεθούν οι νόμοι που ταιριάζουν σε κάποιο έθνος , δεδομένου του πληθυσμού , των ηθών , της θρησκείας , της γεωγραφικής θέσης , των πολιτικών σχέσεων , του πλούτου , των προτερημάτων και των ελαττωμάτων του. Αυτό όμως το πρόβλημα δεν αντιμετωπίστηκε καθόλου από το σύνταγμα του 1795 , που σκέφτηκε μόνο τον άνθρωπο».20
Ενώ λοιπόν ο Ζ.Ν.Μαίστρ αναγνωρίζει κάποια σχετικότητα στην δημοκρατία , ανάλογα με τον κάθε χώρο όπου πραγματώνεται , δεν είναι έτοιμος να αναγνωρίσει μια αντίστοιχη σχετικότητα στο περιεχόμενο της μοναρχίας , η οποία έχει μια απολυτότητα που δεν περιορίζεται ούτε από διαφορετικούς πολιτισμούς , ούτε από διαφορετικές παραδόσεις ή γεωοικονομικές πραγματικότητες.
Η επίθεση κατά της Γαλλικής Επανάστασης ολοκληρώνεται με την επίθεση στον Προτεσταντισμό , που ταυτίζεται με τον σκεπτικισμό και τον σχετικισμό :
« Ο μεγάλος εχθρός της Ευρώπης , τον οποίο έχουμε συμφέρον να καταπνίξουμε με όλα τα νόμιμα μέσα , το ολέθριο έλκος , που ενσωματώνεται σε όλες τις εξουσίες και τις διαβρώνει αδιάκοπα , ο υιός της αλαζονείας , ο πατέρας της αναρχίας , ο παγκόσμιος διαφθορέας είναι ο προτεσταντισμός .Τι είναι ο προτεσταντισμός ; Είναι η εξέγερση της ατομικής λογικής ενάντια στη συνολική λογική και κατά συνέπεια είναι ότι πιο βλαβερό μπορούμε να φανταστούμε. Όταν ο καρδινάλιος Πολινιάκ είπε στον περίφημο Μπαίγ : «Λέτε πως είστε προτεστάντης , αυτή λέξη είναι αρκετά αόριστη ,είστε αγγλικανιστής , λουθηριανός , καλβινιστής ; κλπ.» .Ο Μπάιγ απάντησε : «Είμαι Προτεστάντης με όλη την έννοια του όρου , διαμαρτύρομαι ενάντια σε όλες τις αλήθειες ». Αυτός ο περίφημος σκεπτικιστής έδινε έτσι τον αυθεντικό ορισμό του προτεσταντισμού , που είναι ουσιαστικά εχθρός κάθε κοινής πίστης των ανθρώπων , πράγμα που τον καθιστά εχθρό του ανθρώπινου είδους , γιατί η ευτυχία των ανθρώπινων κοινωνιών στηρίζεται σε αυτό το είδος πίστης .Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της Ευρώπης .Αυτό το έδαφος του ταιριάζει περισσότερο κι από τη γενέθλια γη του , απέκτησε εδώ βαθιές ρίζες ,ενσωματώθηκε σε όλους μας τους θεσμούς ….Οι βασιλιάδες είναι χρισμένοι , οι ιερείς είναι λειτουργοί , η εκκλησία είναι τάγμα , η κρατική κυριαρχία είναι ιερή , η θρησκεία είναι κρατική .Οι δύο εξουσίες συγχέονται , καθεμιά δανείζεται από την άλλη μέρος της δύναμής της , και παρά τις διαμάχες τους , οι δύο αδελφές δεν μπορούν να ζήσουν χωριστά »21.
Ο Ζ.Ν.Μαίστρ συγχέει την ιερότητα της εξουσίας με το ιερό στην θρησκεία. Αλλά διατυπώνει μια σωστή διαπίστωση. Το παλαιό καθεστώς μπορεί να ήταν αυταρχικό , αλλά αναπόφευκτα λειτουργούσε συλλογικά. Ο προτεσταντισμός διαλύει την «αυτοκρατορία του χριστιανισμού » :
« ο προτεσταντισμός δεν είναι μονάχα ένοχος για τα δεινά που προκάλεσε η εγκαθίδρυσή του. Είναι αντι-μοναρχικός εκ φύσεως , είναι στασιαστής κατ’ ουσίαν ,είναι θανάσιμος εχθρός κάθε εθνικής λογικής .Αντικαθιστά τα πάντα με την ατομική λογική , δηλαδή καταστρέφει τα πάντα ».22
Η σκέψη του Ζ.Ν.Μαίστρ , όπως και του Μάξ Βέμπερ και του Κ. Σμίτ μαρτυρά τον κυρίαρχο ρόλο του καθολικισμού και του προτεσταντισμού στην διαμόρφωση της δυτικής κοινωνίας. Από αυτή την πλευρά η θρησκεία ποτέ δεν ήταν μια αυστηρά ιδιωτική υπόθεση .Ο οικονομισμός σε συνδυασμό με τον ηθικισμό και τον πιετισμό υπερβαίνουν τις πρωτεικές διαμάχες , αποδίδοντας συνοχή στις «αξιολογήσεις » της δύσης.
Ο αμερικανισμός και η αμερικάνικη κοινωνία συγκροτήθηκε πάνω σε βάσεις ,κυρίαρχα, προτεσταντικές , όπως δείχθηκε από πολλούς στοχαστές , όπως ο Β. Ζόμπαρτ 23 .Επίκληση των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» , εγκόσμιος ασκητισμός ,ερμηνεία του πολιτικού , δια μέσου κηρυγμάτων πιετιστών θεολόγων , κυριαρχία της ιεραρχίας του χρήματος , προτεραιότητα της οικονομίας έναντι της πολιτικής , διάλυση κάθε συλλογικότητας και συνακόλουθα ατομικισμός, εμπορευματοποίηση κάθε πλευράς της ζωής συνθέτουν το «αξιακό σύστημα» και την ιδεολογία του αμερικανισμού.
Παρότι το αμερικάνικο κράτος σε ορισμένες «εξαιρετικές» περιπτώσεις , χρησιμοποιεί την άσκηση βίας για να αντιμετωπίσει τον «εσωτερικό εχθρό» είναι η εσωτερίκευση της καταπίεσης που πολύ πρώιμα είχε επισημάνει ο Α.Τοκβίλ , και οι αδήριτοι νόμοι της οικονομίας που εξασφαλίζουν την ισχύ του.
Η επισήμανση του Κ. Σμίτ μπορεί να αναφέρεται γενικότερα στην καπιταλιστική οικονομία ,αλλά στις ΗΠΑ βρίσκει πιστή εφαρμογή :
« η οικονομικά λειτουργούσα κοινωνία έχει αρκετά μέσα για να θέσει τον ηττημένο και τον αποτυχόντα στον οικονομικό ανταγωνισμό ή κι ακόμα τον «ενοχλητικό » έξω από το κύκλωμά της και να τον καταστήσει αβλαβή με ένα μη βίαιο , «ειρηνικό » τρόπο και συγκεκριμένα να τον αφήσει , εάν δεν συμμορφώνεται εθελοντικά ,να πεθάνει της πείνας » .24
Το ίδιο οι επισημάνσεις του για την φιλελεύθερη οικονομία εν γένει , επιβεβαιώνονται συχνότερα εμπειρικά στον αμερικανισμό , ακριβώς γιατί αυτός στόχευσε στην καθαρότερη , δίχως παραχωρήσεις , εφαρμογή της:
« Ηθικό πάθος και υλιστική – οικονομική αντικειμενικότητα ενώνονται σε κάθε τυπικά φιλελεύθερη έκφραση και δίνουν σε κάθε πολιτική έννοια αλλαγμένη όψη ….Από τον πολιτικά ενωμένο λαό γίνεται , στη μια πλευρά ένα πολιτιστικά ενδιαφερόμενο κοινό , στην άλλη εν μέρει βιομηχανικό και εργασιακό προσωπικό ,εν μέρει μάζα καταναλωτών . Η αρχή και η εξουσία γίνονται στο μεν πνευματικό πόλο προπαγάνδα και υποβολή των μαζών , στον δε οικονομικός έλεγχος ».25
Οι ΗΠΑ υποτίθεται ότι έχουν διακρίνουν το κράτος από την θρησκεία. Όμως αυτό το γεγονός δεν αναιρεί την σημασία που έπαιξαν οι διάφορες μορφές του προτεσταντισμού στην συγκρότηση της αμερικάνικης κοινωνίας , ούτε τον πολιτικό ρόλο των ευαγγελιστών , νεοσυντηρητικών θεολόγων .Η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών , που διατύπωσε ο Χάντιγκτον προυποθέτει την ύπαρξη μιας πολιτιστικής ταυτότητας που νοηματοδοτείται δεσμευτικά από την θρησκεία – στην αμερικάνικη περίπτωση από τις διάφορες μορφές του προτεσταντισμού.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο το αμερικάνικο κράτος επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον Μάξ Βέμπερ , τον Κάρλ Μάρξ και τον Κάρλ Σμίτ έγινε ένα κράτος των επιχειρηματιών , μια μεγάλη επιχείρηση:
« Σήμερα τίποτε δεν είναι πιο μοντέρνο από τον αγώνα ενάντια στο πολιτικό στοιχείο. Αμερικανοί κεφαλαιούχοι ,τεχνικοί της βιομηχανίας , μαρξιστές σοσιαλιστές και αναρχοσυνδικαλιστές επαναστάτες συνενώνονται στην απαίτηση να παραμερισθεί η υποκειμενική – φατριαστική κυριαρχία της πολιτικής με τον απροσωπόληπτο πραγματισμό της οικονομικής ζωής .Στο εξής , όπως λέγεται , θα πρέπει να υπάρχουν μόνον οργανωτικά –τεχνικά και οικονομικά- κοινωνιολογικά καθήκοντα , όχι όμως πολιτικά προβλήματα .Το κυρίαρχο σήμερα είδος οικονομικής τεχνικής σκέψης δεν είναι πλέον καν σε θέση να αντιληφθεί μιαν πολιτική ιδέα .Το σύγχρονο κράτος φαίνεται να έγινε πράγματι ότι βλέπει σ’ αυτό ο Max Weber: μια μεγάλη επιχείρηση ».26



Β’


Ένας Γάλλος αριστοκράτης, ο Α.Τοκβίλ επισκέπτεται τις ΗΠΑ .Η πρόθεση του ήταν να διαπιστώσει το πώς λειτουργούν οι αμερικάνικοι θεσμοί. Οι ευφυείς επισημάνσεις , στο βιβλίο του « Η Αμερικάνικη Δημοκρατία » δεν έχουν χάσει σε τίποτε από το πέρασμα του χρόνου.
Η νομική ισότητα στρέφει όλες τις δραστηριότητες στο εμπόριο : « Εξάλλου σχεδόν όλες οι προτιμήσεις και τα ήθη που η ισότητα δημιουργεί φυσικά , οδηγούν τους ανθρώπους σε εμπορικές και παραγωγικές απασχολήσεις ». 27
Η αμερικάνικη δημοκρατία διοχετεύει τον δυναμισμό της κοινωνίας στο εμπόριο:
«Σε μια δημοκρατία τίποτα δεν είναι ωραιότερο και λαμπρότερο απ’ το εμπόριο . Προσελκύει την προσοχή του κοινού και εξάπτει την φαντασία του πλήθους .Όλη η παθιασμένη ενεργητικότητα στρέφεται προς αυτό. Άλλωστε , ούτε οι δικές τους προκαταλήψεις , ούτε οι προκαταλήψεις των άλλων μπορούν να εμποδίσουν τους πλούσιος από το να αφοσιωθούν σ’ αυτό. ».28
Ο Τοκβίλ περιγράφει τον μηχανισμό , που ο ιδιάζων οικονομισμός ελέγχει σε βάθος την βούληση για ελευθερία : « τον σπρώχνει και πάλι πίσω στον εαυτό του και στο τέλος ο άνθρωπος κινδυνεύει να μείνει μόνος με την ψυχική του ερημιά».29Δημιουργεί « ένα είδος ενάρετου ματεριαλισμού , που δεν διαφθείρει την ψυχή , αλλά την απονευρώνει και αθόρυβα χαλαρώνει τα δραστικά της κίνητρα».30
Η « Αμερικάνικη Δημοκρατία» θυσιάζει την ελευθερία στην ισότητα , για την ακρίβεια σε μια εξισωτική ιδεολογία .Τα άτομα εγκλωβισμένα στην « ψυχική τους ερημιά » ,είναι αδύνατο να λειτουργήσουν εντός συλλογικών ταυτοτήτων. Η τυραννία της πλειοψηφίας , αντικαθιστά την εξουσία του μονάρχη με έναν τρόπο επίσης απόλυτο: « Όταν ένα άτομο ή ένα κόμμα αδικείται στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιόν μπορεί να αποταθεί για μια επανόρθωση ; Στη δημόσια γνώμη ; Μα αυτή εκπροσωπεί επίσης την πλειοψηφία και υπακούει σ’ αυτήν απόλυτα .Στην εκτελεστική εξουσία ; Μα κι αυτή διορίζεται από την πλειοψηφία , και δεν είναι παρά η πλειοψηφία επιστρατευμένη ».31
Φυσικά η πλειοψηφία είναι κάτι σχετικό , που μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να κατασκευάζεται , ώστε τελικά μια μειοψηφία που παρουσιάζεται ως πλειοψηφία ,να είναι τελικά αυτή που κυριαρχεί. Γι’ αυτό ο Τοκβίλ θεωρεί τις ΗΠΑ ως το πλέον ανελεύθερο καθεστώς :
« Δε γνωρίζω καμία άλλη χώρα εκτός από την Αμερική , στην οποία να υπάρχει τόσο περιορισμένη ανεξαρτησία σκέψης και πραγματική ελευθερία του λόγου. Σε οποιοδήποτε συνταγματικό ευρωπαικό κράτος κάθε είδος θρησκευτικής ή πολιτικής θεωρίας μπορεί να κηρυχθεί ελεύθερα και να διαδοθεί , γιατί δεν υπάρχει καμιά χώρα στην Ευρώπη τόσο υποταγμένη σε μια ενιαία εξουσία ώστε να μην προστατεύει το άτομο , όταν υψώνει τη φωνή του στο όνομα της αλήθειας , από τις συνέπειες αυτής του της τόλμης ».32

H καταπίεση από μια υπόθεση εξωτερική , γίνεται ένα γεγονός ριζικότερο , βαθύτερο ,εγκεφαλικό , διαρκέστερο.
«Οι δήμιοι και τα δεσμά ήταν τα δύο μέσα τα οποία χρησιμοποιούσε παλιότερα η τυραννία ,αλλά ο πολιτισμός της εποχής μας έχει τελειοποιήσει ακόμα και το δεσποτισμό , όσο κι αν θα νόμιζε κανείς πως δεν θα είχε τίποτε άλλο να διδαχθεί .Οι μονάρχες είχαν – ας το πούμε έτσι – υλοποιήσει την καταπίεση .Οι δημοκράτες της εποχής μας , την έχουν καταστήσει εντελώς μια υπόθεση εγκεφαλική , όπως είναι και η βούληση την οποία προσπαθούν να υποτάξουν. Όσο διαρκούσε η ολοκληρωτική εξουσία ενός μόνου ανθρώπου , ταλαιπωρούσαν το σώμα για να υποτάξουν την ψυχή , αλλά η ψυχή διέφευγε τα πλήγματα , που προορίζονταν γι ‘αυτήν και έβγαινε περήφανα νικήτρια. Αυτή δεν είναι η μέθοδος που ακολουθείται από την τυραννία των δημοκρατικών καθεστώτων. Το σώμα αφήνεται ελεύθερο , αλλά υποδουλώνεται η ψυχή. Ο αφέντης , πλέον , δεν λέει «θα σκέπτεσαι όπως σκέπτομαι , αλλιώς θα πεθάνεις» ! Λέει όμως « είσαι ελεύθερος να σκέπτεσαι διαφορετικά από μένα και να διατηρήσεις τη ζωή σου και την περιουσία σου κι όλα σου τα υπάρχοντα , αλλά θα είσαι , στο εξής , σαν ξένος ανάμεσα στο λαό .Θα διατηρήσεις τα πολιτικά σου δικαιώματα , αλλά θα σου είναι άχρηστα, γιατί ποτέ δεν θα εκλεγείς από τους συμπολίτες σου , αν επιζητήσεις την ψήφο τους , και εκείνοι θα σε περιφρονήσουν , αν επιζητήσεις την εκτίμησή τους .Θα παραμείνεις ανάμεσα στους ανθρώπους , αλλά θα στερηθείς τα δικαιώματα της ανθρωπότητας… ».Οι ολοκληρωτικές μοναρχίες εξευτέλισαν το δεσποτισμό. Ας προσέξουμε όμως μήπως τα δημοκρατικά καθεστώτα τον αποκαταστήσουν και τον κάνουν λιγότερο απεχθή και εξευτελιστικό στα μάτια των πολλών , καθιστώντας τον ακόμα πιο απεχθή για τους λίγους ».33
Η ψυχική ερημιά και ο ολοκληρωτισμός , προχωρούν μαζί με την ομοιομορφία : «Εκ πρώτης όψεως , φαίνεται πως ο νους όλων των Αμερικανών είναι πλασμένος πάνω σε ένα πρότυπο , εφόσον με τέτοια ακρίβεια ακολουθούν την ίδια οδό ».34
Ο Τοκβίλ επισημαίνει ότι αν το πρότυπο της «Αμερικάνικης Δημοκρατίας » , μεταφερθεί σε μια χώρα « όπου η εξουσία ενός ανθρώπου είχε ήδη καθιδρύσει μια συγκεντρωτική διοίκηση και την είχε συνυφάνει με τα ήθη και τους νόμους του λαού, δε διστάζω να ισχυρισθώ , ότι σε μια τέτοια δημοκρατία θα επικρατούσε τέτοιος αφόρητος δεσποτισμός , που όμοιο δε συναντά κανείς στις ολοκληρωτικές , όχι μόνο της Ευρώπης , αλλά ακόμη και της Ασίας».35
Ένας από τους παράγοντες , που ενισχύουν την αλαζονεία της κεντρικής εξουσίας είναι η διάλυση των κοινοτήτων .Η ενοποίηση και η πολτοποίηση του κοινωνικού σώματος , η αναίρεση του ιδιαίτερου ήθους των επιμέρους συσσωματώσεων ,διευκολύνει την δραστηριοποίηση του πολιτικού κέντρου για τον απόλυτο έλεγχο της εδαφικής επικράτειας. Ο Τοκβίλ επισημαίνει :
« όταν οι πόλεις και οι επαρχίες αποτελούσαν ισάριθμα χωριστά έθνη μέσα στην ενιαία χώρα τους , καθεμιά είχε και ιδιαίτερη βούληση , που αντετίθετο στο γενικό πνεύμα της υποταγής ».36
Τώρα πλέον το « το άτομο εξαφανίζεται μέσα στο πλήθος και χάνεται μέσα στην ανωνυμία».37
Όσο υπήρχαν ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί , ο εχθρός του τυραννικού καθεστώτος δεν ήταν μόνος του: « Έβλεπε γύρω του , τους πελάτες του , τους οικογενειακούς του φίλους , τους συγγενείς Αν του έλειπε αυτή η υποστήριξη , ένιωθε πως αντλούσε δύναμη από τους προγόνούς του , και εμπνεόταν από την μελλοντική τους διαιώνιση ».38
Η διάλυση των συλλογικοτήτων και των συσσωματώσεων , παραδίδει το άτομο βορά στην αλαζονική εξουσία:
« Ποια δύναμη μπορεί να έχει διατηρήσει ακόμα η κοινή γνώμη , όταν δεν υπάρχουν είκοσι άνθρωποι , που να συνδέονται μ’ ένα κοινό δεσμό , όταν ούτε ένα άτομο , ούτε μια οικογένεια , ούτε ένα νομικό πρόσωπο , ούτε μια τάξη , ούτε ένα ελεύθερο ίδρυμα έχουν την δύναμη να εκπροσωπήσουν ή να κάνουν πράξη μια ιδέα , και όταν ο κάθε πολίτης, όντας εξ ίσου αδύνατος , εξ ίσου πτωχός , εξ ίσου απομονωμένος , έχει μόνο την δική του προσωπική ανικανότητα να αντιτάξει στην οργανωμένη δύναμη του πολιτεύματος ».39
Βέβαια για τον Τοκβίλ η επιστροφή στο καθεστώς της μοναρχίας , είναι ένα ενδεχόμενο που τον βρίσκει αντίθετο. Η επιλογή είναι ανάμεσα στην « δημοκρατική ελευθερία και την καισαροβασιλική μοναρχία».
Όσο πιο αδύναμο καθίσταται το άτομο , τόσο περισσότερο κλείνεται στην ερημιά του. Την ισχύ που στερείται στην πραγματικότητα , την αναπληρώνει με την φαντασιώδη υπερανάπτυξη του εγωισμού. Λειτουργεί υπό τους όρους ενός καθ’ όλα παράλογου « ορθολογισμού» : « Προσωπικά , όταν αισθάνομαι ένα χέρι να με καταπιέζει δεν με ενδιαφέρει τίνος είναι και δεν είμαι διατεθειμένος να υπαχθώ σε ένα ζυγό , μόνο και μόνο γιατί μου τον επιβάλλουν τα χέρια εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων ».40
Η μανία του κέρδους δεν επιτρέπει την θετική αξιολόγηση της φαντασίας ή του πνευματικού κόπου , που δεν αποτιμάται άμεσα σε χρήμα. Η δίνη της κατοχής του , απομακρύνει τον πολίτη , από κάθε μη εγχρήματη δραστηριότητα. Οποιαδήποτε πνευματική δραστηριότητα , που δεν εμπλέκεται άμεσα σε μια απόδοση με χειροπιαστή οικονομική διάσταση θεωρείται αυτοδίκαια παράλογη :
« Η μανία του κέρδους είναι πάντοτε σε ένταση και ο ανθρώπινος νους ξεφεύγει από τις χαρές της φαντασίας και τον πνευματικό μόχθο και εμπνέεται μόνον από τη δίψα του πλούτου».41 Άλλωστε : « Μέσα σ’ αυτή την καθολική αναταραχή , σ’ αυτή την αέναη σύγκρουση αντίθετων συμφερόντων , σ’ αυτή τη συνεχή προσπάθεια των ανθρώπων να πλουτίσουν , που θα βρεθεί η ηρεμία , που είναι αναγκαία για να δίνει βαθύτερους νοητικούς συνδυασμούς ; Πως μπορεί ο νους να προσηλωθεί σ’ ένα μόνο σημείο , όταν τα πάντα γύρω του βρίσκονται σε μια συνεχή δίνη και όταν ο ίδιος ο άνθρωπος είναι έρμαιο ενός δυνατού ρεύματος , που παρασύρει τα πάντα στο διάβα του ; » .42
Παρόμοια η γνώση χάνει την αυταξία της , για να υπηρετήσει το κυνήγι της συγκέντρωσης χρήματος : « Στο πλήθος των ανθρώπων ανακαλύπτει μια εγωιστική , εμπορική , συναλλακτική τάση απέναντι στις ανακαλύψεις του νου , που δεν πρέπει να συγχέεται με το άδολο πάθος για την επιστήμη το οποίο ενυπάρχει στην ψυχή των λίγων. Είναι άλλο πράγμα η επιθυμία να εκμεταλλευτεί τη γνώση και άλλο η αγνή έφεση για γνώση». 43
Στον χώρο της Τέχνης , η αισθητική ανατρέπεται καθότι επιλέγεται το χρήσιμο από το ωραίο και το ωραίο θα πρέπει αναγκαστικά να είναι χρήσιμο.
Στην «Αμερικάνικη Δημοκρατία » , η ομοιομορφία έχει υποκαταστήσει την αναζήτηση της πρωτοτυπίας και της διαφορετικότητας :
« Στις δημοκρατίες , αντίθετα , όλοι οι άνθρωποι είναι όμοιοι και πράττουν τα πάντα σχεδόν όμοια. Είναι αλήθεια πως υπόκεινται σε μεγάλες ή μικρές μεταπτώσεις , αλλά εφόσον τα ίδια γεγονότα , καλής ή κακής τύχης , συνεχώς ξανασυμβαίνουν , μόνο το όνομα των ηθοποιών αλλάζει , ενώ το έργο παραμένει το ίδιο. Η όψη της αμερικάνικης κοινωνίας μοιάζει αεικίνητη γιατί οι άνθρωποι και τα πράγμα συνεχώς αλλάζουν , αλλά είναι μονότονη γιατί όλες οι αλλαγές είναι όμοιες » . 44
Κάθε άλλη αξία έχει ισοπεδωθεί από την κυριαρχία του θεού- χρήματος : « Σχεδόν τίποτα εκτός από το χρήμα δεν απομένει για να δημιουργήσει σαφώς διαγεγραμμένες διαφορές ανάμεσά τους και να ανυψώσει μερικούς από αυτούς πάνω από την κοινή στάθμη . Η σημασία της διακρίσεως που εκπηγάζει από τον πλούτο αυξάνει , όσο εξαφανίζονται ή μειώνονται όλες οι άλλες διακρίσεις » .45
Ο Τοκβίλ προβλέπει με ακρίβεια , την ομοιομορφία , που συνεπάγεται η κυριαρχία του αμερικάνικου υποδείγματος:
« Η παρατήρηση στην οποία προβαίνω εδώ , σχετικά με την Αμερική , μπορεί πράγματι να αφορά σχεδόν όλους τους συγχρόνους μας . Η ποικιλία εξαφανίζεται από την ανθρώπινη φυλή : σ’ όλο τον κόσμο συναντούμε τους ίδιους τρόπους ενέργειας , σκέψεως και αισθημάτων» .46
Όπως είδαμε ο οικονομισμός και η διάλυση των συλλογικοτήτων , ανοίγουν τον δρόμο στον ολοκληρωτισμό , χάρις στον πιο βαθύ έλεγχο που πετυχαίνουν του « μέσα ανθρώπου». Η δε καθολική ψηφοφορία φαίνεται να μην έχει σταθεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο σ’ αυτή την εξέλιξη , καθώς η πολιτική εξουσία αυτονομείται από το κοινωνικό σώμα : « Εφόσον οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο όμοιοι , ο καθένας αισθάνεται πιο αδύνατος σε σχέση με όλους τους άλλους». 47
Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία , μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο λειτούργησε αντίθετα από τις αρχές και τις διακηρύξεις της : « Είναι μάταιο να καλούμε ένα λαό ο οποίος έχει καταστεί τόσο εξαρτημένος από την κεντρική εξουσία να επιλέγει από καιρό σε καιρό τους αντιπροσώπους αυτής της εξουσίας .Η σπάνια και σύντομη ενάσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής , όσο κι αν είναι σημαντική , δεν πρόκειται να τον αποτρέψει από το να χάσει σταδιακά την δυνατότητα να σκέφτεται , να αισθάνεται και να ενεργεί με δική του πρωτοβουλία και στο τέλος να καταπέσει σταδιακά κάτω από τη στάθμη της ανθρωπότητας ».48
Το πιο ενδιαφέρον στην όλη εξέλιξη ,η οποία υποτίθεται θα καταργούσε κάθε κοινωνικό δεσμό , ώστε το άτομο να είναι πιο ελεύθερο είναι : « τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά του κάθε ατόμου σύντομα θα χαθούν ολότελα μέσα στην γενική όψη του κόσμου» .49
Η σκέψη του Αλέξις Τοκβίλ ιχνηλατεί την υφή του αμερικανισμού .Διαγράφει τις προοπτικές και τους κινδύνους που επισωρεύει , ενάντια σε στοχαστές , που αντιτάσσουν αποκλειστικά την σκέψη στο μαρξιστικό έργο. Ο αμερικανισμός ως κατάληξη και ως σύνοψη των δυτικών αξιών , ως σύστημα που συγκροτήθηκε πάνω σε μια πουριτανική κοινωνία , αναδύεται στις πραγματικές του διαστάσεις , που διατήρησαν μια αξιοπρόσεχτη αντοχή στο χρόνο : ο οικονομισμός κατισχύει κάθε αξίας πέραν του χρήματος , ο πουριτανισμός – ηθικισμος αφαιρεί από την ζωή την ομορφιά και την γοητεία , το άτομο έξω από τις συσσωματώσεις , όπου ήταν ενταγμένο χάνει κάθε ισχύ .Η υπέρβαση του αμερικανισμού , προυποθέτει την δημιουργία συλλογικοτήτων – παλαιών και νέων - , την προτεραιότητα στις μη εγχρήματες αξίες , όπως είναι η αγάπη και η συντροφικότητα , η μετάβαση στους πολίτες με πρόσωπο αντί « μιας κοινωνίας μικρόψυχων και εξασθενημένων πολιτών».50
Η « Αμερικάνικη Δημοκρατία » , ανέλαβε να πραγματώσει , ως το τέλος των συνεπειών τους , ιδέες και αξίες που γεννήθηκαν στην « γηραιά ήπειρο». Η κριτική ενός στοχαστή με ελεύθερο φρόνημα – όπως ο Α.Τοκβίλ - διατηρεί την σημασία της για την σύγχρονη μαζική δημοκρατία , όπου το πρόσωπο και οι κοινότητες εκτοπίζονται καθώς τα οργανωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα ελέγχουν ασφυκτικά όλους τους διαύλους που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη .Ο Μ. Χαίντεγκερ παρομοίαζε ως λαβίδα που σφίγγει την Ευρώπη με την « αγιάτρευτη τυφλότητά » της , τις ΗΠΑ και την πρώην Σοβιετική Ένωση: «Μεταφυσικά ιδωμένες ,Ρωσία και Αμερική είναι το ίδιο πράγμα : η ίδια ολέθρια μανία της εξαπολυμένης τεχνικής και των άρριζων οργανώσεων του μέσου ανθρώπου » .51
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης , αλλά όχι και την γεωπολιτική εκτόπιση της Ρωσίας , η Ευρώπη στέκεται μόνη απέναντι στις ΗΠΑ. Το πρόβλημα της αμερικάνικης κυριαρχίας δεν είναι μόνο πολιτικό , οικονομικό αλλά έχει αυτόχρημα διαστάσεις πνευματικές .Αναφέρεται σ’ αυτό που ο Μ.Χάιντεγκερ ονομάζει « σκοτείνιασμα του κόσμου , φυγή των θεών , καταστροφή της γης , μαζοποίηση του ανθρώπου , μίσος και υποψία εναντίον κάθε δημιουργικού και ελεύθερου » .52
Το σκοτείνιασμα του κόσμου συναρτάται με την αποδυνάμωση του πνεύματος , με μια κατάσταση όπου το ομοιόμορφο και το αδιάφορο λαμβάνουν τέτοια έκταση « ώσπου αυτό το ποσοτικό προσλαμβάνει μια δική του ποιότητα ».53
Η κριτική στις αξιακές προυποθέσεις του αμερικανισμού – που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο , θετικά ή αρνητικά προήλθαν από τον δυτικό χριστιανισμό – στόχευσε όχι μόνο στον εντοπισμό των θεμελιωδών στοιχείων του , που διατηρούνται αναλλοίωτα στον χρόνο , αλλά και έμμεσα να δείξει την αναγκαιότητα για να διαμορφωθεί ένα πολιτικό και οικονομικό δέον , που θα διασώζει την ετερότητα του ανθρώπινου προσώπου , πέρα από τον ολοκληρωτισμό , την ομοιομορφία , την μετατροπή του κόσμου σε εμπόρευμα και το παράλογο κυνήγι του κέρδους και του χρήματος.



Σπύρος Κουτρούλης





























ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1.MAX WEBER: « Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού ». Εκδ.GUTENBERG ,Μετ. Μ. Γ.Κυπραίου , Πρόλογος :Βασ.Φίλια,Αθήνα 1978 ,σελ.159.
2.όπως προηγούμενα σελ.52
3.Αλέξανδρος Χέρτσεν : « Post – Scriptum » (Mετ.Σ. NΓουνελάς ),Σύναξη τ.34 (Απρίλιος –Ιούνιος 1990) σελ .49,50,51.
4.Βέρνερ Ζόμπαρτ : «Ο Αστός : πνευματικές προυποθέσεις και ιστορική πορεία του δυτικού καπιταλισμού» , Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Δ/νση σειράς Π. Κονδύλης ,Μετ.Κ.Κουτσουρέλης. Ο Ζόμπαρτ παραθέτει μία σειρά από λόγους που διαμόρφωσαν τον δυτικό καπιταλισμό .Όπως η «γεννημένη από τα βάθη του γερμανικο-ρομανικού πνεύματος επιστήμη της φύσης , που κατέστησε δυνατή τη σύγχρονη τεχνική » , « το δημιουργημένο από το εβραικό πνεύμα χρηματιστήριο» , «Οι Εβραίοι επέδρασαν κατά τη γέννηση του σύγχρονου καπιταλισμού ως καταλύτης » , « οι δεσμεύσεις , που είχαν επιβληθεί στο κεφαλαιοκρατικό πνεύμα κατά την πρώιμη φάση της εξέλιξής του από τα ήθη και την ηθική , χαλάρωσαν με την αποδυνάμωση των θρησκευτικών αισθημάτων στους χριστιανικούς λαούς και καταργήθηκαν εντελώς με τη ρήξη όλων των δεσμών στην αλλοδαπή , όπου η προσφυγιά οδήγησε ακριβώς τα πιο δραστήρια οικονομικά υποκείμενα» (σελ . 362).Όμως η πρωταρχική συσσώρευση του εμπορευματικού κυρίως καπιταλισμού των ιταλικών πόλεων επωφελήθηκε τα μάλλα από την αποικιοκρατική σχέση ,που ανέπτυξε με το Βυζάντιο τουλάχιστον τους τρείς τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας.
5.CARL SCMITT : «Πολιτική Θεολογία- τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας »,Μετ.-σημειώσεις – επιλεγόμενα Παν.Κονδύλης .Εκδόσεις Λεβιάθαν , ΑΘΗΝΑ 1994 , σελ.65.
6.Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ. Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VII, σελ.210.
7.όπως προηγούμενα σελ.215
8. όπως προηγούμενα σελ. 219
9.Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ436.
10. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ437.
11. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ442.
12. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ442.
13. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ443.
14. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ445.
15. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ446.
16. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ446.
17. Π.Κανελλόπουλος : « Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος », Εκδ.Δ.Γιαλλελής , Αθήνα 1976. Τόμος VIII, σελ447.
18.Ζοζέφ Ντε Μαίστρ : « Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως » ,Εκδόσεις Καστανιώτη ,Αθήνα 1999, Μετ.Τ.Αθανασόπουλος σελ.45.
19. Ζοζέφ Ντε Μαίστρ : « Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως » ,Εκδόσεις Καστανιώτη ,Αθήνα 1999, Μετ.Τ.Αθανασόπουλος σελ.136.
20. Ζοζέφ Ντε Μαίστρ : « Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως » ,Εκδόσεις Καστανιώτη ,Αθήνα 1999, Μετ.Τ.Αθανασόπουλος σελ.269,270.
21. Ζοζέφ Ντε Μαίστρ : « Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως » ,Εκδόσεις Καστανιώτη ,Αθήνα 1999, Μετ.Τ.Αθανασόπουλος σελ.436,437.
22. Ζοζέφ Ντε Μαίστρ : « Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως » ,Εκδόσεις Καστανιώτη ,Αθήνα 1999, Μετ.Τ.Αθανασόπουλος σελ.453.
23. Βέρνερ Ζόμπαρτ : «Ο Αστός : πνευματικές προυποθέσεις και ιστορική πορεία του δυτικού καπιταλισμού» , Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Δ/νση σειράς Π.Κονδύλής ,Μετ.Κ.Κουτσουρέλης: « Είναι περιττό να τεκμηριώσω εδώ τον ισχυρισμό ότι το «πνεύμα» που «διαπνέει » τους κάτοικους του Νέου Κόσμου ( ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικός για όλες τις άλλες περιοχές αποικισμού ) είναι έντονα καπιταλιστικό , αφού ήδη έχουμε διαπιστώσει ό,τι κατά βάση το πνεύμα στην έως τώρα υψηλότερή του τελείωση .Θέλω μόνο να σημειώσω ότι τη σημερινή ψυχική συγκρότηση του Αμερικανού οικονομικού ανθρώπου τη συναντούμε με την τωρινή της μορφή και κατά την εποχή όπου στην Ευρώπη επικρατούσε ακόμα το πνεύμα του πρώιμου καπιταλισμού… Το πρωτείο των κερδοσκοπικών ενδιαφερόντων , η « δίχως νόημα» εργασία – ο αδίστακτος , ανενδοίαστος και πάση θυσία πλουτισμός – ο μέγιστος οικονομικός ορθολογισμός : όλα αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ώριμου καπιταλιστικού πνεύματος , που γνωρίσαμε επαρκώς , τα συναντούμε ήδη στην εικόνα του Αμερικανού της προεμφυλιοπολεμικής εποχής» (σελ 309 ).
24. CARL SCMITT (Κ.Σμίτ ): « Η έννοια του πολιτικού» , Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ ,Μετ. -Εισαγωγή Α.Λαβράνου ,Επιμέλεια Γ.Σταμάτης σελ. 76.Σε αυτό το σημείο ο Κ.Σμίτ επαναλαμβάνει τον Μάξ Βέμπερ , ο οποίος , υποστήριξε , ότι ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές θελήσεις , όλοι όσοι συμμετέχουν στην καπιταλιστική οικονομία είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν απαρέγκλιτα τους κανόνες της , επί ποινή εξαφανίσεως : « Ο βιομήχανος , που μακροχρόνια ενεργεί εναντίον αυτών των κανόνων , αναπόφευκτα θα εξαφανιστεί οικονομικά , όπως ο εργάτης που δεν θέλει ή δεν μπορεί να προσαρμοσθεί σ’ αυτούς θα πεταχθεί άνεργος στο δρόμο .Έτσι ο σημερινός καπιταλισμός , που έφτασε να κυριαρχεί στην οικονομική ζωή , εκπαιδεύει και διαλέγει τα υποκείμενα της οικονομίας – εργοδότες και εργάτες - που τα έχει ανάγκη» ( MAX WEBER: « Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού ». Εκδ.GUTENBERG ,Μετ.Μ.Γ.Κυπραίου , Πρόλογος :Βασ.Φίλια,Αθήνα 1978 ,σελ.48).
25. CARL SCMITT: « Η έννοια του πολιτικού» , Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ ,Μετ. -Εισαγωγή Α.Λαβράνου ,Επιμέλεια Γ.Σταμάτης σελ.108 ,109.
26. CARL SCMITT : «Πολιτική Θεολογία- τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας »,Μετ.- σημειώσεις – επιλεγόμενα Παν.Κονδύλης .Εκδόσεις Λεβιάθαν , ΑΘΗΝΑ 1994 , σελ.105,
27.Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.212.
28. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.214.
29. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.194.
30. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.212.
31. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.114.
32. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.116.
33. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.117
34. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.119.
35. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.122.
36. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.134.
37. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.135.
38. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.135.
39. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βας.Λ.Καζαντζάκη σελ.135.
40. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.149.
41. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.158.
42. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.163,164.
43 Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.165.
44. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.252.
45. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.252.
46. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.253.
47. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.270.
48. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.303.
49. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.310.
50. Αλέξις Ντε Τοκβίλ : « Η Δημοκρατία στην Αμερική », Εκδ.Καραβία , Αθήνα 1987 , Μετ.Βασ.Λ.Καζαντζάκη σελ.310.
51.Μ.Χαιντέγκερ : « Εισαγωγή στη Μεταφυσική » ,Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ ,Αθήνα 1973, Μετ.Χ.Μαλεβίτση σελ. 67.
52. Μ.Χαιντέγκερ : « Εισαγωγή στη Μεταφυσική » ,Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ ,Αθήνα 1973, Μετ.Χ.Μαλεβίτση σελ. 68.
53. Μ.Χαιντέγκερ : « Εισαγωγή στη Μεταφυσική » ,Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ ,Αθήνα 1973, Μετ.Χ.Μαλεβίτση σελ.76.