Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Πέτρος Πιζάνιας: Επανάσταση και έθνος, μια ιστορική-κοινωνιολογική προσέγγιση του'21:ιδεολογική μονομέρεια και επιστημονική τεκμηρίωση



Η εφημερίδα ΒΗΜΑ διανέμει κάθε Κυριακή την "Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-1871" μια έκδοση υπό την διεύθυνση του ιστορικού Βασίλη Παναγιωτόπουλου. Στον τρίτο τόμο περιέχεται το δοκίμιο του του ομότιμου καθηγητή του Ιόνιου Πανεπιστημίου Πέτρου Πιζάνια.
Νομίζω ότι έχει τις ακόλουθες αδυναμίες που υπονομεύουν την ευστοχία του:
Χρησιμοποιεί αξιολογικά, ιδεολογικά, φορτισμένους όρους που δεν ταιριάζουν σε μια επιστημονική εργασία. Μάλιστα οι ιδεολογικοί όροι χρησιμοποιούνται με τέτοιο υποτιμητικό - πολεμικό ύφος ώστε η εργασία του να προσεγγίζει έντονα προς ένα ιδεολογικό μανιφέστο παρά μια νηφάλια επιστημονική προσέγγιση. Λαμβάνει ως δεδομένο ισχυρισμούς του που πρέπει να τεκμηριώσει. Η βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί, ειδικά ως προς το θέμα των κοινοτήτων, είναι μονομερής και ανεπαρκής ώστε ο αναγνώστης δεν μπορεί να σχηματίσει ορθή εικόνα.
Στην πρώην ΕΣΣΔ αναφερόταν ότι κανείς δεν γνώριζε το μέλλον του παρελθόντος με την έννοια ότι η ιστορία ξαναγραφόταν κάθε φορά ώστε να εξυπηρετεί τρέχοντες πολιτικούς σκοπούς.
Έτσι ο Γ.Κορδάτος για να θεμελιώσει την μαρξιστική εξελικτική πορεία ανέδειξε στο 1821 την σημασία της αστικής τάξης. Αλλά κατά την διάρκεια της κατοχής όταν επιδιωκόταν η ενίσχυση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα προβλήθηκε η ερμηνεία του 1821 από τον Γ.Ζεύγο που τόνιζε την συμβολή του λαϊκού παράγοντα.
Ο Π.Πιζάνιας ισχυρίζεται ότι η "εθνοκεντρική ιστοριογραφία συστηματοποιήθηκε το 19ο αιώνα από τον Κ.Παπαρρηγόπουλο ως μικρή περιφερειακή κοσμοθεωρία του ελληνικού έθνους. Θεμελιώθηκε σε μια μεταφυσική έκπτωση και ταυτοχρόνως σε μια υποτυπώδη τυποποίηση της φιλοσοφίας του Εγέλου για την ιστορία και τον ιστορικό χρόνο, την οποία διατύπωσε ίσως παράλληλα, αλλά πάντως ήδη από το 1850, ο Σπ.Ζαμπέλιος. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος βλέπει το επαναστατικό φαινόμενο του 1821 ως αναμενόμενο και αυτονόητο γεγονός εντός της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους. Για το ρομαντικό ιστορικό η μακρά συνέχεια του έθνους προκύπτει από ένα λογικό και πραγματολογικό αμάλγαμα"(σελ.33).
Βεβαίως είναι δύσκολο σε ένα τόσο περιορισμένο κείμενο να συγκεντρωθούν τόσες πολλές αθεμελίωτες κατηγορίες. Όμως τον Κ.Παπαρρηγόπουλο θαύμαζε ο Κ.Δημαράς ο οποίος του αφιέρωσε μια ομιλία και μια ανεξάρτητη μονογραφία. Ο Π.Κιτρημολίδης θεωρεί την ιστορία του Κ.Παπαρρηγόπουλου το σημαντικότερο διανοητικό επίτευγμα του 19ου αιώνα. Αλλά την πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού την υποστηρίζουν οι σημαντικότεροι ιστορικοί και βέβαια ο Ν.Σβορώνος, που υπήρξε ο δάσκαλος ιστορικών όπως ο Π.Πιζάνιας αλλά ο Άρης Βελουχιώτης στον διάσημο λόγο του στην Λαμία. Η πολιτιστική συνέχεια δεν είναι προϊόν ρομαντισμού αλλά ιστορία θεμελιωμένη στα γεγονότα και στις πηγές. Αν ήταν συνεπής σε ότι υποστηρίζει θα έπρεπε τις κατηγορίες που εγείρει κατά του Παπαρρηγόπουλου να τις εγείρει και κατά των Δημαρά, Σβορώνου, Βελουχιώτη. Όμως είναι τουλάχιστον οξύμωρο ένας ιστορικός με μαρξιστικές αφετηρίες να κατηγορεί τον Ζαμπέλιο για τον υποτιθέμενο εγελιανισμό του, όταν η μαρξιστική σκέψη καθορίστηκε από την σχέση της με τον Έγελο.
Επίσης ,ο Π.Πιζάνιας κατηγορεί τον Παπαρρηγόπουλο ότι υπερασπιζόταν την μοναρχική μεγάλη ιδέα και την "επέκταση της ελληνικής επικράτειας με στρατιωτικά μέσα". Βέβαια η Μεγάλη Ιδέα διατυπώθηκε κατά τον ιστορικό Κ.Σβολόπουλο , αρχικά από τον Καποδίστρια και στην συνέχεια από τον Κωλέττη και φαντάζομαι ότι δεν θα υπήρχαν αλλά μέσα από τα στρατιωτικά για να απελευθερωθούν εδάφη από την τουρκική κυριαρχία.
Το ελληνικό έθνος δεν κατασκευάστηκε από την ελληνική επανάσταση. Σε αυτό συμφωνούν ιστορικοί όπως Ε.Γκέλλνερ που συμπεραίνουν ότι στην χώρα μας διαψεύδεται η θεωρία τους ότι τα έθνη δημιουργούνται από την σύμπτωση του προτεσταντισμού, (που ευνόησε τις εθνικές γλώσσες) ,με την βιομηχανική επανάσταση. Μάλιστα με γλαφυρό τρόπο γράφει ότι ενώ το Ναύπλιο δεν ήταν Μάντσεστερ υπήρχε ήδη ένα επαναστατημένο έθνος. Τις απόψεις αυτές που δεν συνηγορούν περί "την κατασκευή νέου έθνους" ο Π.Πιζάνιας τις αποσιωπά.
Αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις ο Πιζάνιας, στον "εκκλησιαστικό σκοταδισμό". Όμως παραλείπει να αναφέρει τα γεγονότα που αναιρούν τον ισχυρισμό αυτό όπως τον εκπαιδευτικό ρόλο του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη που δημιούργησε το πρώτο τυπογραφείο αλλά και πολύ περισσότερο ότι σημαντικοί Διαφωτιστές όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Ν.Θεοτόκης, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας υπήρξαν συγχρόνως κορυφαίοι κληρικοί. Η συμβολή του κλήρου είναι σημαντική τόσο στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό όσο και σε κινήσεις κριτικές σε αυτόν. Κληρικοί όπως ο πατρό Κοσμάς συνέβαλαν όσο λίγοι στην επέκταση της πρωταρχικής παιδείας του ελληνικού λαού.Έτσι το ερώτημα του "πως δημιουργείται ένας Έλληνας διαφωτιστής διανοούμενος, πως ξεπερνάει τον οθωμανικό και εκκλησιαστικό σκοταδισμό;" (σελ.40) είναι ψευδές διότι αυτούς που θεωρεί ως σκοταδιστές είχαν διπλή ιδιότητα: διακεκριμένοι κληρικοί και διακεκριμένοι διαφωτιστές.
Γράφει , ο Π.Πιζάνιας,ότι ο Ρήγας Φεραίος "δεν ενδιαφερόταν για το έθνος ή τη δημιουργία έθνους"(σελ. 37). Πρόκειται για εξόφθαλμη διαστρέβλωση της πραγματικότητας που μπορεί να την διαπιστώσει καθένας με μια απλή ανάγνωση του "Θούριου" και των άλλων έργων του. Διότι η αφετηρία και τα κίνητρα του Ρήγα είναι κατεξοχήν πατριωτικά ενώ ο στόχος του ήταν η δημιουργία μιας βαλκανικής ομοσπονδίας με χαρακτηριστικά βυζαντινά, αντιτουρκικά και όχι απλά φιλελεύθερα. Άλλωστε μεταξύ των εκδόσεων του Ρήγα περιλαμβάνονται οι προφητείες του Αγαθάγγελου.
Επίσης η αναφορά του Π.Πιζάνια στις κοινότητες είναι μονοσήμαντη αφού δεν αναφέρει τους πολλούς , τους πολλαπλούς ρόλους που είχαν. Περιορίζεται στο πατριαρχικό και δημοσιονομικό τους χαρακτήρα. Αλλά δεν γράφει ότι διέσωζαν αμεσοδημοκρατικά και συνεργατικά χαρακτηριστικά, ότι στα Αμπελάκια όπως και σε άλλες περιοχές του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερο συνεταιριστικό πρότυπο, ότι στις "ναυτικές συντροφίες" της Ύδρας, των Σπετσών , των Ψαρών οι ναύτες συμμετείχαν στα κέρδη του καραβιού. Επίσης παραλείπει να αναφέρει ότι τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο διεξάγονταν συνελεύσεις των κατοίκων και εκλογές. Όλα αυτά τα λάθη θα μπορούσαν να μην είχαν συμβεί αν λαμβάνονταν υπόψην το έργο του Ν.Πανταζόπουλου, του Κ.Καραβίδα, του Ι.Μοσχοβάκη και άλλων που ασχολήθηκαν με το εθιμικό δίκαιο και τον ελληνικό κοινοτισμό.
Ο Π.Πιζάνιας χρησιμοποιεί τον όρο "νομοκατεστημένες τάξεις" που αφορά αυστηρά την δυτική φεουδαρχία για να περιγράψει τους επικεφαλής των κοινοτήτων: "Ως προεστοί του κάθε νησιού αποτελούσαν νομοκατεστημένες ελιτ της αυτοκτατορίας με αμιγώς τοπικές αρμοδιότητες, χωρίς φυσικά να απαλλάσσονται από την υποτέλεια στους Οθωμανούς"(σελ.40). Το ανεξήγητο είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου δοκιμίου αφιερώνεται στο να αποδείξει ότι η χρήση του όρου "νομοκατεστημένες ελίτ" δεν είναι δόκιμος για τον ελληνικό χώρο καθώς εδώ δεν συναντάμε κλειστές ομάδες, κάστες κλπ (σελ.42). Η ρευστότητα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού δεν ήταν συνεπώς εφεύρεση των "εθνοκεντρικών ιστορικών " αλλά αποτέλεσμα ενός λαού που προσπαθούσε να επιβιώσει κάτω από τον ασιατικό δεσποτισμό. Επίσης αναφέρεται στο έργο της Βάσως Ψιμούλη και στα συμπεράσματά του για τους Σουλιώτες αλλά παραλείπει κάθε μνεία στην αναίρεση τους από τον Γ.Καραμπελιά.
Τέλος ο Π.Πιζάνιας συμπεραίνει ορθά ότι "η αυθαιρεσία και η αρπαγή συνυπήρχαν, ήταν εξαρχής στον τρόπο αναπαραγωγής του οθωμανικού εξουσιαστικού συστήματος"(σελ.51) αλλά και ότι "ότι μέλη σχεδόν όλων των ηγετικών ελληνικών ομάδων εγκατέλειψαν θέσεις, ισχύος, πλούτο, προνόμια, περαιτέρω δυνατότητες κοινωνικής ανόδου, ακόμη απλά και μια άνετη εγκατάσταση στην Ευρώπη και αλλού. Και κάθε δύναμη που διέθεταν, την έθεσαν στην ικανοποίηση της υπόθεσης της ελευθερίας και του έθνους"(σελ.51). Όμως σε αυτό το σημείο, σε αυτές τις παραδοχές, σε αυτά τα συμπεράσματα, η σκέψη του διασταυρώνεται με τα αντίστοιχα συμπεράσματα του Κ.Παπαρρηγόπουλου, του Κ.Δημαρά, του Ν.Σβορώνου καθώς η σκέψη των τελευταίων ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς γνώσης των γεγονότων, δηλαδή ότι πραγματικά συνέβη και όχι ρομαντικών ενατενίσεων ή ιδεοληπτικών δεσμεύσεων.

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2019

Σπύρος Γεωργίου, Όψεις του Νέου Ελληνισμού στον Χρήστο Μαλεβίτση, εκδόσεις Ντουντούμη, Αθήνα , Μάιος 2019.





Το βιβλίο του Σπύρου Γεωργίου αποτελεί μια πυκνή και άρτια αναφορά στον τρόπο που ο Χρήστος Μαλεβίτσης ερμήνευσε τον νέο ελληνισμό.
Παρότι ποτέ δεν επεδίωξε τα φώτα δημοσιότητας, αλλά συνειδητά ακολούθησε μια χαμηλόφωνη πορεία ο Χρήστος Μαλεβίτσης μας άφησε ένα σπουδαίο δοκιμιακό και μεταφραστικό έργο.
Καταγόταν από μια περιοχή, γειτονική του Διστόμου, το χωριό Καλοσκοπή του Παρνασσού όπου ο γερμανικός στρατός διέπραξε ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα του β’ παγκοσμίου πολέμου. Παρόλα αυτά βρήκε την δύναμη να διακρίνει κάποιους Γερμανούς ποιητές και φιλοσόφους από τις βαρβαρότητες που διέπραξε η Γερμανία υπό την ηγεσία του ναζιστικού κόμματος. Κατ’ αυτό τον τρόπο εκτός από τις κλασσικές μεταφράσεις του Μπερντιάγεφ, του Ζαν Βαλ, του Μποχένσκι, του Ορτέγα Υ Γκάσσετ, του Πάουλ Τίλλιχ μετάφρασε και έγραψε εκτεταμένη εισαγωγή σε έργα του Κ.Γιάσπερ και του Μ.Χαιντεγκερ που μπορούν από μόνες τους να αποτελέσουν ανεξάρτητα βιβλία.
Ένα από τα πρώτα χρονικά έργα του Χ.Μαλεβίτση έχει ως τίτλο «Η τραγωδία της ιστορίας». Μεταγενέστερα έγραψε αναλυτικά για το τραγικό ακριβώς γιατί αυτό δεν αποτελεί παροδικό ιστορικό φαινόμενο αλλά συνιστά καταστατική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης.
Πολλά από τα κείμενα που μνημονεύει ο Σπύρος Γεωργίου δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ευθύνη». Σε αυτό μαζί με τον Κώστα Τσιρόπουλο,ο Χ.Μ., για αρκετές δεκαετίες είχε μια έντονη δραστηριότητα δίνοντας του μια απαράμιλλη ποιότητα και ένα διακεκριμένο ύφος και ήθος.
Σε ένα από τα πρώτα κείμενα του ο Χ.Μ. εξομολογείται ότι η ανάγνωση και η μελέτη της φιλοσοφίας υπήρξε διέξοδος για τις οδύνες των πρώτων του χρόνων. Γράφει λοιπόν «στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, οι κάτοικοι του χωριού έσπευδαν να κρυφτούν στα δάση. Έπαιρναν μαζί τους λίγα τρόφιμα και ρούχα για να συντηρηθούν. Εγώ κουβαλούσα και ένα σακκίδιο με βιβλία. Έτσι, κυνηγημένος από τους συμπατριώτες του Γκαίτε και του Εγέλου, στη σιγαλιά του αρχέγονου δάσους, άνοιγα τα βιβλία μου και βυθιζόμουν στον κόσμο τους…Τον Αύγουστο του ’44 επιστρέφοντας από νέο διωγμό προς τα βουνά, βρήκαμε το χωριό μας πυρπολημένο. Το σπίτι που γεννήθηκα κειτόνταν στάχτη και μαυρισμένες πέτρες. Ατμίδες καπνού ανέθρωσκαν ακόμη από τα ερείπια. Η μάνα μου έσκυψε επάνω τους και έσυρε θρήνο σπαραχτικό. Ήμασταν πέντε ψυχές σε τόπο ορεινό, χωρίς στέγη. Τον πατέρα μου τον είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί, την άνοιξη του ίδιου χρόνου» (σελ.12).
Κατ’ αρχήν ο Χ.Μαλεβίτσης συμπεραίνει ότι η δημιουργία του νεοελληνικού κράτους συνοδεύθηκε με ένα τραυματικό γεγονός: ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και η λόγια παράδοση δεν συζεύχθηκαν αλλά συγκρούστηκαν με τον νεοελληνικό πυρήνα ζωής με αποτέλεσμα «να παραγκωνιστούν βαρύτιμες αξίες που έδιναν νόημα στο βίο και συνιστούσαν ένα σαφές «παιδευτικό πλαίσιο»(σελ.21) και να επιλεχθούν πρότυπα κράτους και κοινωνίας που δημιουργήθηκαν από Βόρειους λαούς και αντιστοιχούν περισσότερο στις δικές τους ανάγκες.
Βεβαίως ο Σ.Γεωργίου αναλύοντας τις σκέψεις του Χ.Μαλεβίτση για τον ελληνισμό , εντοπίζει τις διαφορές ανάμεσα σε ένα λαό ποιμένων και σε ένα λαό γεωργικό. Συμμερίζεται την αξιόλογησή του ότι τα «ψυχικά-πνευματικά υποστρώματα του λαού αυτού του τόπου παρέμεινα απαρασάλευτα ως έμπεδη αντίληψη της ζωής»( σελ.20). Σωστά επιλέγει και μας παρουσιάζει την σκέψη του Μαλεβίτση για το νόημα της πατρίδας: «Πατρίδα μας είναι ο νεοελληνικός πυρήνας ζωής που στις μέρες μας πάει να εξαφανισθεί παντελώς. Είναι Πατρίδα μας ο πνευματικός πυρήνας που μας συνέθεσε , η πνοή που μας μορφοποίησε έξω απ’ αυτόν είμαστε ανέστιοι – αφού Πατρίδα είναι ο εαυτός μας στην αυθεντικότερη εκδοχή του. Κατ’ επέκταση λοιπόν για να ζήσουμε (στη σύγχρονη συγκυρία) μια αυθεντική ζωή πρέπει να ζήσουμε της Ευρώπη σαν Έλληνες και όχι την Ελλάδα σαν Ευρωπαίοι»(σελ. 21). Συνεπώς η πατρίδα έχει ένα πνευματικό και όχι φυλετικό περιεχόμενο και για συνιστά ένα αυθεντικό, δηλαδή αληθινό τρόπο ύπαρξης. Με αυτό τον τρόπο μπορεί επίσης να ερμηνευθεί η σχέση του ελληνισμού με την Ευρώπη. Ο ελληνισμός δεν καταλύεται , δεν καταργείται αλλά είναι η προϋπόθεση της μετοχής στην Ευρώπη. Όμως οι προϋποθέσεις για να υπάρξει ακέραιη η νεοελληνική συνείδηση είναι η «νεοελληνική ιστορία, η επανάσταση, όλη η νεοελληνική γραμματεία, το δημοτικό τραγούδι(σελ.21).
Ο Σ.Γεωργίου συμπεραίνει ότι οι όροι γένος, έθνος, φυλή, λαός, κοινωνία έχουν το ίδιο υποκείμενο , ενώ η μετοχή στο έθνος έχει υπαρξιακά χαρακτηριστικά ώστε «η ιδέα του έθνους δεν ξεπερνιέται εύκολα ή δεν έχει ακόμη ξεπερασθεί ιστορικώς –επειδή το έθνος εξακολουθεί να συνιστά κατηγορία υπάρξεως. Και εδώ βρίσκεται η δύναμή του⸱ (δηλαδή στο ότι) είναι τρόπος του»(σ.23).
Ο Χ.Μαλεβίτσης πιο συγκεκριμένα σε δοκίμιο του που δημοσιεύθηκε στην «ΕΥΘΥΝΗ» το 1981 γράφει: « το περιεχόμενο του εθνικώς ζην συνιστά αλήθεια υπαρξιακή. Ο άνθρωπος περισσότερο από ζώο κοινωνικό ή πολιτικό ή ταξικό είναι προεχόντως ζώο μιας εθνότητας. Πρόκειται για εσωτερική αλήθεια με βάθος και πλάτος «ιστορικό». Και όταν λέμε «ιστορικό» δεν εννοούμε την εξωτερική ιστορία αλλά την εσωτερική «ιστορικότητα» της υπάρξεως, ατομικής και εθνικής ταυτοχρόνως, η οποία είναι αυτόχρημα πνευματική και διεκτραγωδεί την περιπέτεια του υπάρχειν. Ουσιώδης δε διάσταση της εθνότητας είναι και ο τόπος της το χαρακτηριστικό του εθνικώς ζην είναι η εντοπιότητα. Ο τόπος (βεβαίως) δεν είναι μόνο η φυσική και η πολιτική γεωγραφία ενός κράτους. Ο τόπος προεχόντως έχει σημασία υπαρξιακή⸱ είναι στοιχείο της ενσάρκωσης της εθνότητας, είναι συνισταμένη της εγκοσμιότητας της»(σελ.23). Δίχως αμφιβολία ο Μαλεβίτσης μας έδωσε ίσως την πιο εύστοχη οριοθέτηση της σημασίας του έθνους. Σε αντίθεση με όσους προβλέπουν το ιστορικό τέλος του έθνους και του εθνικού κράτους στην χοάνη της παγκοσμιοποίησης, το έθνος παραμένει μια ισχυρή συσσωμάτωση που θεμελιώνεται όχι μόνο σε συναισθηματικούς λόγους αλλά και σε λογικές σκοπιμότητες αφού αποτελεί την απαραίτητη μεσολάβηση ανάμεσα στα άτομα και την διεθνή κοινότητα.
Ο Σπύρος Γεωργίου επισημαίνει ότι ο Μαλεβίτσης εντόπισε στον κομματισμό το θεμέλιο της νεοελληνικής κακοδαιμονίας: « ο λαός των δεξιών και των αριστερών κινημάτων τελεί δεινά παγιδευμένος σε συμπλέγματα, τα οποία εξαντλούν τον δυναμισμό τους στον κομματισμό. Ο κομματισμός είναι το χείριστο και το ολεθριότερο υποκατάστατο της ανάγκης του ανθρώπου για ασφάλεια, για ιδανικά, για κοινοτική ζωή, για ελπίδα. Έτσι ο νεοέλληνας ζητάει την βεβαίωση του εαυτού του από την αντίθεση του προς τον άλλον. Πράγμα που σημαίνει πως ο νεοέλληνας δεν διαθέτει τον έρωτα της αυτοδημιουργίας, ώστε να διαγράψει τη δική του μορφή. Αντίθετα τη μορφή του τη σχηματίζει από τα όρια της αντιπαράθεσης του προς τον άλλον(σελ.25). Τίποτε σωστό δεν πρόκειται να πετύχουμε «χωρίς συνειδήσεις δουλεμένες από την ελευθερία της προσωπικής απόφασης και της έσχατης ευθύνης, χωρίς πνευματικούς πυρήνες αντιστάσεως, χωρίς συναίσθηση ιστορικής ευθύνης για το πνευματικό πρόσωπο αυτού του ιστορικού λαού που κατοικεί σ’ αυτόν τον ιστορικό τόπο»(σελ.42). Η έξαρση της σημασίας της απόφασης είναι μια από τις σημασίες που χαρακτηρίζουν την φιλοσοφία του υπαρξισμού αλλά και την πολιτική θεωρία στοχαστών όπως ο Π.Κονδύλης.
Θεμελιώδης είναι η κριτική προσέγγιση του δημοτικού τραγουδιού από τον Χ.Μαλεβίτση, που ο Σ.Γεωργίου συμπεραίνει ότι χαρακτηρίζεται από «απαράμιλλη στοχαστική διεισδυτικότητα». Γράφει ο Χ.Μαλεβίτσης : « το δημοτικό τραγούδι συνιστά το «περιεχόμενο της συνειδήσεως του ελληνικού λαού». Δηλαδή είναι ο τρόπος που ο ελληνικός λαός έχει είδηση του κόσμου. Είναι ο τρόπος που ο ελληνικός λαός αφομοίωσε το φαινόμενο του κόσμου και αξιολόγησε το «υπάρχειν εν τω κόσμω». Το δημοτικό τραγούδι κομίζει μαρτυρίες βαθιάς ιστορικής ζωής που φθάνουν μέχρι την αρχαιότητα και τη μυθολογία»(σελ.31).
Ο Σπύρος Γεωργίου θα αναδείξει εν προκειμένω ορισμένα κρίσιμα στοιχεία της σκέψης του Χ.Μαλεβίτση, δηλαδή ότι η υπαρξιακή αλήθεια έχει εντοπιότητα, που είναι αφεύκτως ενοριακή, προϋποθέτει το «αληθώς ζην», και κοινωνικά είναι υπερταξική ώστε «η εθνική πατρίδα τοποθετείται υψηλότερα από όλες τις άλλες κοινωνικές προβληματικές»(σελ34). Κρίσιμος είναι ο ρόλος στις «δημιουργικές συνειδήσεις», δηλαδή σε εκείνες που μπορούν να διατηρήσουν τον πολιτισμό σε εγρήγορση και να τον οπλίσουν με τη δύναμη που χρειάζεται για ν’ αντιμετωπίσει τις επικίνδυνες προκλήσεις αλλά ακόμη περισσότερο με το πνευματικό έργο τους και την παρουσία του ήθους των θα μεγαλύνουν την αλήθεια του (σελ.36).
Ο Σπύρος Γεωργίου παραθέτει το δοκίμιο του Μαλεβίτση με τίτλο «Το μέλλον του Ελληνισμού» που δημοσιεύθηκε στην Ευθύνη τεύχος 252, 1992, όπου σε ένα μείγμα αισιοδοξίας και παρακμής επισημαίνει τους κινδύνους της παρακμής καθώς γράφει: «ο ελληνικός λαός δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ, όμως ο Ελληνισμός ως ιδιοφυής πραγμάτωση ενός εκπάγλου τρόπου υπάρξεως, μπορεί να πεθάνει»(σελ.47).
Ο συγγραφέας τελειώνοντας θα μας θυμίσει την σημασία της ευθύνης που ιστορικά συνδέεται με την αρχαία Ελλάδα και την υποχρέωση των αρχόντων να λογοδοτούν, κατά την έκφραση «λόγο διδόναι». Η προϋπόθεση όμως που τίθεται ότι το μέτρο να είναι εκείνο που κατευθύνει τις πράξεις αρχόντων και αρχομένων. Η ευθύνη και η λογοδοσία είναι «άρρηκτα συνδεδεμένη με το προσωπικό και το συλλογικό γνώθι σαυτόν δεν μπορεί παρά να είναι από τους κύριους οδοδείκτες της Παιδείας κάθε κοινωνίας»(σελ.60).Η κυριαρχία όμως των πελατειακών σχέσεων και του πελατειακού κράτους ακυρώνουν την έννοια της λογοδοσίας. Νομίζω όμως ότι η τυπολογία του Π.Λη Φέρμορ που διακρίνει τον ελληνισμό από την ρωμισοσύνη, ταυτίζοντας τον πρώτο με την κυριαρχία της τυπικής λογικής και την δεύτερη με το συναίσθημα, το πάθος και το ένστικτο είναι υπερβολικά σχηματική ώστε στην πραγματικότητα, ούτε στα άτομα, ούτε στις κοινωνίες συναντάμε αντιθέσεις με τέτοιο αποσαφηνισμένο και ξεκάθαρο τρόπο.
Το δοκίμιο του Σπύρου Γεωργίου άρτιο, με πυκνά νοήματα, γραμμένο σε στρωτή και εύληπτη γλώσσα, προσφέρει την έγκυρη και έντιμη προσέγγιση στο έργο του Χ.Μαλεβίτση που αφορά τον νέο ελληνισμό, αλλά και με ορθά παιδαγωγικό τρόπο προσφέρει στον αναγνώστη τα αναγκαία ερεθίσματα για να το μελετήσει ο ίδιος πλέον.

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Samuel Huntington, Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης, μετάφραση Σήλια Ριζοθανάση, εκδόσεις Πατάκη, Μάιος 2017.




Στην νοτιανατολική Μεσόγειο η σύγκρουση για το φυσικό αέριο της κυπριακής ΑΟΖ διεξάγεται ανάμεσα από τη μια μεριά την Ελλάδα-Κύπρο-Ισραήλ-Αίγυπτο και από την άλλη μεριά την Τουρκία. Στη Συρία η ορθόδοξη Ρωσία και το Ιράν υποστηρίζουν τον Άσαντ εναντίον των φανατικών ισλαμιστών. Σε όλες αυτές τις αντιπαραθέσεις οι φίλοι και οι εχθροί δεν επιλέχθηκαν με πολιτιστικά αλλά γεωπολιτικά κριτήρια.
Συνεπώς το κριτήριο που ο Χάντιγκτον θεώρησε ότι μπορεί να ερμηνεύσει με τρόπο σχεδόν αποκλειστικό τις συγκρούσεις στο σημερινό κόσμο δεν επαληθεύεται ή τουλάχιστον δεν επαληθεύεται στην έκταση που αυτός πίστευε. Την Ελλάδα όπως και τις υπόλοιπες ορθόδοξες χώρες τις τοποθετεί από κοινού μαζί με το Ισλάμ (το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο αν αναλογιστούμε ότι από την εποχή του Α.Μαυροκορδάτου η γεωπολιτική ωθεί την Ελλάδα προς την Δύση παρά τις τριβές και τα προβλήματα που εμφανίζονται διαχρονικά, ενώ συγχρόνως στην επίθεση στην ορθόδοξη Σερβία οι Έλληνες ταχθηκαν με το μέρος της). Το συμπέρασμα του μετριάζεται αλλά δεν ανατρέπεται όταν συλλογίζεται την αρχαιοελληνική πλευρά του ελληνισμού. Στις αδυναμίες του θα προσθέταμε αυτή που επεσήμανε ο Π.Κονδύλης ότι όποιος επικαλείται την σύγκρουση των πολιτισμών οφείλει να αποδείξει ποιά είναι τα στοιχεία που τους ωθούν σε σύγκρουση.
Όμως υπάρχουν ορισμένες θετικές πλευρές του που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Πρώτον συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος κόσμος και ούτε αυτός μπορεί να προκύψει από μια ενιαία αγορά. Δεύτερον ο εκσυγχρονισμός δεν συνεπάγεται εκδυτικισμό γι αυτό και οι επιμέρους ταυτότητες διατηρούν τον δυναμισμό τους. Τρίτον η επιρροή της Δύσης περνά παγκοσμίως σε παρακμή με αποτέλεσμα δυνάμεις όπως το ριζοσπαστικό ισλάμ να γίνονται πιο διεκδικητικές
Με μια φρασεολογία που θυμίζει τον Κ.Σμιτ (προφανώς στις ΗΠΑ είναι αρκετά γνωστός) επισημαίνει :" οι λαοί που αναζητούν ταυτότητα και ανακαλύπτουν εκ νέου τον εθνικό τους χαρακτήρα χρειάζονται εχθρούς, και η δυνητικά πιο επικίνδυνη εχθρότητα αναπτύσσεται κατά μήκος της "συνοριακής γραμμής" μεταξύ των μεγαλύτερων πολιτισμών του κόσμου"(σελ.24). 
Πολύ γλαφυρά γράφει ότι μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων οι άνθρωποι προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα ποιοί είναι , και απαντούν με τον παραδοσιακό τρόπο. Ορίζουν τον εαυτό τους "σε σχέση με τους προγόνους τους, τη θρησκεία, τη γλώσσα, την ιστορία, τις αξίες, τα έθιμα και τους θεσμούς"(σελ.26). Θα συμπληρώσει μάλιστα "τα εθνικά κράτη παραμένουν πρωταγωνιστές των διεθνών σχέσεων. Η συμπεριφορά τους διαμορφώνεται, όπως και στο παρελθόν, από την επιδίωξη της δύναμης και του πλούτου, αλλά και από τις πολιτισμικές προτιμήσεις και διαφορές. Οι σημαντικότερες ομάδες κρατών δεν είναι πια τα τρία μπλόκ του Ψυχρού Πολέμου, αλλά οι επτά ή οκτώ μεγάλοι πολιτισμοί του κόσμου(σελ. 26). 
Οι θρησκείες είναι το στοιχείο που καθορίζει και διακρίνει τον ένα πολιτισμό από τον άλλο. Σε αυτό αναγνωρίζει διαχρονικά στους Έλληνες αφού του συγκρίνει με τους Πέρσες και συμπεραίνει "δεσμοί αίματος, γλώσσα θρησκεία και τρόπος ζωής ήταν τα κοινά στοιχεία των Ελλήνων που τους διαφοροποιούσαν από τους Πέρσες και άλλους μη Έλληνες. Από όλα τα αντικειμενικά στοιχεία που ορίζουν τον πολιτισμό, το σημαντικότερο είναι συνήθως η θρησκεία, όπως άλλωστε το παρατήρησαν οι αρχαίοι Αθηναίοι"(σελ.52). Γι' αυτό συμπεραίνει "ο όρος "Δύση" χρησιμοποιειται παγκοσμίως για να περιγράψει αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε δυτική χριστιανοσύνη"(σελ.58) . Η παραδοχή ότι οι θρησκείες έχουν ανατολική και όχι δυτική προέλευση δεν εξομαλύνουν το συμπέρασμα αυτό, ενώ επιγραμματικά γράφει: " η ουσία του δυτικού πολιτισμού είναι η Magna Carta όχι το Magna Mac τωνMcDonald's. Το γεγονός ότι οι μη δυτικοί γεύονται το δεύτερο αυτό δε σημαίνει ότι αποδέχονται το πρώτο"(σελ.72,73). Αναρωτιέται δε "αλήθεια τι μήνυμα περνάει στον κόσμο για τη Δύση, όταν οι ίδιοι οι δυτικοί ταυτίζουν τον πολιτισμό τους με τα ανθρακούχα ποτά, τα μοντέρνα παντελόνια και τα παχυντικά φαγητά;"(σελ.73).
Ο Χάντιγκτον ορθά επισημαίνει : " το εμπόριο αυξάνει ή μειώνει την πιθανότητα της σύγκρουσης; Η υπόθεση ότι μειώνει την πιθανότητα του πολέμου μεταξύ των εθνών δεν έχει αποδειχτεί , ενώ υπάρχουν στοιχεία για το αντίθετο...Τα στοιχεία που διαθέτουμε δε στηρίζουν τη φιλελεύθερη, διεθνιστική υπόθεση ότι το εμπόριο προωθεί την ειρήνη"(σελ.84).
Περισσότερα αναλυτικός γράφει: "η Δύση ήταν Δύση πριν γίνει σύγχρονη. Τα κεντρικά χαρακτηριστικά της Δύσης που τη διακρίνουν από τους άλλους πολιτισμούς προϋπήρχαν του εκσυχρονισμού της"(σελ.87). Σε αυτό το σημείο προσδιορίζει περισσότερο τα στοιχεία της Δύσης: κλασσική κληρονομιά (ελληνική φιλοσοφία και ορθολογισμό, ρωμαϊκό δίκαιο, λατινικά χριστιανισμό. Ανακριβώς σε αυτό το σημείο γράφει ότι ο δυτικός χριστιανισμός αφομοίωσε περισσότερα στοιχεία τηςαρχαιοελληνικής σκέψης από ότι η ορθοδοξία), ρωμαιοκαθολικισμός-προτεσταντισμός- ευρωπαϊκές γλώσσες , χωρισμός της πνευματικής και κοσμικής εξουσίας, κράτος δικαίου, κοινωνικός πλουραλισμός, αντπροσωπευτικά σώματα, ατομικισμός.
Τελικά συμπεραίνει: "ο εκσυγχρονισμός δε συνεπάγεται απαραίτητα δυτικοποίηση. Οι μη δυτικές κοινωνίες μπορούν να εκσυγχρονιστούν και έχουν όντως εκσυγχρονιστεί, χωρίς όμως να εγκαταλείψουν τη δική τους κουλτούρα και να υιοθετήσουν εξ ολοκλήρου τις δυτικές αξίες, θεσμούς και πρακτικές. Το δεύτερο άλλωστε θα ήταν σχεδόν απίθανο: τα όποια εμπόδια μπορεί να θέτουν οι μη δυτικές κοινωνίες στον εκσυγχρονισμό, ωχριούν μπροστά στα εμπόδια που θέτουν στη δυτικοποίηση. Όπως παρατηρεί ο Braudel θα ήταν τουλάχιστον "παιδαριώδες" να σκεφτόμαστε ότι ο εκσυγχρονισμός ή "ο θρίαμβος του πολιτισμού στον ενικό" θα οδηγούσε στο τέλος των ποικίλων ειδών κουλτούρας που ενσωματώνονται ολόκληρους αιώνες στους μεγαλύτερους πολιτισμούς του κόσμου. Αντιθέτως, ο εκσυγχρονισμός ενισχύει αυτά τα είδη κουλτούρας και μειώνει τη δύναμη της Δύσης. Κατά βάση, ο κόσμος γίνεται περισσότερο σύγχρονος και λιγότερο δυτικός"(σελ.99).
Η αδυναμία πολλών μη δυτικών λαών τους ωθούσε να ασπάζονται τις δυτικές αξίες της οικουμενικότητας, ενώ η ισχυροποίηση τους απομακρύνει από αυτές:" αρχικά η εξέγερση εναντίον της Δύσης νομιμοποιήθηκε με την επίκληση της οικουμενικότητας των δυτικών αξιών. Τώρα η εξέγερση νομιμοποιείται με την επίκληση της ανωτερότητας των μη δυτικών αξιών"(σελ.118).
Ο εκδημοκρατισμός δεν ευνοεί τον εκδυτικισμό αλλά την εμμονή στην εγχώρια παράδοση: "ο εκδημοκρατισμός έρχεται σε σύγκρουση με τη δυτικοποίηση. Η δημοκρατία είναι συμφυής με μια τοπικιστική και όχι κοσμοπολίτικη διαδικασία"(σελ.120). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αραβικές κοινωνίες όπου ο εκδημοκρατισμός συνήθως δίνει την εξουσία στο ριζοσπαστικό ισλάμ.
Ο Χάντιγκτον καταλήγει ότι η θρησκεία "σχετίζεται με τα πάντα και είναι πανταχού παρούσα φάνηκε πολύ ξεκάθαρα στα πρώην κομμουνιστικά κράτη. Η θρησκευτική αναβίωση κάλυψε το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση της ιδεολογίας και έχει επεκταθεί σε πολλές χώρες από την Αλβανία ως το Βιετνάμ"(σελ.123).Το γεγονός εξηγείται από ότι "οι άνθρωποι όμως δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με τη λογική για να επιδιώξουν το προσωπικό συμφέρον τους αν δεν ορίσουν πρώτα τον εαυτό τους. Τα πολιτικά συμφέροντα προαπαιτούν αναγνώριση της ταυτότητας. Σε περιόδους γοργής κοινωνικής αλλαγής οι ήδη καθιερωμένες ταυτότητες υπόκειται σε αλλαγές. Ο "εαυτός" πρέπει να επαναπροσδιοριστεί και νέες ταυτότητες να δημιουργηθούν . Οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να απαντήσουν στο ερώτημα ποιος είμαι , που ανήκω. Η θρησκεία προσφέρει απαντήσεις ενώ οι θρησκευτικές ομάδες προσφέρουν μικρές κοινωνικές κοινότητες που αντικαθιστούν αυτές που χάθηκαν μέσα στη διαδικασία του εξαστισμού"(σελ.124,125). Οι ξεριζωμένοι βρίσκουν στην θρησκευτική αναβίωση την τάξη, την πειθαρχία, την εργασία, την αλληλοβοήθεια , την ανθρώπινη αλληλεγγύη(σελ.126). Ο Χάντιγκτον σε αυτό το σημείο επαναλαμβάνει την φράση του Ρεζί Ντεμπραί: "η θρησκεία δεν είναι το όπιο του λαού, αλλά η βιταμίνη των αδυνάτων"(σελ.129). Η δημογραφία όμως πρόκειται να παίξει ένα εξαιρετικά κρίσιμο ρόλο στον 21ο αιώνα.
Αλλά ο Χάντιγκτον επαναλαμβάνοντας τον Κ.Σμίτ αφοριστικά γράφει: " κάθε κράτος πρέπει να μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Η απάντηση που δίνει κάθε κράτος, η πολιτισμική του ταυτότητα δηλαδή προσδιορίζει τη θέση του στην παγκόσμια πολιτική καθορίζει τους φίλους και τους εχθρούς"(σελ.159). Κάθε συλλογικότητα χρειάζεται τον εχθρό για να ορίσει την ταυτότητα του"οι άνθρωποι για να αυτοπροσδιοριστούν και να κινητοποιηθούν χρειάζονται εχθρούς: ανταγωνιστές στη δουλειά, αντίζηλους στην επιτυχία, αντίπαλους στην πολιτική"(σελ.166). Κάθε ξεπέρασμα μίας εχθρότητας γεννά μια ή περισσότερες νέες. Αλλά θα επαναλάβει προς επίρρωση: "το ξερίζωμα και η απομόνωση που βιώνουν οι άνθρωποι σε ατομικό επίπεδο δημιουργούν την ανάγκη για πιο ουσιαστικές ταυτότητες"(σελ.164). 
Για την χώρα γράφει κατηγορηματικά: "η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος του δυτικού πολιτισμού, αλλά υπήρξε η πατρίδα του κλασικού πολιτισμού. Στην αντιπαράθεση τους με την Τουρκία οι Έλληνες θεωρούν τους εαυτούς τους ιστορικά υπερασπιστές του χριστιανισμού. Σε αντίθεση με τους Σέρβους, τους Ρουμάνους ή τους Βούλγαρους, η ιστορία τους εκτυλίσσεται μαζί με την ιστορία της Δύσης. Παρ' όλα αυτά, η Ελλάδα αποτελεί μια εξαίρεση ως ορθόδοξος ξένος στους δυτικούς οργανισμούς. Δεν υπήρξε ποτέ ένα εύκολο μέλος ούτε για την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και ούτε και για το ΝΑΤΟ, και δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις αρχές και τα ήθη και των δύο(σελ.208,209). 
Ο Χάντιγκτον με ρεαλισμό αποφαίνεται:" αυτό που είναι παγκοσμιοποίηση για τη Δύση είναι ιμπεριαλισμός για τους υπόλοιπους"(σελ.234).
Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που μετακινούνται φέρουν μαζί τους επιδιώξεις κυριαρχίας : "το κύριο πρόβλημα της Δύσης δεν είναι ο ισλαμικός φονταμεταλισμός. Είναι το ισλάμ, ένας διαφορετικός πολιτισμός, που οι άνθρωποι του είναι πεπεισμένοι για την ανωτερότητα της κουλτούρας τους και βασανίζονται από έμμονες ιδέες για την κατωτερότητα της δύναμης τους"( σελ. 280).
Ο Χάντιγκτον ισχυρίζεται ότι η Δύση θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η Ρωσία θα είναι υπεύθυνη των ορθόδοξων χωρών εκεί όπου η ορθοδοξία κυριαρχεί(σελ.314). Βεβαίως με αυτό τον τρόπο την εξοβελίζει από κράτη όπου κυριαρχεί ο καθολικισμός μεν αλλά στο παρελθόν ανήκαν στην σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ. Παράλληλα αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη και η Ρωσία είναι δημογραφικά ώριμες περιοχές, με χαμηλούς ρυθμούς γεννήσεων που δεν μπορούν να εκδηλώσουν επεκτατικές και επιθετικές διαθέσεις(σελ.314).
Ολοκληρώντας το έργο του ο Χάντιγκτον συναντά την σκέψη του Ο.Σπενγκλερ: "οι κοινωνίες που υποθέτουν ότι η ιστορία τους έχει τελειώσει είναι αυτές που η ιστορία τους πρόκειται να παρακμάσει"(σελ.397). Το κεντρικό ζήτημα για την Δύση είναι αν "είναι ικανή να σταματήσει ακόμα και να αντιστρέψει την εσωτερική διεργασία παρακμής"(σελ.400).
Η πολυπολιτισμικότητα καταστρέφει την ενότητα των κοινωνιών, ενώ η υποχώρηση του χριστιανισμού στις δυτικές κοινωνίες επιταχύνει την παρακμή. Καταγγελτικός  είναι στην βαλκανική πολιτική Κλίντον:"επιδιώκοντας την χίμαιρα μιας πολυπολιτισμικής χώρας, η κυβέρνηση Κλίντον αρνήθηκε την αυτοδιάθεση της σερβικής και της κροατικής μειονότητας και βοήθησε στη γέννηση ενός βαλκανικού μονοκομματικού συνεταίρου του Ιράν"(σελ.407).
Ο Χάντιγκτον ενώ αστόχησε στην βασική του σκέψη ότι όλες οι συγκρούσεις έχουν υπόστρωμα πολιτιστικό και ότι η γεωπολιτική και η γεωκονομία έχουν εξοβελιστεί από την θρησκεία, ήταν εύστοχος σε πολλές επιμέρους παρατηρήσεις. Δηλαδή ότι δεν υπάρχει παγκοσμιοποίηση, ότι ο εκσυγχρονισμός δεν συνεπάγεται αναγκαστικά τον εκδυτικισμό, ότι οι λαοί αναζητούν ταυτότητα και την βρίσκουν εκεί που πάντα την έβρισκαν, ότι το ισλάμ αναπτύσσεται δημογραφικά και απειλεί τις κοινωνίες που παρακμάζουν. Συγχρόνως συνοψίζει την αμφίσημη αντιμετώπιση της Ελλάδας από την Δύση. Παρότι , η Δύση, στον κλασσικό πολιτισμό αναγνωρίζει ένα από τα τρία θεμέλια της (τα άλλα δύο είναι το ρωμαϊκό δίκαιο και ο ιουδαιοχριστιανισμός), παρότι στο Βυζάντιο διασώθηκαν τα περισσότερα από τα κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, παρότι η δυτική χριστιανοσύνη αφομοίωσε παρερμηνεύοντας συχνά την πατερική σκέψη, ο Χάντιγκτον επιμένει ότι η Ελλάδα παραμένει για την Δύση μια εξαίρεση, ένας δύσκολος συνεργάτης. Επειδή όμως η πολιτική χρησιμοποιεί ένα πλήθος κριτηρίων για να καθορίσει τους εχθρούς από τους φίλους η σχέση της Ελλάδος με την Δύση θα είναι περισσότερη σύνθετη και πολυκύμαντη από ότι ο Χάντιγκτον περιγράφει.

Κ.Σβολόπουλος, Κατακτώντας την ανεξαρτησία- δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα ,Μάιος 2010.



Το βιβλίο του Κ.Σβολόπουλου, που πρόσφατα πέθανε, αποτελεί υπόδειγμα ανάδειξης και ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων. Με την ευκαιρία μάλιστα, της συμπλήρωσης το 2021, 200 ετών από την επανάσταση του 1821, θεωρώ ότι είναι ένα από τα έργα που μπορούν να συμβάλουν θετικά και γόνιμα στους προβληματισμούς που πρόκειται να αναπτυχθούν.
Τα θέματα που εξετάζει ο Κ.Σβολόπουλος είναι ο Ρήγας Φεραίος, ένα ανέκδοτο περιηγητικό κείμενο του 1809 του Auguste de Jassaud για την Ύδρα, τις Σπέτσες, τον Πόρο και τα Ψαρά, στοιχεία για την σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, την θέση της Ρωσίας στο συνέδριο του Λαυμπαχ, η Ελληνική Επανάσταση ως γεγονός της ευρωπαϊκής ιστορίας, για τον γαλλικό φιλελληνισμό ιδιαίτερα την πόλη του Στρασβούργου, σχόλιο σε μια παραίνεση του Λόρδου Μπάυρον προς τους επαναστατημένους Έλληνες, το ιδεολογικό στίγμα του Ιωάννη Καποδίστρια και η απόφαση για τη σύσταση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Ένα πρώτο συμπέρασμα από την ανάγνωση του έργου είναι πως η Ελληνική Επανάσταση δεν υπήρξε ένα τοπικό γεγονός, ούτε ένα στενά βαλκανικό-οθωμανικό, αλλά ένα γεγονός που συντάραξε με πολλούς τρόπους την ευρωπαϊκή ήπειρο. Κατ' αρχήν ξεκίνησε σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον, όπου και η Ρωσία, παρά τις παρεμβάσεις του Ι.Καποδίστρια, την ερμήνευσε ως ένα γεγονός που απειλούσε την ισορροπία των αυτοκρατοριών. Σε αυτό το σημείο διαψεύδεται ο Μαρξ που ισχυριζόταν ότι η εξέγερση των Ελλήνων θα λειτουργούσε αντεπαναστατικά καθώς θα ενίσχυε την επιρροή της Ρωσίας.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η εθνική ιδεολογία είχε μια φιλελεύθερη απόχρωση που εκφράσθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μια συντηρητική από τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Ρήγας Φεραίος προσπάθησε να βρει διεθνή ερείσματα στο πρόσωπο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, αλλά ο πυρήνας της εξέγερσης θα έπρεπε να είναι το ελληνικό στοιχείο με τους άλλους βαλκανικούς λαούς ακόμη και φίλιους Οθωμανούς όπως τον πασά του Βιδινίου Πασβατζόγλου . Γράφει ο Κ.Σβολόπουλος: "αξιόμαχο διαγράφεται κατά πρώτον , το μέτωπο που επιδίωξε να συγκροτήσει στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες, ως ορεσίβιοι μαχητές ή πεπαιδευμένοι αστοί , φορείς των ιδεών της φωτισμένης Ευρώπης, όλοι από κοινού, εμποτισμένοι ενωρίς από τα νάματα της αδιάσπαστης παράδοσης του Γένους, συγκροτούσαν το αναγκαίο επαναστατικό προζύμι. Στο πλευρό τους προορίζονταν να ταχθούν και όσοι, στον ευρύτερο χώρο της Αυτοκρατορίας, διαπνέονταν από ανάλογες ανησυχίες και αναζητήσεις. Ισχυροί , τέλος , μουσουλμάνοι τοπάρχες , φιλόδοξοι και απείθαρχοι, προσφέρονταν για να συναποτελέσουν υπολογίσιμες φυγόκεντρες δυνάμεις. Προνομιούχοι και πληβείοι, από τις βόρειες έως τις νότιες παρυφές της Αυτοκρατορίας, Σέρβοι και Βλάχοι, Μαυροθαλασσινοί και Λαζοί, Μαλτέζοι και Άραβες , καλούνταν σε κοινό αγώνα κατά της "τυραννίας"(σελ.21). Σε έρευνα του Σβολόπουλου στα γαλλικά αρχεία του Και ντ' Ορσαί σε επιστολή του γραμματέα της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη προς τον Ταλευυράνδο προκύπτει ότι ο Πασβάνογλου δεν είχε εμπιστοσύνη παρά σε ένα Έλληνα που αυτός ήταν ή ο Ρήγας ή ο συντοπίτης του Δημήτριος Τουρναβίτης.
Ο Γάλλος διπλωμάτης Ζασσώ σε επιστολή για τα νησιά του Αιγαίου που επισκέφτηκε γράφει: " οι νησιώτες υπήρξαν οι πρώτοι ανάμεσα στους Έλληνες που έδωσαν μια γενναία ώθηση στο έθνος ολόκληρο οφείλουν επίσης να αξιωθούν την προσοχή μας. Από τους βράχους τους απέπλευσαν τα πλοία που καλύπτουν ήδη τις θάλασσες της Ανατολής. Οι τολμηροί αυτοί θαλασσοπόροι, χωρίς καμιά εξωτερική βοήθεια, κατόρθωσαν να υπερπηδήσουν όλα τα εμπόδια τα οποία τους παρενέβαλλε η φύση και η κατάσταση της δουλείας όπου είχαν περιέλθει...Καλλιεργητής, τεχνίτης, έμπορος, θαλασσοπόρος, αφήνουν να διαφανεί ποιά πηγή δυνάμεως θα αποτελέσουν για το κράτος του οποίου θα καταστούν οι πολίτες. Δεν υπάρχει λαός περισσότερο δραστήριος, δεν υπάρχει ίσως άλλος λαός ο οποίος να έχει επιτελέσει ταχύτερη πολιτική πρόοδο"(σελ.43,και 48).
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε επηρεαστεί από το φιλελεύθερο κήρυγμα του Ρήγα Φεραίου και απέβλεπε σε μια βαλκανική εξέγερση που θα οδηγούσε σε ισότιμα συνεργαζόμενα κράτη. Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει στο επαναστατικό του μανιφέστο: " Ποία Ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήσει εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν... Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατοτρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος , όστις απεκατέστησεν την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας...Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπισθεί τα δίκαια της Πατρίδος, και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντας του, και εις την ύψιστον ταύτην Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις"(σελ. 87,88).
Συγκρίνοντας τις σκέψεις αυτές με αυτές του Ι.Καποδίστρια , ο συγγραφέας καταλήγει:" απέναντι, πράγματι στον Υψηλάντη αποδέκτη των αρχών του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, ο Καποδίστριας αντιπροσώπευε συνειδητά, στη θεωρία και στη πράξη τη μετριοπαθή συντηρητική κατεύθυνση. Ευαίσθητος στις εκδηλώσεις του εθνικού αισθήματος, το οποίο ενέπνεε και τον ίδιο, βίωνε ακόμη την ανάγκη για την απαλλαγή των λαών από τα δεσμά του απολυταχισμού και την εφαρμογή θεσμών ικανών να περιστείλουν τόσο την ανεξέλεγκτη εξουσία των ηγεμόνων, όσο και την επίφοβη τροπή προς την αναρχία. Η βασική αυτή αντίληψη συνυφαινόταν με την άποψη ότι η εγκαθίδρυση ενός συνταγματικού καθεστώτος προϋπέθετε την ύπαρξη κατάλληλης διοικητικής και πολιτιστικής υποδομής: ενδεικτικό το πρόγραμμα της " Φιλομούσου Εταιρείας " και ακόμη , το γνωστό υπόμνημα του " επί των μέσων βελτιώσεως της τύχης των Ελλήνων"(σελ.105).
Στο κεφάλαιο με τον τίτλο " η ελληνική επανάστασις ως γεγονός της ευρωπαϊκής ιστορίας", ο Κ.Σβολόπουλος αναφέρει ότι ο Ιωάννης Δούκας Βατάτσης ήδη από τον ΙΓ' αναφέρεται στο Γένος των Ελλήνων ενώ μετά την υποταγή στους Οθωμανούς διατηρήθηκε με την εμμονή του στα θεμελιακά στοιχεία της ιδιοπροσωπίας του "την πάτρια γλώσσα, την ελληνική παιδεία, την χριστιανική πίστη" αλλά και την αναφορά στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο(σελ.150). Επίσης αναφέρεται στον διάλογο του Μακρυγιάννη με τον Δεριγνύ όπου διαπιστώνει την διαφορά ανάμεσα "στην ορθολογική προσέγγιση των γεγονότων και τον υπερβατικό λογισμό που υποσυνείδητα ενίοτε εξέφραζαν οι Έλληνες αγωνιστές(σελ.165)
Στο Στρασβούργο και στην Αλσατία ο φιλελληνισμός εισχώρησε σε όλες τις πολιτικές , κοινωνικές και ιδεολογικές ομάδες ενώ οι τεκτονικές στοές αλλά και η προτεσταντική υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήριες(σελ. 192).
Τέλος ο Κ.Σβολόπουλος καταλήγει ότι δεν ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης αλλά ο Ιωάννης Καποδίστριας αυτός που διατύπωσε την Μεγάλη Ιδέα , δηλαδή τον στόχο της απελευθέρωσης των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών στις δηλώσεις της 3 Οκτωβρίου 1827: " τα όρια της Ελλάδος από τεσσάρων μεν αιώνων διαγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε ο χρόνος ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί ούτε η δορυκτησία ουδέποτε ίσχυσαν να παραγράψωσι, διεγράφησαν δε από από του 1821 δια του χυθέντος εις τας σφαγάς των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και εις τας πολυαρίθμους ναυμαχίας τε και και πεζομαχίας εν αις εδοξάσθη το γενναίον τούτο έθνος"(σελ.243)

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2019

Γιώργος Ανδρειωμένος: Βιογραφικά στον Ανδρέα Κάλβο (με αφορμή τα 150 χρόνια από τον θάνατό του), εκδόσεις Ι.Σιδέρης, Αθήνα , Ιούνιος 2019



Επειδή η τέχνη και η ζωή είναι ένα ζευγάρι αξεδιάλυτο, αχώριστο και η τέχνη αν ήταν έξω από τις εμπειρίες που προσφέρει η ίδια η ζωή δεν θα μπορούσε να υπάρξει είναι εύλογο να μας απασχολεί η ζωή ενός ποιητή. Πως τα γεγονότα , οι γνώσεις που απέκτησε , οι σχέσεις με τους ανθρώπους του περιβάλλοντος του, ο πολιτισμός από τον οποίο προέρχεται αλλά και οι άλλοι με τους οποίους διασταυρώθηκε πώς επηρέασαν την τέχνη ενός ποιητή;
Ο Γ.Ανδρειωμένος ασχολείται με τις βιογραφίες που γράφτηκαν για τον Ανδρέα Κάλβο. Συγχρόνως μας δίδει μια μέθοδο αλλά και τις προϋποθέσεις για να γράφεται μια άρτια βιογραφία. Ακαταπόνητος και ευσυνείδητος ερευνητής ο ίδιος εξάντλησε όλη την σχετική βιβλιογραφία που αφορά τον μεγάλο μας ποιητή. Αλλά και με γλώσσα σαφή και ώριμη διατύπωσε ένα άρτιο κριτικό λόγο. 
Εξ αρχής συμπεραίνει ότι η βιογραφία στην χώρα μας γεννά πολλούς προβληματισμούς "αφού ποτέ δεν καλλιεργήθηκε συστηματικά και με τρόπο έγκυρο - και όταν αυτό γινόταν συχνά λάμβανε χαρακτηριστικά αγιογραφίας και άλλοτε εντασσόταν στον χώρο της παραλογοτεχνίας"(σελ.23).
Ο συγγραφέας διακρίνει την βιογραφία που έγραψε ο Γεώργιος Θ.Ζώρας και δημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα της "Νέας Εστίας" τα Χριστούγεννα του 1946 και ξαναδημοσιεύτηκε διορθωμένη και εμπλουτισμένη στο αντίστοιχο τεύχος του ίδιου περιοδικού το 1960. Παρά τον χρόνο που κύλισε η εργασία του Ζώρα "φαντάζει ακόμη αξεπέραστη στο είδος της"(σελ.27).
Αλλά θα προσθέσει πως "σημαντικό, ακόμη, εργαλείο υποδομής, ως προς την πορεία της ζωής του Κάλβου, είναι η πολύ πιο πρόσφατη συμβολή του ακαταπόνητου μελετητή του ποιητή, Λεύκιου Ζαφειρίου, η οποία, στο μεγαλύτερο μέρος της, παρουσιάζει, υπό μορφή χρονολογίου, βήμα προς βήμα την εξέλιξη της διαδρομής και της δράσης του Ανδρέα Κάλβου, με βάση τη σχετική προϋπάρχουσα βιβλιογραφία και τις συναφείς πηγές"(σελ.28).
Οι βιογραφίες οι οποίες θα αναφερθούν είναι αρκετές αλλά σε αυτή που ιδιαίτερα θα σταθεί είναι αυτή του Κ. Πορφύρη που δημοσιεύθηκε στην "Αυγή" από τις 3 Ιουλίου έως τις 14 Οκτωβρίου 1960.Γερά θεμελιωμένη, χάρις στο καλό αισθητήριο και την εργατικότητα του Κ.Πορφύρη, πολλές από τις υποθέσεις που διατύπωσε επαληθεύθηκαν από μεταγενέστερες εργασίες. Στις αδυναμίες του εντοπίζονται η αναπαραγωγή κάποιων στερεότυπων και η δυσανάλογη εξέταση(250 από τις 286 σελίδες) των πρώτων 34 χρόνων της ζωής του Κάλβου σε σχέση με την υπόλοιπη ζωή του. Όμως τελικά ο Κ.Πορφύρης "προσφέρει μιαν καλογραμμένη και ενδιαφέρουσα περιπλάνηση στη ζωή και στην εποχή του συμπατριώτη του δημιουργού, διατυπώνοντας ενδιαφέρουσες υποθέσεις, εκμεταλλευόμενος πλήθος πηγών και σεβόμενος τα σχετικά τεκμήρια"(σελ.43,44).
Ο Γ.Ανδρειωμένος θέτει πολλά κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν την ζωή του Α.Κάλβου και θα πρέπει να απασχολήσουν κάθε μελλοντικό βιογραφία όπως : "πως θα μπορέσει κανείς, λ.χ., να δει το μετρικό του σύστημα ως ένα είδος μαθηματικής κατασκευής, αν δεν τον μελετήσει παράλληλα ως μαθηματικό; Ή πως θα εμβαθύνει στη θρησκευτική διάσταση πολλών στίχων του αγνόωντας το αυξημένο ενδιαφέρον του για τα εκκλησιαστικά κείμενα και την εμπλοκή του σε θεολογικές έριδες και μεταφράσεις ; Και με ποιόν τρόπο θα εννοήσει ποικίλες φιλοσοφικές παραμέτρους των Ωδών, δίχως να λάβει υπόψη του τις φιλοσοφικές του παραδόσεις στην Ιόνιο Ακαδημία και την ανάμιξή του σε σχετικές συζητήσεις"(σελ.78).
Το βιβλίο συμπληρώνεται με εκτενή εργο-βιογραφία του Ανδρέα Κάλβου αλλά και με την πολύ χρήσιμη βιβλιογραφία.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Πασχάλης Κιτρομηλίδης: Στο όνομα της ελευθερίας,επιμέλεια-πρόλογος Πέτρος Παπασαραντόπουλος, εκδόσεις Επίκεντρο,Θεσσαλονίκη 2019





"Η ιστορία του Κ.Παπαρρηγόπουλου το σημαντικότερο διανοητικό επίτευγμα του 19ου αιώνα"

Κάθε ιδεολογία δίχως εξαίρεση επιχειρεί να παρουσιάσει την πραγματικότητα με τον τρόπο που αυτή την ερμηνεύει. Οι φιλελεύθεροι, δηλαδή όσοι επικαλούνται τον φιλελευθερισμό, όχι μόνο δεν διαψεύδουν την πρόταση αυτή αλλά την επιβεβαιώνουν. Εν προκειμένω, ο επιμελητής της έκδοσης Π.Παπασαραντόπουλος γράφει : " εκεί που ο ατομικισμός και η σκληρή προσπάθεια θεωρούνται ηθικό πρόταγμα, η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας αναζητά το βόλεμα στις κρατικές δομές μέσα από τα γνωστά πελατειακά δίκτυα"(σελ.16). Όμως εξ αρχής από την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ο κοινοβουλευτισμός ταυτίστηκε με τα πελατειακά δίκτυα και την κυριαρχία των προαστικών δυνάμεων. Στις επόμενες δεκαετίες που ακολούθησαν το πελατειακό κράτος μπορεί να γνώρισε διακυμάνσεις αλλά ήταν αυτό που έδινε τον τόνο σε ένα κράτος που κατά τα άλλα δεν διακρινόταν κατά κανόνα για την αποτελεσματικότητα του. Μετά την μεταπολίτευση το ρουσφέτι και τα πελατειακά δίκτυα καλλιεργήθηκαν από όλο το πολιτικό φάσμα σε διαφορετική αναλογία , ακόμη και από αυτούς που επικαλούνταν τον φιλελευθερισμό, τον εκσυγχρονισμό, τον ευρωπαϊσμό. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι ο Π.Κιτρομηλίδης είναι πολύ περισσότερο προσεκτικός σε ότι υποστηρίζει από τον επιμελητή του βιβλίου.
Οι παρατηρήσεις αυτές όμως δεν θα πρέπει να εξοβελίσουν τα σημαντικότερα θετικά πορίσματα της ερευνητικής προσπάθειας του Π.Κιτρομηλίδη που περιέχονται στο βιβλίο αυτό. Πρώτα την αναγνώριση του γεγονότος ότι η εισαγωγή του Διαφωτισμού στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό υπήρξε κατ' αρχήν έργο ορθόδοξων κληρικών. Δεύτερον η μεγάλη σημασία που αποδίδει στον Αδαμάντιο Κοραή και στον Κ.Παπαρρηγόπουλο για την συγκρότηση του νέου ελληνισμού. Ειδικά ο Α.Κοραής έχει μια τεράστια συμβολή στην δημιουργία του εθνικού προτάγματος ώστε να δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Άλλωστε ο φιλελευθερισμός ταυτίστηκε με την δημιουργία εθνικών κρατών. Γι' αυτό όσοι είναι υπέρ των αυτοκρατοριών όπως ο Ε.Κεντούρι - που ο Κιτρομηλίδης υπήρξε θαυμαστής του- είναι κατά του Κοραή , του αποδίδουν δε τον χαρακτήρα του δημιουργού του ελληνικού εθνικού κινήματος.
Γράφει ο Κιτρομηλίδης: " η ανανέωση της ελληνικής παιδείας τον 18ο αιώνα ξεκίνησε μέσα από την Εκκλησία. Πλείστοι εκφραστές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ήταν κληρικοί. Πρέπει να φτάσουμε στη γενιά του Κοραή για να πλειοψηφήσουν οι μη κληρικοί. Πλην του Ευγένιου Βούλγαρη, να μνημονεύσω τον Νικηφόρο Θεοτόκη, αλλά να θυμίσω ότι και ο Μοισιόδακας, πνεύμα ρηξικέλευθο και τολμηρό , ήταν ιεροδιάκονος. Παρά το γεγονός ότι προσελκύστηκαν από τις νεωτερικές ιδέες, δεν απεμπόλησαν το θρησκευτικό βίωμα. Ο Βούλγαρης και ο Θεοτόκης κατάφεραν, χωρίς βαθιές συνειδησιακές κρίσεις και συγκρούσεις, να συνδιαλέγονται με τα σύγχρονα ρεύματα στην επιστήμη και στη φιλοσοφία"(σελ.47).
Πόσοι εγχώριοι φιλελεύθεροι όμως συμμερίζονται τα βαθιά αντιτουρκικά αισθήματα του Α.Κοραή; Ή όσοι δεξιοί και αριστεροί που γοητεύονται από την παγκοσμιοποίηση πόσο εύκολα θα του συγχωρούσαν την εμμονή του με την δημιουργία εθνικών κρατών; Σε αυτό το σημείο ο Π.Κ. επισημαίνει: "η πραγματικότητα είναι αυτό που λέτε, ότι το εθνικό κράτος -τα έλεγα και τις προάλλες σε μια ημερίδα στο Πανεπιστήμιο - είναι η πολιτική και ιστορική πραγματικότητα του κόσμου σήμερα, και γι' αυτόν τον λόγο τα ευχολόγια και η υπεραισιοδοξία δεν ωφελούν"(σελ.90).
Για τον καίριο ρόλο του Κοραή και του Παπαρρηγόπουλου -επαναλαμβάνοντας ανάλογα πορίσματα του Κ.Δημαρά- τονίζει:
" Πέραν αυτού, είναι πολύ σημαντικός ο Κοραής για την παιδεία μας. Ο ελληνικός 19ος αιώνας ουσιαστικά διαθέτει δύο μεγάλους εκπροσώπους της ελληνικής παιδείας. Ο ένας είναι ο Κοραής, οραματιστής του Διαφωτισμού και μιας ελεύθερης Ελλάδας, ενός πολιτεύματος των ελευθέρων θεσμών κατά το πρότυπο του Μοντεσκιέ, και ο άλλος είναι ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος ομιλεί κι αυτός για την ελληνική παιδεία, για την συνέχεια του Ελληνισμού και οραματίζεται βεβαίως την ελευθερία και την ενότητα ολόκληρου του ελληνισμού. Αυτοί είναι οι θεμελιωτές της ελληνικής παιδείας, πάνω στους οποίους στηρίχθηκε ο ελληνικός 20ος αιώνας με αρκετές παρανοήσεις και σε σχέση με τον Κοραή και σε σχέση με τον Παπαρρηγόπουλο, στους οποίους άδικα , κυρίως από ανθρώπους που δεν τους έχουν διαβάσει, καταλογίζοντας δεινά της ελληνικής κοινωνίας και παιδείας που οφείλονται σε άλλους λόγους... Όποιος εγκύψει με στοιχειώδη σοβαρότητα στον Παπαρρηγόπουλος, θα καταλάβει ότι η Ιστορία του ελληνικού έθνους, είναι το σημαντικότερο διανοητικό επίτευγμα του ελληνισμού τον 19ο αιώνα. Δεν ξέρω τι θα μπορούσα να παραθέσω ως αντίστοιχο για τον 20ο αιώνα, ας μην έρθουμε στα πολύ πρόσφατα"(σελ.122, 123).