Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Μόλις κυκλοφόρησε: Νέος Ερμής ο Λόγιος με αφιέρωμα στο 1922 και την Μεγάλη Ιδέα



Κυκλοφορεί σήμερα στα βιβλιοπωλεία και την Πέμπτη σε Κέντρα Τύπου και περίπτερα το νέο τεύχος του νέου Ερμή του Λόγιου (τ. 24). Για ηλεκτρονικές παραγγελίες επισκεφτείτε το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο των Εναλλακτικών Εκδόσεων.

Το 1922 & η Μεγάλη Ιδέα
Α΄ μέρος


Η καταστροφή το 1922 δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση αποκλειστικά τα τρία τελευταία χρόνια μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη
. Πρόκειται για ένα σύνηθες σφάλμα που αρνείται να δει ολόκληρη την ιστορική περίοδο 1909-1922 ως όλον ώστε να ερμηνεύσει λυσιτελέστερα και τις εξελίξεις της τριετίας 1919-1922.
Εάν επί παραδείγματι δεν ληφθεί υπόψη η πολύ μακρά περίοδος του διχασμού, είναι αδύνατον να κατανοηθεί η εκλογική περιπέτεια του 1920 και τα όσα ακολούθησαν. Ο ίδιος ο διχασμός δε, θα πρέπει να αναχθεί στις ιστορικές του ρίζες της αντιπαράθεσης ελλαδισμού και ευρύτερου ελληνισμού που χρονολογείται από το 19ο αιώνα τουλάχιστον. Πάντως, έστω και παραμένοντας αυστηρά στα ιστορικά όρια της περιόδου, αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί τουλάχιστον από το 1909, καθώς η Καταστροφή υπήρξε τελικώς η συνέπεια της σύγκρουσης ανάμεσα στις επαναστατικές δυνάμεις που αναδείχθηκαν μετά την επανάσταση στο Γουδί και την αντεπανάσταση η οποία κορυφώθηκε μετά το 1915.
Συναφώς, δεν μπορούμε να εξετάσουμε την απόβαση του 1919 χωρίς να αναφερθούμε στην αποτυχία του επαναστατικού στρατοπέδου και του Βενιζέλου, εξαιτίας της αντίδρασης του βασιλιά Κωνσταντίνου, να εντάξει στην Ελλάδα στο στρατόπεδο της Αντάντ, ήδη από το 1914 και να συμμετάσχει η Ελλάδα στην εκστρατεία της Καλλίπολης. Σε μια τέτοια περίπτωση πράγματι, ο ελληνικός στρατός θα είχε καταλάβει τα στενά και την Ανατολική Θράκη, γεγονός που πιθανότατα θα άλλαζε την ίδια την πορεία του μεγάλου πολέμου ενώ θα είχε αποβιβαστεί στη Μικρά Ασία ήδη από το 1915. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Οθωμανούς από κοινού με τις δυνάμεις της Αντάντ και όχι, όπως συνέβη μετά το 1919, όταν η σύγκρουση εξελίχθηκε σε ελληνοτουρκική μονομαχία.
Καθώς λοιπόν η ιστορική περίοδος που προηγήθηκε του 1919 καθόρισε εν πολλοίς τα όσα ακολούθησαν, ο νέος Λόγιος Ερμής, στην προσπάθεια του να παρουσιάσει όσο το δυνατό αρτιότερα και σφαιρικότερα την ιστορική περίοδο που οδήγησε στην Καταστροφή, θα προβεί στην έκδοση δύο συνεχόμενων αφιερωμάτων για το 1922, το πρώτο εκ των οποίων θα επικεντρωθεί κατ’ εξοχήν στην περίοδο 1909-1917 και το δεύτερο στην περίοδο που ακολουθεί. Άλλωστε, ο μεγάλος αριθμός κειμένων και μελετών που έχουμε συγκεντρώσει μας είχε υποχρεώσει ήδη στον προγραμματισμό δύο αφιερωμάτων.
Συναφώς, τα κείμενα της Μαρίας Βεϊνόγλου και των κυρίων Ιάκωβου Μιχαηλίδη, Στράτου Δορδανά, Σπυρίδωνα Πλουμίδη, Σπύρου Γεωργίου και Χρήστου Μπαλόγλου θα συμπεριληφθούν στο 2ο σχετικό αφιέρωμα, στο 25ο τεύχος του νΛΕ που θα εκδοθεί τον Νοέμβριο του 1922.


νέος Λόγιος Ερμής

Περιεχόμενα τεύχους

Πιέρ-Αντρέ Ταγκίεφ, Από τον αποδομητικό σχολαστικισμό γεννήθηκε
το τέρας του «γουοκισμού»
Νικήτας Αλιπράντης, Το ιδεολόγημα του gender και «η υπερτροφία» του
ρατσισμού: Κοινωνιολογική αντίκρουση
Φράνσις Φουκουγιάμα, Μια δική τους χώρα: Ο φιλελευθερισμός χρειάζεται το έθνος
Σλαβόι Ζίζεκ, Ο πασιφισμός είναι η λάθος απάντηση στον πόλεμο της Ουκρανίας


Βλαντισλάβ Ζούμποκ, Μπορεί να επιζήσει ο Πούτιν; Τα μαθήματα από τη
σοβιετική κατάρρευση
Μαρλέν Λαρυέλ, Αλεξάντρ Ντούγκιν: Μια κλασική περίπτωση
ενός εγχειρήματος ιδεολογικού χαρακτήρα


Γιάννης Ταχόπουλος, Αρχαία Ελλάδα: δημοκρατία, επιστήμη, θρησκεία
& η δυτική παρανόηση


Αφιέρωμα: Το 1922 και η Μεγάλη Ιδέα, Μέρος Α΄
Βασίλης Καραποστόλης
, Από την ήττα στην ανασύνταξη
Δημήτρης Γληνός, Ἡ τουρκική μεταπολίτευσις καί αἱ συνέπειαι αὕτης
Γιώργος Καραμπελιάς, Η εκστρατεία στην Καλλίπολη και η Μεγάλη Ιδέα
Ντέιβιντ Λόιντ Τζωρτζ, Πώς οι Άγγλοι απέρριψαν τις προτάσεις του Βενιζέλου
το Καλοκαίρι του 1914
Νικόλας Δημητριάδης, Η ρητορική του αντιβενιζελισμού: Αντιπαραθέτοντας
την εθνική ανεξαρτησία στην εθνική ολοκλήρωση
Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Ο ελληνικός κόσμος στα απομνημονεύματα 
του σοβιετικού πρεσβευτή στην Τουρκία S. I. Aralov (1922-1923)
Ηρακλής Καραμπάτος, Σκέψεις για τις μεταγραφές της μικρασιατικής
καταστροφής στη λογοτεχνία του τραύματος
Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Ὁ ἐθνικισμὸς


Σπύρος Κουτρούλης, Ο Γ. Σεφέρης και οι παλινωδίες της κριτικής (β΄ μέρος)
Θεόδωρος Ντρίνιας, Σημειώσεις για την παγκοσμιοποιητική διαδικασία
Χρήστος Α. Κορκόβελος, Ισλαμικό Δίκαιο και Θρησκευτική Ελευθερία
Βιβλιοπαρουσιάσεις

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Υπήρξε ο Γ.Σεφέρης νοσταλγός της οθωμανικής αυτοκρατορίας; Μια εντυπωσιοθηρική ερμηνεία

 


΄                               Ά.Γαβριηλίδης, Ο Ασιάτης Σεφέρη΄  ΄                  Ά.Γαβριηλίδης, Ο Ασιάτης Σεφέρης, εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2021

 

 


Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν.
Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι
εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια

 

Γ.Σεφέρης,Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

                                       Α’

 

      Τις τελευταίες δεκαετίες, ορθώθηκε κατά του έργου του Γ.Σεφέρη, η κατηγορία   ότι ο λόγος του έχει μια διάσταση εθνικολαϊκιστική που τον ταυτίζει εν τέλει με τον επίσημο καθεστωτικό εθνικιστικό-συντηρητικό λόγο. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι μια τέτοια σκέψη παρακάμπτει το γεγονός ότι ο Γ.Σεφέρης προέρχεται και ανήκει στον βενιζελικό χώρο και σε όλη την ζωή του κινήθηκε στον φιλελεύθερο-δημοκρατικό χώρο . Μετά τον θάνατο του Ε.Βενιζέλου βρέθηκε κοντά στον Γ.Καρτάλη, θα διαφωνήσει με τον προϊστάμενο του υπουργό Ε.Αβέρωφ για τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και τελικά με την γραπτή του δήλωση θα αποδοκιμάσει την στρατιωτική δικτατορία, ενώ  θα προφητεύσει ότι το τέλος της θα έρθει με μια εθνική τραγωδία. Συγχρόνως θα συνδυάσει τον μοντερνισμό στην ποιητική φόρμα με την ανακάλυψη στοιχείων του ελληνισμού όπως τον Μακρυγιάννη και τον Θεόφιλο που μέχρι τότε δεν είχαν λάβει την σημασία που άξιζαν.
       Το βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη ίσως επιδιώκει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με την διατύπωση μιας προσέγγισης ολωσδιόλου εξεζητημένης αλλά τελικά  προβάλλει στον Σεφέρη τις δικές του αξιακές ιεραρχίες. Πλέον ο «εθνικιστής» Σεφέρης έχει αντικατασταθεί από τον Σεφέρη «νοσταλγό της οθωμανικής αυτοκρατορίας». Ο Α.Γ. ακολουθώντας σε αυτό το σημείο τον Ε.Κεντούρι δαιμονοποιεί τα έθνη-κράτη και προβάλλει ως πρότυπο που θα πρέπει να τα αντικαταστήσει τις αυτοκρατορίες. Δηλαδή η εναλλακτική στο αίτημα για εθνική αυτοδιάθεση δεν είναι οι ομοσπονδίες κοινοτήτων, όπως προτείνουν οι λογικά συνεπέστεροι αντιεθνικιστές,  οι αντιεξουσιαστές και  οι αναρχικοί,  αλλά η επιστροφή στο πρότυπο των αυτοκρατοριών που προϋπέθεταν ένα δεσποτικό κράτος  και μια κυρίαρχη εθνότητα που ηγεμονεύει σε όλες τις υπόλοιπες.

  Παρόλα αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι πρόσεξε ορισμένα  σημεία του σεφερικού έργου που η κριτική δεν είχε τονίσει. Για παράδειγμα ορθά αναφέρει (σελ.112) ότι στον διάλογο Σεφέρη και Τσάτσου, στο δεύτερο δοκίμιο του Γ.Σεφέρη με τον τίτλο «Μονόλογος πάνω στην ποίηση» πράγματι αναφέρεται στην θεωρία της «κοινωνικής  παραγγελίας»  του Μαγιακόφσκι   ενώ στην υποσημείωση περιλαμβάνεται απόσπασμα στα γαλλικά από δοκίμιο του Κ.Μάρξ για την τέχνη[1]. Κατά τα άλλα όμως η βασική ερμηνεία του Σεφέρη που χαρακτηρίζει όλο το έργο, ως νοσταλγού της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι τόσο έωλη και  αθεμελίωτη όσο και αυτή του «εθνικιστή» Σεφέρη.

Γράφει ο Α.Γ.: "Η πατρίδα την οποία έχασε και νοσταλγεί ο Σεφέρης είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όχι τόσο καθόσον είναι οθωμανική, αλλά καθόσον είναι αυτοκρατορία...Με την έννοια αυτή, λοιπόν, υποστηρίζω ότι ο Σεφέρης είναι κατά βάση Οθωμανός. Με το έργο του, το ποιητικό και το γενικότερο, προσπαθεί να μεταφράσει στην ορολογία του έθνους κράτους το πένθος του για την απώλεια της αυτοκρατορίας (και της θέσης του μέσα σε αυτή), να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση"(σελ.18). Ο συγγραφέας ο οποίος φαίνεται δεν έχει ενημερωθεί για τους διωγμούς που υπέστησαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί από τους οθωμανούς, από τους νεότουρκους, από τους κεμαλιστές υποστηρίζει ότι οθωμανικές αρχές υπήρξαν μια δύναμη "η οποία όχι μόνο δεν απειλεί, αλλά αντιθέτως προστατεύει με ειδικά διοικητικά μέτρα τη "Ρωμιοσύνη" από τον κίνδυνο να εξαφανιστεί"(σελ.65).
             Τα παραπάνω συμπληρώνονται με την προσπάθεια να μεγενθύνει τις λιποταξίες που σημειώθηκαν κατά τους πολέμους από το 1910 μέχρι το 1922. Στην πραγματικότητα ο Α’ παγκόσμιος παγκόσμιος πόλεμος διακρίθηκε από την συμμετοχή σε αυτόν των λαϊκών τάξεων ενώ  τα εθνικά κινήματα της βαλκανικής που οδήγησαν στην αποσαφήνιση των εθνικών κρατών υποστηρίχθηκαν με ενθουσιασμό και αυταπάρνηση από όλους τους λαούς. Τελικά ο ελληνισμός το 1920 παράταξε απέναντι στην Τουρκία τον μεγαλύτερο στρατό που είχε στην ιστορία του που υπερέβαινε τους 200.000 οπλίτες και αξιωματικούς. Βεβαίως υπήρξαν λιποταξίες, συνήθως όχι όμως για τους λόγους, που αναφέρει ο συγγραφέας. Για παράδειγμα οι Έλληνες της Μικράς Ασίας απέφυγαν την στράτευση στον τουρκικό στρατό, που έγινε υποχρεωτική μετά την επικράτηση των Νεότουρκων, συνήθως αποκρύπτοντας την πραγματική τους ηλικία ή κρυπτόμενοι σε δάση και σε σπηλιές ή εξαγοράζοντας τοπικούς αξιωματούχους. Ο λόγος δεν ήταν μια γενική αντιπολεμική στάση αλλά γιατί  ότι ήθελαν να αποφύγουν τον πόλεμο εναντίον των ομοεθνών  τους αλλά και γιατί αρνούνταν να υπερασπιστούν ένα κράτος το οποίο τους  ήταν ξένο και εχθρικό. Ο ελληνισμός πλήρωσε βαρύτατο τίμημα αφού το τουρκικό κράτος εξόρισε όλους τους ενήλικες άνδρες σε τάγματα εργασίας στο βάθος της Ανατολής με αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς να πεθάνει και οι οικογένειες τους που είχαν μείνει ορφανές,  επίσης σε μεγάλα ποσοστά  να πεθάνουν είτε από την πείνα είτε από τις επιθέσεις των Τσετών.
          Ο συγγραφέας επιχειρεί να συγχωνεύσει σε ένα ιδιαίτερο χαρμάνι κείμενα του Γκουατταρί, του Ντερριντά με του Σεφέρη καταλήγοντας να εξιδανικεύσει "μαγικές κοινωνίες", συχνά ισλαμικές, όπου ο κριτικός λόγος έχει εξοβελιστεί , όπως και ο πολίτης με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κράτος δικαίου. Μάλιστα εξιδανικεύει την μουσουλμανική αίρεση των σουφιστών που υποτίθεται ότι επιλέγουν την ελεύθερη αγορά(σελ. 267) ενώ αντίθετα στην οθωμανική αυτοκρατορία όλη η γη ανήκε στον Σουλτάνο και δεν υπήρχαν αστικά δικαιώματα που να προστατεύουν την ζωή, την τιμή και την ιδιοκτησία του πολίτη.
          Στο κεφάλαιο με τον τίτλο "Νεγκρομαντείες" ο Α.Γ. επαναλαμβάνει ότι ο "Σεφέρης δεν νοσταλγεί την Ελλάδα. Νοσταλγεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία όπου βρισκόταν η μόνη πραγματική πατρίδα του. Και με "Οθωμανική Αυτοκρατορία" εδώ δεν εννοώ τον σουλτάνο, αλλά ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων"(σελ.269). Ακόμη περισσότερο σε ένταση παρερμηνείας σημειώνει ότι καημός της Ρωμιοσύνης "είναι το πένθος για την απώλεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της πολυεθνοτικότητας της, μεταφρασμένο -όχι πάντοτε πιστά- στο ιδίωμα του εθνικισμού"(σελ.368). Παρόμοια συνεχίζοντας την ιδεολογική μονομέρεια αναφέρει ότι η ερωτική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό υπάρχει στον ισλαμικό μυστικισμό (σελ.423) ενώ παραλείπει την κυρίαρχη θέση που υπάρχει στον ορθόδοξο μυστικισμό, ιδιαίτερα στα κείμενα της "Φιλοκαλίας". Άλλωστε οι πηγές του Τζελαλεντίν Ρούμι είναι ο νεοπλατωνισμός και ο ορθόδοξος μυστικισμός ενώ από το έργο του ιστορικού Σπύρου Βρυώνη γνωρίζουμε ότι η μουσουλμανική αίρεση των μπεταχτσήδων έπαιξε βασικό ρόλο στον εξισλαμισμό των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.

        Ο Σεφέρης είχε ένα ανοικτό πνεύμα, ώστε η αγάπη για την πατρίδα του δεν κατέληγε σε μίσος για τίς πατρίδες των άλλων. Για αυτό , όπως ένα άλλος της γενιάς του ’30 ο Ν.Χατζηκυριάκος Γκίκας, μιλά με συμπάθεια για την τζαζ και για άλλους πολιτισμούς όπως τον αφρικανικό και τον κινέζικο. Αυτό το πνεύμα ο Α.Γ. το παρεξηγεί για να θεμελιώσει τα δικά του συμπεράσματα. Για παράδειγμα όταν ο Σεφέρης επισκέπτεται την Μικρά Ασία αντιμετωπίζει με συμπάθεια τους Τουρκοκρητικούς και τα ιδιαίτερα ελληνικά τους(Μέρες,Ε’,σελ.122,123 και 217). Στην Κύπρο , στις 6 Δεκεμβρίου 1953 επισκέπτεται τον τεκέ των ντερβίσηδων και αντικρύζει τον περιστρεφόμενο χορό τους και στο τέλος συμπεραίνει «ποιος αναρωτήθηκε με τι τ’ αντικαθιστούμε αυτά τα πράγματα»(Μέρες, Στ’,σελ.115). Η φράση αυτή δείχνει διάθεση κατανόησης αλλά και ανοχής. Αλλά όταν επισκέπτεται διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας νοσταλγεί τον ξεριζωμένο ελληνισμό: «σ’ αυτά τα μέρη δεν μπορείς να μη συλλογίζεσαι ολοένα την παλιά Ρωμιοσύνη. Τέσσερεις ή πέντε αρχαιολογίες στη Μικρασία: προκλασική, κλασική, ελληνιστική, βυζαντινή –και η νεοελληνική. Τούτη την τελευταία την αρπάζεις τη στιγμή που βυθίζεται στο χώμα. Μπορείς να διακρίνεις ακόμη τους λώρους που τη δένουν με τον πάνω και κόβουνται ο ένας μετά τον άλλον. Ελληνική γλώσσα, εκκλησιές, σπίτια, παραδομένες χειρονομίες»(Μέρες, Ε’,σελ.204).
        Ο Α.Γ. δεν λαμβάνει υπόψιν του πολλά κεφάλαια της ιστορίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας που κατέστησαν αναπόφευκτη την επανάσταση των λαών. Στην σκέψη του δεν υπάρχει χώρος για ότι αντιμετωπίζουν στην σημερινή Τουρκία οι κουρδικοί και άλλοι λαοί όπως και για ότι ακολούθησε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

 

                                                                                                                                 Β’       

 

      Ο ιστορικός Ε.Χατζηβασιλείου, για να ερμηνεύσει την αντίθεση του Σεφέρη στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, εντοπίζει  στον αντιτουρκισμό ως το βασικό κίνητρο: "Αυτός ο έντονος αντιτουρκισμός του Σεφεριάδη διατρέχει την επιστολή -ίσως και τη στάση του έναντι της Άγκυρας γενικότερα σε όλη την περίοδο της διπλωματικής του δράσης- και είναι εξηγήσιμος για έναν άνθρωπο με τις συγκεκριμένες εμπειρίες και της οικογενειακής του ιστορίας και της διπλωματικής του σταδιοδρομίας. Θεωρεί δεδομένο ότι ο τουρκικός στόχος θα παραμείνει η διχοτόμηση, ενώ η Κύπρος θα μετατραπεί σε έναν ακόμη "όμηρο" στα χέρια των Τούρκων, όπως είχε συμβεί με την ελληνική μειονότητα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη"[2].

        Παραδόξως  ο Α.Γαβριηλιδης γνωρίζει πλευρές από το έργο του Γ.Σεφέρη που ανατρέπουν τους ισχυρισμούς του ,  όπως όταν αναφέρεται πως  ο Γ.Σεφέρης κατηγορούσε τους ρήτορες του Λαϊκού Κόμματος που το 1921 μιλούσαν υπέρ της "μικράς και έντιμης Ελλάδος" και κατά της απελευθερωτικής προσπάθειας του Βενιζέλου. Επίσης μνημονεύει την μαρτυρία του Ρ.Μπήτον ότι ο Σεφέρης ήταν κατά του Ι.Μεταξά όχι μόνο λόγω της δικτατορίας του αλλά "εξίσου το ότι ήδη πριν το 22 ήταν αντίθετος με τα "αλυτρωτικά σχέδια του Βενιζέλου"(σελ.470).

        Στο κρίσιμο για τον κυπριακό ελληνισμό διάστημα μια αντίστοιχη με τον Σεφέρη προσέγγιση είχε ένας άλλος διπλωμάτης και συγγραφέας ο Ρόδης Ρούφος, φίλος του Γ.Σεφέρη, ο οποίος είχε εμπλακεί αμεσότερα στον αγώνα της ΕΟΚΑ  αφού είχε απευθείας συνομιλίες με τον Γρίβα. Αποτέλεσμα ήταν το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών μετά από πίεση της Αγγλίας τον αντικατέστησε με τον Α.Βλάχο.Ο  συγγραφέας Θεόφιλος Φραγκόπουλος μας μεταφέρει την πληροφορία ότι ο Ρόδης Ρούφος «κατηχεί στην ΕΟΚΑ το Σεφέρη, τότε πρέσβη μας στον Λίβανο».[3]

     

       Οι εγγραφές από τις «Μέρες» αποκαλύπτουν ότι δεν είχε καμία διάθεση συνδιαλλαγής  σε κανένα πεδίο με τις τουρκικές επιδιώξεις. Στις 25 Μαίου  1956 τον επισκέπτεται ο Ιάκωβος Μελίτης και σημειώνει: «ανησυχεί (φυσικά) για τη μειονότητα Πόλης και το Φανάρι. Για το Φανάρι του λέω τις παλιές στενοχώριες μου: πως δεν είναι δυνατό να γίνει ορθόδοξη πολιτική με Πατριάρχη δεσμώτη των Τούρκων. Ρίχνω περαστικά την ιδέα μου για ένα πατριαρχικό Βατικανό στο Άγιον Όρος» (Μέρες,Στ’,σελ.210).

         Θεωρούσε τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ το  σημαντικότερο μέσο πίεσης, γεγονός που τον έφερνε σε αντίθεση με τον Βλάχο: «Έπειτα Βλάχος, κάτω. Τονίζω ότι το σημαντικότερο μέσο πιέσεως που έχουμε είναι η Αντίσταση. Συμφωνεί, όπως συνήθως συμφωνεί (!) και λέει «Μόνο να μη χτυπάνε τόσο άγρια, για να μην θυμώνουν οι Εγγλέζοι». Να αφήνουν και περιόδους χωρίς να χτυπούν. Του εξηγώ, αν χρειάζεται να το εξηγήσει κανείς, ότι μου κάνει την εντύπωση ενός στρατηγού που θα φώναζε ξαφνικά στο πυροβολικό «Μη ρίχνετε και πάρα πολλές κανονιές για να μη θυμώσει ο εχθρός!». Κι έπειτα πως ό,τι και να κάνει η αντίσταση, ήσυχη ή μη ήσυχη, οι Εγγλέζοι θα προσπαθήσουν να την ξεδοντιάσουν μια για πάντα, και τέλος πως οι άνθρωποι τούτοι που πολεμούν δεν έχουν πολλά περιθώρια για τακτική και πως χτυπούν, όπως και όταν μπορέσουν να χτυπήσουν. Δεν νομίζω πως τον έπεισα. Έκανα ότι μπορούσα για να μην  πάει» ((Μέρες,Στ’,σελ.224,225).

        Ο Σεφέρης με υπομνήματα στον Ε.Αβέρωφ παρουσίασε τους λόγους που δεν θα έπρεπε να υπογραφούν οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Την Ιανουαρίου 1959 μνημονεύει τους στίχους από ποίημα του Γ.Βιζυηνού: «το ξεφύλλισα το βράδυ- Ελεημοσύνη απ’ τη Φραγκιά, κι απ’ την Τουρκιά χαστούκια- έπειτα από ¾ του αιώνα, και τόσα, και τόσα- δεν αλλάξαμε αλίμονο»(Μέρες,Ζ’,93).

        Στις 14 Ιουνίου 1959 σημειώνει «ΕΟΚΑ, ένα αφάνταστο ξέσπασμα ηρωισμού  που καταλήγει στη Ζυρίχη, που φέρνει πίσω τον Τούρκο στο νησί αυτόν τον Τούρκο που πέρασε τον πόλεμο χωρίς να δώσει τίποτε και που δεν έχει ξεχάσει τη μέθοδο του Βαρλικιού ή τη μέθοδο του ’55 (Πόλη), όταν βρει την κατάλληλη ευκαιρία –φυσικά έτσι είναι ο άνθρωπος έτσι ήταν πάντα άραγε όμως αρκεί αυτό το απόφθεγμα για να κλείσει η τραγωδία –ή μήπως η τραγωδία συνεχίζεται κι αν συνεχίζεται, όπως είναι το πιθανότερο, πως συνεχίζεται; Κι εκείνος που θέλει να κάνει το σωστό, εκείνος που βλέπει ταυτόχρονα αυτήν την πρόοδο της άτης, ποιο είναι το χρέος του; Τι πρέπει να πει στους νέους που είναι έτοιμοι να χύσουν το αίμα τους για μια «μεγάλη υπόθεση» πάλι και πάλι» (Μέρες,Ζ’,σελ.118).

        Στις 14 Σεπτεμβρίου 1961 γράφει  για το «άλλοθι Μακάριου»  στην συμφωνία της Ζυρίχης. Στην 28 Απριλίου 1962 σε συζήτηση με τον Ρόδη Ρούφο επαναλαμβάνει πάλι το «άλλοθι  Μακαρίου» ενώ τονίζει ότι στόχος του υπομνήματος του προς τον Αβέρωφ ήταν «τουλάχιστο να τον κάνω να διαπραγματευτεί- δε βαριέσαι βιάζονταν να κουκουλώσει τη νύφη» (Μέρες,Η’, σελ.250). Τον ίδιο ακριβώς όρο χρησιμοποιεί σε σημείωση στις 6 Δεκεμβρίου 1970 «το άλλοθι Μακαρίου» (Μέρες,Θ’, σελ.237). Σε μια τις τελευταίες ημερολογιακές εγγραφές απαντά στις επιθέσεις της «Εστίας» και θυμίζει ότι σε σημείωμα του στις 18-19 Δεκεμβρίου 1958  και σε υπόμνημά του στις 25 Δεκεμβρίου 1958 προς τον Ε.Αβέρωφ διατύπωσε την διαφωνία του προς την συμφωνία της Ζυρίχης. Επαναλαμβάνει ότι εξ αιτίας της στάσης του αυτής αποκλείσθηκε από την συνδιάσκεψη της Ζυρίχης ενώ οι στρατιωτικοί όροι ήταν προς «όφελος των Τούρκων». Όμως «από τα χρόνια εκείνα ως τώρα και Κύριος οίδε για πόσον καιρό ακόμη η «Ένωση» δεν μπορεί να σημαίνει παρά διαμελισμό του νησιού. Αυτό το αποσιωπούν και ο Γρίβας και οι διάφορες Εστίες και άλλοι δήθεν υπερπατριώτες που προσπαθούν να κάμουν τις δουλίτσες τους ρίχνοντας στάχτη στα μάτια του απλοϊκού κοσμάκη» (Μέρες,Θ’,σελ.242).    

 

 

         Στις 6 Νοέμβρη 1953   στην Λευκωσία, από το ξενοδοχείο «Λήδρα Παλλάς» ο Γ.Σεφέρης γράφει: «Πρώτη εντύπωση: απ’ εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά. Το αίσθημα πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά είναι ελληνικός. Που δεν εξαρτάται από την Ελληνική Κυβέρνηση, και το τελευταίο τούτο συντελεί στο αίσθημα αυτής της ευρυχωρίας.  Ερώτημα: είμαστε άξιοι να διοικήσουμε την Κύπρο, χωρίς να βλάψουμε αυτό τον κόσμο, κάνοντας τον καλύτερο, χωρίς να τον κάνουμε μια ελλαδική επαρχία, σαν την Κέρκυρα, σαν τη Θεσσαλονίκη;»(Μέρες,Ζ’,σελ.98).

Ο Μάρκος Αυγέρης συμπεραίνει ότι  στον ξεριζωμό του μικρασιάτικου ελληνισμού θα πρέπει να αναζητήσουμε τον λόγο που δημιούργησε το έργο του Σεφέρη: «απάνω στην πρώτη του νεότητα γνώρισε μια καταστροφή, που ξερίζωσε ένα λαό από τον τόπο όπου ζούσε τρείς χιλιάδες χρόνια και ξερίζωσε και το Σεφέρη με το σπίτι του. Ξαφνικά είδε τους πατριώτες του να πέφτουν στην άκρα δυστυχία, ν’ αλλάζει ριζικά κ’ η δική του τύχη και γίνεται κι αυτός φερέοικος. Ο Σεφέρης είναι ένας εξόριστος απ’ ό,τι ήταν δικό του και οικείο, απ’ ό,τι  σημαντικό γι’ αυτόν και για την πατρίδα του: έχασε τα «τιμιώτατα», ό,τι αποτελούσε τον κόσμο του. Από τότε, και μόλις πήρε συνείδηση του χώρου όπου στο εξής θα ήταν αναγκασμένος να ζει, έγινε μελετητής ερειπίων»[4].  Τελικά  συμπεραίνει «στο βάθος αυτής της ποίησης που μιλάει μ’ απελπισμένα λόγια, υπάρχει ένας πονεμένος πατριώτης, που όλες οι έγνοιες κ’ οι ανησυχίες του είναι για την τύχη της χώρας τουβλέπει τον κόσμο που την κυβερνά χωρίς ψευδαίσθηση. Η ποίηση του είναι μια απελπισμένη πατριωτική ποίηση στην πλατύτερη σημασία αυτής της έννοιας μόνο που περιορίζεται στη μελέτη, στους απόμονους στοχασμούς και στη θεώρηση»[5].


  Όλα αυτά, που συνοπτικά  αναφέρουμε, αποδεικνύουν ότι ο Γ.Σεφέρης δεν υπήρξε ούτε εθνικιστής  αλλά ούτε νοσταλγός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ανήκε σε όλη του την ζωή στον δημοκρατικό πατριωτισμό, στον εθνισμό, στην φιλελεύθερη παράδοση του βενιζελισμού. Ο προσανατολισμός του είναι στην υποστήριξη των αιτημάτων λαών για εθνική απελευθέρωση, για εθνική αυτοδιάθεση που προϋπέθεσαν  την διάλυση των παλαιών πολυεθνικών αυτοκρατοριών όπως την αγγλική και την τουρκική. Θρηνεί όχι για το τέλος τους αλλά για την καταστροφή και τον ξεριζωμό του μικρασιάτικου ελληνισμού.  Ο λόγος του θα μας θυμίζει ότι από τον εποχή που οι Έλληνες στον Μαραθώνα και στην Σαλαμίνα σταμάτησαν τους Πέρσες και ο Αισχύλος έγραψε την ομώνυμη τραγωδία μέχρι στους απελευθερωτικούς αγώνες κατά των Τούρκων κατακτητών η ιστορική μοίρα αυτού του τόπου είναι να αντιστέκεται στην ύβριν, στην βαρβαρότητα, στον ασιατικό δεσποτισμό.

 

 



                                                                                                                         [1]  Γ.Σεφέρης-Κ.Τσάτσος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμέλεια Λουκάς Κούσουλας, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1975, σελ.109.

                                                                                                                        [2] Ε.Χατζηβασιλείου, Ο διάλογος Γ.Σεφέρη-Ε.Αβέρωφ, Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ.166.

                                                                                                                        [3] Θ.Φραγκόπουλος, Δίαυλοι, Δοκίμια,εκδόσεις Διογένης, Αθήνα 1977, σελ.105(αναφέρεται από τον Π.Βουτουρή στο      δοκίμιο του Ρόδης Ρούφος και Γιώργος Σεφέρης-δύο διπλωμάτες στην επαναστατημένη Κύπρο, The booksjournal, τεύχος 133, Αύγουστος 2022, σελ.63)

                                                                                                                                                  [4] Για τον Σεφέρη-Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1989, σελ. 36.     

                                                                                                                                                  [5] Για τον Σεφέρη-Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1989, σελ. 50.

 

Ρενέ Γκενόν: Η κρίση του σύγχρονου κόσμου, εκδόσεις Δωδώνη, μετάφραση,σχόλια, επίλογος Σωτήρης Γουνελάς

 



Στο έργο αυτό που είχα διαβάσει για πρώτη φορά πριν αρκετές δεκαετίες ανέτρεξα εκ νέου όταν διαπίστωσα ότι ήταν μεταξύ αυτών που έχουν επηρεάσει τον Ντούγκιν και το ρεύμα του εθνικομπολσεβικισμού-ευρασιανισμού. Ο Ρενέ Γκενόν στο ανα χείρας βιβλίο υποστηρίζει ότι ο δυτικός πολιτισμός θα μπορούσε να διασωθεί μόνο δια της καθολικής εκκλησίας. Όμως μερικά χρόνια αργότερα θα προσχωρήσει στο ισλάμ και θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του στην Αίγυπτο.

Επικρίνει μονόπλευρα ότι ονομάζει ως Δύση ενώ στο απυρόβλητο στέκεται η Ανατολή με όλα τα αρνητικά της στοιχεία τον ασιατικό δεσποτισμό, την θρησκευτικό φανατισμό και την εξαφάνιση του πολίτη. Αντίπαλος του είναι ο Καρτέσιος, ο ατομικισμός ενώ παραβλέπει το γεγονός ότι η Δύση έχει και πολλές άλλες διαφορετικές πλευρές. Βεβαίως μπορούμε να επικρίνουμε την επιστήμη ώστε να την βελτιώσουμε αλλά δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή. Αλλά και μετά από πολλούς αγώνες κατά των ολοκληρωτισμών στον δυτικό κόσμο κυριαρχεί το κράτος δικαίου που είναι ασπίδα προστασίας για τον πολίτη. Η εμμονή του Γκενόν όπως και του Ντούγκιν στους παραδοσιακούς πολιτισμούς όπως τους ονομάζουν δεν αποτελεί την γόνιμη κατάφαση σε ότι άξιο έχουμε κληρονομήσει αλλά την δικαιολόγηση του δεσποτισμού. Ο Σ.Γουνελάς στον εκτενέστατο επίλογο του αποδεικνύει ότι ο αντι-υλισμός του Γκενόν όπως και η θεωρία του για τους "εκλεκτούς" όχι μόνο δεν έχουν σχέση με την ορθοδοξία και τον χριστιανισμό αλλά αποτελούν αναίρεση του.
Ο Ρ.Γκενόν είναι κυνικά αντιδημοκράτης. Στην δημοκρατία πιστεύει ότι η ποσότητα κυριαρχεί στην ποιότητα (σελ.114,115).Το ιδανικό του είναι η ολιγαρχία των "εκλεκτών". Ποιό είναι όμως το στοιχείο που διακρίνει τους τελευταίους από το πλήθος. Απαντά η "διανοητική ανωτερότητα". Βεβαίως δεν αναφέρει ποιά είναι τα στοιχεία της διανοητικής ανωτερότητας και ποιός τελικά θα τα κρίνει. Το μίσος του Γκενόν προς την δημοκρατική κοινωνία τον οδήγησε στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Δεν γνώριζε ,από ότι φαίνεται στα γραπτά του, ότι η δημοκρατία εμφανίζεται στην πρώτη της μορφή στην αρχαία Αθήνα όταν συνέπεσαν ορισμένα κοινωνικά δεδομένα που ενίσχυσαν τον ρόλο της μεσαίας τάξης και αναδείχθηκε ο πνευματικός ρόλος της τραγωδίας και της φιλοσοφίας. Ήδη από τον Αριστοτέλη γνωρίζουμε ότι στην δημοκρατία κάθε πολίτης μπορεί και πρέπει να άρχει και να άρχεται.
Ο Σ.Γουνελάς στον έξοχο επίλογο του δείχνει ότι στην ορθόδοξη παράδοση δεν χωρεί ο δυισμός ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη αφού και τα δύο είναι αποδεκτά όπως είναι αποδεκτός ο κτιστός και ο άκτιστος κόσμος. Επίσης δεν έχουν στον χριστιανισμό καμία θέση ολιγαρχικές θεωρίες περί εκλεκτών αφού σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο (κατά Ματθαίον 20,26) όποιος θέλει να είναι πρώτος θα πρέπει να είναι δούλος και διάκονος όλων των άλλων. Όπως γράφει ο Σ.Γουνελάς "ο ρόλος του "ανακαινισθέντος" ανθρώπου δεν είναι να άρχει αλλά να υπηρετεί, κατά μίμηση Εκείνου που ήλθε "διακονήσαι" και όχι "διακονηθήναι"...Ο Guenon θέλει οι "εκλεκτοί" να άρχουν. Όσο και να επικαλείται την "αμιγή πνευματικότητα" των "εκλεκτών" του, η νοοτροπία του είναι κοσμική και ανήκει στις απάτες του "παρόντος αιώνος" (σελ.209,210).

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Ρένος Αποστολίδης: Σπορά Ελευθερίας, Αθήνα 2019

 



Ο αναγνώστης του ανα χείρας βιβλίου θα γνωρίσει έναν γοητευτικό, γενναίο , ελεύθερο κριτικό λόγο -σε πολυτονικό- που πάλλεται συχνά από πάθος και οργή. Σπορά ελευθερίας!Τα δοκίμια δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό που έβγαζε ο Ρένος την δεκαετία του 60 με τον τίτλο "Τα Νέα Ελληνικά" μέχρι την εγκαθίδρυση της απριλιανής δικτατορίας. Αναμφισβήτητα και γνώσεις και κριτήρια έχει για τον νεοελληνικό λόγο. Ξεχωρίζω την συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκη, και τα δοκίμια για την επανάσταση του 1821, τον Περικλή Γιαννόπουλο(αποκαλύπτει τις επιρροές του στον Ελύτη, στον Εμπειρίκο, στον Εγγονόπουλο) και το Ημερολόγιο του Ι.Μεταξά. Σε μια εποχή που λειτουργούσε το παρακράτος και το παρασύνταγμα και ο κάθε λόγος μπορεί να στοίχιζε ακριβά σε αυτόν που τον διατύπωνε ο Ρένος έγραψε έναν ακραίο αντιρρητικό λόγο όχι μόνο κατά του μετεμφυλιακού καθεστώτος αλλά και κατά του κέντρου (το θεωρούσε δειλή εκδοχή της δεξιάς) και της αριστεράς (την ερμήνευε ως κομφορμιστική,ολοκληρωτική). Η αναρχική του προσέγγιση σε συνδυασμό με μια πρακτική συχνά ανορθολογική και ρομαντική του επεφύλασσε πολλούς κινδύνους από δικαστικές διώξεις, ολιγομηνες φυλακίσεις και κυρίως πολιτική απομόνωση. Ο αναγνώστης φυσικά πολλά έχει να επωφεληθεί από την ανάγνωση του αλλά πρέπει να γνωρίζει ορισμένες αδυναμίες του:
α. Αναλώνεται σε προσωπικές επιθέσεις και ύβρεις (για παράδειγμα αλλάζει κοροϊδευτικά τα ονόματα του Ε.Παπανούτσου και του Γ.Θεοτοκά,υβρίζει τον Ο.Ελύτη, τον Μ.Θεοδωράκη, την Ε.Βλάχου και πολλούς άλλους) με αποτέλεσμα να χάνει την ουσία ενός θέματος. Οι κρίσεις κάποτε είναι ατεκμηρίωτες ώστε να προβαίνει σε αστοχίες όπως την υποτίμηση του σπουδαίου φιλοσόφου Κώστα Παπαϊωάννου με τον οποίο ήσαν παιδικοί φίλοι. Κατηγορεί τον Κ.Καραμανλή για την αγροτική του καταγωγή από το χωριό Πρώτη (Κιουπκιόι) ενώ αυτό δεν είναι στοιχείο ψόγου.
β. Παρότι διαβλέπει τον κίνδυνο της δικτατορίας και είναι παθιασμένα αντίθετος στον φασισμό συγχρόνως υποτιμά τον κοινοβουλευτισμό. Αλλά βέβαια τότε αυτό που χρειαζόμαστε ήταν ένας πραγματικός κοινοβουλευτισμός που θα υπερασπίζεται την ελευθερία του πολίτη και την εναλλαγή στην εξουσία.
γ. Για παράδειγμα στην οξύτατη κριτική στο Ημερολόγιο του Ι.Μεταξά, δεν ασχολείται με όσα έπραξε στον εθνικό διχασμό, στην μικρασιατική εκστρατεία και βέβαια την βραδιά της 28ης Οκτωβρίου. Γράφει όμως ότι οι μεταξικές σκέψεις είναι "αντιλαϊκές, αντιδημοκρατικές, αντιανθρώπινες"(σελ.193) και βεβαίως προτιμά από αυτόν τον Κουντουριώτη και τον Ε.Βενιζέλο(σελ.209).Ο βίαιος λόγος του τον άφησε έκθετο σε δικαστικές περιπέτειες αφού τον μήνυσε ο Κ.Πλεύρης για όσα έγραψε και η δίκη έγινε κατά την διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας. Ο τελευταίος παρότι εμφανιζόταν ως πολιτικός κληρονομός της 4ης Αυγούστου αλλά και συνεργάτης του απριλιανού Ι.Λαδά είχε πολλές σημαντικές διαφορές με αυτή. Για παράδειγμα ο Ι.Μεταξάς δεν ήταν αντιεβραίος, ήταν δημοτικιστής και χρησιμοποίησε πολλούς στοχαστές που δεν ανήκαν στον περίγυρο του. Η δικαστική περιπέτεια του Ρένου είχε αίσιο τέλος χάρις την βοήθεια των οικογενειακών του φίλων Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου(πρώην αριστερός) και Τσέλιου(συνεργάτη του Π.Κανελλόπουλου) υπουργών της δικτατορίας. Παρότι αποσυναγωγός στο δικαστήριο τον στήριξαν ο Φαίδων Βεγλερής, ο Μάριος Χάκκας , ο Χ.Μανουσαρίδης,ο Π.Κανελλόπουλος.
Ο Ρένος επέκρινε σφροδότατα το περίφημο διάγγελμα του Κωνσταντίνου που με διχαστικό τρόπο μιλούσε για μιάσματα. Ζητούσε δημοκρατία, νομιμοποίηση του ΚΚΕ, αξιοκρατία, τιμιότητα, εθνική ανεξαρτησία, παιδεία, σωστή ανάπτυξη, κράτος υπηρέτη του πολίτη(σελ. 23,24,25). Γράφει συγκεκριμένα: "να κάνη εθνική ανεξαρτησία, που υπήρχε εδώ μόνο εξάρτηση και βδελυρή υποτέλεια, μόνο αντεθνικότητα και χιλιοπροδομένη απ' όλους Κύπρος, μόνο υπολογισμός και συναγωνισμός όλων σ' εθνική μειοδοσία"(σελ.25). Τελικά καταλήγει : "Έξω από το ΝΑΤΟ, Δημοκρατία όχι "βασιλευόμενη" και άλλα κόλπα, Τέρμα η "Προστασία", κ' έξω από τον Τόπο οι "προστάτες", Και δουλειά εδωμέσα! Όλων! Γιατί χωρίς τέτοια -και πολύ σκληρή, και πολύ μελετημένη, κι αληθινά σοσιαλιστικά ωργανωμένη, μα και με σεβασμό στο πρόσωπο καθενός"(σελ.27).
Τελειώνοντας θα πρέπει να διαλέξουμε όχι τις πικρίες-συχνά προσωπικές- του Ρένου αλλά όσα σημαντικά και ουσιαστικά μας άφησε όπως:
"Έλεγχος και δοκιμασία διαρκής του επιτελούμενου, πάνω στα πράγματα, στο πεδίο απαιτήσεων κι αναγκών, στη ζώσα θέληση και γνώμη των συνειδήσεωνευθέως εκφραζόμενη, όχι "δι' αντιπροσωπεύσεως". Και προυποθέτουν ανέβασμα συνειδήσεων όλ' αυτά, δηλαδή καλλιέργεια, εξανθρωπισμό των ανθρώπων, έκτρωση από ρίζης των ενστίκτων κυριαρχίας, ιδιοκτησίας, κρατους, κατεξουσίασης μ' οποιοδήποτε πρόσχημα ή μορφή. Ανάγκη παιδείας, άρα, προς Αναρχία..."(σελ.292).
Αλλά παιδεία χωρίς την ισορροπία ανάμεσα στην πειθαρχία και την αυτονομία μπορεί να υπάρξει;

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Γιώργος Ανδρειωμένος: Ο Παλαμάς και ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός, εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, Αθήνα 2022

 

                                      

 

                Ο ακαταπόνητος καθηγητής Γιώργος Ανδρειωμένος στο τελευταίο έργο του ερευνά την σχέση του Κ.Παλαμά με τον πολιτικό φιλελευθερισμό.

                Η τελευταία ως πολιτική ιδεολογία θεωρήθηκε ότι έκφρασε την ανερχόμενη αστική τάξη. Συνοδεύτηκε με την απόδοση αξιακής προτεραιότητας στο άτομο αλλά και την καχυποψία από την διεύρυνση της κρατικής αρμοδιότητας. Βεβαίως μια τέτοια κριτική παραλείπει να αναφέρει ότι ο πολιτικός φιλελευθερισμός  έδωσε πρωταρχική σημασία στην ισονομία, στο κράτος δικαίου, στην ανεξιθρησκεία, στην ανοχή, στην ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών , στον πολυκομματισμό και στην απόδοση στον πολίτη συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Όπου αυτά όπου έπαυσαν να υπάρχουν αντικαταστάθηκαν από τον δεσποτισμό, τον συγκεντρωτισμό, τον ολοκληρωτισμό.

                Ο Κ.Παλαμάς είχε γνωρίσει μια μεγάλη ποικιλία κοσμοθεωριών και γι’ αυτό σε αυτόν εντόπισαν γοητευτικά στοιχεία στοχαστές με διαφορετικές και αντιτιθέμενες ιδεολογίες από τον Α.Χουρμούζιο, τον Κ.Τσάτσο, τον Δ.Βεζανή  ως και τον Ν.Ζαχαριάδη. Ο Γ.Ανδρειωμένος κάνει μια σύντομη αλλά πυκνή αναφορά στην εξέλιξη του φιλελευθερισμού και στις τροποποιήσεις που είχε υπό την πίεση  κοινωνικών και οικονομικών γεγονότων όπως η κρίση του ’29. Στην χώρα μας  η πολιτική αποσαφήνιση του φιλελευθερισμού ταυτίστηκε με την εμφάνιση του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου και την προσπάθεια για υλοποίηση ενός σύγχρονου κράτους αλλά  και την εθνική ολοκλήρωση. Ο συγγραφέας λοιπόν βλέπει να κυριαρχεί ο «πατριωτικός φιλελευθερισμός» που ζητά να απαντήσει σε δύο αιτήματα: τον συνταγματικό περιορισμό της μοναρχίας και την απελευθέρωση με την «Μεγάλη Ιδέα» περιοχών που ζουν ελληνικοί πληθυσμοί κάτω από την οθωμανική κυριαρχία (σελ.46). Από αυτή την πλευρά ο βενιζελικός φιλελευθερισμός δεν επιδιώκει να μεταφέρει τις αρμοδιότητες των εθνικών κρατών αποκλειστικά σε υπερεθνικούς θεσμούς αλλά ούτε απέκλεισε από την οικονομία την κρατική παρέμβαση όπου αυτή ήταν αναγκαία και αναπόφευκτη.

                Σύμφωνα με τον Γ.Ανδρειωμένο ο Παλαμάς είχε επηρεαστεί από φιλελεύθερους στοχαστές όπως ο Μίλτον, ο Βολταίρο, ο Μ.Κονστάν, ο Τ.Μ.Μακώλευ και ο Τ.Σ.Μίλ. Συμπεραίνει μάλιστα: «θα μπορούσε να πει κανείς με σιγουριά ότι ο Παλαμάς υπήρξε φιλελεύθερος ως προς τις καταβολές του και τις πολιτικές επιλογές δεν υπήρξε οπαδός του λαϊκισμού ή του κρατισμού, πίστεψε στις δυνατότητες του ατόμου και στην προστασία των δικαιωμάτων του, συμμετείχε, με τον τρόπο του, στην κοινή προσπάθεια για την επίτευξη ενός καλύτερου μέλλοντος, νοιάστηκε για τη μόρφωση του ευρύτερου κοινού, είδε με ενδιαφέρον τις προσπάθειες για την προώθηση των γυναικείων ζητημάτων, λάτρεψε το δίκαιο και την ελευθερία σκέψης και έκφρασης και συστρατεύθηκε,  διαχρονικά,  με πολιτικούς που επιζητούσαν την ανανέωση και την μεταρρύθμιση και που είτε βρίσκονταν κοντά σε φιλελεύθερες αρχές είτε τις ακολουθούσαν, με βάση τα δεδομένα του καιρού του»(σελ.51,52). Εντυπωσιακή είναι η γνώση που έχει ο Παλαμάς φιλελευθέρων πολιτικών όπως ο Γλάδστων τους οποίους αντιπαραθέτει σε άλλους όπως ο Ντισραέλι.  

                Ο φιλελευθερισμός του Κ.Παλαμά έλαβε πολιτικά χαρακτηριστικά με την υποστήριξη του Ε.Βενιζέλου. Όπως επισημαίνει ο Γ.Ανδρειωμένος ο πρώτος που μίλησε με ενθουσιασμό για το τελευταίο ήταν «ο Περικλής Γιαννόπουλος αμέσως μετά την επανάσταση στο Γουδί»(σελ.82). Ο Γ.Ανδρειωμένος ανασκοπώντας το σύνολο του παλαμικού έργου, ποιητικού και πεζού,  καταλήγει πως «ο ποιητής βρισκόταν στην πρωτοπορία και έδειχνε να διακατέχεται από μιαν πραγματικά ανοιχτή και φιλελεύθερη αντίληψη ως προς το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι»(σελ.97).



Νικολάι Μπερντιάεφ, Το νόημα της Ιστορίας, μετάφραση, εισαγωγή Σωτήρης Δημόπουλος, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2021

                                         


 

                Ο Σωτήρης Δημόπουλος μετάφρασε και προλόγισε ένα σημαντικό έργο του Ν.Μπερνιάεφ  που πρωτοπαρουσιάστηκε με μορφή διαλέξεων  στην Μόσχα τον χειμώνα 1919-1920, αλλά εκδόθηκε αρχικά το 1923 και στην ολοκληρωμένη μορφή του το 1936.

                Η πιο σημαντική παρατήρηση του συγγραφέα είναι ότι ταυτίζει τον χριστιανισμό με την ελευθερία. Ειδικότερα τονίζει ότι η έννοια της ελευθερίας εισάγεται στην ιστορία χάρις αυτόν. Η απόφανση αυτή έχει μια σημαντική συνέπεια: αποκλείει τον χριστιανισμό από κάθε είδους δεσποτισμό και ολοκληρωτισμό. Γράφει: «ο χριστιανισμός για πρώτη φορά, εισήγαγε εκείνη την αντίληψη της ελευθερίας που ήταν άγνωστη στον ελληνικό κόσμο, αλλά η οποία ήταν απαραίτητη για τη συγκρότηση της ιδέας της ιστορίας και της φιλοσοφία της. Χωρίς την έννοια της ελευθερίας, που καθορίζει τη δραματικότητα και την τραγικότητα της ιστορικής διαδικασίας, δεν είναι δυνατή η κατανόηση της ιστορίας. Και αυτό συμβαίνει διότι η τραγικότητα γεννάται εκ της ελευθερίας, της ελευθερίας της δράσης, του κακού και του σκότους»(σελ. 83).  Η ερμηνεία αυτή εξηγεί πειστικά την ύπαρξη του κακού στην ιστορία. Το κακό υπάρχει επειδή ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Βέβαια υποτιμά την σημασία της ελευθερίας στον αρχαιοελληνικό κόσμο που δεν είναι εξαντλείται στην αθηναϊκή δημοκρατία αλλά καρποφορεί στον φιλοσοφικό και τραγικό λόγο.

                Ο Μπερντιάεφ αποφεύγει τις αξιολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε ανατολή και δύση. Έτσι θεωρεί  εξαιρετικά σημαντικό το έργο του Γερμανού μυστικού Γιάκομπ Μπαίμε αλλά και του ιερού Αυγουστίνου. Μάλιστα ενώ μνημονεύει τον Μπαίμε αποφεύγει την αναφορά στους μυστικούς της ορθόδοξης θεολογίας. Θα επαναλάβει την σύνδεση ανάμεσα στην υπέρλογη και ακατανόητη ελευθερία και την τραγικότητα: «στην ελευθερία βρίσκονται οι ρίζες της λύσης του αινίγματος της κατανόησης της Θείας ζωής ως τραγικού πεπρωμένου και ιστορίας. Εάν δεν υφίστατο η ελευθερία, δεν θα υφίστατο και η ιστορία. Η ελευθερία είναι η μεταφυσική θεμελιώδης αρχή της ιστορίας»(σελ.111). Για να συμπληρώσει «το ότι ο Θεός επιθύμησε τον άνθρωπο σημαίνει ότι επιθύμησε την ελεύθερη αγάπη του. Και αυτό συνιστά το θεμέλιο και την κύρια υπόθεση της παγκόσμιας ιστορίας και του πεπρωμένου»(σελ.112). Αλλά και πιο συγκεκριμένα: «η ελευθερία από τη φύση της προϋποθέτει το κακό, όπως και το καλό. Δεν θα υπήρχε κίνηση στον κόσμο εάν μόνον η ελευθερία του Θεού και του καλού προκαθόριζαν το ανθρώπινο πεπρωμένο»(σελ.133).

                Ο Ν.Μπερδιάγεφ καταδικάζει ρητά τον αντισημιτισμό και τον ρατσισμό: «το μίσος προς τους Εβραίους δεν είναι χριστιανικό αίσθημα. Οι χριστιανοί οφείλουν να έχουν χριστιανική σχέση με τους Εβραίους. Στο εσωτερικό της ίδιας της χριστιανικής ιστορίας υπάρχει μια συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ των ιουδαϊκών και των ελληνικών αρχών, οι οποίες μαζί συνιστούν τις κύριες πηγές του πολιτισμού μας…Η θρησκευτική εκπλήρωση του εβραϊκού πεπρωμένου δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανέναν χυδαίο αντισημιτισμό»(σελ.165,166).Για να συμπληρώσει «η σύζευξη και η αλληλεπίδραση του εβραϊσμού με τον ελληνισμό έθεσε στην πραγματικότητα τα θεμέλια της χριστιανικής ιστορίας»(σελ.168). Στο σημείο αυτό θα τονίσει την σημασία του ελληνισμού για τον χριστιανισμό: «Κάθε αισθητική και ωραιότητα του χριστιανισμού πηγάζει από τον ελληνισμό. Διότι ο ελληνισμός υπήρξε, πράγματι η πηγή και το λίκνο της ομορφιάς για τον χριστιανικό κόσμο και τον κόσμο ολόκληρο εις τους αιώνες των αιώνων. Με αυτόν συνδέεται όλη η ομορφιά της χριστιανικής λατρείας»(σελ.169).

                Ο χριστιανισμός απομάγευσε τον φυσικό κόσμο και «απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την εξουσία της κατώτατης φύσης και των δαιμόνων. Το γεγονός αυτό ανέσυρε τον άνθρωπο από τα έγκατα της πρωτόγονης φύσης και αναβίωσε την πνευματικότητα του»(σελ.173). Μια απροσδόκητη συνέπεια είναι ότι με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανάδυση της επιστήμης της τεχνικής. Οι ακόλουθες σκέψεις  του Μπερδιάγεφ θα πρέπει να συγκριθούν με αυτές του Σπύρου Κυριαζόπουλου: «είμαι πεπεισμένος ότι, όσο και να φαίνεται παράδοξο, μόνο ο χριστιανισμός κατέστησε εφικτές τις θετικές επιστήμες και την τεχνική. Όσο ο άνθρωπος βρισκόταν σε άμεση αλληλεπίδραση με τα πνεύματα της φύσης, όσο έκτιζε τη ζωή επί της μυθολογικής κοσμοαντίληψης, δεν μπορούσε να ανέλθει υπεράνω της φύσης μέσω της πράξης της γνώσης, χρησιμοποιώντας τις φυσικές επιστήμες και την τεχνική. Δεν ήταν δυνατό να κατασκευαστούν σιδηρόδρομοι ή να εφευρεθούν τηλέγραφοι και τηλέφωνα, ενώ ζούσε υπό τον φόβο των φυσικών δαιμόνων. Ως εκ τούτου, για να καταστεί ικανός ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει τη φύση ως μηχανισμό, θα έπρεπε να απαλειφθεί από την ανθρώπινη συνείδηση η πεποίθηση της πνευματικότητας και της δαιμονικότητας της φύσης και της άμεσης σύνδεσης του ανθρώπου με αυτήν. Η μηχανική κοσμοαντίληψη έμελλε να οδηγήσει σε μια εξέγερση εναντίον του χριστιανισμού, ωστόσο αποτέλεσε η ίδια το πνευματικό αποτέλεσμα της χριστιανικής πράξης της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα στοιχεία της φύσης και από τους δαίμονες της» (σελ.177,178). Κατά παράδοξο τρόπο σημαντική είναι η συμβολή των ασκητών σε αυτή την εξέλιξη: « η τιτάνια μάχη που διεξήγαγαν οι χριστιανοί ασκητές και ερημίτες με τα πάθη του κόσμου, πραγματοποίησε, τελικώς το έργο της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα κατώτερα στοιχεία» (σελ.178).

                Σημαντική είναι η επισήμανση: «στον όρο Ανατολή δεν συμπεριλαμβάνω τη Ρωσία. Θεωρώ τη Ρωσία ένα ιδιόμορφο μείγμα της Ανατολής με τη Δύση»(σελ.186).

                Το σημαντικό βιβλίο του Ν.Μπερδιάγεφ που μετάφρασε και προλόγισε ο Σωτήρης Δημόπουλος μας δίνει απαντήσεις για τις παρερμηνείες  του χριστιανισμού και κυρίως για αυτή που τον μετάτρεψε σε μια ιδεολογία στην υπηρεσία μιας δεσποτικής και ολοκληρωτικής εξουσίας: «η οδός της ελευθερίας είναι δύσκολη και τραγική, διότι δεν υπάρχει τίποτε πιο υπεύθυνο, πιο ηρωικό και οδυνηρό από αυτήν. Οι οδοί της αναγκαιότητας και του καταναγκασμού είναι ευκολότερες, λιγότερο τραγικές και ηρωικές. Ιδού γιατί η ανθρωπότητα στις ιστορικές διαδρομές, μόνιμα εκτρέπεται προς τον πειρασμό της αντικατάστασης της οδού της ελευθερίας με τους δρόμους του καταναγκασμού. Αυτό συμβαίνει τόσο στη θρησκευτική ζωή όσο και στη μη θρησκευτική. Τον πειρασμό αυτόν τον εξέθεσε με έναν έξοχο τρόπο ο Ντοστογιέφσκι στον Μύθο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής θέλει να αφαιρέσει από τους ανθρώπους το βάρος της ελευθερίας, στο όνομα της γενικής ευτυχίας»(σελ.285).



Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Μάριο Τρόντι-Κάρλ Σμίτ: Πολιτική Θεολογία

 


Ο Μ.Τρόντι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του ιταλικού εργατισμού με το βιβλίο του "Εργάτες και Κεφάλαιο". Στην συνέχεια προσέγγισε το Ι.Κ.Κ. και υπήρξε για αρκετές δεκαετίες γερουσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος. Στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σκαρίφημα αφενός στοχάζεται πάνω στο ομώνυμο έργο του Κ.Σμιτ "Πολιτική Θεολογία" και αφετέρου το συνδέει με το έργο του Β.Μπένζαμιν και του Γιάκομπ Τάουμπες δύο σημαντικών στοχαστών εβραϊκής καταγωγής. Ειδικά ο τελευταίος υιός Ραβίνων ανάπτυξε μια προσωπική φιλική σχέση με τον Κ.Σμίτ. Ο Τρόντι, όπως και ο Π.Κονδύλης προβληματίζεται επάνω στην σμιτιανή απόφανση "όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες"(σελ.15).Καταλήγει δε "οι προεκτάσεις της πολιτικής θεολογίας στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, μετά τον Σμιτ, μας βοηθούν να αντιμετωπίσουμε τις προυποθέσεις της σημερινής κρίσης της μοντέρνας πολιτικής. Ανοίγουν τη σκέψη σ' εκείνον τον άγνωστο πλανήτη που είναι η ανθρωπολογική διάσταση της πολιτικής σκέψης και πράξης"(σελ34).Ο Τρόντι μνημονεύει την ανάμνηση του Τάουμπες από την επίσκεψη του Κοζέβ στην Γερμανία όπου τον επισκέφτηκε ο Α.Ντούσκε, ο ηγέτης των εξεγερμένων φοιτητών του 68 και τους είπε ότι "το σημαντικότερο πράγμα που έπρεπε να κάνουν αυτοί οι οποίοι αποτελούσαν τους πνευματικούς καθοδηγητές των νέων ήταν να μάθουν Ελληνικά"(σελ.76). Και συνεχίζει ο Τάουμπες "Τον ρώτησα ποιός θα ήταν ο επόμενος σταθμός του ταξιδιού του (είχε φτάσει απευθείας από το Πεκίνο). Η απάντηση του ήταν: το Πλέτενμπεργκ. Έμεινα κατάπληκτος, αν και ο Κοζέβ με είχε συνηθίσει στις εκπλήξεις. Ύστερα συνέχισε: Που αλλού να πάω στη Γερμανία; Ο Καρλ Σμιτ είναι το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο αξίζει τον κόπο να μιλήσει κανείς"(σελ.76).Ο εκδοτικός οίκος Σκαρίφημα προαναγγέλει την έκδοση του βιβλίου του Τάουμπες "Για τον Καρλ Σμιτ- η αρμονία των αντιθέτων" το οποίο αναμένουμε με πολύ ενδιαφέρον.