Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Η παρουσίαση του βιβλίου του Γ.Καραμπελιά για τον Π.Κονδύλη (video)










Το έργο του Γ.Καραμπελιά αποτελεί μια άρτια περιγραφή της διαδρομής που ακολούθησε η σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη. Πρόκειται για ένα δοκίμιο γραμμένο για ένα φιλόσοφο που έχει πανευρωπαϊκή εμβέλεια και αναγνώριση, από έναν σημαντικό στοχαστή που αποτυπώνει με αυτό την αγωνία του για την μοίρα του ελληνισμού.
Παρακολουθεί την διαδικασία που ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος με αφετηρία τον αιρετικό μαρξισμό καταλήγει να διαμορφώσει το δικό του προσωπικό στίγμα ώστε να χαρακτηριστεί από την δύσκολη σε επαίνους γερμανική ακαδημαϊκή κοινότητα ως ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα.
Για να το πετύχει αυτό, ο Καραμπελιάς, χρησιμοποιεί το σύνολο της βιβλιογραφίας πολλές προφορικές μαρτυρίες, αλλά και την σημαντική γνώση της ιστορίας και της κοινωνικής θεωρίας που ο ίδιος διαθέτει.
Λίγο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Π.Κονδύλη, οι στοχαστές του περιοδικού «Σημειώσεις», που βρίσκονταν πιο κοντά  από όλους σε αυτόν,  σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Νεφέλη» διοργάνωσαν τιμητική εκδήλωση στην Στοά Αρσάκη. Οι ομιλίες τους θα δημοσιευθούν στα τεύχη των «Σημειώσεων» 53, 54 .Αυτές θα  αποτελέσουν πολύτιμη μαρτυρία που θα αξιοποιήσει στο βιβλίο του ο Γ.Καραμπελιάς. Η ομιλία του Μάριου Μαρκίδη είναι αφιερωμένη στον γιατρό Γιάννη Τσέγκο ο οποίος ήταν αυτός που πρώτος τους τον γνώρισε. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ως «πνευματικό πατέρα» του Π.Κονδύλη τον παλαιό σπαρτακιστή Αντώνη Λαυραντώνη. Το έργο του τελευταίου είναι κυρίως προφορικό αλλά είναι αυτός που χάραξε τις βασικές κατευθύνσεις που έλαβε η σκέψη του Κονδύλη. Βεβαίως υπάρχει η αλληλογραφία ανάμεσα στους δύο που όταν δημοσιευθεί θα  αποτελέσει μια σημαντική μαρτυρία για την διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας και της σκέψης του.  Ας κρατήσουμε όμως από το άρθρο του Α.Λαυραντώνη  «Τα διαμορφωτικά χρόνια του Π.Κονδύλη» την θουκυδίδιας έμπνευσης απόφανση ότι «τα βαθύτερα  όμως, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, που καθορίζουν διιστορικά τον χαρακτήρα των ανθρώπινων κοινωνιών ως εξουσιαστικών- υποδουλευτικών- εκμεταλλευτικών, παραμένουν δυστυχώς (ή ευτυχώς;) αμετάβλητα!»(Σημειώσεις,τ.54,σε 31).  Ο λόγος αυτός, τον οποίο συμμερίστηκε ο Π.Κονδύλης, θα τον ωθήσει να είναι εξαιρετικά καχύποπτος σε κάθε  αισιόδοξη ρητορική που ισχυρίζεται ότι  μπορεί δια μέσου της ανθρώπινης πράξης να επιβάλλει κοσμοιστορικές αλλαγές.  Αλλά και με αυτόν τον λόγο ως αφετηρία, στον ώριμο φιλοσοφικό του έργο ακολουθώντας πιο περίπλοκες νοηματικές διαδρομές θα καταλήξει, ότι η κανονιστική σκέψη κομίζει απαιτήσεις ισχύος. Βεβαίως τόσο τα συμπεράσματα του Λαυραντώνη όσο και του Π.Κονδύλη προϋπέθεσαν την βαθιά  κρίση του μαρξισμού όσο και των καθεστώτων που ισχυρίζονταν ότι είναι σοσιαλιστικά. Ο τελευταίος σε ένα από τα πρώτα του κείμενα, με τον τίτλο «Οι επαναστατικές ιδεολογίες και ο μαρξισμός», γραμμένο το 1964 και δημοσιευμένο στο βιβλίο του «Μελαγχολία και Πολεμική» που κυκλοφόρησε μεταθανάτια , θα χαράξει την απόσταση που  χώριζε τον ίδιο και την σκέψη του από τον μαρξισμό σαν ιδεολογία και σαν κοινωνική πράξη.
Ο Καραμπελιάς αντιμετωπίζει κριτικά το πόρισμα του Π.Κονδύλη ότι η έγκυρη γνώση ταυτίζεται με την αξιολογική ουδετερότητα. Θεωρεί ότι την απολυτότητα αυτής της απαίτησης ανέφικτο γεγονός που όμως μπορεί να μας οδηγήσει σε λανθασμένους ατραπούς, όπως έγινε με την προσπάθεια να διακριθεί κάθετα η ιδεολογία από την επιστήμη. Ο Κονδύλης στις τελευταίες χρονικά  σκέψεις του φαίνεται να αποδέχεται τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Θα λέγαμε πως κατέληξε ότι η «αξιολογική ουδετερότητα» πρέπει να είναι ένας οδοδείκτης, ένας αναγκαίος στόχος που πρέπει να κατευθυνόμαστε ανεξάρτητα του βαθμού  κάθε φορά επιτυχίας. Ένα παράδειγμα των αποτελεσμάτων της εμμονής του Κονδύλη στην «αξιολογική ουδετερότητα» είναι ο τρόπος που αναλύει την ελληνο-τουρκική σύγκρουση. Χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις, τουλάχιστον εμφανείς, αναλύει με ψυχρό βλέμμα τις διαστάσεις και τις παραμέτρους της. Ένα μεγάλο μέρος της πειστικότητας του,  νομίζω ότι την οφείλει σε αυτό. Η υπόλοιπη πειστικότητα οφείλεται στην αισθητική επιμέλεια, στην  παραδειγματική χρήση που κάνει της ελληνικής γλώσσας.
Ο Γ.Καραμπελιάς επισημαίνει την στροφή του Π.Κονδύλη στα τελευταία χρόνια της ζωής στον τρόπο που αντιμετώπιζε το εθνικό ζήτημα. Οι απόψεις αυτές περιέχονται στα επίμετρα των έργων «Θεωρίας του πολέμου», «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», καθώς και στις τελευταίες συνεντεύξεις και στα τελευταία άρθρα. Μέχρι τότε υιοθετούσε δίχως επιφυλάξεις πολλές από τις απόψεις που είχε το μεγαλύτερο των στοχαστών της αριστεράς. Η στροφή του αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από κάποιους δημοσιογράφους, ενώ άλλοι που ήταν ίσως οι πιο κοντινοί και πιο φιλικοί  σε αυτόν αισθάνθηκαν αμηχανία και ενήργησαν σαν να μην είχαν διατυπωθεί ποτέ.
 Είναι χαρακτηριστικό ότι καλός του φίλος ο Μ.Μαρκίδης γράφει ότι «δεν με ενδιαφέρουν και πολύ (περισσότερο λ.χ. απ’ ό,τι θα με συγκινούσε ένα χιτσκοκικό θρίλερ…) τα τελευταία πολεμικά επιχειρησιακά του σχέδια (Σημειώσεις,τ.53.σελ.31). Σε ημερίδα που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων(Ελληνικά Γράμματα, 2001) οι διάφοροι στοχαστές που έλαβαν μέρος  διαπραγματεύτηκαν τον φιλοσοφικό λόγο του Κονδύλη  με στάση μάλλον επικριτική αλλά δεν ασχολήθηκαν διόλου με τις απόψεις του για το εθνικό ζήτημα. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που επισημαίνει ο Γ.Καραμπελιάς από το δοκίμιο της Βούλας Τσινόρεμα  όπου επικρίνει τον Κονδύλη ότι ταυτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη με την πάλη και τον αγώνα, παρακάμπτοντας το γεγονός  ότι ήταν ο ίδιος ο Μάρξ που ερμήνευσε την ιστορία ως συνεχή πάλη των τάξεων. Το ίδιο συνέβη και στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας, στο τεύχος 1717,τον Νοέμβριο του 1999, οι στοχαστές που γράφουν, μεταξύ άλλων ο  παλαιός συνοδοιπόρος του Κοσμάς Ψυχοπαίδης, αδιαφορούν για την ύστερη ερμηνεία του Π.Κονδύλη για το εθνικό ζήτημα. Όμως στο δοκίμιο με τον τίτλο «Το ανορθολογικό στοιχείο στην ελληνική θεωρητική σκέψη», ο Ψυχοπαίδης θα επικρίνει τον Κονδύλη, τον Καστοριάδη, τον Γιανναρά  αποκαλύπτοντας και στους τρεις ένα δεσπόζον ανορθολογικό στοιχείο (Εισήγηση στο 8ο Επιστημονικό Συνέδριο του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα «Ιδεολογικά ρεύματα &τάσεις της διανόησης στη σημερινή Ελλάδα», δημοσιευμένη στον ομότιτλο τόμο πρακτικών του συνεδρίoυ (Ίδρυμα Σ. Καράγιωργα Αθήνα 2002). Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας & Κριτικής» τ. 50/51 και ΑΥΓΗ 22.4.2001 ). Πρόκειται για ένα δοκίμιο πολεμικής, εξαιρετικά ενδιαφέρον το οποίο έχει όμως αστοχήσει για διαφορετικούς για τον καθένα λόγους που δεν είναι του παρόντος να εξετάσουμε.
 Το κενό αυτό καλύπτει με έγκυρο τρόπο το ανά χείρας βιβλίο του Γ.Καραμπελιά. Αλλά  αποκαλύπτει και κάτι άλλο. Μέρος της διανόησης ένοιωσε υπαρξιακή απειλή από το έργο του Κονδύλη διότι αποθεμελίωνε όχι μόνο την μυθολογία της αριστεράς  αλλά και τους μύθους του μεταπολιτευτικού καθεστώτος. Άλλωστε η εκσυγχρονιστική αριστερά πριν αναλάβει την εξουσία, της είχε ανατεθεί η πνευματική εξουσία, έχοντας κυρίαρχο ρόλο όχι μόνο στις στήλες βιβλίου των εφημερίδων αλλά και στον πανεπιστημιακό χώρο. Οι ίδιοι ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι που στήριξαν ή και ακόμη αποτέλεσαν μέρος της διακυβέρνησης Σημίτη, στηρίζουν στην πλειοψηφία τουςτην σημερινή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

 Ο Γ.Καραμπελιάς κατ’ αρχήν θα αντιμετωπίσει με κριτικό τρόπο τις απόψεις του Κονδύλη στο βαθμό που αρχικά συμπορεύτηκαν με την  αριστερή εθνοαποδομητική ιστοριογραφία. Για το λόγο αυτό στο στόχο του θα βρεθεί το δοκίμιο  « η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία»  αλλά  και ο πρόλογος και ο υπομνηματισμός που έγραψε στην συλλογή  άρθρων των Μάρξ και Ένγκελς
«Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα». Βεβαίως θα μπορούσαμε, ακολουθώντας τα συμπεράσματα πολλών ιστορικών όπως του Σβορώνου, να επαναλάβουμε ότι πράγματι στον ελληνικό χώρο δεν υπήρξε  φεουδαρχία ακριβώς γιατί η γη ανήκε στον σουλτάνο. Ο Π.Κονδύλης ανατρέποντας το σχήμα που εισήγαγε ο Κορδάτος υποστηρίζει επιπρόσθετα την απουσία ελληνικής αστικής τάξης και του ιδιαίτερου ήθους και νοοτροπίας που διαμόρφωσε στην Δυτική Ευρώπη. Ο Καραμπελιάς θεωρεί ως λανθασμένη  αυτή την άποψη διότι περιορίζει την αστική τάξη αποκλειστικά στην βιομηχανική της εκδοχή. Πολλοί άλλοι ιστορικοί όπως ο Γ.Δερτιλής δυσκολεύονται να εντοπίσουν την ελληνική αστική τάξη και στο τέλος υποσημειώνουν ότι έχει πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις αστικές τάξεις της Δυτικής Ευρώπης. Θεωρώ όμως στα κείμενα αυτά ο Ένγκελς μας έδωσε  να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους η ύπαρξη ελληνικής αστικής τάξης ήταν αν όχι ανέφικτη, τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολη. Γράφει συγκεκριμένα: « η τουρκική κυριαρχία όπως και κάθε ανατολική είναι ασυμβίβαστη με την καπιταλιστική κοινωνία, όση υπεραξία κερδίζεται δεν είναι σίγουρη από τα χέρια αρπακτικών σατραπών και πασάδων∙ λείπει ο πρώτος βασικός όρος της αστικής προσοδοφόρας δραστηριότητας: η ασφάλεια του προσώπου και της ιδιοκτησίας του εμπόρου. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν τώρα ακόμα μια φορά, αφού από τα 1774 είχαν ήδη δύο φορές αποπειραθεί να εξεγερθούν» (σελ.473,474).
Ορθά ο Γ.Καραμπελιάς  επισημαίνει ότι η στροφή του Κονδύλη σημειώνεται με το δοκίμιο «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» που δημοσιεύτηκε  το 1992 ως επίμετρο στην «Πλανητική πολιτική  μετά τον ψυχρό πόλεμο». Η κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων, η επέλαση της παγκοσμιοποίησης, η χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αφορμή για παρεμβάσεις σε άλλα κράτη, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  τροφοδότησαν την σκέψη του στις νέες κατευθύνσεις που έλαβε . Στο έργο αυτό ο Κονδύλης θα δει στο εθνικό κράτος το τελευταίο ανάχωμα στην παγκόσμια ανομία αφού θα γράψει «μόνον ως κράτος μπορεί ένα μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα μεγάλο έθνος, εφ’ όσον τόσο το μικρό όσο και το μεγάλο έθνος αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος»(σελ.49). Επίσης θα επισημάνει ότι υπό προϋποθέσεις  «οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι μια αντικειμενική εθνική ζωτικότητα, μια πλησμονή χειροπιαστής ισχύος, η οποία επιτρέπει σ’ ένα έθνος να κινείται, θα λέγαμε, στο ύψος των ψευδαισθήσεών του.» 
Σε άλλα κείμενα του ο Κονδύλης επέκρινε την αριστερά διότι υιοθετώντας οποιοδήποτε αίτημα που σήκωνε κάθε κοινωνική συλλογικότητα, επέτεινε  τον παρασιτικό καταναλωτισμό, τον ανεξέλεγκτο δανεισμό, με αποτέλεσμα την εκποίηση της χώρας και την απώλεια και του τελευταίου ίχνους ανεξαρτησίας. Θα προσθέσει ως στοιχεία της ελληνικής κακοδαιμονίας την απουσία εθνικών στόχων. Αλλά και η απουσία σοβαρών πολιτικών θα επιδεινώσει το πρόβλημα . Όπως γράφει: « ότι ο σημερινός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό∙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με την σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων(σελ.170). Στο ίδιο δοκίμιο θα ανατρέψει τους ιδεολογικούς μύθους των ευρωπαϊστών που σε μεγάλο βαθμό θεμελιώθηκε το μεταπολιτευτικό καθεστώς.  Ο Κονδύλης πλέον θα θεωρήσει ομοειδή και συναφή μεγέθη την παραδοσιολατρία και τον πιθηκισμό  καθώς όπως γράφει, και θα επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία «ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους»(σελ.176).
Ο προσωπικός  φίλος του Π.Κονδύλη, ο συγγραφέας Γ.Μερτίκας, ο οποίος στο περιοδικό  «Λεβιάθαν» που  ο ίδιος έκδιδε, οργάνωσε το πρώτο αφιέρωμα στην χώρα μας σε αυτόν, ενόσω μάλιστα ζούσε, δημοσίευσε το εύστοχο δοκίμιο στις «Σημειώσεις»(τ.70,12/2009) με τον τίτλο (παράφραση ενός έργου του φιλόσοφου  Κ.Παπαϊωάννου) «Ο άνθρωπος και η σκιά του- έθνος και εθνικισμός στην περιγραφική θεωρία της απόφασης». Αποδίδει με έγκυρο και έντιμο τρόπο την ερμηνεία που διατύπωσε ο Π.Κονδύλης για το έθνος σε συνδυασμό με το υπόλοιπο έργο του.
Ο Γ.Καραμπελιάς θα σταθεί αναλυτικά στο «Επίμετρο της Θεωρίας του Πολέμου» και στα παρεμφερή κείμενα της ίδιας εποχής. Σε αυτά αφενός με τεκμηριωμένο τρόπο  ο Κονδύλης μας δείχνει πως πρέπει να ενεργήσει ο ελληνισμός ώστε να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα αλλά και ορισμένα ουσιώδη προβλήματα που αδυνατίζουν την θέση του: την διαχρονική συρρίκνωση του ελληνισμού στα όρια ενός εθνικού κράτους που δεν μπορεί να τον προστατεύσει, την εξασθένιση του από την επιδείνωση του δημογραφικού  και την απουσία παραγωγικού ιστού που επιτείνει τον παρασιτικό καταναλωτισμό. Όπως είπε σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο ελληνισμός το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να παράγει ότι του είναι αναγκαίο για να επιβιώσει.
Τα κείμενα του Κονδύλη   δεν χαρακτηρίζονται μόνο από την βαθιά γνώση αλλά και την αισθητική επιμέλεια  και την ευφυή ειρωνεία. Έλκεται από την πολεμική γι’ αυτό και μας έχει αφήσει σημαντικούς διάλογους σαν και αυτό  με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.
Σε διάλογο που είχε στο σπουδαίο περιοδικό «Λεβιάθαν» με τον Θ.Γεωργίου και τον Σ.Βιρβιδάκη , με πικρό χιούμορ θα σημειώσει για κάποιους καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων, πως με την υψηλή επίδοση τους σε κατασκευή κοινωνικών θεωριών με τις οποίες στην φαντασία τους γίνονται αυτόματα κοσμοπλάστες παρηγορούνται "για την γενική κοινωνική τους ασημαντότητα ή ιδιαίτερα για το γεγονός ότι είναι μισθωτοί υπάλληλοι αναγκασμένοι να παλεύουν νυχθημερόν με τις μηχανορραφίες των συναδέλφων τους και τις ανορθογραφίες των φοιτητών τους"(σελ.130).Βεβαίως υπήρξε και η ανταλλαγή άρθρων με τον Ρ.Σωμερίτη από τις στήλες του «Βήματος», που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό. Τα άρθρα του τελευταίου αποτελούν προσωπικοί λίβελλοι κατά τον Π.Κονδύλη που προσπαθούν να τον εξουθενώσουν παρά να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματά του, παρότι θα έπρεπε να γνωρίζει από που προέρχεται όσο και την αναγνώριση που είχε στην Γερμανία. Ενδεικτικό των ηθών μας είναι ότι οι περισσότεροι διανοούμενοι τότε σιώπησαν αν γνώριζαν ότι το έργο του Κονδύλη στην χώρα μας εκδόθηκε κυρίως από έναν εκδοτικό οίκο της αριστεράς το «Θεμέλιο» και ο ίδιος έχαιρε της εκτίμησης του Σβορώνου, του Δημαρά, του Φίλιππου Ηλίου, του Δ.Μαρωνίτη. Η συμπεριφορά αυτή δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στις πιθανές θεωρητικές διαφορές όσο στο γεγονός πως η διανόηση αυτού του είδους αποτελεί –με πολλούς τρόπους-μηχανισμό της τότε εξουσίας κι ας  διατεινόταν το αντίθετο.


Το βιβλίο του Γ.Καραμπελιά αποτελεί μια άρτια εισαγωγή στο έργο και στην προσωπικότητα του Κονδύλη αλλά σε αντίθεση με αυτόν χαρακτηρίζεται από έλλογη αισιοδοξία, αφού παρά την παρακμή και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε μας καλεί να βγάλουμε «φτερά», δηλαδή μας καλεί, όπως ο Δ.Σολωμός, να παντρέψουμε την ονειροπόληση με τον λογισμό. Έρχεται σε μια εποχή που η συνωμοσία σιωπής για τον Κονδύλη έληξε άδοξα και πλέον τον επικαλούνται οι πάντες ακόμη και αν εκπροσωπούν εντελώς αντίθετες κοσμοθεωρίες. Με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε σχέση με την Ευρώπη, λαμβάνει την θέση που του πρέπει. Με αυτή την έννοια το δοκίμιο του Γ.Καραμπελιά προσφέρει  στον νέο όσο και στον έμπειρο αναγνώστη τον δρόμο για να βαδίσει με εγκυρότητα, δίχως περιττές περιπλανήσεις, στο πολύτιμο έργο του Π.Κονδύλη. 

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Δημ.παράταξη 'Μένουμε Θεσσαλονίκη": Ο νόμος του Λυντς και ο …εθνολαϊκισμός

Ο δημόσιος διάλογος για την φασιστική επίθεση ενάντια στον Γ. Μπουτάρη στην συγκέντρωση για την Γενοκτονία των Ποντίων στη Θεσσαλονίκη δεν είναι παρά μια ανιαρή επανάληψη της προσπάθειας να επιβληθεί μια λογική δίπολου στα εθνικά θέματα.
Λες και ο τραμπουκισμός και τα λυντσαρίσματα έχουν αποκλειστικά δεξιό πρόσημο, λες και αυτά που έκαναν ο ομόσταυλοι του Δραγασάκη πριν μερικές δεκαετίες στα πανεπιστήμια, ή αυτά που σήμερα οι αντεξουσιαστές που διαδέχτηκαν τους τότε κνίτες είναι ταξική πάλη. Αντί να ασχοληθούν με την καταδίκη της βίας και του λυντσαρίσματος ως μέθοδο επιβολής μιας πολιτικής άποψης ανακάλυψαν τον «εθνολαϊκισμό» ως την μήτρα που γεννά την βία, ηρωοποίησαν το θύμα της επίθεσης για να δικαιώσουν τις απόψεις του, που δεν διαφέρουν εξ’ άλλου με το κυβερνητικό mainstreaming, των «συνωστισμών στις προκυμαίες» και του Αιγαίου που ανήκει στα ψάρια του.
Ούτως ή άλλως η αντίληψη του δημοκρατικού Πατριωτισμού είναι ο πρώτιστος στόχος τόσο του ακροδεξιού φασισμού, που ενδύεται πληβειακά χαρακτηριστικά για να μονοπωλήσει την έκφραση της πατριωτικής ευαισθησίας, όσο και του κοσμοπολιτισμού των ελίτ, που αυτοδικαιώνονται ταυτίζοντας την με τον φασισμό, τον υπόκοσμο και την Χρυσή Αυγή.
Το ταγκό χορεύεται με δύο, κι ο ένας χορευτής  χρειάζεται τον άλλο, ως το αναγκαίο συμπλήρωμα για να έχουμε τις δύο όψεις στα αργύρια της καταστροφής της πατρίδας.
Αντί άλλου σχολίου ας μεταφέρουμε εδώ αυτά που ειπώθηκαν στην κεντρική ομιλία, από τον Ταμέρ Τσιλιγκίρ, από τη Λιβερά του Πόντου, πολιτικού εξόριστου στην Ελβετία, αφού υπήρξε πολιτικός κρατούμενος για περισσότερο από 10 χρόνια στις τουρκικές φυλακές γιατί ζητούσε τα δικαιώματά του:
««353.000 δεν είναι ένας αριθμός, είναι οι άνθρωποι που γενοκτονήθηκαν. Απευθύνω χαιρετισμό στους ήρωες απόγονους των Ελλήνων που έγραψαν ιστορίες της αντίστασης στα βουνά του Πόντου, στην Νεβιάν, στη Σάντα. Δεν ξεχνάμε αυτούς που έκαψαν τους ανθρώπους μας ζωντανούς, στις εκκλησίες, στα σχολειά, στα σπίτια. Δεν ξεχνάμε και αυτούς που έζησαν μέσα στις σπηλιές, χιλιάδες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Δεν ξεχνάμε αυτούς που βίασαν τις γυναίκες, τα μικρά κορίτσια, και τις πήρανε στα χαρέμια τους. Δεν ξεχάσαμε τους 353.000 άταφους νεκρούς Έλληνες του Πόντου. Δεν θα ξεχάσουμε και δεν ξεχνάμε τους 200.000 Έλληνες του Πόντου που εξορίστηκαν από την πατρίδα τους, στην οποία ζούσαν χιλιάδες χρόνια. Δεν ξεχάσαμε και τον Μουσταφά Κεμάλ που έδωσε την εντολή της Γενοκτονίας στις 19 Μαΐου, όταν αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Δεν ξεχάσαμε τις συμμορίες που εφάρμοσαν τη Γενοκτονία, του Τοπάλ Οσμάν τον Ιπσίζ Ρετζέπ. Την εθνική στρατιά και τον στρατηγό Νουρεντίν Πασά. Δεν ξεχάσαμε! Δεν ξεχάσαμε και τις τουρκικές κυβερνήσεις που αρνούνται εδώ και 100 χρόνια τη γενοκτονία και την ύπαρξη των Ποντίων. Δεν ξεχάσαμε επίσης, αυτούς που υπέγραψαν τη Συνθήκη Ανταλλαγής πληθυσμών και σε όλους όσους συνέβαλαν σε αυτό. Και δεν ξεχάσαμε επίσης τα λόγια του υπουργού του κυβερνώντος κόμματος ότι δεν έχει συμβεί γενοκτονία.
Στον Πόντο τα δεινά έχουν τρεις διαφορετικές μορφές. Πρώτον αυτά που έζησαν οι 353.000 άνθρωποι μας που έχασαν τη ζωή τους, στο διάστημα 1914 – 1923. Δεύτερον, όλα όσα έζησαν οι απόγονοι, οι παππούδες σας, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, που εκτοπίστηκαν με τη Συνθήκη Ανταλλαγής της Λωζάννης των πληθυσμών, το 1923 από την πατρίδα τους στην οποία ζούσαν επί χιλιάδες χρόνια. Τρίτον, ζήσαμε εμείς, αυτοί που μείνανε εκεί. Πριν τη γενοκτονία και κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας, οι Έλληνες του Πόντου που εξισλαμίστηκαν, δηλαδή οι γιαγιάδες μου, οι παππούδες μου, προ του φόβου, τα κράτησαν όλα μέσα τους. Δεν είπαν τίποτα στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Ακόμα, οι περισσότεροι επινόησαν ψεύτικες ιστορίες. Τι δύσκολο που είναι να μην ξέρεις την ιστορία σου; Και επειδή δεν γνώριζαν τα τούρκικα τα παιδιά, ξυλοκοπήθηκαν στα σχολεία, οι γονείς σταμάτησαν να μιλάνε δίπλα στα παιδιά τους, ποντιακά. Για να ζήσουν όλα αυτά τα 100 χρόνια, προσπάθησαν να αποδείξουν στο τούρκικο κράτος, τον εαυτό τους. Να αποδείξουν ότι είναι οι καλύτεροι μουσουλμάνοι, οι καλύτεροι Τούρκοι. Έτσι, άλλαξε η συμπεριφορά τους. Στράφηκαν προς το Ισλάμ, προς τον τούρκικο εθνικισμό. Όμως παρ’ όλα αυτά, το τούρκικο κράτος, τους είχα πάντα, ως άλλους. Κατά τη διάρκεια της τούρκικης δημοκρατίας, αλλά και προς το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η κοινωνική και η οικονομική ζωή στον Πόντο, υποβαθμίστηκε. Δεν έγιναν επενδύσεις. Στα λιμάνια της Σαμψούντας, της Τραπεζούντας, τα οποία ήταν κάποτε από τα σημαντικότερα λιμάνια του κόσμου, δεν πλησίαζε πλέον, κανένα πλοίο. Οι Πόντιοι αναγκάστηκαν και καταδικάστηκαν σε πείνα. Γι’ αυτό το λόγο αναγκάστηκαν για να ζήσουν να πάνε δεκάδες χιλιάδες Πόντιοι, στην Ευρώπη.
Άλλαξαν τη θρησκεία μας, τα ονόματά μας, την γλώσσα μας, άλλαξαν τα τραγούδια μας, τα μοιρολόγια μας, βάζοντας τους τούρκικους στίχους. Διοργάνωναν εκστρατείες το 1923, για τους πολίτες, με το σύνθημα «μίλα τούρκικα». Όλοι όσοι μιλούσαν ποντιακά στους δρόμους, βασανίστηκαν και συχνά μας υπενθύμιζαν ότι είμαστε Έλληνες. Δεν σταμάτησαν να μας βρίζουν, όπως «Ρωμιέ μπάσταρδε», «Ρωμιέ κλωστέ». Ακόμα και οι συγγραφείς, στα ποιήματα και στα μυθιστορήματα, τις ελληνίδες τις παρουσίαζαν ως πόρνες. Περίλαβαν ακόμα και τις νύφες μας. Στις τουρκικές ταινίες, η προφορά των Ποντίων, παρουσιάζονταν ως κάτι κακό. Επινόησαν ανέκδοτα, ανόητα ανέκδοτα και τα ονόμασαν ποντιακά. Με όλα αυτά τα ανέκδοτα υποβίβασαν τους Ποντίους. Οι Έλληνες του Πόντου, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με άλλους Τούρκους σε μεγάλες πόλεις, τους έλεγαν περιφρονητικά; Είστε Πόντιοι!
Πριν από μερικά χρόνια αποκαλύφθηκε ότι το τούρκικο κράτος, φακελώνει τις μειονότητες. Μάθαμε ότι οι Έλληνες είχαν το νούμερο ένα (1). Οι Αρμένιοι είχαν το νούμερο δύο (2). Και οι Εβραίοι είχαν το νούμερο τρία (3). Το τουρκικό κράτος στην Άγκυρα, εδώ και 100 χρόνια κρατάει μυστικά αρχεία. Φακέλωνε τους εξισλαμισμένους Έλληνες και τα παιδιά τους. Το τούρκικο κράτος δεν πιστεύει ακόμη στους εξισλαμισμένους Έλληνες και τα παιδιά τους. Ζει με τον φόβο ότι εάν μάθουν την αλήθεια, μια μέρα θα ξεσηκωθούν.
Θέλω να αναφέρω ένα παράδειγμα. Την δεκαετία του 1990, προγραμματίστηκε μία εκδρομή, ανάμεσα σε ένα λύκειο της Τραπεζούντας και της Θεσσαλονίκης. Οι μαθητές από τη Θεσσαλονίκη θα πήγαιναν στην Τραπεζούντα και θα έμεναν εκεί και αντίστροφα οι μαθητές από την Τραπεζούντα θα έρχονταν στη Θεσσαλονίκη. Το τούρκικο κράτος δέχθηκε την πρόταση, όμως με μία προϋπόθεση. Να μην πάει ένα λύκειο από την Τραπεζούντα, αλλά ένα λύκειο από την Άγκυρα!
Θα αναφέρω ένα άλλο παράδειγμα. Το 1979, σε μία επαρχία του Πόντου, στη Φάτσα, οι σοσιαλιστές κέρδισαν τη διοίκηση. Εκείνα τα χρόνια η Φάτσα ονομαζόταν ως απελευθερωμένη περιοχή. Όταν ήρθε η χούντα το 1980, πρώτα απ’ όλα διάλυσε αυτή τη διοίκηση. Σκότωσαν πολλούς ανθρώπους, άλλους βασανίζουν και άλλους φυλακίζουν. Οι πραξικοπηματίες λένε ότι δεν θα επιτρέψουμε την ποντιακή δημοκρατία εδώ. Οι σοσιαλιστές εκεί, δεν ήξεραν για τον Πόντο, όμως το τούρκικο κράτος εξέφρασε το φόβο του. Όμως είμαι εδώ! Εγώ και οι φίλοι μου δουλεύουμε μέρα – νύχτα, για να μετατρέψουμε το φόβο τους σε εφιάλτη. Προσπαθούμε να πούμε την ιστορία μας, σε όλα τα μέρη του Πόντου.
Μετά τη γενοκτονία που έγινε από το τουρκικό κράτος στον Πόντο και τη Μικρά Ασία, το τουρκικό κράτος εγκαταστάθηκε πάνω στις περιουσίες μας και τις ψυχές μας. Το τούρκικο κράτος από την ίδρυσή του είναι ένοχο. Γενοκτονίες που εφάρμοσε στους Αρμένιους, στους Έλληνες του Πόντου, μετά την ίδρυση της τουρκικής δημοκρατίας, ήρθε η σειρά σε άλλες εθνότητες. Το τούρκικο κράτος πρέπει να ζητήσει συγνώμη, λαμβάνοντας μία απόφαση στο τούρκικο κοινοβούλιο. Όμως, ακόμη και να ζητήσουν χίλιες φορές συγγνώμη, τι θα γίνει; Για να ισχύει αυτή η συγγνώμη, πρέπει να γίνουν τα εξής. Πρέπει να κατεδαφιστούν τα αγάλματα εκείνων που έκαναν την γενοκτονία και όλα τα ονόματα αυτών των συμμοριών που δόθηκαν σε δρόμους και σε σχολεία. Οι εγκληματίες της γενοκτονίας και όλοι όσοι έγιναν πλούσιοι από τη γενοκτονία πρέπει να αποκαλυφθούν. Πρέπει να φτιαχτούν μνημεία γενοκτονίας για τους 353.000 Έλληνες του Πόντου, σε όλο τον Πόντο και πρέπει να μείνει ζωντανή η μνήμη της γενοκτονίας. Πρέπει να δοθούν δυνατότητες επιστροφής στους απόγονους τους. Όλη η περιουσία τους που κατασχέθηκε, πρέπει να επιστραφεί. Πρέπει να αποκατασταθούν οι εκκλησιές και να επιστραφούν στους ίδιους.
Πρέπει να τιμωρηθούν τα εγκλήματα της γενοκτονίας και πρέπει να δοθεί αποζημίωση στους απογόνους με προσαύξηση. Πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, για όλους όσους ζουν εκεί και θέλουν να μάθουν τη μητρική γλώσσα τους, τα ποντιακά. Πρέπει να δοθεί και ένα τέλος στις θρησκευτικές καταπιέσεις. Πρέπει ο καθένας να επιλέξει εκείνο το οποίο θέλει να πιστεύει. Πρέπει να ανοίξουν όλα τα αρχεία και να είναι στη διάθεση όλων των ιστορικών και των ερευνητών.
Και σήμερα ο Άγγελος Μητρετώδης, και ο Δημήτρης Κούκλατζης, και ο Γιάννης Βασίλης – Γιαϊλαλί, που κρατούνται στις τουρκικές φυλακές, πρέπει να απελευθερωθούν.
Ευχαριστώ όλους όσους συγκεντρώθηκαν εδώ και τις Ομοσπονδίες που πήραν την απόφαση να κινηθούν μαζικά. Εμείς, τα παιδιά των εξισλαμισμένων Ελλήνων, εμείς οι απόγονοι, σας ευχαριστούμε που μεταφέρετε μέχρι σήμερα, τον πολιτισμό μας, τη γλώσσα μας, τη θρησκεία μας. Εμείς είμαστε μια μεγάλη οικογένεια. Ακόμη και να ζήσετε εξόριστοι στην Ευρώπη και στις μεγάλες πόλεις του κόσμου, η πατρίδα σας είναι ο Πόντος. Εμείς, αυτοί που μείναμε ακόμη εκεί, ακόμη κι αν έχει αλλάξει η θρησκεία και η γλώσσα μας, τα ονόματά μας, είμαστε Έλληνες. Όπως βλέπετε δεν μπορούν να μας χωρίσουν.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, στις 19 Μαΐου όταν πήγε στην Σαμψούντα έδωσε εντολή στον Τοπάλ Οσμάν, να μην αφήσει ίχνος. Νόμιζαν ότι μπορούν να σβήσουν τα ίχνη μας από εκείνα τα εδάφη. Ορίστε! Η σημερινή μας συνάντηση είναι η αποτυχία τους. Με την πεποίθηση ότι από εδώ και σήμερα, θα είμαστε πιο κοντά, σας χαιρετώ όλους. Οπωσδήποτε θα νικήσουμε. Τα εδάφη του Πόντου, αργά ή γρήγορα θα είναι ελεύθερα».

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Το έθνος-κράτος και τα εθνικά κράτη πέθαναν;



Μέχρι σήμερα πίστευα ότι ζούμε σε ένα κόσμο που επικρατούν οι εθνικοί ανταγωνισμοί,ότι τα μικρά και μεγαλύτερα εθνικά κράτη διαγωνίζονται στην άντληση του μεγαλύτερου οφέλους για τους λαούς τους ή και τις κυρίαρχες ελίτ τους. Νόμιζα επίσης ότι μετά τον κατακερματισμό παλαιών πολυεθνικών κρατών όπως η ΕΣΣΔ, η Γιουγκοσλαβία, η Τσεχοσλοβακία δημιουργήθηκαν νέα εθνικά κράτη που διεκδικούν με πειστικό τρόπο να λάβουν την θέση που τους αναλογεί μέσα στην διεθνή κοινότητα. Αλλά και λαοί που δεν έχουν το δικό τους εθνικό κράτος, όπως οι Κούρδοι, το διεκδικούν με πολλές θυσίες και επιχειρώντας να εκμεταλλευθούν τις διεθνείς ισορροπίες. Αυτά μέχρι που διάβασα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,20.5.2018, το άρθρο του Νίκου Μαρατζίδη που υποστηρίζει " το έθνος-κράτος αργοπεθαίνει, για την ακρίβεια σαπίζει, μέσα στον κόσμο που ξεπηδά άναρχα...Ο θάνατος του έθνους-κράτους δεν σημαίνει τον θάνατο της πολιτικής. Σηματοδοτεί όμως τον θάνατο της ξεπερασμένης εθνικής πολιτικής...Καθώς το άκαμπτο μονοπώλιο του έθνους-κράτους στην πολιτική ζωή καθίσταται ολοένα και πιο αδύναμοι τα έθνη πρέπει να αναζητήσουν τη λύση στην ένταξή τους σε μεγαλύτερες συστάδες σταθερών δημοκρατικών δομών...Σε αυτόν τον νέο κόσμο χρειάζεται να μάθουμε να σκεφτόμαστε με νέους όρους, εγκαταλείποντας ξεπερασμένες αντιπαραθέσεις γύρω από ένα νεκρό σώμα". Πρόκειται για ένα λόγο που συγχέει την πραγματικότητα με τις προσδοκίες του συγγραφέα, την εσχατολογία με ότι συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο. Φοβούμαι ότι ο εθνομηδενισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο της πολιτικής αφέλειας. Διότι οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Τουρκία, το Ιράν,η Γερμανία, η Γαλλία, η Ελλάδα για παράδειγμα δεν πρόκειται να αυτοκαταργηθούν ως εθνικά κράτη επειδή αυτό είναι προσδοκία συγγραφέων όπως είναι ο Μαραντζίδης. Αλλά και στα πλαίσια της Ε.Ε δεν έπαψαν οι εθνικοί ανταγωνισμοί να έχουν ένα πρωταρχικό ρόλο. Άλλωστε όσο η Ε.Ε. δεν έχει ενιαία εξωτερική πολιτική, ενιαία δημοσιονομική πολιτική , ενιαίο στρατό δεν μπορούμε σοβαρά να ισχυριζόμαστε ότι υποκατέστησε τα εθνικά κράτη. Ένας εξαιρετικός Έλληνας στοχαστής ο Γ.Θεοτοκάς και ένας διαπρεπής ιστορικός ο Άντονυ Σμίθ πίστευαν ότι σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έπρεπε, ούτε ήταν αναγκαίο να απολεσθούν τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά. Οι απόψεις του Μαραντζίδη όπως αποκαλύπτουν στον επίλογο τους, λέγονται για να υποστηρίξουν ότι τελικά η όποια λύση με την FYROM (ακόμη και αν η ονομασία έχει αλυτρωτικό νόημα) δεν έχει καμία σημασία αφού άλλο και αλλού είναι το διακύβευμα: στην δημιουργία μια υπερκρατικής ευρωπαϊκής αρχής . Ας προσέξουμε όμως : Την ονομασία "Μακεδονία του Ίλιντεν" απέρριψαν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και προσωπικότητες που έχουν αρθρογραφήσει υπέρ λύσης με το γειτονικό κράτος. Όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος , η Ν.Μπακογιάννη, ο Θ.Σκυλακάκης, δημοσιογράφοι όπως ο Α.Καρακούσης και ο Γ.Πρετεντέρης που την θεώρησαν ως την χειρότερη δυνατή επιλογή. Ο μόνος που μάλλον δεν είναι αντίθετος είναι ο Σ.Θεοδωράκης του "Ποταμιού", ή ο Σ.Κασιμάτης και ο Β.Νέδας της "Καθημερινής".

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Η οικονομική σημασία της ελληνικής οικογένειας

ΡΗΞΗ φ.143

  Στοχαστές όπως, ο Σ.Ράμφος  του ύστερου έργου του, επιχειρούν να μας πείσουν ότι θεμέλιο  της ελληνικής κακοδαιμονίας είναι η ελληνική οικογένεια. Υποτίθεται ότι αυτή εμποδίζει το άτομο να ενηλικιωθεί και να αποκτήσει έλλογα χαρακτηριστικά.
Όμως  τέτοιες απόψεις όχι μόνο δεν θεμελιώνονται στην κοινωνική εμπειρία και στην  ιστορική πραγματικότητα αλλά την αντιστρέφουν. Η προσωπικότητα για να συγκροτηθεί έχει ανάγκη την θαλπωρή του οικογενειακού χώρου. Από αυτόν θα λάβει την γλώσσα του και τις δυνατότητες να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο όπως γράφουν ο Κ.Καστοριάδης και ο Κ.Λάς (ο τελευταίος μάλιστα την χαρακτηρίζει «λιμάνι σε έναν άκαρδο κόσμο»).
Ο ιστορικός Γ.Δερτιλής μας δίνει πολλά τεκμήρια για τον σημαντικό και θετικό ρόλο της ελληνικής οικογένειας. Τονίζει ότι την θεωρεί «ως μονάδα παραγωγής και μάλιστα ως μονάδα υψηλής παραγωγικότητας και ως το κατεξοχήν παραγωγικό  κύτταρο της ελληνικής οικονομίας εδώ και αιώνες. Πρόκειται για οικογένεια μεσογειακού τύπου: πολυμήχανη, προσαρμοστική, πολύεργη (εννοείται ότι σε αυτά τα θέματα θα επανέλθω). Στον μεσογειακό τύπο προσθέτουμε ένα πρόσθετο, ελληνικό χαρακτηριστικό που υπήρχε ανέκαθεν: η ελληνική οικογένεια ήταν και είναι μια ιδιότυπη, συμπαγής οικονομική κοινοπραξία, απίστευτη εργατική όταν εργάζεται για το δικό της όφελος, ένα κοινωνικό κύτταρο εγωπαθές και πανίσχυρο, πότε οχυρό απόρθητο και πότε ελαφρύ τεθωρακισμένο, ευέλικτο και επιθετικό»[1].  Παρότι δεν αγνοεί κάποια αρνητικά της χαρακτηριστικά, όπως την ώθηση συχνά στην προστασία που προσφέρει μια θέσης δημοσιο-υπαλληλική, τελικά όλα αυτά αναιρούνται από το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της που είναι ο υψηλός βαθμός προσαρμοστικότητας. Τελικά «η οικογένεια είναι και γόνιμο φυτώριο άλλων ιδεών και νοοτροπιών, που οδηγούν συχνά τα μέλη της σε τολμηρές αναζητήσεις εκτός των διανοητικών και βιοτικών συνόρων της, στις σπουδές και την κοινωνική κινητικότητα, σε παροδικές αποδημίες και σε ισόβιες μεταναστεύσεις, σε οικονομικές συμπεριφορές που είναι, ενίοτε, παραγωγικότατες, σε εργασιακές στρατηγικές, σε αποταμιευτικές και επενδυτικές στρατηγικές πολύ αποδοτικές, σε επιχειρηματικές πρωτοβουλίες όλων των διαμετρημάτων και σε παραγωγικές μονάδες ιδιαίτερα προσαρμοστικές»[2].
Το τελευταίο στοιχείο, η προσαρμοστικότητα, είναι ίσως το πιο σημαντικό θετικό χαρακτηριστικό  που αποδίδει ο Γ.Δερτιλής στην ελληνική οικογένεια  με το οποίο κατάφερνε επιβιώνει με επιτυχία στις πιο σύνθετες περιστάσεις: « πράγματι, δεν ήταν τυχαία, στην διάρκεια τριών αιώνων, η διαδοχική μετάβαση των ελληνικών οικογενειακών επιχειρήσεων της ομογένειας και της διασποράς από την μια δραστηριότητα στην άλλη, από το εμπόριο και την παραδοσιακή ναυτιλία στις τράπεζες και τα χρηματιστήρια και από εκεί στη σύγχρονη ναυτιλία. Πρόκειται για τυπικό δείγμα επιχειρηματικής διαφοροποίησης δραστηριοτήτων (diversification).  Και η διαφοροποίηση, όταν μάλιστα είναι έγκαιρη και αποτελεσματική, αποτελεί θεμελιώδες λειτουργικό στοιχείο του καπιταλισμού, ιδίως στην νεωτερική του μορφή. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνόκτητη εμπορική ναυτιλία στηρίχθηκε πάντοτε και αποκλειστικά στην οικογενειακή οργάνωση και δικτύωση, τόσο στον «προκαπιταλιστικό» 18ο αιώνα όσο και στον «καπιταλιστικό» 20ο αιώνα»[3].   
Ακριβώς λοιπόν «επειδή οι νοοτροπίες και οι στρατηγικές των οικογενειακών δικτύων προσαρμόζονται τόσο αποτελεσματικά στους νεωτερισμούς, διατηρούνται και επαναλαμβάνονται: τις παρατηρούμε τον 18ο αιώνα, με τους Έλληνες του Λιβόρνου και του Άμστερνταμ⸱τον 19ο στην Μασσαλία, την Οδησσό και την Αλεξάνδρεια⸱ τον 20ο αιώνα στο Λονδίνο, την Καλκούτα και την Νέα Υόρκη. Θα διακρίνουμε ίσως και κατά τον 21ο αιώνα, στο Σαν Φρανσίσκο, την Σιγκαπούρη, την Σαγκάη, την Ανατολική Αφρική, την Ωκεανία, την Νότια Αμερική. Άλλωστε αυτές οι οικονομικές νοοτροπίες και στρατηγικές, με τις παραλλαγές που επιβάλλει η νέα εποχή, βοηθούν ακόμη και στον 20ο αιώνα τις ελληνικές επιχειρήσεις, αυτόχθονες ή διεθνείς, να προσαρμόζονται ταχύτατα στον παραλλαγμένο, νεωτερικό τομέα των υπηρεσιών της  εποχής μας⸱ και σε δραστηριότητες που επεκτείνονται πέραν των συνόρων, όπως πάντα, αψηφώντας όλες τις κρατικές εξουσίες-για το καλό και για το κακό»[4].
 Ο Γ.Δερτιλής θα αναφερθεί στον κοινοτισμό «στην ναυτοσυντροφική παράδοση, θεσμό εθιμικού δικαίου που συνδύαζε την συμμετοχή των ναυτών στα κέρδη του ταξιδιού με την κεφαλαιουχική πρωτοκαθεδρία του εμπόρου, την πατριαρχική εξουσία του καπετάνιου και, ενίοτε, την διαιτησία του συμβουλίου των προεστών. Η παράδοση αυτή βυθίζεται στην «προϊστορία» της δικτύωσης ως τρόπου οργάνωσης της ναυτιλίας. Οι έλληνες έμποροι και πλοιοκτήτες την ακολουθούσαν έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Δύο παρεπόμενες πρακτικές σχετίζονται στενά με αυτήν την παράδοση, την οποία κατά κάποιον τρόπο διαδέχθηκαν. Συνοψίζονται σε δύο ευνόητες φράσεις που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Η μία είναι «κάθε πλοίο και μια επιχείρηση»⸱ η άλλη είναι «κάθε μέλος της οικογένειας και μια επιχείρηση- ή ένα υποκατάστημα». Η τέταρτη πρακτική, τέλος, μπορεί να συνοψιστεί στην φράση «το κέρδος ακολουθεί την σημαία»: ο εφοπλιστής, κυνηγώντας το κέρδος, διαλέγει την σημαία που του το εξασφαλίζει- ή που μειώνει τον  κίνδυνο ζημιών. Με τις αλλαγές σημαίας και με την γεωγραφική κατανομή των επενδύσεων, αυτές οι πρακτικές μοίραζαν τους κινδύνους μεταξύ των μελών της οικογένειας αλλά και του δικτύου και διέχεαν τους γεωπολιτικούς και επιχειρηματικούς κινδύνους σε διαφορετικές περιοχές. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες πρακτικές αύξαναν τα κέρδη από πολλαπλές πηγές διάσπαρτες στον χώρο, στον χρόνο και σε διάφορα επιχειρηματικά πεδία»[5].  
Αλλά και στην ξηρά, η φύση  του εδάφους «επέβαλλε την οργάνωση της παραγωγής γύρω από μονάδες μικρές, άρα οικογενειακές-ιδίως στην νότια Ελλάδα και στα περισσότερα νησιά»[6].  Τελικά ο Γ.Δερτιλής συμπεραίνει πως «η οικογένεια ήταν το βασικό λειτουργικό στοιχείο όλων των συστημάτων παραγωγής που επικρατούσαν στην ύπαιθρο, οποιαδήποτε εποχή και αν εξετάζει κανείς. Ήταν, επίσης, το θεμελιώδες δομικό στοιχείο όλων των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων που εκάστοτε επικρατούσαν στην ελληνική χερσόνησο»[7].
Τα πορίσματα αυτά επιβεβαιώνουν ένα συμπέρασμα που προκύπτει από μια αυθόρμητη σχεδόν φωτογραφική γνώση της εμπειρικής πραγματικότητας, χωρίς τις αναγκαίες λογικές συνεπαγωγές που κάνει ένας ιστορικός όπως ο Γ.Δερτιλής. Η ελληνική οικογένεια, πράγματι αποτελεί απάνεμο λιμάνι σε έναν άκαρδο  κόσμο, που προστατεύει τα μέλη της από τα χειρότερα. Όμως χάρις την προσαρμοστικότητα που την διακρίνει όχι μόνο δεν αντιστρατεύεται έναν καλώς νοούμενο οικονομικό ορθολογισμό , αλλά αποτελεί η ύπαρξη της, την προϋπόθεση για κάθε θετική εξέλιξη, τόσο στον «προκαπιταλιστικό» όσο και στον «καπιταλιστικό» κόσμο.  




[1] Γ.Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2014, σελ.20.
[2] Ό.π. σελ.21.
[3] Ό.π. σελ.30.
[4] Ό.π.σελ.31.
[5] Ό.π. σελ.93.
[6][6] Ό.π. σελ.155.
[7] Ό.π. σελ.183.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Υπάρχει ελευθερία χωρίς όρια;



Μάης 1968-Μάης 2018 και πολύ κουβέντα γίνεται μέσα από τις εφημερίδες και το διαδίκτυο. Η μανιακή πρόταση της επιθυμίας έναντι της πραγματικότητας προϋπέθετε ανθρώπους που οι ίδιοι είχαν λύσει το βιοτικό τους πρόβλημα ή το είχαν λύσει άλλοι για αυτούς. Το νόημα που είχαν συνθήματα όπως "απαγορεύεται το απαγορεύεται" ήταν ότι επιθυμώ είναι ορθό και όχι μόνο είναι ορθό αλλά θα πρέπει να πραγματοποιηθεί. Δεν τίθεται διόλου το Εγώ έναντι του Εσύ. Διότι η επιθυμία του Εγώ τοποθετείται ως ανώτερος αν όχι ο μοναδικός δεοντολογικά κανόνας Είναι βέβαιο ότι στα πλαίσια αυτά δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κοινότητα, ούτε κοινωνία αλλά τελικά ούτε άτομο. Η ελευθερία μπορεί να υπάρξει εκεί που υπάρχουν όρια. Αρκεί τα όρια να καθορίζονται από μας τους ίδιους ώστε από την ετερονομία να περνάμε στην αυτονομία. Βεβαίως στις κοινωνίες που δεν κυριαρχεί ο τύραννος ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα διακριτές η αυτονομία και η ετερονομία. Μακάρι να επικρατούν διαδικασίες που οδηγούν στην αυτονομία, αλλά όμως δεν πρόκειται ποτέ να πάψει να υπάρχει ούτε η εξουσία, ούτε η ετερονομία. Όμως τα ηδονιστικά συνθήματα του Μάη του 68 όχι μόνο δεν προκάλεσαν κάποιο ρήγμα, όπως τότε γραφόταν και διακηρυσσόταν επίμονα, αλλά αποτέλεσαν πολύτιμο υλικό καθώς περάσαμε από τον αστικό πολιτισμό στην μαζικοδημοκρατία και τα έλλογα στοιχεία αντικαθίστανται από ανορθολογικά-ηδονιστικά πρότυπα. Μάλιστα ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος προϋποθέτει την κατάργηση κάθε είδους ταυτότητας είτε αυτή είναι ταυτότητα, εθνική, ή ταξική, ή φύλου. Η δημιουργία του παγκόσμιου χυλού προϋποθέτει την ύπαρξη ενός πολιτιστικού "φιλελευθερισμού" που έχει αριστερή προέλευση ή πρόσημο. Γι αυτό και οι Κλίντον, Ολάντ και Τσίπρας είναι αυτοί που σε πολιτικό επίπεδο εκπροσωπούν την πιο ακραία εκδοχή παγκοσμιοποίησης, ακόμη και αν σε κάποιες περιπτώσεις επικαλούνταν το αντίθετο. Αλλά και πολιτικοί απόγονοι του Μάη του 68, όπως ο Ντανιέλ Κόν Μπεντίτ, αφού έκαναν ένα σύντομο σταθμό στην οικολογία, πολιτικά εκπροσωπούν αυτή την ηδονιστική μαζικοδημοκρατία, που μπροστά της ο παραδοσιακός αστισμός μοιάζει εξαιρετικά συνετός και μετριοπαθής..

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

17/05/2018 | Αθήνα | Βιβλιοπαρουσίαση: «Παναγιώτης Κονδύλης: Μια διαδρομή»




Οι Εναλλακτικές Εκδόσεις, παρουσιάζουν την Πέμπτη 17 Μαΐου 2018 στις 19:30, το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά: Παναγιώτης Κονδύλης: Μια διαδρομή.
Θα μιλήσουν:
Θεόδωρος Ζιάκας, συγγραφέας
Γιάννης Ιωαννίδης, συγγραφέας
Σπύρος Κουτρούλης, συγγραφέας

Γιώργος Μερτίκας, συγγραφέας – μεταφραστής
και ο συγγραφέας του βιβλίου.
Στην αίθουσα «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4, στο Σύνταγμα.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Λάκης Προγκίδης: Υπό την παπαδιαμαντικήν δρύν, εκδόσεις βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Αθήνα 2017






Για όσους συγκινούνται από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, όσοι θεωρούν ότι το έργο του είναι ότι το πιο σημαντικό έχει γραφτεί στην γλώσσα μας το δοκίμιο του Λάκη Προγκίδη μας παρέχει έναν δρόμο, έναν τρόπο για να κατανοήσουμε όχι μόνο την αισθητική αξία του αλλά και τις σημασίες που έχει σήμερα. Δεν είναι το πρώτο δοκίμιο του Λάκη Προγκίδη που έχει ως θέμα τον αγαπημένο Σκιαθίτη. Έχουν προηγηθεί άλλα που όμως έχουν μια ευρύτερη σκόπευση αφού αναφέρονται σε συγγραφείς όπως ο Βοκκάκιος και ο Ραμπελαί.Ο Προγκίδης είχε μια σκληρή και οδυνηρή εμπειρία αφού ως νέος συνελήφθη από την δικτατορία ως μέλος του Ρήγα Φεραίου. Όμως οι εμπειρίες του Α.Παπαδιαμάντη τον συνοδεύουν από μικρό. Ως πρόσκοπος του Βόλου, ένα καλοκαίρι στην Σκιάθο, μέσα σε ένα υποβλητικό περιβάλλον ακούει και διαβάζει την "βασιλική δρύ". Στην συνέχεια στα δεσμωτήρια της δικτατορίας θα ζητήσει να διαβάσει Α.Παπαδιαμάντη, ένας συγκρατούμενος. Έτσι θα τον ξαναθυμηθεί.Θα διαβάσει το "Καμίνι", την "Σταχομαζώχτρα", το "Μυρολόγι της φώκιας" και όλο το υπόλοιπο έργο. Το διάστημα εκείνο θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για πολλούς λόγους: "βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν κόσμο ο οποίος ενώ διατεινόταν ότι ήταν ο γνήσιος προστάτης της ελληνοχριστιανοσύνης, στην ουσία δεν ήταν παρά ο νεκροθάφτης της" (σελ.62). Εκεί θα διαπιστώσει τον αμφίσημο χαρακτήρα της παράδοσής μας: " την κοίταζα από τη μεριά της χούντας: πτώμα. Την κοίταζα από τη μεριά του κύρ Αλέξανδρου: άνθιζε, ευδοκιμούσε"(σελ.129). Αλλά και για να επιστρέψει στον θεωρητικό της λογοτεχνίας συμπεραίνει: "ισχυρίζομαι λοιπόν ότι το μυθιστόρημα το "έφερε" στην Ελλάδα ο Παπαδιαμάντη'"(σελ.134). Και θα συμπληρώσει παρακάτω: "όταν αισθανθείς με τόση ενάργεια όση ο Λορεντζάτος το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του 20ου αιώνα, τότε ο Παπαδιαμάντης μετουσιώνεται σε υπέρλαμπρο φάρο, φιλόξενο λιμάνι, ακλόνητη ελπίδα" (σελ.138). Ανάμεσα στην παράδοση και την πρόοδο ο Παπαδιαμάντης μας δίνει την λύση: " η παράδοση δεν είναι κρησφύγετο. Είναι το βασίλειο της ελευθερίας μπροστά στη σκλαβιά της εξέλιξης στην οποίαυποκύπτουμε πια εθελούσια έως και μετά χαράς"( σελ.155). Ο .ΛΠρογκίδης με έναν τρόπο που θυμίζει κάποιες σκέψεις του Χάιντεγκερ γράφει: "ο σημερινός άνθρωπος κινδυνεύει από οντολογική αμνησία. Εν μέσω μιας αδιανόητης μέχρι την ψηφιακή εποχή μας πληθώρας γνώσεων και πληροφοριών σχετικά με το παρελθόν, ο άνθρωπος τείνει να χάσει τη μνήμη του εαυτού του. Δεν θυμάται πια ότι υπήρξε δημιουργός αξιών. Η πρόοδος είναι ο νεκροθάφτης της δημιουργίας. Γιατί δημιουργία 'ισον συν-δημιουργία"(σελ.184). Το επόμενο βήμα να συνδεθεί ο ίδιος με αυτή την παράδοση: " ο καθένας μας πάνω σε τούτη τη γη είναι γέννημα και θρέμμα ενός συγκεκριμένου πολιτισμού. Εγώ είμαι του ελληνικού. Είμαι ένα απειροέλαχιστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας . Ή του ελληνικού έθνους. Ή του ελληνικού λαού. Ή της ελληνικής οικουμένης. Ή της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης. Οι λέξεις δεν έχουν εδώ και τόση σημασία. Μπορώ να χρησιμοποιώ όποια θέλω ελεύθερα, προκειμένου να δηλώσω τη συλλογική ύπαρξη η οποία με υπερκαθορίζει. Κι ας βυσσοδομούν εκατέρωθεν εθνομηδενιστές και εθνοκάπηλοι. Κι ας εξανίστανται με την αφέλεια μου οι μεταμοντέρνοι πανεπιστημιακοί κομισάριοι, οι οποίοι βάφτισαν, τάχα μου δήθεν επί το επιστημονικότερον, την ανθρώπινη ιστορία "αφήγηση". Λες και η ιστορία βγαίνει από το κεφάλι μας και όχι το κεφάλι μας από την ιστορία"(σελ. 195). Ο Λ.Προγκιδης θα ασχοληθεί με την συνέχεια του ελληνισμού και θα καταλήξει: "κατά κάποιον τρόπο είμαστε και παραμένουμε πάντα ο λαός που έκανε τον Όμηρο σχολείο του"(σελ.252). Μάλιστα θα ισχυριστεί ότι ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός πετυχαίνουν μια καλή αλλοίωση ακριβώς γιατί η σχέση ανάμεσα τους είναι αδελφική (σελ.263). Ίσως το κορυφαίο επίτευγμα του Παπαδιαμάντη είναι πως στο έργο του "ενσαρκώνεται κατά τον πληρέστερο και πλέον θαυμαστό τρόπο ο ανθρωπολογικός πολιτισμικός τύπος γύρω από τον οποίο αρθρώθηκε και καρποφόρησε ο ελληνικός πολιτισμός, τόσο ο αρχαίος όσο και ελληνοχριστιανικός"(σελ.321). Βεβαίως το μεγάλο στοίχημα που έχουμε να κερδίσουμε είναι η αναγνώριση της παγκοσμιότητας του Παπαδιαμάντη: "αν δεν έχουμε πειστεί βαθιά μέσα μας ότι ο Παπαδιαμάντης είναι μεγάλος για τον κάθε άνθρωπο του έρμου πλανήτη μας, τότε θα πάψει κάποτε να είναι μεγάλος και για τον τόπο μας"(σελ.331). Πρόκειται για εγχείρημα φιλόδοξο αλλά έχει όλες τις προϋποθέσεις για να επιτευχθεί.