Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού ΚΟΡΑΛΛΙ


    ΤΟ ΝΕΟ, ΔΙΠΛΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΚΟΡΑΛΛΙ»
    με αφιέρωμα στον παλαιό κινηματογραφιστή και συγγραφέα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Κώστα Ασημακόπουλο, με ση...μαντική όπως πάντα λογοτεχνική ύλη και μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του ζωγράφου Γιάννη Ψυχοπαίδη (έργα του οποίου κοσμούν το εξώφυλλο και τις σελίδες του τεύχους) τυπώθηκε και από αύριο θα βρίσκεται στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Στο αφιέρωμα για τον Κ. Ασημακόπουλο γράφουν οι Μιχ. Μερακλής, Θ. Πυλαρινός, Στ. Τσούπρου, Διον. Μουσμούτης, Κων. Μπούρας, Κ. Βάσσης, Ελ. Κεκροπούλου, Ελ. Ηλιοπούλου, Νίκη Καλτσόγια, Ελ. Λάζαρ, Διον. Μαγκλιβέρας, Τζ. Ξυνογιαννακοπούλου, Πραξ. Τζανουλίνος και Κώστας Χατζηαντωνίου.
    Στο τεύχος αυτό ο Δημ. Τριανταφυλλίδης μεταφράζει Μαρίνα Τσβετάγιεβα, ο Τ. Παπαγγελόπουλος Γ. Ώντεν, ο Γ. Σχορετσανίτης Γ. Χάρπερ, ο Σ. Σταμπουλού Φ. Μπράουν κι ο Φ. Πιομπίνος Γκυ ντε Μωπασάν ενώ δημοσιεύονται νέα ποιήματα του Γιώργου Γώτη, του Νίκου Αλεξίου, του Βασίλη Ζηλάκου, της Έλενας Σταγκουράκη, της Χρύσας Βλάχου, της Μαρίας Πολίτου και του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Θέσπη. Στο πεδίο της αφήγησης μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει διηγήματα της Ζέτας Κουντούρη, του Γιώργου Βουλγαράκη και του Ν. Μπακιού ενώ πολύ ενδιαφέροντα είναι τα δοκίμια του Κυριάκου Χαραλαμπίδη για τον ελληνικό λόγο, του Δ. Μαρουδή για ένα ιδιαίτερο έργο του Μοντριάν, του Σπ. Κουτρούλη για τη γενιά του ’30 και τον Ηλία Πετρόπουλο, της Έλενας Χατζόγλου (για το λογοτεχνικό μοτίβο της «δημιουργικής» θυσίας), της Χαράς Κοσεγιάν για τη σχέση Καζαντζάκη- Καββαδία και του Αντώνη Γκάντζη για το έργο της Έλσας Κορνέτη.
    Στις σελίδες της κριτικής ο Χρίστος Παπαγεωργίου γράφει για το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Όλα για καλό», η Άννα Αφεντουλίδου για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου «Οι τελευταίες πεντάρες», ο Στέλιος Μαφρέδας για το βιβλίο διηγημάτων της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Φοράει κοστούμι», ο Σωτήρης Σουλιώτης για το μυθιστόρημα της Εύας Στάμου «Η εκδρομή», η Κατερίνα Κούσουλα για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Σκουρολιάκου «Χρώμα αύριο», η Χλόη Κουτσουμπέλη για την ποιητική συλλογή του Πέτρου Γκολίτση «Η σάρκα των προσωρινών» και ο Δημ. Μπαλτάς για την «Μια ματιά στον κόσμο του Πούσκιν» της Ελένης Κατσιώλη. Τέλος, το τεύχος κλείνει με την τακτική θεατρική στήλη της Κατερίνας Θεοδωράτου.

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Νάσος Βαγενάς: Αποκύημα θεωριακής αφέλειας



ΒΗΜΑ:1.10.2017
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=904486&wordsinarticle=%CE%B2%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%82%3b%CE%9D%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%82

Ελεγα στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου («Το έμαθαν από τους ξένους», 20.8.2017) ότι η βεβαιότητα των περισσότερων σήμερα ιστορικών μας η απορρέουσα από τη μεταμοντέρνα (ως επί το πλείστον) θεωρία ότι οι Ελληνες πριν από τον 19ο  αιώνα δεν είχαν εθνική συνείδηση παρά μόνο πολιτισμική είναι μύθος· όπως μύθος είναι και το ότι έλαβαν το όνομά τους και την εθνική τους ταυτότητα από τους Ευρωπαίους του Διαφωτισμού και του περιηγητισμού, μέσω μιας ελληνόφωνης ελίτ που, έχοντας ταξιδέψει ή/και σπουδάσει στην Ευρώπη, «απέκτησε πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό "παρελθόν"», το οποίο τους ήταν άγνωστο προηγουμένως.

Οι θιασώτες αυτής της βεβαιότητας δεν τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις τους ή, όταν αισθάνονται την ανάγκη να προσκομίσουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αυτό είναι ασήμαντο ή ιδεοληπτικό. Επαναπαυόμενοι στην αυθεντία της προκρούστειας κατασκευής τους κοιτάζουν αφ' υψηλού όσους την αμφισβητούν χαρακτηρίζοντάς τους συλλήβδην «θετικιστές παρωπιδοφόρους της κοινής λογικής».

Αλλά ας δούμε τι λέει η καταφρονούμενη σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο (και όχι μόνο σε αυτό) κοινή λογική. Οι μορφωμένοι ελληνόφωνοι, λέει, δεν χρειάζονταν τους ξένους για να μάθουν ότι είναι Ελληνες, γιατί ήξεραν αρχαία ελληνικά και είχαν άμεση πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό παρελθόν, ενώ είναι απίθανο οι ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα, που δεν γνώριζαν τη νέα ελληνική, να γνωστοποιούσαν στον αγράμματο λαό την ταυτότητά του. Είναι λογικότερο οι αγράμματοι να το μάθαιναν αυτό από τους μορφωμένους Ελληνες. Για να το πούμε ιστοριογραφικότερα:

Αν λάβουμε υπόψη ότι «η αντίθεση ανάμεσα σε κάποια λόγια, επίσημη παράδοση, και σε κάποια λαϊκή παράδοση, με ενιαία και ακίνητα στοιχεία, είναι ιστορικά ανυπόστατη, γιατί η ώσμωση και η αλληλοδιείσδυση ανάμεσα στον λαϊκό και τον λόγιο πολιτισμό επιτελείται πάντα» (Σβορώνος)· ότι «η κυρίαρχη εντύπωση ότι η εγγραμματοσύνη στην ελληνική κοινωνία των αιώνων της Οθωμανικής και της Βενετικής κυριαρχίας ήταν περιορισμένη είναι ψευδής» (Ασδραχάς)· και ότι ο νέος ελληνισμός είχε πριν από τον 19ο αιώνα περισσότερα από τριακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης, τότε αντιλαμβανόμαστε την ερευνητική ολιγωρία των εν λόγω ιστορικών μας. «Δεν υπάρχει Ελληνας», έγραφε στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητής De Saint Maure, «που να μην ισχυρίζεται ότι η καταγωγή του κρατάει από τον Πρίαμο, τον Θησέα ή κάποιον άλλον ήρωα».

Η κοινή λογική λέει, επίσης, ότι είναι πιθανότερο να είναι οι Ελληνες εκείνοι που πληροφόρησαν τους ξένους για την ταυτότητά τους. Πρώτον γιατί η συνείδηση ότι συνδέονται με σχέση συγγένειας με τους αρχαίους Ελληνες, που είχε εμφανιστεί με τη μορφωμένη ελίτ ήδη από τον 12ο αιώνα, είχε απλωθεί σε έκταση εθνικής κοινότητας ήδη από τον 16ο αιώνα· και δεύτερον γιατί ο φωτισμός των Ευρωπαίων σε ό,τι αφορά την ελληνική αρχαιότητα από τους ελληνομαθέστερους από αυτούς έλληνες λογίους που κατέφυγαν στη Δύση μετά την Αλωση δεν πρέπει να υποτιμάται. Η πιθανότητα γίνεται βεβαιότητα αν διαβάσει κανείς με - έστω στοιχειώδη - προσοχή τις γραπτές μαρτυρίες. Αφήνοντας κατά μέρος τις εκκλήσεις όχι λίγων μεταβυζαντινών προς ξένους ηγεμόνες να απαλλάξουν τους Ελληνες από τον οθωμανικό ζυγό, οι οποίες συνοδεύονταν συχνά από υπομνήματα για την κατάσταση των Ελλήνων, διαφωτιστική είναι η μελέτη της αλληλογραφίας πολλών ελλήνων λογίων (16ος-18ος αι.) με ξένους ομολόγους τους που τους ζητούν πληροφορίες για την Ελλάδα και τους Ελληνες. Οι Μ. Μουσούρος, Αρ. Αποστόλης, Φρ. Πόρτος, Αντ. Επαρχος, Ι. Διασωρηνός, Π. Ρουσσάνος, Θ. Ζυγομαλάς, Γ. Σεβήρος, Μ. Πηγάς, Ι. Καστρίτσιος, Κ. Λούκαρης, Μ. Κριτόπουλος, Φρ. Σκούφος, Αλ. Μαυροκορδάτος και άλλοι γίνονται για τους ξένους πηγές νεοελληνογνωσίας. Ενα εύγλωττο παράδειγμα: η δίψα του Μαρτίνου Κρούσιου (1526-1607), που ζητούσε από τους Ελληνες που έφταναν στην Τιβίκη να του στείλουν περιγραφές της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής.

Συστηματικότερη πληροφόρηση των Ευρωπαίων για την ελληνική πραγματικότητα παρέχουν βιβλία που εκδίδονται σε ευρωπαϊκές χώρες από Ελληνες, με τίτλους χαρακτηριστικούς. Το 1619 ο Χριστόφορος Αγγελος τυπώνει στο Κέιμπριτζ το Εγχειρίδιον περί της καταστάσεως των σήμερον ευρισκομένων Ελλήνων, το οποίο, μεταφρασμένo, εκδίδεται στα λατινικά (1619), στα αγγλικά (1625), σε δίγλωσση έκδοση ελληνική και λατινική (1655· ανατυπώθηκε τέσσερις φορές: 1668, 1676, 1678, 1720) και στα γερμανικά (1659· ανατυπώθηκε το 1664). Το 1678 ο Ιωσήφ Γεωργιρήνης δημοσιεύει στο Λονδίνο το A Description of the Present State of Samos, Nicaria, Patmos and Mount Athos, επειδή «ουκ ολίγοι των Βρετανών φιλομαθών εξελιπάρησαν περιγράψαι ον τρόπον τον βίον πολιτεύεται το νυν έχον γένος των Ελλήνων υπό των ασεβών και βαρβάρων Αγαρηνών». Περί το 1710 ο Αναστάσιος Μιχαήλ τυπώνει στο Αμστερνταμ τον Λόγον περί ελληνισμού αντικρούοντας την άποψη διαφόρων ευρωπαίων ελληνιστών ότι οι Ελληνες είχαν πλέον πάψει να υπάρχουν. Το 1714 ο Αλέξανδρος Ελλάδιος δημοσιεύει στη Γερμανία το Status praesens Ecclesiae graecae, που παρέχει και πληροφορίες για το μορφωτικό επίπεδο των Νεοελλήνων και για τη λογοτεχνική τους ιστορία. Το 1793 ο Ι. Δονάς Πασχάλης δημοσιεύει τη Lettera in apologia (ελλην. μτφρ. Επιστολή απολογητική, 1802), που υπερασπίζεται την υπεροχή των Ελλήνων (αρχαίων και νέων) έναντι των Εβραίων και συστήνει στους Ευρωπαίους τα έργα της νεοελληνικής γραμματείας.

Ολα αυτά, και πολλά άλλα, δείχνουν το μέγεθος της θεωριακής αφέλειας των πρωτοπορούντων σήμερα ιστορικών μας.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ολοσέλιδο άρθρο του Θ.Νιάρχου στα "ΝΕΑ" της 30.9.2017 αφιερωμένο στο Νέο Ερμή τον Λόγιο

Πηγή:http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5473270/enas-neos-ermhs-kata-toy-epidermikoy-eksygxronismoy/

Ενας «Νέος Ερμής» κατά του επιδερμικού εκσυγχρονισμού

Ο «Ερμής ο Λόγιος» εκδιδόταν στη Βιέννη τον 19ο αι., λίγο πριν αρχίσει η Ελληνική Επανάσταση. Ο «Νέος Ερμής ο Λόγιος», με σαφείς ιδεολογικές κατευθύνσεις, αναζητά έναν «νέο Διαφωτισμό»


Στις αρχές της τρίτης χιλιετίας, όσο παρήγορο είναι ότι συνεχίζουν να εκδίδονται στον τόπο μας θαυμάσια λογοτεχνικά περιοδικά - ελπίζουμε να υπάρξει χρόνος και συνθήκες για μια εκτεταμένη και συνολική κατά διαστήματα παρουσίασή τους είτε έχουν ως έδρα τους την περιφέρεια είτε την πρωτεύουσα -, άλλο τόσο μελαγχολικό είναι ότι δεν κυκλοφορούν πια περιοδικά μιας ευρύτερης παιδευτικής εμβέλειας, φιλοσοφικά, επιστημονικά και εθνικά, όπως λόγου χάρη οι «Εποχές» και ο «Δευκαλίων».
Επειδή όμως κάθε κανόνας έχει την εξαίρεσή του, αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε σε μια έκδοση που, αν και πρωτοπαρουσιάστηκε στα 2011, έχει περάσει αν όχι απαρατήρητη πάντως όχι στον βαθμό που της αξίζει υπογραμμισμένη και εξηρμένη. Κάτι πραγματικά αξιοπερίεργο, αν σκεφτεί κανείς πως ο «Νέος Ερμής ο Λόγιος», η τετραμηνιαία πολυσέλιδη έκδοση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού δεν ανταποκρίνεται μόνο στα εξειδικευμένα ενδιαφέροντα των λογίων, αλλά απευθύνεται και σε ένα κοινό απλά μορφωμένων ανθρώπων προκειμένου να διευρύνει τους πολιτισμικούς τους ορίζοντες αλλά και την εθνική τους αυτογνωσία να την κάνει ακόμη βαθύτερη και ουσιαστικότερη. Με τον τίτλο του περιοδικού να παραπέμπει αποτίνοντας φόρο τιμής στο περιοδικό «Ερμής ο Λόγιος» που εκδιδόταν στη Βιέννη τον 19ο αιώνα, λίγο πριν αρχίσει η Ελληνική Επανάσταση, στα 1811, διακόσια δηλαδή χρόνια πριν από την έκδοση του «Νέου Ερμή του Λόγιου». Με τον υπότιτλό του «Για έναν νέο Διαφωτισμό» να δηλώνει εξίσου σαφώς τις προθέσεις του περιοδικού όσο και ο ίδιος του ο τίτλος.
Προθέσεις που συνοψίζονται θα έλεγε κανείς στο να επανέρχεται διαρκώς στη μνήμη μας, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές, καθετί σημαντικό σε σχέση με τη διαμόρφωση ενός τρόπου συμπεριφοράς και μιας στάσης ζωής χαρακτηρισμένων, μέσα σε μια ευρύτατη έννοια, από μια συνείδηση ακραιφνώς ελληνική. Κάθε άλλο όμως παρά αξιωματικά ή αποφθεγματικά, αλλά με κριτικό σχολιασμό τόσο σημαντικών κειμένων και γεγονότων της ιστορίας μας όσο και αναλύσεων παγκόσμιων ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων. Ως ενδεικτικά αναφέρονται κείμενα που έχουν δημοσιευτεί ώς σήμερα στα δεκαπέντε τεύχη του περιοδικού, όπως «Ελληνική Αναγέννηση και Δυτικός Διαφωτισμός», «Οψεις βυζαντινής και μεταβυζαντινής ιστορίας», «Παιδεία και Εκκλησία στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό», «Το Δημοτικό τραγούδι», «Από τον Φαλμεράιερ στον Χομπσμπάουμ», αλλά και τα αφιερώματα σε εξέχοντες έλληνες φιλοσόφους, όπως ο Κώστας Παπαϊωάννου και ο Παναγιώτης Κονδύλης.
Κοινωνικά μορφώματα
Σύνολη ωστόσο η αρθρογραφία του περιοδικού αποβλέπει στην αντιμετώπιση του σύγχρονου μηδενισμού που φαίνεται να έχει κυριαρχήσει στην ελληνική και παγκόσμια κουλτούρα, με τη βοήθεια είτε του εκσυγχρονισμού της παραδοσιακής ελληνικής σκέψης είτε της επαναφοράς μιας ηθικής που αρνείται τον σχετικισμό σε σχέση με μια κακοπαθημένη αλλά και αδιαμφισβήτητα υψηλής τάξεως αξία όπως αυτή του ανθρωποκεντρισμού. Μια αρθρογραφία που ξεκινάει σχεδόν πάντα από το παρόν για να στραφεί στο παρελθόν, προκειμένου να δείξει την καταγωγή και την εξελικτική πορεία κοινωνικών μορφωμάτων, όπως είναι η οικογένεια, η κοινότητα ή η ενορία. Κοινωνικά μορφώματα τα οποία σε δύσκολους καιρούς δεν άφησαν τον ελληνισμό να σβήσει, αλλά διατήρησαν το πνεύμα της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας που τον διέκρινε, με αποτέλεσμα οι κοινωνικές σχέσεις να διακρίνονται για ένα υψηλού επιπέδου ήθος.
Ο«Νέος Ερμής ο Λόγιος», με κείμενα ελλήνων στοχαστών και επιστημόνων που προέρχονται κυρίως από τον χώρο της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής θεωρίας (για παράδειγμα, θα ανέφερε κανείς τα ονόματα του Νίκου Σβορώνου, του Σπύρου Βρυώνη, του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, του Γιώργου Κοντογιώργη, της Ιωάννας Τσιβάκου, του Θεόδωρου Ζιάκα, του π. Γεωργίου Μεταλληνού, του Μιχάλη Δ. Μερακλή, του Βασίλη Καραποστόλη, του Λάκη Προγκίδη, του Ερατοσθένη Καψωμένου, του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του Κώστα Γεωργουσόπουλου, του Σπύρου Κουτρούλη, του Σωτήρη Γουνελά), δεν μπορείς να μην εγκύψεις στη μεταφρασμένη ξένη αρθρογραφία και δοκιμιογραφία με κείμενα που έχουν γράψει ονόματα όπως ο Οκτάβιο Πας, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο Εντγκάρ Μορέν, ο Πέρι Αντερσον, ο Σερζ Λατούς, ο Γκίντερ Αντερς, ο Καρλ Πολάνι κ.ά. Μια αρθρογραφία και δοκιμιογραφία, που πέραν μιας επιχειρηματολογίας τόσο αυταπόδεικτα αμφιβάλλουσας για τις θέσεις της ώστε να γίνεται ακόμη πιο αδιάβλητα αντικειμενική, οι άφθονες βιβλιογραφικές παραπομπές τις καθιστούν χρήσιμες και χρηστικές για κάθε φιλέρευνο μελετητή στο πεδίο των πρακτικών εφαρμογών τους.
Ανιδιοτελείς συμπήξεις
Υπάρχει μια διπλή παράδοση στην Ελλάδα, στον περιοδικό ιδιαίτερα Τύπο, άλλοτε να υπηρετεί ένα ευρύ ιδεολογικό ή και κομματικό μηχανισμό ή μια ομάδα συμφερόντων και άλλοτε να συγκροτεί μια αυτοσχέδια συνάθροιση ανθρώπων με κοινές αισθητικές και καλλιτεχνικές επιδιώξεις. Χωρίς να σημαίνει ότι στη δεύτερη περίπτωση τα αποτελέσματα είναι πάντα πιο αξιόλογα σε σχέση με όργανα που διαθέτουν ένα συμπαγή και σκληρό ιδεολογικό πυρήνα (φτάνει να σκεφτούμε το παράδειγμα της «Επιθεώρησης Τέχνης»). Οι επιτεύξεις πάντοτε ποικίλλουν ανάλογα με τους ανθρώπους που στελεχώνουν τόσο τους μηχανισμούς όσο και τις ανιδιοτελείς συμπήξεις κι αν ο«Νέος Ερμής ο Λόγιος» αποπνέει, παρά τη σαφή ιδεολογική του γραμμή, μια διάθεση συζητητική σε σχέση με κάθε ρεύμα ή τάση όπως εκδηλώνονται σ' έναν αντιπαρατασσόμενο χώρο, είναι γιατί κρατά ίσες αποστάσεις από έναν εκσυγχρονισμό που απλώς μιμείται δυτικούς τρόπους οργάνωσης και διοίκησης του κράτους και της παιδείας όσο κι από έναν νεοφιλελευθερισμό που συχνά μεταφράζεται ως ένας τυφλός ιστορικός ντετερμινισμός. Ο «Νέος Ερμής ο Λόγιος» φαίνεται να πιστεύει πως ο αναπόφευκτος εκσυγχρονισμός της χώρας μας χρειάζεται να στηρίζεται στην εγχώρια παράδοση γιατί μόνον έτσι θ' αποφευχθούν τα αδιέξοδα ενός επιδερμικού εκσυγχρονισμού που βιώνουμε με υπέρογκο κόστος σήμερα. Και ότι ο επαναπροσδιορισμός της ελληνικής ιδιοπροσωπίας ώστε κάτι να μπορεί να προσφέρει ο ελληνικός λαός στο παγκόσμιο γίγνεσθαι μόνον με άρνηση της προόδου μιας ευθείας γραμμής μπορεί να επιτευχθεί.
Υπεύθυνοι της έκδοσης «Νέος Ερμής ο Λόγιος» ο ζωγράφος Σωτήρης Σόρογκας και ο συγγραφέας Γιώργος Καραμπελιάς.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Δικτατορία και Κύπρος: το μεγάλο φιάσκο



ΡΗΞΗ φ.135,φ.136


Α. Από την Συμφωνία της Ζυρίχης στην απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας 


Στην Κύπρο χρεοκόπησε η ιδεολογία της δικτατορίας. Αποδείχθηκε ότι η ρητορική της, που επικαλείτο αξίες όπως η πατρίδα και το έθνος, δεν είχε καμία σχέση  με τις πραγματικές  της προθέσεις και επιδιώξεις.
 Αποκαλύφθηκε ότι απέτυχε παταγωδώς σε ένα προνομιακό για αυτήν πεδίο, το στρατιωτικό-αμυντικό, αφού τα στελέχη της ήταν στρατιωτικοί και υποτίθεται, τη διεξαγωγή πολέμου για την οποία εκπαιδεύτηκαν, τη γνώριζαν καλά.
Ο Γ. Σεφέρης, με την ιδιότητά του ως διπλωμάτη, υπέβαλε υπόμνημα στις 25 Δεκεμβρίου 1958, στον προϊστάμενό του, υπουργό Εξωτερικών, Ε. Αβέρωφ, με το οποίο τον προειδοποιούσε για τους κινδύνους που είχε για τον ελληνισμό της Κύπρου η κυοφορούμενη συμφωνία της Ζυρίχης. Θεωρούσε ότι η Ελλάδα επρόκειτο να συμφωνήσει σε ένα μεταβατικό καθεστώς, κατάληξη του οποίου θα ήταν να επιτύχει η Τουρκία το πάγιο σχέδιό της: τη διχοτόμηση του νησιού. Ο χρόνος απέδειξε ότι ο Σεφέρης είχε δίκιο στις εκτιμήσεις του για τις συνέπειες της Συμφωνίας της Ζυρίχης[1]. Ο πολιτικός στόχος της ένωσης της Κύπρου με το ελλαδικό κράτος απομακρύνθηκε, αλλά και ο ίδιος ο ελληνικός χαρακτήρας του κυπριακού κράτους ήταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από πλευράς Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων.
Το 1964, η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου έπραξε την ορθότερη, την ευφυέστερη, την πιο θαρραλέα κίνηση στην ιστορία του κυπριακού, που εξασφάλιζε τον ελληνικό χαρακτήρα της Κύπρου: Με απόλυτη μυστικότητα μετέφερε στην Κύπρο μια πλήρως επανδρωμένη μεραρχία, που περιλάμβανε τριάντα πέντε άρματα και βαρύ οπλισμό. Εξασφάλισε έτσι την άμυνα του νησιού και καθιστούσε εξαιρετικά παρακινδυνευμένη μια στρατιωτική ενέργεια της Τουρκίας. Χάρη στην παρουσία της η Κύπρος θα είχε την πολυτέλεια να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος με τους Τουρκοκύπριους απεριόριστα χρονικά, χωρίς να διακινδυνεύσει τίποτε. Σημαντικό επίσης, για να αξιολογήσουμε ό,τι συνέβη το καλοκαίρι του 1974, είναι πως τον Αύγουστο του 1964 η Ελλάδα απέστειλε στην Κύπρο δεκαπέντε βομβαρδιστικά Χάρβαρντ. Προφανώς τότε δεν θεωρήθηκε ότι η Μεγαλόνησος είναι μακριά.
Η στρατιωτική δικτατορία αποτελείτο από στρατιωτικούς που ανήκαν στο μέσον της στρατιωτικής ιεραρχίας, χωρίς πολιτική πείρα, εκτός ίσως από αυτήν που απέκτησε ο Γ. Παπαδόπουλος κατά τη διάρκεια των σχέσεων που ανέπτυξε με κατώτερους υπαλλήλους της CIA. Προφανώς η διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής ήταν ένα πεδίο εντελώς ξένο γι’ αυτούς. Το κενό αυτό υποτίθεται ότι, σε κάποιο βαθμό, θα καλυπτόταν με τη χρησιμοποίηση δύο έμπειρων διπλωματών, του Ξανθόπουλου-Παλαμά και του Π. Πιπινέλη, που προέρχονταν από το προηγούμενο καθεστώς. Θεωρητικά θα μπορούσαν να την προφυλάξουν από τα μεγάλα λάθη, αν βέβαια μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της. Τελικά δεν συνέβη αυτό, αλλά οι τελευταίοι συνέπραξαν σε όλες τις εγκληματικές αποφάσεις της δικτατορίας.
Δείγμα των απίθανων χουντικών επιδιώξεων είναι ότι ο Γ. Παπαδόπουλος διακήρυττε ότι στόχος του ήταν η ελληνο-τουρκική ομοσπονδία. Η κυπριακή ηγεσία από την πλευρά της υποψιαζόταν ότι μέρος του σχεδίου αυτού ήταν η διπλή ένωση στην Κύπρο, που θα παρέδιδε ένα μέρος του νησιού στην Τουρκία.
Τον Σεπτέμβριο του 1967, χωρίς καμιά διπλωματική προετοιμασία, γίνεται η συνάντηση της Κεσσάνης ανάμεσα στον Γ. Παπαδόπουλο και στον Ντεμιρέλ, που καταλήγει σε φιάσκο. Όπως αποκάλυψε ο πρέσβης Β. Θεοδωρόπουλος, στην Καθημερινή, στις 22 Απριλίου 2007, ο αρμόδιος διευθυντής του ΥΠΕΞ πληροφορήθηκε την επικείμενη συνάντηση από τον σύμβουλο της τουρκικής πρεσβείας[2]. Τον Νοέμβριο του 1967 γίνονται σοβαρά αιματηρά επεισόδια με επίκεντρο το τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου. Η Τουρκία απείλησε με πόλεμο την Ελλάδα και απαίτησε την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας. Ο Σάιρους Βανς -εκπρόσωπος της αμερικανικής κυβέρνησης- επισκέφθηκε τη χουντική κυβέρνηση και την προειδοποίησε ότι αν αμέσως δεν απέσυρε την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο, θα ακολουθούσε βομβαρδισμός και εισβολή από τα τουρκικά στρατεύματα.
Κατόπιν αυτών, η δικτατορία απέσυρε την ελληνική μεραρχία, διαπράττοντας ένα μεγάλο έγκλημα κατά του ελληνισμού. Αποκαλύφθηκε ότι, παρά τις εθνικιστικές, κατά καιρούς, διακηρύξεις, ούτε διπλωματική ικανότητα διέθετε, ούτε αξιόμαχο στρατό είχε, αλλά ούτε μπορούσε να αναλάβει τις συνέπειες μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης. Γνώριζε πολύ καλά ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπήρχαν ανεξέλεγκτες εξελίξεις, ενώ μια ενδεχόμενη ήττα θα την οδηγούσε στο Γουδί. Δυστυχώς, μετά την απόσυρση της μεραρχίας, η Κύπρος απογυμνώθηκε στρατιωτικά και ήταν πλέον απροστάτευτη στις τουρκικές επιδιώξεις. Διότι ούτε η ΕΛΔΥΚ, ούτε η Εθνοφρουρά, ούτε το μακαριακό Εφεδρικό, ούτε η γριβική ΕΟΚΑ Β΄, θα ήταν σε θέση να προβάλουν αξιόλογη αντίσταση στην τουρκική επιθετικότητα. Ο οπλισμός τους ήταν ανεπαρκέστατος και όταν γίνονταν προσπάθειες να προμηθευθούν οπλισμό από τρίτους (Τσεχοσλοβακία), γίνονταν αντικείμενο εσωτερικής αντιπαράθεσης .

Β'  Ο Ελληνοκυπριακός εμφύλιος, το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή


Η πολιτική ανωριμότητα στην Κύπρο ήταν τέτοια, ώστε διεξαγόταν ένας εμφύλιος πόλεμος αλληλοεξόντωσης, άλλοτε ψυχρός και άλλοτε θερμός, που εξάντλησε τις δυνάμεις του κυπριακού ελληνισμού. Όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές ενεργούσαν σαν να είχαν την αυταπάτη ότι στην περιοχή δεν υπήρχε η Τουρκία, με τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, παρότι κατά καιρούς η τελευταία, με τις ενέργειες της, τις υπενθύμιζε σε κάθε ενδιαφερόμενο. Η όλη κατάσταση θύμιζε τις εσωτερικές διαμάχες που οδήγησαν το Βυζάντιο σε μεγάλες ήττες. Ο Γ. Γρίβας θεωρείτο μια ανεξέλεγκτη προσωπικότητα, έμπειρος στρατιωτικός, με μεγάλες επιτυχίες στον ανταρτοπόλεμο, αλλά χωρίς τις αναγκαίες πολιτικές ικανότητες. Αν και χαρακτηριζόταν φιλικός προς τη δικτατορία, ο ίδιος είχε πολλές αμφιβολίες σχετικά με τις προθέσεις της, όσον αφορά την Κύπρο, ενώ πολλά πρόσωπα που επηρεάζονταν από αυτόν, όπως ο Γ. Καρούσος, είχαν διωχθεί για την αντιστασιακή τους δράση. Σε μια εποχή που ήταν αναγκαία η ψυχική ενότητα του ελληνισμού, στην Κύπρο είχαμε συνωμοτικές ενέργειες, δολοφονικές απόπειρες και δολοφονίες. Ουσιαστικά είχε εγκαταλειφθεί η αντίσταση στις τουρκικές επιδιώξεις και ο κυπριακός ελληνισμός αναλωνόταν σε έναν αυτοκαταστροφικό εμφύλιο, που προετοίμαζε τις χειρότερες ημέρες του. Ο Μακάριος πίστευε ότι, ως χαρισματικός ηγέτης ενός μικρού, με μεγάλη όμως γεωπολιτική σημασία, κράτους, θα μπορούσε να ελίσσεται με επιτυχία και να είναι ο αναμφισβήτητος ηγέτης του δεύτερου ελληνικού κράτους. Βεβαίως, αποτελεσματική και φιλόδοξη πολιτική, δίχως τα αναγκαία δημογραφική μεγέθη και την κρίσιμη στρατιωτική ισχύ, δεν μπορεί να υπάρξει. Τα δύο αυτά στοιχεία θα μπορούσε να τα αποκτήσει σε κάποιο βαθμό μόνο σε συνδυασμό με το ελλαδικό κράτος. Για την ακρίβεια δίχως την ενιαία άμυνα του ελλαδικού και κυπριακού κράτους, το δεύτερο είναι αδύνατο να επιβιώσει αλλά και η Ελλάδα χωρίς την Κύπρο θα τεθεί συνολικά σε αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας.
 Τον Νοέμβριο του 1973 διεξάγεται στη Ρώμη το περίφημο σεμινάριο που, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν μια συντονισμένη προσπάθεια των δυτικών χωρών, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και την Αγγλία, για επίλυση του κυπριακού σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Μεταξύ των άλλων που ειπώθηκαν, ο Σ. Βάνς προειδοποίησε την ελληνική πλευρά ότι οι ΗΠΑ δεν επρόκειτο να εμποδίσουν μια τουρκική εισβολή[3].
Η άνοδος της δικτατορίας Ιωαννίδη επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ο νέος δικτάτορας ήταν σαφώς πιο επιπόλαιος, πιο ευκολόπιστος και πιο αδίστακτος από τον προηγούμενο. Άλλωστε η στρατιωτική του εμπειρία περιοριζόταν στη διοίκηση της στρατιωτικής αστυνομίας, δηλαδή ενός σώματος που σε ενδεχόμενο πόλεμο θα είχε έναν ασήμαντο ρόλο. Ο θάνατος του Γρίβα και η εκδίωξη του διαδόχου του, Γ. Καρούσου, επέτρεψε στον Ιωαννίδη να ελέγξει την ΕΟΚΑ Β΄ και να τη στρέψει όχι προς την Ένωση, όπως πίστευαν τα μέλη της, αλλά προς τη διπλή Ένωση, δηλαδή τη διχοτόμηση.
Με αφορμή μια ελάχιστα διπλωματική επιστολή του Μακαρίου προς τη χούντα, ο Ιωαννίδης, από κοινού με τον Γκιζίκη και τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων, αποφασίζουν την ανατροπή του με πραξικόπημα. Το εντυπωσιακό είναι ότι, όπως αποδείχθηκε, παρά τις πληροφορίες που είχε από πολλές πηγές (όπως τη γερμανική πρεσβεία), η χούντα ήταν εντελώς απροετοίμαστη, δεν είχε φροντίσει να έχει διεθνείς συμμαχίες, δεν είχε έτοιμο εναλλακτικό σχέδιο δράσης, για την ακρίβεια επιχειρησιακά αφέθηκε να αιφνιδιαστεί από την τουρκική εισβολή. Δεν ήταν σε θέση, αλλά ούτε επιθυμούσε να κινητοποιήσει τον στρατό, για να υπερασπιστεί τον ελληνισμό, από την Κύπρο ως την Θράκη.
Η επιστράτευση απέτυχε, τα υποβρύχια που ήταν προ της Κερύνειας διατάχθηκαν να γυρίσουν πίσω, το ίδιο και οι υπόλοιπες στρατιωτικές δυνάμεις. Στην Κύπρο, παρά τις συνεχείς πληροφορίες που υπήρχαν για την επικείμενη εισβολή, ο στρατός δεν κατευθύνθηκε στις προβλεπόμενες από τα σχέδια άμυνας θέσεις διασποράς, ούτε έγινε κάποια ουσιαστική προετοιμασία αντίστασης, ενώ μέχρι την τελευταία στιγμή που ξεκίνησαν οι μάχες δεν αντιμετωπίζονταν ένοπλα οι ρίψεις Τούρκων αλεξιπτωτιστών. Φυσικά όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η Ένωση στην πραγματικότητα δεν ήταν μέσα στις προθέσεις της δικτατορίας Ιωαννίδη. Διότι αν επεδίωκε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ενισχύσει και όχι να αποδυναμώσει τον ελληνικό στρατό στην Κύπρο. Μόνο με ισχυρή ελληνική παρουσία θα μπορούσε να πετύχει κατ' αρχήν την de facto Ένωση.
  Ο Μακάριος από το βήμα  Συμβουλίου Ασφαλείας μίλησε για "ελληνική εισβολή" που έθετε σε κίνδυνο Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Πρόκειται για  ομιλία, εν θερμώ, που έδωσε τα λάθος μηνύματα, εμφάνισε τον ελληνισμό βαθιά διασπασμένο και εύκολο θύμα της τουρκικής επιθετικότητας.
Το 2009, ο Μ. Ιγνατίου, στην εφημερίδα Έθνος, αποκάλυψε έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, που αποδεικνύει πρώτον ότι οι ΗΠΑ γνώριζαν επακριβώς που θα σταματήσουν οι Τούρκοι εισβολείς και δεύτερον ότι θα μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να σταματήσουν την υλοποίησή του[4]. Βεβαίως και η τότε ΕΣΣΔ ακολούθησε μια αυστηρά ουδέτερη στάση.
Η Τουρκία πάτησε στο νησί, κατέλαβε και κατέχει έκτοτε το 37%, χιλιάδες υπήρξαν οι νεκροί και οι κακοποιημένες γυναίκες, ενώ 200.000 'Ελληνες της Κύπρου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
Ο σκοτεινός δικτάτορας, η «αρσακειάς», ντροπιασμένος, περιδεής, αποσύρθηκε, η δικτατορία του κατέρρευσε ενώ οι αρχηγοί των τριών όπλων, με επικεφαλής τον στρατηγό Μπονάνο, που είχαν προηγουμένως διατάξει το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, ισχυρίζονταν τώρα προς όλες τις πλευρές (ιδιαίτερα στη νέα κυβέρνηση Καραμανλή) ότι δεν μπορούσαν να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τουρκίας, ούτε στην Κύπρο, ούτε σε κάποιο άλλο σημείο αντιπαράθεσης. Πλέον, ή θα παρέδιδαν την εξουσία -με αντάλλαγμα να αμνηστευθούν οι πράξεις τους-, ή θα ήταν αυτουργοί μιας ακόμη μεγαλύτερης εθνικής τραγωδίας, που θα τους οδηγούσε στο Γουδί, αλλά και το κοινωνικό καθεστώς συνολικά σε απροσδιορίστων διαστάσεων κρίση. Έπραξαν το πρώτο και διασώθηκαν. Κανένας δεν διώχθηκε, καμία ποινή δεν επιβλήθηκε για το πραξικόπημα στην Κύπρο (ούτε αυτοί που έδωσαν τις εντολές, Μπονάνος, Ιωαννίδης, Γκιζίκης, ούτε οι φυσικοί αυτουργοί, Γεωργίτσης-Κομπότσης), ενώ έκτοτε θεωρείται ότι η απόσταση ανάμεσα στην Κύπρο και το ελλαδικό κράτος είναι δύσκολο να καλυφθεί. Άραγε θα είχαν την ίδια άποψη αν στη θέση της Κύπρου βρισκόταν ένα άλλο κομμάτι του ελληνισμού, για παράδειγμα η Ρόδος ή η Χίος; Βεβαίως, οι ισχυρισμοί αυτοί προφανώς είναι αστείοι, διότι, όπως είδαμε, τη σχετική απόσταση την κάλυψαν τα γερασμένα βομβαρδιστικά του 1964, πόσω μάλλον τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη του 1974.
 Επιβεβαιώνοντας τις χειρότερες προβλέψεις του Γ. Σεφέρη, η δικτατορία των συνταγματαρχών κατέρρευσε, με τη μεσολάβηση μιας εθνικής τραγωδίας για την οποία είχε την κύρια ευθύνη (ευθύνες σε μικρότερο βαθμό έχουν όλοι οι ενεχόμενοι και θα πρέπει με ψυχραιμία και σύνεση να αναφερόμαστε και σε αυτές). Παραδίδοντας την εξουσία στη μεταπολίτευση, η οποία δεν κατάφερε με την σειρά της να σταματήσει την τουρκική προέλαση, κατόρθωσε  κάποια από τα στελέχη της να κερδίσουν την ατιμωρησία, αλλά η ιστορία θα είναι αμείλικτη μαζί τους: Θα έχουν την αιώνια καταδίκη της.
Επιλογή Βιβλιογραφίας:
Σπυρίδων Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΗΚ, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012.
Κώστα Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974-από το Έπος  στην Τραγωδία, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2007.
C.M.Woodhouse, Η άνοδος και η πτώση των συνταγματαρχών, εκδόσεις Λιναίος, Αθήνα 2017.







[1] Σ.Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΥΚ-μια μαρτυρία, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012, σελ.238.
[2] ό.π. σελ. 68.
[3] Κώστας Χατζηαντωνίου, Κύπρος 1954-1974-από το Έπος στην τραγωδία, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2007, σελ. 249.
[4] Σ. Δελλής, Η αυτοθυσία της ΕΛΔΥΚ-μια μαρτυρία, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2012, σελ.181.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Σώτη Τριανταφύλλου, Πλουλαρισμός, πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση- Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία, εκδόσεις Πατάκη, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2016




Το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου , που είναι αφιερωμένο στον Alain Besancon φίλο του  Έλληνα φιλοσόφου  που έζησε στην Γαλλία Κώστα Παπαϊωάννου,   είναι ευφυές και θαρραλέο.
Ευφυές διότι χρησιμοποιεί  την ευρύτητα γνώση της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας  για να πλήξει με εύστοχα και  σαφή τρόπο διατυπωμένα επιχειρήματα, μια σειρά αντιλήψεων - ιδεοληψιών θα ήταν καλύτερα να τις ονομάσουμε -, όπως είναι η πολυπολιτισμικότητα  αλλά  και το αυτονόητο της ενσωμάτωσης των ισλαμικών πληθυσμών  στις χώρες υποδοχής των. Πρόκειται για ιδεολογήματα  που παρότι σε επίπεδο εμπειρίας αποδεικνύεται  διαρκώς η αβασιμότητα και η ανεδαφικότητά  τους  σε επίπεδο ιδεολογίας παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη αντοχή.
Θαρραλέο είναι διότι οι ιδεοληψίες  αυτές που  συχνά χρησιμοποιούνται ως εργαλεία  για την διαμόρφωση  της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, παραμένουν στο απυρόβλητο και όποιος  τολμήσει να τις αμφισβητήσει αντιμετωπίζονται από μια ιδιότυπη αστυνομία της  σκέψης που ενδύεται  συχνά  την μάσκα της πολιτικής ορθότητας.
        Από μιας πλευράς η Σ.Τριανταφύλλου ακολουθεί το παράδειγμα του Γάλλου συγγραφέα  Μισέλ Ουελμπέκ  ο οποίος  βλέπει ως λογική κατάληξη των διαφόρων ιδεολογημάτων   που διαχέονται  στην Δύση, να οδηγούμεθα  στην κυριαρχία του ισλάμ σε έναν ορατό και διόλου μακρινό χρόνο. Ως αιτία της κατάστασης αυτής  θεωρεί την εξάπλωση   μιας εκδοχής της  αριστερής  ιδεολογίας  που από εκπρόσωπος των εργατικών συμφερόντων  μετατράπηκε σε υπερασπιστή  των πληθυσμών που μετακινούνται, του πλήθους κατά τον Τ.Νέγκρι αλλά και των "δικαιωμάτων" διαφόρων  ομάδων.  Με την συμπεριφορά της  αυτή , η  αριστερά αυτού του είδους  κατηγορείται ότι "υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τα θεμέλια της κοινωνίας των πολιτών" (σελ.24).  Αλλά και  ο μαρξισμός εξαρχής απέδιδε  στην οικονομία αποκλειστική σημασία, περιφρονώντας έτσι τον ρόλο των θρησκειών και των εθνοτήτων(όσο αφορά το δεύτερο οι αντιλήψεις του Μάρξ και των μαρξιστών είναι πιο σύνθετες).Βεβαίως αυτό το οποίο παραλείπει να διατυπώσει η Σ.Τριανταφύλλου, και είναι  το μοναδικό μάλλον  σημείο στο οποίο διαφωνώ μαζί της, είναι ότι τα ιδεολογήματα της πολυπολιτισμικότητας έχουν ως ισχυρό αρωγό  και ένα μέρος των ελίτ -όπως αποδεικνύει το παράδειγμα του Σόρος , της Μέρκελ, του γερμανικού ΣΕΒ-  που στους μετανάστες από τις χώρες του ισλάμ  βρίσκουν έναν μοχλό που μπορεί να πιέσει συνολικά τους μισθούς σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Επίσης η μετακίνηση ισλαμικών πληθυσμών και η ανάδυση  ενός πιο επιθετικού από ποτέ ισλάμ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό  στην υπονόμευση των κοσμικών αραβικών καθεστώτων , που δεν τα διαδέχθηκε η δημοκρατία αλλά ο πόλεμος συμμοριών και ο χομπσιανός εμφύλιος πόλεμος όλων εναντίον όλων. Βεβαίως όπως ορθά επισημαίνει η Σ.Τ. " ό,τι ωφελεί την οικονομία ίσως βλάπτει την ποιότητα ζωής στην κοινωνία"(σελ.34).
      Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει αφετηρία στοχαστές όπως ο Ε.Μπαίρκ, ο Ζ.ν. Μαίστρ, τον Ταίνις, τον Κ.Πόππερ. Αναγνωρίζει ότι  η κοινωνία που προέκυψε από τον Διαφωτισμό  εξαρτούσε την ύπαρξη της  "από μια πολιτισμική βάση την οποία η ίδια δεν μπορούσε να εγγυηθεί. Μόνον  όταν οι άνθρωποι συνδέονται με δεσμούς ισχυρότερους από τον θεσμό της ελεύθερης επιλογής η κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει. Αυτοί οι δεσμοί είναι τα κοινά έθιμα, οι κοινές τελετουργίες , η κοινή γλώσσα, η θρησκεία και η αναγνώριση μιας κοινής εθνικής ταυτότητας. Η  πολιτική τάξη απαιτεί πολιτισμική ενότητα, κάτι που δεν μπορεί να οργανώσει και να εξασφαλίσει η πολιτική"(σελ. 20).
Η αρχική κατηγορία που εγείρεται κατά της πολυπολιτισμικότητας  είναι  πως  "ως πρόγραμμα και ως πολιτική έναντι των μεταναστών, αντί να καταπολεμά τον εθνικισμό, ενθαρρύνει τα εθνικιστικά αισθήματα των μεταναστευτικών ομάδων, ενώ συγχρόνως δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη εθνικιστικών τάσεων  από την πλευρά των πολιτών των χωρών  υποδοχής"(σελ, 24).
           Η πολυπολιτισμικότητα αντιπαραβάλλεται  στον πλουραλισμό. Είναι ιδεότυποι ασύμβατοι μεταξύ τους. Ο δεύτερος προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίων υποχωρήσεων, παραχωρήσεων και αλληλοεπικοινωνίας. Αντίθετα  η πρώτη κατασκευάζει κλειστές κοινότητες, "κακοήθεις κοινωνίες", "πολιτισμικά κουτιά"   που λειτουργούν επιθετικά η μια προς την άλλη, το ένα προς το άλλο, ενώ   δεν οδηγεί στην ενσωμάτωση των μεταναστών, αλλά "προκαλεί την συρρίκνωση της ισχύος των νόμων και της ταυτότητας των αυτοχθόνων (σελ.46), συντηρεί διακριτούς εθνοτικούς πολιτισμούς στο εσωτερικό ενός κράτους(σελ.299) και καταλύει τελικά τον πλουραλισμό.
Εντυπωσιακά είναι τα παραδείγματα όπου ο  ιδεολογικός κομφορμισμός  καταλήγει σε μια γλώσσα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα την  οποία προσπαθεί να περιγράψει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μικρής βρετανικής πόλης  που έκανε τα στραβά μάτια σε "σκάνδαλο κακοποίησης παιδιών εκ μέρους ασιατικών συμμοριών"(σελ.27). Ο φόβος να κατηγορηθεί κάποιος ως ρατσιστής  έχει ως αποτέλεσμα  ο δημόσιος λόγος να  αποτρέπεται από την κριτική "εναντίον εγκληματικών εθίμων που έχουν εισαχθεί και ριζώσει στις δυτικές χώρες: αναγκαστικούς γάμους, εγκλήματα τιμής, κλειτοριδεκτομή, ισλαμικό εκφοβισμό"(σελ.28).  Υπό αυτή την οπτική είναι απαραίτητο να θέσουμε το ερώτημα, που στην εποχή του δεν χρειάστηκε να θέσει ο Κ.Πόππερ " ανοιχτή κοινωνία μέχρι ποιό σημείο; ποιός είναι  ο βαθμός ελαστικότητας αυτού του ανοίγματος;" (σελ.32,33).  Ανοιχτή κοινωνία δεν σημαίνει κοινωνία χωρίς σύνορα: "τα σύνορα μπορούν να μετακινούνται αλλά δεν παύουν να υπάρχουν, ακόμα κι αν η διαπερατότητά τους ποικίλλει"(σελ.47). Προς το τέλος του βιβλίου της συμπεραίνει ότι μια κοινωνία μπορεί να είναι ανοιχτή "όσο το επιτρέπει η ιδέα της πλουραλιστικής κοινότητας και συνεπώς της κοινότητας στους κόλπους της οποίας τα διάφορα στοιχεία και οι διαφορές τους γίνονται σεβαστά με αμοιβαίο τρόπο και κάνουν αμοιβαίους συμβιβασμούς"(σελ.310).
 Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση πως στην δεκαετία του 1970, στην διάρκεια των μεγάλων απεργιών στην γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία "η γαλλική κυβέρνηση ενθάρρυνε τους εργοδότες να φτιάξουν αίθουσες προσευχής σε μια προσπάθεια να αποπροσανατολιστούν και να στραφούν οι μετανάστες, που απάρτιζαν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού, από τον συνδικαλισμό προς τη θρησκεία"(σελ.43,44).
Η Σ.Τ. επικαλείται την άποψη του Αυστραλού πρωθυπουργού Ε.Barton (1849-1920) "πως τα ομοιογενή έθνη είναι σε καλύτερη θέση για να αποκτήσουν δημόσια αγαθά, είναι πιο δημοκρατικά, λιγότερο διεφθαρμένα, έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα και μικρότερες ανισότητες, χαμηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας, ενώ είναι ανθεκτικότερα σε εξωτερικούς κραδασμούς. Και εξυπακούεται ότι είναι λιγότερο επιρρεπή σε εμφυλίους πολέμους, τη σοβαρότερη αιτία βίαιων θανάτων στον 20ο αιώνα"(σελ.91)
Όμως σε αντίθεση κατεύθυνση στην Μεγάλη Βρετανία, ισλαμιστές ιερωμένοι όπως ο Θαχάμπι ,ανοικτά διακηρύσσουν ότι θα πρέπει να δολοφονούνται οι ομοφυλόφιλοι, ότι όποιος εγκαταλείπει το ισλάμ πρέπει να καταδικάζεται σε αργό βασανιστικό θάνατο εντός τριών ημερών, ότι οι γυναίκες είναι διανοητικά ανεπαρκείς και η βία σε όσες γυναίκες δεν φορούν την μαντίλα είναι απαραίτητη(σελ. 122). Συγχρόνως τέτοιου είδους ισλαμιστές προσπαθούν να απομακρύνουν τα παιδιά των μουσουλμάνων από το λαϊκό σχολείο γεγονός που επιδεινώνει την κοινωνική τους θέση. Στην Σουηδία εντοπίζεται η μεγαλύτερη αύξηση βιασμών γυναικών από μουσουλμάνους (σελ.135). Επίσης ορθά σημειώνεται ότι ο "Ρετζέπ Ερντογάν οδηγεί την Τουρκία στον ισλαμικό σκοταδισμό με κύριο αντίπαλο το κουρδικό κίνημα που, παρά τις πρόσφατες επιτυχίες του, παραμένει περιθωριακό"(σελ.147).
Η έννοια της ταυτότητας είναι σημαντική και γι' αυτό προϋποθέτει την συνείδηση της ετερότητας και της διαφοράς προς τους άλλους: " το να μιλάμε για παγκόσμια κοινότητα είναι σκέτη ρητορική που εκμηδενίζει την ιδέα της κοινότητας. Αντιθέτως, οι άνθρωποι συσπειρώνονται με άλλους και  "ζουν μαζί"  ως κοινωνικά όντα υπό τον όρον να υπάρχει πάντοτε ένα κινούμενο αλλά ανεξίτηλο σύνορο ανάμεσα στο "εμείς" και στο "εκείνοι".Το εμείς είναι "η δική μας" ταυτότητα, το εκείνοι είναι οι διαφορετικές ταυτότητες που καθορίζουν τη δική μας. Η "διαφορετικότητα" είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της ταυτότητας: είμαστε αυτό που είμαστε, με τον τρόπο με τον οποίο είμαστε, σε συνάρτηση αυτού που δεν είμαστε. Κάθε κοινότητα συνεπάγεται μια σχετική "περίφραξη", έναν τρόπο συνύπαρξης που είναι επίσης τρόπος αποκλεισμού του "έξω". Ένα "εμείς" που δεν περιορίζεται από ένα "αυτοί", "οι άλλοι", δεν έχει νόημα"(σελ.176).  
Η Σ.Τ. επισημαίνει ότι η παραχώρηση ιθαγένειας  δεν σημαίνει αυτόματα ενσωμάτωση. Στην  πραγματικότητα ενσωματώνονται  μόνον όσοι θέλουν να ενσωματωθούν και αποφασίζουν να παραχωρήσουν ένα μέρος της παλαιάς ταυτότητας τους. Οι Αλβανοί είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όχι μόνο βαφτίζονταν χριστιανοί αλλά και άλλαζαν τα ονόματα τους σε ελληνικά ώστε να μπορούν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία. Βέβαια στα Βαλκάνια προχωρά η επιρροή του ISIS ενώ για την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος της σαρία . Αλλά και τι δυνατότητα  ενσωμάτωσης  στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν για παράδειγμα, οι Αφγανοί  που συνήθως γνωρίζουν κάποιες γεωργικές  και κτηνοτροφικές εργασίες  και εμμένουν στο ισλάμ ως ένα σύνολο κανόνων που καθορίζει  αποκλειστικά τον τρόπο συμπεριφοράς τους; Η Σ.Τ. αναφέρεται στα γαλλικά προάστια όπου η θετική επιρροή της δωρεάν και υποχρεωτικής παιδείας  καταλύεται από την κυριαρχία του ισλάμ.
Σωστή είναι η επισήμανση, προσωπικά μου θύμισε αντίστοιχες απόψεις του Π.Κονδύλη, ότι τα δικαιώματα του πολίτη είναι εδαφικά "υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται από κράτος σε κράτος, δηλαδή μόνο στο έδαφος όπου ένα κράτος είναι κυρίαρχο και έχει δικαιοδοσία" (σελ.259) και ιδεολογικά έχουν δυτική προέλευση δηλαδή ελληνική-ρωμαϊκή-ιουδαιοχριστιανική.  Επίσης εύστοχα τονίζει ότι η Τουρκία ωθώντας Σύρους πρόσφυγες προς τα δυτικά επιδιώκει να πιέσει την Ευρώπη, ενώ "θα ήταν ιδανικός τόπος φιλοξενίας και ενσωμάτωσης των Σύρων ", αφού "διαθέτει χώρο, είναι κράτος μουσουλμανικό και έχει αναπτυσσόμενη οικονομία"(σελ.269). Ορθά γράφει ότι η πολιτική κατευνασμού του φονταμενταλιστικού ισλάμ  "φτάνει σε βαθμό ηττοπάθειας και γελοιότητας"(σελ.286), που  ακολουθεί  την κυριαρχία στον δυτικό κόσμο της μετριοκρατίας και της ανικανότητας.

Το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου διαθέτει μια ακόμη αρετή. Είναι γραμμένο σε μια γλώσσα γλαφυρή, γοητευτική που όμως είναι συγχρόνως  σαφής, πυκνή και λιτή, καθώς δεν περισσεύει καμία λέξη , καθεμιά έχει την λογική της στοχοθεσία.

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Σιμόν Βέιλ, Σκέψεις για τις αιτίες της ελευθερίας και της κοινωνικής καταπίεσης, μετάφραση Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2017, σελ. 139.



ΡΗΞΗ φ.137

Η Σιμόν Βέιλ στην σύντομη και βασανισμένη ζωή της κατάφερε να δημιουργήσει ένα σημαντικό σε εύρος και ποιότητα έργο, το οποίο σταδιακά μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα. Η αντιμετώπιση  του κοινωνικού ζητήματος υπήρξε η αφετηρία του στοχασμού της αλλά και το μεγαλύτερο κίνητρο της περιπετειώδους ζωής της. Από καθηγήτρια της φιλοσοφίας  και στοχαστής  βρέθηκε στα εργοστάσια και  στους αγρούς να εργάζεται δίπλα σε χειρώνακτες . Στην συνέχεια για μικρό χρονικό διάστημα πήγε  στον ισπανικό εμφύλιο δίπλα στους Δημοκρατικούς, ενώ στη τελευταία περίοδο της ζωής βρέθηκε εξόριστη στο Λονδίνο μαζί με τους Ελεύθερους Γάλλους. Με τις εμπειρίες που συνέλεξε  αλλά και την επιρροή Γάλλων στοχαστών θα στραφεί στο Χριστό και στην Εκκλησία. Τα κείμενα της πλέον παρουσιάζουν  αναλογίες με αυτά των χριστιανών μυστικιστών όπως  του Ιωάννη του Σταυρού. Ο Τ. Έλιοτ  έγραψε πως «η Βέιλ  ήταν τρία πράγματα σε ανώτατο βαθμό: Γαλλίδα, Εβραία και χριστιανή. Ήταν πατριώτισσα που ευχαρίστως θα επέστρεφε στη Γαλλία για να υποφέρει και να πεθάνει για τους συμπατριώτες της»( πρόλογος στο, Σ.Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, εκδόσεις Κέδρος, σελ.9,10), ενώ ο « ο ενθουσιασμός της για οτιδήποτε ελληνικό (συμπεριλαμβανομένων των μυστηρίων) ήταν απεριόριστος»(ό.π. σελ.11).
Το  πρώτο μέρος των « Σκέψεων…» είναι κριτική στον μαρξισμό. Κατ’ αρχήν θεωρεί ότι η δύναμη του καπιταλισμού «εδράζεται στα ίδια τα θεμέλια της κοινωνικής  μας ζωής, και δεν μπορεί να εκμηδενιστεί από κανέναν πολιτικό και νομικό μετασχηματισμό.  Η δύναμη αυτή είναι, κατ’ αρχάς και κατά βάση, το ίδιο το καθεστώς της νεότερης παραγωγής, δηλαδή η βαριά βιομηχανία(σελ.17). Συγχρόνως θεμελιώδη σημασία έχει η διάκριση  ανάμεσα σε διευθυντικές και εκτελεστικές λειτουργίες αλλά και το γεγονός ότι « όλος ο πολιτισμός μας είναι θεμελιωμένος στην εξειδίκευση»(σελ.18). Η καταδίκη του καπιταλισμού από τον Μάρξ έχει λιγότερο ηθικά ελατήρια και περισσότερο στην πεποίθηση του ότι πλέον στέκεται εμπόδιο στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η πρόοδο της τεχνικής θα μας επαναφέρει σε μια κατάσταση Παράδεισου όπου η ανάγκη έχει αντικατασταθεί από την ελευθερία. Όμως  η θέση των μπολσεβίκων, συμπεριλαμβανομένου και του Τρότσκι είναι πως αντιμετωπίζουν «τις δημοκρατικές ιδέες με υπεροπτική περιφρόνηση ( σελ.20). Διακρίνει στον Μάρξ μια μυστικιστική ερμηνεία των παραγωγικών δυνάμεων που τον οδηγεί στην μυθοποίηση τους. Χωρίς καμία απόδειξη  πιστεύει στην βέβαιη πρόοδο τους. Η Βέιλ  καταλήγει  πως αυτό η εσχατολογική πεποίθηση του Μάρξ  για την Τεχνική, που έχει εγελιανή προέλευση « δεν έχει απολύτως κανέναν επιστημονικό χαρακτήρα»(σελ.21).  Όμως ο προφητισμός έχει εμποτίσει όλη την μαρξιστική σκέψη  για αυτό χρησιμοποιεί συχνά μυστικιστικές εκφράσεις όπως «η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου(σελ.22). Βεβαίως στον    Μάρξ συνυπάρχει και ένας υλισμός «που δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό και δεν αποτελεί δόγμα, αλλά μέθοδο γνώσης και δράσης»(σελ.23), που όμως «κανένας μαρξιστής δεν τη χρησιμοποίησε στ’ αλήθεια, με πρώτο τον ίδιο τον Μάρξ»(σελ.24).
Η Βέιλ καταλήγει πως «υπάρχει μόνον ένας άλλος τρόπος που επιτρέπει την ελάττωση της συνολικής ανθρώπινης προσπάθειας: αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ακολουθώντας μια σύγχρονη φρασεολογία , εξορθολογισμό της εργασίας» (σελ.28).
Θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα σε όσους συμμερίζονται τις απόψεις του Μάρξ: «γιατί φερ’ ειπείν, ο καταμερισμός της εργασίας  να μετατρέπεται κατ’ ανάγκην σε καταπίεση; Αν είναι έτσι ουδόλως μας επιτρέπεται να προσμένουμε εύλογα το τέλος της. Διότι, αν ο Μάρξ πίστευε ότι έδειξε πως το καταπιεστικό καθεστώς καταλήγει να εμποδίζει την παραγωγή δεν προσπάθησε  καν να αποδείξει ότι στις μέρες κάθε άλλο καταπιεστικό καθεστώς θα την εμπόδιζε ομοίως. Κι επιπλέον, δεν βλέπουμε γιατί η καταπίεση δεν θα μπορούσε να καταφέρει να διατηρηθεί , έστω κι αν έχει γίνει παράγοντας οικονομικής ύφεσης. Ο Μάρξ προπάντων παραλείπει να εξηγήσει γιατί η καταπίεση είναι ανίκητη όσο καιρό είναι χρήσιμη, γιατί οι καταπιεσμένοι που εξεγείρονται  δεν κατόρθωσαν ποτέ να εγκαθιδρύσουν μια μη καταπιεστική κοινωνία, είτε στη βάση των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής είτε ακόμα και με τίμημα μια οικονομική ύφεση που δύσκολα θα μπορούσε να επιτείνει κι άλλο την εξαθλίωση τους. Τέλος, αφήνει εντελώς στο σκοτάδι τις γενικές αρχές του μηχανισμού με τον οποίο μια ορισμένη μορφή καταπίεσης αντικαθίσταται από μια άλλη. Ακόμα περισσότερο, οι μαρξιστές όχι μόνο δεν έλυσαν κανένα από αυτά τα προβλήματα, αλλά δεν θεώρησαν καν απαραίτητο να τα διατυπώσουν. Πίστεψαν ότι είχαν αναλύσει επαρκώς το θέμα της κοινωνικής καταπίεσης λέγοντας ότι αντιστοιχεί σε μια λειτουργία στην πάλη ενάντια στη φύση. Κατά τα λοιπά, δεν φώτισαν αυτή την αντιστοιχία παρά μόνο στο καπιταλιστικό καθεστώς»(σελ. 40,41).
Η Βέιλ μάλλον θεωρεί αφελή την προσδοκία ότι η εξέλιξη της Τεχνικής θα επίλυε με τρόπο ριζικό πολλά προβλήματα που ταλαιπωρούν το ανθρώπινο. Διότι επισημαίνει, πως γνωρίζουμε από την εποχή της «Ιλιάδας» πως υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο στον άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ευημερία όσο για την εξουσία και την ισχύ(σελ.59). Πρόκειται  για ένα αναλλοίωτο δεδομένο της ανθρώπινης ύπαρξης για το οποίο έγκαιρα μας είχε προειδοποιήσει ο Θουκυδίδης. Ο ολοκληρωτισμός, διαπίστωνε, ότι προχωρούσε, ενώ ο αφορισμός του Μάρξ ότι ένα καθεστώς γεννά τους νεκροθάφτες είναι εξωπραγματική διότι «ποτέ έως τα΄ρα στην ιστορία δεν έπεσε ένα καθεστώς δουλείας από τα χτυπήματα των δούλων. Η αλήθεια είναι ότι, σύμφωνα με μια διάσημη ρήση, η δουλεία εξαχρειώνει τον άνθρωπο να την ποθεί κιόλας∙ ότι η ελευθερία δεν είναι πολύτιμη παρά μόνο στα μάτια όσων την έχουν ήδη∙ και ότι ένα ολοκληρωτικά απάνθρωπο καθεστώς σαν το δικό μας όχι μόνο δεν φτιάχνει όντα ικανά να οικοδομήσουν μια ανθρώπινη κοινωνία, αλλά πλάθει κατ’ εικόνα του όλους όσους είναι υποταγμένοι σε αυτό, καταπιεσμένοι και καταπιεστές μαζί»(σελ.122,123).

     

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Ι.Κάντ και η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον Κόσμο και στην Φύση



Το δοκίμιο του Κώστα Παπαϊωάννου Η αποθέωση της ιστορίας[1] , περιγράφει με αδρό και πυκνό τρόπο την διαδικασία με την οποία ο κόσμος ξεπέφτει σε αντικείμενο, αρχικά γνώσης, και στην συνέχεια κυριαρχίας της από τον άνθρωπο.
Κατ' αρχήν ο Κώστας Παπαϊωάννου, με αφετηρία το έργο του Αριστοτέλη, διακρίνει στον αρχαιοελληνικό λόγο την θεοκεντρική του κατεύθυνση, που τον οδηγεί  να μην αρκείται σε ότι συνιστά την ενθαδική μας ύπαρξη. Πρόκειται συνεπώς για ένα κόσμο αντίστροφο από αυτό που επιδίωξε να θεμελιώσει η  Αναγέννηση: " είμαστε μακριά από τον υποτιθέμενο ανθρωποκεντρισμό που η Αναγέννηση νόμισε ότι ανακάλυψε στην ελληνική σκέψη. Επιπλέον, αυτό  το μάθημα ταπεινοφροσύνης προϋποθέτει μια αρκετά απαισιόδοξη σύλληψη της ανθρώπινης μοίρας στον κόσμο: αν ο άνθρωπος ομοιάζει προς το θείο με το "μεγαλείο  του πνεύματος του", ο ανθρώπινος κόσμος, έτσι όπως εμφανίζεται άμεσα, έτσι όπως είναι   καθ' εαυτός, είναι ο πλέον απομακρυσμένος από τη θεϊκή τελειότητα"[2].
Στην συνέχεια θα δείξει ότι ο αρχαιοελληνικός λόγος δεν θεωρεί τα αντικείμενα της τεχνικής και ότι δημιουργεί γενικά ο άνθρωπος ανώτερα από ότι η φύση δημιουργεί. Απέναντι στην φύση δεν τοποθετεί το πνεύμα ή την ιστορία αλλά την τέχνη[3]. Ακριβέστερα λοιπόν "για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή"[4].
Σύμφωνα με τον Κ.Παπαϊωάννου την ιεράρχηση αυτή ανατρέπει η "ιουδαιοχριστιανική αντίληψη ενός Θεού που υπερβαίνει τον κόσμο απαξίωσε τον κόσμο και τον μεταμόρφωσε σε αντικείμενο δημιουργίας, σε δημιούργημα. Η ιδέα της δημιουργίας τοποθετεί τον Θεό ως θέληση υπεράνω του κόσμου∙ οι σκέψεις του Θεού είναι ουσιαστικά πράξεις θελήσεως, γεγονότα, και ο κόσμος είναι το έργο του - ένα δημιούργημα που υπάρχει μονάχα χάρη στη θέληση που το δημιούργησε και βρίσκεται εκεί μονάχα για να μαρτυρεί τη δόξα του Θεού και ταυτόχρονα την ουσιαστική μηδαμινότητα κάθε υπαρκτού"[5]. Σύμφωνα με το βιβλικό κείμενο ο άνθρωπος είναι βασιλιάς του κόσμου.
Στην ερμηνεία του Κ.Παπαϊωάννου μπορούμε να ισχυριστούμε ότι απαντά έμμεσα το μικρό αλλά ιδιαίτερα πυκνό όσο και σημαντικό δοκίμιο του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα " Η Κτίση ως Ευχαριστία-θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας"[6], που γράφτηκε αρκετά χρόνια μετά. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας γεφυρώνεται το φυσικό με το υπερφυσικό, η ιουδαϊκή θέση φαίνεται να υστερεί σε κοσμολογικό ενδιαφέρον, ενώ η ελληνική σε προφητικό, η Εκκλησία εμπιστεύεται την λογικότητα της φύσης αλλά συγχρόνως τη θεωρούσε "δώρο και γεγονός συνεχώς εξαρτημένο από το Δημιουργό και Δοτήρα της"[7]. Στην Δύση όμως σταδιακά παγιώνεται μια άποψη ότι ο άνθρωπος είναι σπουδαιότερος από τον κόσμο. Αντίθετα η ορθόδοξη  ασκητική παράδοση  ενδιαφέρεται όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και για κάθε στοιχείο του κόσμου, ενώ πιστεύει ότι η "εικόνα του Θεού στον άνθρωπο βρίσκεται και στο σώμα επίσης, όχι μόνο στην ψυχή του"[8].  Ο άνθρωπος είναι εκείνος "στον οποίο πρέπει να αναζητήσουμε το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο, και είναι αυτό ακριβώς που κάνει τον άνθρωπο υπεύθυνο, μάλιστα τον μόνο μέσα στην κτίση υπεύθυνο για την τύχη της δημιουργίας"[9]. Ο Χριστιανός τελικά σέβεται τον κόσμο ως ιερό "όχι γιατί ενέχει στη φύση του την παρουσία του Θεού, αλλά γιατί βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με το Θεό"[10].
Ο Κ.Παπαϊωάννου θα σταθεί στο σύντομο δοκίμιο του Η αποθέωση της ιστορίας, στην συμβολή του Ι.Κάντ στον τρόπο που ο δυτικό κόσμος αντιμετωπίζει την φύση. Ο π.Ιωάννης Ζηζιούλας θα την υπονοήσει  αφού θα αναφερθεί στην φιλοσοφία εκείνη που θεωρεί ότι ο άνθρωπος εξ αιτίας της λογικότητας του κατέχει προνομιακή θέση μέσα στον κόσμο  και από αυτό το σημείο μπορεί να θεμελιώνει αιτήματα όχι μόνο γνώσης αλλά και επικυριαρχίας του.
      Η συμβολή της φιλοσοφίας του Ι.Κάντ στην διαδικασία μετατροπής του κόσμου σε αντικείμενο είναι θεμελιώδης. Κατ΄ αρχήν αντιπαραθέτει τον λόγο που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και την αυτονομία στην φύση που εγκλωβίζεται στην αναγκαιότητα και στην ετερονομία. Αλλά στο έργο του "Κριτική της κριτικής δύναμης θα προχωρήσει ακόμη περισσότερο.
Ο άνθρωπος είναι ο σκοπός της φύσης και μάλιστα "είναι αυτός ο έσχατος σκοπός της δημιουργίας εδώ στη γη, διότι είναι το μόνο ον σ' αυτήν, το οποίο μπορεί να σχηματίσει μια έννοια των σκοπών και να δημιουργήσει με το Λόγο του από ένα  άθροισμα σκοπίμως σχηματισμένων πραγμάτων ένα σύστημα των σκοπών"[11]. Δευτερεύοντες σκοποί είναι η ευδαιμονία και η καλλιέργεια του ανθρώπου[12].  Παρά το γεγονός τα φυσικά φαινόμενα συνταράσσουν την ανθρώπινη ηρεμία αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος "λόγω της καταπίεσης της  εξουσίας , της  βαρβαρότητας των πολέμων"[13] συμβάλλει στην καταστροφή του ανθρώπινου γένους, η λογικότητα του, αποδίδει σε αυτόν μια προνομιακή και κυριαρχική θέση: "ως το μόνο όν στη γη, που έχει νου και συνεπώς την ικανότητα να θέτει στον εαυτό του αυθαίρετους σκοπούς, είναι βέβαια τιτλούχος της φύσης και, αν τη θεωρήσομε ως τελολογικό σύστημα σύμφωνα με τον προορισμό του ο έσχατος σκοπός της φύσης∙ είναι όμως πάντοτε και μόνον υπό όρους, δηλαδή να αντιλαμβάνεται και να έχει τη θέληση να παρέχει  στη φύση και στον εαυτό του μια τέτοια σκόπιμη σχέση, η οποία να μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τη φύση και αυτάρκης, άρα να είναι τελικός σκοπός, ο οποίος όμως δεν πρέπει καθόλου να αναζητηθεί μέσα στη φύση"[14].  Οι καλές τέχνες και οι επιστήμες "περιορίζουν πάρα πολύ την τυραννία των αισθησιακών κλίσεων και με τον τρόπο αυτόν προετοιμάζουν τον άνθρωπο για μια κυριαρχία, στην οποία οφείλει να ασκεί εξουσία μόνον ο Λόγος"[15].
Ο λόγος για την ηθική καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα ως προς την κυριαρχική θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, καθότι εξ αιτίας της ιδιαίτερης συγκρότησης του , ο άνθρωπος, έχει την υπεραισθητική ικανότητα, δηλαδή κατά τον Κάντ την ελευθερία: " για τον άνθρωπο όμως (και άρα για κάθε έλλογο όν στον κόσμο) ως ηθικό όν δεν μπορεί να τεθεί το περαιτέρω ερώτημα για ποιόν σκοπό (quem in finem) υπάρχει. Η ίδια η ύπαρξη του ενέχει μέσα της τον ύψιστο σκοπό, στον οποίο μπορεί να υποτάξει, όσο του είναι δυνατόν, όλη τη φύση, ή τουλάχιστον σε σχέση με τον οποίο δικαιούται να μην υποτάσσεται σε καμιάν αντίθετη επίδραση της φύσης. Εάν λοιπόν τα πράγματα του κόσμου, ως εξαρτημένα κατά την ύπαρξή τους όντα, χρειάζονται μιαν ανώτατη αιτία που πράττει σύμφωνα με σκοπούς, τότε ο άνθρωπος είναι ο τελικός σκοπός της δημιουργίας∙ διότι χωρίς αυτόν, η αλυσίδα των αλληλοϋποταγμένων σκοπών δεν θα ήταν πλήρως θεμελιωμένη, ενώ μόνο στον άνθρωπο, αλλά και σ' αυτόν μόνον ως υποκείμενο της ηθικότητας, μπορεί να βρεθεί η απόλυτη νομοθεσία σε σχέση με τους σκοπούς, η οποία και μόνο συνεπώς τον καθιστά ικανό να είναι ένας τελικός σκοπός, στον οποίο υποτάσσεται τελολογικώς όλη η φύση"[16].
Δίχως τον άνθρωπο "ολόκληρη η δημιουργία θα ήταν μια απλή έρημος, μάταιη και χωρίς τελικό σκοπό"[17].
Η απόσταση που βάδισε ο Ι.Κάντ από τις αξιολογήσεις του αρχαίου ελληνικού λόγου, αλλά και αυτών που διατύπωσε ο ανατολικός τουλάχιστον χριστιανισμός, όχι απλώς είναι μεγάλη  αλλά βρίσκονται σε ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
'Οπως πολύ εύστοχα διατύπωσε ο Κώστας Παπαϊώαννου ο αρχαιοελληνικός λόγος δεν σκέφτηκε ποτέ να τοποθετήσει την φύση και τον κόσμο σε υποδεέστερη θέση από τον άνθρωπο. Αλλά κυρίως δεν επεδίωξε να αντιπαραθέσει την κόσμο,  στο πνεύμα και στον λόγο.
Οι επιρροές που άσκησε ο Ι.Κάντ σε αυτό το σημείο στον δυτικό άνθρωπο υπήρξαν θεμελιώδεις. Ο άνθρωπος είναι ο έσχατος σκοπός  της δημιουργίας  ,ο ύπατος όπως συνήθιζε να λέει ο Κ.Τσάτσος, και οφείλει κατά συνέπεια, με τον Λόγο του, να κυριαρχεί πάνω στον κόσμο. Τα εργαλεία που κατασκευάζει, η Τεχνική δηλαδή, πρέπει να ενσαρκώνουν το ιδεώδες αυτό της κυριαρχίας του πάνω στον κόσμο.
Οι περισσότεροι από όσους αντιπαρατέθηκαν στον Κάντ, εξαίρεσαν στην πραγματικότητα αυτή την πλευρά της σκέψης του. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μεταγενέστερους στοχαστές, μεταξύ αυτών βέβαια και ο Μάρξ, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή η ανάπτυξη της τεχνικής, σε αντιπαράθεση όχι σε αρμονία με τον κόσμο, καθίσταται όχι μόνο ό ανώτατος σκοπός, αλλά η απόλυτη φαντασίωση, με την οποία προσδοκάται η επιστροφή του ανθρώπου στον επίγειο παράδεισο.



[1] Κώστας Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της ιστορίας, μετάφραση Σπύρος Κακουριώτης, Επιμέλεια - Πρόλογος Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992.
[2] ό.π. σελ.37.
[3] ό.π. σελ. 54.
[4] ό.π. σελ. 110.
[5] ό.π.σελ.70,71.
[6] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα , Η Κτίση ως Ευχαριστία-θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας, εκδόσεις Ακρίτα, Αθήνα 1998.
[7] ό.π. σελ. 50.
[8] ό.π. σελ.62.
[9] ό.π. σελ.90.
[10] ό.π. σελ.122.
[11] Immanuel Kant, Κριτική της κριτικής δύναμης, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Κώστας Ανδρουλιδάκης, εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 2013,  σελ. 384.
[12] ό.π. σελ,388.
[13] ό.π. σελ. 389.
[14] ό.π. σελ.389,390.
[15] ό.π. σελ. 393.
[16] ό.π. σελ. 395.
[17] ό.π. σελ. 403.