Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

Στρατή Τσίρκα : Η χαμένη άνοιξη- δίσεχτα χρόνια , εκδόσεις Κέδρος,Βήμα




Το μυθιστόρημα του Σ.Τσίρκα (Γιάννη Χατζηαντρέα) κυκλοφορεί το 1976 και έχει ως θέμα την Ελλάδα της Αποστασίας και των Ιουλιανών.
Πρόκειται για μια εκτροπή που την πληρώσαμε όλοι. Η μοναρχία με την κατασπατάληση των τελευταίων κεφαλαίων νομιμοποίησης και αποδοχής που διέθετε στον ελληνικό λαό. Οι αποστάτες - που ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν και κάποιοι που προέρχονταν από την αριστερά όπως το μέλος της κυβέρνησης του βουνού Η.Τσιριμώκος- με την δημόσια διαπόμπευσή τους. Ο ελληνικός λαός φυσικά ο οποίος για άλλη μια φορά ένοιωσε προδομένος. Ο μεγάλος κερδισμένος ήταν το παρακράτος, οι συνωμότες συνταγματάρχες που έβλεπαν ότι άνοιγε ο δρόμος για να έλθουν ως αυτόκλητοι σωτήρες. Όταν την νύχτα του πραξικοπήματος βρέθηκαν κρατούμενοι όλοι οι πολιτικοί δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί, αποστάτες και μη αποστάτες τότε κατάλαβαν το μέγεθος των λαθών που διέπραξαν τα προηγούμενα χρόνια. Με αυτό τον τρόπο διακόπηκε βιαία η ανθοφορία της δεκαετίας του 60, η απρόσμενη ακμή στην τέχνη, την θεολογία, την μουσική, την οικονομία, χάθηκε η ευκαιρία να βγούμε συντομότερα από τον εμφύλιο και τις συνέπειες του.
Ο Σ.Τσίρκας αποδίδει την αποστασία στην άρνηση του Γ.Παπανδρέου να αποδεχθεί το σχέδιο Άτσεσον και τις διάφορες διχοτομικές λύσεις που προτείνονταν από τις ΗΠΑ στο διάστημα αυτό. Βεβαίως κάποιο ρόλο έπαιξε η απειρία του Κωνσταντίνου λόγω του νεαρού της ηλικίας , πράγμα που επαναλήφθηκε με τα διαδοχικά λάθη που έκανε μετά το πραξικόπημα του 1967.
Ο Τσίρκας διατυπώνει μια σαφή κριτική στην εξέλιξη των σοβιετικών καθεστώτων(σελ.14,15). Περιγράφει την ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής αριστεράς, την προσπάθεια να επιβιώσουν σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, την δυναμική κίνηση της νεολαίας που η εξόριστη ηγεσία της αριστεράς δεν μπορεί να κατανοήσει. Με ζωντάνια και γλαφυρότητα αναφέρεται στην φοιτητική αριστερά και στο περιοδικό "Πανσπουδαστική" που σήμερα γνωρίζουμε για το έργο τους μερικούς πρωτεργάτες όπως τον Γ.Χατζόπουλο, τον Γ.Καλιόρη, τον Ι.Τσιβάκου, τον Σ.Ράμφο, τον Κ.Ψυχοπάίδη, τον Π.Κονδύλη. Βεβαίως οι "Λαμπράκηδες" με προεξάρχουσα εμβληματική μορφή τον Μ.Θεοδωράκη(ο ακροδεξιός κατά τον όψιμο ΣΥΡΙΖΑ).
Ένα πρόσωπο που παίζει καταλυτικό ρόλο με το έργο του είναι ο Γ.Σεφέρης. Οι αναφορές στο έργο του είναι πολλές ενώ διαβάζεται και επηρεάζει την νεολαία της αριστεράς, όπως και ο Στρατηγός Μακρυγιάννης. Δεν είχαμε φτάσει ακόμη στο στάδιο μιας μεταπολιτευτικής αριστεράς που γράφει λίβελους εναντίον τους.
Συγχρόνως το μυθιστόρημα αποτελεί μια παρουσίαση από στέκια συγγραφέων όπως του Απότσου: "Προχτές, στο μπαρ του Απότσου, είδα να πίνουν το ούζο τους την ίδια στιγμή ο Ώντεν, με δυο Αμερικάνους "αυτοεξόριστους", ο Λώρενς Ντάρελ με τον Γιώργο Κατσίμπαλη, κι ο Ηλίας Ηλιού μόνος του. Περασμένα μεσάνυχτα, έτυχε να διαβαίνω έξω απ' τη Λέσχη των Λαμπράκηδων, στην οδό Πειραιώς, είδα να βγαίνει ο Μίκης Θεοδωράκης και μαζί του ένα τσούρμο κορίτσια κι αγόρια με λαμπερά πρόσωπα - χρόνια είχα να τ' αντικρίσω αυτά τα ολάνοιχτα μάτια" (σελ.10).
Η συγγραφική δεινότητα του Σ.Τσίρκα αποκορυφώνεται στην περιγραφή του "θάνατου του παλικαριού" , της δολοφονίας και της κηδείας του Σ.Πέτρουλα που σημάδευσε την δραματική αυτή περίοδο:
"Ολόγυρα στο θάλαμο που μύριζε βαριά βασιλικό και μαντζουράνα γυναίκες καθισμένες ανακλαδιστά, η μάνα , η αδερφή του, ίσως άλλες συγγένισσες, με τα μαύρα τσεμπέρια τους γύρω στο λαιμό και στις άκρες ριγμένες μπρος, με τα μαλλιά χωρισμένα στα δύο, χουφτιάζοντας την κάθε άκρη και σηκώνοντας πότε το δεξί πότε τ' αριστερό ξεφώνιζαν όλες μαζί πένθιμα και μονότονα: " Ω αδέρφι, αδέρφι!". Κι εμείς μπαίναμε δίχως να βγάλουμε μιλιά, σκύβαμε το κεφάλι, βρίσκαμε ανάρμοστο τα κόκκινα λουλούδια που αποθέταμε να έχουν σχεδόν σκεπάσει τα πράσινα ματσάκια με τα μυριστικά των χωριανών του, κι η οργή μέσα μας φούντωνε καθώς αντικρίζαμε τα γδαρμένα και ματωμένα μούτρα μιας συγγένισας από τα ίδια της τα νύχια. Ύστερα σκύβαμε κι άλλο πολύ για ν' ασπαστούμε τον νεκρό και βγαιναμε"(σελ.362).

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Υπενθύμιση προς τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Ανδρέα Κάλβο















Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Α.Κάλβος: Εις Σάμον

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Αντώνης Μπουντούρης: Άρης


Για την επέτειο του θανάτου του πρωτοκαπετάνιου Αρη.


                                                              ΑΡΗΣ

Είναι πανάρχαιο το κρίμα
κι όλα προβλέψιμα σ' αυτόν τον τόπο.

Ετσι και με τον Καπετάνιο.

Κυλούσε σβώλους χώματα
που γίνονταν ηφαίστεια.

Σπάθιζε ο μαύρος σκούφος τα βουνά
είχε το χωριό χαρά
κι αγνάντιο απ΄τις πεζούλες.

Η χαλικαριά των ποταμών έψελνε
τα μελλούμενα και τα διφορούμενα.

Μα όλα πάγωσαν μεμιάς μπροστά
στο ματωμένο φανοστάτη που
άφησε την ελπίδα ακέφαλη.

Κι έγινε το πένθος διαρκές.

Κρίμα.

Ανάμεσα στη Μεσούντα
και του Φάγγου το φαράγγι
ένα τραγούδι.

Σκληρός χειμώνας

Καλοκαίρι κανένα

Ανοιξη χαμένη

Οι αλλόφωνες εκφωνήσεις της Ιστορίας
το μεγαλύτερό μας κρίμα.

Κι ο θάνατός του βαρύς
πολύ βαρύς
για να συρθεί σε μνήμα.

Νίκος Καζαντζάκης και Ίωνας Δραγούμης




Ο Ν.Καζαντζάκης, ο Ι.Δραγούμης και ο Άγγελος Σικελιανός υπήρξαν τρεις εγκάρδιοι φίλοι με κοινές πνευματικές ανησυχίες. Είχαν μια κοινή αφετηρία, την σκέψη του Φ.Νίτσε από τον οποία δέχθηκαν τις πρώτες καθοριστικές επιδράσεις και από την οποία κληρονόμησαν ορισμένα ουσιώδη ερωτήματα που δεν οδηγούσαν αναγκαστικά στις ίδιες απαντήσεις. Ο Δραγούμης στα δημοσιευμένα Ημερολόγια του αναφέρεται αρκετές φορές στον Άγγελο Σικελιανό. Μάλιστα γράφει για μια επίσκεψή τους στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά που πιθανόν ο Σικελιανός να εμπνεύστηκε το γνωστό του ποίημα. Ο Κίμων Φράιερ αναφέρεται σε ένα λιγότερο γνωστό έργο του Ν.Καζαντζάκη το "Συμπόσιον" όπου ανάμεσα στους ήρωες περιλαμβάνεται ο Ι.Δραγούμης με το όνομα "Κοσμά" και ο Α.Σικελιανός με το όνομα "Πέτρος".
Ο συγγραφέας Θεόφιλος Φραγκόπουλος στο αφιέρωμα της "Νέας Εστίας" (Χριστούγεννα 1977, τεύχος 1211) αναφέρει ότι η φιλία μεταξύ των δύο συγγραφέων αναπτύχθηκε στο σπίτι της οικογένειας του. Η δολοφονία του Ίωνα θα βυθίσει τον Καζαντζάκη στο πένθος: " είναι αδύνατον να γίνει σήμερα κατανοητό το τι συγκλονιστική εντύπωση έκανε στον λογοτεχνικό κόσμο κείνης της εποχής τούτη η δολοφονία. Ο Ίδας δεν ήταν μόνο το ίνδαλμα της αθηναϊκής κοινωνίας: ήταν, κυρίως, ένα σημείο προσαγκύρωσης του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια αφ' ενός μεν του πιο άκρατου μεγαλοϊδεατικού εθνικισμού, αφ' ετέρου μια νηφαλιότητας που εμπεδωνόταν στην μετρημένη, μη εξτρεμιστική χρήση των γλωσσικών κανόνων της Δημοτικής. Με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, ο Καζαντζάκης παθαίνει μια τεράστια κρίση, που τον οδηγεί στην απογοήτευση για κάθε τι ελληνικό. Μια απογοήτευση που επιβεβαιώνεται, δύο χρόνια, μετά, με την Μικρασιατική καταστροφή, όταν ο Καζαντζάκης έχει ήδη πάρει των ομματιών του και έχει εγκατασταθεί στην Ευρώπη"(σελ.53).

Ο Γ.Ρίτσος γράφει στην Χρύσα Προκοπάκη για τον "Αποχαιρετισμό" στον Γρηγόρη Αυξεντίου





Στις 15.5.1972, ο Γιάννης Ρίτσος,στην Αθήνα,  γράφει μια επιστολή στην Χρύσα Προκοπάκη για την ποίησή του. Δημοσιεύθηκε στη "Νέα Εστία", Χριστούγεννα 1991, τεύχος 1547 στις σελ. 98 -102. Αποκαλύπτει ότι γράφοντας τον "Αποχαιρετισμό" είχε αισθανθεί την ίδια συγκίνηση που αισθάνθηκε όταν έγραφε τον "Επιτάφιο".Γράφει μεταξύ άλλων: " Σκέψου τι θάταν ο "Επιτάφιος" χωρίς το δεκαπεντασύλλαβο, χωρίς τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Ο Αυξεντίου δεν κατάφερε να εκταθεί πολύ πριν απ' το χρόνο του, ούτε να ταυτιστεί εσωτερικά (ή στην αίσθηση του ακροατή) μ' έναν Προμηθέα ή μ' έναν Χριστό, παρ' ότι και τους δυό "στοιχειωδώς" τους αναφέρει και μάλιστα τον πρώτο με τη χαριτωμένη άγνοια ενός σωφέρ (που μόλις την ώρα του θανάτου του μαθαίνει τη ζωή του) λέγοντας πως το όρνεο τούτρωγε τα μάτια (κι όχι το σηκώτι -θαρρώ κανείς δεν πρόσεξε τούτη τη χαρακτηριστική, τραγική λεπτομέρεια).Θυμάμαι, πως γράφοντας τον "Αποχαιρετισμό" έκλαιγα σαν παιδί όπως όταν έγραφα και τον "Επιτάφιο" ( στον Αυξεντίου υπάρχουν "ολόσωμα" τα προσωπικά μου βιώματα.της Μακρονήσου). Μα τώρα έχω φτάσει να πιστεύω, όπως σου τα ξανάπα, πως η αληθινή ποίηση αποκλείει τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα.. Όμως τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα είναι αυτά που εξασφαλίζουν τη δόξα στους ποιητές"(σελ.100).

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Γιώργος Σεφέρης: Μονόλογος πάνω στην ποίηση




Όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα ο Γ.Σεφέρης κατηγορείτο για τελείως αντίστροφους λόγους από αυτούς που κατηγορήθηκε πριν μερικές δεκαετίες(ως ελληνοκεντρικός). Τότε κατηγορήθηκε για την πλημμελή γνώση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής παράδοσης που προήλθε από την σπουδή του να αφομοιώσει τον μοντερνισμό.
Τρείς από τους εξέχοντες κριτικούς του σε αυτό το πνεύμα υπήρξαν ο Γ.Κοτζιούλας και ο Τ.Παπατσώνης. Ο τελευταίος σε άρθρο του στην "Καθημερινή",φ.13.3.1932 συνοψίζει την επίθεση του στον Σεφέρη (αλλά και στον Α.Καραντώνη που μόλις 21 ετών τον παρουσίασε στην εκτενή μελέτη "Ο ποιητής Γ.Σεφέρης"): "Αλλά γιατί έχει δύο σπουδαία ελαττώματα: α) Είναι μίμηση μέχρι κλοπής ενός ξένου τρόπου, χωρίς την παραμικρότερη παραλλαγή και β) είναι κακή μίμηση. Το διανοητικό, το συλλογιστικό μέρος είναι απόλυτα και πανομοιότυπα απομιμημένο απάνω στα ξένα καλούπια του Μαλλαρμέ, του Βαλερύ, του Λέον Πωλ Φαργκ. Το γλωσσικό μέρος είναι απόλυτα αποτυχημένο στη μίμηση, είναι εξάμβλωμα...Αλλά ειδικά οι νέοι αυτοί σαν τον κ.Σεφέρη, για να έχουν τέτοιαν αναισθησία της ακοής και της γλωσσικής ωραιότητας, για ό.τι αφορά τη γλώσσα μας, υποπτεύομαι για μόνη εξήγηση, πως ξέρουν καλά γαλλικά, αλλά δεν ξέρουν διόλου καλά τα ελληνικά τους"(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ.1087,15.10.1972, σελ.167).
Ο Βάσος Βαρίκας, στα "Πολιτικά φύλλα " Οκτώβριος 1931, κατηγορεί τον Σεφέρη ότι έχει ως πρότυπο "γνωστούς ξένους δασκάλους" ενώ η "Στροφή" έχει "περίπου μηδαμινή αξία" και η προσπάθεια του είναι "αντιδραστική"(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ.1087,15.10.1972, σελ. 164).
Βεβαίως οι κριτικές αυτές στα χρόνια που ακολούθησαν θα μετριαστούν ή θα τροποποιηθούν θετικά (ο τόμος "τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της "Στροφής" που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1961 είναι ένα πολύ καλό αντιπροσωπευτικό δείγμα)
Ο Γ.Σεφέρης στον "Μονόλογο πάνω στην ποίηση", το τελευταίο μέρος του σπουδαίου διαλόγου του με τον Κ.Τσάτσο γράφει:
"Αν όμως μ' ενδιαφέρει, πριν απ' όλα, η καλύτερη ποίηση, δεν είναι βεβαία δική μου η στάση του λεπτεπίλεπτου αριστοκρατισμού που άνθισε και κάρπισε με τόση γλυκύτητα στον τόπο μας, και που κοίταζε από πολύ ψηλά είτε λ.χ. τα δημοτικά τραγούδια είτε τον "Ερωτόκριτο". Απεναντίας τα κείμενα αυτά, καθώς και ο Μακρυγιάννης, μου έμαθαν πάνω στην ελληνική γραφή πολύ περισσότερα από πολλούς θεολόγους της λογοτεχνίας, και έχω την ιδιοτροπία να πιστεύω ότι κείμενα σαν το ακόλουθο:
"Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει.- Είχα τον ήλιο στα βουνά, και τον αιτό στους κάμπους,- και το βοριά το δροσερό τον είχα στα καράβια.-Μα ο ήλιος εβασίλεψε , κι ο αιτός αποκοιμήθη, και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.- Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε" με βοήθησαν να καταλάβω καλύτερα την "ερμητική", "άλογη" και "ασυνάρτητη" σύγχρονη τέχνη. Ελπίζω να μου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να δώσω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου"(ό.π. σελ.128).