Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Σχόλιο γι αυτούς που στήριξαν με τις υπογραφές τους την συμφωνία των Πρεσπών και την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ.



Στην Γαλλία είχε κυκλοφορήσει κάποτε το βιβλίο του Ζυλιέν Μπεντά με τον τίτλο " Η προδοσία των διανοουμένων " που ίσως να μας βοηθά να ερμηνεύσουμε την συμπεριφορά αυτών που υπογράφουν. Βεβαίως όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υπογράψει αλλεπάλληλα μνημόνια που έχουν τσακίσει με πολλούς τρόπους την ελληνική κοινωνία, όταν έχει υποθηκεύσει το σύνολο της δημόσιας περιουσίας για τα επόμενα 100 χρόνια, όταν έχει υπογράψει συνεχή έλεγχο και πλεονάσματα που ξεπερνούν το 2,60% του ΑΕΠ, όταν η φορολόγηση των μισθωτών ξεπερνά το 50% και των ελεύθερων επαγγελματιών με τις ασφαλιστικές εισφορές προσεγγίζει το 80%, και πολλά ακόμα που έχουν όμως αφήσει ασυγκίνητους αυτούς τους κύριους και αυτές τις κυρίες, και πιθανότατα όλα αυτά να τα θεωρούν και αριστερή πολιτική, τότε είναι ικανοί να υπογράψουν οτιδήποτε τους σερβίρουν. Η συμφωνία με την FYROM και η κυβερνητική σπουδή για αυτή είχε ως μοναδικό σκοπό να ενταχθεί η γειτονική χώρα στο ΝΑΤΟ και φυσικά στο σκοπό αυτό δεν υπολογίσθηκε ούτε η βούληση του ελληνικού λαού , ούτε τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα, ούτε το γεγονός ότι η αποδοχή "μακεδονικής" γλώσσας και ιθαγένειας είναι όχημα αλυτρωτισμού και υπονομεύει το erga omnes. Ας δούμε όμως κάποιες από τις κατηγορίες αυτών που υπογράφουν. Υπάρχουν οι παλιοί θεωρητικοί του σημητικού ΠΑΣΟΚ , ο Μουζέλης, η σύζυγος του Δραγώνα, ο Α.Λιάκος όλοι αυτοί που χρησιμοποιήθηκαν ώστε να υποκατασταθεί ο λόγος της εθνικής ανεξαρτησίας του παπανδρεικου ΠΑΣΟΚ με την συνηγορία στην γερμανική Ευρώπη. Άλλη κατηγορία είναι ο καθηγητής - δημοσκόπος Μαραντζίδης που έχει διακριθεί στο εμφυλιοπολεμικό αντικομμουνισμό, είχε φέρει στο Αριστοτέλειο καθηγητές σαν τον Κουρτουά ώστε να τον προωθήσουν και πρόσφατα αιτιολόγησε την υποστήριξη του στην συμφωνία των Πρεσπών με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιτίθεται στα συμφέροντα της Δύσης ακόμη και σε βάρος των δικών της συμφερόντων ! Φυσικά δεν μπορούσε να λείψει ο Άκης Γαβριηλίδης που έχει βρίσει όλη την αριστερά (και τον ΣΥΡΙΖΑ), με πρώτους από αυτή τον Μ.Θεοδωράκη και τον Γ.Ρίτσο , ως φασιστική. Αλλά και η Άννα Βαγενά που έχει ψηφίσει όλα τα αντικοινωνικά μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ ως βουλευτής θα ήταν έκπληξη να μην στηρίξει και αυτό. (Την λίστα συμπληρώνουν ομότιμοι και νυν πανεπιστημιακοί. Κάποιοι από αυτούς υπογράφουν οικογενειακώς δηλαδή αδέρφια, ή πατέρας -υιός-κόρη ως δείγμα των πανεπιστημιακών μας συνηθειών. Κάποιοι άλλοι έχουν πολλές ιδιότητες όπως η Ιφιγένεια Καμτσίδου η οποία εκτός από πανεπιστημιακός είναι σύζυγος του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργού Ν.Παρασκευόπουλου και κατέχει δημόσιο αξίωμα ως πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, Τελικά πολλοί από αυτούς εντάσσονται στον κυβερνητικό μηχανισμό εξουσίας και δεν αποτελούν ανεξάρτητες οντότητες) . 
Πρόκειται συνεπώς, για τον ΣΥΡΙΖΑ για ένα κόμμα που δεν εκπροσωπεί ούτε ταξικά , ούτε εθνικά συμφέροντα αλλά μόνο τα ατομικά συμφέροντα όσων μετέχουν στην εξουσία αλλά και δεν εκπροσωπεί ούτε την αριστερή ούτε κάποια άλλη ιδεολογία. Όσοι το στηρίζουν είναι ένα λόγος για να τους επικρίνουμε και όχι να επηρεάζουν θετικά τις αποφάσεις μας.
(Ήδη κάποιοι από αυτούς όπως η Νένα Βενετσάνου και ο Κυριάκος Κατζαουράκης διαψεύδουν τις υπογραφές τους)

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Γ.Φαράκλας: Η λογική του Κεφαλαίου, μια κριτική εισαγωγή στη σκέψη του Μάρξ και του Βέμπερ, Βιβλιοπωλείο της Εστίας , 2018.




Το κυριότερο πλεονέκτημα του έργου είναι τα στρωτά και ορθά ελληνικά που αποδίδουν με σαφή τρόπο τις σκέψεις του συγγραφέα και συμβάλουν να κατανοήσουμε έγκυρα το έργο του Μαρξ και Βέμπερ. Πρόκειται για ένα στοιχείο διόλου ευκαταφρόνητο αν σκεφτούμε ότι πόσα κείμενα έχουν γραφεί με ένα γριφώδη τρόπο όχι γιατί έχουν κάποια απρόσιτα στον κοινό νου νοήματα αλλά γιατί ο συγγραφέας τους βρίσκεται σε γλωσσική σύγχυση. Πριν ο Αλτουσέρ αυτοκτονήσει είχε προλάβει να χαλάσει αρκετά από τα πιο ελπιδοφόρα πνεύματα της γενιάς του ' 70 που είχαν θαμπωθεί από το έργο του. Ο Γ.Φαράκλας αποκαλύπτει στον επίλογο του ότι έχει επηρεαστεί από τον Κοσμά Ψυχοπαίδη και με το έργο αυτό θέλησε να "προτείνει επιχειρήματα υπέρ της θέσης του"(σ.319). Επρόκειτο για ένα σημαντικό σίγουρα στοχαστή, ευπρεπή και χωρίς εμπάθειες, που πέθανε αιφνίδια παρουσιάζοντας το βιβλίο του Γ.Καραμπελιά "Θεμελιώδης παρέκκλιση" με το οποίο παρόλα αυτά θα είχε αρκετές διαφωνίες. Βέβαια το ύφος των κειμένων του Κ.Ψυχοπαίδη υστερεί από αυτό του Π.Κονδύλη και σε κάποια σημεία είναι μάλλον δύσκολο να το παρακολουθήσουμε. Η προσπάθεια του Ψυχοπαίδη να αναιρέσει τον αξιακό σχετικισμό είναι προβληματική. Διότι θα πρέπει να θεμελιώνεται ή στον πλατωνισμό ή στον θεολογικό μυστικισμό ( εξ αποκαλύψεως αλήθεια) ή θα πρέπει τελικά οι απόψεις που υποστηρίζει να θεμελιώνονται στην ισχύ που προϋποθέτει ένα στέρεο δόγμα και ένα έμπιστο συνάφι στοχαστών. Ο Γ.Φαράκλας παρουσιάζει άρτια το έργο του Μάρξ για την καπιταλιστική κοινωνία (μια ιδιότητα που ο Ρ.Αρόν θεωρούσε το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του). Όμως δεν παρουσιάζει, επαρκώς τουλάχιστον, την σοβαρή κριτική που διατύπωσαν ο Κ.Παπαϊωάννου και ο Κ.Καστοριάδης. Για παράδειγμα ο τελευταίος έχει γράψει ένα σπουδαίο δοκίμιο για την έννοια της αξίας στον Μάρξ και στον Αριστοτέλη που μπορεί να μας διαφωτίσει γενικότερα για το μαρξικό έργο. Ίσως γιατί στην χώρα μας ο μαρξισμός έχει σε κάποιες περιπτώσεις τα ίδια χαρακτηριστικά με τον χριστιανισμό. Στους περισσότερους από όσους τον επικαλούνται δεν έχει καμία επιρροή στην πραγματική τους ζωή, έχει δηλαδή τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας. Άρτια είναι η παρουσίαση του έργου Μ.Βέμπερ, ενός σημαντικού στοχαστή που έχει επηρεαστεί από τον Φ.Νίτσε αναγκαίος για να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά της δυτικής κοινωνίας( ορθολογισμός του σκοπού και της αξίας, η γραφειοκρατία, η συμβολή του καλβινισμού στην γένεση του καπιταλισμού, η ηθική του φρονήματος και η ηθική της ευθύνης).

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Η πορεία θανάτου των παιδιών, ένα δραματικό περιστατικό του ελληνικού εμφυλίου.




Ο Πέτρος Ανταίος , αρχηγός της ΕΠΟΝ εξιστορεί ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια του ελληνικού εμφυλίου δείγμα του παραλογισμού που τότε επικράτησε( Σ.Κούλογλου: Μαρτυρίες για τον εμφύλιο και την ελληνική αριστερά , Εστία 2006): Ο Γούσιας είχε την φοβερή ιδέα για να εντυπωσιάσει τον Ζαχαριάδη και να πάρει την θέση του Μάρκου Βαφειάδη να οδηγήσει στον Γράμμο ένα μεγάλο αριθμό παιδιών:
" Ο Γούσιας πήρε μαζί του και άλλα 400 παιδιά που οι Θεσσαλοί είχαν μαζέψει από χωριά του κάμπου. Συνολικά είχαν μαζευτεί περίπου 1300 παιδιά. Μας συνόδευαν δύο τάγματα πολύ μαχητικά: το τάγμα της Νεολαίας της Ρούμελης και το ιππικό του Μπουκουβάλα. Με τα παιδιά και τη βοήθεια των ταγμάτων, ο Γούσιας σκεφτόταν: "Θα τους σαρώσω , θα ανέβω πάνω στον Γράμμο και με αιχμαλώτους". Ήταν η πιο θανατερή πορεία στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Από τα 1300 παιδιά έφτασαν πάνω στο Γράμμο γύρω στα 300. Σακατεύτηκαν δηλαδή 1000 παιδιά, ο ανθός της νεολαίας της Ρούμελης, Παιδιά που φυσικά δεν ήταν ώριμοι αγωνιστές, οι περισσότεροι ήταν επιστρατευμένοι από τον Γούσια στα χωριά όπου έμπαινε και μάζευε κορίτσια και αγόρια. Τα παιδιά είχαν προστασία αλλά ήταν άοπλα. Θυμάμαι την επική πορεία μέσα από τον κάμπο, όπου αντιμετωπίσαμε άοπλοι με πέτρες τα τάνκς στη δημοσιά Λάρισας- Βόλου. Θυμάμαι το απίστευτο δραματικό πέρασμα της λίμνης Κάρλας όπου πάγωσαν τα παιδιά σαν νούφαρα και έμειναν πάνω στη λίμνη. Όταν φτάσαμε στα Πιέρια πια είμαστε ξεθεωμένοι, ήμαστε σαράντα μέρες νηστικοί, είχαμε μαζί μας μόνο λίγα σπυριά καλαμπόκι. Ο Γούσιας μου έδωσε εντολή να σφάξουμε όλα τα ζώα. Ήταν η πρώτη φορά που τα παιδιά έφαγαν μουλαρίσιο ζωμό και τα περισσότερα έκαναν εμετό. Μονάχα στην κορφή των Πιερίων, σε υψόμετρο περίπου 1.100 κάθε δυο-τρεις βραδιές πεθαινανε 40-50 παιδιά. Κάναμε ένα συνεργείο εμείς οι νεολαίοι και σώσαμε μερικά παιδιά δίνοντας τους ένα κομματάκι ζάχαρη, μια γουλιά κονιάκ που άρπαζα από το παγούρι του Γούσια. Την τεσσαρακοστή ημέρα βγήκαμε αντίκρυ προς τις προσβάσεις του Γράμμου, σέρνοντας μαζί μας και νεκρούς. Ήταν μια φοβερή τραγωδία που την έζησα"(σελ.72,73). 
Άλλη μια τραγική συνέπεια του εμφυλίου ότι οι εξόριστοι στις Ανατολικές χώρες , όπως λέει ο Στέλιος Γιατρουδάκης , ζούσαν το δράμα του πολύχρονου χωρισμού των οικογενειών: " πολλές οικογένειες πολιτικών προσφύγων ήταν διασκορπισμένες σε όλη την Ανατολική Ευρώπη: σε άλλη χώρα ο άντρας , αλλού οι γυναίκες και αλλού τα παιδιά - πέρασαν χρόνια να ενωθούν. Όμως οι σοβιετικές αρχές δεν επέτρεπαν τα ταξιδια ούτε προς τις άλλες λαϊκές δημοκρατίες"(σελ,518).

Πρέσβης Βύρων Θεοδωρόπουλος: Κριτική στην συμφωνία της Ζυρίχης




Η "Καθημερινή" τις δύο τελευταίες Κυριακές διανέμει το έργο(α'+β' τόμος) του πρέσβη Βύρωνα Θεοδωρόπουλου (1920-2010). Πρόκειται για εύστοχο έργο που ανατέμνει με σοβαρό, ρεαλιστικό και αξιόπιστο τρόπο τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Αναγκαστικά είναι επιγραμματικός παρά αναλυτικός ώστε να μπορέσει να δώσει την ουσία των γεγονότων. Σε πολλά σημεία λόγω της χρονικής απόστασης ίσως να έχει ξεπεραστεί αλλά στο γενικό του περίγραμμα παραμένει πολύ χρήσιμο. Στο τέλος του β΄τόμου γράφει ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται με περίσκεψη και φειδώ ο όρος "φιλία" για να περιγράψει την κατάσταση των δύο κρατών(σελ.212).
Πολύ ενδιαφέρουσα και εύστοχη είναι η κριτική που ασκεί στην συμφωνία της Ζυρίχης. Ο ελληνισμός ξεκίνησε τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα το 1956, στον οποίο πρόσφερε πρόθυμα μεγάλες θυσίες,με στόχο την Αυτοδιάθεση- Ένωση. Ήταν ένας πανελλήνιος αγώνας και δείγμα αυτού είναι όταν οι Άγγλοι απαγχόνιζαν στην Κύπρο τον Καραολή και Δημητρίου όλη η Αθήνα είχε πλημμυρίσει από διαδηλωτές, στα σοβαρά μάλιστα επεισόδια που έγιναν υπήρξαν 4 νεκροί διαδηλωτές. Παρόλα αυτά ο στόχος της Ένωσης αντικαταστάθηκε από την ανεξαρτησία, που στην πραγματικότητα ήταν δεσμευμένη ανεξαρτησία, το πολίτευμα δεν μπορούσε να λειτουργήσει, έβαζε για πρώτη φορά τον τουρκικό στρατό στο νησί, ενώ υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για την διχοτόμηση. Πέραν αυτού φαινόταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή αφού κάθε προσπάθεια τροποποίησης ή μεταρρύθμισης θα θεωρείτο ως παραβίασης της εκ μέρους της Ελλάδας. Πρόκειται δηλαδή για ένα τραγικό λάθος που ήταν η αφετηρία για όλα όσα φοβερά συνέβησαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν στην Κύπρο.
Γράφει ο Β.Θεοδωρόπουλος: " το πνεύμα των ρυθμίσεων της Ζυρίχης ήταν ότι μέσα στην ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία οι Τουρκοκύπριοι είναι μια ξεχωριστή κοινότητα στην οποία παραχωρούνται αυξημένα σε σχέση με την αριθμητική της αναλογία συνταγματικά δικαιώματα. Παράλληλα όμως αναγνωριζόταν και το απευθείας ενδιαφέρον της Τουρκίας , όχι μόνο για την προστασία της μειονότητας, αλλά και των στρατηγικών συμφερόντων της ίδιας της Τουρκίας που, όπως και η Ελλάς, εγκατέστησε συμβολικό τμήμα στρατού στην Κύπρο και αναγνωρίσθηκε ως Δύναμη σύμμαχος και εγγυήτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι προφανής η διττή βάση στην οποία η Τουρκία στήριζε το ενδιαφέρον της για την Κύπρο. Η νέα Δημοκρατία άρχιζε τη ζωή της με ένα Σύνταγμα που ήταν πράγματι δύσκολο στην εφαρμογή του, γιατί προέβλεπε βέτο του Τουρκοκυπρίου Αντιπροέδρου, σύστημα ειδικής πλειοψηφίας των τουρκοκυπρίων βουλευτών που τους έδινε ένα ιδιότυπο δικαίωμα αρνησικυρίας, και γενικότερα εκπροσώπηση της μειοψηφίας δυσανάλογη σε σχέση με την αριθμητική της δύναμη. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα ήταν ότι θα υπήρχε συνεργασία ανάμεσα στις δύο εθνικές ομάδες, καλή πίστη στην εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων και προ πάντων κοινή αντίληψη για την πολιτική φιλοσοφία που εξέφραζε το Σύνταγμα. Η συνεργασία ανάμεσα στις δύο εθνικές ομάδες δεν είχε προϊστορία πάνω στην οποία να μπορέσει να αναπτυχθεί. Υπήρχε συμβίωση των δύο κοινοτήτων επί αιώνες. Συμβίωση ειρηνική. Αλλά λίγος συγχρωτισμός. Κοινωνικά είχε η κάθε μια τη δική της ζωή. Η διαφορά της μορφωτικής στάθμης έδινε στους μεν αίσθημα υπεροψίας. Η διαφορά της οικονομικής στάθμης έδινε στους δε αίσθημα φθόνου. Στο διάστημα του αγώνα της ΕΟΚΑ τα πράγματα χειροτέρεψαν. Η δημιουργία αντίστοιχης ένοπλης οργανώσεως μεταξύ των Τουρκοκυπρίων επανδρωμένης με Τούρκους αξιωματικούς, και η χρησιμοποίηση Τουρκοκυπρίων από την αγγλική διοίκηση ως επικουρικών έφερε σε αιματηρές συγκρούσεις Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους"(τομ.Β' σελ.128,129).

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Η ποίηση του Γ.Κοτζιούλα: Από την μελαγχολία στο πνεύμα της αντίστασης.



Ο Γ.Κοτζιούλας  ξεκινά την πρώτη του ποιητική συλλογή  "Εφήμερα" (Αθήνα 1932)  με ένα αίσθημα μελαγχολίας και απογοήτευσης. Όμως δεν πρόκειται  για κείνο το βαθύ πεισιθάνατο ρεύμα του καρυωτακισμού, που δεν αναγνώριζε στην ζωή κανένα στοιχείο να τον ελκύσει και έβρισκε στον θάνατο την λύση, την διέξοδο, την λύτρωση.
Για το παιδί που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην γη της Ηπείρου η πενία και οι δυσκολίες που αυτή κομίζει είναι αδιαχώριστη στοιχείο της ύπαρξης του. Δεν πρόκειται να τις ξεπεράσει  ούτε όταν έρθει στην Αθήνα, αφού αυτές μάλλον επιδεινώθηκαν. Μπορεί να σπούδασε, να απέκτησε εργασία, που διακοπτόταν όμως  από  διαστήματα ανεργίας, όμως απώλεσε την άμεση και ζωογόνα σχέση που είχε με την φύση.
Βεβαίως  οι  δυσκολίες αυτές  δεν  κατέστησαν ικανές  για να απωλέσει  ο  Γ.Κοτζιούλας ορισμένα χαρακτηριστικά  του δηλαδή  την αυθεντική, την πρωτογενή  σχέση που διατηρεί με την ελληνική λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι και τα ορθόδοξα βιώματα. Από αυτή την σχέση λαμβάνει δύναμη για να συνεχίσει  αλλά και έμπνευση.  Όπως επεσήμανε ο Μάρκος Αυγέρης : «ο πολυδιαβασμένος και πολύγλωσσος ποιητής μένει απαρασάλευτος μέσα στα χαρακτηριστικά του, δεν ξυπάζεται από τίποτα. Η ποίηση του βγαίνει από τον εαυτό της, περήφανη στην  ταυτότητά της δε δοκιμάζει απάνω της κανένα ξένο ρούχο. Όπως το δημοτικό τραγούδι, και το τραγούδι του Κοτζιούλα βυθίζει τις ρίζες του βαθιά στο  χώμα το Ελληνικό, στον κόσμο τον Ελληνικό, είναι ντόπιο σ’ όλα του»[1].  Πρόκειται συνεπώς για έναν γνήσιο ελληνοκεντρικό της αριστεράς.
Στην πρώτη  του ποιητική συλλογή στα «Εφήμερα»,  στο ποίημα με τον τίτλο «ο Περαστικός που τραγουδούσε»,  αναζητά  το δρόμο και το στρατί   που θα το οδηγήσει στην μικρή του πατρίδα , στο χωριό του:
" Όταν τριγύρω μου όλοι πια θα φαίνονται σαν ξένοι- και θα' μαι από τη προσμονή τη μάταιη κουρασμένος,-θα πάρω προς τ' απόβραδο μια στράτα σκονισμένη- κι όξω απ' την πόλη θα βρεθώ, μεμιάς αλαφρωμένος.- Τα δέντρα σα συντρόφους  μου παλιούς θα χαιρετήσω,- θα ιδώ τ' ανήσυχα πουλιά να φεύγουνε, κι  ακόμα- σαν αδερφός στα ταπεινά χορτάρια θα μιλήσω- και θα φιλήσω ευλαβικά το νοτισμένο χώμα."[2]
Το κλίμα της πτώσης και της απογοήτευσης θα επισφραγιστεί με το "Ελεγείο στον Καρυωτάκη" όπου  μεταξύ των άλλων γράφει: " τι να σου πω και πως να σε θρηνήσω,- στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;- Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω- και μόλις τώρα σ' ένιωσα, νεκρό."[3]  Στο "Σταμάτημα" ο χρόνος κυλάει μονότονος, χωρίς νόημα και βλέπει "σ' ατέλειωτη σειρά τις μέρες να διαβαίνουν"[4]. Στην "Θερινή συμφωνία" η ανία κάνει πάλι ευκρινή την παρουσία της: "πλέουμε χαμένοι στην ανία- σαν ακυβέρνητη σχεδία-που πηγαινοέρχεται ολοένα-μες σε νερά σταματημένα"[5]. Στον "Απόλογο"  ο πόνος έχει καταπνίξει τις χαρές της ζωή,  μοιάζει με λαθραίο διαβάτη που περνά από τη γη.  Στο "φιλοσοφείν"  η ζωή αποκηρύσσετε με τον πιο δραματικό τόνο, ενώ  δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής ή εναλλαγής: "τούτ' η ζωή που ζούμε είναι γελοία,- μα δεν υπάρχει κι άλλη να διαλέξεις.- Γράφουμε, ερωτευόμαστε, όλο λέξεις- πεθαίνουμε και μπαίνει μια τελεία"[6]. Στον "Μονόλογο"  το "καθετί μου φέρνει λύπη- κι η συλλογή δε μου απολείπει"[7].
Το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο "Φυσιολατρεία", που είναι αφιερωμένο στον Στρατή Μυριβήλη, το κλίμα αλλάζει και γίνεται αισιόδοξο: " σήμερα χαίρομαι βαθιά- του φθινοπώρου την ειρήνη- ρόδινη η συλλογή μου εγίνη- κι η πλάση γύρω μου ξανθιά-...Τα χέρια υψώνω και βλογώ- τη μέρα που άνοιξα τα μάτια- στα καθαρά γαλάζια πλάτια-με πεταλούδα κυνηγώ"[8].
 Η δεύτερη συλλογή  "Σιγανή φωτιά"(1932-1935) περιέχει μεγαλύτερες ποιητικές συνθέσεις. Ένα ιδιαίτερα τρυφερό ποίημα το "Ψυχοσάβατο" αναφέρεται στην γλυκιά ανάμνηση της γιαγιάς του και την ιδιαίτερα σκληρή ζωή της. Σε άλλο κυριαρχεί  το αίσθημα της ανολοκλήρωτης ή αδιέξοδης αγάπης  όπως στο "Όνειρο που δεν τελειώνει" και  στο " Τρία ποιήματα γραμμένα για την ίδια"  που περιλαμβάνει και τους στίχους: "σε πύργο έμαθα πως σ' έχουν- κι όλο γυρεύω να σε βρώ.- Σε δάσος έφτασα βουερό- κι αγερικά από πίσω τρέχουν"[9].
Σημαντικό είναι το ποίημα που είναι αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με το τίτλο "Στροφές για τον ασύγκριτο" όπου η αξιοσύνη της τέχνης του είναι ανάλογη της φτώχειας και της έλλειψης που τον ακολουθούσε σε όλη του την ζωή, ένα στοιχείο κοινό και στον Γ.Κοτζιούλα.  Η απίστευτη, για τα σημερινά μέτρα, πενία του  του χαρίζει τον χαλκά του ουρανού, δηλαδή την προσέγγιση της θεότητας: " ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, η μεγάλη- ψυχή, δεν είχε, λεν όσοι είδαν, να φορέσει- λουρί, γι΄αυτό κι εκείνος έδενε τη μέση- μ' ενα σκοινί, σα  διακονιάρης. Όταν πάλι- του 'διναν  τσάι ευρωπαϊκό σε σπίτι ξένο, -δεν το ' παιρνε, γιατί δεν το' χε μαθημένο.- Φεύγοντας ύστερη φορά για τ' ακρογιάλι- (πενήντα περασμένα κι είχε καταπέσει)-τον πήρε το παράπονο, έκλαιε, πως να μη μπορέσει- τ' αγόρι του αδερφού του κάπου να το βάλει,- " Άχ, όπως ήρθα στην πατρίδα μου πηγαίνω- κρυφοτρεμούλιαζε τ' αχείλι πικραμένο.- Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα- κι όμως τη χάρη ποιός την έφτασε εκεινού;- Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,- δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ' ουρανού"[10].
Στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο Γιώργος Κοτζιούλας , θα επιστρέψει μερικά χρόνια αργότερα , το 1941, με το ομότιτλο ποίημα που περιλαμβάνεται στα ανέκδοτα  ποιήματα της περιόδου 1928-1942. Τον φαντάζεται  να είναι  πάνω σε ένα πλοίο που η Ελλάδα  έχει συγκεντρώσει  ότι πιο σημαντικά στοιχεία διαθέτει. Πρόκειται  για ποιητική σύλληψη, δίχως υπερβολή,  αριστουργηματική  που απλώνει με ρεαλιστικό τρόπο  εικόνες και αισθήματα:
«Καθώς ένα πλεούμενο ή μια κιβωτός
Οπού’ χε βάλει η Ελλάδα εκεί τ’ ατίμητά της,
απ’ το γιαλό της Σκιάθος κίνησε, κι ο μπάτης
τον έφερνε όλο προς τα κείθε, ευλογητός.

Σωμένος, άσαρκος (γιατ’ έτσι ο  ουρανός
θα τον ανέβαζε αλαφρότερο στ’ αστέρια),
με σταυρωμένα του σεμνόπρεπα τα χέρια,
φάνηκε ο άγιος των φτωχών ο ταπεινός.

Περίλυπη έδειχνε την όψη του, καθώς
όσοι στον κόσμο αυτόν πίκρα γευτήκαν μόνο∙
μα  φώς αίδιο του καταύγαζε τον πόνο,
στέφανο αρετής  κι  υπέρκαλός ανθός.

Ειδύλλια των νησιών, σκηνές εδεμικές 
ιστόρησε απαλά ο θεόπνευστος πρεσβύτης
σε μιαν εικόνα που η μαγεία η μυστική της
θα κρατάει  όσο  κι οι γενιές οι Ελληνικές.

Ω της χριστιανοσύνης καύχημα, πυρσέ
της αναιώνιας τέχνης, στα σκοτεινιασμένα
τούτα μας χρόνια, θαυμαστέ, μονάχα εσένα
ξανοίγουμε άστρο οδηγητήριο, μόνο εσέ!»[11]
Στα τετράστιχα του 1942 γράφει «δοξάζω τ’ όνομα Κυρίου, ας είναι ευλογημένο, που δίχως πλούτη βρέθηκα και τέτοιος πάντα μένω»[12] , ενώ  περνά  στο διάστημα  που έχει περάσει στην Εθνική αντίσταση και  γράφει με βάση τις εμπειρίες  αυτές: «πρωτοχρονιά ,’ αντάρτες,- αι, τι είναι και τούτο πάλι! -Σαν τι, θιαμαίνομαι: και λέω, το έτος το νέο θα βγάλει;- Τρεμούλα μ’ έπιασε ιερή κι έσφιξε η γνώμη αντρίκεια:- την κλεφτουριά θυμήθηκα μ’ όλα τ’  αρματολίκια!»[13].
Η επόμενη ποιητική του συλλογή  με τον τίτλο «Με τα φτερά του αγώνα» είναι αφιερωμένο στην εθνική αντίσταση. Το πρώτο ποίημα με τον τίτλο «Αντάρτες» ξεκινά με  αναγωγές στους Κλέφτες του ‘21: «με κλέφτες έσμιξα κι εγώ, με χαραμήδες- που βγαίνουν –σκιάχτρα  ζωντανά- στις δημοσιές- κι αρπάζουν χρήματα, περίσσιες  φορεσιές- από μαυραγορίτες κι άλλους μουστερήδες»[14].
Στον αντάρτη παπά, τον πατέρα Ανυπόμονο ( ηγούμενος της Μονής Αγάθωνος  Γερμανός Δημάκος) με τον οποίο πέρασε πολλές στιγμές  στα βουνά της εθνικής αντίστασης και με τον οποίο ανέπτυξε αληθινή και ουσιαστική φιλία είναι αφιερωμένο το ομώνυμο  ποίημα:
«Σταμάτα μια στιγμή του αλόγου σου τη φόρα
καθώς αδρασκελάς τον πατρικό Μοριά
και στείλε μου την ευλογία σου, πάτερ, τώρα
πόπεσα στο κρεβάτι ανήμπορος  βαριά.

Μου κόπηκε η μιλιά και μήτε καταπίνω,
βρίσκομαι  ανάσκελα   κοιτώντας  τις γρεντιές.
Ζαβός καιρός, χειμώνας ήρθε, τι θα γίνω;
Με παραμύθια δεν περνάει και με ψευτιές.

Αντάμα αν ήμασταν σαν πέρσι, για θυμήσου,
θα με  κονόμαες κάπου λίγο λειτουργιά
κι εγκαρδιωμένος απ’ τη φιλική φωνή σου
θ’ αψήφαγα όπως τότε χιόνια και  βοριά.

Μα έκαμες πέρα με τον αρχηγό μας Άρη,
μ’ όλο το μαυροσκούφικο (ώρα σας καλή!)
κι από τη Ρούμελη με το κοντό πουρνάρι
σας  τράβηξαν  αντίκρυ οι ολόφωτοι γιαλοί.

Αυτού που μπλέχτηκες κι’ εσύ με κουμπουράδες
δεν  ξέρω, δέσποτα, αν σου πιάνετ’ η ευκή,
για στείλε τη όμως∙ είναι τόσες μου οι μαυράδες,
που ίσως να βγεί  μια  στάλα ωφέλεια κι’ από κει.

Μα  όσο να φτάσει εδώ της δωρεάς σου η δόση
κι’ όπως  βογγάω εγώ, λέω με το νου μου μην
ο φίλος σου με τα πολλά τα κακαρώσει.
Ζωή σε λόγου, παπούλη μου, κι αμήν!  »[15]   
Στην συλλογή «Οι πρώτοι του Αγώνα», που εκδόθηκε για πρώτη φόρα το 1946, περιέχονται ποιήματα που εξυμνούν πρόσωπα της εθνικής αντίστασης. Εδώ θα βρει την ευκαιρία να γράψει πάλι για τον πατέρα Ανυπόμονο:
«… Κι ενώ οι ραγιάδες προσκυνούσαν την πανιότα,-μ’ άρματα λειτουργός λόγος φωτιάς κηρύττει-κι ο θρήσκος ο λαός που τρώει ψωμί με ιδρώτα- σταυροκοπήθηκε, είδε αντάρτη αρχιμανδρίτη.- Δίπλα σ’ Εκείνον που ήταν τρόμος του τυράννου-ξεχειμωνιάσαμε στα χιόνια του Βαλκάνου-και μοιραζόμασταν ανάλατα ψωμιά.- Μα ας ζωντανός ο Άρης ακόμα, ο Άρης-κι εμείς οι δυό (μπορείς όρκο γι’ αυτό να πάρεις)-μέρες νηστεύαμε χωρίς βαρυγκομιά»[16].
Στο ποίημα «σ’ αυτούς  που κίνησαν πρώτοι»[17] περιγράφει τις πράξεις ηρωισμού των διαφόρων ανταρτών. Σε ένα άλλο που γράφτηκε 6.3.1945 αναφέρεται στην σημαία του αγώνα , ένα λάβαρο που «σκέπασε μια χώρα ακέρια-σα μυριόκλωνο δεντρό»[18]. Στο «ξύπνημα των σκλάβων» ευθεία είναι η σύνδεση της εθνικής αντίστασης με την επανάσταση του’21: «σαν τους παλιούς πολεμιστές,-τους  κλέφτες  του Εικοσιένα- που δεν ελύγιζαν ποτές,- βγήκαν και τώρα αγωνιστές-παιδιά μας ζηλεμένα…Κορμιά δικών μας δεν κολλά-των άπιστων η σφαίρα,-γιατί ο Πανάγαθος φυλά – τα παλληκάρια τα καλά- που τρέχουν νύχτα μέρα»[19]. Στο ποίημα «28 Οκτωβρίου» υμνείται η αντίσταση  στον εισβολέα: «γειά σου, ήρωα στρατέ, γειά σου λαέ πατριώτη, - που ενώ στην άκρη σ’ είχαν φέρει του γκρεμού, -στεριώθηκες  στη γη και τίναξες την πρώτη – κλωτσιά του απάνθρωπο, υπερόπτη Φασισμού»[20].  Ακολουθούν δύο μεγάλες και φιλόδοξες ποιητικές συνθέσεις το «Τραγούδι για τη συντροφιά»[21]  και το «Φτωχολάζαρος»[22]. Σύντομα όμως  θα  επιστρέψει στον γνώριμο ηρωικό τόνο. Το ποίημα «Συνέχεια σε παλιότερα» είναι ένας ύμνος στον ανθιστάμενο στους ξένους κατακτητές  ελληνισμό με τελευταίους χρονικά τους Άγγλους:  «Θάλασσα απ’ όπου βγήκε η λευτεριά καθάρια, χώμα που δόξασαν προγονικά κοντάρια,- βουνά θεοκατοίκητα, ένδοξα, ένα ένα, -γιατάκια των πολεμιστάδων του Εικοσιένα, -που πάλι τα προχτές  ανάδωσαν πετρίτες,- χιλιάδες σταυραϊτούς τυραννοκαταλύτες,- τέτοια αγιασμένα μέρη από αίμα κι από ιδρώτα –να τα πατάει ακόμα άλλου δυνάστη μπότα!»[23].   Συγχρόνως   οι αναφορές σε πραγματικά γεγονότα της ζωής του διανθίζονται με τις εκκλησιαστικές του ανησυχίες, όπως  το  «Βαρσανούφιος ο Μέγας».  Ξεκινώντας «βγήκες από παλιά, σαρακοφαγωμένη- φυλλάδα τ’  Αγιονόρους όλο διδαχές- κι ήσουν στην έρημο με ράσο και με γένι,- σταλμένος του θεού γι’ αμαρτωλών ψυχές»[24]  καταλήγει  πως  ένας σλάβος καλόγερος, ο Αμβρόσιος τον βοήθησε οικονομικά με τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες που του παρείχε.
Η συλλογή ποιημάτων με το τίτλο «Άρης», που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1946, περιέχει ποιήματα που εξυμνούν την πορεία του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ και πενθούν για τον θάνατο του. Στο ομότιτλο «στον Άρη μας» ξεκινά με την διήγηση ενός προσωπικού περιστατικού, «θυμάσαι πως με δέχτηκες γυμνόν απ’ το ποτάμι»[25],  στο οποίο αναφέρθηκε εκτενέστερα στο βιβλίο του «Όταν ήμουν με τον Άρη-αναμνήσεις και μαρτυρίες» (εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2015). Ο Κοτζιούλας τον Δεκέμβριο του 1943, πέρασε κολυμπώντας τον Άραχθο όπου έχασε όλα τα ρούχα του. Εκεί θα τον διασώσουν οι αντάρτες, που θα τον ντύσουν και θα του προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.
Εκτενής θρήνος είναι το ποίημα «ο Άρης νεκρός», που εμπνέεται από τα θέματα και την αισθητική του δημοτικού τραγουδιού:
«…Κι άμα θα σ’ εύρουν άψυχον, ας μη νεκροφιλήσουν-αντίμαχον, που φλάμπουρο της ρωμιοσύνης ήσουν,- παρά ας ριχτούν απάνω σου σαν όρνια σε λεσίμι,- για να φανούν χειρότεροι σ’ εμάς κι απ’ το Μπραϊμη!»[26]. Το ποίημα ολοκληρώνεται με δραματική αναφορά στον Άρη:
«Ωχ, Άρη, δεν το λόγιαζα, πιστός σου εγώ, θυμήσου, -να γίνω τόσο γλήγορα και μοιρολογητής σου,- Μα όχι, δεν πρέπουν κλάματα σ’ εσέ, δεν πρέπουν θρήνοι,-παρά για μέθυσμα κρασί να πιω με το λαγήνι- κι αλαλιασμένος, με νου φευγάτο, δίχως γνώμη, για τ’ όνομα σου δεύτερα και για το παρανόμι, προς τα  ηπειρώτικα βουνά κοιτώντας τάχα πέρα, κουμπούρια μια και δυό βολές ν’ αδειάσω στον αέρα- και ματαπάλι, να βρντάει άπαυτα μέσαθε μου- σα διπλοκάμπανο ή καθώς τρουμπέτα του πολέμου,- για να δοκιέμαι, τρέμοντας ως μες στο φυλλοκάρδι,-το χρέος οπόχουν το σκληρό στα χρόνια μας οι βάρδοι»[27].  
Στην ίδια συλλογή περιλαμβάνεται το ποίημα «Μαυροσκούφηδες» το οποίο κλείνει συνδέοντας πάλι την Εθνική αντίσταση με την Επανάσταση του ’21: « Πως του Εικοσιένα λέω ανάδωσαν οι φύτρες.- ζωντάνεψε η αρχαία μ’ εσάς η κλεφτουριά, και τώρα που χαθήκατε, α, μοιρολογήτρες- κι οι πέτρες  θα σας κλαίν, του αντάρτικου κοντριά»[28].
Στα ποιήματα των επόμενων χρόνων, μετά το 1946, παρέμειναν για ένα μεγάλο διάστημα ανέκδοτα απεικονίζεται η αδιέξοδη εικόνα του εμφυλίου. Στο ποίημα «Απολογία μελλοθανάτου» αναπλάθεται με δραματικό ύφος η απολογία σε στρατοδικείο της εποχής: «όποιο κι αν έχουμε όνομα λεγόμαστε Ελληνίδες,- φύτρα της γης που δόξασαν Τζαβέλαινες και Διάκοι.-Τέτοιαν αντρίκια απόφαση, πες μας, που αλλού την είδες,- χλωμέ κριτή, που στάζουνε τα λόγια σου φαρμάκι;»[29]
Ρεαλιστικότερα απεικονίζεται  η τραγική εικόνα του εμφυλίου στο ποίημα «Πάσχα  1947» : «ρίχναν κι άλλοτες ντουφέκια τέτοια μέρα- μα ήτανε χαράς ξέσπασμα πέρα ως πέρα- και φιλιούνταν, γιέ μου, οχτροί και φίλοι, - και χαροκοπούσαν όξω στο τριφύλλι. –Τώρα αντίς αυγά τσουγκρίζουνε κεφάλια.- Πάει απ’ τις καρδιές λαμπριάτικη αναγάλλια-και τον ίσκιο της ρίχνει βαριά η Διχόνοια.-Κακορίζικα, διατανισμένα χρόνια!»[30]
Στο ίδιο διάστημα θα γράψει επιγράμματα  για διάφορους στοχαστές- τον Τριανταφυλλίδη, τον Τέλλο Άγρα, τον Λουντέμη, τον Κακριδή και άλλους- άλλοτε υμνητικά, άλλοτε περιπαικτικά ή επικριτικά. Για τον Φώτη Κόντογλου γράφει: « Μοβόρος άνθρωπος, σπορά κουρσάρου Μπαρμπαρέσου- (θιαμάζω, Παντοδύναμε, κι εγώ με τις βουλές σου!)- ποιος το ‘λεε ποιος το πίστευε θεοτικός να γίνει- με ράσο αγιονορείτικο, σταυρό και κομποσκοίνι;»[31]
Η συλλογή «Φυγή στη φύση» εκδόθηκε το 1952. Πλέον ο Κοτζιούλας είναι έτοιμος για μεγάλες ποιητικές συνθέσεις ενώ ο λόγος του είναι πιο ώριμος: « στα πεύκα τα ορθοστύλωτα, π’ αυλακωτές κολώνες- θαρρείς βαστούν αρχαίο ναό στο σιάδι τούτο αιώνες,- πολύ πρωί ή απόβραδα προσκυνητής προβάλλω, την ώρα που ένα τσίου τσίου γροικάς και τίποτ’ άλλο»[32].
Τα ποιήματα που είναι αφιερωμένα στον γιό του Κώστα Κοτζιούλα  δείχνουν μια  αγνή και τρυφερή ψυχή που άντλησε την μεγαλύτερη χαρά στη βασανισμένη και σύντομη ζωή του από αυτή την σχέση. Όπως γράφει «χρυσάχτιδο κεφάλι-που μοιάζεις μ’ ήλιου θώρι,-στάσου ακριβό μου αγόρι,-να σε κοιτάξω πάλι»[33]. Πρόκειται για υποδειγματική έμμετρη παιδική ποίηση, με θέματα  που μπορούν να συναρπάσουν το παιδικό  ψυχισμό όπως το αεροπλάνο, τα πουλιά, την καμπάνα, το βράδι, το σκολειό, τις εποχές , την εκκλησία, την πατρίδα, την Ελλάδα.
Μία μεγάλη και φιλόδοξη σύνθεση, όπου το έμμετρο στοιχείο υποχωρεί στο πεζό, είναι το «Θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες», όπου περιγράφεται η βασανισμένη ζωή και  ο θάνατος του ταχυδρόμου πατέρα του μέσα στην χιονοθύελλα. Τα γεγονότα της ζωής του  κορυφώνονται στον θάνατο  περιγράφονται με τόνο εξομολογητικό, έντονα συναισθηματικό και δραματικό. Η σύνθεση κλείνει  με χαιρετισμό στον πατέρα που έφυγε:
«Άξιε τεχνίτη, γιέ μαστόρου μερακλή, που το τραγούδι του το κλέφτικο το γύρισες τρο-
πάρι,ψαλμουδιά, μάθε αρβανίτικο κεφάλι τριγιανταίικο με την γνώμη την ψιλή, μάθε,πα-
ραπονιάρη, πουηταν η κατάντια μου περηφάνια σου, άκου το από μένα πως η τέχνη πάει
σκοινί γαϊτάνι στη σειρά μας, φλέβα μαντεμιού, κι ο λόγος αναβράει τραγουδιστός, χο-
χλάζει σαν τον άμπλακα απ’τα σπλάχνα τουβουνού»[34].
Ο Γ.Κοτζιούλας  συμμετείχε στην εκκλησιαστική ζωή και εμπνεόταν από αυτή. Εξαιρετικό είναι το ποίημα που αφιερώθηκε  στον Άγιο Ευθύμιο , κατά κόσμο Αγριτέλλη, που γεννήθηκε στα Παράκοιλα της Λέσβου, εκάρη μοναχός στην Μονή Λειμώνος, έγινε επίσκοπος στην περιοχή Ζήλων του Πόντου όπου και  βρήκε βασανιστικό θάνατο από τον τουρκικό στρατό τον Ιανουάριου του 1921:
Στη φυλακή τη σκοτεινή που σ’ έκλεισαν, δεσπότη,
σαν τί πικροί συλλογισμοί περνούσαν απ’ το νου σου;
Αλλά ένα φως αλλιώτικο σούφεγγε μες στα σκότη
κι έτοιμος για το θάνατο μιλούσες του Θεού σου.

Όχι για σε, για δύστυχους (τους πιστούς), για κείνους εδεόσουν,
για όσους στα χέρια των εχθρών εχάσαν το κουράγιο.
Εσένα σαν το Λυτρωτή μπορούν να σε σταυρώσουν,
εσέ κατόπι οι Χριστιανοί θα σε τιμούν σαν άγιο.

Πατέρας ήσουν στοργικός για του λαού το πλήθος
και στ’ όνομά σου ορκίζονταν παντού τα ρωμιοχώρια,
ο πόνος ασυγκίνητο δε σου άφηνε το στήθος,
ήξερες η φτωχολογιά πως θέλει παρηγόρια.

Και σαν καλός πολεμιστής, στρατιώτης του Κυρίου
Βαγγέλιο στόνα κράταγες κι αρμάτωνες με τ’ άλλο.
Μ’ αγκάθια κάσα σου έπλεκαν στεφάνι μαρτυρίου,
μα εσύ δεν έλεες το σκοπό ν’ αφήσεις το μεγάλο.

Πήρες στον ώμο το σταυρό καθώς ο Ναζωραίος,
δοκίμασες τα βάσανα κι’ εσύ στην εξορία,
μα δεν ελιγοθύμησες, ήσουν πολύ γενναίος.
Αδάκρυτος εδόθηκες υπέρτατη θυσία.

Ψαλμοί νεκρώσιμοι ήτανε τα λόγια τα στερνά σου,
γιατί προμάντευες σωστά το τι σε περιμένει.
Σε τύλιξαν στο σάβανο του ματωμένου ράσου
και σε μιαν άκρη σ’ έβαλαν, ακόμα φοβισμένοι.

Σ’ εχθρού το χώμα (σε ξένο χώμα) αν ήτανε γραφτό σου να πεθάνεις,
μα η χώρα, που τ’ αδέρφια σου πατούν, δεν είναι σκλάβα.
Ο άνθρωπος μοιάζει μ’ όνειρο, σε μια στιγμή τον χάνεις,
μόνο τα έργα αφήνουμε για θύμηση στο διάβα.

Κι εσύ έγινες αθάνατος με την πικρή θανή σου.
Αν σε τραβάει καμιά φορά της γης η νοσταλγία,
μάτια πολλά θα σε ζητούν, πουλί του παραδείσου,
ψυχές πολλές θα καρτερούν τη θεία σου ευλογία.

     Πάρνηθα,  25.9.36                    Γ. Ηπειρώτης
                                                (Γιώργος Κοτζιούλας)

Σε μια εποχή όπου ο ελληνισμός φαίνεται να έχει καταβληθεί μετά τα τραγικά γεγονότα της μικρασιατικής καταστροφής, σε όσους οι δυσκολίες και τα προσωπικά αδιέξοδα δεν μπορούσαν να εξισορροπηθούν από την συλλογική ελπίδα, ο καρυωτακισμός, η ανάλωση της ύπαρξης από την μελαγχολία, η παραίτηση τελικά από την ζωή, και η εγκατάλειψη κάθε είδους αγώνα  ήταν μια αρκετά δημοφιλής επιλογή ανάμεσα στους στοχαστές. Ο Γ.Κοτζιούλας ξεκινώντας από την Ήπειρο φτάνει  στην Αθήνα  για να σπουδάσει και να εργαστεί αλλά και για να ζήσει μέσα σε συνθήκες μεγάλης πενίας και δυσκολιών.
Ο πειρασμός της μελαγχολίας ήταν μια εύλογη διαδρομή την οποία ο Γ.Κοτζιούλας  θα αποφύγει χάρις το γεγονός ότι ζούσε μέσα στην ελληνική λαϊκή δημοτική παράδοση με γνήσιο και αυθεντικό τρόπο. Η συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή θα του δώσει δύναμη, ελπίδα αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις θα είναι πηγή έμπνευσης . Βέβαια το κορυφαίο γεγονός το οποίο θα καθορίσει τελικά την ζωή του θα είναι η συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση. Θεωρώντας ότι  αυτή συνεχίζει την μακραίωνη αντιστασιακή παράδοση του ελληνισμού, είδε στα πρόσωπα των αγωνιστών της  να ξαναγεννιέται το πνεύμα και η νοοτροπία του ’21. Ούτε οι θυσίες, ούτε οι διαρκείς καταπονήσεις, ούτε οι συχνές συναντήσεις με τον θάνατο, ούτε οι απογοητεύσεις, ούτε οι διωγμοί ή και ο θάνατος των αγαπημένων του, στάθηκαν ικανά να τον καταβάλλουν. Αντίθετα θα τον ενισχύσουν και θα αποδώσουν τα χαρακτηριστικά που έλαβε ο ίδιος ο Γ.Κοτζιούλας αλλά και η ποίηση του.



[1] Γ.Κοτζιούλας, Άπαντα- τόμος α’ Ποιήματα 1928-1942, εκδόσεις Δίφρος , Αθήνα 2013, σελ.23.
[2] ό.π.σελ. 7.
[3] ό.π.σελ.11.
[4] ό.π. σελ.12.
[5] ό.π. σελ.17.
[6] ό.π. σελ.28.
[7] ό.π. σελ.41.
[8] ό.π. σελ.43.
[9] ό.π. σελ.72.
[10] ό.π. σελ.90.
[11] Ό.πρ. σελ. 239.
[12] Ό.πρ. σελ.311.
[13] Ό.πρ. σελ. 312.
[14] Γ.Κοτζιούλας, Άπαντα- τόμος γ’ Ποιήματα 1943-1956, εκδόσεις Δίφρος , Αθήνα 2013, σελ.9.

[15] Ό.πρ. σελ. 35.
[16] Ό.πρ. σελ.186.
[17] Ο.πρ. σελ.51, 52, 53.
[18] Ό.πρ.σελ.63.
[19] Ό.πρ 67..
[20] Ό.πρ. σελ.108.
[21] Ό.πρ. σελ.131.
[22] Ό.πρ.σελ. 140.
[23] Ό.πρ. σελ. 151.
[24] Ό.πρ. σελ.54.
[25] Ό.πρ. σελ. 163.
[26] Ό.πρ.σελ.167.
[27] Ό.πρ.σελ.170.
[28] Ό.πρ. σελ.172.
[29] Ό.πρ.σελ.213.
[30] Ό.πρ.σελ. 220.
[31] Ό.πρ. σελ.290.
[32] Ό.πρ.σελ.338.
[33] Ό.πρ.σελ. 385.
[34] Γιώργος Κοτζιούλας, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματαεισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια Σωτηρία Μελετίου, , εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2016, σελ.142.