Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Απάντηση στον ΣΚΑΙ από την ιστοσελίδα PORTA AUREA





Σχόλιο στο πρώτο επεισόδιο της σειράς του «ΣΚΑΪ» για το 1821.



Η αναφορά σε λεπτά και δευτερόλεπτα εντός παρενθέσεων (λ:δλ) αφορά στο αποθηκευμένο βίντεο της εκπομπής στον ιστοτόπο του τηλεοπτικού σταθμού. Ακούμε από τον παρουσιαστή της εκπομπής, συγγραφέα Πέτρο Τατσόπουλο (1:12) ότι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ζούσαν απομονωμένοι επί τέσσερεις αιώνες υπό την «Οθωμανική κυριαρχία» τόσο από τον υπόλοιπο κόσμο όσο και μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα οι Έλληνες της Πελοποννήσου έζησαν υπό οθωμανική κυριαρχία γύρω στα 330 χρόνια, ενώ οι μετακινήσεις πληθυσμών ήταν πολύ συχνό φαινόμενο, λ.χ. πληθυσμοί από τη Δ. Μακεδονία μετανάστευαν για την αποφυγή των τουρκικών καταπιέσεων σε ασφαλέστερα μέρη της Ν. Πελοποννήσου. Στη συνέχεια (1:49) ακούμε για «το έθνος της Ελλάδας» αντί για «ελληνικό έθνος»· σαν να πρόκειται για «το έθνος του σατζακίου της Τρίπολης». Ακούμε στην πρώτη εκπομπή για την «ιστορία της γένεσης ενός έθνους» (2:05), δηλαδή μάλλον ότι οι «κάτοικοι» (όχι Έλληνες) «της Πελοποννήσου» απέκτησαν εθνική συνείδηση. Ενώ δηλαδή, ακόμη και ένας Οθωμανός, ο Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντης στα 1770 αποκαλεί «ελληνικές χώρες» την «Ρούμελη»/Βαλκάνια και την «Ανατολία»/Μικρά Ασία (“..Yunanca yani Rumeli ve Anatoli…” γράφει), και ενώ η (ενιαία) Θράκη καλείται Ελλάδα (das Kriechenlannd) από δυτικούς περιηγητές όπως ο Curipeschitz το 1530 και σε αυτήν ανιχνεύονται Έλληνες, στα 2011 ορισμένοι θεωρούν λανθασμένο να γίνεται λόγος για «Έλληνες» αντί για Ρωμηούς/«χριστιανούς κατοίκους της οθωμανικής Ελλάδας», και ο παρουσιαστής κάνει λόγο απλώς για «ελληνόφωνο κόσμο» (46:00) ακόμη και στα 1770. Αναρωτιέται κανείς γιατί ο όρος Τουρκοκρατία είναι λανθασμένος, με δεδομένο ότι οι Οθωμανοί συνάντησαν ισχυρή ή ασθενή αντίσταση κατά την προέλασή τους. Ο παρουσιαστής απορεί (4:00) που νομίζουμε ότι μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς οι Έλληνες ξύπνησαν και αποφάσισαν να διώξουν τους Τούρκους, και αναρωτιέται «γιατί οι Έλληνες δεν είχαν επαναστατήσει νωρίτερα;». Όμως οι επαναστάσεις είναι δεκάδες πριν από το 1821· σε κάθε ευκαιρία, κι έτσι έχουμε επαναστάσεις στα 1463, 1466, 1480-1, 1565, 1570-2, 1576, 1585, 1596, 1600, 1611, 1686 (μόνο στους δυο πρώτους αιώνες). Οι επαναστάσεις αυτές δεν αναφέρονται καν. Μετά την ήττα των Τούρκων στη Ναύπακτο το 1571, διαβάζουμε στο χρονικό του Γαλαξιδίου «Ήρθασι γουν πολλοί Μωραΐτες μέσα στο Γαλαξίδι, και μέσα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος εκάμασι με τους Γαλαξιδιώτες τες συμφωνίες με όρκο για να σηκωθούνε την ίδια ημέρα· και οι Λιδωρικιώτες το επαραδεχθήκασι και οι Σαλονίτες, όσοι ήρθασι κρυφά στο Γαλαξίδι, και εμείνασι σύμφωνοι πως άλλοι της στεριάς και άλλοι του πελάγου να βαρέσουσι τους Τούρκους λέγοντες: ή να πεθάνωμε ή να ξεσκλαβωθούμε· και όποιος μετανιώση ή προδώση αυτά που είπαμε να μην ιδή Θεού πρόσωπο. Και εβάλασιν όλοι τα χέρια απάνου στες εικόνες και επήκασι φοβερόν όρκον… εσκοτωθήκασι γουν, με χίλια βασανιστήρια οι άλλοι ογδοήντα, οι πρώτοι κεφαλάδες και τα ανδρειότερα παλληκάρια, με απιστιά μεγάλη· ακούσατε· 22 Γαλαξιδιώτες, 3 Βουνοχωρίτες… όλοι για την πατρίδα και την θρησκεία». Στα καλά οθωμανικά χρόνια του 15ου και 16ου αιώνα οι λόγιοι Ανδρόνικος Κάλλιστος, Βησσαρίωνας, Μιχαήλ Αποστόλης, Ιωάννης Γεμιστός, Ιωάννης Ατζαγιώλης, Ιανός Λάσκαρις, Μάρκος Μουσούρος, μητροπολίτης Τιμόθεος, Κύπρου Χριστόδουλος, Αχρίδας Αθανάσιος και Αχρίδας Ιωακείμ ζητούσαν την επέμβαση των Δυτικών ώστε να εκδιωχθούν οι Τούρκοι και να απελευθερωθεί η Ελλάδα, όπως και οι πατριάρχες Μητροφάνης Γ’, Θεόληπτος Β’, Ιερεμίας Β’, Νεόφυτος Β’, Τιμόθεος Α’, ενώ την ίδια εποχή ο Μονεμβασίας Μητροφάνης, Μονεμβασίας Μακάριος, Παλαιών Πατρών Γερμανός Α’ και άλλοι κληρικοί συμμετέχουν στις επαναστάσεις. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, αμέσως μετά την Άλωση, οραματίζεται την ίδρυση ενός νέου ελληνικού βασιλείου.



Ο επίκουρος καθηγητής Ιάκωβος Μιχαηλίδης (8:05) αμφισβητεί «την απέραντη σκλαβιά και τον πόνο» που πιστεύουμε ότι υπήρχε κατά την Τουρκοκρατία. Δεν θα είχε παρά να συμβουλευτεί τα δεκάδες δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στους Τούρκους και την πολιτεία τους, για να βεβαιωθεί ότι τα πράγματα όντως ήταν έτσι. Ο περιηγητής Curipeschitz περιγράφει στα 1530 με πολύ ζωηρά χρώματα τις καταπιέσεις και τα φορολογικά βάρη των Ελλήνων της Θράκης, που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να κλαίνε την μοίρα τους αλλά επειδή αυτό είναι υπερβολικό ορισμένοι θα πουν ότι είναι και ψευδές. Επίσης αμφισβητείται ότι οι Έλληνες επί τετρακόσια χρόνια περίμεναν την στιγμή της απελευθέρωσης. Όμως, ήδη από την πρώτη στιγμή της κατάκτησης, οι θρύλοι, οι θρήνοι και οι προσδοκίες είτε σε επέμβαση καταρχήν των Βενετών και άλλων Δυτικών και έπειτα άλλων Δυνάμεων, ήταν ένα γεγονός. Αν οι ραγιάδες περνούσαν τόσο καλά τουλάχιστον κατά τους δυο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, τότε δεν θα δημιουργούνταν, στο παραπάνω διάστημα, θρήνοι για την υποδούλωση της Θεσσαλονίκης, της Τραπεζούντας, της Πάρου, της Ρόδου, της Κύπρου, της Κρήτης, του Ναυπλίου και της Μεθώνης ούτε για το παιδομάζωμα και τους εξισλαμισμούς, και το σπουδαιότερο δεν θα διατηρούνταν στη συλλογική μνήμη έως το 19ο αιώνα. Το τι γινόταν στους δυο πρώτους αιώνες τουρκικής δουλείας ή «οθωμανικής κυριαρχίας» καταλαβαίνουμε από διάφορες επιστολές του 15ου και 16ου αιώνα. Χαρακτηριστικά σε μια επιστολή των Ελλήνων των μικρασιατικών παραλίων, με ημερομηνία 20 Ιουνίου 1456, που απευθύνεται στους ιππότες της Ρόδου αναφέρεται: «Ημείς…έχωμεν αγανάκτησιν από τον Τούρκον, και παίρνουν τα παιδία μας και κάμνουν τα μουσουλμάνους…έχομεν μεγάλην αγανάκτησιν από τον Τούρκον, ότι να μη χάσομεν τα παιδία μας, αμή να έλθομεν εις τον τόπον σάς, να ζήσομεν και να αποθάνομεν». Σε επιστολή του μητροπολίτη της τουρκοκρατούμενης Ρόδου στα 1528 διαβάζουμε «Δεν μπορούμε να υπομείνουμε πια περισσότερο χρόνο την έσχατη σκλαβιά και την αθλιότητα, μέσα στην οποία βρισκόμαστε· δεν μπορούμε πια να ανεχθούμε να βλέπουμε τις σκληρότατες περιφρονήσεις που κάθε μέρα γίνονται σε βάρος αυτού του δυστυχισμένου και αξιοδάκρυτου λαού». Τον Φεβρουάριο του 1581 με επιστολή τους προς τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ οι Χιμαριώτες ζητούσαν την επέμβαση των χριστιανικών δυνάμεων για να σώσουν τα παιδιά της Ελλάδος: «να λυτρώσεις ημάς και τα παιδιά μας όλης της Γρέτζιας, όπου καθημερινώς τα παίρνουν οι ασεβείς και τα κάνουν τουρκόπουλα». Ώστε στα 1581 αναφέρεται η Ελλάδα-Γραικία, ενώ τότε κατά τους πανεπιστημιακούς μας δεν υπάρχουν Έλληνες παρά μόνο «ελληνόφωνοι Ορθόδοξοι». Στα τέλη του 16ου αιώνα σε μια έκκληση κατοίκων της Βόρειας Ελλάδας προς τον πάπα Κλήμη Η’ αναφέρεται «…ο του Χριστού λαός, ο Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και σύμπασα εφεξής η Ελλάς και μυρίους υπέρ της πίστεως θανάτους υποστήσεται…» (Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, σ. 186). «Έμαθα», γράφει στις 4 Απριλίου 1579 ο εκπρόσωπος του Δόγη της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη «…ότι οι χριστιανοί υπήκοοι Οθωμανοί τόσον εκείνης της χώρας (της Πελοποννήσου), όσον και της Ελλάδος, ευρίσκονται τώρα εις εσχάτην απόγνωσιν και ανέκφραστον λύπην, διότι εις διάστημα 25 ημερών υπέστησαν όλας αυτάς τας ανυποφόρους επιβαρύνσεις, ήτοι να καταβάλουν το συνηθισμένον «χαράτσι», να πληρώνουν την αγγαρείαν, που ονομάζεται «αβαρίτς», δια τον εξοπλισμόν των γαλερών, να δώσουν τα παιδιά των, ίνα τα κάμουν αζαμογλάνια, να δώσουν αδιακρίτως κατοικίαν και τροφήν εις τους σπαχήδς, που συναθροίζονται δια τον κατά της Περσίας πόλεμον, και τέλος να απογυμνωθούν από τους σπαχήδες και από το ολίγον εκείνο που τους απέμεινεν εις τα χωρία των, τα οποία είναι πτωχά· και πληρώνουν τους σπαχήδες οι κάτοικοι με ό,τι έχουν και με το αίμα των ακόμη!».



Ο Βερέμης θεωρεί αστείο (8:42) να μιλάμε για σκοτάδι τετρακοσίων ετών. Θεωρεί, δηλαδή, αστείο την τρομακτική μείωση του χριστιανικού πληθυσμού λόγω του μουσουλμανικού εποικισμού, τον εξισλαμισμό των κυριότερων βαλκανικών και μικρασιατικών πόλεων, την πτώση του βιοτικού και πνευματικού επιπέδου των χριστιανών, τις «ρατσιστικές» διακρίσεις κατά των χριστιανικών πληθυσμών, την απώλεια της ανεξαρτησίας τους. Αυτά τα αστεία κυκλοφορούν στο χώρο του ΕΛΙΑΜΕΠ. Ο παρουσιαστής υποστηρίζει ότι η εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την Οθωμανική Αυτοκρατορία ανταποκρίνεται μόνο στον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, όταν σε αυτή επικρατούσε βία και ανομία (9:01). Υποστηρίζει ότι τον 16ο και 17ο αιώνα «δεν ήταν έτσι» αιτιολογώντας το βάσει της ανάπτυξης του πληθυσμού της Στερεάς Ελλάδας στα πρώτα 100 χρόνια από την οθωμανική κατάκτηση. Όμως, το γεγονός της κατάπαυσης των πολέμων δεν σημαίνει ότι οι Οθωμανοί δεν καταπίεζαν τους υποδουλωμένους πλέον Χριστιανούς. Με άλλα λόγια ο παρουσιαστής και οι ιστορικοί σύμβουλοι της εκπομπής ισχυρίζονται ότι η μετέπειτα (18ος αι.) διάλυση του οθωμανικού κρατικού μηχανισμού ήταν η αιτία για την απαρχή της καταπίεσης των έως τότε ευημερούντων χριστιανικών πληθυσμών και συνεπώς για την απόφασή τους να επαναστατήσουν. Αλλά η καταπίεση υπήρχε και πριν τον 17ο αιώνα, και ήταν επίσης αφόρητη, ανεξάρτητα από το αν προερχόταν από την κεντρική ή την τοπική οσμανική εξουσία. Ο καθηγητής Τζον Μπίντλιφ αναφέρεται στην Pax Ottomanica (11:26), κάνει λόγο για χαμηλή φορολογία «και ελευθερία επενδύσεων σε έργα υποδομής» κατά τα πρώτα 150 έτη. Ωστόσο μετά τη φορολογία ενός Χριστιανού και ενός Μουσουλμάνου «στο χριστιανό παρέμενε καθαρό μόνο το 28,5% του εισοδήματός του, ενώ στο μουσουλμάνο το 72%, δηλαδή 2,5 φορές περισσότερο» (Ν. Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 218) και καθώς η ευημερία είναι σχετική ενώ το πλεόνασμα από τα έργα υποδομής κατέληγε στα χέρια όχι των καλλιεργητών αλλά των Οσμανών, δεν υπάρχει λόγος να φανταστούμε ότι η ευημερία αυτή ωφελούσε τους ραγιάδες αντί των Μουσουλμάνων.



Όσο για την αύξηση του πληθυσμού, ήταν αναμενόμενο έπειτα από τις σφαγές των Ελλήνων κατοίκων από τους Τούρκους κατά την κατάκτηση να μειωθεί ο πληθυσμός τόσο ώστε συγκρινόμενος ο πληθυσμός του 15ου αι. με τον πληθυσμό οποιασδήποτε μετέπειτα ειρηνικής περιόδου να είναι έτσι κι αλλιώς λιγότερος, αλλά αυτό δεν προφανώς δεν είναι κατόρθωμα των Οθωμανών, αφού το δικό τους κατόρθωμα ήταν η μείωση του πληθυσμού εξαιτίας της επέλασής τους: Στα 1463, μετά από μια ήττα Βενετών και Ελλήνων στο Εξαμίλι, τα τουρκικά στρατεύματα ξεχύνονται στο εσωτερικό της Πελοποννήσου σφάζοντας, λεηλατώντας και αιχμαλωτίζοντας. Στα 1470 κατά την άλωση της Χαλκίδας γίνονται σφαγές αόπλων ανδρών και γυναικόπαιδων, διατάζεται από το σουλτάνο η εκτέλεση κάθε αιχμαλώτου άνω των 10 ετών και κάθε άντρα· ένας από τους υπερασπιστές της Χαλκίδας πριονίστηκε ζωντανός. Στα 1481 μετά από αποτυχημένη εξέγερση στο Μυστρά οι Οθωμανοί λεηλατούν και καίνε τα χωριά που βρίσκουν μπροστά τους. Στα 1500 με την κατάληψη της Μεθώνης οι άντρες άνω των 10 ετών σφάζονται, σύμφωνα όχι με τα οθωμανικά τεφτέρια αλλά με τον Βαρβερινό Κώδικα, και τα γυναικόπαιδα πουλιούνται σε διάφορα μέρη της Αυτοκρατορίας. Ανώνυμη πηγή, γύρω στα 1533, κάνει λόγο για τα δεινά των χριστιανών, για τις αβανίες που αποβλέπουν στον εξισλαμισμό τους, για το σκληρό παιδομάζωμα, για την επίδραση και αυτού στον εξισλαμισμό και για τους φόρους που δεν είναι τόσο ελαφροί, γιατί, εκτός από το χαράτσι που είναι ένα δουκάτο και το πληρώνει κάθε άρρενας πάνω από 15 ετών, εκτός από τη δεκάτη στο κρασί και τα 2/15 στα δημητριακά, τους φόρους στα μικρά ζώα κ.λπ., υπάρχουν και οι έκτακτοι, που επιβάλλονται για την ετοιμασία στόλου (αγορά πίσσας, στουπιού, πανιών κ.λ.) ή για την οργάνωση εκστρατείας, οι αγγαρείες και οι ποικίλες άλλες επιβαρύνσεις, που είναι τόσο βαρύτερες, όσο μακρύτερα από την έδρα του σουλτάνου ζουν οι χριστιανοί. Γενικά η τουρκική τυραννία, γράφει επιγραμματικά ο συντάκτης του υπομνήματος, μεταβάλλει «την μορφή του ανθρώπου, μπορεί να πη κανείς, κάνοντάς τον ν’ αλλάξη την γλώσσα, τους νόμους και τα ήθη και την ψυχή σε σκληρότητα και δίψα του αίματος». Αυτή είναι η κατά τους παρουσιαστές Pax Ottomanica των δυο πρώτων αιώνων «οθωμανικής κυριαρχίας», πριν τάχα η τελευταία εκφυλιστεί σε ένα καθεστώς ανομίας εξαιτίας του οποίου οδηγήθηκαν σε επαναστάσεις οι Έλληνες. Παντού όπου καταφθάνουν οι Οθωμανοί, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος διαπράττονται σφαγές και η χώρα ερημώνεται.



Ο παρουσιαστής (11:52) υποστηρίζει ότι η «άφιξη» (όχι η κατάκτηση) των Οθωμανών ωφέλησε στους αγρότες: Έφερε τέλος στην εκμετάλλευση από τους χριστιανούς γαιοκτήμονες των προηγούμενων αιώνων, καθώς οι παλιές αριστοκρατίες καταργούνται – είναι άγνωστο στον παρουσιαστή ότι τη θέση τους παίρνει η οθωμανική αριστοκρατία και όσοι χριστιανοί αριστοκράτες εξισλαμίζονται και διατηρούν τα κτήματά τους. Όμως, με την οθωμανική κατάκτηση «ούτε οι συνθήκες παραγωγής ούτε εργασίας βελτιώθηκαν. Μάλιστα η αφαίρεση του υπερπροϊόντος από τον καλλιεργητή κυμάνθηκε στην ίδια ποσοστιαία αναλογία με εκείνη που καθιέρωσε το προϊσχύον καθεστώς όπως ήταν το βυζαντινό» (Ν. Σαρρή, Οσμανική πραγματικότητα, τ. 1, σ. 123). Σύμφωνα με τον Τούρκο καθηγητή Φικρέτ Αντανίρ (12:57) οι Έλληνες δεν έχασαν την ατομική τους ιδιοκτησία υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. «Χριστιανοί μικροϊδιοκτήτες εξακολούθησαν να υπάρχουν σε άγονες περιοχές, ορεινές ή νησιωτικές, οι κάτοικοι των οποίων είχαν υποταχθεί με τη θέλησή τους. Αλλά κατά τους δύο πρώτους ιδίως αιώνες της τουρκοκρατίας το μεγαλύτερο μέρος των χριστιανών ιδιοκτητών δεν ήταν ιδιοκτήτες αλλά ένοικοι, δουλοπάροικοι, ή δούλοι που καλλιεργούσαν δημόσιες γαίες ή βακουφικές γαίες ή ακόμη και ιδιωτικές γαίες μουσουλμάνων» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι’, σ. 54). Στην πραγματικότητα οι Έλληνες διατήρησαν τις άγονες περιοχές ενώ έχασαν τις εύφορες ενώ όσοι παρέμεναν στις εύφορες πλήρωναν υψηλούς φόρους. Στη Μακεδονία μόλις στα 1860 απέκτησαν τίτλους ατομικής ιδιοκτησίας οι Έλληνες γεωργοί. Όσον αφορά τον δήθεν ελεύθερο χριστιανό γεωργό των δυο πρώτων αιώνων Τουρκοκρατίας, «τυπικά δεν είχε δικαίωμα ιδιοκτησίας αλλά μόνο γαιοχρησίας (…) [Εάν] παραμελούσε να τις καλλιεργήσει [= τις γαίες] μέσα στα προσδιορισμένα χρονικά όρια, τότε έχανε τα δικαιώματά του επάνω σ’ αυτές» (ό.π., σ. 54), ενώ σε περίπτωση που εγκατέλειπε τα χωράφια «ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει στον τιμαριούχο βαρύ πρόστιμο, το çift bozan akşesi (…) οι μετακινήσεις των γεωργών από τόπο σε τόπο απαγορεύονταν (…) Οι σπαχήδες είχαν το δικαίωμα μέσα σε 15 χρόνια να υποχρεώσουν τον χωρικό να γυρίση πίσω στα κτήματά του, ύστερα όμως από σχετική άδεια του καδή» (ό.π., σ. 54). Γύρω στα 1700 ο Francesco Grimani γράφει ότι τα πιο προσοδοφόρα και γόνιμα εδάφη του Βασιλείου τα εκμεταλλεύονταν Τούρκοι, που δεν βρίσκονταν στην ίδια κοινωνική κατάσταση με τους Έλληνες. Αυτοί ή δεν είχαν τίποτε ή κατείχαν ένα ελάχιστο μέρος από τα πιο άγονα.



Σύμφωνα με τον καθηγητή Τζον Μπίντλιφ (13:33) στους 15ο και 16ο αιώνες υπήρχε θρησκευτική ελευθερία και «ενώ μερικές εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά, οι περισσότερες διατηρήθηκαν…ενώ χτίστηκαν και καινούργιες». Στην πραγματικότητα, το εντελώς αντίθετο συνέβη. Από τις βυζαντινές εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης ώς τα τέλη του 18ου αιώνα μόνο τρεις είχαν απομείνει στα χέρια των Ελλήνων (Runciman, The Great Church in Captivity, σσ. 186-192 της αγγλικής έκδοσης) και το ίδιο συνέβαινε οπουδήποτε εγκαθίσταντο Τούρκοι, ενώ σύμφωνα με τον Σαρρή (ό.π., τ. 2, σ. 527) η ανέγερση περικαλλών ναών σε οσμανοκρατούμενες περιοχές ουσιαστικά αρχίζει μετά το Τανζιμάτ, δηλαδή μετά το 1833· πιο πριν τα οθωμανικά διατάγματα κατεδάφισης εκκλησιών (τα οποία δεν αναφέρουν οι παρουσιαστής και ιστορικοί σύμβουλοι) ήταν περισσότερα από τα διατάγματα επισκευής εκκλησιών. «Η ανεξιθρησκεία των κρατούντων τελούσε υπό τον περιορισμό του μη σκανδαλισμού των πιστών του ισλάμ…η λατρεία ήταν ακώλυτη, ιδιαίτερα στα μέρη εκείνα που κατοικούνταν αποκλειστικά από χριστιανούς, ενώ η απαγόρευση ανέγερσης νέων ναών ή διατήρησης περικαλλών και μεγαλόπρεπων ευκτήριων οίκων ίσχυε περισσότερο σε περιοχές με μικρό πληθυσμό, ακριβώς γιατί θεωρούνταν "σκανδαλισμός" των μουσουλμάνων» (Ν. Σαρρή, Προεπαναστατική Ελλάδα…, σ. 100). Στους ίδιους αιώνες, 15ο και 16ο στη Θεσσαλονίκη, μία μετά την άλλη οι κυριότερες εκκλησίες και όχι λίγες-μερικές όπως υποστηρίζεται, μετατράπηκαν σε τζαμιά. Με τους Οθωμανούς Τούρκους να ανέχονται τους Χριστιανούς λόγω της νόμιμης (βάσει της Σαρία) και της παράνομης (δωροδοκίες κ.λπ.) ληστείας, δεν μπορούμε να μιλάμε για θρησκευτική ανοχή. Όπως γράφει ο Τούρκος ιστορικός Taner Akçam (Siyasî Kültürümüzde Zulüm ve Işkence = Η τυραννία και τα βασανιστήρια στην πολιτική μας κουλτούρα, σ. 27, στο Ν. Σαρρή, Προεπαναστατική Ελλάδα...): «Το σύνολο της οσμανικής ιστορίας είναι ταυτόχρονα και η ιστορία των συλλογικών διώξεων και σφαγών των λοιπών θρησκευτικών μειονοτήτων».



Ο Θ. Βερέμης (19:08) υποστηρίζει ότι «για πολλούς αιώνες δεν υπήρχε η έννοια Έλληνας, υπήρχε η έννοια Ρωμαίος ή Ρωμιός». Εάν έτσι είχαν τα πράγματα τουλάχιστον κατά τους δύο πρώτους αιώνες, ούτε ο Σχολάριος θα αυτοαποκαλούνταν Έλληνας και θα αποκαλούσε Έλληνες τους σύγχρονούς του ομοεθνείς ούτε ο Μελέτιος Πηγάς (†1602) θα διακήρυττε το ίδιο. Αλλά και αυτοί έκαναν λόγο για Έλληνες, κι όχι απλώς για Ρωμιούς, και ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, και ο Νικόλαος Σεκουνδινός (†1464) και ο Θ. Ζυγομαλάς (†1607· γράφει «οι δυστυχείς ημείς Έλληνες») και ο Ιέραξ (16ος αι.) και ο Μονεμβασίας Αρσένιος (16ος αι.) και ο Μυρεών Ματθαίος (αρχές 17ου) και ο Χριστόφορος Άγγελος (†1638), για να αναφέρουμε λίγους, από τον 15ο και 16ο αιώνα μόνο, ώστε γίνει αντιληπτό ότι η έννοια του Έλληνα όχι μόνο ήταν υπαρκτή αλλά και δεν την (επαν)έφεραν οι Έλληνες Διαφωτιστές. Οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες στα 1716/25 κάνουν λόγο περί «Γραικών, Ρωσσών, Ιβήρων, Αράβων, Βουλγάρων, Αλβανών, Βλάχων, Μολδαβών» Ορθοδόξων Χριστιανών, αποφεύγοντας να τους θεωρήσουν αδιακρίτως ένα «θρησκευτικό γένος», όπως οι εμμονές ορισμένων σημερινών Ελλήνων πανεπιστημιακών το απαιτούν· και περί «εὐγενεστάτων περιδόξων γενῶν, Ἄγγλων τε καὶ Ἑλλήνων» (Ι. Ν. Καρμίρη, Τα δογματικά και τα συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β’, σσ. 789, 816-7). Είναι λάθος να νομίζουμε ότι για τους Έλληνες ραγιάδες δεν υπήρχε η έννοια Έλληνας μόνο και μόνο επειδή οι Οθωμανοί όντας πιστοί στη Σαρία δεν αντιλαμβανόντουσαν τέτοια έννοια. Βέβαια, ο Βερέμης, που προτιμά να αποφεύγει την χρήση όρων Έλληνες, Τουρκοκρατία και δουλεία επειδή προτιμά επιστημονικότερους όρους και την ορολογία της εποχής στην οποία αναφέρεται, δεν έχει την επιστημονική συνέπεια ώστε να αποκαλεί τους «χριστιανούς κατοίκους του Μωριά/Ρούμελης» Ραγιάδες (reaya) ή Απίστους, δηλαδή να χρησιμοποιεί την ορολογία την οποία το Οσμανικό κράτος χρησιμοποιούσε, ή –λιγότερο επίσημα, αλλά τόσο ανεπίσημα ώστε να χρειαστεί οθωμανικό διάταγμα στα 1850 για την απαγόρευση χρήσης του όρου– Γκιαούρηδες (gâvur). Αυτή είναι η επιστημονική εντιμότητα: η Τουρκοκρατία να αποκαλείται Οθωμανική κυριαρχία αλλά οι Έλληνες να μην αποκαλούνται Ραγιάδες, δηλαδή υπόδουλοι (κυριολεκτικά: κοπάδι), και να αποφεύγεται ακόμη και η μνεία της λέξης αυτής, προκειμένου να εξιδανικευτεί η Τουρκοκρατία. Αν η αναφορά σε Ραγιάδες/Γκιαούρηδες εξαφανιστεί, εξαφανίζεται και η εντύπωση για διάκριση κυρίαρχων-υπόδουλων άρα και η ύπαρξη δουλείας.



Σύμφωνα με τον καθηγητή Πασχάλη Κιτρομηλίδη (19:39) «η οθωμανική διοίκηση ενδιαφέρεται για τη φορολογία. Εφόσον αποδίδονται οι φόροι, δεν ενδιαφέρει την οθωμανική διοίκηση τι κάνουν περεταίρω». Όχι απλώς η φορολογία των Χριστιανών ήταν δυσβάστακτη αλλά και υπήρχαν διάφορες άλλες καταστάσεις οι οποίες έδιναν στον ραγιά να καταλάβει ότι ήταν υποδεέστερος και ανά πάσα στιγμή στο έλεος του Μουσουλμάνου, όχι απλώς του ιεραρχικά ανώτερου αλλά και του ανήκοντα στην ίδια ή και σε κατώτερη κοινωνική τάξη. Οι φόροι, οι αγγαρείες, το παιδομάζωμα, η κατάσχεση εκκλησιών, η υποχρεωτική χαρακτηριστική για τους ραγιάδες ενδυμασία, η άνιση δικαστική μεταχείριση μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η απαγόρευση οπλοφορίας, η πειρατεία και το δουλεμπόριο κατά των Χριστιανών (λ.χ. ο Μπαρμπαρόσα) αποσιωπώνται. Ο καθηγητής Κιτρομηλίδης υποστηρίζει την παραπάνω θέση ωσάν το οσμανικό κράτος να ήταν κάποιο λαϊκό κράτος που ενδιαφερόταν απλώς για τη συλλογή φόρων. Δεν αναφέρει ότι «Οι έκτακτοι φόροι και αγγαρείες που επιβάλλονταν για τις ανάγκες των διοικητικών οργάνων, για την επισκευή των οχυρωματικών έργων, για τη συντήρηση των οδών και των γεφυρών, για την εξάρτηση του στρατού και του στόλου, για τις έκτακτες ανάγκες των εκστρατειών κλπ. έτειναν με την πάροδο του χρόνου να γίνωνται καταπιεστικώτεροι και επαχθέστεροι από τους τακτικούς φόρους. Στρατιές φοροεισπρακτόρων, ζαμπίτηδων, ταγσηλδάρηδων, καδήδων, σερέτ-δαβάδων, βεκίληδων, δραγουμάνων, μαμούρηδων και πουμπασίρηδων, απομυζούσαν τους φτωχούς ραγιάδες απαιτώντας διάφορα πρόστιμα, όπως το «φονικό» και το «κερατιάτικο» και έκτακτες εισφορές, όπως το «αλατιάτικο», «γρασιδιάτικο», «πανιάτικο», «σουρσάτ», «σουγιέμ», «πεσινάτι», «πακιγιέ», «συνεισφορά», «προσφορά», «δραγομανιά», «ρέσιμο», «βικιαλέτι», «χισμέτι», «ταϊνάτι» κλπ.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι’). Στο οθωμανικό κράτος ίσως μόνο η αναπνοή δεν φορολογούνταν, αλλά αν δεχτούμε αυτό ως δεδομένο τότε μπορούμε όντως να συμφωνήσουμε ότι τους Οσμανούς δεν ενδιέφερε τίποτε άλλο πέρα από την φορολογία. Με άλλα λόγια οι επισημάνσεις περί «φορολογίας» οδηγούν στο να υποτιμηθεί το γεγονός ότι αφενός υπήρχε καταφανής διαφορά στην φορολόγηση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, και αφετέρου ότι για την οθωμανική αντίληψη περί δικαιοσύνης, την οποία συναντούμε σε κάθε οσμανικό έγγραφο, ήταν απολύτως νόμιμη και δίκαιη η παρασιτική εις βάρος του χριστιανικού στοιχείου φορολόγησή του. Είναι χαρακτηριστικό για τη φύση του Οθωμανικού πολιτισμού η επιστολή του Μωάμεθ του Πορθητή σχετικά με το παιδομάζωμα: «Από πατέρα σε γιο, η λάμπα του βασιλείου μας μένει αναμμένη. Καίει με το λάδι που έχει αποσπαστεί από τις καρδιές των απίστων».



Ενδεικτικό κι εκπληκτικό είναι ότι απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά για το παιδομάζωμα των χριστιανών (μόνο των Ελλήνων, καθώς Εβραίοι και Αρμένιοι εξαιρούνταν) σε μια εκπομπή η οποία καλύπτει γύρω στα τριακόσια χρόνια Τουρκοκρατίας (1460-1770). Μπορεί φυσικά να λεχθεί ότι μερικοί Μουσουλμάνοι αποβλέποντας στην κοινωνική άνοδο των τέκνων τους ήθελαν τα παιδιά τους να γίνουν γενίτσαροι και ότι σε μεταγενέστερες εποχές οι οθωμανικές αρχές ικανοποιούσαν το αίτημά τους, αλλά οι λεπτομέρειες και οι εξαιρέσεις δεν αποκρύβουν ούτε αναιρούν τον κανόνα, ο οποίος εκφράζεται και με τα εξής ελληνικά τραγούδια-θρήνους για το παιδομάζωμα: «Ανάθεμά σε, βασιλιά…με το κακόν οπό ‘καμες…να μάσεις παιδομάζωμα…Κλαιν οι γονέοι τα παιδιά κι οι αδερφές τ’ αδέρφια, κλαίγω κι εγώ και καίγομαι και όσο ζω θα κλαίω, πέρσι πήραν το γιόκα μου, φέτο τον αδερφό μου»· «ήρθαν χρόνια δύστυχα καταραμένα χρόνια, οι Τούρκοι παίρνουν τα παιδιά»· «Τι ν’ το κακό που γίνηκι στη μένα τη γκαημένη, στην πρώτη τη γενιτσαριά πήραν τουν αδιρφό μου, δστη δεύτιρη τουν άντρα μου κι τώρα τουν υγιό μου».



Ο Τατσόπουλος στη συζήτηση κάνει λόγο για το μύθο του Κρυφού Σχολειού (43:12-46:14), αναρωτιέται αν είναι μειοδοσία ή έρευνα η αποκάλυψη ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος, δηλαδή ότι η παιδεία απαγορευόταν στους Ραγιάδες από τους Οθωμανούς. Το χρονικό σημείο αυτό η πρώτη φορά, μετά από 92 λεπτά εκπομπής όπου ακούγεται η λέξη «Ραγιάδες». Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι ενώ «αποκαλύπτονται οι μύθοι» για την ελληνική παιδεία επί Τουρκοκρατίας δεν γίνεται ούτε καν νύξη για την τρομερή οπισθοδρόμηση της ελληνικής παιδείας λόγω της Τουρκοκρατίας (15ος και 16ος αι.). Ο Νικόλαος Σοφιανός παρατηρούσε το 1544 «ότι δια την μακράν και πικρότατην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε… Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το πάλαι ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος οπού νάναι ικανός να διδάσκει τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην». Ο Αντώνιος Έπαρχος έγραφε «και γαρ εν των νυνί χρόνω μηδεμίαν ή μικράν όλως ορώντες καταβάλλεσθαι φροντίδα περί τα γράμματα τους Έλληνας, δια την ξυμβάσαν τω γένει καταστροφήν». Ο Ευγένιος Γιαννούλης στις αρχές του 17ου αι. γράφει: «εν τοις μέρεσι της Αιτωλίας…και επί πάσιν σχεδόν τοις πέριξ εκείνη κλίμασιν εξέλιπε προ πολλών ήδη χρόνων…η των πεζών γραμμάτων γνώσις… και ούτω συνέβη τους εκείσε πάντας αναλφαβήτους γενέσθαι…σπάνιόν τι χρήμα ο ιερεύς εκεί, ο απλώς γραμμάτων είδησιν έχων». Στα 1775 έγραφε ο Μετρών και Αθύρων: «Θαύμα πώς ουκ εξέλιπεν όλως η καθωμιλουμένη κοινή των Ελλήνων γλώσσα εκ της Ελλάδος αυτής υπό βαρβάρων τελούσης και καταπολεμουμένης», μια και σε πυκνοκατοικημένες από Τούρκους περιοχές ακόμη και η χρήση της ελληνικής συνιστούσε «πρόκληση». Έτσι ευημερούσαν οι κάτοικοι της Ελλάδας χάρη στην έλευση των Οσμανών. Μειοδοσία λοιπόν δεν είναι να δείχνεται ο μύθος του Κρυφού Σχολειού αλλά όταν, παράλληλα, αποσιωπάται ότι εξαιτίας του μύθου των ανεκτικών Οσμανών η παιδεία στον ελληνικό χώρο τους δυο πρώτους αιώνες σχεδόν εξαφανίστηκε.



Ο παρουσιαστής υποστηρίζει ότι (21:30) για τους υπηκόους του Σουλτάνου «η θρησκεία δεν εξελίσσεται σε πεδίο διαμάχης». Για να υπάρξει πεδίο διαμάχης πρέπει και οι δυο πλευρές να έχουν ίσα δικαιώματα και υλική ισχύ· ώστε να είναι δυνατή η έμπρακτη αμφισβήτηση της μίας από την άλλη. Δεν είναι η ύπαρξη ανεκτικότητας που εμποδίζει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την μετατροπή των θρησκευτικών διαφοροποιήσεων σε πεδίο διαμάχης αλλά η αυτονόητη και απόλυτη, νομικά και υλικά, κυριαρχία της μίας θρησκείας επί της άλλης, που καθιστά εκ των προτέρων περιττή κάθε διαμάχη. Επίσης ο παρουσιαστής οδηγεί αυθαίρετα στα άκρα το γεγονός ότι ορισμένοι Μουσουλμάνοι σέβονταν ορισμένους χριστιανικούς αγίους και ότι ορισμένοι Χριστιανοί σε διαδικασία σταδιακού εξισλαμισμού γοητεύονταν από τους Δερβίσηδες, ειδικά στη Μ. Ασία, όταν υποστηρίζει (21:47) ότι «Μουσουλμάνοι και Ορθόδοξοι σέβονται την πίστη του άλλου»· η διαδικασία δανεισμού μαγικών γιατροσοφίων δεν συνιστά σεβασμό, αλλά επιβίωση προχριστιανικών και προϊσλαμικών συνηθειών. Επίσης υποστηρίζει ότι «οι γάμοι μεταξύ τους δεν είναι σπάνιοι μετά από τον εξισλαμισμό» για να τεκμηριώσει (22:16) ότι οι δυο θρησκευτικές κοινότητες συνυπήρχαν και μοιράζονταν πολλά αναμεταξύ τους. Όμως ο εξισλαμισμός δεν συνιστά ούτε συνύπαρξη θρησκειών ούτε κοινή δραστηριότητα· συνιστά εξαφάνιση της μίας θρησκείας και απομύζηση του ανθρώπινου δυναμικού της. Τα παιδιά που «μεγαλώνουν» από τέτοιους γάμους και τα αναφέρει ο παρουσιαστής δεν είναι αποτέλεσμα ούτε παράδειγμα της συνύπαρξης δυο θρησκειών, αλλά είναι προϊόντα επιβολής της μίας επί της άλλης, εξαφάνισης της μίας και κυριαρχίας της άλλης. «Συνύπαρξη μεταξύ θρησκειών» νοείται και υφίσταται μόνο όταν οι προϋποθέσεις και οι όροι οι οποίοι την διέπουν είναι τέτοιοι ακριβώς ώστε να καθίσταται δυνατή η απρόσκοπτη κοινωνική αναπαραγωγή κάθε μιας από τις θρησκείες. Ως εκ τούτου η γειτονία δεν συνιστά αρμονική συνύπαρξη που μόνο αργότερα, χάρη στην παρακμή του Οσμανικού κράτους, διαταράχθηκε.



Για τον παρουσιαστή έπρεπε πρώτα να έρθει ο θεσμός των τσιφλικιών και των κοτζαμπάσηδων, «από τις αρχές του 17ου αιώνα» όπως παρατηρεί (26:17), μετά τους δυο πρώτους αιώνες, ώστε να ερημώσει πρώτα η ελληνική ύπαιθρος (27:18) εξαιτίας της απληστίας των κοτζαμπάσηδων και των τσιφλικάδων. Όμως στην Πελοπόννησο «η αύξηση της δυνάμεως των κοτζαμπάσηδων αρχίζει κυρίως…από τις αρχές του 19ου αιώνα» ενώ στη Ρούμελη «οι αρματολοί έχουν τη δύναμη και όχι οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες» (Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ε’, σσ. 307, 418)· συνεπώς ο κοτζαμπασισμός ως αιτία εξουθένωσης των αγροτών άρα και αύξησης των επαναστατικών τάσεών τους δεν ήταν τόσο σημαντικός, παρά κάποιες δεκαετίες πριν από το 1821 και μόνο στον Μωριά, όχι στη Ρούμελη της οποίας οι αρματολοί-κλέφτες επίσης έλαβαν μέρος στην επανάσταση. Επίσης δεν ήταν μόνο οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες αυτοί στους οποίους, ως υπεκμισθωτές, ανέθεσε τη συλλογή των φόρων, όπως λέει ο παρουσιαστής (26:18). Υπεκμισθωτές των φόρων, και συνεπώς εκμεταλλευτές, δεν ήταν μόνο οι κοτζαμπάσηδες αλλά και οι λεγόμενοι αγιάνηδες (ayân) οι οποίοι ήταν Μουσουλμάνοι – αυτοί βεβαίως δεν αναφέρονται καν.



Στη συνέχεια ο παρουσιαστής (30:58) δίνει μια εικόνα για τους δυο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας διαφορετική από εκείνην της Pax Ottomanica: Οκτώ πόλεμοι στα ελληνικά εδάφη, η Πελοπόννησος είναι ένα πεδίο μάχης, η Μεθώνη, το Άργος και το Ναύπλιο ξεθεμελιώνονται και οι κάτοικοί τους σφάζονται, Αλβανοί εποικίζουν τις ερημωμένες ελληνικές περιοχές, στις ελληνικές θάλασσες επικρατεί ανασφάλεια, οι Τούρκοι ερημώνουν την Πελοπόννησο ηττώμενοι από τους Βενετούς, το εμπόριο σβήνει κ.ο.κ. – και περιορίζεται μόνο στη Ν. Ελλάδα. Πώς συμβιβάζονται τα παραπάνω (που καταλαμβάνουν μόλις δύο λεπτά) με την αρχική (και μεγαλύτερης διάρκειας στην εκπομπή) περιγραφή μιας ειδυλλιακής πρώιμης Τουρκοκρατίας –εικόνα βασισμένη σε ένα χριστιανομουσουλμανικό νεκροταφείο στην Κόρινθο και σε ένα πλούσιο κεφαλοχώρι της Βοιωτίας– είναι κάτι που θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει ως στάχτη στα μάτια. Ξέρουμε ότι οι Τούρκοι έδιωχναν τους Έλληνες από τις παλαιές πόλεις και κατοικούσαν οι ίδιοι σε αυτές. Γενικότερα, μέσω της εκπομπής αντιστρέφεται το σχήμα: «παρακμή των Ελλήνων στην πρώιμη Τουρκοκρατία, ακμή των Οθωμανών – ακμή των Ελλήνων στους μεταγενέστερους αιώνες, παρακμή των Οθωμανών», με τον ισχυρισμό ότι η ακμή Οθωμανών και η ακμή των Ελλήνων/Ρωμηών συνέπεσαν χρονικά, δηλαδή κατά τον 15ο και 16ο αιώνα. Πού είναι η ακμή ή έστω η ευημερία των Ελλήνων τότε;



Ο παρουσιαστής αναφέρει (33:40) ως λόγους μετακίνησης των Ελλήνων στα ορεινά τις επιδημίες, τους πειρατές και τους ξένους στρατούς· όχι την Τουρκική κατοχή. Όμως οι μετακινήσεις αυτές στα Βαλκάνια δεν άρχισαν λόγω των βενετοτουρκικών πολέμων και της πειρατείας αλλά από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης των Οσμανών, ως συνέχεια της αγωνιώδους φυγής των Ελλήνων Μικρασιατών από την Μικρασία μπροστά στην επέλαση των Τουρκομάνων-Σελτζούκων μετά τον 11ο αιώνα. Είναι ενδεικτική της σαθρότητας των «αντιεθνοκεντρικών» ερμηνειών, ελλείψει επιχειρημάτων, η καταφυγή σε ιδεολογικές συκοφαντίες περί εθνικισμού (= σωβινισμού) προκειμένου να αντικρουσθεί η άποψη ότι οι μεταναστεύσεις των Ελλήνων και οι εποικισμοί των ορεινών τοποθεσιών οφείλονται στην οθωμανική επέλαση και παρουσία στην Ελλάδα. Οι εποικισμοί των ορεινών περιοχών της Ελλάδας από χριστιανούς και οι μεταναστεύσεις τους εκτός του ελλαδικού χώρου δεν αρχίζουν με την απαρχή της παρακμής του Οσμανικού κράτους, τον 17ο αι., αλλά ακριβώς κατά τη στιγμή της εισβολής και εδραίωσης των Τούρκων στον ελλαδικό χώρο. Τους πρώτους, δήθεν καλούς αιώνες της Τουρκοκρατίας και όχι μετά τον 17ο αι. ο Ταΰγετος, ο Όλυμπος και τα Πιέρια, το Συνιάτσικο (Άσκιο), το Πήλιο, τα Άγραφα, η βόρεια Πίνδος και η ορεινή Χαλκιδική γεμίζουν από χωριά και παρατηρείται φυγή χριστιανικών πληθυσμών στα Επτάνησα, τη Γεωργία, την Ιταλία και αλλού, όταν εισβάλουν οι Οθωμανοί σε Μακεδονία, Πελοπόννησο και Θεσσαλία, και όταν γίνονται οι εποικισμοί της Μακεδονίας και Θεσσαλίας με Γιουρούκους και Κόνιαρους. Με την υποδούλωση των βόρειων ελληνικών περιοχών στα τέλη του 14ου αιώνα οι βόρειοι Έλληνες κατέφυγαν στη Ν. Πελοπόννησο και στις Κυκλάδες. Μόνο ιδεολογική («αντιεθνοκεντρική») προπαγάνδα μπορεί να αποδώσει τα δυο ταυτόχρονα γεγονότα (εισβολή/εποικισμός Τούρκων και φυγή Ελλήνων σε βουνά ή σε μη τουρκικές περιοχές) σε άλλες κύριες αιτίες κι όχι στην οσμανική εισβολή. Ο Δωρόθεος Μονεμβασίας γράφει για τον 15ο αι.: «Ωσάν εκυρίευσεν ο Τούρκος των Μωρέαν, άφηκαν οι Χριστιανοί από τα κάστρη και από τας χώρας τα οσπήτιά τους, και τα άλλα τους πράγματα, και ταις ευημερίαις τους, και ήρχουνταν φαμιλικώς και έμπαιναν μέσα εις το [Ενετικό] Ανάπλι, και εκατοικούσαν…δια να λείψουν από τα πάθη των Τουρκών». Ο παρουσιαστής και οι ιστορικοί σύμβουλοι της εκπομπής απέδωσαν ακόμη και την μαζική φυγή των ελληνικών πληθυσμών είτε στα ορεινά είτε εκτός των Βαλκανίων στους τουρκοβενετικούς πόλεμους και την πειρατεία. Ο Βερέμης ως αίτιο μετακίνησης επί Τουρκοκρατίας στα ορεινά (34:04) αναφέρει πρώτο την υγιεινότερη διαβίωση, ωσάν να γινόταν λόγος για φυματικούς πληθυσμούς στους οποίους ο γιατρός συνέστησε τον αέρα της εξοχής. Παραδόξως, και στα βυζαντινά χρόνια κατά τα οποία επίσης ξεσπούσαν επιδημίες, η ορεινή Ελλάδα δεν πλημμύρισε από χωριά όπως κατά την Τουρκοκρατία. Ο Βερέμης έπειτα (34:26) αναφέρει ως λόγο την αποφυγή των φόρων. Όμως, υποτίθεται ότι οι Οσμανοί φορολογούσαν λιγότερο τους ελληνικούς πληθυσμούς. Γιατί, αφού οι φόροι μειώθηκαν τόσο με την άφιξη των Οσμανών, ο κόσμος άρχισε να φεύγει στα βουνά για να αποφύγει την πληρωμή τους στους Οσμανούς; Και γιατί ως τρίτος λόγος θεωρείται (34:39 και 38:34) η ασφάλεια από το (οσμανικό) Κράτος και τις «πολλές παρεκτροπές» του (ποιες άραγε;), αφού αρχικά αυτό θεωρήθηκε ότι έδωσε πρωτόγνωρη αίσθηση ασφάλειας και την Pax Ottomanica στους κατοίκους; Ο παρουσιαστής επικρίνει (7:21) την άποψη «των περισσότερων από εμάς» (σταθερή η αναφορά στο housewives) ότι οι Έλληνες κατέφευγαν στα βουνά για να επαναστατήσουν και ότι οι Οθωμανοί δεν προσέφεραν τίποτε το θετικό όντας βάρβαροι. Η καταφυγή στα βουνά, σε πρώτο στάδιο όχι για να χρησιμοποιηθούν αυτά ως επαναστατικό ορμητήριο αλλά για να γλιτώσουν οι κάτοικοι από τους Τούρκους, δείχνει και την ποιότητα της διαβίωσής τους υπό τους Οθωμανούς.



Όσον αφορά στους Κλέφτες, ο παρουσιαστής υποστηρίζει ότι αυτοί δεν είναι εθνικοί ήρωες (38:15), ότι οι Κλέφτες λεηλατούν αδιακρίτως την περιουσία Χριστιανών και Μουσουλμάνων (38:42), θεωρούν πατρίδα (εννοείται: μόνο) τον τόπο καταγωγής τους (39:16), «δεν έχουν την αίσθηση ότι ανήκουν σε ένα ευρύτερο σύνολο με κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, σε ένα έθνος» (39:27). Παρ’ όλο που αληθεύει ότι οι Κλέφτες δεν λήστευαν μόνον Μουσουλμάνους, τα υπόλοιπα έρχονται σε αντίθεση με τα εξής. Εάν οι Κλέφτες δεν είχαν καθόλου «εθνική» «συνείδηση», τότε θα αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο από τους μουσουλμανικούς και τους χριστιανικούς πληθυσμούς, δηλαδή στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια οι Κλέφτες δεν θα εμφανιζόταν να αντιμάχονται μόνο τους «Τούρκους» ενώ στα τραγούδια των Μουσουλμάνων της Ελλάδας οι Κλέφτες θα εμφανίζονταν εθνοθρησκευτικά αδιάφοροι. Το σημαντικότερο: Οι ίδιοι οι Κλέφτες διαφορετικής εθνότητας διαισθάνονταν τις εθνοτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, παρ’ όλο που λήστευαν ανεξαρτήτως εθνότητας και θρησκείας. Δηλαδή: «…το φαινόμενο του κλέφτη είναι γενικό και δεν αναφέρεται ειδικά σε μία και μόνη εθνότητα. Ενώ λοιπόν υπάρχει ομοιότροπη αντιμετώπιση των κλεφτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, από τους γαιοκτήμονες και από τους εκπροσώπους της πολιτικής ηγεσίας, είτε μουσουλμάνοι είναι αυτοί είτε μη μουσουλμάνοι, δεν φαίνεται να υπάρχει ταξική αλληλεγγύη μεταξύ των μουσουλμάνων και των μη μουσουλμάνων κλεφτών (Çetin Yetkin, Etnik ve Toplumsal Yönleriye Türk Halk Hareketleri ve Devrimler = Τουρκικά λαϊκά κινήματα και επαναστάσεις με τις εθνικές και κοινωνικές τους πλευρές). Η «εθνική» αντίθεση, λοιπόν, απορρόφησε την ταξική, γεγονός που διαπιστώνεται στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε κάθε εξέγερση των Ελλήνων κατά των Οσμανών» (Ν. Σαρρή, Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό Κράτος, σ. 103). Σε πάρα πολλά από τα 192 κλέφτικα τραγούδια της συλλογής του Passow η αντίσταση, η άρνηση υποταγής στους Οθωμανούς και το μίσος κατά αυτών είναι κάτι παραπάνω από άμεσα αντιληπτό, είναι ο πυρήνας των τραγουδιών· δεν βρίσκουμε σε αυτά, όμως, τα ίδια αρνητικά συναισθήματα για τους Χριστιανούς – όπως θα βρίσκαμε εάν υποθέταμε ότι οι Κλέφτες δεν είχαν «εθνική» «συνείδηση». Ενδεικτικά: «Βάλτε φωτιά στην εκκλησιά, κάψτε τους Τούρκους μέσα, χίλια φλωριά να την χρωστώ, καινούρια να την φτιάσω» (του Μπουκουβάλα)· «Λεβέντες κάμετε καρδιά, σα Χριστιανοί φανήτε, Τους Τούρκους να παστρέψωμε, να πέσουνε στον τόπο» (του Κώστα Μπουκοβάλα)· «Να χύσωμ’ αίμα Τούρκικο, να φάνε κ’ οι κοράκοι» (του Γιάννη Στάθη).



Όσον αφορά στα Ορλωφικά ο Τούρκος καθηγητής Φικρέτ Αντανίρ (40:15) υποστηρίζει ότι «οι Οθωμανοί δεν ενδιαφέρονταν γι αυτές τις περιοχές, γιατί ήταν πολύ φτωχές. Ήταν άγονες και βραχώδεις…Αυτοί οι θύλακες τραβούσαν την προσοχή των ξένων δυνάμεων. Για να αποκτήσουν επιρροή στα Βαλκάνια, έπρεπε να πάρουν με το μέρος τους αυτές τις κοινότητες…». Παρ’ όλο που δεν ενδιαφέρονταν οι Οθωμανοί για την άγονη Ελλάδα, πολεμούσαν επί εννιά χρόνια προκειμένου να μην την χάσουν. Φαίνεται ότι απλώς θίχτηκε το οθωμανικό φιλότιμο από την εξέγερση, τόσο ώστε να ζητήσουν τη συνδρομή ακόμη και Μουσουλμάνων στασιαστών εναντίον της, όπως του Μεχμέτ Αλή. Η παραπάνω αντιμετώπιση των επαναστάσεων των Ελλήνων, ως απλώς υποκινούμενων από τις ξένες δυνάμεις, εντάσσεται στα πλαίσια της προσπάθειας να αποσιωπηθεί η ύπαρξη της οθωμανικής τυραννίας ή να υποτιμηθεί η έκτασή της. Οι Έλληνες δεν είχαν κανένα λόγο να επαναστατήσουν, περνούσαν ημιαυτόνομοι στα άγονα βράχια τους, που ήταν άχρηστα στους Τούρκους, και ζούσαν λίγο-πολύ ευχάριστα, λέει ο παραπάνω καθηγητής· άρα, η μόνη λογική εξήγηση για τις εξεγέρσεις τους είναι πως αυτές ήταν υποκινούμενες από το εξωτερικό. Η εξήγηση του Τούρκου καθηγητή εντάσσεται στο πλαίσιο της απαξίωσης από την τουρκική ιστοριογραφία της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία είναι της μόδας και στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι επαναστάτες του 1821 είναι για όχι λίγους Τούρκους ιστορικούς «ληστές» και «στασιαστές», και η Ελληνική Επανάσταση «στασιαστική ενέργεια κατά του κράτους» και «στάση του Μωριά», ωσάν να μην εξερράγη το 1821 η επανάσταση σε Θεσσαλία, Μακεδονία, Αιγαίο και Θράκη.



Ο παρουσιαστής θεωρεί (44:31) ως αιτία της αποτυχίας των Ορλωφικών είναι ότι οι Έλληνες δεν είδαν τα Ορλωφικά ως «τον σπόρο της επανάστασης κατά των Τούρκων», δηλαδή –θέλει να πει– δεν είχαν λόγο να επαναστατήσουν κατά ενός μη καταπιεστικού κράτους, και «συμμετείχαν μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούσε τα δικά τους, τοπικά συμφέροντα. Το 1770 οι Έλληνες δεν λειτουργούν ακόμα σαν σύνολο, σαν έθνος· αυτό θα αλλάξει ριζικά τα πρώτα είκοσι χρόνια του επόμενου αιώνα». Ωστόσο, ο έντονος τοπικισμός υπήρχε και αργότερα, δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί η αιτία της αποτυχίας. Σημαντικός παράγοντας ήταν η ασυνεννοησία μεταξύ Ελλήνων και Ρώσσων. Βλέποντας τις λιγοστές ρωσσικές δυνάμεις οι Μανιάτες δείχθηκαν επιφυλακτικοί και λίγοι κατατάχθηκαν στο στρατό του Θ. Ορλώφ. Οι Ρώσσοι έλπιζαν να νικήσουν με τις δυνάμεις των Ελλήνων ενώ οι Έλληνες περίμεναν δυνάμεις ανάλογες με την έκταση του πολεμικού εγχειρήματος.



Στην συζήτηση μετά την πρώτη εκπομπή (12:37), προκειμένου να μαζευτούν τα αμάζευτα (έτσι όμως δημιουργείται αντίφαση) ο Βερέμης δέχεται «απολύτως» την άποψη ότι «το έθνος των Ελλήνων, προερχόμενο από τα βάθη της ιστορίας, με την κοινή γλώσσα και την κοινή θρησκεία, χειραφετείται έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Ο Βερέμης (19:47-53) ισχυρίζεται ότι ο Κοραής προτιμούσε το Έλληνας αντί το Γραικός, ενώ είναι γνωστό ότι ο Κοραής έγραψε (Διάλογος δύο Γραικών) «Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης» και όχι το «Έλληνας». Ο Βερέμης συνεχίζοντας (21:56 της συζήτησης) υποστηρίζει ότι ήταν ο Παπαρρηγόπουλος ο οποίος ένωσε Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο και Νέο Ελληνισμό· ενώ είναι γνωστό ότι οι εθνοσυνελεύσεις του 1821 θεωρούσαν τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες «ημέτερους» και «αυτοκράτορες της Ελλάδας» διακηρύσσοντας πολύ πιο πριν από τον Παπαρρηγόπουλο την άποψη για την εθνική συνέχεια, και βέβαια μπορεί κανείς να πάει πιο πίσω, σε λογίους του 16ου και 17ου αιώνα με παρόμοιες απόψεις. Ο Βερέμης (20:59 της συζήτησης) υποστηρίζει ότι οι Βαλκάνιοι μαθαίνοντας ελληνικά και όντας Ορθόδοξοι εξελληνίζονταν· κάτι που αντιβαίνει στην άποψη της πρώτης εκπομπής ότι η ελληνοφωνία συνδυαζόμενη με την Ορθοδοξία δεν συνεπάγεται την (νέα) ελληνικότητα. Ο Τατσόπουλος υποστηρίζει (42:02, 42:21 και 45:15-34 της συζήτησης) ότι «δεν υπήρξε η Αγία Λαύρα». Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν βρισκόταν στην Λαύρα στις 25/3 αλλά στην Πάτρα, και την ημέρα εκείνη όρκισε τους πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία Αγίου Γεωργίου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 86). Η «Αγία Λαύρα» υπήρξε. Όχι στις 25/3 αλλά στις 17/3: «Μαρτυρίες από οικογενειακά αρχεία αγωνιστών που αναφέρουν ότι όχι μόνο αποφασίστηκε τότε στην Αγία Λαύρα η έναρξη της Επαναστάσεως αλλά πως έγινε και ειδική δοξολογία στις 17 Μαρτίου, ημέρα εορτής του τιμωμένου εκεί Αγίου Αλεξίου, και επακολούθησε ορκωμοσία» (ό.π., σ. 82). Όσο κι αν συνιστά μύθο η άποψη ότι η επανάσταση ξεκίνησε στις 25/3 άλλο τόσο μυθοπλασία συνιστά η άποψη που αποσιωπά το ότι οι Επαναστάτες (βλ. τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη) είχαν ρητά επιλέξει την 25/3 ως ημερομηνία έναρξης της επανάστασης ακριβώς επειδή ήταν η χριστιανική γιορτή του Ευαγγελισμού, ασχέτως του αν, επειδή οι Τούρκοι είχαν αντιληφθεί τα σχέδια των επαναστατών, οι τελευταίοι εξεγέρθηκαν μερικές μέρες νωρίτερα.



Κλείνοντας, κανείς μπορεί να απορήσει πώς γίνεται σε μία μόνο εκπομπή να καλύπτεται η περίοδος από τον 15ο αιώνα ώς τα Ορλωφικά. Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι 300 χρόνια περιγράφονται τόσο γρήγορα και, όχι λίγες φορές, με σοβαρές αποσιωπήσεις, με αρκετές ανακρίβειες και με όχι ασήμαντες αντιφάσεις.

Κώστας Βεργόπουλος: Νεοραγιαδισμός και αξιοπρέπεια


Κώστας Βεργόπουλος: "Νεοραγιαδισμός και αξιοπρέπεια"


|

Yποτροπιάζει στη χώρα μας η διαμάχη περί εθνικισμού, με οπωσδήποτε...
έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα, παρά την επίκληση «επιστημονικής» βάσης. Όμως και ο ιδεολογικός χαρακτήρας δεν είναι διακοσμητικός, αλλά συνδέεται με πρακτικές και πολιτικές συνέπειες, που αποκαλύπτουν τα πραγματικά διακυβεύματα της διαμάχης. Το ότι το φαινόμενο του κράτους-έθνους εμφανίσθηκε από τα τέλη του 18ου αιώνα δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι τα έθνη δεν υπήρχαν πριν από αυτή την ημερομηνία. Άλλο ζήτημα το πότε έλαβαν ενιαία κρατική υπόσταση. Εξάλλου, η Ελληνική Επανάσταση, όπως και οι άλλες εθνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, δεν μπορεί να εξηγηθεί ως απλό δημιούργημα των διανοούμενων, Ευρωπαίων και Ελλήνων, εάν δεν ληφθεί υπόψη η κινητοποίηση και η ευρεία συμμετοχή των λαϊκών μαζών. Η τελευταία δεν ήταν προϊόν διανοη τικών και συγκυριακών καταστάσεων, αλλά αντιστοιχούσε οπωσδήποτε σε ένα εξεγερσια κό κλίμα, που είχε ήδη επιβεβαιωθεί πολλές γενιές πριν από τη στιγμή της Επανάστασης. Οι ιδέες του Διαφωτισμού και η πρόσληψή τους από τους Έλληνες οδήγησαν στην επεξεργασία ενός αξιόπιστου εξεγερσιακού προγράμματος, που κατέκτησε την εμπιστοσύνη των υπόδουλων. Όμως, ακόμη και ο Διαφωτισμός δεν ευθύνεται για τη δημιουργία των εθνικών κρατών. Τα τελευταία αποδείχθηκαν προϊόντα των αναγκών και των αντικειμενικών συνθηκών, χωρίς ιδιαίτερη ευθύνη κανενός. Άλλωστε, ούτε ο Ρήγας Φεραίος ούτε η Φιλική Εταιρεία ούτε ο Κοραής φιλοδόξησαν να δημιουργήσουν το εθνικό κρατίδιο του 1828. Αντίθετα, σχεδίαζαν την ανατροπή της οθωμανικής τάξης σε ολόκληρη την αυτοκρατορία ή τουλάχιστον στα Βαλκάνια, με συμμετοχή όλων των εθνοτήτων της περιοχής. Το ότι τα σχέδιά τους δεν ετελεσφόρησαν και η διαδικασία που επυροδότησαν οδήγησε τελικά στην ίδρυση του εθνικού κρατιδίου ήταν οπωσδήποτε απροσδόκητη κατάληξη, αλλά επιβλήθηκε όχι από συνωμοσία των διανοούμενων, αλλά σε αντίθεση με ό,τι είχαν διανοηθεί. Η Τουρκοκρατία δεν ήταν με τίποτα σύστημα «ειρηνικής συμβίωσης» όλων των εθνοτήτων, αλλά καθεστώς ωμής απολυταρχίας και ασυδοσίας, που βασιζόταν σε απαράδεκτες διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων του, με κριτήρια εθνοτικά και θρησκευτικά. Οι μουσουλμάνοι απολάμβαναν φορολογικής ασυλίας, ενώ οι μη μουσουλμάνοι κατέβαλλαν κεφαλικό φόρο, προκειμένου να εξασφαλίζουν το κεφάλι τους. Σχολεία υπήρχαν, αλλά ήσαν ανυπεράσπιστα και εκτεθειμένα, όπως και το διδακτικό προσωπικό και η διδασκόμενη ύλη, στην αυθαιρεσία και τους εκβιασμούς της παραμικρής τοπικής εξουσίας. Το αυτό ίσχυε όσον αφορά τους νεομάρτυρες, που κυνηγήθηκαν απάνθρωπα, παρά την υποτιθέμενη ελευθερία της λατρείας. Η διατήρηση και ανανέωση του ελληνικού πολιτισμού δεν οφείλεται τόσο σε κάποια «παροιμιώδη οθωμανική ανεκτικότητα», η οποία πάντως συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά της αυθαιρεσίας, της ασφυκτικής επιτήρησης και καταστολής, όσο κυρίως στο ανυπότακτο φρόνημα των υποδούλων, στην πεποίθηση της αδικίας που υφίσταντο. Το όραμα της ελευθερίας εισέδυσε στους υπόδουλους, ενώ η άρχουσα οθωμανική τάξη στεγανοποιήθηκε απέναντι σε αυτό. Το οθωμανικό κράτος δεν διαμελίσθηκε επειδή το επεδίωξαν οι Δυνάμεις, αλλά αντίθετα διασώθηκε από αυτές και συντηρήθηκε τεχνητά επί δύο αιώνες, προτού υποκύψει στις διαλυτικές διεργασίες από το εσωτερικό του. Το «Ανατολικό Ζήτημα» στην ευρωπαϊκή διπλωματία δεν ήταν κάποια συνωμοσία εις βάρος του οθωμανικού κράτους, αλλά συμφωνία όλων των Δυνάμεων να προστατεύεται, παρά τη φθορά του, ο «Μεγάλος Ασθενής» και να καταστέλλονται οι εξεγέρσεις των εθνών που τον απειλούσαν.

Στην εποχή μας, οι απολογητές της παγκοσμιο ποίησης και των πολυεθνικών επιχειρήσεων δια βάλλουν ως «αναχρονιστικό εθνικισμό» την αντίσταση σε αυτά τα φαινόμενα. Ιδεολογική διαμάχη με πρακτικές όμως συνέπειες. Η έννοια του έθνους βάλλεται, ενώ πραγματικός στόχος είναι η εξουδετέρωση του κράτους, η ματαίωση της δυνατότητος για διαφορετική εναλλακτική πολιτική. «Το έθνος είναι και ήταν πάντοτε μύθος, το κράτος έχει σήμερα ξεπερασθεί από την παγκοσμιοποίηση, όπως επίσης η έννοια της κοινωνίας και της κοινωνικής συνοχής. Κάθε αντίσταση πολιτών είναι αναχρονιστική και συνεπώς περιττή». Κι όμως, με την τρέχουσα παγκόσμια κρίση, ο κύκλος της παγκοσμιοποίησης φαίνεται ότι έκλεισε και οι λύσεις αναζητούνται με την αποκατάσταση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής διαχείρισης σε βάσεις εθνικές, τοπικές και περιφερειακές. Αναχρονιστική είναι σήμερα η πεποίθηση ότι κάποιος αδυσώπητος νόμος της παγκοσμιοποίησης ακυρώνει τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να μεριμνούν για τους πολίτες και για την κοινωνία που τους αντιστοιχεί. Η αναζωπύρωση των ιδεολογικών διαφοροποιήσεων σήμερα αντιστοιχεί όχι στη μέχρι πρόσφατα αναμενόμενη παγκόσμια σύγκλιση, αλλά στη διάψευση αυτής από την πραγματικότητα, που απομακρύνεται ταχύτατα από κάθε δυνατότητα υπερεθνικού ελέγχου. Οι απειλές για τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση δεν προέρχονται σήμερα τόσο από τις ιδέες της αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση και τη διεκδίκηση της κοινωνικής συνοχής, όσο κυρίως από τις ιδεολογίες που καλύπτουν τις καταχρήσεις της εξουσίας, που διαλύουν τον κοινωνικό ιστό στο όνομα της διεθνούς ανταγωνιστικότητος και της βαθύτερης ένταξης σε ένα διεθνές περιβάλλον, που σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα. Αναχρονισμός σήμερα είναι η υπεράσπιση της παγκοσμιοποίησης εις βάρος των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, όχι η αντίσταση σε αυτή. Αναχρονισμός σήμερα είναι η ταπείνωση, η ιδεολογική εξουθένωση και ο ραγιαδισμός του πολίτη, όχι ό,τι συμβάλλει στην αυτοπεποίθηση και στο αίσθημα αξιοπρέπειάς του.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 17/2/11

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Συνέντευξη του ιστορικού Σπύρου Ασδραχά στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με ξεχωριστό ενδιαφέρον για την συζήτηση για το εθνικό ζήτημα






ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24-11-2002
Σκεφθείτε, ζούμε και μετά τον θάνατό μας...
O Σπύρος Aσδραχάς, εκ των κορυφαίων ιστορικών, μιλά για το έθνος, την ιστορική συνέχεια, την ελευθερία, τον θάνατο
Συνέντευξη στους Νίκο Γ. Ξυδάκη και Ολγα Σελλά

O Σπύρος Aσδραχάς στα εξήντα εννιά του χρόνια θεωρείται ανάμεσα στους δυο-τρεις κορυφαίους Eλληνες ιστορικούς σήμερα, μεταπολεμικός απόγονος του Nίκου Σβορώνου και του K. Θ. Δημαρά. Aπό τα χέρια του έχουν βγει δεκάδες ιστορικοί, έχει διευθύνει περίπου 250 μεταπτυχιακά διπλώματα και 50 διδακτορικές διατριβές. Oλα εκτός ελληνικού πανεπιστημίου... Aπό τις αρχές της δεκαετίας του ’70 έως σήμερα δίδαξε στη Σορβόνη και στην Eκόλ Πρατίκ, στο Παρίσι, μα δεν αξιώθηκε μια πανεπιστημιακή έδρα στην Eλλάδα... H επιρροή του βέβαια στη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία είναι μεγάλη· δεν είμαστε οι αρμόδιοι να πούμε πόση και ποια ακριβώς, μα οι ακόλουθες γενιές ιστορικών σίγουρα θα του δώσουν τη θέση του.

Προς το παρόν, ο Λευκαδίτης Σπύρος Aσδραχάς χαίρεται τη ζωή με την οικογένειά του, με τους μαθητές του, με τους ομοτέχνους του, αφοσιωμένος στη μελέτη και τη συγγραφή. Tο γραφείο του στη Nέα Σμύρνη είναι γεμάτο δελτία, σημειώσεις, χαρτιά· ένα εργαστήρι. Mάς δέχτηκε μερικές ημέρες μετά το συνέδριο για την ελληνική ιστοριογραφία στο Eθνικό Iδρυμα Eρευνών. Tο συνέδριο χαρακτηρίστηκε σαν τελετή ενηλικίωσης για τους Eλληνες ιστορικούς, και ο Σ. Aσδραχάς ήταν πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής. Mας δέχτηκε προσηνής και με λεπτό χιούμορ σχολίασε: «Δεν πιστεύω να νομίζετε ότι αυτή η συνέντευξη θα είναι η διαθήκη μου, σαν του Σβορώνου και του Δημαρά! Eχω πολλά να γράψω ακόμη...».

— Η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι ο πιο ρωμαλέος επιστημονικός κλάδος. Προσελκύει καλά μυαλά, τα βιβλία ιστορίας κάνουν μεγάλες πωλήσεις...

— Είναι γεγονός... Eχουν μια απήχηση, η οποία δεν συνειδητοποιήθηκε και δεν οδήγησε σε μια επεξεργασία του τι δέον γενέσθαι ως προς το παρόν που εκβάλλει στο μέλλον. Είμαι σίγουρος ότι οι Ελληνες ιστορικοί έχουν αποκτήσει μια ταυτότητα που δεν υπολείπεται των ομοτέχνων τους στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρά μόνο στο επίπεδο της υποστήριξης των απόψεών τους. Αδυναμία η οποία είναι αποτέλεσμα του εκπαιδευτικού συστήματος, διότι ουδείς σκέφτηκε ότι στο δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, θα έπρεπε στην καρδιά της παιδείας να είναι η έκθεση και η απόδειξη: να μπορείς να μιλάς, και μιλώντας να αποδεικνύεις. Ενας μέτριος Γάλλος ιστορικός ή κριτικός της τέχνης ή ιστορικός των θρησκειών θα μας εξουδετέρωνε, απλούστατα γιατί ξέρει αυτή την τεχνική. Eνα εκπαιδευτικό σύστημα που θα έπρεπε να συνειδητοποιήσει ότι δεν παράγει συγγραφείς αιτήσεων προς τη διοίκηση αλλά κάτι άλλο, αυτό δεν το σκέφτηκε κανείς.

Εάν κανείς ακούσει ραδιόφωνο ή τηλεόραση στο εξωτερικό θα καταλάβει ότι στον προφορικό λόγο δεν υπάρχουν τελείες, κόμματα, άνω τελείες. Υπάρχει ένας συνεχής λόγος. Σε μας ακούγονται διαρκώς τελείες και κυριαρχεί το «εεε...». Αυτό υπάρχει διότι ποτέ δεν έμαθαν οι άνθρωποι να εκφράζονται προφορικά, που είναι η συμπύκνωση του γραπτού. Κι επειδή δεν μας έμαθαν αυτό το ποτάμι, υποδουλωνόμαστε στις επικρατούσες ηγεμονίες, ακόμη και σε επίπεδο τεχνικής.

Συλλογικό και ατομικό

— Προσάπτουν στην ελληνική ιστοριογραφία ότι ασχολήθηκε υπερβολικά με την οικονομική ιστορία και με εξειδικευμένες μονογραφίες και παραμέλησε άλλους τομείς ή συνθετικά έργα...

— Οντως δεν έχουμε συνθετικά έργα, αλλά για εντελώς διαφορετικό λόγο. Αν θέλουμε να κάνουμε μια σύνθεση, η οποία να στέκει δίπλα σε άλλες συνθέσεις και να έχει μια πολιτισμική επίπτωση διεθνώς, σημαίνει ότι θα πρέπει να αφομοιωθούν πολλές λογικές από εκείνον που κάνει τη σύνθεση. Ζούμε όμως σε μια εποχή όπου δεν υπάρχει ακόμη διαμορφωμένη η φυσιογνωμία του ατομικού ιστορικού, που συνδυάζει όλες αυτές τις δυνατότητες. Θα πρέπει να αναχθούμε στη φυσιογνωμία του συλλογικού ιστορικού. Oταν τα πράγματα ωριμάσουν και μπορούμε να κάνουμε συλλογικά έργα επί τη βάσει ενός κοινού σκεπτικού, θα έχουν συμβεί και κάποια άλλα πράγματα...

— Εγινε κάποια προσπάθεια σύνθεσης;

— Εγινε, στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, και μάλιστα με κάποιες σημαντικές ρήξεις, παρά τις αντιρρήσεις του K. Τσάτσου που ήταν η κεφαλή. Συνέβη να πέσει η χούντα, είναι απλό...

Mια ιστορία προβλημάτων

— Από τότε δεν υπάρχουν άλλα συνθετικά έργα;

— Υπήρξε μια αντιπρόταση, της θεματικής «Ιστορίας του 20ού αιώνα». Tι σημαίνει όμως θεματική; Θα μου πείτε, τι θα έκανες εσύ αν σου έλεγαν να κάνεις μια συνθετική ιστορία; Οπωσδήποτε δεν θα έκανα μια θεματική ιστορία. Θα έκανα μια ιστορία προβλημάτων...

— Δηλαδή;

— Θα έκανα, αυτό που έκανε ο Pουτζέρο Ρομάνο, όταν έκανε το «La storia di Italia». Ο Ρομάνο σκέφτηκε μια ιστορία της Ιταλίας. Παλιά λέγαμε μια Iστορία των Ιταλών. Ο Κρότσε είπε πως δεν μπορεί να γραφτεί μια ιστορία της Ιταλίας πριν δημιουργηθεί το κράτος. Και ο Ρομάνο απαντά: η χώρα και οι λαοί. Ανατρέπει το σχήμα.

H συνέχεια

— Στα καθ’ ημάς: το ιστορικό σχήμα των Zαμπέλιου και Παπαρρηγόπουλου, η συνέχεια του ελληνισμού, συχνά καταναλώθηκε ως προγονοπληξία και αρχαιολατρεία...

— Αυτό ταλάνισε και ταλανίζει ακόμα. Δεν θα περίμενε κανείς ότι στις μέρες μας θα υπήρχαν άνθρωποι που θα ήθελαν να μην είχε γίνει η Επανάσταση του 1821... Mιλούν για έναν οικουμενικό ελληνισμό, της διασποράς... Οι οποίοι όμως ταυτοχρόνως –κι εδώ είναι θέμα σχιζοφρένειας– υπεραμύνονται του γεγονότος ότι είναι Ελληνες, ότι υπάρχει η Ελλάδα η οποία πρέπει να επεκτείνει και τα σύνορά της...

— Μα μπορούμε το 2002, στην ύστερη νεωτερικότητα, να μιλάμε για διασπορά σ’ ένα πλαίσιο οικουμενικότητας, της οθωμανικής, που έχει οριστικά παρέλθει;

— Προφανώς όχι. Υπήρχαν κάποιοι λυτρωτικοί δρόμοι, που υποστήριζαν ότι με την υπέρβαση των εθνών ο λόγος της προλεταριακής επανάστασης θα φτάναμε σε καινούργιες πολιτισμικές συνθέσεις. Σε τι μεταφράστηκε αυτό; Σε μία εχθρότητα των Τούρκων φασιστών απέναντι στο ελληνικό στοιχείο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και σε μας σε τι μεταφράστηκε; Σε μια μορφή αγαθομανίας: «Τι καλά παιδιά που είναι οι Τούρκοι! Τι αθώοι άνθρωποι!» Mα κανείς άνθρωπος δεν είναι αθώος... Ολοι αυτοί που συζητούν για εθνικισμό, για εθνισμό, δεν καταλαβαίνουν το απλό γεγονός ότι η απελευθέρωση δεν μπορούσε παρά να έχει και δημοκρατικό χαρακτήρα. Τέτοια ήταν η Επανάσταση του 1821, που κατ’ εμέ είναι το μεγαλύτερο γεγονός της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η μεγάλη τομή. Οπότε πάλι επαληθεύεται ο Σαμπό ότι η μεγαλύτερη επανάσταση μετά τον χριστιανισμό ήταν τα εθνικά κινήματα...

Mιλούν τώρα για πολυπολιτισμικές καταστάσεις, σε ένα χώρο, ο οποίος διαμορφώθηκε με πολέμους, με αναγκαστικό σύνδρομο τον πόλεμο, με εθνοκάθαρση. Το οθωμανικό ιδεώδες, αυτό το ξεχνάνε, είναι το οθωμανικό κράτος. Οσο πλούσιος και να γίνεις, όσο σοφός και να γίνεις, αν δεν ταυτιστείς με την ηγεμονική παιδεία, δηλαδή αν δεν εξισλαμισθείς, δεν έχεις στον ήλιο μοίρα. Kι όταν μπορείς να γίνεις, αυτό γίνεται υπό όρους ανασυγκρότησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά εσύ είσαι εκτός αυτού του έθνους. Δεν υπάρχουν καλοί Nεότουρκοι. Είναι καταδικασμένοι να γίνουν οι φορείς που πραγματοποιούν τελικώς την εθνοκάθαρση. Σκοτώνουν τους Αρμένιους, τους Ελληνες. Από την ώρα που η λύτρωση περνάει μέσα από το εθνικό ιδεώδες, είναι επόμενο να υπάρχουν οι εθνικές συγκρούσεις. Και οι Τούρκοι ξέρουν να λένε ότι οι κατεξοχήν εχθροί της Τουρκίας ήταν οι Αρμένιοι και οι Ελληνες που είχαν το εμπόριο. Oπως εμείς είπαμε ότι οι κατεξοχήν υπεύθυνοι είναι οι Εβραίοι που είναι τοκογλύφοι...

Πρέπει να τα κατανοήσουμε αυτά. Aλλιώς δεν θα κατανοήσουμε ότι βγάλαμε Σολωμό...

Nα υπάρξει με την αλήθεια

— O ιδρυτικός καλλιτέχνης μας είναι ρομαντικός. Kαι το ελληνικό κράτος είναι εν τη γενέσει του ρομαντικό... Mήπως το έθνος σε αυτή τη φάση είναι μια φαντασιακή κοινότητα;

— Φαντασιακή κοινότητα; Θα σας απαντήσω με μια περικοπή. (διαβάζει) «Κοντά τέσσερι αιώνες που είδαμε τον ζυγό της ρωμιοσύνης, λίγο έχουνε να μας πούνε για τα πολιτικά της. Μετά τη δουλεία, η ιστορία της είναι η ιστορία των γραμμάτων της. Μικρά πράγματα, βέβαια. Περισσότερα όμως παρά ανάλογα με την κατάσταση της κρυφής δύναμής της. Εκείνο που την εμψύχωνε σ’ αυτό και σε κάθε άλλο ήταν η φυσική προνόηση και η επιθυμία της ελευθέρωσής της. Καθώς ακόμα η μία θρησκεία που είχε, η μία γλώσσα που εμίληε, τα παρόμοια ήθη που την εξεχωρίζαν από άλλους. Ετούτα μάλιστα την εκαταστήσαν ένα νέο έθνος. Πλέον εξαπλωμένο από το παλαιό, το οποίο υπάρχοντας με το νου επολέμαε με κάθε τρόπο να υπάρξει και με την αλήθεια». Aυτά έλεγε στα 1830 ο Γεώργιος Τυπάλδος, της Iόνιας Aκαδημίας: έθνος υπάρχοντας με το νου...

Oταν αισθάνεσαι ότι μετέχεις στην πολιτεία, κι όταν αυτό ανατρέπεται από την κατάκτηση, τότε απελευθερώνεσαι. Κι αυτό που δεν μπορούσαμε να πούμε για τον Ιουστινιανό ή για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, το λέμε για τον Σουλτάνο. Kάτω από την κατάκτηση, οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση της ταυτότητάς τους και ανασηματοδοτούνται κάποια πράγματα.

— Εξαιτίας της κατάκτησης...

— Εξαιτίας της κατάκτησης που στρέφει τους ανθρώπους με τρόπο πάρα πολύ ωμό στις συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις είναι ωμές και εμφανείς. Η υπέρβαση της κατάκτησης και η υπέρβαση των υστερογενών μορφών της κατάκτησης θα μπορούσε να γίνει μόνο διά της ταξικότητας. Αλλά πριν από την ταξικότητα, τη διαμόρφωση αυτού του πράγματος, την έλεγε ο Σβορώνος αντιστασιακότητα. Τι είναι εκείνο που σου επιτρέπει να αποκτήσεις πρόσωπο; Είναι το γεγονός της κατάκτησης. Και σε απελευθερώνει από τι; Από το σύστημα σχέσεων που υπήρχε πριν από την κατάκτηση και δεν σου επέτρεπε να αποκτήσεις πρόσωπο. Είναι οι στιγμές εκείνες που δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι είμαστε ένα πράγμα εν όψει.

H γενική ελευθερία

— Εν όψει ποίου;

— Εν όψει του άλλου πράγματος που μας καταθλίβει όλους. Αν έρθουν εισβολείς από τον Αρη, όλοι θα γίνουμε ένα πράγμα για να αντισταθούμε. Γι’ αυτό λέω ότι η κατάκτηση είναι μία ιστορική κατηγορία. Ολοι οι καημοί που είχαν οι άνθρωποι πριν από την κατάκτηση, πριν από τα 400 χρόνια, πήραν μορφή με την κατάκτηση. Και γεννιέται η ανάγκη της γενικής ελευθερίας... Και μπαίνουμε στη νεωτερικότητα. Η γενική ελευθερία δεν είναι δωρεάν φράση. Kοιτάξτε, είμαστε ιστορικός λαός, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό... Kυρίως σημαίνει ευθύνες: έναντι της μνήμης, και έναντι του μέλλοντος. O πολίτης ενός ιστορικού λαού σκέφτεται ότι ζούμε και μετά τον θάνατό μας...

— Υπάρχουν αρετές που τις έχουμε ως ιστορικός λαός;

— Τρομερές. Και υπάρχει και πίκρα... Αυτοί οι οποίοι έχουν την τόλμη να εκφράζονται σ’ ένα υπερκείμενο επίπεδο δεν ξεχνούν την ταυτότητά τους. Θα σας πω κάτι αυτοβιογραφικό. Εγώ δεν είμαι καμιά προσωπικότητα που να συναναστράφηκε ποτέ με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τον Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ όλο που αν ήθελα θα μπορούσα να τους έχω γνωρίσει. Eίμαι ένας απλός άνθρωπος, ζω στη Νέα Σμύρνη, πηγαίνω στη Λευκάδα, όπου μ’ αγαπάνε οι πατριώτες μου. Kαι αυτό μου αρκεί.

Eθνισμός, η μεγαλύτερη επανάσταση

— Μια ιστορία του ελληνικού λαού πώς μπορεί να γραφτεί;

— Ξεκινώντας πρέπει να στοχαστούμε σοβαρά πάνω στο έργο του Ζαμπέλιου και του Παπαρρηγόπουλου. Με αφετηριακό σημείο τον Καταρτζή. Μέσα από την οθωμανική αυτοκρατορία που βρίσκεται σε μια ανατολική οικουμενικότητα, οπότε το καινούργιο μόρφωμα, το έθνος, έρχεται ως ρήξη. Και να σταματήσουν οι ανόητοι, οι οποίοι λένε ότι ο εθνικισμός είναι κακό πράγμα. Ο εθνικισμός είναι το ίδιο πράγμα με τον εθνισμό –γίνεται εθνικισμός όταν παραστρατήσει. Ειδεμή ο εθνισμός είναι η μεγαλύτερη επανάσταση που έχει συμβεί στον κόσμο μετά τον χριστιανισμό. Ο εθνισμός δεν αρχίζει από την ώρα που μιλάμε περί έθνους, δεν αρχίζει από την ανάλυση του λόγου του Παπαρρηγόπουλου, είναι κάτι άλλο, που επιτρέπει αυτό το άλλο να αναχθεί σε εθνικό λόγο. Εγώ είμαι πάρα πολύ λυπημένος με ανθρώπους που έχουν την αίσθηση του χρόνου και που πηγαίνουν να ερμηνεύσουν το πρόβλημα του εθνισμού με αναφορές μόνο στη συνειδητή ιστοριογραφία· υπάρχει και αυτή, αλλά υπάρχουν και άλλες καταστάσεις. Αλλά για να κάνεις αυτή τη σύνθεση, πρέπει να είσαι ο Σβορώνος. Δηλαδή να έχεις σχέση με τα κείμενα, με τη γη, με τους ανθρώπους.

— Tο σχήμα συνέχειας του Zαμπέλιου και του Παπαρρηγόπουλου κατατρύχει την ελληνική ιστοριογραφία;

— Ο Ζαμπέλιος και ο Παπαρρηγόπουλος έφτιαξαν ένα σχήμα. Το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με τη μεθερμηνεία. Oταν ο Παπαρρηγόπουλος συζητά τα ζητήματα της συνέχειας του ελληνισμού, βάζει στη συζήτηση στοιχεία που αναιρούν την έννοια της συνέχειας όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε τώρα. Η κατ’ εμέ αποτυχία της ελληνικής ιστοριογραφίας είναι ότι δεν αισθάνθηκε την ανάγκη ν’ ασχοληθεί με τα πράγματα αλλά με τον λόγο περί των πραγμάτων. Δεν μείναμε στη μελέτη των πραγματικοτήτων εκείνων που εξηγούν γιατί με αναιρέσεις φτάνουμε στο σχήμα της συνέχειας. Kαι δεχόμαστε την εύκολη λύση, αυτό που είπε ο Φαλμεράιερ «δεν είστε Ελληνες». Ο Παπαρρηγόπουλος αναιρεί το σχήμα. Μελετά τα realia. Ξέρει ότι οι Ελληνες μετά τον Αλέξανδρο δεν είναι οι Ελληνες πριν από τον Αλέξανδρο. Τα ίδια λέει και για τους Bυζαντινούς. Ασθενέστερη είναι η ανάλυσή του όταν μιλάει για τον νεότερο ελληνισμό. Αλλά ήδη μας έχει δώσει αφορμές.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Αποσπάσματα απο το νέο βιβλίο του Κ.ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗ



Νύχτες που μύριζαν θάνατο
Συγγραφέας: Κώστας Δεσποινιάδης

Θέμα: Ελληνική πεζογραφία
Εκδότης: Πανοπτικόν
Σελίδες: 42
Ημ. Έκδοσης: 11/02/2011


Ό,τι κι αν κάνουμε θα μας διώξουν


Είναι νύχτα. Είμαστε καθισμένοι με τον αδερφό μου πάνω σε έναν μικρό μαντρότοιχο. Δίπλα μας υπάρχει ένα μεγάλο σπίτι με πολλά, φωτισμένα, παράθυρα. Μέσα απ’ το σπίτι ακούγονται φωνές, γέλια και μουσική. Δεν έχουμε οπτική επαφή με το εσωτερικό του σπιτιού αλλά έχουμε την εντύπωση πως μέσα υπάρχει πολύς κόσμος. Από τα γέλια και τη μουσική συμπεραίνουμε πως κάποια γιορτή γίνετε εκεί.
Μπροστά στον μαντρότοιχο που καθόμαστε υπάρχει νερό. Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι μια μικρή λίμνη ή κάτι σαν πισίνα. Παίρνω στα χέρια μου πέτρες και τις πετάω μία-μία στο νερό. Κάθε πέτρα που πέφτει κάνει ένα χαρακτηριστικό ήχο και σηκώνει έναν μικρό πίδακα νερού, ο οποίος ξαναπέφτει διαλυμένος σε πολλές μικρές σταγόνες στο νερό.
«Μην κάνεις φασαρία», μου λέει ο αδερφός μου, «θα μας διώξουν».
«Δεν έχει σημασία», του απαντώ, «ό,τι κι αν κάνουμε θα μας διώξουν».






Το μαύρο πουλί

Στην Χ.Κ.


Το μαύρο πουλί που διαρκώς με καταδιώκει έρχεται και πετά από πάνω μου τις πιο απροσδόκητες στιγμές• όχι μόνο τις νύχτες και τη βαρυχειμωνιά, όπου φυσιολογικά έχει τη θέση του, αλλά και το κατακαλόκαιρο, στις πιο λαμπρές λιακάδες, σε παραλίες και τοπία ονειρεμένα, σε στιγμές ανείπωτα όμορφες, υπενθυμίζοντάς μου σαδιστικά πως αυτό θα πει την τελευταία λέξη.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1978. Από το 2001 έχει ιδρύσει το περιοδικό και τις εκδόσεις "Πανοπτικόν". Εκτός από το "Πανοπτικόν", κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα (Νεα Κοινωνιολογία,Εντευκτήριο, Ένεκεν, Πλανόδιον, Χουλιγκανιζατέρ, Εποχή, Κόντρα και Παρασκήνιο). Ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής έχει συνεργαστεί με 15 περίπου εκδοτικούς οίκους.Απο τον εκδοτικό του οίκο εκδίδονται στην χώρα μας
τα έργα του Νίτσε .Άλλα έργά του:Πόλεμος και ασφάλεια,Φραντς Κάφκα: Ο ανατόμος της εξουσίας

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

α.Ο Μ.Μελετόπουλος για την σειρά του ΣΚΑΙ για την επανάσταση του 1821 β.Δυο σχετικά βίντεο από το ΑΝΤΙΒΑΡΟ


(απο τον ΟΔΗΓΗΤΗ του ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ που κυκλοφόρησε)







ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΣΚΑΪ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΛΛΑ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΗ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών
Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης
Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Η θεωρητική υπόθεση στην οποία βασίζεται η σειρά του Σκάϊ για την Ελληνική Επανάσταση είναι η γνωστή θεωρία της εθνογένεσης των Γκέλνερ-Χόμπσμπάουμ. Αυτή η θεωρία μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία αλήθειας για τα νεώτερα ευρωπαϊκά έθνη, αλλά (όπως και οι ίδιοι οι δύο αυτοί ιστορικοί παραδέχονται) δεν ισχύει για τα αρχαία έθνη όπως το Ελληνικό, το Ιουδαϊκό, το Κινέζικο κλπ.
Στο επιστημονικό μου σύγγραμμα ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ, το οποίο κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις Παπαζήση και ήδη έχει πραγματοποιήσει επανειλλημμένες ανατυπώσεις, αποδομώ με επιστημονικά επιχειρήματα και διεθνή βιβλιογραφία(ακόμη και τουρκική) την απόπειρα γνωστών Ελλήνων πανεπιστημιακών (Βερέμης, Ρεπούση κλπ.) να εφαρμόσουν αυτήν την θεωρία στην Ελληνική Ιστορία και να αποδείξουν ότι το Ελληνικό Έθνος είναι «κατασκευή της νεωτερικότητας». Αποδεικνύω δε ότι αυτές οι προσπάθειες πανεπιστημιακών, διανοουμένων κλπ. ,που προβάλλονται ως προοδευτικοί και σύγχρονοι, προκύπτουν από στερεότυπα, ιδεολογικές εμμονές, άκριτη μεταφορά ξένων σχημάτων και απουσία σοβαρής έρευνας, και όχι από τις πηγές και την ιστορική πραγματικότητα.
Επειδή οι αναγνώστες του διαδικτύου, και κυρίως οι κάτω των σαράντα ετών, κατά κανόνα προσεγγίζουν την επιστήμη και την βιβλιογραφία μέσω της οθόνης του υπολογιστή τους, θεωρώ σκόπιμο να «ανεβάσω» μέρος του βιβλίου μου στις έγκυρες ιστοσελίδες με τις οποίες συνεργάζομαι, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να αντλήσουν επιστημονικά επιχειρήματα κατά των εθνομηδενιστών και η όλη συζήτηση να μεταφερθεί από το ιδεολογικό στο επιστημονικό πεδίο. Εκεί, οι διάφορες θεωρίες που αποσκοπούν στον εκμηδενισμό της εθνικής μας ιστορίας και συνείδησης καταρρέουν αμέσως λόγω έλλειψης επαφής με την ιστορική πραγματικότητα και τις πηγές, και αποκαλύπτεται η καθαρά ιδεολογική τους φύση και οι σκοπιμότητες που τις υποκινούν.
Παραθέτω λοιπόν το πρώτο μέρος του βιβλίου μου,και συγκεκριμένα τις σελίδες 13 έως 76, με την προτροπή στους φίλους αναγνώστες να αγοράσουν και να διαβάσουν ολόκληρο το βιβλίο (προς αποφυγήν παρεξηγήσεων σημειώνω ότι έχω παραχωρήσει τα συγγραφικά μου δικαιώματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς).


Τά στερεότυπα καί οἱ ἰδεοληψίες τῆς «προοδευτικῆς» διανόησης

«Θά ᾽ρθει πρῶτα ἕνα ψευτορωµέϊκο•
νά µήν τό πιστέψεις. Θά φύγει πίσω».
Κοσµᾶς Αἰτωλός

Μία ὀλιγάριθµη ἀλλά πανταχοῦ παροῦσα ὁµάδα πανεπιστηµιακῶν, δηµοσιογράφων, διανοουµένων καί πολιτευτῶν ἐπιχειρεῖ τά τελευταῖα χρόνια µέ συστηµατικό καί ἐπίµονο τρόπο νά ἐπηρεάσει τήν κοινή γνώµη καί ἰδιαίτερα τήν νεολαία καί νά µεταβάλει τήν ἱστορική συνείδηση καί τούς πολιτικούς προσανατολισµούς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Προωθεῖ καινοφανεῖς ἀπόψεις γιά γεγονότα µείζονος σηµασίας, ὅπως ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση, ἀλλά καί ὑποστηρίζει συγκεκριµένες θέσεις γιά τίς σύγχρονες ἑλληνοτουρκικές σχέσεις, τό Κυπριακό, τήν ἐνταξιακή πορεία τῆς Τουρκίας πρός τήν Εὐρωπαϊκή ῞Ενωση, τήν ὑποτιθέµενη ὕπαρξη µειονοτήτων στό ἐσωτερικό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, τήν ἀπόδοση ρατσιστικῶν καί σωβινιστικῶν χαρακτηριστικῶν στόν ἑλληνικό λαό, τήν σχέση µας µέ τήν Ὀρθοδοξία καί πολλά ἄλλα. Ἡ ἀπήχηση αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων στήν ἑλληνική κοινωνία εἶναι ἐλάχιστη, ἀφοῦ ὅλες οἱ ἔγκυρες µετρήσεις τῆς κοινῆς γνώµης δείχνουν µία συντριπτική κυριαρχία τοῦ πατριωτικοῦ αἰσθήµατος καί τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν σέ ὅλες τίς ἡλικίες καί τίς κοινωνικές ὁµάδες. Παρά ταῦτα, ἡ προσπάθεια χονδροειδοῦς ἀναθεώρησης τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, µαζί µέ τήν προώθηση «ἐναλλακτικῶν» ἀπόψεων στά ἐθνικά µας θέµατα, ἔχουν προκαλέσει κατά καιρούς µεγάλες ἀντιδράσεις καί τήν ὀργή τῆς κοινῆς γνώµης.
Πολλά ἔχουν γραφεῖ καί λεχθεῖ γιά τά κίνητρα αὐτῶν πού προωθοῦν τέτοιες θέσεις. Αὐτό πού πιστεύω ὅτι χρειάζεται αὐτήν τήν στιγµή, πού πλησιάζει ἡ ὥρα κρίσιµων ἀποφάσεων γιά τά ἐθνικά µας θέµατα, εἶναι µία ψύχραιµη καί τεκµηριωµένη παρουσίαση καί ἐξέταση τῶν ἀπόψεων αὐτῶν µέ ἐπιστηµονικά ἐπιχειρήµατα. Μόνον ἔτσι θά ἀποκαλυφθεῖ ἡ πραγµατική ἀξία τους.
Πράγµατι, µελετώντας κανείς προσεκτικά αὐτές τίς καινοφανεῖς ἀντιλήψεις, διαπιστώνει γρήγορα ὅτι εἶναι ἀνεπαρκῶς ἤ καί καθόλου τεκµηριωµένες. Ὁ χαρακτήρας τους εἶναι καθαρά ἰδεολογικός. Ἡ προσπάθεια «νά καταρριφθοῦν τά ἐθνικά µας στερεότυπα» βασίζεται ἡ ἴδια σέ στερεότυπα. Ἐνῶ ἡ προσπάθεια νά προωθηθοῦν «ἐναλλακτικές» πολιτικές προτάσεις στά ἐθνικά µας θέµατα πάσχει ἀπό ἔλλειψη στοιχειώδους ρεαλισµοῦ καί ἀντιφάσκει πρός τίς βασικές ἀρχές τοῦ διεθνοῦς δικαίου, πού γνωρίζουν ἀκόµη καί οἱ πρωτοετεῖς φοιτητές.
Ἐξ ἄλλου, οἱ ἀντιλήψεις πού προωθοῦνται ἀπό τούς φορεῖς τέτοιων ἀπόψεων εἶναι γεµᾶτες ἀπό ἀνακρίβειες καί ὑπερβολές. Καί ὅταν ἀκόµα παρουσιάζονται µέ περιτύλιγµα ἐπιστηµονικῆς φρασεολογίας, δύσκολα κρύβουν τόν ἰδεολογικό τους χαρακτῆρα.
Ἐξ ἴσου ἰδεολογικές-στερεοτυπικές καί ἐξωπραγµατικές εἶναι οἱ ἀντίστοιχες «ἐφαρµογές» πού ἐπιχειροῦνται σέ πολιτικό ἐπίπεδο, στήν ἐξωτερική πολιτική ἤ στήν ἐκπαίδευση.
Κεντρικό στοιχεῖο αὐτῆς ὅλης τῆς πολιτικῆς «φιλοσοφίας» εἶναι ἡ ἐπίθεση στήν ἔννοια τῆς Πατρίδας καί στό πατριωτικό συναίσθηµα. ῎Εχουν καταβληθεῖ ἀπό τούς κύκλους αὐτούς ἐπίµονες προσπάθειες νά ταυτισθεῖ ὁ Πατριωτισµός µέ τόν ἐθνικισµό, τόν σωβινισµό, τόν ρατσισµό, τήν µισαλλοδοξία. Κάθε αὐτονόητη, ἀκόµη καί ἡ µετριοπαθέστερη, ἄποψη γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς ἐθνικῆς µας κυριαρχίας καί τήν ἀντιµετώπιση ξένης ἐπιβουλῆς συκοφαντεῖται ὡς «ἐθνικιστική ὑστερία» καί ἀντιπροτείνεται ὁ «διάλογος» γιά τά κυριαρχικά µας δικαιώµατα, ὁ κατευνασµός κ.λπ. Λογική ἀπόληξη παρόµοιων ἀντιλήψεων, βεβαίως, εἶναι ἡ διαµόρφωση ἑνός κλίµατος αὐτοενοχοποίησης καί παθητικῆς ἀποδοχῆς τῶν ἀµφισβητήσεων τῆς ἐθνικῆς µας ὑπόστασης. Καί ἡ ἀποδυνάµωση τοῦ πνεύµατος ἀντίστασης στίς ἀπειλές πού πάντοτε ὑπῆρχαν καί πάντοτε θά ὑπάρχουν, στόν ταραγµένο κόσµο πού πορευόµαστε ὡς ἔθνος ἐπί χιλιάδες χρόνια.
῎Αλλοθι καί ἀφορµή τῆς ἐπίθεσης ὁρισµένων προσώπων καί ὁµάδων ἐναντίον τοῦ πατριωτικοῦ αἰσθήµατος, τῆς ἔννοιας τοῦ ῎Εθνους καί ὅλων τῶν ἐθνικῶν συµβόλων εἶναι ἀσφαλῶς ἡ κατάχρησή τους ἀπό τήν ∆ικτατορία τῶν Συνταγµαταρχῶν (1967-1974). Οἱ Συνταγµατάρχες κατασκεύασαν ἕνα κάπηλο ἰδεολογικό προσωπεῖο χρησιµοποιώντας τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὅπως τό Εἰκοσιένα, τό Σαράντα, τό τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οἰκογένεια κ.λπ. Προσωπεῖο ἀσφαλῶς ψευδεπίγραφο, διότι οἱ Συνταγµατάρχες βαρύνονται µέ ἐθνικά ἐγκλήµατα, ὅπως τήν ἀπόσυρση τῆς Μεραρχίας ἀπό τήν Κύπρο κατόπιν τουρκικῶν πιέσεων καί βεβαίως τό πραξικόπηµα ἐναντίον τοῦ νόµιµου προέδρου τῆς Κυπριακῆς ∆ηµοκρατίας Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, πού ἔδωσε τό κατάλληλο πρόσχηµα στούς Τούρκους νά εἰσβάλουν καί νά καταλάβουν τό βόρειο τµῆµα τῆς Κύπρου.
῎Ετσι, µόλις κατέρρευσε τό δικτατορικό καθεστώς, τό 1974, ἡ κατάχρηση αὐτή τῶν ἐθνικῶν συµβόλων ἀπό τήν ∆ικτατορία ἔδωσε τό «δικαίωµα» σέ κάποιους κύκλους, νά ἐπιτεθοῦν ὄχι µόνον ἐναντίον τοῦ στρατοκρατικοῦ αὐταρχισµοῦ ἀλλά καί τῶν συµβόλων πού αὐτός καταχράστηκε.
Ὁ διεθνισµός, ἄλλωστε, ὁρισµένων ὑποτίθεται προοδευτικῶν κύκλων θεωρήθηκε ἀντίθετος πρός τήν «συντηρητική» καί «ἀντιδραστική» ἔννοια τῆς πατρίδας, ὡς ἐάν ὁ διεθνισµός νά ἀποκλείει τόν πατριωτισµό καί τό ἀντίστροφο. Οἱ ὄψιµοι αὐτοί διεθνιστές θά ἔπρεπε νά προσέξουν καλύτερα τήν γνωστή ρήση τοῦ Μαχάτµα Γκάντι [Τό βιβλίο τῆς Σοφίας τοῦ Γκάντι, ἐκδ. Φιλίστωρ, Ἀθήνα 1996, σ. 96], ὅτι «∆έν µπορεῖ νά εἶναι κάποιος διεθνιστής χωρίς νά εἶναι πατριώτης. Ὁ ∆ιεθνισµός εἶναι δυνατός µόνον ὅταν ὁ Πατριωτισµός γίνεται πραγµατικότητα». Σ’ αὐτούς ἀφιερώνω καί τήν ἄλλη γνωστή ρήση, τοῦ ἑβραϊκῆς καταγωγῆς Πρωθυπουργοῦ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας Ντισραέλι: «Κοσµοπολίτες: ἀγαποῦν ὅλες τίς χῶρες τοῦ κόσµου ἐκτός ἀπό τήν δική τους», ὅπως καί τήν εὐφυέστατη παρατήρηση τοῦ ἡµετέρου Παναγιώτη Κονδύλη, ὅτι ἡ ἀγάπη γιά τήν συγκεκριµένη, δική µας πατρίδα ἀπαιτεῖ συγκεκριµένες θυσίες (στρατιωτική θητεία, φόρους κ.λπ.), ἐνῷ ἡ ὑποτιθέµενη ἀγάπη γιά τήν ἀνθρωπότητα συνήθως ἔχει θεωρητική ἀξία.
Ἰδίως στόν χῶρο τῶν διανοουµένων τῆς ἀνανεωτικῆς ἀριστερᾶς, πού ἦταν µέν ὀλιγάριθµος ἀλλά ἀπέκτησε µετά τό 1974 δυσανάλογα µεγάλη ἐπιρροή στήν διανόηση, στήν ἐκπαίδευση καί στόν τύπο, ὁ ὅρος Πατρίδα καί ὅλες οἱ συναφεῖς ἔννοιες ποινικοποιήθηκαν καί ἐξοβελίσθηκαν, ἐνῷ ὁ Πατριωτισµός συκοφαντήθηκε ὡς «χουντικό κατάλοιπο». Στό ἑξῆς, γιά νά σταδιοδροµήσει κάποιος στούς χώρους πού ἤλεγχε ἰδεολογικά ἡ ἀνανεωτική ἀριστερά, ἔπρεπε νά κάνει δήλωση ἀποκύρηξης τοῦ πατριωτισµοῦ. Ἀσφαλῶς, ἕνας ἀπό τούς λόγους τῆς ἐξαιρετικά περιορισµένης ἀπήχησης τῆς ἀνανεωτικῆς ἀριστερᾶς καί τῆς µόνιµης καθήλωσής της σέ ποσοστά κάτω τοῦ 5%, εἶναι αὐτή ἡ ἰδεολογική της ἀγκύλωση ἐναντίον τῆς ἔννοιας τῆς Πατρίδας.
Αὐτή ἡ ἰδεολογική «µόδα» στό ἐπίπεδο τῆς διανόησης, βρῆκε κάποιους µιµητές –γιά ἄλλους λόγους καί µέ ἄλλα κίνητρα– καί στόν χῶρο τῆς ∆εξιᾶς. Ἐκεῖ σχηµατίσθηκε µία ὀλιγάριθµη ἐπίσης ὁµάδα, οἱ λεγόµενοι «νεοφιλελεύθεροι», ὁρισµένοι ἐκ τῶν ὁποίων –ὄχι ὅλοι– υἱοθέτησαν πλήρως τήν ἀπέχθεια τῶν διανοουµένων τῆς ἀνανεωτικῆς ἀριστερᾶς γιά τόν Πατριωτισµό καί τό ῎Εθνος. Γεγονός βεβαίως ἀντιφατικό πρός τόν πραγµατικό νεοφιλελευθερισµό, δεδοµένου ὅτι οἱ δύο µεγάλοι ἡγέτες πού ἐνσάρκωσαν καί ἐφάρµοσαν στήν πράξη τήν νεοφιλελεύθερη πολιτική, ἡ Μάργκαρετ Θάτσερ καί ὁ Ρόναλντ Ρέηγκαν, ὑπῆρξαν οἱ πιό ἀκραιφνεῖς ὑπέρµαχοι τῶν ἐθνικῶν τους συµφερόντων, ἡ Θάτσερ µάλιστα ἔκανε ὁλόκληρον πόλεµο στόν νότιο Ἀτλαντικό γιά νά ἐκδιώξει τόν στρατό τῆς Ἀργεντινῆς ἀπό µερικές βρεταννικές βραχονησίδες. Ὁπωσδήποτε, ὁ εἰσαγόµενος νεοφιλελευθερισµός αὐτοῦ τοῦ τύπου δέν βρῆκε ποτέ καµµία σοβαρή ἀπήχηση στόν κεντροδεξιό χῶρο.
Ταυτόσηµη ἀπέχθεια πρός τήν ἔννοια τῆς Πατρίδας καί τοῦ ῎Εθνους ἐπέδειξε καί µία ἄλλη, ὀλιγοµελής καί αὐτή, τάση στό ἐσωτερικό τῆς ∆εξιᾶς, οἱ λεγόµενοι «φεντεραλιστές» (δηλαδή ἀκραιφνεῖς εὐρωπαϊστές) ἤ τουλάχιστον ἕνα µέρος τους. Ἐπειδή ἡ Ἑλλάς κατέστη πλῆρες µέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητος τό 1979, ὁ Κωνσταντῖνος Καραµανλῆς ἤθελε –καί ὀρθότατα– νά δηµιουργήσει εὐρύτερη εὐρωπαϊκή συνείδηση στήν νεολαία. Ὁποιοσδήποτε νοήµων καί λογικός ἄνθρωπος κατανοεῖ ὅτι ἡ ἐθνική συνείδηση δέν καταργεῖται λόγῳ τῆς προσχώρησης ἑνός κράτους σέ µία ὑπερεθνική συνοµοσπονδία. Καί, πράγµατι, οἱ περισσότεροι ῞Ελληνες φεντεραλιστές τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80 τό ἀντιλαµβάνονταν, µερικοί ὅµως θεώρησαν ὅτι ἔπρεπε νά ἀποκυρήξουν τούς δεσµούς τους µέ τήν πατρίδα τους καί νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἐθνική τους συνείδηση, ὥστε νά καταστοῦν ὁλοκληρωµένοι Εὐρωπαῖοι πολίτες. Τέτοιες ἀντιλήψεις, φυσικά, δέν ἀναπτύχθηκαν σέ καµµία ἄλλη εὐρωπαϊκή χώρα. Ἀλλά οἱ λιγοστοί παρ’ ἡµῖν φορεῖς αὐτῆς τῆς ἀντίληψης, πού κατηγοροῦσαν κατά τήν δεκαετία τοῦ ᾽80 στίς συνελεύσεις τοῦ ἑλληνικοῦ τµήµατος τῆς Φεντεραλιστικῆς Εὐρωπαϊκῆς Νεολαίας (JEF) τούς συναδέλφους τους ὡς... ἐθνικιστές, ἐπειδή ἐξακολουθοῦσαν νά αἰσθάνονται ῞Ελληνες, παρέµειναν ἐλάχιστοι καί ἀσήµαντοι.
Πιό πρόσφατα, κατά τήν δεκαετία τοῦ ᾽90, ἐµφανίσθηκε στό ἐσωτερικό τοῦ ΠΑΣΟΚ µία ὁµάδα µέ ἀντίστοιχες ἀπόψεις, προσκείµενη στήν ἐσωκοµµατική τάση τοῦ Κώστα Σηµίτη. Ἡ ἰδεολογική ἀποσκευή τοῦ κ. Σηµίτη, ὁ λεγόµενος «ἐκσυγχρονισµός», στόν βαθµό πού δέν ἦταν ἄλλη µία µαγική λέξη-καθρεφτάκι γιά τούς ἰθαγενεῖς καί ταυτόχρονα σύνθηµα συσπείρωσης µίας ἐσωκοµµατικῆς ὁµάδας ἐναντίον µίας ἄλλης στόν ὠµό ἀγῶνα γιά τήν κατάληψη τῆς ἐξουσίας, ὑψωνόταν ὡς ὑποτιθέµενος ἰδεολογικός ἀντίπους στόν παραδοσιακό πατριωτικό προσανατολισµό τοῦ παραδοσιακοῦ ΠΑΣΟΚ καί τῆς ∆εξιᾶς. Γεγονός βεβαίως ἀντιφατικό, ἀφοῦ σέ ὅλες τίς εὐρωπαϊκές χῶρες – πρότυπα τῶν ἐκσυγχρονιστῶν, ὁ ἐκσυγχρονισµός θεωρεῖται προϋπόθεση τῆς ἐθνικῆς ἰσχύος καί οἱ δύο ἔννοιες συµπληρώνουν ἡ µία τήν ἄλλη. Ἐδῶ ὁ ἐκσυγχρονισµός, ὅπως προβλήθηκε ἀπό κάποιους (ὄχι ὅλους) θεωρητικούς καί ἰδεολόγους του, συνδυάσθηκε µέ µία πρωτοφανῆ ἐπίθεση κατά τῶν ἐθνικῶν µας παραδόσεων, ἀναπαράγοντας τά στερεότυπα τῆς ἀνανεωτικῆς ἀριστερᾶς, νεοφιλελευθέρων, φεντεραλιστῶν κ.λπ. κατά τρόπο ἐπιστηµονικοφανῆ. Ταυτόχρονα, διάφοροι αὐτόκλητοι ἤ µή αὐτόκλητοι ἐκπρόσωποι τοῦ ἐκσυγχρονισµοῦ ἀλά ἑλληνικά, ἄρχισαν νά ἐκτοξεύουν ἀπό στῆλες φιλόξενων σοβαρῶν καί ἐγκρίτων ἐφηµερίδων καί περιοδικών διάφορες καινοφανεῖς ἀπόψεις, διεκδικώντας βραβεῖο προοδευτικῆς καί ἀναθεωρητικῆς πρωτοτυπίας.
Σηµειωθήτω ἐδῶ ὅτι, παρά τήν ἐθνική ζηµία τῶν Ἰµίων, κατά τά ἄλλα ἡ κυβέρνηση τοῦ κ. Σηµίτη ὠφέλησε τήν χώρα ἐντάσσοντάς την στήν εὐρωζώνη καί ἐπιτυγχάνοντας τήν ἔνταξη τῆς Κύπρου στήν Εὐρωπαϊκή ῞Ενωση. Ἐπίσης µέ τήν συµφωνία τοῦ Ἐλσίνκι ἔθεσε αὐστηρούς (καί κατ᾽ οὐσίαν ανυπέρβλητους) ὅρους στήν ἔνταξη τῆς Τουρκίας στην Εὐρωπαϊκή Ἕνωση. Αὐτό δέν ἀµφισβητεῖται. Ἀλλά µία ὁµάδα διανοουµένων προσκοληµµένη στόν τότε πρωθυπουργό (πού καί αὐτός διακατεχόταν ἀπό ἀδικαιολόγητη ἀλλεργία προς τήν ἔννοια τοῦ πατριωτισµοῦ) θεώρησε καλό νά προχωρήσει σέ προσπάθεια ἀποδόµησης τοῦ πατριωτισµοῦ, κάτι πού προσέδωσε στήν πολιτική παρουσία τοῦ κ. Σηµίτη ἕναν ἀντιπαθῆ γιά πολλούς ἀντι-πατριωτικό χαρακτῆρα.
Στό ἐπίκεντρο ὅλων αὐτῶν τῶν ὀργανωµένων ἰδεολογικῶν ζυµώσεων βρέθηκε, ὅπως ἦταν φυσικό, ἡ ἴδια ἡ ἑλληνική ἱστορία. Ἐκ προοιµίου σηµειώνω ὅτι ἡ παραχάραξη τῆς Ἱστορίας ἀποτελεῖ ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἰσχυρό πολιτικό ὅπλο. Θολώνοντας καί διαστρεβλώνοντας τήν Ἱστορία, µπορεῖ κάποιος νά µεταβάλει τήν συνείδηση µίας κοινωνίας, νά πλήξει τήν συνοχή της, νά διευκολύνει εὐρύτερους γεωστρατηγικούς σχεδιασµούς.
Ἐδῶ πάντως θά καταδειχθεῖ ὅτι οἱ ἀναθεωρητικές ἀπόψεις πού ἐµφανίσθηκαν τελευταῖα ὀφείλονται σαφῶς σέ ἰδεοληψίες καί στερεότυπα, πού θολώνουν τήν ἱστορική κρίση καί ὁδηγοῦν σέ συµπεράσµατα ἰδεολογικοῦ ἀλλά ὄχι ἐπιστηµονικοῦ χαρακτῆρα.
∆ιάφοροι πανεπιστηµιακοί, δηµοσιογραφοῦντες ἱστορικοί κ.λπ., ἐπειδή δέν εἶναι διατεθειµένοι νά καταβάλουν σκληρή ἐπιστηµονική ἐργασία καί νά παραγάγουν τό ἔργο ἑνός Κωνσταντίνου ῎Αµαντου ἤ ἑνός Νικολάου Πανταζοπούλου (γιά νά µήν ἀναφέρω τό δυσπρόσιτο ὄνοµα τοῦ Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου), ἔκαναν κάτι πολύ πιό εὔκολο: ἀντέγραψαν καί εἰσήγαγαν ἀτελῶς κάποιες ἄσχετες πρός τά ἑλληνικά δεδοµένα θεωρητικές κατασκευές ἀπό τήν Εὐρώπη καί τίς ΗΠΑ ἤ ξεσήκωσαν κάποιες πολιτικῶς ὀρθές ἰδέες τῆς µόδας ἀπό πολιτικά περιοδικά τῆς Νέας Ὑόρκης ἤ τοῦ ῎Αµστερνταµ καί τίς ὕψωσαν ὡς λάβαρο πανεπιστηµιακῆς σταδιοδροµίας καί ἐπιστηµονικῆς ἀνέλιξης. Καί βρῆκαν στόν κλειστό τους χῶρο εὐνοϊκή ἀνταπόκριση, διότι στήν πανεπιστηµιακή µας κοινότητα ἡ ἄκριτη εἰσαγωγή θεωριῶν (ὅπως καί καταναλωτικῶν προϊόντων) ἀπό τό ἐξωτερικό, πού ὑποκαθιστᾶ τήν κοπιαστική παραγωγή τους, ἔχει δυστυχῶς µακρά παράδοση.
Μέ αὐτόν τόν τρόπο, παραδείγµατος χάριν, ἡ θεωρία τῆς ἐθνογένεσης τῶν καθηγητῶν Gellner καί Hobsbaum, πού ἀφορᾶ τά ἀνεπτυγµένα βιοµηχανικά ἔθνη τῆς ∆ύσης, ἐφαρµόσθηκε µέ ἀπίστευτη ἐπιστηµονική ἐπιπολαιότητα ἀπό κάποιους πανεπιστηµιακούς τῆς µή βιοµηχανικῶς ἀνεπτυγµένης χώρας µας. Σύσσωµη ἡ «προοδευτική», ἀνανεωτική, ἐκσυγχρονιστική κ.λπ. ἐπιστηµονική κοινότητα υἱοθέτησε τήν ἐξωπραγµατική γιά τά ἑλληνικά δεδοµένα αὐτήν θεωρία. Γιά νά δοῦµε καλύτερα πῶς λειτουργεῖ τό στερεότυπο, ἀξίζει τόν κόπο νά σταθοῦµε λίγο σ’ αὐτό τό σηµεῖο.
Τό συµπέρασµα πού συνήγαγε ἡ «προοδευτική» µας διανόηση ἀπό τήν ἐφαρµογή αὐτῆς τῆς θεωρίας, πού θά ἐξετάσουµε ἀµέσως παρακάτω ἀναλυτικά, ἦταν ὅτι δέν ὑφίσταται συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅτι τό σύγχρονο ἑλληνικό ἔθνος εἶναι µία κατασκευή τῆς «νεωτερικότητας», ὅτι ἡ σηµερινή ἑλληνική συνείδηση εἶναι τεχνητό καί βεβιασµένο «ἰδεολόγηµα» κ.λπ. Φυσικά, δέν ἔκαναν τόν κόπο, οἱ «προοδευτικοί» µας διανοούµενοι, νά µελετήσουν τίς πηγές, νά διαπιστώσουν πρωτογενῶς πῶς σκεπτόταν καί πῶς αὐτοπροσδιοριζόταν ὁ ῞Ελληνας τῆς Τουρκοκρατίας, γιατί ἔγινε ἡ µεγάλη Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ποιά ἦταν ἡ πολιτιστική ἔκφραση τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισµοῦ –καί, ὁπωσδήποτε, τό κυρίαρχο κατά τόν Σολωµό ἀλλά καί πολλούς ἄλλους– κριτήριο τῆς γλώσσας: τί γλῶσσα ὁµιλοῦσε ὁ Ἑλληνισµός στούς αἰῶνες τῆς µακρᾶς Ἱστορίας του; διακόπηκε ποτέ ἡ ὁµιλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στούς µακρούς αἰῶνες τοῦ Βυζαντίου καί τῆς τουρκοκρατίας στίς ἑλληνικές χῶρες; ποιά ἦταν ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας; ποιά ἦταν ἡ γλῶσσα τῶν διανοουµένων; ποιά ἦταν ἡ γλῶσσα τῆς ἀλληλογραφίας µεταξύ τῶν ὁπλαρχηγῶν καί προεστῶν τῆς Τουρκοκρατίας; σέ ποιά γλῶσσα ἔγραψαν τά κείµενά τους οἱ Φαναριῶτες; τί γλῶσσα µιλοῦσε το 1600 και το 1700 ὁ ἁπλός λαός; σέ ποιά γλῶσσα τραγουδοῦσε ὁ ἁπλός λαός τά δηµοτικά τραγούδια του; τί προέλευση ἔχουν τά ἤθη καί τά ἔθιµα τοῦ λαοῦ αὐτῆς τῆς χώρας; Ποιά ἦταν ἡ ἱστορική συνείδηση, τά κοινά σηµεῖα ἀναφορᾶς, τό πλαίσιο αὐτοπροσδιορισµοῦ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ; Αὐτές τίς ἐρωτήσεις ἡ «προοδευτική» µας διανόηση οὔτε τίς ἔθεσε οὔτε τίς ἀπάντησε ποτέ.
Ἀλλά ἄς δοῦµε ἄν τά συµπεράσµατα τῶν προοδευτικῶν µας διανοουµένων συνάδουν καί πρός τούς ἴδιους τούς θεωρητικούς τούς ὁποίους ἐπικαλοῦνται. Ὁ Ernest Gellner εἶχε πολλούς λόγους νά ἀσχοληθεῖ µέ τόν ἐθνικισµό: εἶχε γεννηθεῖ τό 1925 στήν Πράγα, ἀναπτύχθηκε πνευµατικά ἀνάµεσα στήν τσέχικη καί τήν γερµανική κουλτούρα καί ὡς Ἑβραῖος διώχθηκε ἀπό τούς Ναζί. Ἡ τραυµατική του ἐµπειρία ἀπό τόν ἐθνικοσοσιαλισµό ἦταν τό ψυχολογικό ὑπόστρωµα καί τό ἀρχικό κίνητρο πού τόν ὤθησε νά ἀσχοληθεῖ σέ πολλές µελέτες του µέ τό ἐθνικιστικό φαινόµενο. Ὁ ἄλλος ἐκφραστής τῆς θεωρίας τῆς ἐθνογένεσης, ὁ Eric Hobsbaum, ἐπίσης Ἑβραῖος διωκόµενος ἀπό τούς Ναζί, στρατευµένος κοµµουνιστής, συνέβαλε καί αὐτός στήν ἀνάλυση τοῦ ἐθνικιστικοῦ φαινοµένου. Οἱ δύο αὐτοί σπουδαῖοι ἱστορικοί ἀσχολήθηκαν µέ ἕνα πολύ συγκεκριµένο ἐρώτηµα: πῶς ἡ ἀρχικά πολυδιασπασµένη, φεουδαλική Εὐρώπη κατέληξε νά παραγάγει ἐθνικά κράτη καί ἐθνικιστικές ἀντιλήψεις πού ὁδήγησαν στόν ναζισµό.
Πράγµατι, οἱ δύο αὐτοί ἱστορικοί ἔχουν δίκιο στά συµπεράσµατά τους γιά τήν δηµιουργία τῶν σύγχρονων ἐθνῶν στόν χῶρο τῆς ∆υτικῆς Εὐρώπης. ῞Οταν διαλύθηκε τό ∆υτικό Ρωµαϊκό Κράτος, τό 476 µ.Χ., µία πανσπερµία φυλῶν χωρίς παρελθόν καί χωρίς ἱστορική καί ἐθνική συνείδηση κατέκλυσε τόν χῶρο τῆς σηµερινῆς ∆υτικῆς καί Κεντρικῆς Εὐρώπης. Βαθµιαῖα, σχηµατίσθηκε στά ἐρείπια τοῦ ρωµαϊκοῦ κράτους τό φεουδαλικό σύστηµα, στά πλαίσια τοῦ ὁποίου τοπικοί φεουδάρχες κυβερνοῦσαν µικρά ἤ µεγάλα φέουδα, σέ καθεστώς πρωτόγονης ἀγροτικῆς οἰκονοµίας καί ἀνυπαρξίας ὀργανωµένων κρατικῶν δοµῶν. Σταδιακά, κατά τήν Ἀναγέννηση, ἐµφανίσθηκαν οἱ πρῶτοι πυρῆνες κρατῶν, πού ἔπασχαν ὅµως ἀπό ἐθνολογική καί πολιτισµική ὁµοιογένεια. Ἡ Ἀναγέννηση, ὁ ∆ιαφωτισµός, ἡ Βιοµηχανική Ἐπανάσταση, ἡ ἰσχυροποίηση τῆς Ἀστικῆς Τάξης, ἡ δηµιουργία ὀργανωµένων κρατικῶν µηχανισµῶν ὁδήγησαν τελικῶς στήν διαµόρφωση ἰσχυρῶν κρατῶν. Οἱ Gellner-Hobsbaum ἔχουν δίκιο στό ἑξῆς: ὅσο πιό ἀνοµοιογενές ἐθνοφυλετικά ἦταν ἕνα εὐρωπαϊκό κράτος, τόσο πιό ἰσχυρές ἦταν οἱ προσπάθειες ὁµογενοποίησής του. Τέτοιες προσπάθειες ἦταν δυνατόν νά ὁδηγήσουν –καί στήν περίπτωση τῆς Γερµανίας ὁδήγησαν– στήν ἐµφάνιση τοῦ παραληρηµατικοῦ σωβινισµοῦ. Τοῦ ὁποίου κύρια θύµατα ὑπῆρξαν ὡς ἀποδιοποµπαῖοι τράγοι οἱ Ἑβραῖοι, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀποτελοῦσαν «παραφωνία» στούς κόλπους ἑνός κράτους πού ἐπεδίωκε µέ µανία τήν πλήρη ὁµογενοποίησή του.
Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτά µέ τήν ἑλληνική ἱστορία καί πραγµατικότητα; ἀπολύτως καµµία. ῞Οταν τό ∆υτικό Ρωµαϊκό Κράτος διαλύθηκε τό 476, τό Ἀνατολικό Ρωµαϊκό Κράτος ὄχι µόνον ἐπεβίωσε µέ ἐπιτυχία ἀλλά ἐξελίχθηκε σέ παγκόσµια ὑπερδύναµη τοῦ Μεσαίωνα. Ἐνῷ ἡ δυτική Εὐρώπη βίωνε τό χιλιόχρονο δρᾶµα της, σέ κατάσταση τραγικῆς ὑπανάπτυξης καί πνευµατικοῦ σκότους, τό Βυζάντιο (Ρωµανία γιά τούς συγχρόνους του) βίωνε µία ἐποχή ἀκµῆς, ἦταν ὀργανωµένο κράτος µέ δηµόσια διοίκηση, ἐκπαιδευτικό σύστηµα, κοινωνική πρόνοια, ἐξαγωγικό ἐµπόριο καί κυρίως παγκόσµια πολιτιστική ἀκτινοβολία. ῞Οταν, ἀντιθέτως, ἡ ∆ύση εἰσῆλθε σέ ἐποχή σταδιακῆς ἀνάπτυξης, ὁ Βυζαντινός κόσµος ὅδευε πρός τό τέλος του, κι ὅταν ἡ ∆υτική Εὐρώπη συγκλονιζόταν ἀπό τήν Ἀναγέννηση, τόν ∆ιαφωτισµό καί τήν Βιοµηχανική Ἐπανάσταση, ὁ Ἑλληνισµός βίωνε τόν δικό του, τραγικό Μεσαίωνα τοῦ σκότους καί τῆς δουλείας.
Ἡ διαδικασία τῆς ἐθνογένεσης, λοιπόν, ὅπως τήν περιγράφουν οἱ Gellner καί Hobsbaum, ἀφορᾶ ἕναν κόσµο πού πέρασε ἀπό τίς φάσεις τοῦ φεουδαλικοῦ Μεσαίωνα, τῆς Ἀναγέννησης, τοῦ ∆ιαφωτισµοῦ καί τῆς Βιοµηχανικῆς Ἐπανάστασης, διαδικασίες πού ἀπουσιάζουν παντελῶς ἀπό τήν ἑλληνική ἱστορία λόγῳ τῆς Τουρκοκρατίας. Πῶς, λοιπόν, ἐφαρµόζεται µέ τόση ἐπιπολαιότητα στήν ἑλληνική ἱστορία ἕνας ὅρος πού ἀφορᾶ µιάν ἄλλη, ἐντελῶς διαφορετική κοινωνική πραγµατικότητα;
Ὁ Ἑλληνισµός, µετά τήν ἀπορρόφηση τοῦ Ἑλληνιστικοῦ κόσµου ἀπό τούς Ρωµαίους, συνέχισε νά κυριαρχεῖ πολιτιστικά στά πλαίσια τῆς Ρωµαϊκῆς Κοσµοκρατορίας (ὁ µεγαλύτερος ἱστορικός τοῦ Εἰκοστοῦ Αἰῶνα, ὁ Arnold Toynbee, θεωρεῖ τήν Ρώµη µία ἁπλῆ παραλλαγή καί ἔκφανση τοῦ ἑλληνικοῦ κόσµου). Ὁ ἐκχριστιανισµός τοῦ Ρωµαϊκοῦ Κράτους δηµιούργησε, µέσα ἀπό πολλές περιπέτειες, µία νέα πολιτιστική σύνθεση, τόν ἑλληνορθόδοξο βυζαντινό κόσµο. Ἡ συνείδηση τοῦ ῞Ελληνα ὀρθόδοξου, ὑπηκόου τοῦ ρωµαϊκοῦ κράτους, ὁδήγησε στήν ἔννοια τοῦ Ρωµηοῦ: εἶναι ἕνα νέο στάδιο τῆς ἑλληνικῆς ἰδιοπροσωπίας, πού ἀσφαλῶς ὑπέστη διαδοχικές µεταλλαγές καί πέρασε ἀπό πολλές φάσεις στίς χιλιετίες τῆς Ἱστορίας του. Οἱ ἐν συνεχείᾳ φυλετικές ἀναµείξεις τοῦ Ἑλληνισµοῦ (κυρίως µέ Σλαύους, Φράγκους καί Ἀλβανούς) κατά τόν Μεσαίωνα, ὄχι µόνον δέν διέσπασαν τήν ἑλληνική συνείδηση καί πολιτιστική ἔκφραση, ἀλλά τήν ἐνδυνάµωσαν µέ νέα δυναµική. Οἱ µεταναστευτικές εἰσροές ὁδηγοῦσαν σέ ἀφοµοίωση τῶν µεταναστῶν («τούς Σλαύους γραικώσας», γράφει γιά τόν πατέρα του Βασίλειο Α΄ ὁ Λέων ὁ Σοφός στά Βασιλικά του, ἐνῷ ὅλοι γνωρίζουµε τήν πρωτοποριακή δράση τῶν Ἀρβανιτῶν καί τῶν λατινογενῶν Βλάχων στήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση καί σέ ὅλους τούς ἐθνικούς ἀγῶνες). Χρειάζεται ἰδιαίτερη ἐµµονή σέ µία βιολογική φυλετική ἀντίληψη τῆς Ἱστορίας, γιά νά µήν ἀντιλαµβάνεται κανείς τήν ἀφοµοιωτική λειτουργία τῶν πολιτισµῶν. Ὅσοι ἐπιµένουν στήν ἀ-συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐπικαλούµενοι τίς διαδοχικές εἰσροές ξένων πληθυσµιακῶν ὁµάδων, παραγνωρίζουν τήν ἔννοια τῆς πολιτισµικῆς συνέχειας καί κατ’ οὐσίαν στηρίζονται σέ βιολογικά-φυλετικά κριτήρια.
Οἱ βαθύτερες ρίζες τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς ἐθνικῆς συνείδησης φθάνουν πίσω ὥς τήν ὁµηρική ἐποχή, καί διήνυσαν χιλιετίες πρίν φθάσουµε στήν τουρκοκρατία καί στήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση. ῞Οποιος δέν ἔχει µελετήσει σέ βάθος τά ὁµηρικά ἔπη, τόν Ἐπιτάφιο τοῦ Περικλέους, τίς δηµηγορίες τοῦ Ἰσοκράτους, ὅποιος δέν ἔχει διαβάσει προσεκτικά τήν Ἱστορία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καί τῶν ∆ιαδόχων τοῦ Gustav Droysen, ὅποιος δέν γνωρίζει τί γράφει ὁ Λέων ὁ Σοφός στά Βασιλικά του γιά τόν ἐξελληνισµό τῶν Σλαύων, κι ὅποιος δέν ἐµβάθυνε στοιχειωδῶς στήν ὑστεροβυζαντινή ποίηση ὅπως καί στό ἔργο τῆς Ἑλένης Γλύκατζη-Ἀρβελέρ γιά τήν Πολιτική Ἰδεολογία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἄν κάποιος δέν διάβασε µεταβυζαντινή λογοτεχνία, ἀκριτικά ἔπη καί κλέφτικα τραγούδια, ἀλλά καί Νεοελληνικό ∆ιαφωτισµό, καί δέν µελέτησε ἐµβριθῶς τίς Ἑλληνικές κοινότητες τῆς Τουρκοκρατίας, σίγουρα δέν µπορεῖ νά συλλάβει τήν πολυκύµαντη καί θυελλώδη διαδροµή τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνικῆς συνείδησης.
Ὁ σοφός Gellner τό ξέρει καλύτερα ἀπό τούς ἐν Ἑλλάδι ἀντιγραφεῖς του: «Ἡ πρώτη ἐθνικιστική ἐξέγερση ἔλαβε χώρα λίγα χρόνια µετά τό Συνέδριο τῆς Βιέννης καί ἦταν ἡ ἑλληνική», γράφει στό ἔργο του Ἐθνικισµός: πολιτισµός, πίστη καί ἐξουσία [σέ ἑλληνική µετάφραση ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα 2002, σ. 69-70]. Καί συνεχίζει: «Θά ἦταν ἄσκοπο νά ἀρνηθοῦµε ὅτι ὁρισµένα γνωρίσµατά της συνιστοῦν κάποιο πρόβληµα γιά τήν θεωρία µας, ἡ ὁποία συνδέει τόν ἐθνικισµό µέ τόν βιοµηχανισµό. Τό Ναύπλιο (πρώτη πρωτεύουσα τῆς Ἀνεξάρτητης Ἑλλάδας) καί ἡ Ἀθήνα τοῦ πρώιµου 19ου αἰῶνα παρουσίαζαν ἐλάχιστη ὁµοιότητα µέ τό Μάντσεστερ τοῦ ῎Ενγκελς, ἐνῷ ὁ Μοριᾶς δέν ἔµοιαζε µέ τά λαγκάδια τοῦ Λάνκασάϊαρ... εἶναι εὔλογη ἡ ὑποψία ὅτι ἀρχικά τό ἑλληνικό ἐθνικό κίνηµα δέν ἀποσκοποῦσε σ’ ἕνα ὁµοιογενές νεωτερικό ἐθνικό κράτος, ἀλλά µᾶλλον... νά ἀντικαταστήσει τήν Ὀθωµανική Αὐτοκρατορία µ’ ἕνα νέο Βυζάντιο». ∆ιαυγέστατη ἀνάλυση. Καί διαπιστώνει ὁ ἐπιστηµονικά ἔντιµος Gellner: «Σέ γενικές γραµµές, ὄχι µόνο ὁ ἑλληνικός ἀλλά ὅλοι οἱ βαλκανικοί ἐθνικισµοί φαίνεται νά συνιστοῦν µεῖζον πρόβληµα γι’ αὐτήν τήν θεωρία, ἄν λάβουµε ὑπ’ ὄψιν τήν καθυστέρηση τῶν Βαλκανίων σύµφωνα µέ τά κριτήρια τοῦ βιοµηχανισµοῦ καί τῆς νεωτερικότητας».
Οἱ διάφοροι καθηγητές τῶν Ἑλληνικῶν Πανεπιστηµίων, πού βιάστηκαν ἀπρόσεκτα νά ἐφαρµόσουν τήν θεωρία τῆς ἐθνογένεσης στήν ἑλληνική περίπτωση, ὑποβάλλοντάς µας τήν ἰδέα ὅτι τό ἑλληνικό ἔθνος εἶναι µία τεχνητή κατασκευή τῆς Νεωτερικότητας, ἀσφαλῶς δέν πρόσεξαν τί γράφει ὁ ἴδιος ὁ Gellner στήν σελίδα 144-45 τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου του (πού σύµφωνα µέ αὐτά πού ἔγραψε στόν πρόλογο ὁ γυιός –ἐπίσης καθηγητής– τοῦ συγγραφέα: «...εἶναι ἡ τελευταία του λέξη στό θέµα τοῦ ἐθνικισµοῦ. Ἀντιπροσωπεύει ἐπίσης τήν πιό ὥριµη ἀνάλυσή του...»). Γράφει λοιπόν στό τέλος τοῦ βιβλίου του ὁ Gellner: «Ἡ δική µου ἄποψη εἶναι ὅτι κάποια ἔθνη διαθέτουν αὐθεντικούς ἀρχαίους ὀµφαλούς, ἄλλα ἔχουν ὀµφαλούς πού ἐπινοήθηκαν γιά χάρη τους ἀπό τήν ἴδια τήν ἐθνικιστική τους προπαγάνδα καί ἄλλα δέν ἔχουν καθόλου ὀµφαλό. Πιστεύω ἀκόµη ὅτι ἡ µεσαία κατηγορία εἶναι µέχρις στιγµῆς ἡ µεγαλύτερη, ἀλλά εἶµαι ἀνοιχτός στίς διορθώσεις πού θά ὑποδείκνυε µία ἱστορική ἔρευνα. Σέ κάθε περίπτωση, νά πῶς πρέπει νά διατυπωθεῖ τό ὅλο ζήτηµα».
Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ὁ ἄλλοτε συνάδελφός µου στήν Ἐθνική Σχολή ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης, καθηγητής Πολιτικῶν Ἐπιστηµῶν στό Πανεπιστήµιο Ἀθηνῶν καί ἐπί σειρά ἐτῶν Πρόεδρος τῆς “Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Πολιτικῆς Ἐπιστήµης” κ. ∆ηµήτριος Χαραλάµπης ἔθεσε τό ἑξῆς ἐρώτηµα στούς σπουδαστές τῆς Σχολῆς τό ἀκαδηµαϊκό ἔτος 2002-2003, ὅπως ἀκριβῶς µοῦ τό µετέφερε ὁµάδα σπουδαστῶν: «Γιατί τό ἔθνος εἶναι µετανεωτερικό φαινόµενο καί µέ ποιές προϋποθέσεις» κ.λπ. ∆ηλαδή σύµφωνα µέ τόν κύριο Χαραλάµπη προϋποτίθεται ὅτι τό ἔθνος εἶναι µετανεωτερικό φαινόµενο. Ἀλλά τό πρόβληµα δέν εἶναι ἡ ἄποψη τοῦ κ. Χαραλάµπη, αὐτήν µπορεῖ νά τήν ὑποστηρίξει µέ ἐπιστηµονικά ἐπιχειρήµατα καί τεκµήρια, πού θά κριθοῦν ἀπό τήν ἑλληνική καί διεθνῆ ἐπιστηµονική κοινότητα. Τό πρόβληµα εἶναι ὅτι παρουσιάζει τήν ἄποψή του ὡς δεδοµένο στούς ἀνίσχυρους φοιτητές του.
Ἑποµένως, συνάγει κανείς ὅτι ὁ κ. Χαραλάµπης ἐντυπωσιάστηκε ἀπό τήν λέξη «ἐθνογένεση» καί τήν εἰσήγαγε στό λεξιλόγιό του χωρίς κἄν νά ἀσχοληθεῖ µέ τούς προβληµατισµούς τοῦ ἴδιου τοῦ θεωρητικοῦ της σχετικά µέ τήν δυνατότητα ἐφαρµογῆς αὐτῆς τῆς λέξης στήν ἐντελῶς διαφορετική πραγµατικότητα τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί τῶν Βαλκανίων.
Νά πῶς λειτουργεῖ ἡ πανεπιστηµιακή κοινότητα στήν Ἑλλάδα.
* * *
Οἱ αὐτόκλητοι εἰσαγωγεῖς παρόµοιων ξένων θεωριῶν, προσαρµοσµένων καταλλήλως ὥστε νά ἐφαρµοσθοῦν στήν ἑλληνική ἱστορία κατά τό δοκοῦν, προσπαθοῦν νά ἐµφανίσουν τήν ἄποψη ὅτι τό Ἑλληνικό ῎Εθνος εἶναι ἕνα τεχνητό κατασκεύασµα ἐθνικιστῶν ἱστορικῶν καί ἀκροδεξιῶν προπαγανδιστῶν. ῞Οτι στήν οὐσία οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς χώρας, µία πανσπερµία Ἀλβανῶν, Σλαύων, Βλάχων, Σαρακατσάνων καί ἄλλων ἀπροσδιορίστου προελεύσεως µετοίκων, ἀποφάσισαν µία ὡραία πρωία νά ἐπαναστατήσουν ἔτσι χωρίς λόγο, µᾶλλον λόγῳ ἀναρχικοῦ χαρακτῆρος, διάθεσης γιά πλιάτσικο καί ἐξ αἰτίας ἐθνικιστικῶν προκαταλήψεων ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ἡ Ὀθωµανική Αὐτοκρατορία ἦταν, φαίνεται, ἕνα πολυεθνικό πολυπολιτισµικό κράτος, ὅπου διαβιοῦσαν ἁρµονικά διάφορες ἐθνότητες χωρίς πολλά προβλήµατα. Ἰδεολογικό ἐπίχρισµα σ’ αὐτήν τήν ἐκδήλωση ἀναρχίας ἔδωσε ὁ ἀπόηχος τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης καί ἡ ἐπίδρασή της σέ κάποιους διανοουµένους, πού ἀποφάσισαν νά ἐπιβάλουν στανικά τήν δηµιουργία ἐλεύθερου κράτους στούς εὐχαριστηµένους ραγιάδες.
Μπορεῖ αὐτά νά ἠχοῦν εἰρωνικά, ἀλλά δέν εἶναι. Εἶναι ἁπλῶς αὐτά πού πολύ σοβαρά δηµοσιεύουν οἱ «προοδευτικοί» µας διανοούµενοι στόν ἑλληνικό τύπο καί σέ ἑλληνικά «ἐπιστηµονικά» κείµενα. ῎Ας δοῦµε µερικά παραδείγµατα.
Κυριακή 24 Μαρτίου 2002 (Παραµονή τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς.)
Ὁ κ. Πέτρος Πιζάνιας, τακτικός καθηγητής τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας στό Ἰόνιο Πανεπιστήµιο, δηµοσιεύει ἐκτενέστατο ἄρθρο στήν ἐφηµερίδα Καθηµερινή, µέ τίτλο «Ἀπό τούς Γαζῆδες ὥς τήν ὀθωµανική ὁλοκλήρωση» (σ. 5). Ἀφοῦ χαρακτηρίζει «ἀτελέστατη κοσµοκρατορία» (!) τόν ἑλληνιστικό κόσµο πού δηµιούργησε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, ἔρχεται στόν 13ο αἰῶνα, ὅταν ἐµφανίσθηκαν οἱ «Γαζῆδες ἱππότες τῆς ἡµισελήνου», ὅπως ἐπί λέξει ἀποκαλεῖ τούς πρώτους Τούρκους ἐπιδροµεῖς. Προφανῶς ὁ κ. Πιζάνιας χρησιµοποιεῖ τόν ὅρο «ἱππότες» γιά νά ἀποδώσει ἱπποτικά χαρακτηριστικά στούς µογγολικῆς προελεύσεως τουρκοµάνους ἐπιδροµεῖς. Πρέπει ἐδῶ νά ὑπενθυµίσουµε στόν κ. Πιζάνια ὅτι ὁ ὅρος «ἱππότης» ἔχει συγκεκριµένα κοινωνιολογικά καί ἱστορικά χαρακτηριστικά: ἱππότης (ἄς διαβάσει τό κλασσικό ἔργο τοῦ M. Bloch Ἡ Φεουδαλική Κοινωνία, ἔχει µεταφραστεῖ καί στά ἑλληνικά) εἶναι ὁ ἀνήκων στήν κληρονοµική φεουδαλική ἀριστοκρατία τῶν εὐρωπαίων γαιοκτηµόνων τοῦ Μεσαίωνα, συνδέεται µέ τήν µακραίωνη κατοχή γαιῶν καί τήν κυριαρχία ἐπί τῶν αὐτοχθόνων πληθυσµῶν καί εἶναι µία κοινωνική κατηγορία ἰδιότυπη, πού ἀναπτύχθηκε ἀποκλειστικά ἐπί δυτικοευρωπαϊκοῦ ἐδάφους τούς Μέσους Αἰῶνες. Ἀναλογίες ἀλλά ὄχι ταύτιση ὑπάρχει µέ τούς Ἰάπωνες Σαµουράϊ, ἐπίσης γαιοκτήµονες µέ αὐτονοµία ἔναντι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Τί σχέση ἔχουν ὅλ’ αὐτά µέ τούς νοµάδες ἐκτροφεῖς ἀλόγων καί αἰγοπροβάτων, κοιµώµενους σέ σκηνές καί τρώγοντες ἀποξηραµένο κρέας καµήλας περιφερόµενους τουρκοµάνους τοῦ 13ου αἰῶνα;
Ἀλλά ὑπάρχει καί συνέχεια: οἱ ἐπιδροµές τῶν Γαζήδων, γράφει ὁ κ. Πιζάνιας, «δέν διέφεραν ὡς πρός τήν πρακτική καί τό κίνητρο πού χαρακτήριζαν τίς ἐπιδροµές τῶν Βυζαντινῶν καί τῶν ∆υτικῶν» (sic). Ἐδῶ ἐξοµοιώνεται ἕνα ἰσχυρό, οἰκονοµικά ἀνεπτυγµένο καί πολιτικά ὀργανωµένο κράτος, µέ παγκόσµια πολιτιστική ἀκτινοβολία, ὅπως τό Βυζάντιο, µέ περιπλανώµενα βαρβαρικά φῦλα πού λήστευαν τόν πλοῦτο του. Ἀλλά ὁ κ. Πιζάνιας ἔχει ἄλλη ἄποψη γιά τό Βυζάντιο. Ἀναφέρει λίγο πάρα κάτω «τό γνωστό ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Βυζαντίου πρότυπο τῆς κλειστῆς οἰκονοµίας καί κοινωνίας, καί τῆς ἀπόλυτης θεοκρατικῆς ἐξουσίας». ῞Οσο γιά τήν «κλειστή οἰκονοµία» τοῦ Βυζαντίου, παραπέµπουµε τόν κ. Πιζάνια στήν κλασσική Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ µαρξιστῆ ρώσσου ἱστορικοῦ M. V. Levtchenko [Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἐκδόσεις Ἀναγνωστίδη, σ. 30-31 καί ἀλλοῦ], ὅπου ἀναφέρεται στήν ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν καί στήν κατάκτηση νέων ἀγορῶν καθώς καί στίς τεράστιες ἐξαγωγές βυζαντινῶν προϊόντων σ’ ὅλον τόν κόσµο. Τά ἴδια γράφουν καί ὅλες οἱ κλασσικές βυζαντινές ἱστορίες, ἡ δέ ἀείµνηστη Ἀγγελική Λαΐου, καθηγήτρια τοῦ Harvard, ἀκαδηµαϊκός καί πρώην ὑπουργός τῆς κυβερνήσεως Σηµίτη, παρουσιάζει, στά κλασσικά ἔργα της γιά τήν βυζαντινή οἰκονοµία, πού ἀσφαλῶς ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Πιζάνιας, τήν βυζαντινή οἰκονοµία καθόλου «κλειστή» ἀλλά ἐξωστρεφῆ καί ἀνοιχτή. ῞Οσο γιά τήν «κλειστή» βυζαντινή κοινωνία, κλειστή εἶναι µία κοινωνία χωρίς κοινωνική κινητικότητα, π.χ. ἡ ἰνδική µέ τίς κάστες της. Ἀπεναντίας στό Βυζάντιο ὑπῆρχε πλήρης κινητικότητα, χωρικοί ὅπως ὁ Ἰουστίνος ἤ ὁ Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών ἔγιναν αὐτοκράτορες, ἀλλά καί οὔτε ἡ φυλετική καταγωγή ἔπαιζε ρόλο, διότι αὐτοκράτορες ἔγιναν Ἀρµένιοι, Γεωργιανοί, Σλαύοι κ.λπ.
Ὁ κ. Πιζάνιας ἐπανῆλθε δριµύτερος τήν Κυριακή 4 Ἀπριλίου 2004 καί πάλι στήν φιλόξενη Καθηµερινή (σ. 5), µέ νέο ἄρθρο, ὑπό τόν τίτλο «Καταγωγικοί µῦθοι καί πολιτικό σχέδιο τοῦ ᾽21» καί τόν ἐκπληκτικό ὑπότιτλο ἐπί λέξει: «Ἡ Ἐπανάσταση δέν εἶναι ἀποτέλεσµα τῆς ἀγανάκτησης τοῦ λαοῦ, ἀλλά ἡ ἐφαρµογή τῆς ἀπόφασης τῶν διανοούµενων διαφωτιστῶν», ὅπου γράφει τά ἑξῆς: «Τό προεπαναστατικό ἔργο τῶν Ἑλλήνων διαφωτιστῶν διανοούµενων εἶναι ἡ ἐπινόηση τῆς ἱστορικῆς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων, ἡ διάδοσή της µέσῳ περιοδικῶν, φυλλαδίων καί βιβλίων (ἐρώτηση δική µου: πῶς σ’ ἕναν λαό ἀναλφάβητο, ποιµένων καί χωρικῶν, διαδόθηκε ἡ «ἐπινοηµένη ἐθνική ταυτότητα» µέσῳ βιβλίων; οἱ κλέφτες, οἱ ἁρµατολοί καί οἱ ἀγωνιστές ἤξεραν νά διαβάζουν;) καί τέλος ἡ ἀνύψωσή της σέ πολιτική ἰδεολογία». Ἀλλά ἀκοῦστε καί τήν συνέχεια: «Στά σχολικά ἐγχειρίδια, στίς ἐπετείους ὅπως ἡ σηµερινή, µᾶς διδάσκουν ὅτι ὁ λαός δέν ἄντεχε πλέον τή σκλαβιά καί ἐξεγέρθηκε. Ὁ λαϊκισµός, διάχυτος στήν κοινωνία µας ἐπί δεκαετίες, δέν ἀφήνει ἥσυχη οὔτε τήν ἱστορία οὔτε πολύ περισσότερο τόν λαό. Στήν πραγµατικότητα καµµία ἀξιοσηµείωτη λαϊκή ἐξέγερση δέν ἔγινε στήν ἀρχή τῆς Ἐπανάστασης µέ ἐξαίρεση αὐτήν τοῦ Ἀντωνίου Οἰκονόµου στήν ῞Υδρα καί ἴσως στή Σάµο. Ἡ ἀπουσία σηµαντικῶν ἐξεγέρσεων ὀφείλεται ἐν πολλοῖς στό γεγονός ὅτι τό ὀθωµανικό αὐτοκρατορικό σύστηµα εἶχε ἐµπεδώσει µηχανισµούς συναίνεσης µέ τίς τοπικές ἀγροτικές κοινωνίες. Καί ἡ συναίνεση αὐτή ἦταν ἀρκετά λειτουργική ἀκόµη καί τίς παραµονές τοῦ ᾽21. Στίς λίγες περιπτώσεις πού ἡ συναίνεση δέν λειτουργοῦσε, ὅπως στήν περίπτωση τῶν Σουλιωτῶν, τότε καί µόνο τό αὐτοκρατορικό κράτος χρησιµοποιοῦσε τή βία. Τό ᾽21 δέν εἶναι ἀποτέλεσµα τῆς ἀγανάκτησης τοῦ λαοῦ, ἀλλά ἡ ἐφαρµογή ἑνός προαποφασισµένου σχεδίου – ἀποτέλεσµα τῆς ἀνθρώπινης βούλησης καί τῆς δράσης πού συνεπάγεται. Προαποφασισµένου ἐν πολλοῖς ἀπό τούς διανοούµενους διαφωτιστές πού συγκρότησαν καί ἀνέπτυξαν τήν κατ’ ἐξοχήν ἐπαναστατική ὀργάνωση τῶν Ἑλλήνων, τή Φιλική Ἑταιρεία, ὑπό τήν ἐπιρροή τοῦ γαλλικοῦ Ἰακωβινισµοῦ» (sic!).
Ὁ κ. Πιζάνιας, ὅπως φαίνεται, εἶναι φανατικός ὀπαδός τῆς ἱστορικῆς θεωρίας τῆς Συνοµωσίας. Ὁλόκληρη Ἐπανάσταση, πού ξεσήκωσε ἕναν ὁλόκληρο λαό καί µάλιστα σέ ὁλόκληρη τήν Βαλκανική, µία Ἐπανάσταση πού εἶχε θύµατα Πατριάρχες, προεστούς, καπεταναίους, κλέφτες καί ἁρµατολούς καί ἁπλούς ἀγρότες, δέν ἔγινε µέ τήν πρόθυµη καί ἀδιάλλακτη βούληση τῶν ραγιάδων νά ζήσουν ἐλεύθεροι ἤ νά πεθάνουν, ἀλλά ἦταν προαποφασισµένο προϊόν µυστικῆς συνοµωσίας. Ἐκπληκτικό!
Ἐξ ἄλλου ὁ κ. Πιζάνιας, ἄν καί τακτικός καθηγητής τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, δέν ἔχει φαίνεται διαβάσει καλά τό κλασσικό ἔργο τοῦ Σάθα Ἡ Τουρκοκρατουµένη Ἑλλάς ἀλλά οὔτε τούς Περιηγητές τοῦ Κυριάκου Σιµόπουλου. Ἐκεῖ θά µάθαινε ὅτι περίπου κάθε τριάντα χρόνια (δηλαδή ἀνά µία γενιά) ξεσποῦσαν ἐπαναστάσεις, σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας, ἀπό τήν πρώτη Ἐπανάσταση τοῦ Κροκόδειλου Κλαδᾶ, ἀµέσως µετά τήν ῞Αλωση, µέχρι τά Ὀρλωφικά τό 1770 καί τήν ἐπανάσταση τοῦ Βλαχάβα στόν Ὄλυµπο τό 1806. Καί, τέλος πάντων, ἄν θεωρεῖ τόν Σάθα καί τόν Σιµόπουλο ἐθνικιστές ἱστορικούς, ἄς διαβάσει καί τόν καθόλου –µά καθόλου– φιλέλληνα Finlay, πού λέει ἀκριβῶς τά ἴδια. Ἀλλά τό κείµενο τοῦ κ. Πιζάνια στήν Καθηµερινή δέν ἔχει οὔτε µία –οὔτε µία!– βιβλιογραφική παραποµπή. Οἱ «µηχανισµοί συναίνεσης», ἐξ ἄλλου, πού εἶχε διαµορφώσει τό ὀθωµανικό κράτος σύµφωνα µέ τόν κ. Πιζάνια, ἦταν οἱ ἀποκεφαλισµοί, τό παιδοµάζωµα, ἡ ἄγρια φορολογία, οἱ γενικευµένες σφαγές καί ἄλλες δηµοκρατικές καί φιλειρηνικές διαδικασίες. Γιατί δέν ἀναφέρει ὁ κ. Πιζάνιας τήν κάθοδο, στά 1715, στόν Μοριᾶ καί στήν Ρούµελη, τοῦ µεγάλου βεζύρη Ἁλῆ-Κιουµουρτζῆ, ἐπικεφαλῆς τεραστίου στρατεύµατος, πού ἰσοπέδωσε τήν νότια Ἑλλάδα; Γιατί δέν ἀναφέρει τήν καταστροφή τοῦ Μοριᾶ τό 1770 ἀπό τόν Καρά-Μουσταφᾶ καί τούς 100.000 τουρκαλβανούς του; Γιά ποιά «συναίνεση» µιλᾶ ὁ κ. Πιζάνιας;
Καί γιά ποιά «ἀπουσία σηµαντικῶν ἐξεγέρσεων» στήν ἀρχή τῆς Ἐπανάστασης γράφει ὁ κ. Πιζάνιας; Τί ἦταν τότε τό Βαλτέτσι, τό Λάλα, ἡ Καλαµάτα κ.λπ.;
Κι ὅσο γιά τήν «ἐπιρροή τοῦ γαλλικοῦ ἰακωβινισµοῦ», ὁ κ. Πιζάνιας λίγο µᾶς τά µπερδεύει: ἡ Γαλλική Ἐπανάσταση ἔγινε τό 1789. Τότε ἐπιρροή τίνος πράγµατος ἦταν ἡ γενικευµένη ἐξέγερση τοῦ 1770 ἤ οἱ προηγούµενες ἐπαναστάσεις (σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας γίνονταν, ὅπως εἴπαµε, ἐπαναστατικά κινήµατα κατά µέσον ὅρο κάθε τριάντα χρόνια); ἤ ἦταν «ἐπιρροή τοῦ γαλλικοῦ ἰακωβινισµοῦ» τό ἐπαναστατικό κίνηµα τοῦ Κροκόδειλου Κλαδᾶ στήν Πελοπόννησο τοῦ 1460, τρεῖς αἰῶνες πρίν τόν ἰακωβινισµό;
Ἀλλά τήν βαθύτερη φιλοσοφία τοῦ κ. Πιζάνια διακρίνει κανείς καλύτερα, ὅταν παρά κάτω ἀποκαλεῖ τό σύνθηµα «φωτιά καί τσεκούρι στούς προσκυνηµένους» (πού ἐξαπέλυσε ὁ Κολοκοτρώνης τό 1825-6 ἐναντίον ὅσων δήλωναν ὑποταγή στόν Ἰµπραήµ πού κατέκαιε τήν Πελοπόννησο) ὡς «κινήσεις, πού θυµίζουν περίοδο ἐπαναστατικοῦ τρόµου». Εἶναι ἐπίσης ἀπολύτως χαρακτηριστικό ὅτι ὁ κ. Πιζάνιας γράφει «ἐνάντια στούς “προσκυνηµένους” ῞Ελληνες στόν Ἰµπραήµ», δηλαδή θέτει τήν λέξη προσκυνηµένους σέ εἰσαγωγικά. Καταλάβαµε, κ. Πιζάνια...
Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι τό κείµενό του ἐκφωνήθηκε ὡς πανηγυρικός τῆς 25ης Μαρτίου στό Γεωπονικό Πανεπιστήµιο...
∆έν τελειώσαµε µέ τόν κ. Πιζάνια. Ἐπανῆλθε µέ συνέντευξή του στήν ἄπειρα φιλόξενη Καθηµερινή στίς 29 Ἀπριλίου 2007 (σ. 7), ὅπου διατυπώνει τήν ἄποψη ὅτι ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση δέν εἶναι, ὅπως ξέραµε µέχρι σήµερα, κι ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ πρωταγωνιστές της τήν συνέλαβαν, ἀπελευθερωτικός πόλεµος ἤ ἀγώνας τῆς ἀνεξαρτησίας (προφανῶς οὔτε νά ἀπελευθερωθοῦµε θέλαµε οὔτε τήν ἀνεξαρτησία µας ἐπιδιώκαµε), «καί ἀκόµη χειρότερα δέν εἶναι “Παλιγγενεσία” ἑνός δῆθεν προϋπάρχοντος ἔθνους, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ ἐθνοκεντρική δοξασία». Προσέξτε τήν λέξη «δοξασία» πού χρησιµοποιεῖ ὁ κ. Πιζάνιας, γιά νά ὑποβαθµίσει τήν Ἱστορία µας ὅπως τήν ξέραµε µέχρι σήµερα.
Ἐγώ, ὅµως, µέ αὐστηρά ἐπιστηµονικά κριτήρια, θά χαρακτηρίσω «δοξασία» τίς ἀπόψεις τοῦ κ. Πιζάνια. ∆ιότι σ’ ὅλ’ αὐτά δέν εἶδα οὔτε µία συγκεκριµένη παραποµπή σέ πηγές τῆς ἐποχῆς, οὔτε ἕνα πραγµατολογικό ἐπιχείρηµα. Ἐπιστήµη ὅµως εἶναι ἡ ἐξαγωγή συµπερασµάτων µέ βάση ὑπαρκτά στοιχεῖα (ἄς διαβάσει ὁ κ. Πιζάνιας τόν κώδικα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Σπάρτης (πού ἀνακάλυψε ὁ διακεκριµένος βυζαντινολόγος Νικόλαος Βέης), πού ἀνήκει στόν 17ο αἰῶνα καί δείχνει τήν γλαφυρή, ὡραιότατη ἑλληνική γλῶσσα τῆς ἐποχῆς, πού κανένας Κοραῆς δέν κατασκεύασε καί πού µοιάζει τόσο πολύ µέ τήν σηµερινή δική µας!) καί ὄχι χαρακτηρισµοί, κρίσεις, θεωρίες καί ἄφθονη φλυαρία.
῎Ισως θά ἦταν καλύτερα ὁ κ. Πιζάνιας νά ἀσχοληθεῖ µέ τά ἐξαιρετικά ὑψηλά ποσοστά ἀποτυχίας τῶν πτυχιούχων φιλολογικῶν καί ἱστορικῶν σπουδῶν στίς ἐξετάσεις τοῦ ΑΣΕΠ γιά προσλήψεις ἐκπαιδευτικῶν, ὅπως γιά παράδειγµα τό 2003, ὅταν τό 75,9% τῶν ὑποψηφίων δέν κατάφερε νά πιάσει τήν βάση! [Τό Βῆµα, 10/6/2003, σ. Α14]. Σέ σηµεῖο πού οἱ ἁρµόδιοι ἀναγκάστηκαν νά µειώσουν τήν βάση (!), ἀλλά καί πάλι στόν διαγωνισµό τοῦ 2007 ἀπό 17.000 διαγωνισθέντες µόνον 9.568 κατάφεραν νά πιάσουν τήν βάση! [στοιχεῖα ἀπό τό ΑΣΕΠ].
῎Ας ἀφήσουµε τόν κ. Πιζάνια νά διδάσκει Ἑλληνική Ἱστορία στούς φοιτητές τοῦ Ἰονίου Πανεπιστηµίου, γιά νά δοῦµε µερικές ἀκόµη περιπτώσεις αὐτῆς τῆς ἀντιεπιστηµονικῆς καί στερεοτυπικῆς διαστρέβλωσης τῆς ἐθνικῆς µας Ἱστορίας.
Ὁ δηµοσιογράφος κ. Πάσχος Μανδραβέλης, στίς 21 Φεβρουαρίου 2007, δηµοσιεύει στήν Καθηµερινή ἄρθρο µέ τίτλο «Τό δίκιο τοῦ ἀρχιεπισκόπου», ὅπου συµπεριελάµβανε τήν φράση «τά ψεύτικα λάβαρα τῆς Ἁγίας Λαύρας». Ἀνέτρεξα λοιπόν στήν σχετική βιβλιογραφία, γιά νά διαπιστώσω τήν ἱστορική ἀλήθεια, καί ἀνακάλυψα ὅτι τό περιστατικό τῆς Ἁγίας Λαύρας ἐπιβεβαιώνουν πλήρως καί ἀναλυτικά: α) ὁ ἔγκυρος ἱστορικός Οὐίλλιαµ Μύλλερ, στό κλασσικό ἔργο του Ἡ Τουρκία καταρρέουσα, Ἀθήνα, ἔκδοση τοῦ βιβλιοπωλείου τῆς Ἑστίας, 1914, σελ. 93, β) ὁ Σάµουελ Γκρίντλεϋ Χάου, στήν Ἱστορική σκιαγραφία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, Νέα Ὑόρκη, 1928, ἀνατύπωση ἑλλ. µετάφρ. 1997, σελ. 66. Σηµειωτέον ὅτι ὁ Χάου ἔζησε στήν Ἑλλάδα κατά τήν ἐπαναστατική περίοδο ἐπί πέντε ἔτη καί προσέφερε ὑπηρεσίες ὡς ἰατρός, γ) ὁ ἐγκυρώτερος ἱστορικός καί σύγχρονος τῆς Ἐπανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης, στήν κλασσική Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἀνατύπωση ἀπό τήν Νέα Ἑλληνική Βιβλιοθήκη, σ. 62. Τά παραπάνω ἐνδεικτικά, διότι σχεδόν ὅλες οἱ πηγές ἀναφέρουν τήν Ἁγία Λαύρα.
῎Εστειλα ἐπιστολή στήν Καθηµερινή µέ τά προαναφερθέντα, ὅπου ἐπεσήµαινα ἐν κατακλεῖδι ὅτι ἀπόψεις καί κρίσεις πού ἀφοροῦν τόσο σοβαρά ζητήµατα πρέπει νά εἶναι ἐπαρκῶς τεκµηριωµένες καί ὄχι προϊόντα ἰδεολογικῶν ἐπιρροῶν. Ἡ Καθηµερινή δηµοσίευσε τήν ἐπιστολή µου, ἀλλά φαίνεται ὅτι ὁ κ. Μανδραβέλλης γνωρίζει καλύτερα ἀπό τόν Σπυρίδωνα Τρικούπη τά γεγονότα καί µᾶλλον θεωρεῖ τόν Μύλλερ καί τόν Χάου ἐκπροσώπους τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισµοῦ. Γι’ αὐτό καί στίς 28 Μαρτίου, ἕναν περίπου µῆνα µετά, ἐπανῆλθε ἀπτόητος ἀπό ἐπιστηµονικά ἐπιχειρήµατα καί πηγές σέ νέο του ἄρθρο, µέ τόν τίτλο «Οἱ “ἀγαθοί” µας µῦθοι» (τό ἀγαθοί σέ εἰσαγωγικά τοῦ ἰδίου), ξεκινώντας µέ τήν πρόταση: Ἡ κατάρρευση τῶν µύθων γιά τό «κρυφό σχολειό» καί τήν «εὐλογία τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερµανοῦ στήν Ἁγία Λαύρα» κ.λπ. κ.λπ.
Περίµενα ἀπό τόν κ. Μανδραβέλη ἤ νά ἀναθεωρήσει ὅσα εἶχε προηγουµένως ὑποστηρίξει, ὑπό τό βάρος τῶν παραποµπῶν καί τῆς βιβλιογραφίας πού τοῦ ἔστειλα, ἤ νά ὑποστηρίξει µέ ἄλλες, ἀντίθετες παραποµπές καί ἄλλη βιβλιογραφία, τήν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών του. Ἀλλά δέν ἔπραξε οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο. Αὐτό λοιπόν ἀποδεικνύει σαφέστατα ὅτι οἱ ἀπόψεις τοῦ κ. Μανδραβέλη δέν προκύπτουν ἀπό µελέτη τῶν πραγµατικῶν περιστατικῶν, ἀλλά ἀποτελοῦν προϊόν ἰδεολογικῆς ἐµµονῆς, καί ὡς γνωστόν οἱ ἰδεολογικές ἐµµονές δέν κάµπτονται οὔτε καί ἀπό τήν πιό ἐµπεριστατωµένη ἐπιχειρηµατολογία καί ἀποδείξεις, διότι σχετίζονται περισσότερο µέ τόν ψυχικό καί λιγώτερο µέ τόν πνευµατικό µας κόσµο.
Γιά τό ζήτηµα τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ, πού ἐπίσης ὁ κ. Μανδραβέλης καταγγέλει ὡς µῦθο, τήν ἀπάντηση ἔχει δώσει ὁ Φ.Ι. Κακριδῆς (ἐκτός ἄν ὁ κ. Μανδραβέλης ἀµφισβητεῖ καί τό ἐπιστηµονικό κῦρος τοῦ κ. Κακριδῆ ἤ ἄν τόν θεωρεῖ κι αὐτόν ἀκραῖο ἐθνικιστή). Σέ ἄρθρο του στό Βῆµα [22 Φεβρουαρίου 1998, Νέες Ἐποχές, σ. 11], ὁ Κακριδῆς σηµειώνει ὅτι, ναί µέν ὑπῆρχαν σχολές ἐπί Τουρκοκρατίας, ἀλλά ἡ λειτουργία τους ἐλεγχόταν αὐστηρά ἀπό τήν τουρκική ἐξουσία, ὥστε νά ἀποκλείεται ἡ πατριωτική ὀρθόδοξη διδασκαλία καί ἡ µαχόµενη Ὀρθοδοξία, γι’ αὐτό καί ὑπῆρχαν παράλληλοι, ἄτυποι καί διαφεύγοντες τοῦ τουρκικοῦ ἐλέγχου µηχανισµοί διδασκαλίας, πού στήν λαϊκή συνείδηση καταγράφηκαν ὡς «κρυφό σχολειό». Ἀλλά ἡ ἀναδροµή στό παρελθόν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό παρόν: στήν κατεχόµενη Κύπρο, τίς διώξεις πού ὑπέστη καί ὑφίσταται ἡ δασκάλα Τιτίκα Λοϊζίδου τίς ἔχετε ἀκούσει, φίλτατε κ. Μανδραβέλη µου;
∆ιάφοροι δηµοσιογραφοῦντες καί κριτικοί αἰσθάνονται τἠν ἀνάγκη νά διαβεβαιώνουν ἀνά τακτά χρονικά διαστήµατα τό ἀκροατήριό τους γιά τίς ἰδεολογικές τους ἐπιλογές καί νά ἐπαληθεύουν τά στερεότυπά τους. Πρόσφατα διασκέδασα µέ µία κριτική βιβλίου στήν ἐφηµερίδα Καθηµερινή: ἡ κυρία Ἐλισσάβετ Κοτζιᾶ παρουσιάζει τό ἐξαιρετικό βιβλίο τῆς γνωστῆς µας Μαριάννας Κοροµηλᾶ Μαρία τῶν Μογγόλων τῶν ἐκδόσεων Πατάκη, στό φύλλο τῆς 25ης Μαΐου 2008. Τό βιβλίο τῆς ἄρεσε, τό θεωρεῖ καθηλωτικό, γεµᾶτο ἀπό ἐξαιρετική τέχνη καί ζωντάνια κ.λπ. Τί δέν ἄρεσε στήν κυρία Ἐλισσάβετ Κοτζιᾶ; Ἰδού: «Κι ὡστόσο, ὅταν πιά ἔχω κλείσει τό βιβλίο, νοιώθω κάποια ἀπογοήτευση: ἕναν ἀπό τούς λόγους της ἡ Μαριάννα Κοροµηλᾶ µοιάζει νά µήν τόν τηρεῖ. ∆ιότι στίς πρῶτες σελίδες, ἡ συγγραφέας µᾶς εἶχε διαβεβαιώσει ὅτι σκόπευε νά µείνει µακριά ἀπό τήν “κατασκευασµένη συνέχεια τῶν ἐθνικῶν µας ἰδεοληψιῶν”... Ἀναρωτιόµαστε ἑποµένως: τί ἐννοεῖ ὅταν µιλᾶ γιά τίς “ἀπό χιλιετίες Ἑλληνικές δραστηριότητες πού ἔχουν µετατρέψει τό ἄξενο σέ εὔξεινο... Σέ τί ἀκριβῶς διαφέρει ἀπό τή ρητορική δηµιουργία τοῦ βολικοῦ ἐθνικοῦ µας κουκουλιοῦ µέσα στό ὁποῖο καταφεύγουµε;” κ.λπ. Ἡ κυρία Κοτζιᾶ ὄχι µόνον εἶναι πεπεισµένη γιά τήν... ἀσυνέχεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλά ἐπικρίνει καί ἕνα λογοτεχνικό βιβλίο ἐπειδή τήν υἱοθετεῖ. Μεταφορά, λοιπόν, τῶν ἰδεολογικῶν στερεοτύπων καί στήν βιβλιοκριτική.
2 Σεπτεµβρίου 2007: ὁ κ. ∆ηµήτρης Σωτηρόπουλος, διδάσκων Ἱστορίας στό Ἰόνιο Πανεπιστήµιο, παρουσιάζει τό ἔργο τοῦ (ἄγνωστου σέ µένα) κ. Νίκου Ροτζώκου, µέ τίτλο Ἐθναφύπνιση καί Ἐθνογένεση (σ.τ.σ.: νά ᾽την πάλι ἡ Ἐθνογένεση), Ὀρλωφικά καί ἑλληνική ἱστοριογραφία. Ὁ ἀπίστευτος τίτλος τῆς βιβλιοπαρουσίασης (πού καταλαµβάνει τό ἥµισυ τῆς σελίδας 6 τῆς Καθηµερινῆς, εἶναι «Τά Ὀρλωφικά δέν ἦταν ἐθνική ἐπανάσταση». Χωρίς κἄν ἕνα ἐρωτηµατικό στό τέλος. ∆ηλαδή, κατόπιν τοῦ ἔργου τοῦ κ. Ροτζώνου καί τῆς βιβλιοπαρουσιάσεώς του ἀπό τόν κ. Σωτηρόπουλο, τό θέµα ξεκαθάρισε καί θεωρεῖται λῆξαν! Τά Ὀρλωφικά, πού ἐπί αἰῶνες οἱ πηγές ἀναφέρουν ὡς τήν τελευταία µεγάλη Ἐπανάσταση τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων πρίν τό ᾽21, κατατάσσεται πλέον ὁριστικά στίς... µή ἐθνικές ἐπαναστάσεις! (῎Αραγε τί ἐπανάσταση ἦταν; ταξική; ἤ µήπως δέν ἦταν ἐπανάσταση;) Σύµφωνα µέ τόν κ. Σωτηρόπουλο, «ἡ γραφίδα τοῦ ἱστορικοῦ Νίκου Ροτζώκου ἔρχεται νά σκίσει σάν γιαταγάνι τίς βεβαιότητές µας σέ σχέση µέ τίς ἐπαναστατικές κινητοποιήσεις τῶν ὁµοδόξων τοῦ ὕστερου 18ου αἰῶνα στά νότια τῆς Ὀθωµανικῆς Αὐτοκρατορίας». Ἀλλά τό ἀπολαυστικώτερο (δέν βρίσκω ἄλλον χαρακτηρισµό) ἔρχεται λίγο παρακάτω: τά Ὀρλωφικά, πού κόστισαν ποταµούς αἵµατος στόν ἑλληνικό λαό, σύµφωνα µέ τήν νέα αὐτή ἐκδοχή τῶν κ.κ. Ροτζώκου-Σωτηρόπουλου, προῆλθαν ἀπό µία διακήρυξη (µία διακήρυξη προφανῶς ἀρκοῦσε, δέν ὑπῆρχαν ἄλλες βαθύτερες προϋποθέσεις...) τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης πρός (πρόσεξε, φίλτατε ἀναγνώστη!) τούς «ἀλλόθρησκους ὑπηκόους τῆς Πύλης» (τίς «ἐθνοτικές µειονότητες», θά λέγαµε σήµερα). Οὐδέν σχόλιον...
Τέτοιες ἀπόψεις διακινοῦνται ὑπόγεια ἤ ἀνοιχτά σέ ὁρισµένους κύκλους πανεπιστηµιακῶν µας καί δηµοσιογράφων µας. Μία δηµοφιλής σ’ αὐτούς τούς κύκλους ἀναφορά εἶναι ἡ καταγγελία τῆς «ἐθνοκάθαρσης» τῶν Τούρκων τῆς Τρίπολης ἀπό τούς ῞Ελληνες κατά τήν Ἀπελευθέρωσή της τόν Σεπτέµβριο τοῦ 1821. «Ὅταν οἱ Ἕλληνες µπῆκαν στήν Τρίπολη, δέν ἔµεινε λιθάρι ὄρθιο», ἐπισηµαίνει ὀρθά ὁ κύριος Θάνος Βερέµης, καθηγητής Ἱστορίας στό Πανεπιστήµιο Ἀθηνῶν, σέ συνέντευξή του στόν Τύπο τῆς Κυριακῆς (1-4-2007). ῎Οχι µόνον δέν θά διαψεύσω, ἀλλά θά τεκµηριώσω καί θά ἐπιβεβαιώσω τό γεγονός: «Τό ἄλογό µου», γράφει ὁ νικητής τῶν Τούρκων καί ἀπελευθερωτής τῆς Ἑλλάδος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, «ἀπό τά τείχη ἕως τά σαράγια δέν ἐπάτησε γῆ» [Κολοκοτρώνη Ἀποµνηµονεύµατα, ἐκδ. ∆ρακοπούλου, σελ. 93]. 32.000 Τοῦρκοι ἐσφάγησαν ἀπό τούς ῞Ελληνες, συνεχίζει ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, ὁ ὁποῖος ἔβαλε «Τελάλη, νά παύσῃ ὁ σφαγµός». Καί συνεχίζει: «῞Οταν ἐµβῆκα εἰς τήν Τριπολιτσά, µοῦ ἔδειξαν τόν πλάτανο εἰς τό παζάρι ὁπού ἐκρέµαγαν τούς ῞Ελληνες. Ἀναστέναξα καί εἶπα: “῎Αϊντε, πόσοι ἀπό τό σόγι µου καί ἀπό τό ἔθνος µου ἐκρεµάσθησαν ἐκεῖ”, καί διέταξα καί τόν ἔκοψαν. Ἐπαρηγορήθηκα καί διά τόν σκοτωµό τῶν Τούρκων».
῎Οχι, κύριε ὄψιµοι «ἀνθρωπιστές», οἱ σηµερινοί ἐλεύθεροι ῞Ελληνες δέν αἰσθανόµαστε ἐνοχές γιά τήν «ἀνθρωπιστική καταστροφή» τῆς Τρίπολης, τόν µατοβαµένο Σεπτέµβρη τοῦ 1821. ∆εδοµένου ὅτι δέν ὑφίστατο τότε –ὅπως καί δέν ὑφίσταται οὔτε σήµερα– διεθνής ὀργανισµός πού νά χαρίζει τήν ἐλευθερία στούς ὑπόδουλους λαούς, κατόπιν γραπτῆς αἰτήσεως µετά χαρτοσήµου. Οὔτε οἱ Τοῦρκοι θά ἔφευγαν µόνοι τους ἀπό τήν Ἑλλάδα κατόπιν διαπραγµατεύσεων. Οἱ πρόγονοί µας, βεβαίως, τό γνώριζαν αὐτό πολύ καλά, γι’ αὐτό καί τό κεντρικό σύνθηµα στήν Ἐπανάσταση ἦταν «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος».
Αὐτά, ὅµως, ὅλα ἦταν προανακρούσµατα τοῦ ἑποµένου σταδίου: τῆς προσπάθειας νά εἰσαχθεῖ στήν Στοιχειώδη Ἐκπαίδευση, δηλαδή στόν µηχανισµό πού διαπλάθει τήν ἱστορική συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας, ἡ «ἀναθεωρηµένη» αὐτή ἱστορία ἤ καλύτερα ἰδεολογία. Ἐννοῶ τό πασίγνωστο πλέον βιβλίο Ἱστορίας τῆς ῞Εκτης ∆ηµοτικοῦ, πού συνέγραψε ὁµάδα ἱστορικῶν ὑπό τήν κυρία Ρεπούση. Παρά τήν ἀπόρριψή του ἀπό διανοουµένους, βουλευτές, τήν συντριπτική πλειοψηφία τῆς κοινῆς γνώµης, τήν ∆ιδασκαλική Ὁµοσπονδία, τήν Ἀκαδηµία Ἀθηνῶν, τόν Μίκη Θεοδωράκη καί χιλιάδες ἄλλους, ἡ ὑπουργός Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευµάτων πού εἰσήγαγε τό βιβλίο, ἡ κυρία Γιαννάκου (σηµειωτέον ὅτι εἶναι µία ἀπό τούς ἐλάχιστους ἐν ἐνεργεία πολιτικούς γιά τήν ὁποία τρέφω εἰλικρινῆ αἰσθήµατα συµπάθειας καί ἐκτίµησης, καί µάλιστα τήν προσκάλεσα κάποτε ὡς ὁµιλήτρια σέ συνέδριο πού ὀργάνωσα στήν Σπάρτη), ἐπέδειξε ἀπίστευτη ἐπιµονή στήν διατήρησή του. Στοιχειώδης δηµοκρατική εὐαισθησία θά ἐπέτασσε τό βιβλίο, ἄν ὄχι νά ἀποσυρθεῖ, τουλάχιστον νά ἀναθεωρηθεῖ. Ἰδίως µετά τό πόρισµα-καταπέλτη τῆς Ἀκαδηµίας Ἀθηνῶν, στό ὁποῖο τό βιβλίο χαρακτηρίζεται µέ βαρύτατους ἀπαξιωτικούς µηχανισµούς. «Οἱ συγγραφεῖς ἐπιδιώκουν», ἀναφέρει ἡ Ἀκαδηµία, «νά ὑποβαθµίσουν τά σηµεῖα τριβῆς στίς σχέσεις µεταξύ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν γειτόνων τους... Ἡ ἐπιλογή αὐτή εἶναι ἀσφαλῶς ὀρθή, ἀρκεῖ νά µήν συνεπάγεται τήν ὑποβάθµιση ἤ ἀκόµη καί ἀλλοίωση τῆς ἐπιστηµονικῆς ἀλήθειας ἤ τήν παρασιώπηση γεγονότων ἤ ἐνεργειῶν... Ἡ κατανοµή τῆς ὕλης εἶναι ἀτυχής. Π.χ. τρεῖς σελίδες ἀφιερώνονται στόν ἀθλητισµό (σ. 130-132) καί µόνον ἑπτά συνολικά στίχοι στίς σ. 109 καί 112 στόν ἑλληνοϊταλικό πόλεµο καί τή γερµανική εἰσβολή... τό βιβλίο... ἐπιδεικνύει προχειρότητα κατά τήν προσέγγιση µείζονος σηµασίας ζητηµάτων... παρουσιάζει ἱκανό ἀριθµό ἀνακριβειῶν, λαθῶν καί παραλείψεων οὐσιώδους συχνά σηµασίας». Εἰδικώτερα γιά τήν Τουρκοκρατία, τό πόρισµα ἀναφέρει ὅτι «δέν παρουσιάζονται οἱ πτυχές τῆς τουρκοκρατίας πού ἦσαν δυσµενεῖς γιά τούς ῞Ελληνες καί συνετέλεσαν σέ διαδοχικούς ἐξισλαµισµούς, ἀφελληνισµούς καί δραµατική µείωση τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσµοῦ... ἡ ἐπιβίωση τῶν Ἑλλήνων... ἀγνοεῖται ἀπό τό ὑπό κρίση βιβλίο, µολονότι τά σχετικά στοιχεῖα ὑπάρχουν στήν βιβλιογραφία». Ἀντίστοιχα κενά, παραλείψεις ἤ διαστρεβλώσεις (π.χ. ἡ τουρκική στρατιωτική κατοχή στήν Κύπρο ἀναφέρεται ὡς... διχοτόµηση!) ὑπάρχουν καί στό τµῆµα τοῦ βιβλίου πού ἀφορᾶ τήν πρόσφατη ἱστορία µας.
Καί ἡ µέν κυρία Γιαννάκου θά ἔχει ἀσφαλῶς τούς λόγους της, γιά νά ἐπιµείνει µέ τόση ἀδιαλλαξία σέ ἕνα βιβλίο πού τό πόρισµα τῆς Ἀκαδηµίας Ἀθηνῶν οὐσιαστικά ἐξευτέλισε, ὅπως τούς λόγους της ἀσφαλῶς θά ἔχει καί ἡ κυρία Θάλεια ∆ραγώνα, καθηγήτρια τοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν ἤ ὁ γνωστός γιά τίς ἀπόψεις του κ. Ἀντώνιος Λιάκος, ἐπίσης καθηγητής τοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν καί µάλιστα τῆς Ἱστορίας, πού ὑποστήριξαν δηµοσίως µέ πάθος τό βιβλίο. Ἡ κυρία Γιαννάκου ἔχει ἀσφαλῶς ἐξαγάγει τά πικρά δικά της συµπεράσµατα ἀπό τήν ἐκλογική της πανωλεθρία στίς ἐκλογές τοῦ Σεπτεµβρίου τοῦ 2007.
Ἀλλά καί ἡ κοινή γνώµη ἔχει τό δικαίωµα νά ἐξαγάγει –ὅπως καί ἐξήγαγε– τά δικά της συµπεράσµατα.
Ἐγώ περιορίζοµαι σέ µερικές καθαρά ἐπιστηµονικές ἐπισηµάνσεις, ὅπως πάντα παραπέµποντας σέ συγκεκριµένα στοιχεῖα.
Οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου ἰσχυρίσθηκαν ὅτι τά προηγούµενα σχολικά βιβλία Ἱστορίας χαρακτηρίζονταν ἀπό «ἐθνοκεντρικά στερεότυπα» καί διάθεση «ἐξωραϊσµοῦ» τῆς ἐθνικῆς µας Ἱστορίας. ῞Οµως, ἀντιθέτως, τά προηγούµενα βιβλία Ἱστορίας (τά ξαναδιάβασα προσεκτικά) οὐδέποτε ἀπέκρυψαν τίς ὠµότητες πού διεπράχθησαν ἀπό τούς ῞Ελληνες, ὅπως ἡ µαζική τύφλωση τῶν Βουλγάρων αἰχµαλώτων ἀπό τόν Βασίλειο τόν Βουλγαροκτόνο µετά τήν µάχη στό Κλειδί τό 1014, πού ἐπανέφερε τήν βυζαντινή κυριαρχία στήν Βουλγαρία γιά δύο αἰῶνες, ἤ τήν σφαγή τῶν Τούρκων τῆς Τριπολιτσᾶς τό 1821, πού ὑπῆρξε ἡ ἀρχή τοῦ τέλους τῆς τουρκοκρατίας στήν Ἑλλάδα, ἀλλά καί γεγονότα πού ἀντιβαίνουν πρός τήν ἔννοια τῆς φυλετικῆς καθαρότητας δέν ἀπεκρύβησαν, ὅπως ἡ εἰσβολή σλαυϊκῶν φύλων στήν Ἑλλάδα τούς Μέσους Αἰῶνες. ῎Αν ἴσχυαν οἱ κατηγορίες τῶν σηµερινῶν «µοντέρνων» καί «πολιτικῶς ὀρθῶν» ἱστορικῶν µας, αὐτά θά ἔπρεπε νά εἶχαν ἀπαλειφθεῖ ἀπό τά σχολικά ἐγχειρίδια τῆς περασµένης ἑκατονταετίας. Κάτι τέτοιο, ὅµως, δέν ἔγινε. Ἀντιθέτως, οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου ἐπέβαλαν τά δικά τους στερεότυπα στήν συγγραφή τοῦ σχολικοῦ βιβλίου, καί οὐσιαστικά διαστρέβλωσαν τήν ἱστορική πραγµατικότητα ὥστε νά προσαρµοστεῖ πρός τίς ἰδεολογικές τους πεποιθήσεις.
Εἶχα ὡς ἐκπαιδευτικός καί ὡς Ἕλληνας πολίτης, τήν ἀπαίτηση ἀπό τήν συντακτική ὁµάδα τοῦ βιβλίου νά σεβαστεῖ τό ἄρθρο 16 παράγραφος 2 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγµατος, σύµφωνα µέ τό ὁποῖο «ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασική ἀποστολή τοῦ κράτους καί σκοπό ἔχει τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων». Ὡς ἐπιστήµων, διδάκτωρ Οἰκονοµικῶν καί Κοινωνικῶν Ἐπιστηµῶν τοῦ πανεπιστηµίου τῆς Γενεύης καί διδάκτωρ Ἱστορίας τοῦ πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν, ἐδῶ ἐκφράζω τήν αὐστηρή ἀπαίτηση νά µήν παραβιάζεται ἡ ἱστορική ἀλήθεια καί αὐτά πού διδάσκονται τά παιδιά µας νά µήν ἔρχονται σέ κατάφωρη ἀντίθεση πρός τά ἱστορικά µνηµεῖα, τεκµήρια καί πηγές.
Κεντρικό σηµεῖο ὅλης αὐτῆς τῆς ἰδεολογικῆς στερεοτυπικῆς σκέψης εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ὡραιοποίηση τῆς Τουρκοκρατίας. Στό βιβλίο τῆς κυρίας Ρεπούση, τό παιδοµάζωµα ἀναφέρεται οὐδέτερα ὡς «στρατολόγηση τῶν παιδιῶν τῶν χριστιανῶν ἀπό τούς Ὀθωµανούς» (σ. 18). Σύντοµα θά ἀκούσουµε ὅτι τό παιδοµάζωµα ἦταν µία συνήθης εἰρηνική διαδικασία πρόσληψης στό ὀθωµανικό δηµόσιο, κατά τήν ὁποία οἱ ἐνθουσιώδεις ῞Ελληνες ραγιάδες γονεῖς ἐθελοντικά προσέφεραν τά ἀνήλικα τέκνα τους στούς Τούρκους στρατολόγους, καί µάλιστα διήνυαν µεγάλες ἀποστάσεις γιά νά φθάσουν στά σηµεῖα στρατολόγησης. Ἐγώ, ὅπως εἴπαµε, δέν ἐπιχειρηµατολογῶ µέ «θέσεις» καί «ἀπόψεις», ἀλλά µέ τεκµήρια καί πηγές. Ἀνέτρεξα, λοιπόν, σέ µία ἔγκυρη ἱστορία τῆς Ὀθωµανικῆς Αὐτοκρατορίας, γραµµένη ἀπό Τοῦρκο, τόν ἔγκριτο καθηγητή τῆς τουρκικῆς ἱστορίας στό Πανεπιστήµιο τῆς ῎Αγκυρας Halil Inalçik, πού µεταξύ ἄλλων διετέλεσε πρόεδρος τοῦ ∆ιεθνοῦς Συνδέσµου Μελετῶν γιά τήν Νοτιοανατολική Εὐρώπη, συντάκτη ἔγκυρων ἐπιστηµονικῶν περιοδικῶν καί συγγραφέα βιβλίων πού µεταφράστηκαν στίς κυριώτερες εὐρωπαϊκές γλῶσσες (εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι θεωρῶ τούς Τούρκους ἱστορικούς πολύ σοβαρούς ἐπιστήµονες καί φοβοῦµαι σοβαρότερους ἀπό πολλούς δικούς µας). Νά τί γράφει ὁ Inalçik στό ἔργο του Ἡ Ὀθωµανική Αὐτοκρατορία - ἡ κλασσική ἐποχή: 1300-1600, ἑλλ. µετάφρ. ἐκδόσεις Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα 1995, σελ. 138-39: «...κατά τόν δέκατο πέµπτο καί δέκατο ἕκτο αἰῶνα οἱ περισσότεροι σκλάβοι προέρχονταν ἀπό ἀναγκαστική στρατολογία τῶν ὑπηκόων, ἀπό τό παιδοµάζωµα ἤ “ντεβσιρµέ”. Οἱ πηγές τῆς ἐποχῆς δείχνουν ὅτι τό σύστηµα αὐτό λειτουργοῦσε κιόλας ἀπό τό τέλος τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰῶνα». Συνεχίζει ὁ Inalçik: «Μιά ὀθωµανική πηγή τοῦ ὕστερου δεκάτου ἑβδόµου αἰῶνα ἑρµηνεύει τήν ἐξαίρεση τῶν Μουσουλµάνων Τούρκων ἀπό τό παιδοµάζωµα: “...῎Αν ὅµως τά Χριστιανόπουλα δεχτοῦν τό Ἰσλάµ, θά γίνουν φανατικοί ὀπαδοί τῆς πίστης καί ἐχθροί τῶν οἰκείων τους...” Σίγουρα ἦταν ἕνα µέτρο σκληρό», καταλήγει ὁ Τοῦρκος συγγραφέας, «καί, µολονότι ὁρισµένες οἰκογένειες φτωχῶν καί ὀρεινῶν περιοχῶν ἔδιναν τά παιδιά τους µέ τή θέλησή τους, οἱ πηγές ὑποδηλώνουν ὅτι ὁ κόσµος προσπαθοῦσε συνήθως νά ἀποφύγει τό παιδοµάζωµα. Τέτοιου εἴδους στρατολογία γινόταν κάθε τρία µέ ἑφτά χρόνια, ἀνάλογα µέ τίς ἀνάγκες».
Ἀφοῦ οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι ἱστορικοί εἶναι τόσο σαφεῖς σχετικά µέ τόν ἀφελληνιστικό καί ἀναγκαστικό χαρακτῆρα τοῦ παιδοµαζώµατος (χωρίς νά σκεφτοῦµε τίς ἀνθρωπιστικές τραγωδίες πού συνεπαγόταν ὁ βίαιος ἀποχωρισµός ἑνός παιδιοῦ ἀπό τούς γονεῖς του), ποῦ ἔµαθαν, σέ ποιά σχολή τέλος πάντων διδάχθηκαν οἱ «τουρκολόγοι» µας καί οἱ πολιτικῶς ὀρθοί ἱστορικοί µας τήν παρουσιαζόµενη οὐδέτερα ὡς ἀνώδυνη καί γραφειοκρατική –ἔλεος!– «διαδικασία στρατολόγησης Ἑλληνοπαίδων ἀπό τίς ὀθωµανικές ἀρχές;»
Ἐκτός ἀπό τό παιδοµάζωµα, πού τό βιβλίο Ἱστορίας ἀναφέρει ἀθῶα ὡς στρατολογία τῶν χριστιανοπαίδων ἀπό τούς ὀθωµανούς, µοῦ ἔκανε τεράστια ἐντύπωση ὅτι στό κεφάλαιο περί Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς δέν ὑπάρχει οὔτε νύξη γιά τίς σφαγές τῶν Ἑλλήνων, οὔτε λέξη γιά τό µαρτύριο καί τήν σφαγή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόµου στό οἰκεῖο κεφάλαιο (σ. 100), ἀλλά τά γνωστά περί τοῦ «συνωστισµοῦ», ἐνῷ στόν Ἑλληνοϊταλικό Πόλεµο δέν ἀναφέρεται πουθενά τό ΟΧΙ, πού ὑπῆρξε καί ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ συµβολική ἔκφραση τῆς συλλογικῆς ἀξιοπρέπειας καί τῆς ἀντίστασης ἑνός ὁλόκληρου ἔθνους.
Τήν πιό αἰχµηρή κριτική στό βιβλίο τῆς κυρίας Ρεπούση ἄσκησε, παραδόξως θά ἔλεγε κανείς, καί ἐκ τῶν ἔσω, ὁ ἰδεολογικός ταγός τῆς ἀνανεωτικῆς Ἀριστερᾶς µας, ὁ (ἀείµνηστος πλέον) Ἄγγελος Ἐλεφάντης, ὁ ἐπί δεκαετίες διευθυντής τοῦ περιοδικοῦ Πολίτης. «Ἄν ἀπαλείψουµε», ἔγραψε στόν καταπέλτη του ἐναντίον τοῦ βιβλίου τῆς κυρίας Ρεπούση ὁ Ἐλεφάντης στό τεῦχος 157 τοῦ Πολίτη, «τή συγκρουσιακότητα τῆς πραγµατικῆς ἱστορίας, ἄν ἐξωραΐσουµε τίς σχέσεις, καλύπτοντάς τες µέ τό αἰσχυντηλό πέπλο µίας πλαστῆς ἀδελφοσύνης καί ἀγαστῆς συµβίωσης πού µόνον πότε πότε τή χαλᾶνε κάποιοι Σαρακηνοί µαχαιροβγάλτες, κάποιοι παρανοϊκοί, ἔ, τότε δέν κάνουµε ἱστορία, ἀλλά Χάρυ Πότερ σέ νέες περιπέτειες. Ἤ ἁπλῶς λέµε ψέµµατα». Ὁ Ἐλεφάντης, πού ἦταν πολύ σοβαρότερος ἀπό τούς περισσότερους ὀπαδούς καί µαθητές του, γράφει στό ἴδιο κείµενο ὅτι «Λάθη, ἀποσιωπήσεις, παραλείψεις, µία γραφή δηλαδή ἐντελῶς οὐδέτερη, ἀσαφεῖς ἐρµηνεῖες καί ἀφελεῖς πηγές... δέν συγκροτοῦν βέβαια µία ἰδέα ἑνός µαχόµενου ἔθνους ἀπό τό 1453 µέχρι σήµερα, ἑνός λαοῦ µέ ἀντιστασιακή ἱστορία, δέν παρέχουν τήν ἰδέα µιᾶς βαθειᾶς Ἕνωσης ἑκατοµµυρίων ἀνθρώπων τοῦ παρελθόντος πού συνδέθηκαν, παρά τίς συγκρούσεις τους, ἄν θέλετε καί χάρη σ᾽ αὐτές, σέ ἕνα συνανήκειν, σέ µιά ἀλληλεγγύη, σέ ἕνα «ἐµεῖς», σέ ἕνα ὁµοιογενές ἔθνος».
Θά παρέπεµπα ὅλους τούς ὄψιµους «τουρκολόγους» µας, ἄν ἐνδιαφέρονται πραγµατικά νά µάθουν περί Ἑλληνισµοῦ ἐπί Τουρκοκρατίας, ὄχι στόν... ἐθνικιστή κορυφαῖο ῞Ελληνα ἱστορικό Παπαρρηγόπουλο ἤ στόν... παρωχηµένο Finlay, ἀλλά π.χ. στόν κορυφαῖο τουρκολόγο Peter Sugar, καί συγκεκριµένα στό κλασσικό του ἔργο Southeastern Europe under Ottoman Rule, 1354-1804, University of Washington Press, Seattle and London. Στίς τελευταῖες σελίδες του δηµοσιεύεται µία πραγµατική ἐλεγεία γιά τό ὑπόδουλο ἑλληνικό ἔθνος (αὐτός θεωρεῖ ὅτι ἤµασταν ἔθνος, καί µάλιστα ἑλληνικό).
Ἀναφέρθηκα ἤδη στίς πολιτικές σκοπιµότητες πού κρύβονται πίσω ἀπό τίς ἱστορικές διαστρεβλώσεις. Πολλοί ὑποστηρίζουν ὅτι, ἐάν ἡ Τουρκία ἔχει ὡς στόχο νά µεταβάλει τήν Ἑλλάδα σέ χώρα περιορισµένης κυριαρχίας καί νά τήν ἐντάξει ὡς ὑποτελές κράτος σέ µία σφαῖρα τουρκικῆς ἐπιρροῆς, θά ἐπιδιώξει νά καλλιεργήσει µία νέα ἱστορική ἀντίληψη γιά τήν Τουρκοκρατία, ἐµφανίζοντάς την ὡς λαµπρή περίοδο γιά τόν Ἑλληνισµό καί διαγράφοντας τό ἁπλό γεγονός ὅτι οἱ ῞Ελληνες ἦσαν δοῦλοι, ἀποσιωπώντας ἤ παραµορφώνοντας τό παιδοµάζωµα, τήν ἐθνική ἀντίσταση, τό ἴδιο τό Εἰκοσιένα κ.λπ. ∆έν µπορῶ νά δεχθῶ ὅµως ὅτι ὅλοι ὅσοι συµµετέχουν στήν γιγαντιαία ἐπιχείρηση παραχάραξης τῆς ἐθνικῆς µας µνήµης λειτουργοῦν ὡς ὄργανα τῶν τουρκικῶν γεωστρατηγικῶν ἐπιδιώξεων, ἀφοῦ πίσω ἀπό τίς ἐνέργειές τους κάλλιστα µποροῦν νά ὑπάρχουν ἄλλα, ψυχολογικά π.χ. κίνητρα, ἐπαγγελµατικές ἐπιδιώξεις ἤ ἄλλες αἰτίες. Ἀλλά ἀντικειµενικά ἡ προσπάθεια π.χ. νά ἐµφανισθεῖ ἡ Τουρκοκρατία ὡς περίοδος εὐτυχίας καί εὐηµερίας τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, διευκολύνει τήν προσπάθεια τῆς Τουρκίας νά ἀποκτήσει σφαῖρες ἐπιρροῆς στήν χώρα µας. Προσωπικά πιστεύω πάντως πώς, περισσότερο ἀπό τίς πολιτικές σκοπιµότητες, τόν καθοριστικώτερο ρόλο παίζουν σ’ αὐτήν τήν περίπτωση τά πανίσχυρα στερεότυπα, πού ὁδηγοῦν τούς φορεῖς τους σέ βαθύτατες διαστρεβλώσεις καί πλᾶνες, µέ σοβαρές ὅµως πολιτικές ἐπιπτώσεις.
Θά κλείσω αὐτές τίς παρατηρήσεις µέ τά λόγια τοῦ κορυφαίου ἱστορικοῦ Σπύρου Ἀσδραχᾶ, σέ συνέντευξη πού ἔδωσε στήν ἐφηµερίδα Καθηµερινή (24 Νοεµβρίου 2002): «∆έν θά περίµενε κανείς», λέει ὁ Ἀσδραχᾶς, «ὅτι στίς µέρες µας θά ὑπῆρχαν ἄνθρωποι πού θά ἤθελαν νά µήν εἶχε γίνει ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821». Καί λίγο παρακάτω, ὅταν οἱ δηµοσιογράφοι ἀναφέρονται «σ’ ἕνα πλαίσιο οἰκουµενικότητας, τῆς ὀθωµανικῆς, πού ἔχει ὁριστικά παρέλθει», ὁ Ἀσδραχᾶς ἀπαντᾶ: «...Μιλοῦν τώρα γιά πολυπολιτισµικές καταστάσεις σέ ἕνα χῶρο, ὁ ὁποῖος διαµορφώθηκε µέ πολέµους, µέ ἀναγκαστικό σύνδροµο τόν πόλεµο, µέ ἐθνοκάθαρση. Τό ὀθωµανικό ἰδεῶδες, αὐτό τό ξεχνᾶνε, εἶναι τό ὀθωµανικό κράτος. ῞Οσο πλούσιος καί νά γίνεις, ὅσο σοφός καί νά γίνεις, ἄν δέν ταυτιστεῖς µέ τήν ἡγεµονική παιδεία, δηλαδή ἄν δέν ἐξισλαµισθεῖς, δέν ἔχεις στόν ἥλιο µοῖρα. Κι ὅταν µπορεῖς νά γίνεις, αὐτό γίνεται ὑπό ὅρους ἀνασυγκρότησης τῆς ὀθωµανικῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλά ἐσύ εἶσαι ἐκτός αὐτοῦ τοῦ ἔθνους. ∆έν ὑπάρχουν καλοί Νεότουρκοι. Εἶναι καταδικασµένοι νά γίνουν οἱ φορεῖς πού πραγµατοποιοῦν τελικῶς τήν ἐθνοκάθαρση. Σκοτώνουν τούς Ἀρµένιους, τούς ῞Ελληνες». Ὁ νοῶν νοείτω...
* * *
Κατασκευή µειονοτήτων
Ἡ λυσσαλέα προσπάθεια κάποιων «προοδευτικῶν» διανοουµένων, πανεπιστηµιακῶν καί πολιτευτῶν µας νά ἀποδείξουν στόν ἑαυτό τους καί στήν διεθνῆ κοινή γνώµη (πού ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς) ὅτι ἔχουν «ξεπεράσει» τά «ἐθνικιστικά στερεότυπα» τῶν ὑπολοίπων συµπατριωτῶν τους, ὁδηγεῖ ἐνίοτε καί σέ φαιδρές καταστάσεις. Π.χ., ἡ προσπάθεια νά ἐφευρεθοῦν ἀνύπαρκτες µειονότητες στήν χώρα µας. ∆ιότι πῶς ἀλλοιῶς θά µποροῦν νά ὑπερασπίζονται κατ᾽ ἐπάγγελµα τά δικαιώµατα τῶν «καταπιεζοµένων µειονοτήτων» οἱ «προοδευτικοί» µας, ἄν δέν ὑπάρχουν τέτοιες µειονότητες;
Ἀγνοῶ µέ ποιῶν πρωτοβουλία, ἐπί κυβερνήσεως Σηµίτη ἱδρύθηκε στό ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος Κέντρο Ἐρευνῶν Μειονοτικῶν Ὁµάδων (ΚΕΜΟ), τό 1996. Προκαλῶ ὁποιονδήποτε νά µοῦ πεῖ σέ ποιάν εὐρωπαϊκή χώρα ἤ καί παγκοσµίως (γιά τίς εὐρωπαϊκές χῶρες τό ἤλεγξα, γιά τόν ὑπόλοιπο κόσµο περιµένω νά πληροφορηθῶ µέ ἀνυποµονησία) ὑπάρχει µηχανισµός γιά τόν... ἐντοπισµό µειονοτήτων. Ἀκόµη καί σέ χῶρες ὅπου ὑπάρχουν πραγµατικές µειονότητες, ὅπως π.χ. στήν Ἱσπανία ἤ στήν Ρουµανία, ὑπάρχουν νόµοι καί σχετικές διατάξεις, ἀλλά ὄχι κέντρο ἔρευνας, δηλαδή µηχανισµός ἐντοπισµοῦ, ἀνάδειξης ἤ καί –γιά νά λέµε τά πράγµατα µέ τό ὄνοµά τους– κατασκευῆς µειονοτικῶν ὁµάδων. Ἡ κατασκευή κάποιας µειονότητας, ὅπως καταλαβαίνει κανείς, εἶναι εὔκολη: σέ κάθε περιφέρεια, ἐπαρχία, νησί ἤ χωριό κάθε κράτους ὑπάρχουν τοπικές παραδόσεις, ἰδιόλεκτοι, ἤθη-ἔθιµα κ.λπ. ∆ηλαδή ὑλικά γιά νά ὀργανώσει ἕνας «δηµιουργικός» ἐθνολόγος µία µειονοτική ταυτότητα. Κάθε ἔθνος ἀποτελεῖται ἀπό πολλά ἀνοµοιογενῆ στοιχεῖα, τά ὁποῖα συντίθενται ἤ συνυπάρχουν κάτω ἀπό µία εὐρύτερη ἐθνική ταυτότητα. Ἀλλά κυριαρχοῦν τά στοιχεῖα πού ἑνώνουν καί συνθέτουν τόν λαό ἑνός κράτους σέ µία κοινή προσωπικότητα. Ἡ ἔννοια τοῦ ῎Εθνους εἶναι ἡ συλλογική ταυτότητα, τά κοινά στοιχεῖα, πού εἶναι εὐρύτερα καί σηµαντικώτερα ἀπό τίς τοπικές ἤ κοινωνικές ἤ ἀτοµικές ἰδιαιτερότητες.
Ἡ ὑποτιθέµενη «ἔρευνα», δηλαδή ἡ κατασκευή µειονοτήτων ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχουν κι ἐκεῖ πού δέν τό ζήτησε κανείς ἐνδιαφερόµενος, ἐξυπηρετεῖ ἀντικειµενικά τήν διάσπαση τῆς συνοχῆς, τήν διάλυση τῆς συλλογικῆς µας ταυτότητας καί τήν προετοιµασία ἐπισηµότερων διασπαστικῶν φαινοµένων.
Τό ΚΕΜΟ, γιά νά ἐπανέλθουµε στό θέµα µας, ὀργάνωσε στήν Λάρισσα τό 1998 «συνέδριο µελέτης τῆς βλαχικῆς γλώσσας». Νά τί ἔγραψε ὁ Θετταλός κορυφαῖος δηµοσιογράφος (καί πραγµατικός προοδευτικός, ὄχι τοῦ καναπέ) Ἀντώνης Καρκαγιάννης, σέ ἄρθρο του στήν Καθηµερινή, µέ τίτλο «Ἀγαπητοί σύντροφοι τοῦ ΚΕΜΟ» [21-6-1998]. Ἀφοῦ πληροφορεῖ τούς «συντρόφους» ὅτι «Οἱ Βλάχοι δέν εἶναι µειονότητα οὔτε µειονοτική ὁµάδα» (κάτι πού εἶναι πασίγνωστο καί δέν χρειάζεται περαιτέρω ἀνάλυση, τό ἔχουν ἐξαντλήσει κορυφαῖοι βαλκανιολόγοι µέ διεθνεῖς περγαµηνές, ὅπως ὁ διδάξας στήν Σορβόννη Ἀχιλλεύς Λαζάρου, ἀλλά καί οἱ ἴδιοι οἱ Βλάχοι, πού ἀποτελοῦν βασικό συστατικό τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, µέ τεράστια προσφορά, εὐεργεσίες καί θυσίες σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἐθνικούς ἀγῶνες), ὁ κ. Καρκαγιάννης συνεχίζει: «Ἐρήµην, λοιπόν, τῶν Βλάχων, τό ΚΕΜΟ ὀργάνωσε στή Λάρισσα ἕνα παράδοξο συνέδριο µελέτης τῆς βλαχικῆς γλώσσας. Τό συνέδριο ἦταν σχεδόν µυστικό καί ὁπωσδήποτε συνωµοτικό. ∆έν προαναγγέλθηκε, δέν ἐστάλησαν προσκλήσεις καί δέν ἔγινε σέ µεγάλη αἴθουσα ἀλλά σέ ξενοδοχεῖο καί οὐδείς ἐπίσηµος προσεκλήθη. Κάλεσαν ὅµως µερικούς ξένους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ρωτήθηκαν, δήλωσαν ὅτι ἔτυχε νά βρεθοῦν, τυχαῖα ἔµαθαν γιά τό συνέδριο καί ἦρθαν στή Λάρισσα νά τό παρακολουθήσουν».
∆έν θά διερευνήσω ἐδῶ τί ἀκριβῶς κρύβεται πίσω ἀπό τήν κίνηση αὐτή, παραπέµπω στό ἀποκαλυπτικό κείµενο τοῦ ἔγκριτου δηµοσιογράφου ∆ιαµαντῆ Σεϊτανίδη στήν ἐφηµερίδα Βραδυνή [19-7-1998], σύµφωνα µέ τό ὁποῖο «στό περιβόητο συνέδριο πῆραν µέρος καί ἄτοµα πού στό παρελθόν ἐργάσθηκαν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδας». ∆ιερωτῶµαι, µόνον, πῶς εἶναι δυνατόν τέτοιου εἴδους ἐνέργειες νά προέρχονται ἀπό ὀργανισµό πού χρηµατοδοτεῖται ἀπό χρήµατα τῶν Ἑλλήνων φορολογουµένων.
Φυσικά, ὅλοι οἱ φωνασκοῦντες ὑπέρ πραγµατικῶν ἤ φανταστικῶν µειονοτήτων, δέν βρῆκαν οὔτε µία λέξη νά ποῦν γιά τά δικαιώµατα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς µειονότητας τῆς Βορείου Ἠπείρου (ἀρχαίας, γιατί ἄν µιλήσετε µέ κατοίκους τῆς Φοινικούντας, π.χ., θά ἀκούσετε τήν ἀρχαία ἑλληνική νά ὁµιλεῖται ζωντανά καί αὐθόρµητα ἀπό ἁπλούς χωρικούς). Ὁ µεγάλος συµπαγής καί ἱστορικός ἑλληνικός πληθυσµός τῆς Βορείου Ἠπείρου, γιά λόγους γεωπολιτικής σκοπιµότητας ἄλλων δυνάµεων, παρέµεινε ἐκτός τῶν συνόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καί τελικῶς ἐγκλωβίστηκε σάν ὁµάδα β΄ κατηγορίας στήν κοµµουνιστική Ἀλβανία τοῦ Χότζα. Ὁποιαδήποτε συζήτηση γιά τά πολιτικά δικαιώµατα τῆς Βορειοηπειρωτῶν λοιδωρήθηκε, τίς τελευταῖες δεκαετίες, ὡς ἰµπεριαλισµός κατά τῆς λαϊκῆς δηµοκρατίας τῆς Ἀλβανίας», ἐθνικιστικός ἐπεκτατισµός κ.λπ. Οἱ ὀργανώσεις πού προήγαγαν τό ζήτηµα τῆς Βορείου Ἠπείρου τοποθετήθηκαν από τήν «προοδευτική» µας διανόηση στό ἀκροδεξιό περιθώριο. Ἡ αὐτολογοκρισία πού διαµορφώθηκε στήν Ἑλληνική κοινή γνώµη, στήν πολιτική ζωή καί στά ΜΜΕ, ἐξουδετέρωσαν κάθε περίπτωση νά τεθεῖ θέµα αὐτοδιάθεσης ἤ ἔστω ἁπλῆς ἐφαρµογῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωµάτων στούς Βορειοηπειρῶτες, ὅταν κατέρρευσε τό δικτατορικό καθεστώς Χότζα. Τά ἀνθρώπινα δικαιώµατα ὑπάρχουν γιά τούς ἀλλογενεῖς ἐντός τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας, ἀλλά ὄχι γιά τους Ἕλληνες ἐκτός αὐτῆς, σύµφωνα µέ τήν «προοδευτική» µας διανόηση.
* * *
...καί ἀντισηµιτισµοῦ
Μία ἄλλη, ἐξ ἴσου φαιδρή, ὑπόθεση µ’ αὐτήν τῆς κατασκευῆς µειονοτήτων, εἶναι ἡ προσπάθεια νά ἐφευρεθεῖ ἀντισηµιτικό ρεῦµα στήν ἑλληνική κοινωνία.
Πρό ὀλίγων ἐτῶν, µοῦ τηλεφώνησε κάποιος γνωστός δηµοσιογράφος. «Ἐπειδή ἔχετε γράψει ἕνα βιβλίο γιά τήν ∆ικτατορία τῶν Συνταγµαταρχῶν», µοῦ εἶπε [γιά τόν ἀναγνώστη: Ἡ δικτατορία τῶν Συνταγµαταρχῶν: Κοινωνία, ἰδεολογία, οἰκονοµία, ἐκδόσεις Παπαζήση, Ἀθήνα, α΄ ἔκδοση 1996, β΄ ἔκδοση 2001, γ΄ ἔκδοση 2008], «θά ἤθελα νά µοῦ πεῖτε γιά τόν ἀντισηµιτισµό στήν Ἑλλάδα ἐπί χούντας».
«Θά σᾶς ἀπογοητεύσω», τοῦ ἀπάντησα. «∆έν ὑπῆρξε στήν Ἑλλάδα ἀντισηµιτισµός οὔτε ἐπί ∆ικτατορίας οὔτε ποτέ ἄλλοτε, οὔτε πολιτικός λόγος ἀντισηµιτικός. Μάλιστα, οὔτε τό δικτατορικό καθεστώς τοῦ Μεταξᾶ οὔτε κἄν οἱ κυβερνήσεις τῶν δοσιλόγων ἐπί Κατοχῆς, πού ἐλέγχονταν ἀπό τόν ῎Αξονα, δέν ἐπέδειξαν τόν παραµικρό ἀντισηµιτισµό. Ἐπί Κατοχῆς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ∆αµασκηνός καί ὁ διευθυντής τῆς Ἀστυνοµίας ῎Αγγελος ῎Εβερτ ἔσωσαν πάµπολλους Ἑβραίους τῆς Ἑλλάδας, ἐφοδιάζοντάς τους µέ πιστοποιητικά βαπτίσεως, πλαστές ταυτότητες κ.λπ., ὥστε νά σωθοῦν ἀπό τούς Γερµανούς κατακτητές. Στήν δέ Θεσσαλονίκη εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσιν ποιοί παρέδωσαν τούς ἐκεῖ Ἑβραίους στούς Ναζί, καί πάντως δέν ἦταν ὁ ἑλληνικός λαός».
«Σήµερα, ὅµως, ὑπάρχει ἀντισηµιτισµός», ἐπέµεινε ὁ δηµοσιογράφος, πού ἔβλεπε νά καταρρέει τό ζουµερό ρεπορτάζ πού ἑτοίµαζε. «Π.χ. στήν πολιτική φιλοσοφία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου» (ἐπρόκειτο γιά τόν µακαριστό Χριστόδουλο).
«Τί λέτε», τοῦ ἀντέτεινα. «Μόλις πρό ἡµερῶν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπισκέφθηκε τήν ἑβραϊκή κοινότητα καί εἶπε ἐπί λέξει: Νά εἶστε ὑπερήφανοι πού γεννηθήκατε Ἑβραῖοι. Προφανῶς», συνέχισα, «προσπαθεῖτε νά κατασκευάσετε µέ τήν φαντασία σας ἀντισηµιτικό ρεῦµα στήν ἑλληνική κοινωνία, ἐνῷ δέν ὑπάρχει τέτοιο πρᾶγµα».
Προφανῶς. ∆ιότι, ἄν δέν ὑπάρχει ἀντισηµιτισµός στήν χώρα µας, πῶς θά βροῦν λόγο ὑπάρξεως καί πεδίον δόξης λαµπρόν οἱ διάφοροι «προοδευτικοί» µας, γιά νά καταγάγουν ἡρωϊκούς ἀγῶνες; Πῶς θά προσοµοιάσουν στόν γερµανό φιλόσοφο Habermas, πῶς θά µιµηθοῦν τήν Hannah Arendt [συγγραφέα τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἔργου Τό ὁλοκληρωτικό σύστηµα, τοῦ Σχετικά µέ τόν ἀντισηµιτισµό καί ἄλλων σπουδαίων κειµένων, πού ἀναλύουν ὅµως ὑπαρκτά ἀντισηµιτικά κινήµατα] ἄν δέν ὑπάρχει ἐδῶ τό φάντασµα τοῦ ἐθνικοσοσιαλισµοῦ, τοῦ φασισµοῦ καί τοῦ ἀντισηµιτισµοῦ, τί σηµαία θά κρατήσουν γιά νά ἐφορµήσουν ἡρωϊκά σέ πανεπιστηµιακά ἀξιώµατα, σέ κεντρικές ἐπιτροπές ἀνανεωτικῶν καί ἐκσυγχρονιστικῶν κοµµάτων, σέ πλουσιοπάροχα κοινοτικά προγράµµατα;
Γιά τήν ὕπαρξη ἤ µή «ἀντισηµιτισµοῦ» στήν ἑλληνική κοινωνία, παραπέµπω λοιπόν στήν περιοδική ἔκδοση τῶν Χρονικῶν, ἐκδόσεως τοῦ Κεντρικοῦ Ἰσραηλητικοῦ Συµβουλίου Ἑλλάδος. Π.χ. στό τεῦχος 99 [Ὀκτώ-βριος 2005] ὑπάρχει ἀφιέρωµα στήν συµµετοχή ἰσραηλιτῶν Ἑλλήνων πολιτῶν στήν ἑλληνική πολιτική ζωή και στό ἑλληνικό Κοινοβούλιο, ὅπου µπορεῖ κανείς νά διαπιστώσει τήν ἀπρόσκοπτη συµµετοχή τους ἤδη ἀπό τό 1915 καί συµπληρώνω µέ τήν ἐπισήµανση ὅτι ἡ συµµετοχή ἑβραϊκῆς καταγωγῆς Ἑλλήνων πολιτῶν στήν ἑλληνική πολιτική ζωή θεωρεῖται αὐτονόητη, χωρίς ποτέ νά ἐγερθεῖ θέµα ἀκόµη καί ἀπό ὑπερσυντηρητικά ἔντυπα ἤ ἀκόµη κι ἀπό ἀκροδεξιά κόµµατα. Στό τεῦχος 211 τοῦ ἴδιου περιοδικοῦ καταγράφεται ἡ συµµετοχή Ἑβραίων τῆς Ἑλλάδας στούς πολέµους πού διεξήγαγε ἡ χώρα µας, µέ κορυφαῖο ἀσφαλῶς παράδειγµα τόν Συνταγµατάρχη Μαρδοχαῖο Φριζῆ, πού ἔπεσε ἔφιππος ἡρωϊκά στήν Πρεµετή στίς 5 ∆εκεµβρίου 1940.
Σέ ἄλλα τεῦχη τῶν Χρονικῶν µπορεῖ κανείς νά διαβάσει λεπτοµέρειες γιά τήν σωτήρια παρέµβαση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ∆αµασκηνοῦ καί τίς ἐπίσηµες εὐχαριστίες τῶν ἐκπροσώπων τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητας, τήν αὐτοθυσία τοῦ συνταγµατάρχου Μαρδοχαίου Φριζῆ τό 1940 καί πολλά ἀκόµη.
Πρόσφατα, διάβασα µέ µεγάλη προσοχή ἕνα ρεπορτάζ τῆς Γιώτας Μυρτσιώτη στήν ἐφηµερίδα Ἡ Καθηµερινή [18 Νοεµβρίου 2007, σ. 42], µέ τίτλο «Ἡ ἑβραϊκή συνοικία τῆς Βέροιας ξαναζεῖ», στό ὁποῖο ὁ ἡλικιωµένος Ἰωσήφ Στρούµσα διηγεῖται τά παιδικά χρόνια στήν µακεδονική πόλη: «Ἡ καθηµερινή µας ζωή κυλοῦσε εἰρηνικά καί ἥσυχα, οἱ σχέσεις µας µέ τούς χριστιανούς συµπολίτες µας γίνονταν ὅλο καί πιό στενές, οἱ νέοι µιλοῦσαν ἑλληνικά, ἄρχιζε σταδιακά ἡ ἑλληνοποίηση καί ἀποκτούσαµε σιγά-σιγά ἑλληνική ἐθνική συνείδηση. (σ.σ.: ἡ ἐπισήµανση δική µου). ∆υστυχῶς, ἦρθε ὁ διωγµός... ἀφανιστήκαµε καί διαλυθήκαµε».
῞Οσο γιά κάποια µεµονωµένα γεγονότα, ὅπως τά «Κερκυραϊκά» στό τέλος τοῦ προπερασµένου αἰῶνα, πού ἐπικαλοῦνται οἱ γνωστοί «προοδευτικοί» κεκράκτες, ἤ κάποια περιθωριακά, ἀκραῖα γκρουπούσκουλα τοῦ Μεσοπολέµου χωρίς λαϊκό ἔρεισµα, ἀσφαλῶς δέν ἀρκοῦν γιά νά στοιχειοθετήσουν τήν ὕπαρξη «ἀντισηµιτισµοῦ» στήν ἑλληνική κοινωνία. Ἐντάσεις καί βία ὑπάρχουν στήν Ἱστορία ὄχι µόνον µεταξύ θρησκευτικῶν κοινοτήτων ἀλλά καί στό ἐσωτερικό τῶν ἐθνῶν, π.χ. οἱ ἀλλεπάλληλοι ἐµφύλιοι πόλεµοι στήν Ἑλλάδα. Τό δέ σταθερό «ἐπιχείρηµα» τῆς σφαγῆς τῶν Ἑβραίων τῆς Τριπολιτσᾶς τό 1821, τό ὁποῖο ὁρισµένοι προσπαθοῦν νά ἀποδώσουν σέ... ἀντισηµιτισµό (µεταφέροντας στήν τουρκοκρατούµενη Ἑλλάδα φαινόµενα πού δηµιουργήθηκαν στήν µεσοπολεµική Γερµανία καί ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι τά στερεότυπα δέν σέβονται οὔτε τήν ἔννοια τοῦ χώρου οὔτε αὐτήν τοῦ χρόνου), ἔχει µιά πολύ πιό πεζή ἑρµηνεία: οἱ Ἑβραῖοι τῆς Τριπολιτσᾶς ἐπιδίδονταν σέ τοκογλυφία (ἐπειδή στούς Ἑβραίους ἀπαγορευόταν ἡ κατοχή γῆς, αὐτοί ἀσκοῦσαν ἐµποροµεσιτικές και τραπεζικές δραστηριότητες). ῎Ετσι, ἡ ἐξόντωσή τους ἐξαφάνισε αὐτοµάτως ὅλα τά χρέη. Ἦταν µία ἀθλιότητα, ἀλλά δέν ἦταν ἀντισηµιτισµός. ῞Οποιος ἐρευνᾶ χωρίς παρωπίδες, ἐντοπίζει στίς πηγές καί στήν ἔγκυρη βιβλιογραφία τίς πραγµατικές αἰτίες τῶν γεγονότων, πού στήν προκειµένη περίπτωση ἦταν στενά οἰκονοµικές καί ὄχι... ἰδεολογικές.

Πολυπολιτισµικές καί ἄλλες παρεξηγήσεις
Ἡ ἀνυπαρξία ἀντισηµιτισµοῦ καί γενικώτερα ρατσιστικῶν προκατάλήψεων στήν ἑλληνική κοινωνία ὀφείλεται βεβαίως στό γεγονός ὅτι, στήν µακραίωνη ἱστορία τους, οἱ ῞Ελληνες συνυπῆρξαν (καί στήν Ἑλληνιστική και στήν Ρωµαϊκή καί στήν Βυζαντινή καί στήν Ὀθωµανική περίοδο) µέ διάφορες ἐθνότητες, θρησκεῖες κ.λπ., καί µάλιστα στίς περισσότερες περιπτώσεις ἁρµονικά. Ὁ Ἑλληνισµός ἦταν ἀνοιχτός σέ ἀµοιβαῖες ἐπιρροές καί ἐπιµειξίες, κάτι πού ὁδήγησε στόν προσδιορισµό τοῦ ὅρου «῞Ελλην» µέ πολιτιστικούς ὅρους καί ὄχι ἀποκλειστικά αἱµατολογικούς-φυλετικούς. «Ἡ πόλις ἡµῶν», λέει ὁ Ἰσοκράτης, «τό τῶν Ἑλλήνων ὄνοµα πεποίηκε µηκέτι τοῦ γένους ἀλλά τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι» [Ἰσοκράτους Πανηγυρικός, 51]. ∆ηλαδή ἡ Ἀθήνα κατέστησε τήν ὑπόθεση τῆς ἑλληνικότητας πνευµατική καί ὄχι κληρονοµική ὑπόθεση. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος χωρίς καµµία δυσκολία παντρεύτηκε Περσίδα πριγκήπισσα, πάντρεψε δέ τούς ἀξιωµατικούς του ἐπίσης µέ Περσίδες, γιατί δέν ἐπιζητοῦσε τήν κυριαρχία ἑνός λαοῦ πάνω στόν ἄλλον ἀλλά τήν µεταξύ τους σύνθεση. «Στήν ὅλη διαχείριση τῆς ἐπέκτασης τοῦ Μακεδονικοῦ Βασιλείου», γράφει ὁ Nickolas Hammond στήν κλασσική του Ἱστορία τοῦ Μακεδονικοῦ Κράτους (ἡ ἑλληνική της ἔκδοση ἀπό τίς ἐκδόσεις Παπαζήση), «ἡ ὁποία καί διαδραµατίστηκε µέ µία ταχύτητα πού ὅµοιά της δέν ὑπάρχει στήν εὐρωπαϊκή ἱστορία, ὁ Βασιλέας καί ἡ συνέλευση ἐπέδειξαν µιάν ἀξιοσηµείωτη ἀπουσία θρησκευτικῶν καί φυλετικῶν προκαταλήψεων».
Ὁ ἑλληνικός πολιτισµός εἶναι ἕνας πανάρχαιος πολιτισµός, ἀνοικτός σέ ἐξωτερικές ἐπιδράσεις. Ἀφοµοιώνει µέ ἐκπληκτική εὐκολία, ἐνσωµατώνει κριτικά καί ἀνασυνθέτει δηµιουργικά πολλά στοιχεῖα ἀπό ἄλλους πολιτισµούς. Ἀλλά ἔχει σταθερό πυρῆνα, σταθερές ἀξίες, ὅπως τήν ἐκπληκτική πλούσια καί δυναµική ἑλληνική γλῶσσα, τόν ἀνθρωποκεντρισµό, τήν προσήλωση στήν ἐλευθερία τοῦ πνεύµατος, τήν πνευµατική δηµιουργία, τήν κριτική σκέψη καί, ὅπως θά ἔλεγε ὁ Καστοριάδης, τήν ἐκπληκτική ἱκανότητα τῆς «αὐτοθέσµισης».
Τό Βυζάντιο, ἡ ἑπόµενη µεγάλη Αὐτοκρατορία τοῦ Ἑλληνισµοῦ, ὑπῆρξε µία παγκόσµια ὑπερδύναµη χωρίς κανένα ἐθνοφυλετικό σύνδροµο. Τό πολιτιστικό του πλαίσιο ἦταν ὁ ἑλληνικός πολιτισµός καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα. Στό πλαίσιο αὐτό µετεῖχαν καί ἀναδείχθηκαν (χωρίς πολιτικῶς ὀρθές καί τελικῶς ρατσιστικώτατες «πολυ-πολιτισµικές» προσεγγίσεις) Ἀρµένιοι, ὅπως ἡ δυναστεία τῶν Μακεδόνων, Ἰλλυριοί ὅπως ὁ Ἰουστινιανός, Γεωργιανοί ὅπως οἱ ῎Ισαυροι, Σύροι κ.λπ.
Ἡ ἔννοια τῆς Πατρίδας δέν προσδιορίζεται µέ ἀνθρωπολογικά, βιολογικά κριτήρια, τά ὁποῖα χρησιµοποιοῦν ὅσοι θέλουν νά µᾶς πείσουν ὅτι «δέν ὑπάρχει ἱστορική συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους» κι ὅτι τό σύγχρονο ἑλληνικό ἔθνος εἶναι µία τεχνητή κατασκευή µέ συστατικά διάφορες φυλετικές «ἐθνότητες» πού ζοῦσαν στόν ἑλληνικό χῶρο. Τό ἔθνος εἶναι κατ᾽ ἀρχήν πολιτιστική ἔννοια. Στίς ἑλληνικές χῶρες δέν ἔπαψε ποτέ (τονίζω: ποτέ) νά ὁµιλεῖται ἡ ἑλληνική γλῶσσα. ∆έν ὑπάρχει διακοπή τῆς χρήσης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στήν Ἑλλάδα καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἑλληνικές περιοχές ἐκτός ὁρίων τῆς σηµερινῆς Ἑλλάδας (ὅπως ὁ Πόντος, ἡ Κύπρος, ἡ Μικρασία κ.λπ.) σέ καµµία περίοδο τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας.
Μέ ὅλα αὐτά θέλω νά πῶ ὅτι στήν κοινή ἑλληνική πατρίδα µετέχουµε ὅλοι ὅσοι εἴµαστε φορεῖς τοῦ πανάρχαιου ἑλληνικοῦ πολιτισµοῦ, κι ὄχι ὅσοι µποροῦµε νά ἀποδείξουµε µέ ἐξετάσεις DNA ὅτι καταγόµαστε σέ εὐθεία γραµµή ἀπό τόν Περικλῆ. Στήν κοινή ἑλληνική πατρίδα ἀνήκουµε ὅλοι ὅσοι αἰσθανόµαστε συναισθηµατικά ὡς σηµεῖο ἀναφορᾶς τήν ἑλληνική χώρα, ὅλοι ὅσοι αἰσθανόµαστε ὅτι ἔχουµε αὐτήν ὡς γεωγραφική, ἱστορική καί πολιτισµική ἀφετηρία. Ὅλοι ὅσοι ἐκφραζόµαστε µέ τήν ἑλληνική γλώσσα. Ὅλοι ὅσοι αἰσθανόµαστε µέλη µίας ἱστορικῆς κοινότητας, πού ἀνάγεται στον Ὅµηρο καί συνεχίζει την πορεία της ἀνά τούς αἰῶνες και µέχρι σήµερα. ∆έν εἴµαστε ἄνθρωποι χωρίς ἰδιότητες: ἀκόµη καί τήν στιγµή πού κάποιος ἀπό µᾶς ταξιδεύει µέ δορυφόρο τῆς NASA στό Φεγγάρι, κοιτάζοντας τήν Γῆ ἀντανακλαστικά ψάχνει τήν µικρή ἀλλά πανάρχαια καί ἔνδοξη ἑλληνική κόγχη.
Οἱ ῞Ελληνες εἴµαστε ἐκ φύσεως οἰκουµενικοί (ὄχι διεθνιστές): κινούµεθα µέ ἐκπληκτική εὐκολία σέ ὅλα τά µήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς, ἐπικοινωνοῦµε καί συνενοούµεθα µέ τούς πάντες, µέ τούς ῎Αραβες σεΐχηδες, µέ τούς Κινέζους ἐµπόρους µετάξης, ἐκχριστιανίζουµε καί ἐκπολιτίζουµε τούς Σλαύους, Ρώσσους καί Μοραβούς, διαπρέπουµε καί κυριαρχοῦµε στίς ΗΠΑ, στόν Καναδᾶ καί στήν Νέα Ζηλανδία, ἀναδεικνυόµεθα στήν ἐπιστηµονική κοινότητα τῆς Γαλλίας προβάλλοντας τά συγκριτικά πλεονεκτήµατα τῆς ἀρχαίας πόλεως ἔναντι τῶν ἀστικῶν πολιτικῶν συστηµάτων τῆς ∆ύσεως, κάνουµε ἐµπόριο στήν Νότιο Ἀφρική, ἐξελληνίζουµε καί ὀργανώνουµε ἐµπορικά τήν Αἴγυπτο, καί δηµιουργοῦµε ὅπου γῆς λαµπρές ἑλληνικές κοινότητες, µέ βάση τήν γλῶσσα µας, τά ἔθιµά µας, τίς ἐκκλησίες µας καί τήν ἱστορία µας. Κινούµεθα διεθνῶς µέ τόση µεγάλη εὐχέρεια καί ἐπιτυχία ἀκριβῶς διότι ἔχουµε σηµεῖο ἀφετηρίας, ταυτότητα, παράδοση καί πολιτιστική συγκρότηση σπουδαία καί πανάρχαια, πού µᾶς ἐπιτρέπουν νά βλέπουµε τό βάθος τῶν πραγµάτων.
῞Οποιος δέν εἶναι σέ θέση νά συλλάβει τήν ἑνοποιητική, συνθετική ἰσχύ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισµοῦ καί τῆς ἀνεπανάληπτης, µοναδικῆς παγκοσµίως ἑλληνικῆς γλώσσας, ἀσφαλῶς καί δέν µπορεῖ νά κατανοήσει τήν µακρόχρονη ἐπιβίωση καί ἀέναη ἀναπαραγωγή τῆς ἑλληνικῆς συνείδησης. ∆έν µπορεῖ νά ἑρµηνεύσει πῶς, παρά τίς συνεχεῖς ἐπιµειξίες του (φυσιολογικές καί ἀναπόφευκτες σέ ὅλους τούς λαούς), ὁ Ἑλληνισµός ἀνανεώνεται καί ἐπανέρχεται διαρκῶς στό ἱστορικό προσκήνιο, παράγοντας σπουδαία διεθνῶς ἑλληνική ποίηση τρεῖς χιλιάδες χρόνια µετά τόν ῞Οµηρο.
῞Οσοι µιλοῦν γιά «πολυπολιτισµική κοινωνία», ἐννοοῦν, εἴτε τό κατανοοῦν εἴτε ὄχι, τήν διάσπαση τοῦ Ἑλληνισµοῦ σέ διάφορα αὐτιστικά µέρη, πού θά ἔχει ὡς ἀποτέλεσµα οἱ ῞Ελληνες καθολικοί, οἱ ῞Ελληνες Ἑβραῖοι, οἱ ῞Ελληνες Σαρακατσάνοι, οἱ ῞Ελληνες Καραγκούνηδες, οἱ ῞Ελληνες Ποµάκοι κ.λπ. νά περιχαρακωθοῦν σέ µικρές, τοπικιστικές, ἀδύναµες ἄρα εὔκολα ἐλεγχόµενες καί ὑποκείµενες σέ ἐξωτερικές ἰµπεριαλιστικές ἐπιρροές, ταυτότητες. Ἐννοοῦν –καί πιθανῶς ἐπιδιώκουν– τήν ἀποδόµηση τοῦ κοινοῦ παρονοµαστῆ, τοῦ συνθετικοῦ µηχανισµοῦ, τοῦ κοινοῦ µας προσώπου, πού εἶναι ὁ ἑλληνικός πολιτισµός.
Αὐτή ἡ ἀκατάσχετη φλυαρία περί «πολυπολιτισµικῆς κοινωνίας» πιθανῶς θά εἶχε νόηµα σέ ἕνα κράτος µέ σηµαντικές πολιτιστικά ἑτερόδοξες µειονότητες: π.χ. στόν Καναδᾶ ἡ ὕπαρξη Ἰνδιάνων, Ἐσκιµώων καί Κινέζων, µαζί µέ χριστιανικές ὁµάδες ἀγγλοσαξώνων, γαλλοφώνων, Ἑλλήνων κ.λπ. δηµιουργεῖ ἕνα τοπίο πού χρειάζεται διαφορετική ἀντιµετώπιση. Αὐτή ἡ διαφορετική ἀντιµετώπιση ὑπάρχει πράγµατι, µέ σκοπό ὅµως τήν ὁµαλή συνύπαρξη καί ὄχι τήν πολυδιάσπαση.
Τί σχέση ἔχουν, ὅµως, ὅλα αὐτά µέ τήν ἑλληνική πραγµατικότητα; τί νόηµα ἔχει µιά τέτοια συζήτηση ὅταν καί οἱ λίγες χιλιάδες καθολικοί καί ἑβραῖοι εἶναι σέ τέτοιον βαθµό ἐνσωµατωµένοι στήν ἑλληνική ἐθνική ταυτότητα, ὥστε ἡ θρησκευτική τους διαφοροποίηση νά συνιστᾶ µία δυσδιάκριτη λεπτοµέρεια, τήν ὁποία κανείς δέν µπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ ἀπό τά ἐξωτερικά τους χαρακτηριστικά; ἡ µόνη πραγµατική µειονότητα εἶναι ἡ µουσουλµανική (Ποµάκοι, Τουρκογενεῖς, Ἀθίγγανοι), πού χαίρει ὅλων τῶν µειονοτικῶν της δικαιωµάτων καί διάγει φιλήσυχο βίο, ἐκτός φυσικά ἀπό τά λιγοστά ὄργανα τῆς τουρκικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, πού προσπαθοῦν µανιωδῶς (καί ἀνεπιτυχῶς µέχρι στιγµῆς) νά δηµιουργήσουν ρήξη καί σκηνικό κατάλληλο γιά παρέµβαση τῆς Τουρκίας, ὑπό τό πρόσχηµα τῆς «προστασίας τῆς µειονότητας».
Ἀλλά, προφανῶς, ἡ «προοδευτική» διανόηση χρειάζεται, γιά νά ὑπάρξει, φαντάσµατα, τεχνητούς ἐχθρούς, ἀνεµόµυλους σάν τοῦ ∆ονκιχώτη. Παράδειγµα, ὁ ἀριστοῦχος ἀλβανός µαθητής Ὀδυσσέας Τσενάϊ, πού ὑπῆρξε θῦµα βλακώδους ἐθνικιστικῆς προκατάληψης. Γύρω ἀπ’ αὐτήν τήν περίπτωση µαθητοῦ πού δέν τοῦ ἐδόθη, λόγῳ ἀλλοδαποῦς καταγωγῆς, τό δικαίωµα νά παρελάσει κρατώντας τήν ἑλληνική σηµαία, στήθηκαν ὁλόκληρες καρριέρες «προοδευτικῶν» φωνασκούντων δηµοσιογράφων, πανεπιστηµιακῶν, ἀντιρατσιστικῶν ὀργανώσεων κ.λπ. Κι ὅλα αὐτά θά εἶχαν κάποιο νόηµα, ἄν ὁ ἀποκλεισµός τοῦ νεαροῦ Τσενάϊ (πού ἤδη σπουδάζει ἰατρική σέ κορυφαῖο ἀµερικανικό πανεπιστήµιο, ἀπ’ ὅ,τι πληροφορούµεθα) ἐξέφραζε τό συλλογικό στῖγµα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀλλά, ὦ κύριοι ἀντιρατσιστές µας, ἑκατοντάδες ἀλβανοί µαθητές παρήλασαν τά τελευταῖα χρόνια σέ διάφορα σηµεῖα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας, κρατώντας ὑπερήφανα τήν ἑλληνική σηµαία. Ἀλλά αὐτό πρέπει νά µείνει κρυφό, διότι ἀκυρώνει τά στερεότυπα καί ἄρα τήν καρριέρα σας.
῞Οσοι, κινούµενοι ἀπό τά σύνδροµα πού προαναφέραµε, ἔχουν θέσει στόχο τῆς ψευδο-ἐπιστηµονικῆς τους δραστηριότητας τήν «ἀποδόµηση» τῆς συλλογικῆς µας ὀντότητας, προβάλλουν τήν ἔννοια τῆς «πολυπολιτισµικότητας». Στόν µικρό µας χῶρο, τήν σηµερινή Ἑλλάδα, πολυπολιτισµικότητα σηµαίνει στήν οὐσία νά ἀναδείξουµε σέ ἰσότιµες πολιτιστικές ἐκφράσεις στό ἐκπαιδευτικό µας σύστηµα, καί γενικώτερα στήν ἑλληνική κοινωνία, τόν ἑλληνικό πολιτισµό, τόν ἀλβανικό (ἀφοῦ ὑπάρχουν µερικές ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀλβανοί µετανάστες), τόν µουσουλµανικό τῆς Θράκης κλπ. Καί οἱ µέν µουσουλµᾶνοι (Ποµάκοι, τουρκογενεῖς καί Ρωµά...) ἔχουν πλήρη ἐλευθερία ἄσκησης τῆς πολιτισµικῆς τους δραστηριότητας καί ἔκφρασης, στά χωριά τους, στά σχολεῖα τους, στίς γιορτές τους, καί φαντάζοµαι ὅτι οἱ ὀπαδοί τῆς «πολυπολιτισµικότητας» θά εἶναι ἐνθουσιασµένοι µέ τήν δηµιουργία τοῦ ποµακικοῦ λεξικοῦ καί τήν προώθηση τῆς ποµακικῆς ταυτότητας, κάτι πού βεβαίως ἐξοργίζει τό τουρκικό προξενεῖο τῆς Κοµοτηνῆς. Οἱ δέ Ἀλβανοί ἔχουν πλήρως προσαρµοσθεῖ στόν ἑλληνικό τρόπο ζωῆς, ὅλοι µιλοῦν ἑλληνικά, τά παιδιά τους φοιτοῦν σέ ἑλληνικά σχολεῖα καί ἔχουν σχεδόν ξεχάσει τά ἀλβανικά. Γεγονός πολύ θετικό γιά τήν ἐνσωµάτωσή τους στήν ἑλληνική κοινωνία, κάτι πού ἔχει ξανασυµβεῖ στόν ἑλληνικό χῶρο καί στό παρελθόν. Ἐκτός ἄν οἱ ὀπαδοί τῆς «πολυπολιτισµικῆς κοινωνίας» ἐνοχλοῦνται ἀπό τήν ἀφοµοίωση τῶν Ἀλβανῶν καί θά προτιµοῦσαν αὐτοί νά συνεχίσουν νά ἀποτελοῦν ξένο σῶµα στήν ἑλληνική κοινωνία, ὁπότε θά ἔπρεπε νά διερωτηθοῦµε µήπως ἡ «πολυπολιτισµικότητα» τελικῶς ἐξυπηρετεῖ τόν ρατσισµό καί τήν περιχαράκωση τῶν µειονοτήτων. ῎Η µήπως τελικῶς οἱ ὀπαδοί τῆς «πολυπολιτισµικότητας» θά προτιµοῦσαν νά προσχωρήσουµε οἱ γηγενεῖς στήν ἀλβανική κουλτούρα, καί νά ξεχάσουµε τήν ἑλληνική µας παιδεία; Ἀντιφάσεις, θά ἔλεγα δέ καί ἔλλειψη ἐπαφῆς µέ τήν πραγµατικότητα, χαρακτηρίζουν τούς εἰσαγωγεῖς καί διακινητές τῆς ἔννοιας τῆς «πολυπολιτισµικότητας» στήν Ἑλλάδα.
Ἀλλά πολυπολιτισµικότητα δέν ὑπάρχει ὅταν πρόκειται γιά τήν µουσουλµανική µειονότητα. Ἐκεῖ τά πράγµατα εἶναι ἐθνικῶς ἀρραγῆ, ὑπό τήν τουρκική βεβαίως ἔννοια. ῞Ενας γνωστός διανοούµενος, σέ ἄρθρο του µέ τίτλο «Ἑλληνικές παρωπίδες» [Τό Βῆµα, 23 Ἰουλίου 2006], γράφει: «...ὑπάρχει καί τό περίφηµο πολιτικό κόστος. Πόσοι ἀπό τούς πολιτικούς µας, ἀκόµη καί ἄν τό πιστεύουν, εἶναι διατεθειµένοι νά δηλώσουν δηµόσια πώς ἡ µειονότητα τῆς Θράκης εἶναι µουσουλµανική στό θρήσκευµα, τουρκική στήν ἐθνότητα καί ἑλληνική στήν ὑπηκοότητα;»
῞Οταν τό διάβασα, ἔµεινα κατάπληκτος: οἱ πάντες, ἐπιστήµονες καί µή, ἀποκαλοῦν τήν µειονότητα µουσουλµανική. Ἐπίσης, οὐδείς ἀρνήθηκε στούς µουσουλµάνους τῆς Θράκης τήν ἰδιότητα τοῦ ῞Ελληνα πολίτη. ῞Οσο γιά τήν φράση «...τουρκική στήν ἐθνότητα...», πρόκειται περί βαθειᾶς ἄγνοιας τῶν ἐθνολογικῶν δεδοµένων τῆς περιοχῆς, ἀδικαιολόγητη γιά ἕναν κορυφαῖο κοινωνικό ἐπιστήµονα. Εἶναι πασίγνωστο (ὑπάρχει ὁµοφωνία στήν σχετική διεθνῆ βιβλιογραφία) ὅτι µέρος µόνον τῶν µουσουλµάνων τῆς Θράκης ἔχουν τουρκική προέλευση. Τό µεγαλύτερο τµῆµα τους εἶναι Ποµάκοι (ἡ λέξη προέρχεται πιθανῶς ἀπό τό ἀρχαιοελληνικό «ἱπποµάχοι») καί ἔχουν ἐντελῶς διαφορετικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, ἤθη καί ἔθιµα ἀπό τούς τουρκογενεῖς µουσουλµάνους. ῎Εχω γυρίσει τήν ∆υτική Θράκη χωριό-χωριό. Οἱ Ποµάκοι εἶναι ἕνας ἐντυπωσιακά ὄµορφος λαός, γαλανόξανθοι, µέ εὐγενικά χαρακτηριστικά. Οἱ γυναῖκες τους εἶναι καλλονές καί λάµπουν ἀπό φυσική εὐγένεια. Ἡ γλώσσα τους ἔχει σλαυϊκή δοµή καί στίς παραδόσεις τους ὑπάρχουν χριστιανικά χαρακτηριστικά, π.χ. σταυρώνουν τό ψωµί πρίν τό κόψουν. Ἡ ἐθνολογία διδάσκει ὅτι οἱ πολιτιστικές ἐπιρροές ἔρχονται νά προστεθοῦν ἡ µία πάνω στήν ἄλλη: οἱ Ποµάκοι, αὐτόχθον ἀρχαῖο θρακικό φῦλο τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Αἵµου, ἐκχριστιανίσθηκε κατά τήν ὕστερη ρωµαϊκή περίοδο, ἐκσλαυΐσθηκε γλωσσικά τόν 7ο αἰῶνα καί τελικῶς ἐξισλαµίσθηκε ἀπό τούς Τούρκους. Γνώρισα τό 1998 στήν Ξάνθη ἕναν Ποµάκο δηµόσιο ὑπάλληλο, πού µοῦ εἶπε ὅτι ὁ παππούς του τοῦ ἐδιηγεῖτο ὅτι παιδάκι εἶδε στήν πλάτη τοῦ δικοῦ του παπποῦ σηµάδια ἀπό µαστίγιο. Ὁ παππούς του τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἦταν τό µαστίγωµα πού ὑπέστη γιά νά προσχωρήσει στήν µουσουλµανική θρησκεία. ῞Οπως ἡ ἐθνολογία ἐξηγεῖ, οἱ διαδοχικές ἐπιρροές ἐπικάθηνται ἡ µία πάνω στήν ἄλλη, χωρίς ποτέ νά ἐξαλείφονται ἐντελῶς τά ἴχνη τῶν προηγουµένων πολιτιστικῶν στρωµάτων. ῎Ετσι, ἕνας Ποµάκος διατηρεῖ ὑπολλείµµατα ἀρχαιοελληνικῶν ἐθίµων, µιλᾶ µία γλώσσα µέ ἔντονες σλαυϊκές ἐπιρροές, ἔχει ἐξισλαµισθεῖ ἀλλά διατηρεῖ κάποια προγενέστερα χριστιανικά στοιχεῖα. Τό ἑλληνικό κράτος, ἀντί νά ἀναδείξει τήν ὑπαρκτή ποµακική ταυτότητα (τώρα γίνονται κάποιες προσπάθειες), τούς περιθωριοποίησε καί τούς κατέστησε εὔκολη λεία τῆς τουρκικῆς προπαγάνδας. Ἀλλά οἱ µουσουλµάνοι τῆς ∆υτικῆς Θράκης, πρός Θεοῦ, δέν εἶναι συλλήβδην Τοῦρκοι.
Τόν περασµένο Μάρτιο (11-3-08) δηµοσιεύθηκε ἡ ἐτήσια ἔκθεση τοῦ ἀµερικανικοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώµατα στήν Ἑλλάδα. Ἡ δηµοσιοποίηση αὐτῆς τῆς ἔκθεσης συνήθως προκαλεῖ στήν χώρα µας θύελλα διαµαρτυριῶν, διότι οἱ ἀµερικανοί µᾶς κατηγοροῦν ἀδίκως γιά «ἄνιση µεταχείριση µειονοτήτων» κ.λπ. Μπορεῖ πράγµατι να δηµοσιεύονται τέτοιες ἄδικες κατηγορίες, ἀλλά νά τί γράφει ἡ συγκεκριµένη ἔκθεση. «Ἕνας ἀριθµός πολιτῶν προσδιορίζουν τόν ἑαυτό τους ὡς Τούρκους, Ποµάκους (σλαυόφωνους µουσουλµάνους κ.λπ.)». Καί ἀλλοῦ: «Κάποια µέλη τῆς κοινότητας τῶν Ποµάκων ὑποστήριξαν ὅτι πιέστηκαν ἀπό µέλη τῆς τουρκόφωνης κοινότητας νά ἀπαρνηθοῦν τήν ὕπαρξη διακριτῆς ἀπό τήν τουρκική Ποµακικῆς ταυτότητας». Αὐτό δηλαδή πού ὁ ἁπλός πολίτης τῆς Θράκης ἀλλά καί ὅποιος ἔχει στοιχειώδη ἐπίγνωση τῆς θρακικῆς πραγµατικότητας γνωρίζει.
Ἡ πλήρης ἀσχετοσύνη τῶν «προοδευτικῶν» διανοουµένων µας µέ τά ἱστορικά δεδοµένα, καί γενικώτερα µέ τήν πραγµατικότητα, µερικές φορές ὁδηγεῖ σέ ἀκραῖα φαινόµενα παρανοήσεων καί παρεξηγήσεων. Θά ἀναφέρω δύο ἀκόµα παραδείγµατα: ἕνα ἐπώνυµο κι ἕνα ἀνώνυµο.
Παράδειγµα πρῶτο: στήν ἐφηµερίδα Καθηµερινή, στήν πρώτη σελίδα µάλιστα, στίς 27 Μαρτίου 2007 (δύο ἡµέρες µετά τήν ἐπέτειο τῆς Ἀνεξαρτησίας), ὁ ἀρθρογράφος κύριος Παντελῆς Μπουκάλας γράφει τό ἑξῆς καταπληκτικό: «...῞Οταν, λοιπόν, στό γήπεδο πιά, “ἀρχίνισαν νά πέφτουνε τά τέρµατα βροχή”, ἐπιβεβαιώνοντας τόν ποιητικό φόβο τοῦ τιµωµένου ἐφέτος Νίκου Ἐγγονόπουλου, ὅταν ἀποκαλύφθηκε τό αὐτονόητο, ὅτι τά γονίδια τῶν Ἑλλήνων δέν ἔχουν γραµµένη µέσα τους τή νίκη...». Σταµατῶ ἄναυδος στό σηµεῖο αὐτό. Προφανέστατα στήν σκέψη τοῦ κυρίου Μπουκάλα ἀγνοοῦνται παντελῶς ὁ Μαραθώνας, ἡ Σαλαµίνα, ὁ Γρανικός, ἡ Ἰσσός καί τά Γαυγάµηλα, ἀγνοοῦνται ὁ Ἡράκλειος πού συνέτριψε τήν αὐτοκρατορία τῶν Σασσανιδῶν, ὁ Βουλγαροκτόνος πού διέλυσε τό βουλγαρικό βασίλειο, ὁ Τσιµισκῆς πού κατανίκησε τούς Ρώσσους καί ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς πού ἀνακατέλαβε τήν Κρήτη καί τήν Συρία ἀπό τούς ῎Αραβες. Ἀγνοοῦνται τά ∆ερβενάκια, πού ἦταν ἡ πρώτη στρατιωτική συντριβή τῆς Ὀθωµανικῆς Αὐτοκρατορίας στό ἔδαφός της, καί ἀγνοεῖται ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση, πού ὑπῆρξε ἡ ἀρχή τοῦ τέλους τῆς Ὀθωµανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀγνοοῦνται οἱ Βαλκανικοί Πόλεµοι, ὅπου τά ἑλληνικά στρατεύµατα νίκησαν τά ὀθωµανικά ἀλλά καί τά βουλγαρικά, ἀγνοεῖται ἡ Μικρασιατική Ἐκστρατεία, κατά τήν ὁποία ὁ ἑλληνικός στρατός ἔφθασε στήν ῎Αγκυρα (ὁ µόνος στρατός διεθνῶς πού ἔφθασε στό κέντρο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας), ἀγνοεῖται τό 1940, ὅπου ἡ µικρή Ἑλλάδα γελοιοποίησε µία παγκόσµια ὑπερδύναµη τῆς ἐποχῆς. Ἀσφαλῶς οἱ ῞Ελληνες εἶχαν τίς ἀποτυχίες τους, ἀσφαλῶς εἶχαν τίς προδοσίες τους, ἀσφαλῶς διέπραξαν ἱστορικά σφάλµατα, ἀλλά, κύριε Μπουκάλα µου, µία χούφτα ἀνθρώπων πού εἴµαστε ἀπό τήν Ἀρχαιότητα ἕως σήµερα, ἔχουµε νικήσει ὄχι ἕναν ἀλλά πολλούς γίγαντες, ὄχι µία ἀλλά πολλές αὐτοκρατορίες, κι ἐσεῖς ἔρχεστε νά µᾶς πεῖτε ὅτι «τά γονίδια τῶν Ἑλλήνων δέν ἔχουν γραµµένη µέσα τους τή νίκη»...
Ἀλλά ὑπάρχει καί συνέχεια: «...στά ἐν λόγῳ γονίδια», συνεχίζει ἡρωϊκά στό ἴδιο ἄρθρο του ὁ κ. Μπουκάλας, «δέν εἶναι ἀνεξίτηλα γραµµένη ἡ πολιτιστική µας ὑπεροχή ἔναντι ὅλων τῶν λαῶν, καί πρῶτα πρῶτα ἔναντι τῶν Τούρκων...». ∆ηλαδή, ἐπειδή οἱ Τοῦρκοι κέρδισαν ἕναν ποδοσφαιρικό ἀγῶνα, ἀπεδείχθη, σύµφωνα µέ τόν κύριο Μπουκάλα, ὅτι δέν ὑπερέχουµε πολιτιστικά ἀπέναντί τους... Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό ἄρθρο τιτλοφορεῖται: «ἐν τούτῳ... ἦττα», ὥστε ἐπί τῇ εὐκαιρεία νά γελοιοποιηθεῖ καί τό σύµβολο τῆς νίκης τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Παράδειγµα δεύτερο: τό 1997, ἐπί ἡµερῶν ἐκσυγχρονισµοῦ, δίδασκα ἐκτάκτως (καί παραλλήλως πρός τήν βασική µου ἐργασία, πού εἶναι ἡ Μέση Ἐκπαίδευση) στό Πανεπιστήµιο τῆς Κρήτης, στό Ρέθυµνο. Στό γραφειάκι πού µοῦ εἶχαν παραχωρήσει συστεγαζόταν ἄλλος ἕνας διδάσκων. Ὁ συµπαθής αὐτός ἀνθρωπάκος εἶχε προσχωρήσει ψυχῇ τε καί σώµατι στό ἐκσυγχρονιστικό ἰδεολόγηµα τοῦ νεότευκτου, τότε, πρωθυπουργοῦ κυρίου Σηµίτη. Σέ κάποια συζήτησή µας, ἡ κουβέντα τό ᾽φερε καί διατύπωσα τήν ἄποψη ὅτι ὁ Πατριωτισµός, ἡ ἀγάπη γιά τήν Πατρίδα, ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο συνοχῆς καί ἐπιβίωσης ἑνός κοινωνικοῦ καί πολιτικοῦ συνόλου. Ὁ συµπαθής συνάδελφος πῆρε ἕνα βαρύγδουπον ὕφος καί ἐξετόξευσε τό ἑξῆς βαρυσήµαντον: «Ὑπάρχει καί ὁ συνταγµατικός πατριωτισµός».
∆έν ἐπέµεινα, διότι γι’ αὐτόν ἡ πλήρης προσχώρηση στήν ἐκσυγχρονιστική ἰδεολογία ἦταν ζήτηµα ζωῆς καί θανάτου καί –κυρίως– ἐπαγγελµατικῆς ἐξασφάλισης. Γιά τόν ἀναγνώστη, σηµειώνω πώς ὁ «συνταγµατικός πατριωτισµός» εἶναι µία ἐφεύρεση τοῦ φιλοσοφικοῦ κύκλου τοῦ γερµανοῦ διανοητοῦ Jurgen Habermas. Ὁ Habermas καί οἱ ὁµοϊδεάτες του, µετά τήν καταστροφή πού ὑπέστη –ἀλλά καί προκάλεσε– ἡ Γερµανία κατά τόν ∆εύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, προσπάθησαν νά δώσουν µία δηµοκρατική καί ἀνώδυνη κατεύθυνση στό ἔντονο ἐθνικό αἴσθηµα τῶν Γερµανῶν. Γι’ αὐτό ἐφηῦραν τόν «συνταγµατικό πατριωτισµό», δηλαδή τήν στράτευση καί τόν ἀγῶνα ὑπέρ τοῦ δηµοκρατικοῦ συντάγµατος, ὥστε νά µήν ἐκτραπεῖ πάλι (µετά ἀπό δύο Παγκοσµίους Πολέµους) ἡ φλογερή ἰδιοσυγκρασία τῶν Γερµανῶν πρός τόν ἐπιθετικό ἐθνικισµό.
Ἀντιλαµβάνεται εὔκολα κανείς πόσο µεγάλη δόση παρεξήγησης καί διαστρέβλωσης περιλαµβάνει ἡ προσπάθεια ἐφαρµογῆς τοῦ «συνταγµατικοῦ πατριωτισµοῦ» στήν Ἑλλάδα. Ἡ χώρα µας δέν παρήγαγε ναζισµό, οὔτε ὁλοκαύτωµα, ὅπως ἡ Γερµανία. Ἀπεναντίας, πολέµησε σφοδρά καί τόν ἰταλικό φασισµό καί τούς Γερµανούς ναζί. Ἐκτός αὐτοῦ, οἱ πόλεµοι πού διεξήγαγε ὁ Ἑλληνισµός στήν τρισχιλιετῆ ἱστορία του ἦσαν ἤ ἀµυντικοί ἤ ἐθνικοαπελευθερωτικοί. (῞Οσοι σπεύδουν νά «ὑπενθυµίσουν» τήν «ἰµπεριαλιστική ἐκστρατεία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου», σπεύδω κι ἐγώ νά ὑπενθυµίσω µέ τήν σειρά µου ὅτι, ἀφ’ ἑνός, ὁ ὅρος «ἰµπεριαλισµός» διατυπώθηκε ἀπό τήν µαρξιστική θεωρία καί κυρίως τόν Λένιν, γιά νά περιγράψει τήν κατάκτηση ἐδαφῶν ἀπό τά ὥριµα βιοµηχανικά κράτη, πού χρειάζονται ἀποικίες γιά νά προµηθεύονται φθηνές πρῶτες ὕλες γιά τίς βιοµηχανίες τους• ἄρα κακῶς χρησιµοποιοῦν τόν συγκεκριµένο ὅρο• ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἡ περσική αὐτοκρατορία εἶχε προηγουµένως ἐπιχειρήσει κατ’ ἐπανάληψιν νά κατακτήσει καί νά ὑποδουλώσει τούς ῞Ελληνες, κι ὅπως κι ὁ ἴδιος ὁ Ἀλέξανδρος ἀνέφερε, ἡ ἐκστρατεία του εἶχε τήν ἔννοια τῆς ὁριστικῆς ἀπάλειψης ἑνός µόνιµου καί σταθερῶς ἐπανερχόµενου κινδύνου γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Ἑλληνισµοῦ.)
Ἡ µακρά παραµονή τοῦ κυρίου Σηµίτη στό ἐξωτερικό, καί µάλιστα στήν Γερµανία, τόν ἔφεραν, ὅπως εἶναι φυσικό, σέ στενή ἐπαφή µέ τήν µεταπολεµική γερµανική φιλοσοφία καί ἰδεολογία.
Ἄλλο ὅµως πρᾶγµα νά γνωρίζεις καί ἄλλο νά υἱοθετεῖς ἄκριτα ξένα πρότυπα γιά µία ἐντελῶς διαφορετική πραγµατικότητα, ὅπως ἡ ἑλληνική.

Οἱ καλοί καί οἱ κακοί
῞Ενα παράδειγµα ἐπιστηµονικῆς παρεξήγησης καί µηχανικῆς µεταφορᾶς ξένων σχηµάτων στήν ἐντελῶς διαφορετική ἑλληνική πραγµατικότητα ἀποτελεῖ τό πόνηµα 131 σελίδων τοῦ καθηγητοῦ Πολιτικῶν Ἐπιστηµῶν στό Πανεπιστήµιο Ἀθηνῶν, πρώην προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Πολιτικῆς Ἐπιστήµης καί Συνηγόρου τοῦ Πολίτη (πού διόρισε ὁ κ. Σηµίτης) Νικηφόρου ∆ιαµαντούρου. Τό πόνηµα ἔχει τίτλο Πολιτισµικός ∆υϊσµός καί Πολιτική Ἀλλαγή στήν Ἑλλάδα τῆς Μεταπολίτευσης [ἐκδόσεις Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα 2000] καί κύρια θέση τοῦ κ. ∆ιαµαντούρου εἶναι «ἡ ἀντιδιαστολή τῆς πολιτισµικῆς παράδοσης πού ἔχει τίς ρίζες της στήν Ἀναγέννηση, τή Μεταρρύθµιση καί τήν Ἀντιµεταρρύθµιση, τήν Ἐπιστηµονική Ἐπανάσταση καί τόν ∆ιαφωτισµό µέ ἐκείνη πού ἑδράζεται στίς ἱστορικές ἐµπειρίες τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ὀθωµανικῆς Αὐτοκρατορίας καί τῆς Τουρκοκρατίας» [σ. 12]. Τήν πρώτη παράδοση ὁ κ. ∆ιαµαντοῦρος ἀποκαλεῖ «µεταρρυθµιστική» καί τήν δεύτερη «παρωχηµένη». Ἡ ὕπαρξη καί ἡ ἐπιβίωση τῶν δύο αὐτῶν ρευµάτων µέσα στό σῶµα τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας «τεκµηριώνει τήν ὕπαρξη ἑνός ἰσχυροῦ πολιτισµικοῦ δυϊσµοῦ» [σ. 13]. Ἡ «µεταρρυθµιστική» παράδοση µπορεῖ νά ἀντιµετωπίσει µέ ἐπάρκεια τόν διεθνῆ ἀνταγωνισµό, ἐνῷ ἡ «παρωχηµένη» παράδοση δέν µπορεῖ [σσ. 13-14]. Χαρακτηριστικά παραδείγµατα σύγκρουσης τῶν δύο τάσεων εἶναι τό ζήτηµα τῶν ταυτοτήτων καί ἡ ὀνοµασία τῶν Σκοπίων [σ. 15]. Ἐν ὀλίγοις, ἡ «παρωχηµένη» κουλτούρα ἐκφράζεται σέ µία ἰδεολογία ξενοφοβική, συνοµωσιολογική, µανιχαϊστική, κυριαρχούµενη ἀπό σύνδροµο πολιτιστικῆς κατωτερότητας ἀπέναντι στήν ∆ύση, ταυτιζόµενη µέ ῎Αραβες, Κούρδους κ.λπ. [σ. 49]. Ἡ κουλτούρα αὐτή εἶναι βαθειά ἐπηρεασµένη ἀπό τήν Ὀρθοδοξία [σ. 48]. Νίκη τῶν ἐκσυγχρονιστικῶν δυνάµεων ἦταν, σύµφωνα µέ τόν κ. ∆ιαµαντοῦρο, ὁ διορισµός τοῦ κ. Σηµίτη στήν θέση τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονοµίας τό 1985 [σ. 98]. Στόν οἰκονοµικό τοµέα τήν «µεταρρυθµιστική» τάση ἐκφράζει ἡ εἴσοδος στήν ἀγορά ξένων ἑταιρειῶν [σ. 115], ἐνῷ τήν «παρωχηµένη» τάση ὁ παραδοσιακός τοµέας τῆς ἑλληνικῆς βιοτεχνίας [σ. 116].
Εὔκολα κανείς διαπιστώνει τήν ἁπλουστευτική, µανιχαϊστική δοµή τῆς κοινωνιολογικῆς προσέγγισης τοῦ κ. ∆ιαµαντούρου. Ἀπό τήν µία πλευρά οἱ παραδοσιακοί, ἐµφορούµενοι ἀπό βυζαντινά καί ὀθωµανικά κατάλοιπα ὀρθόδοξοι µικροβιοτέχνες, οἱ ὀπαδοί τοῦ µακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστόδουλου κ.λπ., ἀπό τήν ἄλλη οἱ δυτικοθρεµµένοι, οἱ κοσµοπολίτες, οἱ τεχνοκράτες ὀπαδοί τοῦ κ. Σηµίτη. Οἱ πρῶτοι κρατοῦν τήν Ἑλλάδα στόν Μεσαίωνα, οἱ δεύτεροι πασχίζουν νά τήν τραβήξουν πρός τήν Εὐρώπη.
Στόν συγγραφέα τοῦ πονήµατος, παλαιό µου καθηγητή Ἱστορίας στήν ∆ευτέρα Λυκείου, Ν. ∆ιαµαντοῦρο, ἀπευθύνω µέ τόν προσήκοντα σεβασµό τά ἑξῆς ἐρωτήµατα:
Πρῶτον: ἦταν ἤ ὄχι βασική πηγή τῆς Ἀναγέννησης ἡ µαζική µετακίνηση βυζαντινῶν λογίων στήν ∆ύση τόν 15ο αἰῶνα; ἦταν ἤ ὄχι τό ὕστερο Βυζάντιο µία κοινωνία ἐξαιρετικά ἀνεπτυγµένη καλλιτεχνικά καί πνευµατικά ἐν σχέσει πρός τήν ∆ύση τῆς Μαύρης Πανούκλας καί τῶν Σταυροφοριῶν; [Ἐξαιρετικά διαφωτιστικό ἐν προκειµένῳ εἶναι τό σπουδαῖο ἔργο τῶν A. P. Kazhdan καί Ann Wharton Epstein, Ἀλλαγές στόν Βυζαντινό Πολιτισµό, Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 1997, στό ὁποῖο διατυπώνεται ἡ θέση ὅτι στό Βυζάντιο τοῦ 11ου αἰῶνος ἐµφανίσθηκε γιά πρώτη φορά στήν Εὐρώπη ἀνθρωποκεντρική συνείδηση καί στοιχεῖα ἀναγεννησιακῆς τέχνης, πού ἀνακόπηκαν ἀπό την 4η Σταυροφορία – στό δέ ἄλλο κλασσικό ἔργο τοῦ Massimo Montanari, Πείνα καί Ἀφθονία στόν Μεσαίωνα, Ἑλλ. Γράµµατα, 1997, παρουσιάζεται ἀνάγλυφα ἡ δυτικοευρωπαϊκή ἀθλιότητα κατά τήν ἴδια ἐποχή]. ῎Αρα, πῶς θεωρεῖται τό Βυζάντιο µήτρα πολιτισµικῆς καθυστέρησης;
∆εύτερο ἐρώτηµα: τό κίνηµα τοῦ Νεοελληνικοῦ ∆ιαφωτισµοῦ εἶχε ἤ ὄχι ὡς κύριους ἐκπροσώπους του ἱερωµένους; ῞Ιδρυσε ἤ ὄχι τό πρῶτο ἑλληνικό τυπογραφεῖο στήν Κωνσταντινούπολη ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις; ῎Αρα, πῶς κατατάσσεται ἡ Ἐκκλησία στούς µηχανισµούς τῆς ὑπανάπτυξης καί τῆς ἀντιδυτικῆς σκέψης;
Τρίτο ἐρώτηµα: ἄν ἡ ὀθωµανική παράδοση εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετη πρός τήν δυτική (καί πράγµατι εἶναι), καί ἐπηρεάζει ἀντιδυτικά τήν νεοελληνική κοινωνία, τότε πῶς ἀγαπητέ µου καθηγητά ὑποστηρίζετε θερµά τήν ἔνταξη τῆς Τουρκίας στήν Εὐρωπαϊκή ῞Ενωση; [Περιοδικό Ἑρµῆς, τεῦχος 17, Ὀκτώβριος-∆εκέµβριος 2006, σσ. 8 κ.ἑ.]. Καί µάλιστα ὅτι µία Τουρκία προσηλωµένη στούς δηµοκρατικούς θεσµούς «θά ἀποτελεῖ τήν καλύτερη καί πιό πειστική ἀπόδειξη ὅτι Ἰσλάµ καί σύγχρονη δηµοκρατία ἀποτελοῦν ἔννοιες συµβατές» [σ. 11]. Καί πῶς δέν λαµβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας ἐδῶ τόν θρησκευτικό-πολιτισµικό παράγοντα, πού ὅµως θεωρεῖτε ἀρνητικό στήν περίπτωση τῆς ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας; (Προσθέτω ὅτι ὁ πολιτικός µέντωρ τοῦ κυρίου ∆ιαµαντούρου, πού τόν διόρισε συνήγορο τοῦ πολίτη, ὁ κύριος Κ. Σηµίτης, διακυρήσσει πλέον ἀνοιχτά τήν ἀντίθεσή του στήν ἔνταξη τῆς Τουρκίας στήν Εὐρωπαϊκή Ἔνωση).
Τέταρτο ἐρώτηµα: µήπως µᾶλλον ἡ «ἐκσυγχρονιστική» ἤ «µεταρρυθµιστική» ἤ ὅπως ἀλλοιῶς θέλετε παράδοσή σας ἐµφορεῖται ἀπό σύνδροµο πολιτιστικῆς κατωτερότητας ἔναντι τῆς ∆ύσης, ἀφοῦ υἱοθετεῖ µέ θαυµασµό, χωρίς ἐπιφυλάξεις καί κυρίως χωρίς πραγµατολογική τεκµηρίωση κάθε δυτική ἐπιστηµονική σχολή περί «ἐθνογέννεσης», περί «νεωτερικότητας» κ.λπ.;
Πέµπτο ἐρώτηµα: µήπως ἡ µοµφή περί «µανιχαϊσµοῦ» τῶν «παρωχηµένων» ὀπαδῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστόδουλου ἀφορᾶ περισσότερο τήν θεωρία τοῦ κ. ∆ιαµαντούρου, πού ἀγνοεῖ ἐπικαλύψεις, διασταυρώσεις, ἀποχρώσεις καί ἀντιφάσεις καί χωρίζει τόν ἑλληνικό λαό σέ δύο ἀντίπαλες κατηγορίες, πού στήν πραγµατικότητα δέν ὑπάρχουν;
῞Εκτο ἐρώτηµα: ὅταν ἐπί τέλους ἡ ὁµάδα τῶν “ἐκσυγχρονιστῶν” ἦρθε στήν ἐξουσία (ἐξαιρῶ τόν κύριο Σηµίτη, πού ἐπέδειξε στοιχειώδη εὐπρέπεια καί ἐργάσθηκε ἀόκνως γιά τήν ἔνταξη τῆς Ἑλλάδος στήν ΟΝΕ καί τῆς Κύπρου στήν Ε.Ε.), εἴδαµε καί πολλά καθόλου ἐκσυγχρονιστικά, ὅπως σταλινικούς µηχανισµούς ἰδεολογικοῦ ἀποκλεισµοῦ, τήν τριτοκοσµική διακοπή ἐπί δίωρο τῶν ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν τοῦ ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν τό βράδυ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 2000, τό πελατειακό σύστηµα πλήρως ἀνανεωµένο καί ἐπηυξηµένο, κῦµα καταγγελιῶν γιά σκάνδαλα, τούς τρεῖς διαδοχικούς ἐξευτελισµούς τῶν Ἰµίων, τῶν πυραύλων S-300 καί τῆς σύλληψης Ὀτσαλάν (ἐκτός κι ἄν ὁ ἐθνικός ἐξευτελισµός ἀποτελεῖ δεῖγµα ἐξευρωπαϊσµοῦ καί ἐκσυγχρονισµοῦ), «δηµιουργική λογιστική» χαρακτηριστική τριτοκοσµικῶν καθεστώτων, τήν καταστροφική χρηµατιστηριακή φούσκα τοῦ 1999 κι ἄλλα πολλά, ἀλλά σταµατῶ ἐδῶ.

Ἡ δύναµη τῶν στερεοτύπων
Τά στερεότυπα εἶναι ἕνας ἰσχυρότατος, ἀκατανίκητος µηχανισµός, πού ἐγκαθίσταται στό ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπινου ἐγκεφάλου καί δύσκολα, πολύ δύσκολα φεύγει. Ἀκόµη καί ἄνθρωποι µέ λαµπρές σπουδές καί κάτοχοι σπουδαίων ἀξιωµάτων κυριαρχοῦνται ἀπό στερεότυπα.
Τό στερεότυπο εἶναι κατά βᾶσιν ψυχικός µηχανισµός: ἡ προέλευσή του εἶναι ψυχολογική καί συναισθηµατική. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ προπαγάνδα καί ἡ καταπίεση πού ἄσκησε τό µετεµφυλιακό κράτος καί τό µετεµφυλιακό σχολεῖο στούς ἀριστερούς ἀλλά καί γενικώτερα στά προοδευτικά στοιχεῖα ἔκαναν πολλούς νά τό µισήσουν. Ἀλλά µαζί του µίσησαν, στήν εὐαίσθητη καί κρίσιµη ἐφηβεία τους (µιλῶ γιά τίς γενιές πού πῆγαν σχολεῖο τά χρόνια µετά τό 1950), καί τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, τήν Βυζαντινή Ἱστορία, τήν ἔννοια τοῦ ῎Εθνους καί τῆς Πατρίδας, τό Εἰκοσιένα κι ὅλα αὐτά πού ἡ µετεµφυλιακή ∆εξιά καί ἡ ∆ικτατορία καπηλεύθηκαν καί χρησιµοποίησαν ὡς ἄλλοθι τῆς πολιτικῆς τους κυριαρχίας.
῞Ενας ὥριµος ἐγκέφαλος µπορεῖ φυσικά νά διακρίνει τήν καπηλεία. Καί µπορεῖ, µισώντας π.χ. τόν πατριδοκάπηλο, νά µήν µισήσει ὅµως καί τήν Πατρίδα. Ἀλλά ἕνας µαθητής ἑνός ἑξαταξίου γυµνασίου ἀρρένων τοῦ 1960 εὔκολα θά πέσει θῦµα µιᾶς τέτοιας σύγχυσης. Στήν συνέχεια, τό στερεότυπο θά τόν στρέψει στήν ἀνεύρεση ἐπιστηµονικῶν ἐπιχειρηµάτων πού θά ἐπιβεβαιώνουν τίς κατ’ ἀρχάς ψυχολογικές καί συναισθηµατικές του ἐπιλογές. Ξεκινώντας λοιπόν ἀπό τήν βαθειά του συναισθηµατική ἀπέχθεια καί ἀντίδραση πρός τόν ὑπερσυντηρητικό καθηγητή τῆς Ἱστορίας στήν πέµπτη γυµνασίου, πού ἴσως τόν ἀδίκησε βαθµολογικά καί πού ἴσως τόν εἰρωνεύθηκε στήν τάξη, καταλήγει νά ἐκδιώξει ἀπό τόν συναισθηµατικό του κόσµο τήν ἀγάπη γιά τήν δική του πατρίδα. Τό κενό –ἐπειδή καί ὁ συναισθηµατικός µας κόσµος, ὅπως καί ἡ φύση, ἀπεχθάνεται τό κενό– θά ἔρθει νά καλύψει ἡ δικαίωση µιᾶς ἄλλης πατρίδας, ὄχι τῆς δικῆς µας. ῞Οπως λέει ὁ Βίλχελµ Ράϊχ στό «῎Ακου ἀνθρωπᾶκο», ἡ ἐλευθερία νά γίνεσαι σκλάβος τοῦ καθενός δέν εἶναι καθόλου ἁπλῆ ὑπόθεση.
Γενικώτερα, οἱ ἰδεολογικοί παράγοντες ἐπιδροῦν καταλυτικά στήν πολιτική καί ἱστορική ἀνάλυση, καί γενικώτερα στήν σκέψη. Τέτοιου εἴδους ἰδεολογικοί παράγοντες ὁδηγοῦν τόν ἐπιστήµονα, ἀντί νά ἀναλύει ψύχραιµα τήν πραγµατικότητα, νά τήν προσαρµόζει ὅπως ὁ Προκρούστης στά µέτρα τῶν στερεοτύπων του καί τῆς ἰδεοληψίας του, ὥστε νά ὁδηγηθεῖ στά σχήµατα πού ἐκ τῶν προτέρων ὑπάρχουν στήν σκέψη του.
Μετά τήν Μεταπολίτευση τοῦ 1974, ὁ χῶρος τῆς διανόησης καί τῶν πανεπιστηµίων κατακλύσθηκε ἀπό ἀνθρώπους πού ἤθελαν νά πάρουν τήν ρεβάνς, νά ἐκδικηθοῦν τήν ∆εξιά καί τήν ∆ικτατορία τῶν Συνταγµαταρχῶν γιά τήν καταπίεση καί τόν αὐταρχισµό τους. ῎Ετσι, ποινικοποιήθηκαν ὅλες οἱ ἔννοιες πού –χωρίς οἱ ἴδιες νά φταῖνε σέ τίποτε– εἶχαν γίνει ἀντικείµενο καπηλείας ἀπό τό δικτατορικό καθεστώς. ῎Εννοιες ὅπως Πατρίδα, ῎Εθνος, Οἰκογένεια καί Θρησκεία, Ἐργασία, ἱεραρχία, πειθαρχία κ.λπ. κατέστησαν ὁµώνυµες τοῦ φασισµοῦ, τοῦ ἐθνικισµοῦ, τοῦ σωβινισµοῦ, τοῦ αὐταρχισµοῦ. ῎Εννοιες πού σέ ὁλόκληρον τόν κόσµο θεωροῦνται αὐτονόητες, ἐδῶ ἐξοβελίσθηκαν ἀπό τό πολιτικῶς ὀρθόν λεξιλόγιο. Ἐν τέλει, ὅµως, ἡ βαθειά ἀνάγκη πού αἰσθάνονται οἱ αὐτοπροσδιοριζόµενοι ὡς «προοδευτικοί» νά λοιδωρούν διαρκῶς τήν Πατρίδα τους, προδίδει
τεράστια ἔλλειψη αὐτοεκτίµησης καί αἴσθησης τῆς ἀξιοπρέπειας.
Τό νέο ἀκαδηµαϊκό καί πνευµατικό κατεστηµένο, πού διαµορφώθηκε µετά τήν Μεταπολίτευση µέ βάση αὐτά τά ἰδεολογικά στοιχεῖα, χρησιµοποίησε κι αὐτό µέ τήν σειρά του τίς ἔννοιες ὥστε νά ἀποκλείει τούς ἀνεπιθύµητους. ῞Οπως παλαιότερα, πρίν τό 1974, προκειµένου ν’ ἀποκλείσουν κάποιον πού δέν ἤθελαν µέσα στά πόδια τους τοῦ ἐξετόξευαν τήν κατηγορία «κοµµουνιστής» κι ἄς µήν ἦταν, τώρα ἄρχισε νά ἐκτοξεύεται ἡ κατηγορία «ἐθνικιστής». Τελικῶς, κατέληξε πρόσχηµα, γιά νά ἀποφεύγεται ἡ εἴσοδος στόν πανεπιστηµιακό χῶρο ὁποιουδήποτε δέν εἶναι πειθήνιος στούς ποικίλους σταλινίσκους τῆς «προοδευτικῆς διανόησης», ὁποιουδήποτε διατηρεῖ τήν ἀνεξαρτησία τῆς γνώµης του, ὁποιουδήποτε δέν δέχεται νά ψηφίζει στά ἐκλογοµαγειρέµατα τῶν πανεπιστηµιακῶν καθ’ ὑπόδειξιν τῶν κοµµατικῶν καί ἄλλων µηχανισµῶν, τελικῶς ὁποιουδήποτε εἶναι ἔντιµος ἄνθρωπος καί δέν δέχεται νά συµµετέχει ἤ καί ἁπλῶς νά ἀνέχεται τίς ἀπίστευτες ρεµοῦλες πού γίνονται στά πανεπιστήµια, ἀκόµη καί ὁποιουδήποτε πού µέ τήν ποιότητά του θά γινόταν µέτρο συγκρίσεως γιά διάφορους ἀνυπόληπτους “πανεπιστηµιακούς” µας καί θά χαλοῦσε τήν «πιάτσα». Ἀντίστοιχα φαινόµενα κυριαρχοῦν καί σέ «ἐπιστηµονικά» περιοδικά, σέ πολιτιστικά παραρτήµατα ἐφηµερίδων κ.λπ. Ὑπάρχουν κορυφαῖα παραδείγµατα ἀκόµη καί ἀριστερῶν, πού ἀποκλείσθηκαν γι᾽ αὐτούς τούς λόγους µέ τό πρόσχηµα τοῦ... ἐθνικιστῆ.
Ὁρισµένοι φίλοι µου, περισσότεροι καχύποπτοι, µέ θεωροῦν ἀφελῆ πού ἀποδίδω ὅλη αὐτήν τήν ἀπίστευτα ἐµπαθῆ ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Ἱστορίας µας καί τοῦ Πατριωτισµοῦ σέ στερεότυπα καί ἰδεολογικά-ψυχολογικά κίνητρα.
Ἀπό τήν πλευρά µου, ἐπειδή εἶχα τήν µεγάλη τύχη νά σπουδάσω σ’ ἕνα σπουδαῖο καί ἱστορικό εὐρωπαϊκό πανεπιστήµιο µέ πραγµατικούς δασκάλους, δασκάλους σεµνούς, σοβαρούς καί τίµιους (κι ὄχι κοµµατικά φερέφωνα, λογοκλόπους ξένων ἐγχειριδίων καί σιτιζόµενους ἀπό κοινοτικά προγράµµατα), ἔµαθα πώς τά ὅπλα µου πρέπει νά εἶναι τά ἐπιχειρήµατα, τά γεγονότα καί οἱ ἀποδείξεις, κι ἔτσι µένω σ’ αὐτά.
Θεωρῶ δέ πειστική τήν ἑρµηνεία πού ἔδωσε ὁ Μίκης Θεοδωράκης, στό κείµενο πού δηµοσίευσε στήν Καθηµερινή στίς 18 Μαρτίου 2007, ὑπό τόν τίτλο «Ὁ ψεύτικος µανδύας τῆς δῆθεν προοδευτικότητας», ὅπου ἐξηγεῖ πῶς ὁ ἑλληνικός προοδευτικός χῶρος µεγαλούργησε καί παρήγαγε σπουδαῖα πνευµατικά ἐπιτεύγµατα ὅταν ἦταν αὐθεντικά λαϊκός, δηλαδή ὅταν ἐξέφραζε τόν ἑλληνικό λαό, ἐνῷ περιθωριοποιήθηκε ὅταν τόν κατέκτησε ὁ διανοουµενισµός. ῎Ετσι, πλέον, γράφει ὁ Μίκης, στόν διανοουµενίστικο «προοδευτικό χῶρο», ἄρα «ψευτο-προοδευτικό χῶρο πλέον, ἦταν ἑπόµενο νά ἀνθίσουν αὐτά τά πικρά λουλούδια τῆς ἄρνησης τῆς πεµπτουσίας αὐτοῦ πού ἦταν καί εἶναι ἡ Ἑλλάδα τοῦ χθές, τοῦ σήµερα καί τοῦ αὔριο. Ἐδῶ καί καιρό κατώρθωσε νά ἐπικρατήσει ὁλοκληρωτικά ἡ ἄρνηση, τροµοκρατώντας καί ξεγελώντας τούς πολλούς καί ἀφελεῖς, κρυµµένη πίσω ἀπό τόν ψεύτικο µανδύα µιᾶς δῆθεν προοδευτικότητας, πού ἔχει στήν πραγµατικότητα τόσο σχέση µέ τήν πρόοδο ὅση µιά γάτα µέ ἕνα λιοντάρι».

Πολιτικές προεκτάσεις τῶν στερεοτύπων
Βαθύτερα κίνητρα καί σκοπιµότητες πίσω ἀπό τήν προσπάθεια ὡραιοποίησης τῆς ζοφερότερης καί σκοτεινότερης περιόδου τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τῆς Τουρκοκρατίας, δέν εἶναι εὔκολο νά στοιχειοθετηθοῦν. Μέ βεβαιότητα, ὅµως, µπορεῖ νά καταλάβει κανείς ποῦ ὁδηγεῖ ἀπό µόνη της καί ἀντικειµενικά αὐτή ἡ προσπάθεια: στήν ἄµβλυνση τῶν ἀντανακλαστικῶν µας ἔναντι τοῦ τουρκικοῦ ἐπεκτατισµοῦ στό Αἰγαῖο, στήν Θράκη, στήν Κύπρο• στήν παθητική ἀποδοχή τῆς σταδιακῆς µετατροπῆς τῆς Ἑλλάδας σέ χώρα περιορισµένης κυριαρχίας, σέ χώρα γεωστρατηγικά ὑποτελῆ στήν Τουρκία.
Πράγµατι, ἀπό τόν ἴδιο χῶρο ὁρισµένων διανοουµένων –πανεπιστηµιακῶν– πολιτευτῶν ἐµφανίσθηκαν ἐσχάτως πρωτοφανεῖς πολιτικές “ἰδέες”, σχετικά µέ τήν ἐθνική µας ἀκεραιότητα καί τά ἐθνικά µας συµφέροντα. Πρίν συζητήσω ὁρισµένες πρωτοβουλίες, πού ἐλήφθησαν σέ πολιτικό ἐπίπεδο, θέλω νά µνηµονεύσω κάποια περιστατικά χωρίς µεγάλη σηµασία ἀλλά ἐνδεικτικά: σέ µία τηλεοπτική συνέντευξή του πρό ἐτῶν, τῆς ὁποίας ὑπῆρξα αὐτόπτης µάρτυς, ὁ (ἔγκριτος καί διεθνῶς διακεκριµένος) καθηγητής τοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν κύριος Ἀθανάσιος Βερέµης δήλωσε µεταξύ ἄλλων: «τό νά θέσει κανείς σήµερα θέµα ῎Ιµβρου-Τενέδου εἶναι γραφικό». Ἀνοίγω, φίλτατε κύριε Βερέµη, τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης, πηγαίνω στό ἄρθρο 14 καί διαβάζω: «Αἱ νῆσοι ῎Ιµβρος καί Τένεδος, παραµένουσι ὑπό τήν τουρκικήν κυριαρχίαν, θά ἀπολαύωσιν εἰδικῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως, ἀποτελουµένης ἐκ τοπικῶν στοιχείων καί παρεχούσης πᾶσαν ἐγγύησιν εἰς τόν µή µουσουλµανικόν ἰθαγενῆ πληθυσµόν δι’ ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τήν τοπικήν διοίκησιν καί τήν προστασίαν τῶν προσώπων καί τῶν περιουσιῶν. Ἡ διατήρησις τῆς τάξεως θά ἐξασφαλίζηται ἐν αὐταῖς δι’ ἀστυνοµίας στρατολογουµένης µεταξύ τοῦ ἰθαγενοῦς πληθυσµοῦ, τῇ φροντίδι τῆς ὡς ἄνω προβλεποµένης τοπικῆς διοικήσεως ὑπό τάς διαταγάς τῆς ὁποίας θά διατελῇ (παρ.). Αἱ συνοµολογηθεῖσαι ἤ συνοµολογηθησόµεναι µεταξύ Ἑλλάδος καί Τουρκίας συµφωνίαι, αἱ ἀφορῶσαι τήν ἀνταλλαγήν τῶν ἑλληνικῶν καί τουρκικῶν πληθυσµῶν, δέν θά ἐφαρµοσθῶσιν εἰς τούς κατοίκους τῶν νήσων ῎Ιµβρου καί Τενέδου».
∆εδοµένου ὅτι ἡ Τουρκία κατάργησε, µόλις τέσσαρα χρόνια µετά τήν ὑπογραφή τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, συγκεκριµένα τό 1927, αὐθαιρέτως, τό καθεστώς αὐτοδιοίκησης τῶν δύο ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων ἑλληνικῶν νησιῶν, δεδοµένου ὅτι καταργήθηκε ἡ µειονοτική ἐκπαίδευση, δεδοµένου ὅτι ἀπαλλοτριώθηκε ἡ γῆ τῶν Ἑλλήνων κατοίκων ἔναντι δραχµῶν δύο (2) τό τετραγωνικό κι ὅτι ἐγκαταστάθηκαν ἀνοικτές ἀγροτικές φυλακές γιά Τούρκους βαρυποινίτες, δεδοµένου ὅτι δηµεύθηκαν µοναστήρια καί µειονοτικά σχολεῖα καί ἀπαγορεύθηκε ἡ βοσκή (!) στούς ντόπιους, δεδοµένου ὅτι καταστράφηκαν ναοί και µνηµεῖα, δεδοµένου ὅτι ἀπό ἕναν ἀκµαῖο πληθυσµό 8.200 κατοίκων ἔχουν ἀποµείνει σήµερα µερικές δεκάδες γερόντων, γιατί «εἶναι γραφικό νά θέσει κανείς ζήτηµα ῎Ιµβρου καί Τενέδου»;
Εὐτυχῶς, τό ζήτηµα τῆς Ἴµβρου καί τῆς Τενέδου δέν εἶναι «γραφικό» γιά τό Συµβούλιο τῆς Εὐρώπης, τό ὁποῖο διενήργησε τόν Ἰούνιο 2008 αὐτοψία στά δύο κατεχόµενα ἀπό τήν Τουρκία ἑλληνικά νησιά τοῦ Αἰγαίου καί συνεπέρανε [ἡ ἔκθεση δηµοσιεύεται στήν Καθηµερινή, στίς 22-6-08] ὅτι «τά νησιά κατοικοῦνταν ἀπό Ἕλληνες ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων... Ὁ Ἑλληνικός πληθυσµός ὁδηγήθηκε σέ ἀπίσχανση ἐξ αἰτίας µίας σειρᾶς µέτρων (κλείσιµο ἑλληνικῶν σχολείων, ἀπαλλοτρίωση περιουσιῶν, ποικῖλες µορφές κακοµεταχείρισης) ἀλλά καί οἰκονοµικούς λόγους...» κ.λπ. Τό Συµβούλιο τῆς Εὐρώπης ζητᾶ ἐπείγοντα µέτρα γιά νά ἀνατραπεῖ ἤ τουλάχιστον νά ἀνακοπεῖ ἡ πληθυσµιακή αἱµορραγία τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσµοῦ. Καλεῖ δέ τήν τουρκική κυβέρνηση νά ἐπιτρέψει τήν ἐπαναλειτουργία ἐνός τουλάχιστον ἑλληνικοῦ σχολείου στήν Ἴµβρο, διαπιστώνοντας ὅτι ἕνας µεγάλος ἀριθµός Ἰµβρίων εἶναι ἕτοιµοι νά ἐπιστρέψουν στό νησί ἐάν γίνει κάτι τέτοιο. Ζητᾶ ἐπίσης ἐπιστροφή τῶν ἀπαλλοτριωµένων περιουσιῶν, ἀποκατάσταση τῆς θρησκευτικῆς λειτουργίας ὀρθόδοξων ναῶν, ἀκτοπλοϊκή σύνδεση µέ τήν Ἑλλάδα, δηµιουργία µόνιµης «στρογγυλῆς τραπέζης» τοπικῶν ἀρχῶν καί ἀντιπροσώπων τῶν κοινοτήτων κ.λπ. Εὐτυχῶς τό Συµβούλιο τῆς Εὐρώπης ἀσχολεῖται µέ τό «γραφικό» ζήτηµα τῆς Ἴµβρου καί τῆς Τενέδου καί πράττει αὐτό πού θα ἔπρεπε νά πράττει ἀλλά δέν πράττει τό Ἑλληνικό ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν.
Ἀλλά γραφικό φαίνεται ὅτι δέν εἶναι νά συζητᾶµε τίς (µή ὑποστηριζόµενες ἀντιθέτως ἀπό καµµία διεθνῆ συνθήκη) αὐθαίρετες τουρκικές διεκδικήσεις στό Αἰγαῖο καί στήν Θράκη. Γι’ αὐτό καί ὁ κ. Τσούκαλης, κι αὐτός καθηγητής τοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν, συνάδελφος τοῦ κυρίου Βερέµη, σέ ἐκδήλωση τό 2006 στήν αἴθουσα Καρατζᾶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σχετικά µέ τήν ἔνταξη ἤ µή τῆς Τουρκίας στήν Εὐρωπαϊκή ῞Ενωση, δήλωσε ἐπί λέξει: «Πρέπει νά διαπραγµατευθοῦµε µέ τούς Τούρκους τά κυριαρχικά µας δικαιώµατα»! Σπεύδω νά εἰδοποιήσω τόν ἀναγνώστη ὅτι ὄχι µόνον προκατάληψη δέν ἔχω µέ τό πρόσωπο τοῦ κυρίουΤσούκαλη, ἀλλά εἶχα (λίγες ἑβδοµάδες προηγουµένως) δηµοσιεύσει στήν µηνιαία πολιτική ἐπιθεώρηση Νέα Πολιτική τῶν ἐκδόσεων Παπαζήση, πού διηύθυνα ἀπό κοινοῦ µέ τόν κ. Γιάννη Σακιώτη, ἐγκωµιαστική βιβλιοπαρουσίαση γιά τό τελευταῖο βιβλίο του. Ἀλλά ἡ δήλωση «πρέπει νά διαπραγµατευθοῦµε τά κυριαρχικά µας δικαιώµατα» εἶναι ἀδιανόητη, διότι ὡς γνωστόν καµµία χώρα δέν διαπραγµατεύεται τά κυριαρχικά της δικαιώµατα.
῎Ηµουν στήν αἴθουσα ὅταν ὁ κ. Τσούκαλης ἐξετόξευσε τήν πρωτότυπη ἰδέα του. Πρωτότυπη, διότι, τά κράτη δέν διαπραγµατεύονται τά κυριαρχικά τους δικαιώµατα παρά µόνον ἐάν καταστραφοῦν στρατιωτικά. Ἐµεῖς, ὡς κράτος, µέ τούς Τούρκους ἔχουµε ἕνα µόνον ὑφιστάµενο νοµικά διµερές θέµα: τήν ὑφαλοκρηπίδα. ῎Εχουµε, βεβαίως, τίς παραβιάσεις τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης, τήν ἀποκατάσταση τῆς νοµιµότητας στήν ῎Ιµβρο-Τένεδο καί τά προβλήµατα τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά αὐτά δέν ἀφοροῦν κυριαρχικά δικαιώµατα οὔτε δικά µας οὔτε τῶν Τούρκων, ἀλλά τήν τήρηση τῆς διεθνοῦς νοµιµότητας.
Ἀνέβηκα, λοιπόν, στό βῆµα καί εἶπα σέ ἤπιο τόνο, ἐν µέσῳ ὀχλαγωγίας, ἀπευθυνόµενος στόν προλαλήσαντα κ. Τσούκαλη: «κ. Τσούκαλη, βεβαίως νά συζητήσουµε µέ τούς Τούρκους τά κυριαρχικά µας δικαιώµατα ἀλλά καί τά δικά τους». Ἀλλά ὁ κ. Τσούκαλης δέν µέ ἄκουσε. διότι εἶχε ἤδη ἀποχωρήσει ἀπό τήν αἴθουσα.
Ὁ κ. Τσούκαλης καί ὁ κ. Βερέµης δέν εἶναι δύο τυχαῖοι πανεπιστηµιακοί. Εἶναι ἀντιστοίχως πρόεδρος καί ἀντιπρόεδρος τοῦ ∆.Σ. τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἱδρύµατος Εὐρωπαϊκῆς καί Ἐξωτερικῆς Πολιτικῆς, πού εἶναι τό πιό γνωστό καί τό καλύτερα ἐξοπλισµένο καί ἐπανδρωµένο think-tank (δεξαµενή σκέψης) ἰδιωτικοῦ δικαίου. Τά µέλη του ἔχουν ἄποψη γιά τήν ἐξωτερική µας πολιτική, θέλουν ἡ ἄποψή τους νά ἔχει ἐπιστηµονικό χαρακτῆρα, πολλοί διορίζονται σύµβουλοι καί συµµετέχουν στήν διαµόρφωση τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας. Γνωρίζω πολλά µέλη τοῦ ΕΛΙΑΜΕΠ, πού ἔχουν λαµπρό βιογραφικό καί ἐκπέµπουν ὑπεύθυνες καί συγκροτηµένες ἀπόψεις. (Αἴφνης, θεωρῶ ἰσορροπηµένες καί σοβαρές τίς ἀπόψεις τοῦ ὁµότιµου καθηγητοῦ κ. Θεόδωρου Κουλουµπῆ.) Ἀδυνατῶ νά κατανοήσω ὅµως τήν «γραφικότητα» τοῦ προβλήµατος τῆς ῎Ιµβρου καί τῆς Τενέδου, κατά τόν κ. Βερέµη, καί τήν πρόταση περί διαπραγµατεύσεως τῶν κυριαρχικῶν µας δικαιωµάτων µέ τήν Τουρκία, πού εἰσηγεῖται ὁ κ. Τσούκαλης.
Ἀτυχεῖς στιγµές ἔχουν, ὅµως, καί οἱ πολιτικοί µας, ἰδίως ὅταν βοµβαρδίζονται καθηµερινῶς µέ «πρωτότυπες» ἰδέες καί εὑρεσιτεχνίες. Μία τέτοια εὑρεσιτεχνία, λοιπόν, γεννήθηκε στόν δηµιουργικό ἐγκέφαλο τῆς Λάκαινας (κατάγεται ἀπό τό ἱστορικό Γεράκι) ὑπουργοῦ Παιδείας, τῆς κυρίας Γιαννάκου. ∆έν ἀναφέροµαι στό βιβλίο Ἱστορίας, τό ὁποῖο ἤδη πραγµατεύθηκα, ἀλλά σέ ἕνα ἄλλο ζήτηµα, κυριολεκτικῶς ἀκατανόητο: τήν εἰσαγωγή τῆς τουρκικῆς γλώσσας στήν ἑλληνική δευτεροβάθµια ἐκπαίδευση. Προσοχή! νά µήν παρεξηγηθοῦµε. ∆έν µιλῶ γιά τήν –αὐτονόητη γιά ἕνα δηµοκρατικό κράτος– διδασκαλία τῆς τουρκικῆς στά τουρκόφωνα παιδάκια τῆς Θράκης. Μιλῶ γιά τήν εἰσαγωγή τῆς τουρκικῆς στά σχολεῖα τῶν ἑλληνοπαίδων.
Ἰδού ἡ σχετική ὑπουργική ἀπόφαση, τήν ὁποία παρακαλῶ τόν ἀναγνώστη νά διαβάσει προσεκτικά:

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ∆ΕΥΤΕΡΟ

Ἀρ. Φύλλου 867
10 Ἰουλίου 2006
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Ἀριθµ. 61539/Γ2
Ἀναλυτικό Πρόγραµµα Σπουδῶν γιά τή διδασκαλία τῆς Τουρκικῆς Γλώσσας στήν Α΄, Β΄ καί Γ΄ τάξη τοῦ Γυµνασίου
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙ∆ΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
......................................................................................................................
Καθορίζουµε τό Ἀναλυτικό Πρόγραµµα Σπουδῶν γιά τή διδασκαλία Τουρκικῆς Γλώσσας στήν Α΄, Β΄ καί Γ΄ τάξη τοῦ Γυµνασίου ὡς ἑξῆς:
ΕΠΙΠΕ∆Ο ΑΡΧΑΡΙΩΝ
1. Εἰδικοί Σκοποί
Μέ τή διδασκαλία τῆς τουρκικῆς γλώσσας στό Γυµνάσιο ἐπιδιώκεται οἱ µαθητές νά ἀναπτύξουν τήν ἐπικοινωνιακή ἱκανότητα προκειµένου νά ἔρθουν σέ ἐπαφή µέ τήν ἐπίσηµη γλῶσσα µιᾶς γειτονικῆς χώρας, τῆς Τουρκίας. Συγκεκριµένα:
• Νά κατανοοῦν καί νά παράγουν προφορικό καί γραπτό λόγο.
• Νά ἀναπτύσσουν γλωσσολογική καί κοινωνιογλωσσική ἱκανότητα. Ἡ ἐκµάθηση τῆς τουρκικῆς γλώσσας θά συµβάλλει στήν ἐνεργό συµµετοχή σέ µιά πολυπολιτισµική κοινωνία καί τήν κατανόηση τῆς διαφορετικότητας.
• Νά ἐξοικειώνονται µέ διαφορετικά ἐπίπεδα καί εἴδη λόγου.
• Νά ἀναπτύσσουν πραγµατολογική ἱκανότητα, δηλαδή νά ἀναπτύσσουν λειτουργικές δεξιότητες λόγου.
• Νά χρησιµοποιοῦν τήν τουρκική γλῶσσα ὡς µέσο ἀπόκτησης νέων γνώσεων καί πολιτισµικῶν ἐµπειριῶν.
2. Στόχοι, Θεµατικές ἑνότητες, Ἐνδεικτικές δραστηριότητες
Ὁρίζονται µόνο θεµατικές περιοχές µέσα ἀπό τίς ὁποῖες πραγµατώνονται οἱ γλωσσικές πράξεις καί ἡ κοινωνιογλωσσική διάσταση τῆς γλώσσας.
......................................................................................................................

ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
......................................................................................................................
ΣΤ) Τήν ἰδιαιτερότητα τῆς περίπτωσης, δεδοµένου ὅτι ἡ τουρκική γλῶσσα εἶναι ἡ µητρική γλῶσσα µερίδας τοῦ πληθυσµοῦ τῆς Ἑλλάδας.
......................................................................................................................
• Νά γνωρίσουν τίς ἱστορικές καί κοινωνιολογικές διαστάσεις τοῦ τοπικοῦ πολιτισµοῦ µέσα ἀπό ἐπιστηµονικές ἀναλύσεις τῶν µύθων, ἠθῶν καί ἐθίµων τῆς περιοχῆς οὕτως ὥστε νά εὐαισθητοποιηθοῦν ὡς πρός τήν πολυπολιτισµικότητα πού βιώνουν.

Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκπληκτικοῦ κειµένου, ἔχω νά κάνω τά ἑξῆς σχόλια:
Πρῶτον: προφανῶς τό ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευµάτων θεωρεῖ ὅτι ἔχει ἐκπληρώσει τίς ὑποχρεώσεις του στό ζήτηµα τῆς ἐπαρκοῦς ἐκµάθησης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπό τούς ἑλληνόπαιδες, ὁπότε µπορεῖ νά προχωρήσει καί στήν διδασκαλία πλέον τῆς τουρκικῆς.
∆εύτερον: προφανῶς τό ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευµάτων θεωρεῖ ὅτι ἡ στρατιωτική κατοχή τῆς µισῆς Κύπρου ἀπό τόν Ἀττίλα, οἱ παραβιάσεις τοῦ ἐθνικοῦ χώρου, τό casus belli καί οἱ ἐκπεφρασµένες τουρκικές διεκδικήσεις εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος δηµιουργοῦν εὐχάριστο κλῖµα καλῆς γειτονίας καί πολυπολιτισµικότητας, κατάλληλο γιά τήν διδασκαλία τῆς τουρκικῆς γλώσσας στά ἑλληνικά σχολεῖα.
Τρίτον: προφανῶς τό ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευµάτων ἔχει ἐπίσηµες διαβεβαιώσεις ὅτι τό τουρκικό ὑπουργεῖο Παιδείας ἔχει ἀποφασίσει τήν ἀντίστοιχη εἰσαγωγή τῆς διδασκαλίας τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας στά τουρκικά γυµνάσια καί λύκεια.
Καί τρεῖς ἀπορίες:
Ἀπορία πρώτη: σέ ποιά γενικώτερη ἐθνική στρατηγική ἐντάσσεται τό ἐν λόγῳ µέτρο;
Ἀπορία δεύτερη: στά λεξικά νεοελληνικῆς γλώσσας πού διαθέτει τό ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευµάτων, ὑπάρχει ἄραγε τό λῆµµα ἐθνική ἀξιοπρέπεια;
Ἀπορία τρίτη: µήπως τελικά πρέπει νά ζητήσουµε συγγνώµη ἀπό τούς Τούρκους γιά τό 1821;

Ὁπωσδήποτε, ἡ κυρία Γιαννάκου δέν εἶναι ὑπεύθυνη γιά κάτι ἄλλο, πού διεπράχθη ἐπί τῶν προκατόχων της: τό βιβλίο Νεώτερης καί Σύγχρονης Ἱστορίας τῆς Γ΄ Λυκείου, πού συνέγραψαν τρεῖς ἔγκριτοι ἱστορικοί (Σκουλάτος, ∆ηµακόπουλος, Κόνδης), καί ἐξεδόθη τό 1997. Στήν σελ. 117 ἀναφέρεται στήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης καί ὀρθότατα στούς ἐξαιρετέους ἀπό τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσµῶν µουσουλµάνους τῆς ∆υτικῆς Θράκης, κατά τήν διατύπωση τῆς Συνθήκης, συµπεφωνηµένη τό 1923 καί ἀπό τήν ἑλληνική καί ἀπό τήν τουρκική διπλωµατική ἀντιπροσωπεία. Στήν 7η ἔκδοση, ὅµως, τοῦ βιβλίου, τό 1990, ὡς διά µαγείας, καί ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συγγραφέων του, ἡ λέξη µουσουλµανική ἔγινε τουρκική. Ἐνῷ στήν 10η ἔκδοση, τό 1993, ξανάγινε µουσουλµανική. (∆ιαθέτω τά ἀντίγραφα.) ∆ηλαδή, ἐπί τρία χρόνια, οἱ ῞Ελληνες µαθητές µάθαιναν περί τουρκικῆς µειονότητος, κατά παράβασιν τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης. ∆ηλαδή, τό ἑλληνικό κράτος παραβίασε τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης εἰς βάρος του...
∆έν θά µάθουµε ποτέ, φυσικά, πῶς παρεισέφρυσε τό τυπογραφικό αὐτό λάθος στό σχολικό ἐγχειρίδιο.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ