Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Γιώργος Ανδρειωμένος: Αναζητώντας τον «άλλο» Κάλβο


Γιώργος Ανδρειωμένος: Αναζητώντας τον «άλλο» Κάλβο: επιστημονικές ενασχολήσεις του στην Κέρκυρα (1826-1852). Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2013, σελ.172.


Ο Γ. Ανδρειωμένος ασχολείται αυτή την φορά με μια πλευρά της δραστηριότητας του Α.Κάλβου που θα την χαρακτηρίζαμε πιο επιστημονική. Απλώνεται κυρίως στην διάρκεια των είκοσι έξι ετών που ο ποιητής έζησε στην Κέρκυρα.
Ο Κάλβος υπήρξε μια  πολυμαθή προσωπικότητα. Ήδη από νεαρός δίπλα στον Ούγο Φώσκολο «είχε δείξει τη μεγάλη του έφεση για μελέτη και μάθηση»(σελ.16). Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του βιοπορίστηκε ως δάσκαλος. Μετάφρασε   στα γαλλικά τη πραγματεία του Ιωάννη Καραντηνού «Έρευνα περί της φύσεως του Διαφορικού Υπολογισμού». Επίσης μετάφρασε το βιβλίο του περιηγητή Ignaz Palme για το κλίμα του αφρικανικού Κορντοφάν(1845), καθώς και «ένα σύντομο οικονομολογικό άρθρο για την αξία της καλλιέργειας της μετάξης(1845) και ένα απόσπασμα από τον Inno alle Grazie του Foscolo (1846)»(σελ.19).
Το βιβλίο περιέχει εκτενή και κατατοπιστική εισαγωγή του Γ. Ανδρειωμένου, τα τρία παραπάνω δοκίμια που μετάφρασε ο Κάλβος, με σχολιασμό καθώς και Επίμετρο του Δ.Πατσόπουλου που αναφέρεται στο φιλολογικό και μαθηματικό της μετάφρασης από τον Κάλβο του έργου του Ι.Καραντηνού για τον Διαφορικό Υπολογισμό

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Μία επίκαιρη σκέψη του Γ.ΣΕΦΕΡΗ


ΡΗΞΗ φ.100

Στο Πολιτικό Ημερολόγιο του Γ.Σεφέρη,  υπάρχει μια καταγραφή στις 1 Οκτωβρίου του 1945, που παρότι  πρόκειται για  μια σκέψη που απευθύνεται στον ίδιο, περιγράφει αδρά και ρεαλιστικά την κατάσταση του νεοελληνισμού της εποχής του, αλλά δυστυχώς βρίσκει  πλήρη αντιστοιχία  και στην σημερινή μας πραγματικότητα.
« Αποκαρδιωμένος όπως πάντα ύστερα από κάτι τέτοια, μολονότι τα είδα τόσες και τόσες φορές, όπου η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις. Γιατί; Γιατί είμαι δεμένος μ’ αυτό τον τόπο και μολονότι δεν έχω καμιά απολύτως φιλοδοξία για πολιτική δράση μου φαίνεται σαν ένα είδος ακρωτηριασμού να πω ξαφνικά να σας χέσω και να αποξενωθώ από όλα αυτά. Γιατί είμαι βέβαιος πώς τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν την ζωντανή Ελλάδα, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε και υπάρχουν άγνωστοι, πολλοί που δεν ξέρουν αλλά που αξίζουν, που σε φωνάζουν »[1].
       Ο Σεφέρης εύστοχα περιγράφει μια άθλια, ημιμαθή, ηγετική ελίτ που διακρίνεται από την άλλη την ζωντανή και εν πολλοίς άγνωστη Ελλάδα. Σε αντίθεση με κάποιους σύγχρονους μας διανοούμενους, που ο αντιλαϊκισμός τους είναι η πρόφαση για να αθωώσουν την καθόλα χρεοκοπημένη ελίτ, αυτός λέει τα πράγματα με το όνομά τους.
Μάλιστα η σημερινή κατάσταση είναι πολύ πιο θλιβερή, παρά τις πολλές αναλογίες και ομοιότητες με ότι συνέβαινε την εποχή που έγραφε ο ποιητής. Τους δοσίλογους, συνεργάτες και μαυραγορίτες της κατοχής διαδέχθηκαν αυτοί που ροκάνισαν τις πιστώσεις του σχεδίου Μάρσαλ. Βεβαίως ότι έγινε με τα διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα ξεπερνά σε έκταση κάθε προηγούμενο. Διότι η πλήρης απουσία ελεγκτικών μηχανισμών συνοδεύτηκε από δύο γεγονότα: την κυριαρχία μιας πολιτικής ελίτ, ημιμαθούς, ηθικά αχαλίνωτης, μιζαδόρικης  και τον έλεγχο της με πολλούς τρόπους από εξωγενείς δυνάμεις.
Ουσιαστικά το πολιτικό-οικονομικό σκηνικό ελέγχθηκε από μια διακομματική ελίτ, που παρότι επικαλέσθηκε  σε πολλές περιπτώσεις τον ευρωπαϊσμό και τον εκσυγχρονισμό, η ίδια έχει χαρακτηριστικά φεουδαρχικά όπου η πρωθυπουργία, ή υπουργία, ή η βουλευτική έδρα κληρονομείται στον υιό, στον ανεψιό, στον εγγονό όσο και αφελής, ή ανόητος, ή διεφθαρμένος, ή ημιμαθής, ή αγράμματος και ας είναι. Στα πλαίσια αυτά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία  ακυρώθηκε και η όποια ανανέωση προσώπων γίνεται, αφορά πρόσωπα ασήμαντα στην μεγάλης τους πλειοψηφία, που μπορούν εύκολα να χειραγωγηθούν. Οι εκπρόσωποι δεν αισθάνονται καμιά ηθική δέσμευση απέναντι σε αυτούς που υποτίθεται εκπροσωπούν. Οι θεσμοί απέμειναν νεκροί, ενώ τα μνημόνια δώσανε το οριστικό κτύπημα στην συνταγματική τάξη. Η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών και η αμοιβαία ανοχή, μια σημαντική κατάκτηση της μεταπολίτευσης δεν μπορεί προς το παρόν να επηρεάσει σημαντικά τις εξελίξεις. Οι  «ευρωπαϊστές» μας, παρά την ανησυχία όσων θεωρούν ότι θα πρέπει να διασωθεί η ιδιαίτερη ταυτότητα μας, δεν ενδιαφέρθηκαν τόσο για την εισαγωγή επείσακτων θεσμών όσο για την ενθυλάκωση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.  
Η άθλια αυτή ελίτ, επειδή είναι αργόσχολη και δεν έχει  καμιά σχέση με την πνευματική ή την χειρωνακτική εργασία, απασχολείται αποκλειστικά με διαμεσολαβητικές και παρασιτικές ασχολίες που δεν προϋποθέτουν κόπο και προσπάθεια. Είναι συνεπώς εξηγήσιμο γιατί οι εισροές που προήλθαν είτε από τα ευρωπαϊκά ταμεία και προγράμματα είτε από τον εν γένει  δανεισμό δεν χρησιμοποιήθηκαν για να εκσυγχρονιστούν οι υποδομές της ελληνικής οικονομίας, ώστε να λάβει παραγωγικές κατευθύνσεις, αλλά και να ενισχυθεί ουσιαστικά  η εθνική άμυνα, αλλά ως μέσο για να στηθεί και να αναπαραχθεί μια πολιτική-οικονομική ελίτ με μαφιόζικα χαρακτηριστικά, που είχε την διαφθορά ως τρόπο ύπαρξης.
Βεβαίως μέσα ενημέρωσης και σοβαροί δήθεν διανοούμενοι παίζουν  στα αυτιά μας την μελωδία της συλλογικής ενοχοποίησης. Σαν να  έχουν την ίδια ευθύνη οι μιζαδόροι με τους πολιτικούς πελάτες τους. Μπορεί να θυσιάζονται στοιχεία όπως ο Τσοχατζόπουλος και ο Σμπώκος  που είχαν καεί και αποβληθεί, ή άλλοι που κινούνται στα όρια της γραφικότητας όπως ο Λιάπης, ή μικρότερα «ψάρια» όπως ο Τομπούλογλου, ενώ από την άλλη πλευρά οι αμέριμνοι «αγωνιστές» της αριστεράς επενδύουν σε διεθνή κεφάλαια, γεμίζουν τις καταθέσεις τους με εκατομμύρια ευρώ  και απολαμβάνουν τις μοναδικές αποζημιώσεις από τις τράπεζες που ελάχιστα απασχολήθηκαν, αλλά η βαθιά, ουσιαστική, πραγματική κάθαρση είναι ένα ζητούμενο που θα εξαρτηθεί από την ετοιμότητα της δικαιοσύνης αλλά και του ελληνικού λαού.
Μαζί με τον ποιητή Γ.Σεφέρη μπορεί να «ξερνάμε» για τις ελίτ, αλλά γνωρίζουμε ότι υπήρχε και υπάρχει μια πραγματικότητα του ελληνισμού, που αξίζει να την αναδεικνύουμε και να την υπερασπιζόμαστε  με νύχια και δόντια. Είναι η πραγματικότητα του Σεφέρη, του Ελύτη, του Θεόφιλου, του Ρίτσου, του Πικιώνη, του Εγγονόπουλου  και πολλών άλλων γνωστών και άγνωστων.





[1] Γ.Σεφέρης, Πολιτικό Ημερολόγιο, εκδόσεις Κυριακάτική Ελευθεροτυπία, τόμος β’, σελ.49.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Νέος Λόγιος Ερμής τ.8


ΝΕΟΣ ΕΡΜΗΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ
ΤΕΤΡΑΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 37, 106 77 Αθήνα, τηλ.: 210 3826319 fax: 210 3839930,
emailinfo@emep.grwww.emep.gr
τεύχος 8ο (Φθινόπωρο 2013)
Όψεις βυζαντινής και μεταβυζαντινής ιστορίας
Ο ρομαντισμός, η Φύση, το Έδαφος
Το ελληνιστικό μυθιστόρημα
Ηράκλειτος
Το 8ο τεύχος του Λόγιου Ερμή, ανοίγει με την ποιητική συμβολή της Τασούλας Καραγεωργίου («Βιογραφικό»), και παρουσιάζει για πρώτη φορά στα ελληνικά ένα κείμενο του Κώστα Παπαϊωάννου για το ελληνιστικό μυθιστόρημα, γραμμένο στα 1973, επικεντρωμένο κατ’ εξοχήν στο Δάφνις και Χλόη του Λόγγου και τον Λουκιανό. Ο Μιχάλης Μερακλής, στη μικρή του μελέτη για τον Οιδίποδα Τύραννο συνεχίζει τον προβληματισμό του για την αρχαία ελληνική γραμματεία και καταδεικνύει την προέλευση του ήρωα του Σοφοκλή από παλιότερους λαϊκούς μύθους. Το δοκίμιο του Εντγκάρ Μορέν για τον Ηράκλειτο αποτελεί έναν ύμνο στον μεγάλο «σκοτεινό» και εισάγει τη «διαλογική» αντίληψη του συγγραφέα, σύμφωνα με την οποία, η αντίφαση ανάμεσα στους δύο αντίπαλους πόλους δεν αίρεται διά της συνθέσεως, όπως υποστηρίζουν ο Χέγκελ και ο Μαρξ, αλλά συχνά παραμένει εσαεί ανυπέρβλητη. Ο Σωτήρης Σόρογκας σ’ ένα υπέροχο μικρό κείμενό για το Άγιο Όρος περιγράφει τη θαμβωτική πρώτη επαφή του με το θεοβάδιστον όρος και τον χώρο της πίστης. Ο καθηγητής Νίκος Τριανταφυλλόπουλος,  με αφορμή το ζήτημα που έχει ανακύψει για την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και λατινικών στο σχολείο, περιγράφει το επίπεδο της ελληνομάθειας του ελληνικού πανεπιστημίου στη δεκαετία του ’50 και τοποθετείται εμμέσως στην τρέχουσα συζήτηση. Ο Μιχάλης Πάτσης, ασχολείται με ένα «ξεχασμένο» θέμα: την ποιητική δημιουργία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην ΕΣΣΔ, επιμένοντας ιδιαίτερα στις περιπτώσεις του Αλέξη Πάρνη, του Πέτρου Ανταίου και του Γιάννη Μότσιου.
* * *
Στο δεύτερο μέρος, ο Γιώργος Καραμπελιάς (Ο ρομαντισμός, η φύση, το έδαφος), επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση του ρομαντισμού με τον εργαλειακό ορθολογισμό, επιμένοντας ιδιαίτερα στη σχέση του ανθρώπου με την φύση και το «έδαφος» ως συστατικά στοιχεία της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο Κώστας Μελάς καταγράφει την ιστορία του ελληνικού τραπεζιτικού συστήματος (1833-1944), και τον μεταπρατικό του ρόλο. Ο Joachim Jachnow, στο εκτενές κείμενό του «Τι συμβαίνει με τους Γερμανούς Πράσινους», διερευνά τη σταδιακή ενσωμάτωση ενός κάποτε αμφισβητησιακού κινήματος στην υπό διαμόρφωση γερμανική αυτοκρατορική ομοψυχία. Ο Θανάσης Κωτσάκης, με αφορμή τη δράση των δυτικών  μισσιονάριων στα νησιά του Αιγαίου, αναδεικνύει μία από τις σημαντικότερες όψεις του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.
* * *
Το τεύχος περιλαμβάνει ένα αφιέρωμα στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία. Παρουσιάζεται, αρχικώς, το δεύτερο μέρος –για την ελληνικότητα της βυζαντινής τέχνης– του εκτενούς δοκιμίου του συγγραφέα Γιάννη Ταχόπουλου, «Η Βυζαντινή Τέχνη». Ο διδάκτορας Σωτήρης Δημόπουλος εξετάζει την πρόσληψη των σχέσεων του ευρωπαϊκού πολιτισμού με το Βυζάντιο στο έργο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και την  μετάβαση από την αγνόηση του Βυζαντίου στην αποδοχή του. Ο καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος, (Ο Γεώργιος Τραπεζούντιος και το Ισλάμ) παρουσιάζει το ιστορικό της απέλπιδος απόπειρας του Τραπεζουντίου να μετατρέψει τον Μωάμεθ τον Πορθητή σε… προστάτη των ραγιάδων, μέσα από τη συγχώνευση Ισλάμ και χριστιανισμού, ενώ ο φιλόλογος Κωνσταντίνος Δάλκοςεξετάζει ενδελεχώς τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η εικονομαχία στα σχολικά βιβλία της ιστορίας.
* * *
Ως προς την κίνηση του βιβλίουo Κώστας Σταματόπουλος επιχειρεί μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Μελέτη Μελετόπουλου για τον Κωνσταντίνο Καραβίδα και τον κοινοτισμό,  ενώ ο Γιάννης Ταχόπουλος παρουσιάζει το βιβλίο του γεννήτορα του «μακεδονισμού», Κρίστε Μισίρκοφ Μακεδονικές υποθέσεις γραμμένο στα 1903, το οποίο μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά. Ο καθηγητής παλαιοντολογίας Τιμ Φλάνερυ ανοίγει τον προβληματισμό μας πάνω σε μία εφιαλτική εξέλιξη της οικολογικής κρίσης, τη σταδιακή κατάληψη των ωκεανών από τις… μέδουσες, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο της Αμερικανίδας βιολόγου Lisa-Ann Gershwin, Stung! On Jellyfish Blooms and the Future of the Ocean.  Ο Δημήτρης Μπαλτάς  παρουσιάζει τα βιβλία των Άλισταιρ Μακιντάιρ λλογα ξαρτημέναντα. Γιατί ο νθρωποι χρειάζονται τίς ρετές και των U. Duchrow-F.J. Hinkelammert, διοκτησία γιά τούςνθρώπους, χι γιά τό κέρδος και ο Σπύρος Κουτρούλης το Τεχνικό σύστημα του Ζακ Ελλύλ, του πατέρα της κριτικής στη τεχνολογική αλλοτρίωση του κόσμου μας.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Νέα έκδοση βιβλίου του σημαντικού φιλόσοφου Κ.ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις



Τίτλος: Η Κληρονομιά του Αλέξανδρου
Συγγραφέας: Κώστας Παπαϊωάννου
Μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου
Σελ. 112
Εναλλακτικές Εκδόσεις 2013
Έξι αιώνες μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ένας Έλληνας από την Αίγυπτο, παίρνοντας το όνομα του Καλλισθένη, του συντρόφου του μεγάλου Μακεδόνα, συγκέντρωσε σε μια ενιαία αφήγηση όλα τα όνειρα που το όνομα του Αλέξανδρου είχε απελευθερώσει στην ελληνιστική Ανατολή.
Μέσω της λατινικής μετάφρασης του Ιούλιου Βαλέριου (4ος αιώνας) και εκείνης του αρχιερέα Λέοντα (10ος αιώνας), το Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου, έγινε γνωστό σε όλους τους λαούς της Ευρώπης και αναπαράχθηκε σε πολλές γλώσσες, φτάνοντας μέχρι την Ισλανδία. Παρομοίως, και οι ανατολικοί λαοί μετέγραψαν στις γλώσσες τους την αφήγηση του ψευδο-Καλλισθένη, εμπλουτίζοντάς την με παραλλαγές που ο αλεξανδρινός μύθος είχε γεννήσει στην Ανατολή. Έτσι, για τους Αιγυπτίους, ο Αλέξανδρος υπήρξε ο γιος του τελευταίου Φαραώ, Νεκτανεβώ Β΄, ενώ οι Πέρσες Φιρντουζί (10ος αι.) και Νιζάμι (12ος αι.) τον είχαν μεταβάλει σε εθνικό ήρωα του Ιράν. Υιοθετημένος από την εσχατολογική ιουδαϊκή φιλολογία, ο Αλέξανδρος είναι επίσης παρών στο Κοράνι, όπου αναφέρεται ως Ισκαντέρ Δουλ-Καρνεΐν («Αλέξανδρος Δικέρατος»). Αναρίθμητες είναι οι μεταφράσεις του Μυθιστορήματος του Αλέξανδρου, στη συριακή, αρμενική, κοπτική, αιθιοπική, τουρκική, μαλαϊκή, σιαμέζικη και λοιπές γλώσσες. Ακόμα και σήμερα, οι οικογένειες των ευγενών του Μπαντακσάν, στις υπώρειες του Ιντουκούς, ισχυρίζονται πως κατάγονται από τον Αλέξανδρο, ενώ οι Καφίρ των ορέων του Νουριστάν θεωρούν ως προγόνους τους  στρατηγούς και τους στρατιώτες του. Παρομοίως, ο πρόεδρος Σοεκάρνο είχε μεταμορφωθεί από τους κατοίκους της Ιάβας σε απογόνους του μεγάλου Ισκαντέρ Αγκούνγκ…
Στο βάθος αυτής της οικουμενικής ονειροφαντασίας βρίσκεται ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός: αν ο Αλέξανδρος κατέστη ο μοναδικός ήρωας, κοινός σε Ανατολή και Δύση, αυτό συνέβη γιατί ο κόσμος που δημιούργησε εκπροσωπεί τη μεγαλύτερη διεθνή κοινότητα που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

17 Δεκεμβρίου: Η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γ.Καραμπελιά



Οι Εναλλακτικές Εκδόσεις την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου στις 19:30  οργανώνουν εκδήλωση – συζήτηση πάνω στο νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Μια Υπονομευμένη Άνοιξη, στις ρίζες της οικονομικής εξάρτησης (θα κυκλοφορήσει τη Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου). Ο Γιώργος Καραμπελιάς συζητάει για το τελευταίο του βιβλίο με τους δημοσιογράφους Στάθη Σταυρόπουλο (Real News) και Νίκο Ξυδάκη (Καθημερινή). Στο χώρο πολιτικής και πολιτισμού του Άρδην, Ξενοφώντος 4, 6ος όροφος, πλ. Συντάγματος.

Σύντομη παρουσίαση του βιβλίου:
"Η εκθεμελιωτική οικονομική κρίση που βιώνουμε υπακούει σε μεγάλα διεθνή ρεύματα αλλά αποτελεί παράλληλα συνέπεια και κορύφωση της παρασιτικής ένταξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στη Δύση. Αυτή ολοκληρώθηκε στη διάρκεια μιας μακράς ιστορικής διαδρομής, που ξεκινά από τον… 11ο αι., όταν ο βυζαντινός ελληνικός κόσμος άρχισε να υποτάσσεται οικονομικά στη Βενετία και τη Γένοβα. Σταθμοί  σε αυτή την πορεία απώλειας της αυτονομίας μας υπήρξαν αρχικώς η κατάκτηση και ο διαμελισμός του Βυζαντίου, μετά το 1204, η Άλωση του 1453 και, εν συνεχεία, μια ατελής και ανολοκλήρωτη εθνική χειραφέτηση.
Μέσα από τη διαρκή οικονομική πίεση της Δύσης και την επεκτατική παρουσία της τουρκικής Ανατολής, η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να μετεξελιχθεί σε έναν αυτόνομο παραγωγικό πόλο. Tο ελληνικό κοινοτικό και εταιριστικό παραγωγικό μοντέλο αποσυντέθηκε και οι άρχουσες τάξεις της προσδέθηκαν παρασιτικά στη Δύση, ως μεταπράτες προϊόντων, ιδεών, προτύπων.
Οι επανειλημμένες απόπειρες για οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, κάθε φορά, σκόνταφταν σε αυτή τη διπλή πίεση. Αυτή ακριβώς τη μακρόσυρτη διαδικασία συγκρότησης και αποδόμησης θα αποκαλέσει «καημό της ρωμιοσύνης» ο Κωστής Μοσκώφ.
Κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ελληνικής Αναγέννησης, από το 1700 έως το 1922, ο ελληνισμός αναπτύσσεται γοργά και στο οικονομικό πεδίο. Επιλέγοντας ορισμένες προνομιακές «στιγμές», τη ναυτοσύνη, τη Μοσχόπολη, τα Αμπελάκια, την «άγρια ανωμαλία» του αυτόκεντρου σαμιακού μοντέλου, τη Διασπορά και το «χιακό δίκτυο», τους Φαναριώτες και τον ρόλο τους, προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τις διαδικασίες της άνθησης και ταυτόχρονα τις αιτίες της μεταπρατικής υποστροφής. Μια υποστροφή που βρίσκεται στο υπόβαθρο της σημερινής καθολικής κρίσης του παρασιτικού οικονομικού μοντέλου στην Ελλάδα.
Όταν οι Έλληνες δοκίμασαν να συγκροτήσουν μια κρατική δομή, με την Επανάσταση του ’21, προσέκρουσαν στην αντίθεση τόσο της οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και των δυτικών δυνάμεων, που δεν επιθυμούσαν τη συγκρότηση ενός νέου ελληνικού κράτους στη θέση του Βυζαντίου. Οι συνδυασμένες προσπάθειές τους θα οδηγήσουν στη δημιουργία ενός κράτους –αθύρματος– που δεν μπόρεσε να προστατεύσει την παραγωγική δραστηριότητα και αποικιοποιήθηκε, μέσω των δανείων, στις δυτικές τράπεζες. Και, δυστυχώς, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε ποτέ να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο και ισχυρό κράτος, ικανό να προφυλάξει και να ενισχύσει την παραγωγή, με αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να μεταβληθεί σε παρασιτική απόφυση της Δύσης."


Ένα νέο βιβλίο του ιστορικού Απόστολου Διαμαντή που αξίζει να διαβάσουμε



Στο βιβλίο αυτό εκτίθεται συνοπτικά η πορεία του ελληνικού έθνους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα διερευνάται μια μεθοδολογική εκτροπή στον χώρο της τρέχουσας ιστοριογραφίας, η οποία έχει σοβαρές επιπτώσεις στην έρευνα, καθώς έχει μεταφέρει το ερευνητικό πεδίο από τη μελέτη των υπαρκτών παραδόσεων, από τη μελέτη των κοινωνικών σχέσεων, στην πολιτική ιδεολογία.
Η εκτροπή αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται ιστορικές πραγματικότητες, όπως το έθνος, ως ιδέες, ως προϊόντα νοητικά του κράτους, του νομικού κανόνα δηλαδή. Πρόκειται για μια σαφή κανονιστική εκτροπή της ελληνικής ιστοριογραφίας.
Αυτήν ακριβώς την πολιτικολογούσα κανονιστική ιστοριογραφία θα προσπαθήσουμε στο μικρό αυτό δοκίμιο να αντιμετωπίσουμε, πάνω στο αγαπημένο  της έδαφος: την εθνική διάσταση. Και, κυρίως, πάνω στο πιο εκλεκτό της τέκνο, το ελληνικό έθνος, το οποίο κατά ένα περίεργο τρόπο κατέστη τα τελευταία χρόνια ο προσφιλής στόχος κάθε νέου ιστορικού, που ήθελε να δώσει τα διαπιστευτήριά του στο νέο ιστοριογραφικό καθεστώς.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Ποιός ήταν ο Αλέξανδρος Κοζέβ (Alexandre Kojève)




ΡΗΞΗ φ.99

Σε άρθρο του Ιταλού φιλόσοφου Τ.Αγκαμπέν, που γνώρισε πανευρωπαϊκή απήχηση και αναδημοσιεύθηκε σε πολλές ιστοσελίδες, επαναφέρεται η από το 1949 πρόταση του Γάλλο-Ρώσου στοχαστή  Α.Κοζέβ, προς τον Ντε Γκώλ,  που υποστήριζε ότι επειδή με το πέρασμα του χρόνου, ο γερμανικός ηγεμονισμός, θα επανερχόταν, ίσως με άλλα μέσα και διαφορετικά όπλα από ότι στο παρελθόν, αλλά το ίδιο πειστικά  απειλητικός για όλους τους λαούς  της γηραιάς ηπείρου, η μόνη λύση  θα ήταν η έγκαιρη δημιουργία της Ευρώπης των λατινικών-καθολικών λαών. 
Η γερμανική κυριαρχία, φαίνεται προς το παρόν αδιαμφισβήτητη .Δεν μπορεί να την απειλήσει ούτε η Γαλλία, ούτε η Μ.Βρεταννία, ενδεχομένως ούτε οι ΗΠΑ. Συνεπώς η πρόρρηση του Α.Κοζέβ φαίνεται ότι σήμερα επαληθεύεται.
Ποιος ήταν όμως ο Α. Κοζέβ ; Πρόκειται για τον κατ’ εξοχήν χεγκελιανό φιλόσοφο, που μεσοπολεμικά δίδαξε τον Χέγκελ σε στοχαστές που επρόκειτο μεταπολεμικά να ξεχωρίσουν όπως, ο Ρ.Αρόν, ο Τ.Μπατάϊγ, ο Λακάν , ο Μπρετόν , ο Μερλώ Ποντύ. Δυστυχώς στην γλώσσα μας δεν έχει μεταφραστεί το έργο του, εκτός από ένα δοκίμιο με τον τίτλο «Τυραννία και σοφία» (μετ.Ευρυδίκη Παπάζογλου) , που αποτελεί ευφυές σχόλιο  στο έργο του Ξενοφώντα: Ιέρων ή Τυραννικός και στο σχετικό δοκίμιο του Λέο Στράους: Περί τυραννίδος[1] 
Η πιο πρόσφατη και πιο τρανταχτή επιρροή  του Α.Κοζέβ είναι ο Φ.Φουκουγιάμα  και το έργο  του «Το τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος»[2] Πρόκειται για ένα έργο το οποίο βέβαια δεν κρύβει αλλά ομολογεί τις επιρροές που δέχτηκε από τον Α.Κοζέβ. Ο Λέο Στράους, που διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του, ήταν αυτός που τον γνώρισε στους αμερικάνους νεοφιλελεύθερους. Μάλιστα η επίδραση του ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ο Φουκουγιάμα, δίχως πρωτοτυπία εξαντλήθηκε  στην αυτούσια μεταγραφή της σκέψης του και κάποιων αποφάνσεων του Νίτσε, τοποθετώντας το τέλος της Ιστορίας   στη φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία υποτίθεται ότι απαντά οριστικά και αμετάκλητα στα ερωτήματα της ιστορίας για γόητρο και αναγνώριση αλλά και στην εγελιανήδιαλεκτική σχέση αφέντη και δούλου.
Μακριά από εσχατολογίες ο Π.Κονδύλης  αποφαίνεται ότι ο Κοζέβ «αξιοποίησε δημιουργικά την εγελιανή εννοιολογία και σκιαγράφησε εντυπωσιακά το πρόβλημα της ισχύος και του αγώνα για ισχύ. Η στενή σύνδεση αυτού του προβλήματος με το πρόβλημα του ειδοποιού γνωρίσματος του ανθρώπου σε σχέση με το (υπόλοιπο) ζωικό βασίλειο τοποθετεί εδώ την ανάλυση- διαφορετικά από την όψιμη οντολογία του Nietzsche- εξ ολοκλήρου πάνω στο επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού και της ανθρώπινης ιστορίας, ενώ συνάμα η θεωρία των ψυχορμήτων εν μέρει τροποποιείται και εν μέρει παραμερίζεται σιωπηρά. Στη θέση του ψυχόρμητου μπαίνει η επιθυμία , η οποία βέβαια καθ’ εαυτήν προέρχεται από την βιολογική  υφή του ανθρώπου, όμως ο ειδοποιός ανθρώπινος χαρακτήρας της ξεπερνά κατά πολύ το ζωικό  στοιχείο και μάλιστα απαιτεί θυσία του ζωικού στοιχείου (δηλαδή της βιολογικά εννοούμενης αυτοσυντήρησης). Μέσα στη συχνά ανώφελη επιθυμία για  ό,τι επιθυμούν άλλοι – και μάλιστα μόνο και μόνο επειδή το επιθυμούν  άλλοι-, μέσα στην επιθυμία της αναγνώρισης και μέσα στον θανάσιμο αγώνα γοήτρου συγκροτείται το ανθρώπινο όν ως αυτοσυνείδηση και μαζί του και η Ιστορία, ο τελικός σκοπός της οποίας προσδιορίζεται επομένως από την τέτοια συγκρότηση του ανθρώπινου όντος»[3].
Τις πιο ενδιαφέρουσες και πολύτιμες πληροφορίες για τον Κοζέβ τις αντλήσαμε από μια μελέτη που αφορά τον Γερμανό πολιτειολόγο και νομικό, Κ.Σμίτ, που απασχόλησε τον Κοζέβ, τον Αγκαμπέν και τον Π.Κονδύλη. Πρόκειται για την μελέτη του Jan-Werner Muller «Ένας επικίνδυνος νούς: η επίδραση του Κάρλ Σμίτ στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό στοχασμό »[4]. Μεταξύ άλλων, διαβάζουμε ότι ανάμεσα σε αυτούς που δέχτηκαν μεταπολεμικά την επιρροή του Σμίτ υπήρξε ο γερμανός ιστορικός Ρ.Κόσελλεκ, ο οποίος υπήρξε καθηγητής του Π.Κονδύλη, και ο οποίος μετά τον θάνατο του τελευταίου, εκφώνησε προς τιμή του λόγο στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα. Ίσως  η σχέση αυτή να εξηγεί  τον τρόπο γνωριμίας του έργου του Κ.Σμίτ από τον Π.Κονδύλη.
Ο Κοζέβ, για να επιστρέψουμε σε αυτόν, ήταν ένας πλούσιος Ρώσος εξόριστος, που γεννήθηκε στη Μόσχα το 1902. Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης θα κάνει το διδακτορικό του στην Γερμανία, για τον Ρώσο θεολόγο- φιλόσοφο  B.Σολόβιεφ, με την επίβλεψη του Κ.Γιάσπερς. Με την νεαρή ρωσίδα σύζυγό του θα περάσει στο Παρίσι μια άνετη ζωή, μέχρι να χάσει όλη του την περιουσία στο χρηματιστηριακό κραχ του 1930. Χωρίς να γίνει ποτέ τακτικός καθηγητής διδάσκει Χέγκελ σε όλη την μελλοντική γαλλική διανόηση. Με την μεσολάβηση του μαθητή του R.Marjolin,  που ήταν σύμβουλος του Ντε Γκώλ , ο Κοζέβ θα «μετάσχει σε μια ομάδα   τεχνοκρατών υψηλού επιπέδου που εργάζονταν για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Ενοποίηση. Ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Γαλλίας R. Barre, όταν ήταν ακόμα νεαρός γραφειοκράτης γνώρισε τον Kojeve και είπε γι’ αυτόν ότι ήταν ένας «εξαιρετικός διαπραγματευτής για τα συμφέροντα της Γαλλίας»  και μάλιστα «ο φόβος και ο τρόμος των άλλων εμπορικών αποστολών», ο οποίος πάντως έμοιαζε να κρατάει μια εσωτερική απόσταση από τη σκληρή διπλωματία του. Σύμφωνα με τον Barre , μια από τις αγαπημένες φράσεις του Kojeve ήταν : «η ζωή είναι μια κωμωδία, αλλά μέσα σ’ αυτήν πρέπει να παίζουμε τον ρόλο  μας σοβαρά »[5].   
Ο Κοζέβ οραματίστηκε την κυριαρχία ενός παγκόσμιου κράτους, που θα σήμαινε και το οριστικό τέλος της ιστορίας. Με τρόπο ξεκάθαρο χεγκελιανό γράφει: «στην πραγματικότητα, το τέλος του ανθρώπινου Χρόνου ή της Ιστορίας ή, ορθότερα, το οριστικό τέλος του Ανθρώπου ως ελεύθερου και ιστορικού ατόμου σημαίνει απλούστατα το τέλος της Πράξης με την πλήρη σημασία της έννοιας. Πρακτικά τούτο σημαίνει την εξαφάνιση των πολέμων και των αιμοσταγών επαναστάσεων. Και επίσης την εξαφάνιση της Φιλοσοφίας ∙ καθότι, εφόσον ο ίδιος ο Άνθρωπος δεν αλλάζει ουσιαστικά, δεν έχει λόγο να αλλάξει τις (αληθινές) αρχές που αποτελούν τις βάσεις για την κατανόηση του κόσμου και του εαυτού του. Αλλά όλα τα υπόλοιπα μπορούν να διατηρηθούν στο διηνεκές, δηλαδή η τέχνη, ο έρωτας, το παιχνίδι κ.λπ., ό,τι εν γένει τον καθιστά ευτυχισμένο»[6].
Επειδή η μεταμόρφωση του κόσμου σε μια απέραντη παιδική χαρά, σε μια νέα «Αρκαδία» παραμένει ένα πολύ μακρινό ενδεχόμενο, το όραμα του Κοζέβ θα παραμείνει ένα παιχνίδι του φιλοσοφικού λόγου.
 Ένα χρόνο πριν πεθάνει , το 1967, ταξίδεψε στο Βερολίνο από το Πεκίνο και συμβούλεψε τους εξεγερμένους φοιτητές να μάθουν αρχαία ελληνικά[7]. Το 1999 η «Μόντ» θα δημοσιεύσει ένα άρθρο που υποστήριζε ότι υπήρξε για τριάντα χρόνια πράκτορας των Σοβιετικών, κάτι που μάλλον δεν επαληθεύεται.
Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να εκδοθεί το έργο του Α.Κοζέβ στην χώρα μας, ειδικά οι μελέτες που αφορούν την ερμηνεία του Χέγκελ, οι οποίες πλέον έχουν αναγνωριστεί ως κλασσικές.
Όλος ο ευρωπαϊκός νότος, καθολικός και ορθόδοξος, εν όψει του γερμανικού ηγεμονισμού , πριν υποστεί πολύ περισσότερα δεινά,  είναι αναγκαίο αξιοποιώντας τους υπάρχοντες ευρωπαϊκούς θεσμούς ή εν ανάγκη  και χωρίς αυτούς, να εξετάσει ως μοχλό ανάσχεσης του τελευταίου, την δημιουργία της Μεσογειακής Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνεργασίας, που ως πολιτική πραγματικότητα θα μπορεί να  συζητά ισότιμα  και να διαπραγματεύεται, τόσο με την Γερμανία  όσο και με την Ρωσία, τις ΗΠΑ.






[1] Περί Τυραννίας, Ξενοφών:Ιέρων ή τυραννικός (μετ. Π.Κονδύλη), Λέο Στράους; Περί τυραννίδος(μετ. Γερ. Λυκιαρδόπουλος), Αλέξανδρος Κοζέβ: Τυραννία και σοφία (μετ. Ευρ.Παπάζογλου), εκδόσεις Γνώση,Αθήνα 1995.
[2] Φ.Φουκουγιάμα , Το τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, εκδόσεις Νέα Σύνορα- Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1983.
[3] Π.Κονδύλης, Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα ,1992, σελ.89,90.
[4] Jan-Werner Muller, Ένας επικίνδυνος νούς: η επίδραση του Κάρλ Σμίτ στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό στοχασμό, μετάφραση Ανίτα Συριοπούλου, Επιμέλεια Αλέξανδρος Κιουπκιόλης, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2010.
[5] ό.,πρ.,σελ.150-151.
[6] ό.,πρ.,σελ.151-152.

[7] ό.,πρ.,σελ.148.