Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Τα πεζά του ποιητή Ν.Καρούζου, β' :Οι ηδονιστές της Ορθοδοξίας


ΡΗΞΗ φ.104 

                                                                               Β'

Στον Ν. Καρούζο ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός δεν είναι μόνο δύο ιστορικά μεγέθη αλλά και δύο θεμελιώδη πνευματικά ρεύματα, που συναντήθηκαν μέσα στον χρόνο ώστε «η Ελληνική Σκέψη με τη Χριστιανική Αποκάλυψη βγαίνουν απ’ την ίδια λαλιά και η πρώτη οπλίζει  φυσικά  τη δεύτερη, δεν έχουμε παρά την κίνηση του νερού και φυσικά τη μαγική του ακεραιότητα. Έχουμε τον πολλαπλασιασμό ενός, θαύματος άλλωστε. Ελληνική Σκέψη και Χριστιανική Αποκάλυψη ούτε να προστεθούν είναι μπορετό, ούτε ν’ αφαιρεθούν η μια απ’ την άλλη, ούτε να διαιρεθούν»[1].
Η  τέχνη ερμηνεύεται ως πορεία από το εγκόσμιο προς το χαμένο αρχέτυπο. Η σκέψη αυτή του ποιητή  «βγαίνει απ’ το βίωμα της ακατάσχετης νοσταλγίας των παραδείσων, ήτοι του Ενός που κρυσταλλώνει το άφθιτο Πρόσωπο στην ουρανική νοερότητα».[2] Στην εγκόσμια ύπαρξη πυρακτώνεται ο πόνος  που «πηγάζει απ’ τη μαύρη ράχη της αδαμικής ελευθερίας με την άγρια κατωφέρειά της. Είμαστε πιασμένοι στην αλάνθαστη παγίδα του θανάτου. Τα εμπόδια είναι ανυπέβλητα, είν’ ο χρόνος και η πολλαπλότητα. Τρομερές ερινύες»[3]. Η τέχνη, η ομορφιά  δεν είναι παρηγοριά και διέξοδος διότι «δεν είναι μόνο η κορωνίδα της υπάρξεως, αλλά και η τυραννίδα της υπάρξεως»[4].
Ο Καρούζος βρίσκει το Ιερό να αντανακλάται μέσα στην κτίση. Συγχρόνως δείχνει πως ένα πεζό κείμενο αποκτά ποιητικά χαρακτηριστικά: «ανάγκη να ταξιδέψουμε στη Φανερωμένη του κάθε τόπου. Να θρησκέψουμε  τις λέξεις. Ανάγκη να καταλάβουμε πόσο θρησκόληπτη είναι η θάλασσα, είτε σε τρικυμία είτε σε γαλήνη. Έθνος αγάπης η ποίηση, λαός ονείρων. Όπως ο κρότος ειν’ η χώρα των ήχων ενωμένη, τότε που παύει ο φλήναφος. Όλα καλογερεύουν μες στη φύση. Κ’ η ομορφιά- καλογέρεμα της ψυχής. Η σύρριζη κουρά της λήθης ως το θάνατο. Κι ο θάνατος κομίζει φαλακρή τη Δαλιδά. Κάθε που ρωτάς εγκαταλείπεις έξω το στήθος. Ανασφαλίζεις το ευ της μανίας. Αλίμονο στην τύχη μας. Κι ως θα ‘κραζε ο έλληνας χωριάτης, λαχάρικο πράμα η ζωή. Για ύψος και για βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο των στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος η ποίηση. Περίθρησκη. Συγκεντρώνει έρωτα…Και στα πλατάνια ο Πλάτωνας, ακούει την προσευχή. Προχωρώ. Αισθάνομαι το θαύμα. Ως αέναη μέθοδος αναδαιμονίζει τα δευτερόλεπτα. Σημείον ο θάνατος»[5].
Ο σχολιασμός της επιστολής του Απόστολου Παύλου «προς Εφεσίους Ε’ 20-33», στην οποία αναφέρεται «ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός εστί σωτήρ του σώματος», αναδεικνύει την γραφή  του Καρούζου σε έναν βαθύ, γνήσιο και άρτιο θεολογικό λόγο. Επισημαίνει ότι οι επιστολές του Απόστολου Παύλου  αποτυπώνουν λόγο «θεοσωματικό» καθώς «είναι λόγος εκστάσεως, ήτοι ελευθερίας τελειωμένης»[6], που δεν αποψιλώνουν ή καταλύουν το σώμα, αλλά το κατορθώνουν , αφού «η ενότητα σώζει το σώμα όταν γυρεύει ερωτικά»[7].  Από αυτό το σημείο θα αναχθεί στην ελευθερία που δεν είναι μονάχα βίωμα αλλά και πράξη, ώστε να συναντήσει την αγάπη, δηλαδή την «θυσιαστική λειτουργία της ψυχής, όπου κατευθύνει την αγωνία και στον έρωτα στην ανάβαση, κατηγορία του ύψους, ο σύνδεσμος της τελειότητας όπως λέει ο Παύλος»[8]. Η αγάπη είναι σταυρικό βίωμα και γι’ αυτό η αποστροφή  του «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», δείχνει ότι «βρίσκεται πάντα μέσα στην έκσταση, δε βλέπει τίποτα κοινωνικούς ή βιολογικούς όρους εξουσιασμού της γυναίκας»[9].
Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύνορο, τ.34, καλοκαίρι 1965. Προφανώς δημιούργησε ενδιαφέρον και απορίες και γι’ αυτό θα επιστρέψει με επιστολή στο επόμενο τεύχος που καταλήγει: «η μόνη διαφορά στις εικόνες του θρησκευτικού μας οράματος βρίσκεται στην υπαρξιακή στάθμη της τραγικότητας, της θυσιαστικής μοίρας, που χρειάζεται να διαλέξει ο άνθρωπος για να γίνει ουρανοκτήμων, ήτοι ένθεο Σώμα προς την ένθεη Σταύρωση για την ένθεη Ανάσταση. Άνθρωπος και χτίση»[10].
Εύστοχα και συγκινητικά είναι όσα θα γράψει σε πρώτο πρόσωπο για τον «ριζορθόδοξο  Κόντογλου», γεγονός που μαρτυρά  την βαθειά πνευματικής τους σχέση και φιλία : «ο ιερατικός Φώτης, βαθύ, καλοθέλητο πνεύμα της βυζαντινής και της λαϊκής Ελλάδας, είχε συνταιριάσει την κοτρονίσια κουβέντα με τ’ αγιωτικά μας…Ο Φώτης ήτανε παλικάρι κι ο θάνατος ήρθε στο σώμα του σαν άλλη αναπνοή. Το πνεύμα του, ιερεμιακό κι ανυποχώρητο, ζει και θα ζήσει όσο υπάρχει ρωμαίικο κι όσο υπάρχουν εκκλησάκια και χορτάρι ευωδερό στα ελληνικά έαρα. Το έργο του Κόντογλου, με όλη τη μονομέρεια του Οράματος, αστράφτει θυμό και οίνο της Θείας Ευχαριστίας. Αληθινό στη ρίζα του, και μοναδικό στην προσήλωση των βυζαντινών παραδόσεων, είναι σαν όλα τ’ αληθινά πράγματα χαρά θανάτου, ευτυχία λύπης, ήχος βαρύς της Διάρκειας των Ελλήνων. – Εδώ τελείωνα. Πρέπει να συνεχίσω. Θέλοντας να χαρακτηρίσω την παρουσία του Φώτη Κόντογλου, καταλήγω σε τούτη τη λέξη : ριζορθόδοξος. Όλα του, και ζωγραφική και λογοτεχνία, και άρθρα και ιερεμιάδες, φυτρώνουν άγρια κι ανόθευτα με μοναχή τους ρίζα την Ορθοδοξία».[11] Όλο το έργο του Κόντογλου, ακόμη και ο «Πέδρο Καζάς», σημαίνεται από την βαθιά και γνήσια σχέση με την ορθοδοξία. Βεβαίως εμπνεύστηκε από τα δημοτικά τραγούδια, την βυζαντινή αγιογραφία, τον Πανσέληνο, τον Πατροκοσμά, το Εικοσιένα, το Μακρυγιάννη. Από την Ευρώπη, όμως, γράφει ο Καρούζος,  δεν πήρε τίποτα, μα τίποτα, εκτός από τον Κρητικό Γκρέκο «κι αυτός ως ένα σημείο. Ευρώπη σήμαινε θάνατος»[12].
Στον Φ. Κόντογλου θα επανέλθει στον συλλογικό τόμο Μνήμη Κόντογλου (εκδόσεις Αστήρ, 1975) για να επισημάνει την καίρια, την θεμελιώδη συμβολή του  στην ανάγνωση της «αληθινής μας ελληνικότητας »[13], στην ανάδειξη της προσπάθειας του να έρθει στο φως η πραγματική ρωμιοσύνη  και στην σύνδεσή της με την «ηλιόλουστη Ορθοδοξία»[14]. Στόχευε σε μια ρωμιοσύνη δίχως φραγκικές επιδράσεις. Η επιτυχία του, σαν «απόλυτος Έλληνας»[15],  ήταν «να κάνει πλατύτερη, θεωρητικότερη και ενεργότερη συνείδηση, πως το ψαχνό της μακραίωνης νεοελληνικότητας είν’ η Ορθοδοξία»[16].
Ο Ν. Καρούζος μαγνητίζεται από τους στοχαστές που η τέχνη τους και η ζωή τους καθορίστηκε από την σχέση τους με την εκκλησιαστική μας παράδοση. Η πιο αντιπροσωπευτική τέτοια περίπτωση, όπου η ωριμότητα της τέχνης συνδυάστηκε με την πλέον ολοκληρωμένη βίωση της Ορθοδοξίας υπήρξε ο Α. Παπαδιαμάντης, για τον οποίο έγραψε: «ο Παπαδιαμάντης είναι ένας ηδονιστής της Ορθοδοξίας, όπως αυτή διαποτίζει τον ψυχισμό των νεότερων ελλήνων. Και δεν μπορούσε να είναι τίποτ’ άλλο. Ο καλλιτέχνης ισορροπεί την ακεραιότητα του θεού και την ακεραιότητα του δαίμονα. Λίγο να γείρει προς το μέρος του θεού, θα ζημιώσει τη μορφή της ζωής. Όπως αν γείρει λίγο προς το μέρος του δαίμονα, θα ζημιώσει την ουσία της ζωής»[17]. Μία παρόμοια περίπτωση υπήρξε ο Θεσσαλονικιός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Τα γραπτά του «σε αγνή κατάσταση, κι ας τα παιδεύει ο λογισμός, είναι γιομάτα ζωή αλλοπρόσαλλη, σαν τη σημερινή, μα ενωμένη στην όραση ενός πολύ ευαίσθητου και στοχαστικού ανθρώπου. Και μάλιστα προσωπικού ανθρώπου. Γιατί δεν έχει τίποτα που να μην  είναι αυθεντικό η φωνή του Πεντζίκη»[18].    Η καταγωγή του έλκει «από μια προαιώνια σοφία, ριζωμένος ωσάν οποιοδήποτε δέντρο, με τα οποιαδήποτε κλαδιά και τα οποιαδήποτε φύλλα»[19].
Σε δοκίμιο που δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία τον Ιούνιο του 1967, εξομολογείται την πρώτη από τις τέσσερις επισκέψεις του στο Άγιο Όρος το Πάσχα (μήνα Απρίλιο) του ίδιου έτους. Πιο πολύ εντυπωσιάστηκε από την τέχνη του Μανουήλ Πανσέληνου ώστε έγραψε: « η ορθάνοιχτη ομορφιά του μακεδόνα ζωγράφου και η απαράμιλλη χάρη, ως πάμφωτο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, που ο χρωστήρας τ’ αποκαλύπτει μέσα στην ορθόδοξη πίστη του Χριστού, σαν τραγουδημένο, με χρώματα και θροϊστικές γοητείες, είναι το κάθετο ανάβλυσμα φυσικού φανερώματος προς τους φυσικότερους ουρανούς. Ενόσω κοιτάζεις τις τοιχογραφίες του πρωτάτου, οτιδήποτε μη μεταφυσικό μοιάζει αδέξια φιλοδοξία. Ο Πανσέληνος διδάσκει πως η μεταφυσική είν’ ένα τόσο αναγκαίο πράγμα, όσο βέβαιο πράγμα είναι η ζωή»[20].






[1] Ό. π., σελ. 51.
[2] Ό. π., σελ. 55.
[3] Ό. π., σελ. 56.
[4] Ό. π., σελ. 56,57.
[5] Ό. π., σελ. 63.
[6] Ό. π., σελ. 66.
[7] Ό. π., σελ. 67.
[8] Ό. π., σελ. 70.
[9] Ό. π., σελ. 71.
[10] Ό. π., σελ. 75.
[11] Ό. π., σελ. 77,78.
[12] Ό. π., σελ. 80.
[13] Ό. π., σελ. 186.
[14] Ό. π., σελ. 186.
[15] Ό. π., σελ. 187.
[16] Ό. π., σελ. 187.
[17] Ό. π., σελ. 99.
[18] Ό. π., σελ. 116.
[19] Ό. π., σελ. 118.
[20] Ό. π., σελ. 120.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου