Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Σάββας Παύλου: για τον Ρένο Αποστολίδη


                                                                       

1. 28 Απριλίου 2014: Ημερολογιακά για τον Ρένο

Μεγάλωσα με τον Ρένο Αποστολίδη. Από το γυμνάσιο ξεκίνησα με τηνΑνθολογία, Τα Νέα Ελληνικά, ύστερα η Κριτική του Μεταπολέμου -που διάβασα αρκετές φορές-, Ο γρασαδόρος και τα χειρόγραφα του Max Tod, η πυραμίδα 67, ο Α2. Φοιτητής διάβαζα οτιδήποτε δικό του. Θυμάμαι τώρα την Ανθύλη, ωραία λέξη, το παγιωμένο «αντιύλη» της μοντέρνας φυσικής το μετατρέπει προκαλώντας συνειρμούς και με το άνθος -έτσι είναι το σωστό: ανθύλη, σύμφωνα με τους κανόνες της Γραμματικής για τις σύνθετες λέξεις, όταν το δεύτερο συνθετικό είναι δασυνόμενο. Ο Ρένος ήξερε γράμματα και ήταν κριτικός, κάποτε κατεδαφιστικός, αλλά αυτό το στήριζε στη γνώση και τη μελέτη, όχι σαν τους σημερινούς που «ασκούν» κριτική συνεχώς, μα είναι αγράμματοι, απλώς η άρνηση και αμφισβήτηση είναι μέρος του life style, που επικράτησε ως στάση και νοοτροπία της σύγχρονης ζωής.
Στον στρατό βρέθηκα με τον Παντελή Μηνά, είχε έλθει από την Αθήνα να υπηρετήσει τη θητεία του, αφού τέλειωσε τη Σχολή του. Μεγάλος αυτός, νεαρός εγώ, μόλις είχα τελειώσει το Λύκειο, ήμουν ο εκπαιδευτής του στο Κ.Ε.Ν. Αμμοχώστου, με έβλεπε που διάβαζα πολύ, τα φιλολογικά μας ενδιαφέροντα μάς έφεραν κοντά. Ήταν συνεργάτης τηςΑυγής πριν από τη δικτατορία και όταν του εξέφρασα  τον θαυμασμό μου για τον Ρένο, μου ανέφερε ότι και αυτός, στην Αθήνα, περίμενε με αδημονία τα Νέα Ελληνικά να κυκλοφορήσουν, τα έπαιρνε και τα ρουφούσε κυριολεκτικά. Δεν το κοινοποιούσε όμως στον κύκλο τηςΑυγής και στους ομοϊδεάτες του, γιατί αυτό στον χώρο του ήταν κάτι ανυπόφορο, τότε το εγκεκριμένο πνευματικό περιοδικό της Αριστεράς ήταν η Επιθεώρηση Τέχνης. Σήμερα που το θυμούμαι, και αφού έχω μελετήσει εξονυχιστικά την Επιθεώρηση Τέχνης, συνυπολογίζω και τη συνεισφορά του Ρένου καθώς και άλλων στην εξέλιξη και τη βελτίωση αυτού του εντύπου. Όσο απομακρυνόμασταν από τα πάθη του εμφυλίου και το πνεύμα στρατωνισμού, που αναπαραγόταν στους χώρους της αριστεράς λόγω και της μετεμφυλιακής καταπίεσης της νικήτριας δεξιάς, τότε, όταν άρχισαν τα ερωτήματα για την ήττα μα και κάποια άνεση από την πλευρά των νικητών, υπήρχε κίνδυνος να πάρουν τη σκυτάλη της πρωτοπορίας περιοδικά του φιλελευθερισμού (Εποχές π.χ.) ή της ριζοσπαστικής κριτικής (Τα Νέα Ελληνικά π.χ.). Αυτό έκανε την Επιθεώρηση Τέχνης να ανοίξει κι άλλο τις πόρτες της και την προβληματική της. Το σκέφτομαι σήμερα και χαμογελώ: Ο Ρένος, έστω και εμμέσως, συντέλεσε και στη βελτίωση του περιοδικού της αριστεράς.
Το 1973, πρωτοετής φοιτητής της δημοσιογραφικής σχολής, προετοιμάστηκα για τέσσερις συνεντεύξεις, θα δημοσιεύονταν σε κυπριακές εφημερίδες: Σαμαράκης, Σκαρίμπας, Κουμανταρέας, Ρένος. Διάβασα και όσα βιβλία τους δεν είχα μελετήσει, ετοίμασα ένα γενικό ερωτηματολόγιο, εξασφάλισα ένα καλό μαγνητόφωνο από τον Άγγελο Σαμουήλ. Τηλεφώνησα και στον Ρένο, μιλήσαμε αρκετά, συμφώνησε με τη συνέντευξη την οποία θα προσδιορίζαμε χρονικά σε νέο τηλεφώνημά μου, σε λίγο καιρό. Όμως όταν έλεγα για την επικείμενη συνέντευξή μου με τον Ρένο όλοι αντιδρούσαν, κουμπώνονταν, εξέφραζαν απαρέσκεια και αντίθεση, συνήθως έντονη, μιλούσαν, κάποτε, με μίσος. Τον κατηγορούσαν για συνεργασία με τη δικτατορία λόγω της αναδημοσίευσης των κειμένων της Ανθολογίας του, αναδημοσίευση που διέκοψε όμως η δικτατορία κάποια στιγμή και μάλιστα σε επικείμενη δημοσίευση δικού του κειμένου, του Α2. Σήμερα αυτές τις κατηγορίες τις θεωρώ φορτισμένες και μεγεθυμένες μέσα στην αντιδικτατορική πρακτική της τότε εποχής.
Τότε κινούμουν στους κύκλους των προοδευτικών διανοουμένων της Αθήνας. Δυστυχώς υπέκυψα στις πιέσεις, συνεμορφώθην προς τα υποδείξεις των προοδευτικών και δεν έδωσα συνέχεια στη συνέντευξη με τον Ρένο, πήρα μόνον τις τρεις από τις τέσσερις που σχεδίαζα. Στην ιστορία της ζωής μου αυτή η ακύρωση της συνέντευξης με τον Ρένο με βαραίνει. Το μόνο ελαφρυντικό για την «καλήν απολογίαν» είναι ότι ήμουνα ένας 21 χρονών επαρχιώτης εκ Κύπρου, που δεν μπορούσε να αντιπαραταχθεί με την επικρατούσα άποψη των προοδευτικών κύκλων, ήταν και η δικτατορία που φόρτιζε, τότε, έντονα συναισθηματικά τα πράγματα. Μένει να τονίσω ότι, μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό εναντίον του Ρένου, μου έκανε εντύπωση η στάση του Σκαρίμπα. Στη Χαλκίδα, τη μέρα της συνέντευξης, τον ρώτησα τη γνώμη του για τον Ρένο. Είναι καλός Ρωμιός ο Ρένος, μου απάντησε.
Συναντηθήκαμε με τον Ρένο αργότερα, μετά την πτώση της Χούντας, στο σπίτι του, για να πάρω τα Νέα Ελληνικά, τα τεύχη που μου λείπανε. Στο γραφείο του ήταν  παρών και ο Κ. Παπαλεξάνδρου, καθηγητής μας στη Δημοσιογραφική Σχολή, στο μάθημα της Φιλοσοφίας. Συζητήσαμε για λίγο. Του ανέφερα τις αντιδράσεις εναντίον του για το θέμα της συνέντευξης και τις κατηγορίες που άκουγα «-εγώ έβγαλα τη Χούντα στην εξουσία, εγώ φταίω για όλα» μου είπε γελώντας, του άρεσε όταν άκουσε τον χαρακτηρισμό του Σκαρίμπα, για το άτομό του. Του είπα, ακόμη, γι’ αυτά που έγραφε στα Νέα Ελληνικά: ότι και η ηχητική και η παρηχητική παρασημασιολογία του ονόματός μας επηρεάζει τον χαρακτήρα και τις κλίσεις μας πράγμα που επικύρωνε και η  παραπομπή του, για το όνομα του συγγραφέα Α. Σχινά, στο σχίζω και σχιζοειδής και πρόσθεσα ότι αυτό μπορούσε να ειπωθεί και για τη δική του συνειδητή επιλογή να υπογράφει Ρ.Α., που παρέπεμπε, εγωκεντρικά, στον ένα και μοναδικό θεό Ρα, τον θεό-ήλιο της αιγυπτιακής θρησκείας. Δεν το σχολίασε.
Μου ζήτησε να διευκρινίσω ποιος είναι ο Ρένος που υπέγραφε τα χρονογραφήματα στην εφημερίδα Τα Νέα της Λευκωσίας και που πολλοί εκλάμβαναν ότι ήσαν δικά του κείμενα. Του εξήγησα ότι το χρονογράφημα το έγραφε ο Ρένος Πρέντζας, καλός φιλόλογος, στέλεχος της ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσσαρίδη. Υπέγραφε απλώς με το μικρό του. Ναι, μα δημιουργείται παρεξήγηση, μου τόνισε, διότι το Ρένος είναι καθιερωμένο για δικό μου, και υπέβαλε ότι πρέπει να το σταματήσει. Δεν τόλμησα να του πω ότι σε ανάλογη περίπτωση, όταν ο Τάκης Σινόπουλος ζήτησε από συνώνυμό του ποιητή να μην υπογράφει ως Σινόπουλος γιατί γινόταν σύγχυση με το δικό του όνομα -του καθιερωμένου, δηλαδή, Σινόπουλου-, ο Ρένος Αποστολίδης τον έψεξε για σκαιότητα και αντιπνευματική αλαζονεία και ότι κριτήριο διάκρισης μεταξύ δύο συνεπωνύμων λογοτεχνών είναι, μόνο, η ποιότητα και όχι ο εξαναγκασμός του άλλου να αλλάξει όνομα. Δεν είπα τίποτα, όμως. Συγγνωστόν, σκέφτηκα, να έχει και ο Ρένος τις λόξες και τις αντιφάσεις του.
Κλείνω για τον Ρένο με κάτι απλό. Τον ανακάλυψα πριν από 47 χρόνια. Ίσαμε σήμερα επιστρέφω στα Νέα Ελληνικά, στην Ανθολογία, στις κριτικές και τα πεζά του.

2 Δεοντολογία βιογραφίας  και βιβλιογραφίας, ή Σινόπουλος και Ρένος

Η εκτίμηση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου για το έργο και την προσφορά του Γιώργου Κατσίμπαλη είναι δεδομένη και διακηρυγμένη. Γι’ αυτό και στο έργο του Γ. Κ. Κατσίμπαλης Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1980) ο Δασκαλόπουλος τονίζει τη μεγάλη δυσεξόφλητη οφειλή μας προς τον Κατσίμπαλη, τον πατριάρχη της βιβλιογραφίας για τη νεώτερη λογοτεχνία μας. Και σε άλλο κείμενό του, τονίζει ότι ο Γιώργος Κατσίμπαλης «περνάει πια στην Ιστορία σαν το τελευταίο μυθικό πρόσωπο των γραμμάτων μας, σ’ αυτόν τον ανάπηρο αιώνα».
Στη βιβλιογραφική του εργασία, ο Δασκαλόπουλος παραθέτει όλα τα λήμματα για τον Κατσίμπαλη, όπως επιβάλλει η δεοντολογία της Βιβλιογραφίας. Την πληθώρα των εγκωμιαστικών και θετικών σχολίων αλλά και τα αρνητικά και τα απορριπτικά, και τα ειρωνικά και φιλοκατήγορα. Η αγάπη και η εκτίμησή του για τον Κατσίμπαλη δεν τον κάνει να κοσκινίζει τα λήμματά του, για να παραδώσει τον βιβλιογραφούμενο άσπιλο, άχραντο και αμόλυντο. (Βλ. στο κεφάλαιο ΙΓ: Κρίσεις, σχόλια, πληροφορίες, λήμματα που επικρίνουν ή μεταφέρουν αρνητικές πληροφορίες και χαρακτηρισμούς για τον Γ. Κατσίμπαλη =21, 42, 48-55 και 57-59 [κυρίως για απόλυση Κοσμά Πολίτη από το Βρετανικό Συμβούλιο], 62, 64-77, 98 [κυρίως για «κλίκες»], 215-216 [στάση Κατσίμπαλη απέναντι στη στρατιωτική κυβέρνηση], 105, 109, 115, 133, 250 [με διάφορα σαρκαστικά και υπονομευτικά σχόλια]).
Αυτή την άψογη στάση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου δεν ακολούθησε, δυστυχώς, ο Μιχάλης Πιερής στο βιβλίο του Ο χώρος και τα χρόνια του Τάκη Σινόπουλου 1917- 1981 Σχεδίασμα βιο-εργογραφίας (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1988) που ακολουθεί την πορεία του ποιητή Τάκη Σινόπουλου, χρονολογικά, εργογραφικά και βιβλιογραφικά.
Με τις λογικές του politically correct και του κοσκινίσματος, συσσωρεύονται στο βιβλίο του ανούσιες και άχρηστες πληροφορίες, λεπτομέρειες και ανθυπολεπτομέρειες τριτεύουσας σημασίας, αναφορές σε κριτικά σημειώματά του καθώς και σε γνωριμίες με αρκετούς ανθρώπους – συμβατικές γνωριμίες που παρουσιάζονται λες και αποτέλεσαν τομή στην πορεία του ποιητή, τον επηρέασαν και του έδωσαν νέες κατευθύνσεις, -πολλούς απ’ αυτούς αμφιβάλλω αν θα τους θυμόταν άμα τους έβλεπε ένα μήνα μετά-, αποσπάσματα από κριτικές για τα βιβλία του, από επιστολές και ενθυμήσεις, από συνεντεύξεις του (και εκτενές απόσπασμα από συνέντευξή του στον Ρένο Αποστολίδη για την εφημερίδα Ελευθερία (σ. 55-56) και λογοκρίνονται διάφορα θέματα, παραδείγματος χάριν δεν αναφέρονται σημαντικά δημοσιεύματα για τον Σινόπουλο που ήσαν όμως επικριτικά. Οι πληροφορίες στο βιβλίο του Μ. Πιερή είναι ελεγμένες και κοσκινισμένες, για να δοθεί η εικόνα ενός άσπιλου και άχραντου Σινόπουλου, που γι’ αυτόν, όλοι, εκφράζονταν θετικά. Παραβιάζοντας έτσι απλές αρχές βιβλιογραφίας και βιογραφίας.(1)
Αναφέρω χαρακτηριστικά τα δημοσιεύματα του περιοδικού Τα Νέα Ελληνικά (Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη):
α) Μαυροπίνακες (Αύγουστος 1966, αρ. 8, σ. 623-625) στο οποίο αναφέρεται ότι ο Σινόπουλος αλληλογραφούσε με το περιοδικό Νεολαίατου μεταξικού καθεστώτος.
β) Κι άλλοι στο μαυροπίνακα! (Σεπτέμβριος 1966, αρ. 9, σ.702-706) στο οποίο, με σαρκαστικά σχόλια, αναφέρεται ότι ο Σινόπουλος απείλησε με μήνυση το περιοδικό για το προηγούμενο δημοσίευμα.
γ) ΠιΣινοπουλιάς (Νοέμβριος 1966, αρ. 11, σ. 814-817). Οξύτατο και σαρκαστικό εκτενές σημείωμα με πολλές βιογραφικές πληροφορίες για τον Σινόπουλο.
δ) Στο ίδιο τεύχος (σ. 869-871) κείμενο του Άρη Μπερλή με τίτλο: Ποιος θα μ’ ακολουθήσει στο Σινοπουλικό φως;, στο οποίο κατηγορεί τον Σινόπουλο για λογοκλοπές.
ε) Πισινοπουλιάδος η συνέχεια (Δεκέμβριος 1966, αρ. 12, σ. 884-887). Εκτενέστατο κείμενο με βιογραφικές πληροφορίες και οξύτατες κριτικές για Σινόπουλο και απάντηση του Ρένου στον Πταισματοδίκη Αθηνών για αγωγή Σινόπουλου.
στ) Και άλλα κλεψιμέικα Θέμελη και Πι Σινόπουλου (Ιανουάριος 1967, αρ. 13, σ. 998-1001.
ζ) ΗΝΑ, Και στον πταισματοδίκη (στο ίδιο τεύχος, σ. 1001). Βλ. και τεύχος αρ. 16 (Απρίλιος 1967, σ.1265) για αναβολή της δίκης λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων του Σινόπουλου.
Ενώ προηγουμένως αναφέρεται επιτροχάδην η “επίθεση Νίκου Παππά εναντίον του Βύρωνα Λεοντάρη και του Τάκη Σινόπουλου από το περ.Έρευνα” (σ. 81-82) αποκρύβονται τα πιο πάνω κείμενα. Ίσως γιατί οι επιθέσεις Νίκου Παππά ήσαν ανυπόληπτες στους φιλολογικούς κύκλους ενώ ο Ρένος και ο Άρης Μπερλής χαρακτηρίζονταν από τις υπέρβαρες φιλολογικές τους αποσκευές.
Έτσι χάνει η βιβλιογραφία, η βιογραφία και η φιλολογία.
Ενδεικτικό και το ακόλουθο: Στη σελίδα 89 ο Μ. Πιερής αναφέρει: “Μάιος [1967]: Μήνυση κατά Ρένου Αποστολίδη για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο Σ.[ινόπουλος] παραιτείται ύστερα από την αναγνώριση από τον Ρ. Αποστολίδη του σφάλματός του.” Άθελά του, ίσως, ο Μ. Πιερής παρουσιάζει μια αρνητική εικόνα του Σινόπουλου. Ότι τον Μάιο, δηλαδή λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα της χούντας, με το όργιο των συλλήψεων και μέσα σε συνθήκες ανελευθερίας και λογοκρισίας, ο Σινόπουλος δρομολογούσε μηνύσεις για προδικτατορικά κείμενα, που θεωρούσε ότι τον μείωναν. Τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Η διαδικασία αγωγής του Σινόπουλου εναντίον του Ρένου Αποστολίδη ξεκίνησε πολύ προηγουμένως (βλ. Τα Νέα Ελληνικά, Σεπτέμβριος 1966, αρ. 9, σ. 705). Ο Ρένος απάντησε με εκτενές κείμενό του που υπέβαλε στον Πταισματοδίκη Αθηνών στις 5 Δεκεμβρίου 1966 και πρότεινε ως μάρτυρες τον Ηρακλή Αποστολίδη, Φαίδωνα Βεγλερή, Φαίδρο Μπαρλά κ.λπ. και ακόμη, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τον Απρίλιο η δίκη ανεβλήθη λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων που συνηγορούσαν υπέρ της αγωγής Σινόπουλου. Αν ο εκδότης των Νέων Ελληνικών, στην επόμενη συνάντηση για τη δίκη, τον Μάιο του 1967, δέχτηκε να ανακαλέσει για να κλείσει η υπόθεση, αυτό είναι ένα γεγονός που φαίνεται ότι προσγράφεται υπέρ του Ρένου, που δεν ήθελε, μέσα στα νέα δεδομένα που έφερε το πραξικόπημα της χούντας, να διαιωνίζει αντιθέσεις και διαμάχες της περιόδου πριν από την επιβολή της δικτατορίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1) ) Χαρακτηριστικά, στην εφημερίδα Τα Νέα (Αθήνα, 23 Δεκεμβρίου 1959), ο Σινόπουλος δημοσίευσε επιστολή στην οποία ζητούσε να μη υπογράφει Τάκης Σινόπουλος έτερος ποιητής με το ίδιο ονοματεπώνυμο. Τη στάση αυτή του Σινόπουλου έκριναν αρνητικά πολλοί σε διάφορες συζητήσεις, αργότερα, σε γραπτά τους, ο Ηρακλής Αποστολίδης και ο Ρένος, ο οποίος έψεξε τον Σινόπουλο για σκαιότητα και αντιπνευματική αλαζονεία και ότι κριτήριο διάκρισης μεταξύ δύο συνεπωνύμων λογοτεχνών είναι, μόνο, η ποιότητα και όχι ο εξαναγκασμός του άλλου να αλλάξει όνομα. Στο βιβλίο του Μ. Πιερή δεν αναφέρεται η επιστολή αυτή του Σινόπουλου, ενώ σημειώνονται άλλες, ήσσονος σημασίας, λεπτομέρειες.

ΠΗΓΗ: http://savvaspavlou.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου