Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Γιώργος Ανδρειωμένος, Ανιχνεύοντας τον πρώιμο Βρεττάκο- με αφορμή ένα μαθητικό του τετράδιο, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2015, σελ.214.



ΡΗΞΗ φ.114

Ο συγγραφέας  μας παρουσιάζει τα πρωτόλεια  ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που έγραψε, όταν ήταν μαθητής. Πρόκειται για ένα αθησαύριστο έργο που μαρτυρά  το πρώιμο ποιητικό του ταλέντο, αλλά και τις ιδεολογικές του ανησυχίες που τείνουν  να συγκροτήσουν με τον χρόνο και την πρόσθεση νέων εμπειριών  το αξιακό του πλαίσιο. Ο νεαρός ποιητής προέρχεται από μία ευκατάστατη οικογένεια, που κάτω από δύσκολες και απρόβλεπτες συνθήκες  θα καταστραφεί οικονομικά, γεγονός που βέβαια δεν θα τον αφήσει ανεπηρέαστο. Οικογένεια βενιζελική και αντιμοναρχική θα του  εμπνεύσει ποιήματα αντίστοιχου προσανατολισμού. Μάλιστα σε κάποια χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Δήμος Κράτης. Ενδιαφέρον είναι ότι αξιοποιώντας μια πολύ πενιχρή και δυσεύρετη βιβλιογραφία, τελειώνοντας τις γυμνασιακές του σπουδές  του, το 1928 ή το 1930, θα δώσει στο Γύθειο, στην Εμπορική Λέσχη, δύο διαλέξεις  με θέμα τον Χριστιανισμό και τον Μαρξισμό. Ο Γ. Ανδρειωμένος επισημαίνει ότι "χρειαζόταν περισσό θάρρος για έναν έφηβο να εμφανιστεί ενώπιον ενός συντηρητικού (κατά τεκμήριο) ακροατηρίου και να αναπτύξει τις απόψεις του για ζητήματα σαν και τα πιο πάνω, που "έκαιγαν" κατά τα χρόνια εκείνα "(σελ. 31).
Τα πρωτόλεια ποιήματα βρέθηκαν σε ένα μαθητικό τετράδιο  που απαρτίζεται από σαράντα αριθμημένος σελίδες και το οποίο διασώθηκε από τον γιό του ποιητή, Κώστα Βρεττάκο. Ο Γ.Ανδρειωμένος διακρίνει σε αυτά λυρισμό, μελαγχολία, στενή σχέση με την φύση, εξύμνηση της  απλής αγροτικής και κτηνοτροφικής ζωής, ερωτική διάθεση, ενώ "σε πολλά ποιήματα του τετραδίου υποφώσκει ο ρυθμός του δημοτικού τραγουδιού, γνωστός στον ποιητή από τα ακούσματά του και δευτερευόντως,, τη σχολική του παιδεία∙ τούτο παρατηρείται ιδίως στην πιο "επεξεργασμένη" ενότητα από αυτά ("Δάκρυα ψυχής", με έξι αριθμημένα ποιήματα ,I-VI ) ή στην καταπληκτική σύνθεση " ο Διγενής κι' ο χάρος", όπου τα ακριτικά συμπλέκονται με τα μοιρολόγια"(σελ 50). Πράγματι σε αυτό το ποίημα φανερώνεται ο πρώιμος δυναμισμός της γραφής, η δημιουργικότητα του ποιητή, η αισθαντική φύση που έχει χωνέψει με γόνιμο τρόπο την παράδοση μας και την χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο για ότι ο ίδιος κατορθώνει.
Γράφει : " Κάτω στ' αλώνια ο Διγενής παλεύει με το χάρο...-Απ' τις ολόβαθες πληγές το αίμα αναβρύζει...- (Του κάκου τώρα δέρνεσαι εγώ θε να σε πάρω)- καθένας με στριγγιά φωνή τον άλλο φοβερίζει...- Μα στο γοργό το άλογο του χάροντα το μαύρο- ο νικημένος Διγενής ανέβη απ' το χώμα,- και πάει στον άδη τρέχοντας με το σκληρό το ΄χαρο...- Του κάκου κλαίει και δέρνεται στο πέλαγος η γοργόνα...- Ο δρόμος είν' απέραντος, κι ο Διγενής γελώντας- κοιτά το δρόμο για να ιδή πως θάρθη απ' τα ξένα- και για σημάδια στα στρατιά που πάει ακολουθώντας- σκορπάει μαύρα ψίχουλα μικρά ματοβαμμένα...- Και γλίστρησε απ' τ' άλογο στη σκοτεινιά του άδη- έμεινε λίγο σκεπτικός να μην τον δη το μάτι- του χάρου και ανάμεσα στ' ολόμαυρο σκοτάδι- κοιτά να βρη του γυρισμού ξανά το μονοπάτι." (σελ.81).
Στο ποίημα "Μεγάλη Παρασκευή" η εικόνα του Εσταυρωμένου  συγκρίνεται με την αίσθηση της αναγεννώμενης φύσης: "Και ξεψύχησε στου Γολγοθά το πλάνο ψήλωμα- μες το σταυρό.- τα ρείκια ευώδιαζαν τα πουλιά τραγουδούσαν- την άχρονη ώρα - και σκορπούσαν στα μαγιάπριλα- τ' απλά τους τιτιβίσματα σ' όλη τη χώρα...- Και πέθανε αυτός μες το σταυρό!- Την ώρα εκείνη - η γη ταράχθηκε συνθέμελη- και η γαλήνη εταράχθη του θανάτου- και οι νεκροί ορθοί σταθήκανε- στα μνήματά τους.- Εκείνος πέθανε στο μυρανάσασμα!- Το αμαρτωλό και το ασύγκριτο- έδιωξε πέρα  το μεθύσι της ζωής- και ξεψύχησε!- Όλα κοιτούσαν- μόνο οι άνθρωποι εχλεύαζαν- και σκιρτούσαν.-Εκείνος πέθανε μες το σταυρό του, και μέσα στην ασύγκριτη γιορτή, μ' έν' αλαφρό τους κρυφομίλημα- αγκάλιαζε ο ουρανός τη γη... "(σελ. 83).
Σύμβολα του Ιερού θα χρησιμοποιήσει και σε άλλα του ποιήματα, όπως: "στου Γολγοθά το ψήλωμα ν' ανέβω- που με προσμένει πάνω ένας σταυρός- με δίκοπο μαχαίρι σφάζω κλέβω-της σκέψης μου τον άγιο ναό"(σελ. 91) ή και "ολόχλωμη ξεπρόβαλες εσύ- στ' απάνεμου βραδιού την ερημιά- κι' είπα πως είσαι πάνω στο πανί- ζωγραφισμένη Παναγία.- Έκαψα το λιβάνι της καρδιάς-άναψα της ψυχής μου το καντήλι- για προσευχή στην όψι σου μπροστά - ύψωσα αλαφρόσειστα τα χείλη.- Κι' είπα τις πιο τρανές μου προσευχές- στ' απανέμου βραδιού την ερημία- της νιάς χαράς μου αλύτρωτες φωνές- είπα ω χλωμιασμένη Παναγία."(σελ 92.).
Τέλος σε άλλα ποιήματα, όπως στο "σπίτι της Λακωνικής Ακτής"  απεικονίζεται  η νοσταλγία της γενέθλια γης, ο νόστος, η επιστροφή σε αυτή: "Έζησα χρόνια μέσα σ' ένα σπίτι ερημικό,- χωρίς απλά κοσμητικά ή παλιές τοιχογραφίες...-τη θάλασσα έβλεπα μακριά και το πλατύ ουρανό- μακριά από κύριους σοβαρούς κι από λεπτές κυρίες...- Μα έφυγα ως αγνάντευα, στο πέλαγος μι΄αυγή- από το σπίτι το ήρεμο, και το έρημο αυτό σπίτι, και με του Κνούτ  Χάμψουν στερνά τη πείνα ανοιχτή, σ' ένα παγκάκι σκάζοντας με βρήκε ο αποσπερίτης... "(σελ. 148.).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου