Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Γ. Κοτζιούλας, Ο Θεόφιλος στο Κολωνάκι, Νέοι Σταθμοί, τεύχ. 10-11 (3-6-1947) 72-73.


Πρόκειται για ένα σημαντικό  δυσεύρετο  κριτικό κείμενο το οποίο μου το έδωσε ο υιός του Γ.Κοτζιούλα , Κώστας Κοτζιούλας και τον οποίο ευχαριστώ




Τύχη που την είχε αυτός ο Χατζημιχαήλ από τη Μυτιλήνη! Όσο ζούσε, τον παρανόμιζαν οι πατριώτες του «τσολιά», εξαιτίας της φουστανέλας που εξακολουθούσε να φοράει, κι εξάπαντος δε θάχαν σπουδαία ιδέα για τη φρονιμάδα του βλέποντας έναν ώριμο άνθρωπο να τριγυρνάει ερημοσπίτης, με χρώματα μες στο σελάχι του, έτοιμος να ζωγραφίσει επιφάνειες τοίχων σ’ εξοχικά μαγαζιά, καφενεία, ταβέρνες, όπου τύχαινε, αρκεί να τούδιναν την άδεια κι ένα κομμάτι ψωμί ή τουλάχιστο τις μπογιές που χρειαζόταν. Πέρασε έτσι μια ανερμάτιστη, στερημένη ζωή μεταξύ του γενέθλιου νησιού του και του φιλόξενου Πήλιου, έχοντας για μόνη του περιουσία μια κασέλα για να φυλάει τις εικόνες και τα χαρτιά απ’ όπου αντλούσε τα θέματα της ζωγραφικής του, μην αφήνοντας τις απαιτήσεις του να φτάσουν παραπέρα απ’ τον επιούσιο άρτο, ευχαριστημένος που τον άφηναν να πραγματοποιεί τις φαντασίες του απάνω στα ξένα ντουβάρια. Κι έρχεται τώρα η φήμη, λίγα χρόνια ύστερα από το θάνατό του, να τον εκθειάσει με υπερβολή, σα νάθελε να τον αποζημιώσει για την αφάνεια όλης της ζωής του, αυτόν τον ταπεινό, θεόφτωχο, αγνοημένο φουστανελά, που είχε περιφέρει τον εαυτό του και τη λόξα του σαν ένας ζωντανός αναχρονισμός ανάμεσα στον πεζό κόσμο ανθρώπων της ανάγκης, ανίδεων απ’ τα μάγια της τέχνης. Έρχεται η αναγνώριση μεταθανάτια και τον μεταχειρίζεται σα χαϊδεμένο παιδί της, αυτόν τον αχαΐρευτο, και τον οδηγεί στις αίθουσες του Βρεταννικού Ινστιτούτου, για να περάσει από μπρος του η καλλιεργημένη αριστοκρατία και ν’ ακούσει απ’ το στόμα της λόγια θαυμασμού, αυτός ο άσημος ως τα χτες που ξημερώθηκε να τον γνωρίζουν όλοι και να τον συζητούν με το μικρό όνομά του – Θεόφιλο σκέτα, δίχως επώνυμο, σα ν’ απαλλοτρίωσε για πάντα την ονομασία σ’ αυτόν τον κλάδο, όπως έγινε πριν από αιώνες με το Σωκράτη στη φιλοσοφία, με το Φειδία στη γλυπτική.
Από πού προέρχεται αυτή η ανέλπιστη αλλαγή και ποια μπορεί νάναι η εξήγησή της; Μήπως ισχύει αληθινά αυτό που λένε και γράφουν μερικοί πως ο τεχνίτης πρέπει να γεράσει ή να πεθάνει πρώτα για να επιβληθεί στους συγχρόνους του; Και μήπως ταξιδεύτηκε ο Θεόφιλος απ’ το φιλότεχνο ωστόσο νησί του γιατί, σύμφωνα με μια άλλη διαδομένη αντίληψη, κανένας προφήτης δεν επιβάλλεται στην πατρίδα του; Είναι, τέλος, άξιος ο καλλιτέχνης μας όλου αυτού του θορύβου που γίνεται γύρω απ’ το όνομά του από ειδήμονες και μη; Να ερωτήματα που γυρεύουν απάντηση, ζητήματα όπου είναι αναγκαία η συμβολή του καθενός, απ’ την άποψη πως όλοι μας αποτελούμε το λεγόμενο κοινό και δικαιούμαστε νάχουμε γνώμη απάνω σε τέτιες περιπτώσεις.
Η περίπτωση του Θεόφιλου ενδιαφέρει προπάντων γιατί θέτει ακόμα μια φορά το πρόβλημα της λαϊκής τέχνης με όλα τα σχετικά. Έχουμε έναν τεχνίτη ασπούδαχτο, αυτοδημιούργητο, χωρίς μαθητεία σε σχολές, σπουδές στο εξωτερικό και τα λοιπά. Μόνος του έμαθε την τέχνη των χρωμάτων, κοιτάζοντας μόνο έργα των άλλων, ακολουθώντας κατά κύριο λόγο το ένστιχτό του. Και αυτός ο άνθρωπος με τις λειψές γνώσεις, με τα μεγάλα κενά έφτασε στο σημείο αν όχι να συναγωνιστεί επίφοβα τους αναγνωρισμένους συναδέλφους του, τουλάχιστο να προκαλέσει στα σοβαρά την προσοχή τους, να τους βάλει σε σκέψεις. Τι, έχει ακόμα πέραση η αγραμματοσύνη στη ζωγραφική; Αυτή η απορία μας γεννιέται αυτόματα όταν βλέπουμε πίνακες του Θεόφιλου.
Φαίνεται πως οι σπουδές, η μόρφωση είναι ένας τρόπος, ο κανονικός κι ο πιο συνηθισμένος, για να γίνει κανείς ζωγράφος. Όταν όμως μια τέτοια ροπή παρουσιαστεί σ’ έναν άνθρωπο που στερείται τα τεχνικά εφόδια, και μάλιστα σε κάπως προχωρημένη ηλικία, σαν όψιμη εκδήλωση καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, η κλίση αυτή παρ’ όλες τις ελλείψεις έχει τη δυνατότητα να μην καταπνιγεί. Έτσι ο ερασιτέχνης, ακολουθώντας δικά του μονοπάτια, φτάνει συχνά στο ίδιο αποτέλεσμα, καμιά φορά και καλύτερο, με τους πιο ευνοημένους απ’ αυτόν συναδέλφους του. Τα παραδείγματα δε λείπουν. Μου έρχεται στο νου αυτή τη στιγμή τ’ όνομα ενός άλλου ασπούδαχτου, του Παλιούρα, που είχε απασχολήσει τον αθηναϊκό τύπο πριν από 15-20 χρόνια, καθώς και το φαινόμενο ενός πασίγνωστου μποέμ, του πολυτεχνίτη Γολέμη, που βάλθηκε στα γεράματά του, στα καλά καθούμενα, να ζωγραφίζει. Θα υπάρχουν και πολλοί άλλοι, άγνωστοι τεχνίτες του λαού, προπαντός αγιογράφοι, αλλά και πλανόδιοι απεικονιστές με αμφίβολη αξία, που κάνουν ωστόσο τη δουλειά τους, για να ξεχαστούν σε λίγον καιρό.
Αυτή την τύχη πρόκειται νάχει κι ο Θεόφιλος; Δεν το πιστεύω. Από τις αναλύσεις που τούκαμαν οι τεχνοκρίτες ίσαμε την εντύπωση που άφησε σ’ απλούς επισκέπτες της μετά θάνατον έκθεσής του βγαίνει η διαπίστωση, λίγο ως πολύ, πως ο ζωγράφος αυτός με την πρόχειρη κατάρτιση και τα πρωτόγονα μέσα έχει κάθε δικαίωμα να καταλάβει μια θέση στον περίβολο της τέχνης, αν όχι και να προβληθεί σα μοναδική φυσιογνωμία, σαν κορύφωμα της λαϊκής ζωγραφικής. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε την αφετηρία του και τον κύκλο όπου ανήκει από φυσικού του. Αυτό θα μας βοηθήσει να τον τοποθετήσουμε σωστά, έστω κι αν δεν κατέχουμε όσο χρειάζεται τα στοιχεία που θα τον έκριναν οριστικά.
Ο Θεόφιλος, πιστός στην προέλευσή του, ακολουθεί την ελληνική παράδοση που μας κληροδοτήθηκε με τις ζωγραφιές των εκκλησιών και με τις λαϊκές φυλλάδες. Από κει ξεκινάει, εμπνέεται, παίρνει πολλά θέματά του. Η μυθική Ελλάδα, το Βυζάντιο, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, η περίοδος του Εικοσιένα, γίνονται όλα πηγές σ’ αυτόν τον ασυναίσθητο μεγαλοϊδεάτη που ζητούσε ν’ αναβιώσει το αρχαίο κλέος και τις νεώτερες παληκαριές, ακόμα και με τη ντυμασιά που φορούσε και που μ’ αυτήν ίσως γύρευε να σκεπαστεί η κρυμμένη του μειονεξία. Το γεγονός είναι πως στις παραπάνω συνθέσεις, αντιγραφές το περισσότερο, φυσούσε δική του πνοή και τις ζωντάνευε απρόοπτα με την αφέλειά του. Εκεί όμως που κερδίζει ακέρια τη συμπάθειά μας είναι οι σκηνές του εκ του φυσικού, όπως το μάζωμα των ελιών, το ψάρεμα με την τράτα, ο πανηγυριώτικος χορός, η βλάχα της Καλαμπάκας και άλλα τέτια χαριτωμένα, όπως και προσωπογραφίες καμωμένες με πολύ γούστο και με το ρεαλισμό βέβαια που διακρίνει όλη την τέχνη του. Σ’ αυτά τα κομμάτια ο Θεόφιλος μας δίνει όλο το μέτρο της αξίας του, ενώ με το ζωηρό χρωματισμό του, με τους ανεπιτήδευτους τόνους του δίνει κι ένα γερό μάθημα στους ακαδημαϊκούς ζωγράφους που εννοούν να διδάσκονται πιο πολύ απ’ τα βιβλία παρά απ’ τη φύση. Αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα το θαλασσινό στοιχείο του Θεόφιλου καθώς κι η σύνδεση, η διασταύρωση του αιγαιοπελαγίτικου κόσμου μας με τον αντικρινό της Μικρασίας, που αδερφώνονται στο έργο του πέρα από εθνικισμούς και μισαλλοδοξίες.
Κλείνοντας το σημείωμα θα κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις ακόμα. Έτσι όπως ξεπρόβαλε ο Θεόφιλος και με τον τρόπο που δημιούργησε, αλάργα απ’ τα καθιερωμένα, χρειάστηκε να τον ανακαλύψουν. Κι η ανακάλυψη έγινε από έναν ξενιτεμένο συμπατριώτη του. Δηλαδή ο τοπικισμός έκαμε πάλι το θαύμα του. Άραγε θα έμενε άγνωστος ακόμα ο ζωγράφος μας χωρίς τη μεσολάβηση του μυτιληνιού τεχνοκρίτη; Θάθελα να το πιστέψω, αλλά δε φτάνω ως εκεί. Νομίζω πως η τάση για την υιοθέτηση της λαϊκής τέχνης είναι κάτι το γενικό, σημείο της εποχής μας. Η συγκατάβαση που έδειξε το Κολωνάκι για το έργο του Θεόφιλου έρχεται σα συνέχεια της σκυριανής καρέκλας και του αιγινήτικου κανατιού. Είναι ένα απέριττο στολίδι που κολακεύει, από αντίδραση ας πούμε, τα εκλεπτυσμένα τους γούστα. Μα ο φτωχός Θεόφιλος δεν προόριζε τις ζωγραφιές του γι’ αυτούς. Τις άφησε αμανάτι και χάρισμα εκεί που τον τάιζαν ψωμί, δηλαδή πάλι στο λαό. Κι αν έβλεπε την υποδοχή που του κάνουν εδώ οι ευρωπαϊσμένοι αστοί, θα μόρφαζε από πίκρα ή περιφρόνηση, ανάλογα με το βαθμό της εξέγερσής του. Θα σκεφτόταν πως, αν αυτοί οι κουβαρντάδες των σαλονιών είχαν πραγματικό ενδιαφέρο για την τέχνη και τους τεχνίτες, δε θ’ άφηναν τόσα ταλέντα που εκδηλώθηκαν έτσι ή αλλιώς να πάνε χαμένα από έλλειψη μέσων ούτε θ’ άφηναν αυτόν τον ίδιον να εφευρίσκει μόνος του τη ζωγραφική, βαδίζοντας ψαχουλευτά στο σκοτάδι, σαν το λαϊκό στιχουργό που παιδεύεται να σουλουπώσει δεκαπεντασύλλαβο, δοκιμάζοντάς τον πρωτόγονα με το αυτί, ενώ τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μετρικές και συλλογές.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου