Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Γ.Θεοτοκάς: Η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού και η θέση του στον σύγχρονο κόσμο





Ο Γ.Θεοτοκάς εισέρχεται δυναμικά στην ελληνική πνευματική ζωή , το φθινόπωρο  του 1929, με την έκδοση του «Ελεύθερου Πνεύματος». Οι σκέψεις που θα διατυπώσει σε ηλικία είκοσι πέντε ετών δεν έχουν τόσο σημασία για την ορθότητά τους ή όχι, όσο γιατί με αυτές σημαίνει  η έναρξη σε ένα νέο συναρπαστικό κεφάλαιο για τον ελληνικό στοχασμό, που καθιερώθηκε πλέον  να λέγεται ως η «γενιά του ‘30».
Πλέον ως συγγραφέας, ως δοκιμιογράφος αλλά και ως φίλος του Γ. Σεφέρη και όλων των υπολοίπων της γενιάς αυτής έπαιξε ένα ρόλο κεντρικό, δίνοντας τον τόνο, το ύφος αλλά και την ορμή. Γεννήθηκε το 1905 στην Κωνσταντινούπολη όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Η καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού  είναι η αφετηρία για την ενδοσκόπηση του ιδίου  αλλά και της ιστορικής πορείας του ελληνισμού. Με γλώσσα ζωντανή, ρέουσα σε μια σειρά δοκιμίων θα επιχειρήσει να δείξει την πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού, αλλά και να τον τοποθετήσει μέσα στο σύνολο των ευρωπαϊκών εθνών  ως διακριτή  και όχι αφομοιωμένη οντότητα. Πολιτικά βενιζελικός και στην συνέχεια κεντρώος, συμμερίστηκε τόσο την προσπάθεια εθνικής αποκατάστασης  όσο και την πολιτική εκσυγχρονισμού  της ελληνικής οικονομίας και πολιτικής που ηγήθηκε ο Ε.Βενιζέλος  και οι πολιτικοί κληρονόμοι του, αλλά συγχρόνως στάθηκε αντίπαλος των ακροτήτων ή ιδεοληψιών  της δεξιάς και της αριστεράς. Βεβαίως ο ίδιος, κατά τον μεσοπόλεμο, θα διατυπώσει μια προσωπική φιλοσοφία για την μεταρρύθμιση   του κοινοβουλευτισμού και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας που συναντάται με παρόμοιες προσπάθειες του Α.Σβώλου, την οποία όμως δεν θα συνεχίσει να επικαλείται στις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Ο Γ.Θεοτοκάς στα πρώτα δοκίμια που θα δημοσιεύσει μετά την έκδοση του «Ελεύθερου Πνεύματος» θα αναζητήσει τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του ελληνισμού. Στο δοκίμιο με τον τίτλο Διαύγεια , που δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Κύκλος τον Νοέμβριο του 1931 θα προτείνει την καθαρότητα και την σαφήνεια του ύφους ως ένα ιδανικό που έρχεται σε αρμονία με την καθαρότητα που διακρίνει το ελληνικό φως. Σε αυτό το σημείο συναντά ένα στοχαστή με τον οποίο έχει πολλές κατά τα άλλα διαφορές, τον Π.Γιαννόπουλο. Η κυριαρχία της καθαρεύουσας ήταν ένας από τους λόγους  που απέτρεπε την συγγραφή κειμένων που να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και καθαρότητα.  Ο ίδιος θα αντιταχθεί στην ανατολική μοιρολατρία και θα επιλέξει μια φιλοσοφία τραγική και ηρωική όπως είναι και η θέση του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο που συχνά έρχεται αντιμέτωπος με δυνάμεις που τον ξεπερνούν. Η συγχώνευση της αρχαίας τραγωδίας με τα επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας, όπως μπορεί να τα διηγηθεί η πεζογραφία μας μπορεί να γεννήσει μια τέχνη αυθεντικά ελληνική και θα ήταν «μια ελληνικότητα που θα ξεπερνούσε αληθινά τις αθλιότητες του τοπικισμού, θα περιφρονούσε όλους τους κάλπικους επαρχιακούς και καφενειακούς ελληνοκεντρισμούς και θα είχε την ελπίδα (μακρινή βέβαια, αλλά όχι ανεδαφική) να αποκτήσει κάποτε μια διεθνική σημασία».[1]
Περισσότερο αναλυτικός, στέκεται ο Γ.Θεοτοκάς, στο δοκίμιο με τον τίτλο Το ζήτημα της ελληνικότητας του πνεύματος και της τέχνης , που δημοσιεύθηκε στο φ.107 των Νεοελληνικών Γραμμάτων, τον Δεκέμβριο του 1938. Όταν ο Έλληνας, γράφει,«αντικρίζει την άβυσσο φτάνει γέφυρες, όταν αντικρίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας του σηκώνει το κεφάλι και πολεμά. Τότε η ελληνικότητα γίνεται ηρωισμός»[2]. Η  σκέψη αυτή συνοψίζει τις εμπειρίες  από τους αγώνες  για την εθνική αποκατάσταση των προηγούμενων δεκαετιών. Όμως την ελληνικότητα  τελικά θα την ερμηνεύσει, όπως και ο Γ.Σεφέρης στον ιστορικό πλέον διάλογό του με τον Κ.Τσάτσο για την μοντέρνα ποίηση, όχι ως στατικό αλλά δυναμικό μέγεθος, αφού επισημαίνει πως είναι «ένα ορισμένο είδος ανθρωπιάς, είδος όχι στατικό μα όλως διόλου δυναμικό (αφού η έκφραση αυτή σας αρέσει), ικανό να ανανεώνεται, να αναπροσαρμόζεται και να δημιουργεί χωρίς τελειωμό. Είναι πνεύμα, ζωντανό και ελεύθερο»[3], που  «δεν είναι ένα έμβλημα ζηλιάρικου τοπικισμού και μισοξενισμού».[4] Με τρόπο λογικό στο επόμενο δοκίμιο με τον τίτλο Συμπληρωματικές παρατηρήσεις, που δημοσιεύθηκε στο φ.118 των Νεοελληνικών Γραμμάτων, τον Μάρτιο του 1939, τίθεται το ζήτημα της συνέχειας του ελληνισμού: «δεν κάνω εδώ ρητορικό σχήμα, πιστεύω πραγματικά στη συνέχεια του  ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής ιστορίας. Δε θέλω όμως να πω ότι είμαστε η ίδια κι’ απαράλλαχτη των αρχαίων Ελλήνων όπως πίστευαν οι πάπποι μας, που το θεωρούσαν θανάσιμη προσβολή κ’ έγραφαν φλογερά άρθρα  στις εφημερίδες του 19ου αιώνα αν κανένας Γάλλος δημοσιογράφος ή κανένας Γερμανός καθηγητής το αμφισβητούσε. Δεν πιστεύω ότι η εθνική συνείδηση είναι ζήτημα φυλής, για τούτο δε δυσκολεύομαι καθόλου να παραδεχτώ ότι, μες στην εθνολογική σύσταση του σημερινού ελληνικού λαού, υπάρχουν μεγάλες ποσότητες σλαυϊκού, αλβανικού, ανατολικού, φραγκοιταλικού αίματος και ποιος ξέρει πόσων άλλων ξένων λαών τα ίχνη. Δεν είναι ιστορικά μπορετό μα ούτε και συμφέρει ν’ αρνούμαστε μια εξακριβωμένη ιστορική αλήθεια»[5]. Όμως όλα τα έθνη που ήρθαν στην ελληνική χερσόνησο, με το πέρασμα του χρόνου, λησμόνησαν την γλώσσα τους, και εντάχθηκαν στο δεσπόζον γλωσσικό σύνολο, ώστε στο τέλος αφομοιώθηκαν και διακήρυξαν ότι «είμαστε Έλληνες κ’ εμείς»[6].
Σε μεταγενέστερο σύντομο δοκίμιο με τον τίτλο Πολίτης της Ευρώπης, δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία τ. 632, τον Νοέμβριο του 1953, επαναλαμβάνει πως «ο Ελληνισμός είναι πρώτιστα ένας τρόπος του «σκέπτεσθαι και του αισθάνεσθαι», μια ορισμένη στάση απέναντι στον κόσμο και στη ζωή μια νοοτροπία, ένα πνεύμα και μάλιστα πνεύμα κατ’ εξοχήν οικουμενικό, γεννημένο για να συλλαμβάνει ιδέες και μορφές υψηλότερες από οποιαδήποτε τοπικά σύνορα»[7].
Σε βιβλιοκρισία στην «Οδύσσεια» του Ν.Καζαντζάκη , που δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία, τ.391, τον Σεπτέμβριο του 1943, εν μέσω της τριπλής κατοχής , ο Γ.Θεοτοκάς, θα επανέλθει αναλυτικότερος  στην μακρόσυρτη και πολυσύνθετη παράδοσή μας. Πέρα από την κλασσική Αθήνα αυτή περιλαμβάνει «το θρύλο του Μεγαλέξαντρου, την απέραντη άνθηση του ελληνιστικού κόσμου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα χίλια χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη μεγάλη της τέχνη, τον κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούργιο Κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με τα’ άλλο σ’ ενότητα οργανική»[8]. Την εποχή που ο ευρωπαϊκός χώρος, υπέφερε από τα δεινά του β’ παγκοσμίου πολέμου, ο Θεοτοκάς βρήκε το κουράγιο να γράψει ότι «η Ευρώπη ολάκερη, με τα βιβλία της, τις ιδέες της, τα σύμβολά της, είναι κομμάτι του σημερινού εαυτού μας, καθώς και τα αρχαία  γράμματα, το ρωμαϊκό δίκαιο κι’ ό,τι άλλο συνετέλεσε στο να γίνουμε αυτό που είμαστε»[9]. Μπορεί όμως να σωζόμαστε ή να χανόμαστε μαζί με την Ευρώπη, ας ανήκουμε σε αυτή «πάντα υπάρχει μια πλευρά του εαυτού μας  που ακουμπά στην Ανατολή»[10]. Πρόκειται για την «καθ’ ημάς Ανατολή» που «κλείνει μέσα του τη Βαλκανική, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μικρασία ως τον Καύκασο κι ως τη Μεσοποταμία, κι ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο με τους τόπους που απλώνουνται  στις ακρογιαλιές της. Και τούτος ο κόσμος περιέχεται στην πραγματικότητα της ζωής μας και θα είταν ασυλλόγιστος αυτοακρωτηριασμός  και στένεμα των οριζόντων μας το να θελήσουμε να εξουδετερώσουμε τα στοιχεία του πνευματικού εαυτού μας που βρίσκονται σ’ επαφή κι’ ανταπόκριση μαζί του»[11]. Τελειώνοντας, ο Γ.Θεοτοκάς ,θα επαναλάβει τις παλαιότερες σκέψεις του Γ.Σεφέρη  ότι τα χαρακτηριστικά του ελληνισμού δεν είναι δόγμα, σύστημα, νόμος απαράβατος, αλλά ζωή, κίνηση, αντίφαση, ταξίδι, θάλασσα ανοιχτή ώστε ο μόνος κανόνας της ελληνικότητας είναι πως «ελληνικό είναι κάθε έργο που βγαίνει με ειλικρίνεια από τη ζωή, την καρδιά και  τη σκέψη των ανθρώπων του έθνους μας»[12]. Μια τέτοια προσέγγιση ενώ δίνει ανοιχτό χαρακτήρα στον νέο ελληνισμό συγχρόνως περιέχει τον κίνδυνο του σχετικισμού.
Σε ένα από τα πρώτα δοκίμια του με τον τίτλο Η ελληνική πραγματικότης μπροστά στο κοινωνικό πρόβλημα, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1932 στην εφημερίδα «Δημοκρατία αγροτική-εργατική» τάσσεται υπέρ ενός μικτού συστήματος οικονομίας που θα έχει ως στόχο να συγκεράσει  φιλελεύθερα με σοσιαλιστικά στοιχεία. Συγχρόνως βλέπει ως αναγκαιότητα να δημιουργηθούν δύο επάλληλες Ενώσεις, η Βαλκανική και η Ευρωπαϊκή. Ως πρωταρχική αναγκαιότητα, θεωρεί ότι είναι, η μεταρρύθμιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με την καθιέρωση της επαγγελματικής αντιπροσώπευσης και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σύμφωνα με την κυρίαρχη τάση της εποχής: «Σύμφωνα  με όσα είπαμε παραπάνω πρέπει να αποκρούσουμε όλα τα αυταρχικά  και τρομοκρατικά συστήματα. Εξ άλλου η ιστορία μας διδάσκει πως οι δικτατορίες δεν επιτυχαίνουν στην Ελλάδα και τελειώνουν οικτρά και τρισάθλια. Δεν τις σηκώνει ο τόπος. Πιστεύω  κατ’ αρχήν στο αντιπροσωπευτικό σύστημα και στη Δημοκρατία, μα δεν πιστεύω πια στην αξία του σκουριασμένου κοινοβουλευτισμού μας. Πρέπει να δώσουμε ένα νέο ρυθμό στη Δημοκρατία. Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να συζητήσουμε πλατιά το ζήτημα, αλλά μπορούμε να θυμίσουμε ορισμένα συνθήματα: αφ’ ενός ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, αφ’ ετέρου επαγγελματική αντιπροσώπευση του λαού. Χρειάζεται δηλαδή να προετοιμάζεται το Κράτος για το μεγάλο ρόλο που πρόκειται να παίξει στην οικονομική και κοινωνική ζωή, να αποκτήσει περισσότερη γοργότητα στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων και να απαλλαγεί  από τις μιζέριες της κοινοβουλευτικής συναλλαγής, ώστε να κατορθώσει μια μέρα να διαχειρίζεται αληθινά και να εναρμονίζει αντιφατικά κοινωνικά συμφέροντα»[13].  Η μεταρρυθμιστική πρόθεση του Γ.Θεοτοκά να αποτυπωθούν γνησιότερα οι κοινωνικές τάσεις δεν πρέπει να συγχέεται με το φασιστικό «συντεχνιακό κράτος» διότι σε αυτή την περίπτωση το κράτος ελέγχει δια μέσου των συνδικαλιστικών οργανώσεων εκ των άνω την κοινωνία. Ο σοσιαλιστής Αλέξανδρος Σβώλος, το 1916, στο δοκίμιο «Η κοινωνική κατεύθυνσις εν τη εξελίξει του κράτους»,  υποστήριξε στο ίδιο πνεύμα «αν πρόκειται και ωφελεί να διατηρηθή ο αντιπροσωπευτικός θεσμός, ας ορθωθή εις την θέσιν της σημερινής Βουλής εν επαγγελματικόν Κοινοβούλιον, εις το οποίον αντί ν’ αντιπροσωπεύονται αι πολιτικαί μερίδες του Λαού, θ΄  αντιπροσπεύονται τα διάφορα συμφέροντα των επαγγελματικών τάξεων. Κατά τον αυτόν τρόπον αντί των συμφερόντων των πολιτών η επιμέλεια ν’ ανήκη εις τας δημόσιας υπηρεσίας, ως γνωρίζομεν σήμερον αυτάς, θα έπρεπε να ανατεθή αύτη εις τας επαγγελματικάς οργανώσεις  εκάστης ενδιαφερόμενης τάξεως»(Α.Σβώλος, Προβλήματα του Έθνους και της Δημοκρατίας, επιμ. Θ.Θεοδώρου, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1972, τομ.Β’,σελ.17).
Στο ίδιο δοκίμιο, ο Γ.Θεοτοκάς, θα αναφερθεί στον Ε.Βενιζέλο  και στον Α.Παπαναστασίου και στο όραμα του τελευταίου για την συγκρότηση της βαλκανικής συνεργασίας: «θαυμάζω αυτήν την προσπάθεια του Παπαναστασίου, παρά το σκεπτικισμό της κοινής γνώμης και τα επιπόλαια σχόλια των αντιπάλων του. Νομίζω πως είχε μια ιστορική διαίσθηση, που θα λαμπρύνει το όνομά του σε μεταγενέστερους χρόνους. Γνωρίζουμε βέβαια πολύ καλά τα τεράστια εμπόδια που συναντά σήμερα αυτή η ιδέα σ’ όλα τα πεδία, μα η δράση είναι δημιουργική μονάχα όταν αντιμετωπίζει μεγάλες αντιστάσεις. Η Βαλκανική, η Ανατολική Συμπολιτεία, όταν έρθει η ώρα της, θα είναι μια σύνθεση που δε θα καταργήσει τις εθνικές ατομικότητες μήτε θα καταπατήσει τα εθνικά συμφέροντα, αλλά τουναντίο θα δεκαπλασιάσει τις δημιουργικές ικανότητες των ανατολικών εθνών. Κ’ίσως τότε, μονάχα τότε, θα φανερωθεί η πνευματική αποστολή του νέου Ελληνισμού».[14]
Με τις ίδιες απόψεις, ο Γ.Θεοτοκάς, θα επανέλθει στο δοκίμιο Προς την ενότητα, που θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ιδέα», τον Ιανουάριο του 1933 όπου κάνει μια ιστορική αναδρομή στις προσπάθειες για την βαλκανική συνεργασία. Γράφει: «ο πρώτος μεγάλος επαναστάτης μας ο Ρήγας δεν επιδιώκει τη διάσπαση της Αυτοκρατορίας και την αυτοτέλεια του Ελληνισμού, αλλά την ανατροπή της τυραννίας και την ελεύθερη ανάπτυξη και συνεργασία των λαών μες στα απλόχωρα σύνορα του μεγάλου βυζαντινού και οθωμανικού κράτους»[15].Καταλήγει ότι τα εθνικά κράτη είναι χρεωκοπημένα, οι λαοί δεν μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα, οι elites μαϊμουδίζουν από μακριά την Ευρώπη. Χρειάζονται απλοχωριά, άνεση, πλατιούς ορίζοντες, αυτοπεποίθηση, χρειάζεται να ξεφύγουν από την δυτική παρακμή που τους απειλεί, χάρις την στενή συνεργασία τους. Βεβαίως σήμερα γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια αυτή στο δρόμο της συνάντησε μεγάλα εμπόδια.  Χαρακτηριστική είναι η βάναυση βουλγαρική συμπεριφορά έναντι του ελληνισμού στην Ανατολική Μακεδονία κατά την διάρκεια της τριπλής κατοχής. Μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο οι βαλκανικές χώρες βρέθηκαν στα δύο διαφορετικά στρατόπεδα γεγονός που παγίωσε τα σύνορά τους αλλά και οριοθέτησε τις δυνατότητες συνεργασίας τους. Η αναζήτηση ενός ισχυρότερου συμμάχου είναι  δυνατότερη από την επιθυμία των βαλκανικών κρατών να συνεργαστούν μεταξύ τους, παρότι η συμμαχία τους αυτή, είναι απαραίτητη  για να αντιμετωπισθούν οι αναθεωρητικές προσδοκίες ενός απειλητικού γείτονα  όπως είναι η Τουρκία.
Στο δοκίμιο, Φιλική συζήτηση, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παμφοιτητική», τον Νοέμβριο του 1933, ο Γ.Θεοτοκάς, συνδέει τον εθνισμό με την οικουμενικότητα δίχως κάτι τέτοιο να αποτελεί άρνηση της εθνικής μας ατομικότητα. Στόχος πρέπει να είναι « να μην περιοριστούμε ζηλότυπα στις αποκλειστικά τοπικές εκδηλώσεις του πολιτισμού μας, να μην προτάξουμε τον εθνισμό μας ως άρνηση των άλλων εθνισμών, ίσια-ίσια να καλλιεργήσουμε τα στοιχεία εκείνα του εθνισμού μας που θα μας επιτρέψουνε μια μέρα να μιλήσουμε και πάλι μια γλώσσα που να την καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι, που θα μας βοηθήσουν  να υπηρετήσουμε ως έθνος την ανθρωπότητα»[16].
   Η μοναξιά του ελληνισμού, είναι ένα δοκίμιο που δημοσιεύεται στα Καθημερινά Νέα στις 29 Ιουλίου 1945 όπου καταλήγει ότι ο ελληνισμός έχει μια ύπαρξη μοναχική: « ο ελληνισμός είναι μόνος στην Ευρώπη, σαν ένα παιδί ορφανό ανάμεσα στα άλλα παιδιά, που τα περιβάλλουν με το ενδιαφέρον τους πολυπρόσωπες οικογένειες. Υπάρχει ο λατινικός κόσμος. Υπάρχουν οι λαοί γερμανικής καταγωγής. Υπάρχουν οι Σλάβοι. Κι αντίκρυ, τα εκατομμύρια του Ισλάμ. Ο ελληνισμός δεν έχει οικογένεια»[17]. Η πνευματική  ζωή είναι αυτή που μπορεί να δώσει διέξοδο στην μοναξιά του ελληνισμού και η Μεσόγειος ο χώρος όπου μπορεί να ανθίσει: «μέσα στο άπλετο φως, στην έξοχη ανθρωπιά και στην ιδιότυπη, μοναδική πνευματικότητα του μεσογειακού κόσμου, ο ελληνισμός μπορεί να ξαναγίνει παράγοντας ευρύτερου πολιτισμού κι ίσως συνδετικός πνευματικός κρίκος της Δύσης και της Εγγύς Ανατολής, αν κατορθώσει να δημιουργήσει έργα ικανά να ακτινοβολήσουν στη γαλάζια θάλασσα, πέρα από τα στενά τοπικά όρια»[18].
Στα δοκίμια του υπάρχουν διάσπαρτες σοβαρές παρατηρήσεις όπως ότι οι Σταυροφορίες κατά του Βυζαντίου ήταν αυτές που ώθησαν στην δημιουργία του καπιταλισμού ή ότι «δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ελληνορθόδοξη τελετουργία απορρόφησε κι έφερε ως εμάς, μεταπλασμένα μα ζωντανά ακόμα, πολλά στοιχεία, από τον καλλιτεχνικό πολιτισμό της Αρχαιότητας»[19].
Στην ίδια εφημερίδα, στις 21 Ιουνίου 1946 στο δοκίμιο Η αληθινή εθνική ιδέα συνδέει τον εθνισμό με την δημοκρατία: « για να πεισθεί η νιότη, για να συγκινηθεί, χρειάζεται ελευθερία, γενναιοδωρία, ανθρωπισμός, δημιουργικό πνεύμα. Χρειάζεται να ξαναζωντανέψει στα μάτια της η άλλη Ελλάδα, εκείνη που λέμε εμείς, η Ελλάδα του Ρήγα και του Εικοσιένα, η ελεύθερη, η δημοκρατική η λαϊκή και φιλοπρόοδη, η Ελλάδα που πιστεύει στον άνθρωπο και που βαδίζει με γενναιότητα προς το μέλλον – να ξαναζωντανέψει και να ξανασυνθέσει την παράδοσή της με τις ανάγκες και τις επιταγές του αιώνα»[20].
Η πλέον μεθοδική απόπειρα του Γ.Θεοτοκά να διαγνώσει  τα στοιχεία που απαρτίζουν τον Ελληνισμό ξεδιπλώνεται στο δοκίμιο του Εθνική συνείδηση, τρείς παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Το πρώτο μέρος του ήταν αρχικά αδημοσίευτο, το δεύτερο μέρος δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία το Σεπτέμβριο του 1947  και το τρίτο μέρος δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα στην «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» τον Νοέμβριο του 1949. Στην ολοκληρωμένη μορφή του δημοσιεύετε στο «Στοχασμοί και Θέσεις» από τις εκδόσεις της Εστίας. Αφού αναφερθεί στους κλασσικούς χρόνους, στον Μέγα Αλέξανδρο, στους ελληνιστικούς χρόνους, στην Ορθόδοξη εκκλησία, στα χίλια χρόνια του Βυζαντίου και στην μεγάλη τέχνη του θα καταλήξει γράφοντας για τον «κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούργιο Κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με το άλλο σ’ ενότητα οργανική»[21]. Θα επαναλάβει ότι η θέση του ελληνισμού είναι πολυδιάστατη αφού μετέχει της Ευρώπης και της καθ’ ημάς Ανατολής. Η Μεγάλη Ιδέα θα παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο  στην ανάκαμψη του γένους και στην έξοδό του από την παρακμή και την αποκατάσταση των απαράγραπτων δικαιωμάτων του δηλαδή το διώξιμο του Τούρκου και την παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με κέντρο την Πόλη. Όπως επισημαίνει, ο Γ.Θεοτοκάς, «θρεμμένη από τη μακρινή, μα άσβηστη ανάμνηση της παλαιάς αυτοκρατορικής δόξας, από φοβερές συμφορές και ταπεινώσεις, από τραγούδια, παραμύθια, προφητείες, οράματα, από το θρύλο του Μεγάλου Αλεξάντρου, από τη λάμψη των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, τέλος από τη συναίσθηση μιας ανανέωσης του έθνους, έδινε στον Ελληνισμό του 19ου αιώνα μια θαυμαστή ψυχικήν ενότητα, ένα αναμφισβήτητο και μεγαλόπνοο ιδανικό ζωής, κοινό σ’ όλους τους ελληνικούς τόπους και σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις»[22]. Βεβαίως στην φωτιά της Σμύρνης το 1922 επρόκειτο να λήξει η γιγάντια αυτή προσπάθεια αφήνοντας ένα μεγάλο πολιτικό και πνευματικό κενό. Ο Θεοτοκάς θεωρεί την Μεγάλη Ιδέα ως αναγκαία προϋπόθεση για να κινητοποιηθούν οι δυνάμεις του νέου ελληνισμού. Στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την μικρασιατική καταστροφή μπορεί να υπάρξει αφού αλλάξει το περιεχόμενό της: « η καινούργια Μεγάλη Ιδέα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ζωντανού, ιδιόρρυθμου και γόνιμου νεοελληνικού πνευματικού πυρήνα, που να συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση της Ελλάδας, να ζει έντονα τη σύγχρονη ζωή, να βρίσκεται σε ταυτόχρονη ανταπόκριση με τη Δύση και την Ανατολή και να μπορεί ν’ ακτινοβολήσει με έργα και ιδέες έξω από τα εθνικά σύνορα»[23].
Παρόμοιες σκέψεις για την πορεία του ελληνισμού, τα αξιακά στοιχεία που τον απαρτίζουν  και το νέο περιεχόμενο που θα πρέπει να λάβει η Μεγάλη Ιδέα, θα διατυπώσει ο Θεοτοκάς στο δοκίμιο του «Το νεοελληνικό πνεύμα», που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» τον Ιανουάριο του 1953. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η καίρια σημασία που αποδίδει στην λαϊκή παράδοση και στην λαϊκή αρχιτεκτονική που ως συνέχεια της αρχαίας και βυζαντινής καταφέρνει να «παρουσιάζει ποικιλία μεγάλη, πρακτικές λύσεις των προβλημάτων που γεννούν οι κλιματολογικοί και υλικοί όροι της ζωής και πολλές φορές λαμπρά αισθητικά επιτεύγματα, απόλυτα εναρμονισμένα με το ύφος της ελληνικής φύσης. Το ελληνικό λαϊκό σπίτι έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον όχι μόνο των  Ελλήνων, μα και των ξένων ειδικών, που ζητούν σ’ αυτό υποδείξεις και διδάγματα σχετικά με την εξέλιξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Το ίδιο συνεχίζουν αρχαίες παραδόσεις εξελιγμένες, η λαϊκή ζωγραφική, η λαϊκή μουσική, η μεγάλη ποικιλία των λαϊκών χωρών, οι λαϊκές βιοτεχνίες, που υπηρετούν ανάγκες της καθημερινής ζωής με μιάν αυθόρμητη καλλιτεχνική έκφραση»[24]. Βεβαίως η πιο σημαντική εκδήλωση του λαϊκού μας πολιτισμού είναι τα δημοτικά μας τραγούδια που «κατατάσσονται γενικά ανάμεσα στα ωραιότερα έργα λαϊκής φαντασίας του κόσμου ολόκληρου – από τότε που πρωτάρχισαν να μεταφράζονται, στην αρχή του 19ου αιώνα, και προκάλεσαν το θαυμασμό του  ίδιου του Γκαίτε»[25]. Ο Γ.Θεοτοκάς παρατηρεί πως «η ποιητική αξία των δημοτικών τραγουδιών είναι μεγάλη. Ο στίχος τους είναι τέλειος. Η γλωσσική τους διατύπωση πυκνή, δυνατή και ολοκάθαρη. Τα χαρακτηρίζει πρωτοτυπία και ζωηρότητα της φαντασίας, μυθοπλαστική ικανότητα, σπάνιος πλούτος εικόνων, πάθος και απλότητα που γοητεύει. Ο ψυχικός τους κόσμος είναι ευγενικός και υγιής, ισορροπημένος, με μια τάση προς τον ιδεαλισμό. Τα κυριότερα συναισθήματα που εκφράζουν είναι η αγάπη της ομορφιάς και των επίγειων αγαθών, η φυσιολατρεία, η αγάπη της οικογενειακής ζωής, η φιλοξενία, η περηφάνεια, η πίστη στην αξία της ελευθερίας. Η γλώσσα τους είναι απλή, μα έχει ζωντάνια και δροσιά μοναδική και συνάμα μια στερεότητα κλασική. Είναι η γλωσσική βάση, στην οποία στηρίχτηκαν, από την εποχή του Σολωμού, κι εξακολουθούνε να στηρίζονται οι Έλληνες συγγραφείς, για να δημιουργήσουν μια νέα και ζωντανή ελληνική λογοτεχνία»[26].
Στο δοκίμιο με τον τίτλο Το Βυζάντιο και ο ελληνισμός, που δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία τον Ιούνιο του 1953, ο Γ.Θεοτοκάς επισημαίνει ότι η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας  μαρτυρά τον κυρίαρχο ρόλο του ελληνικού στοιχείου μέσα σε αυτό ενώ ήδη από τον 15ο αιώνα οι πολλαπλές μαρτυρίες του Ιωάννη Αργυρόπουλου, του Πλήθωνα, του Χαλκοκονδύλη τεκμηριώνουν ότι είχε δημιουργηθεί η νεοελληνική εθνική συνείδηση.
Τον Ιούλιο του 1955 στο εκτενές δοκίμιο Οι σύγχρονοι Έλληνες που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ελευθερία θα επαναλάβει τις ίδιες θέσεις για την πολιτιστική του ελληνισμού και την θέση του στον σύγχρονο κόσμο. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις του για την σχέση χριστιανισμού και ελληνισμού: «ο Χριστιανισμός προσέλαβε έτσι μορφή ελληνίζουσα, πήρε μιάν έκφραση σαφή και ισορροπημένη, σύμφωνη με την πατροπαράδοτη ιδιοφυία του ελληνικού πνεύματος. Με μια τέτοια διάπλαση, προσαρμοσμένη συνεχώς περισσότερο στην ατμόσφαιρα του τόπου, η Ορθοδοξία επηρέασε την ελληνική ζωή ως τις βαθύτερες ρίζες της, έγινε ένα μαζί της. Είναι θρησκεία στο μέτρο του ανθρώπου, φωτεινή, θερμή, φιλελεύθερη. Η Εκκλησία είναι δημοκρατική. Τα διδάγματά της είναι καθαρά και νοητά, έχουν έκφραση ελληνική. Η ηθική της είναι ανθρωπιστική και επιεικής. Τα σύμβολά της είναι οικεία. Η λατρεία της είναι μια σειρά από χαρούμενες συμβολικές πανηγύρεις που παρακολουθούν ρυθμικά τα γυρίσματα των εποχών της χρονιάς. Η πιο μεγάλη, η πιο λαμπρή θρησκευτική εορτή στην Ελλάδα είναι το Πάσχα, η εορτή της Άνοιξης, που εκφράζει, στη συνείδηση του έθνους, μαζί με το δόγμα της Ανάστασης, και το πνεύμα του αιώνιου ξαναγεννημού της φύσης και της ζωής»[27].
Σε πολλά δοκίμια ο Γ.Θεοτοκάς αξιολογεί θετικά την ένταξη της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, παρότι δεν υποτιμά τους κινδύνους που περιέχει μια τέτοια επιλογή. Στο δοκίμιο Οι νέες ιστορικές εξελίξεις και το μέλλον του Ελληνισμού, που δημοσιεύθηκε στο Βήμα τον Νοέμβριο του 1958 θα γίνει πιο συγκεκριμένος: «το πολιτικό ιδανικό μου είναι μια ελεύθερη Ομοσπονδία της Ευρώπης, οργανωμένη με πνεύμα δημοκρατικό και προοδευτικό και με πλήρη σεβασμό της εθνικής προσωπικότητας και των πολιτιστικών παραδόσεων των λαών που θα την αποτελούν. Μέσα σε μια τέτοια μεγάλη, ανεκτική και ισχυρή Ένωση, έχω τη γνώμη ότι ο Ελληνισμός, με τη γλώσσα του, με το χριστιανισμό του, με το φιλελεύθερο και ανθρωπιστικό πνεύμα του και με την ακτινοβολία που προσφέρει στη χώρα του η αγέραστη κλασσική της παράδοση, μπορεί να καταλάβει μια θέση πολύ αξιοπρεπή και να απολαύσει τα αγαθά της υλικής προόδου, χωρίς να θυσιάσει τις αληθινές αξίες της ζωής του»[28]. Στο δοκίμιο με τον τίτλο Η κοινή αγορά και το μέλλον του έθνους που δημοσιεύθηκε στο Βήμα στις 11 Ιουνίου 1961 καταλήγει ότι ένα μικρό κράτος όπως η Ελλάδα αλλά και μεγαλύτερα όπως η Γερμανία και η Γαλλία δεν μπορούν να σταθούν μόνα τους[29]. Στην ίδια εφημερίδα στις 31 Δεκεμβρίου 1961 στο άρθρο του Ο ελληνισμός και η θέση του σημερινό κόσμο ξεκινά από την ρεαλιστική παραδοχή πως ο ελληνισμός «είναι μόνος στον κόσμο, σαν ένα παιδί ορφανό, ανάμεσα στα άλλα παιδιά που τα περιβάλλουν με το ενδιαφέρον τους πολυπρόσωπες οικογένειες»[30] για να καταλήξει όχι στην εθνική αποκλειστικότητα, όπως κατ’ αρχήν θα περιμέναμε,  αλλά στο συμπέρασμα ότι θεσμική ένταξη στην Ευρώπη  αποτελεί  αναπότρεπτο γεγονός και  αναγκαιότητα.
Όμως ο Γ.Θεοτοκάς θέτει ως προϋπόθεση για να συμμετέχουμε σε διεθνείς οργανισμούς την διασφάλιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μας: « δεν ζητώ το κλείσιμο στον εαυτό μας, την πνευματική ομφαλοσκοπία, τα τείχη του καλλιτεχνικού προστατευτισμού. Είμαι ένας από τους ανθρώπους που πολέμησαν αυτά τα πράματα, που αξίωσαν να ανοίξουμε τα μάτια στον έξω κόσμο και να μπούμε οργανικά στην Ευρώπη. Δεν αναιρώ σήμερα τις απόψεις μου εκείνες. Πιστεύω όμως –και τούτο το έλεγα πάντα- πως η οποιαδήποτε πνευματική συμμετοχή μας  στη διεθνική ζωή έχει αληθινή αξία μόνο όταν είναι ιδιόρρυθμη και  πρωτότυπη και αποτελεί συμβολή, προσθήκη και όχι απορρόφηση. Θέλω να πω ότι ή θα είμαστε ένας συγκροτημένος Ελληνισμός, με δική του προσωπικότητα, και τότε θα βαρύνουμε, θα είμαστε κάτι ή θα πέσουμε μέσα στην ανωνυμία του κοσμοπολίτικου πλήθους σαν άτομα ανερμάτιστα και ξερριζωμένα. Αυτό είναι το ένα ζήτημα που μας αφορά όλους μαζί. Το άλλο είναι η ατομική υπόσταση του καθενός, που πιστεύω ότι έχει ανάγκη να στερεωθεί κάπου, να βρει ερείσματα που να την ξεπερνούν».[31]
Στο δοκίμιο Ο ελληνισμός και η εποχή  που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ευθύνη», τον Απρίλιο του 1962 θα προσδιορίσει τα κρίσιμα χαρακτηριστικά μας: «ποια είναι τα βασικά εκείνα στοιχεία που συνθέτουν την ιδιαίτερη εθνική προσωπικότητα μας, που αν τα στερηθούμε θα παύσουμε να είμαστε αυτό που είμαστε; Προσπαθούμε από καιρό να τα προσδιορίσουμε, αφήνοντας κατά μέρος τα δευτερώτερα και τα φθαρτά, που δεν είναι εκ των ων ουκ άνευ. Είναι η Ορθοδοξία και ο ανθρωπισμός των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, καθώς ισορροπούν και εναρμονίζονται μέσα στην παράδοσή μας. Είναι η μνήμη του Εικοσιένα, το αγωνιστικό πνεύμα της ελευθερίας που διαπερνά ολόκληρη τη νεώτερη ιστορία  μας. Είναι τα νέα μας γράμματα στις καλές τους ώρες. Είναι η γλώσσα μας, σαν κόσμος ζωντανός, σπαρταριστός και γοητευτικός, που μας πλάθει ολοένα και που τον πλάθουμε. Αυτά όλα είμαστε εμείς. Η ύπαρξη μας αποτελεί τη συνθετική τους, ενιαία έκφραση. Αυτά λοιπόν θα πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, μέσα στα  νέα σχήματα όπου μας οδηγεί η ιστορία, να τα εμβαθύνουμε και να τα καλλιεργήσουμε όσο είμαστε ικανοί. Αν αυτά είναι μέσα μας ισχυρά, δεν θα έχουμε λόγους να φοβόμαστε ούτε την τεχνική ούτε το συγχρωτισμό μας με τα άλλα έθνη. Τουναντίο, τότε η ύπαρξή μας ανάμεσα στα έθνη θα έχει βαρύτητα και ο λόγος μας θα λογαριάζεται, θα αποτελούμε κι εμείς μια παρουσία»[32].
Στο χειρόγραφο της συζήτησης με θέμα Η Ε.Ο.Κ. και η Ελλάδα που διεξήχθη στις 22 Μαρτίου 1963 ανάμεσα στον Γ.Θεοτοκά, τον Κ.Αρλιώτη, τον Ι.Πεσματζόγλου, τον Χρ. Στράτο και τον Α.Τσιριντάνη , ο Θεοτοκάς θα τονίσει την σημασία του ριζώματος για τον άνθρωπο: «οι λαοί και τα άτομα έχουν ανάγκη από ρίζες και από τη θερμότητα μιας εθνικής ζωής για να στερεωθούν, να ισορροπήσουν και να μπορέσουν να αναπτύξουν τον ηθικό τους χαρακτήρα. Ο ξερριζωμένος άνθρωπος, από ό,τι μας διδάσκει η πείρα, δεν είναι ούτε ευτυχής ούτε αληθινά ισορροπημένος ούτε πολύ χρήσιμος στον κόσμο. Θέλουμε λοιπόν και πρέπει, μες στην Ευρώπη, να διατηρήσουμε τον Ελληνισμό μας. Δεν εννοώ τις εξωτερικές του γραφικότητες, αλλά τα ουσιαστικά συστατικά και εκφραστικά του στοιχεία, που τα κυριότερα είναι: η γλώσσα, η πνευματική ελληνική παράδοση, η λογοτεχνία ως άμεση, ζωντανή ελληνική έκφραση της εθνικής ψυχοσύνθεσης, το πνεύμα της ελευθερίας που εκπορεύεται από το Εικοσιένα και  γενικά τους απελευθερωτικούς μας πολέμους και η Ορθόδοξη Εκκλησία. Τα στοιχεία αυτά προσδιορίζουν και στερεώνουν την εθνική προσωπικότητα των σύγχρονων Ελλήνων, πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιηθεί η σημασία τους, μες στις νέες ιστορικές προοπτικές που ανοίγονται μπροστά μας»[33].
Στο δοκίμιο με τον τίτλο  Η καταγωγή του ελληνικού λαού, που δημοσιεύθηκε στο Βήμα στις 26 Μαίου 1963, ο Γ.Θεοτοκάς  απαντά για άλλη μια φορά στα επιχειρήματα του Ι.Φαλμεράγερ. Το γεγονός ότι η αρχαϊζουσα ελληνική γλώσσα ήταν η επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας και του Βυζαντινού κράτους μαρτυρά ότι υπήρχε ένας συμπαγής κυρίαρχος ελληνικός πληθυσμός. Ως πρόσθετο επιχείρημα θα χρησιμοποιήσει τα  πορίσματα των ερευνών του ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού που εκδόθηκαν από το Ινστιτούτο Εθνογραφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ που μεταξύ άλλων υποστηρίζουν την ανθρωπολογική συνέχεια του ελληνικού έθνους: «τα  παλαιοανθρωπολογικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει γενετική αλληλουχία στον πληθυσμό της Ελλάδας από τη νεολιθική εποχή ως τη σύγχρονη, δηλαδή από την προϊστορία και εδώ οι τύποι παραμένουν οι ίδιοι. Οι μετακινήσεις λαών στον Μεσαίωνα (Σλάβοι κ.λπ.) δεν έφεραν σοβαρή αλλαγή στα μορφολογικά γνωρίσματα του ελληνικού λαού. Η συνδυασμένη μελέτη των στοιχείων της ιστορίας, της αρχαιολογίας, της εθνογραφίας και της γλωσσολογίας επικυρώνει την άποψη ότι υπάρχει συνέχεια στον πολιτισμό της Ελλάδας όλων των εποχών. Οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες, καθώς και οι Κουτσόβλαχοι, πρέπει να θεωρηθούν, κατά ένα ποσοστό περίπου εβδομήντα τα εκατό, ως απόγονοι του αυτόχθονα αρχαίου πληθυσμού της Ελλάδας. Έτσι επιβεβαιώνεται με επιστημονικά επιχειρήματα η άποψη ότι οι Σλαβομακεδόνες και οι Κουτσόβλαχοι είναι βασικά Έλληνες που έχασαν τη γλώσσα τους τους σκοτεινούς αιώνες»[34].
Στην ευρωπαϊκή αισιοδοξία του Γ.Θεοτοκά  θα απαντήσει ο Ε.Παπανούτσος με δύο άρθρα του, στο Βήμα στις 6 και 13 Νοεμβρίου 1958. Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας τους δεν θα διατηρήσει τις ίδιες απόψεις μετά το 1974, οι σκέψεις που διατύπωσε τότε διατηρούν αδιάπτωτο το ενδιαφέρον τους: «ακόμη και αν η αυριανή πολιτική μορφή «μεγάλης κλίμακας» πρόκειται να είναι μια «Ελεύθερη Ομοσπονδία της Ευρώπης, οργανωμένη με πνεύμα δημοκρατικό», βλέπω τη μικρή Ελλάδα στη θέση του φτωχού συγγενή που μόλις γίνεται ανεκτός. Ας θυμηθούμε ότι ο Χίτλερ προώριζε την Ελλάδα για τουριστικά ταξίδια και για καλλιέργεια της αγριόμεντας. Επίσης ότι η δεύτερη και η Τρίτη γενεά των μεταναστών μας στις Ηνωμένες Πολιτείες ντρέπεται να λέγη την καταγωγή της. Τώρα θα εννοή, φαντάζομαι , ο κ.Θεοτοκάς ποια είναι τα τιμαλφή που θα επιθυμούσα να περισωθούν(δεν είπα πως εκείνος μας ζητεί να τα εκποιήσωμε, αλλά ότι εγώ δεν θέλω να γίνη τούτο). Είναι η εθνική μας προσωπικότητα, η πολιτιστική μας παράδοση, το πνεύμα και το ήθος του λαού μας. Οι θησαυροί αυτοί ένας μόνο σίγουρος τρόπος υπάρχει να διαφυλαχτούν: η αυθυπαρξία, το δικαίωμα να διαθέτη κανείς τον εαυτό του όπως θέλει, να κυβερνάη αυτός το σπίτι του και όχι οι άλλοι- άς είναι και οι καλύτεροι φίλοι… Σε κανένα ισχυρό προστάτη δεν έχω εμπιστοσύνη ότι θα σεβαστή ένα μικρό λαό και θα τον αφήση να ζήση τη δική του ζωή. Ακόμη και την «Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία» τη φοβούμαι⸱γιατί πίσω από την κοινοπολιτεία των δήθεν ισοτίμων μελών, ο Ντε Γκώλ θα ετοιμάζη το «διευθυντήριο του», η Γερμανία την οικονομική ηγεμονία της και ο Βρετανικός λέων θα καραδοκή ν’ αρπάξη το μεγαλύτερο μέρος της λείας. Ότι είναι ενδεχόμενο να ιδρυθούν «Επικράτειες μεγάλης κλίμακας» δεν το αποκλείω. Δεν νομίζω όμως ότι συμφέρει να τις προεξοφλούμε από τώρα, ούτε να βιαστούμε να δώσωμε στη νέα γενεά «ιδανικά» κομμένα στα δικά τους μέτρα»[35].
Ο Γ.Θεοτοκάς ένα από τα πιο δραστήρια και χαρισματικά μέλη της γενιάς του’30, κατέληξε ότι υπάρχει συνέχεια του ελληνικού έθνους με χαρακτηριστικά κατά κύριο λόγο πολιτιστικά, αφού κατά την ιστορική του εξέλιξη κατάφερε συχνά να αφομοιώσει, λαούς με διαφορετική προέλευση. Διέκρινε στον ελληνισμό ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία, που καταστάλαξαν κατά την μακραίωνη και περιπετειώδη πορεία του, τα οποία θεωρεί ότι πρέπει να τα κρατήσει. Η παραδοχή αυτή δεν είναι το εφαλτήριο για εθνική αναδίπλωση, αλλά η προϋπόθεση για να συναντηθούμε με τον σύγχρονο κόσμο. Δίχως γνώση του πολιτισμού μας δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε έργα που να αφορούν και να ενδιαφέρουν τους άλλους λαούς. Όμως η επιδίωξη ευρωπαϊκών συμμαχιών και ερεισμάτων δεν μπορεί να οδηγεί σε ξεριζωμένους ανθρώπους που έχουν απωλέσει τη «θερμότητα μιας εθνικής ζωής»[36]. Υπήρξε πρωτοπόρος και ενθουσιώδης πρεσβευτής της σύγκλισης  των ευρωπαϊκών εθνών, υποτιμώντας ή και αγνοώντας συχνά τους κινδύνους που περιέχει ένα τέτοιο εγχείρημα, σε αντίθεση μάλιστα με άλλους σύγχρονούς του σημαντικούς στοχαστές που συνδύαζαν, άρτια, κατά το δικό του παράδειγμα, την ελληνική με την ευρωπαϊκή παιδεία, όπως ήταν ο Ε.Παπανούτσος, που έγκαιρα και έγκυρα μας τους παρουσίασαν. Όμως ο Γ.Θεοτοκάς, όπως και ο Κ.Τσάτσος, ποτέ δεν θεώρησαν ότι η ευρωπαϊκή επιλογή του ελληνισμού θα έπρεπε να οδηγήσει στην έξοδο του από την ιστορία. Όπως έγραφαν, ο ελληνισμός είναι ένα ορφανό παιδί, που συμμετέχει πνευματικά αλλά και γεωπολιτικά όχι μόνο στην Δυτική Ευρώπη αλλά και στην «καθ’ ημάς Ανατολή». Υπό αυτή την έννοια η ευρωπαϊκή πορεία   δεν θα έπρεπε να οδηγήσει στην διάλυση της ελληνικής ταυτότητας, όπως κάποιοι όψιμοι ευρωπαϊστές αργότερα υπονόησαν, αλλά να της παρέχει ένα ευνοϊκό πεδίο που θα αναπτυσσόταν με μεγαλύτερη ασφάλεια και ορμή.




[1] Γ.Θεοτοκάς, Αναζητώντας τη διαύγεια-δοκίμια για τη νεότερη ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, επιμέλεια Δ.Τζιόβας, εκδόσεις  Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005, σελ.81.
[2] ό.π. σελ. 88.
[3] Ό.π. σελ. 89.
[4] Ό.π. σελ.90.
[5] ό.π. σελ. 92,93.
[6] Ό.π. σελ. 93.
[7] Ό.π. σελ. 226.
[8] Ό.π. σελ.453.
[9] ό.π. σελ. 454.
[10] Ό.π. σελ. 454,455.
[11] Ό.π. σελ. 455.
[12] Ό.π. σελ. 456.
[13] Γ.Θεοτοκάς. Στοχασμοί και Θέσεις, πολιτικά κείμενα 1925-1966, τόμος Α’ 1925-1949, πρόλογος Ν.Αλιβιζάτος, επιμέλεια  Ν.Αλιβιζάτος, Μ.Τσαπόγας, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,  Αθήνα 1996, σελ. 205.
[14] Ό.π. σελ. 208.
[15] Ό. π. σελ.210.
[16] Ό.π. σελ.254.
[17] Ό.π. σελ.439.
[18] Ό.π.σελ.441.
[19] Ό.π. σελ.486.
[20] Ό.π. σελ.510.
[21] Ό.π. σελ.532.
[22] Ό.π. σελ.535.
[23] Ό.π. σελ.537.
[24] Γ.Θεοτοκάς. Στοχασμοί και Θέσεις, πολιτικά κείμενα 1925-1966, τόμος Β’ 1950-1966, πρόλογος Ν.Αλιβιζάτος, επιμέλεια  Ν.Αλιβιζάτος, Μ.Τσαπόγας, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»,  Αθήνα 1996, σελ. 651.
[25] Ό.π. σελ.651.
[26] Ό.π. 651,652.
[27] Ό.π. σελ. 689.
[28] Ό.π. σελ.862.
[29] Ό.π. σελ. 926.
[30] Ό.π. σελ. 944.
[31] Ό.π. σελ.952.
[32] Ό.π. σελ.972.
[33] Ό.π.σελ.998.
[34] Ό.π. σελ.1004.
[35] Ό.π.σελ.1296.
[36] O Φ. Μπρωντέλ ένας σημαντικός σύγχρονος ιστορικός ταυτίζει την εξέλιξη των πολιτισμών με την εθνική ζωή. Όπως γράφει: «Ποιος μπορεί να παραγνωρίσει την τεράστια σημασία της Ιστορίας; Βέβαια δεν πρέπει να οδηγεί στη δημιουργία εθνικισμών, που είναι πάντα καταδικαστέοι, ούτε πάλι να αναλώνεται αποκλειστικά σε έναν ανθρωπισμό ο οποίος, προσωπικά με συγκινεί περισσότερο. Το θέμα είναι ότι χωρίς Ιστορία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εθνική συνείδηση. Και χωρίς εθνική συνείδηση δεν υπάρχει ούτε πρωτότυπη κουλτούρα, ούτε πραγματικός πολιτισμός. Κι αυτό ισχύει για την Ιταλία όσο και για τη Γαλλία»( Fernand Braudel, H γραμματική των πολιτισμών, ΜΙΕΤ, μετ. Άρης Αλεξάκης, σελ. 42) .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου