Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Νώντας Τσίγκας: Η επανεύρεση της "πρώτης" μνήμης


 Πηγή:http://fractalart.gr/aurelia/
Λίλα Τρουλινού «Αουρέλια, Η πρώτη μνήμη» – Νουβέλα, Εκδόσεις Περισπωμένη, Δεκέμβριος 2017, σελ. 120

«Tον χτύπησαν με τρόπο ύπουλο», λέει και κοιτάζει γύρω της ανήσυχη. Το χτύπημα ήταν μελετημένο και κράτησε χρόνια πολλά. Πρώτα έφτιαξαν έναν ωραίο μύθο που να πουλάει, ο γραφικός, ο ανέστιος, ο ανατολίτης, μετά έκαναν βιτριολική κριτική στα έργα του, ύστερα είπαν όπως στράγγισε το ταλέντο του κι έπειτα τον κατηγόρησαν για λακέ της αστικής τάξης. Στο τέλος τον είπαν προδότη, φασίστα και συνεργάτη της Σιγουράντζα, που ήταν η μυστική αστυνομία της Ρουμανίας. «Μετά από λίγο αρρώστησε ξανά. Και πέθανε. Όμως εγώ ξέρω την αιτία» […]

Το βιβλίο της Λίλας Τρουλινού βασίζεται σε μια αλλόκοτη ωστόσο διόλου ανεδαφική ιδέα: Ο άνθρωπος που βυθίζεται σταδιακά στην άνοια ενώ χάνει την δυνατότητα της άμεσης μνημονικής ανάκλησης (δηλαδή παρουσιάζει ελλείμματα στην «πρόσφατή» του μνήμη), διασώζει –για μεγάλο διάστημα ̶  μονάχα την «απώτερη» μνήμη (την «πρώτη»- όπως αναφέρεται και στον δευτερότιτλο του βιβλίου της Τρουλινού). Απωθεί λοιπόν, προσπερνά, διαγράφει, μα κυρίως διαστρέφει το παρόν, δημιουργώντας «μυθοπλαστικά» κάποιο καινούργιο ολοδικό του παρόν ̶ εν πολλοίς ανύπαρκτο, ακατανόητο, ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΟ και σκοτεινό για τους άλλους.  Εδώ, ο συχνά παραληρηματικός  ̶ μα, κυρίως, βαθύτατα ποιητικός ̶   λόγος της Αουρέλια σωσμένος από τη λαλιά  και την πένα της Ραλούκα της θυγατέρας  της [και μητέρας της συγγραφέως του βιβλίου] μας μεταφέρει στον γενέθλιο τόπο των Ρουμανόβλαχων/Κουτσόβλαχων των οποίων οι απόγονοι (τα κύρια πρόσωπα της νουβέλας  ̶ τρεις γενιές: η γιαγιά, η μητέρα, η εγγονή) καταφθάνουν κάποτε στη Θεσσαλονίκη από την Αβδέλα των Γρεβενών.
Μνήμη του  αδικοχαμένου αδερφού Κορνέλιου-μικρό συναξάρι:
«Λάτρης της πατρίδας του», μου λέει και το πρόσωπό της σκοτεινιάζει, «κι όμως υποφέρει σ’ αυτήν και βασανίζεται. Γιός ιερέα χωρίς καμιά ακράδαντη πίστη. Κοντά στους ομοίους του, χωρίς καμιά ουσιαστική εγγύτητα. Ψάχνει μια βεβαιότητα για να πορευθεί στον κόσμο. Μια πίστη για να κρατηθεί. Εγώ την αφουγκράζομαι. Κοιτάζω τα χείλη της που κινούνται. Μαντεύω τις λέξεις. Ξέρω για ποιό πράγμα μιλάει. «Ψάχνει τον αρχηγό. Αυτόν που θα τον αγαπήσει με δύναμη και θα θελήσει να κάνει και τους άλλους να τον αγαπήσουν. […] όμως δεν είναι στη φύση του ο φανατισμός» […] Τότε παλιά στο Βουκουρέστι. Τότε που νόμιζε πως τον ήξερε καλύτερα [η Αουρέλια τον αδερφό της] από ότι ο ίδιος τον εαυτό του.
[…] Γυρίζω και βλέπω τον αδελφό μου. Το πρόσωπό του γεμίζει ρωγμές. Σταγόνες ιδρώτα κυλάνε. Οι ρωγμές διακλαδίζονται, ρυάκια αίμα ξεπηδάνε. Το πρόσωπό του θρυμματίζεται. Σωριάζεται καταγής. Ο λευκοντυμένος άνδρας κατεβαίνει απ’ τ’ άλογό του και μπαίνει στην εκκλησία. «Ο απεσταλμένος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ» ψιθυρίζει μια γυναίκα. «Ήρθε από τον ουρανό για να μας σώσει».
Έτσι, επανεμφανίζεται -νεκρανασταίνεται και η παρέα του Ιστράτι με τα μέλη, που προσωρινά ή μόνιμα προσχωρούν στην τρομερή φασιστική Λεγεώνα του Αρχαγγέλου. Ο ίδιος Παναΐτ Ιστράτι, ο Αλεξάντρου Τάλεξ, ο Μιχάι Στελέσκου, ο Αχίλλης Μανάκης πίνουν μαζί στη λαϊκή μπρασερί. Πίνουν κρασί  ή τσούικα (αντί για ρακή από δαμάσκηνα). Και «η ορχήστρα παίζει ρουμάνικα παραδοσιακά τραγούδια»:
[…] Όλοι ακούνε το γδάρσιμο του ανέμου στα κοφτερά σπαθιά, τις πέτρες που κατρακυλούν και συσπειρώνονται σαν μάτι του κυκλώνα, την άγρια φλογέρα από αφροξυλιά […]



Παιδεμένη-αριστουργηματική γραφή, με στόφα και όρους «υψηλής» λογοτεχνίας. Άφθονα τα συμβολικά, τα μαγικορεαλιστικά -σουρεαλιστικά στοιχεία και οι λυρικές εξάρσεις  ̶ κάποτε παροξυσμικές σαν φωταψίες.
[…] τ’ αρυτίδωτα πρόσωπα των φιλντισένιων κρίνων.
[…] »Το χιόνι έμπαινε από τα ορθάνοιχτα παράθυρα και γέμιζε με λευκά και γκρίζα ξέφτια η σάλα. Το χιόνι έπεφτε στην όχθη, στη στέπα πιο πέρα, έπεφτε λευκό στα σφαγεία που σφάδαζαν στο αίμα, καυτό αίμα στα χαντάκια κυλούσε αθώων προβάτων, και μες στα χαντάκια γλείφαν το αίμα τραχιές γλώσσες άγριων ζώων.
Γραφή που σχετίζεται με τον τρόπο ενός Τόμας Μαν, ενός Ιστράτι (αυτό το άμοιρο ψάρι που κολυμπά αντίθετα στο ρεύμα, ο οξύρρυγχος που θα προφέρει θυσιαστικά το μαύρο του χαβιάρι στον κόσμο,  ένας διαποτισμένος με το να γράφει καθ’ έξιν για κείνους «που δεν ανήκουν πουθενά» γιατί «ζήτω ο άνθρωπος που δεν ανήκει πουθενά» γραμμένο και στα ελληνικά και στα ρουμάνικα…), μα και άλλων όπως του Ρεμπρεάνου που τάχθηκε με τους «άλλους»… Κι ήρθαν συχνά στο νου μου  τα αυτοβιογραφικά του Ελίας Κανέτι μα και του Ιάνη Ξενάκη. Από κοντά ήταν σαν να άκουγα κάποτε μουσική του βυζαντινού Ντιμίτρι Καντεμίρη ή του Γκεόργκε Ενέσκου. Και ο μηδενιστής στοχαστής Εμίλ Σιοράν δεν ήταν μακριά μου… Η Βράιλα-οι θλιβεροί βαλτότοποι, η Τρανσυλβανία, ο φασισμός / το μίσος που ευνοούνται από την ανέχεια, την εξαθλίωση, την ηθική πτώση, το ποδοπάτημα της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας των απλών ανθρώπων. Σπαρακτικές οι περιγραφές της ζωής  των ταπεινών , των εξαθλιωμένων ψαράδων [σαν να μοιράστηκα μαζί τους ψωμί από ιχθυάλευρο από παστό ψάρι…], η πολύχρωμη παρέα των γύφτων και των ανδραπόδων τους. Ο Τριστάν και η αρκούδα ο Ντόρου πρωταγωνιστές σ’  αυτό το γοητευτικό ποιητικό -χορευτικό καραβάνι της ανομίας και αναρχίας.
Και η αντίστιξη αυτών όλων με την άθλια Ελλάδα του σήμερα. Της χρεοκοπίας… Ημιτελή έργα παντού στην συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη-σαν ζωή που σταμάτησε. Σωροί από χώματα. Λάκκοι έτοιμοι να σε κάνουν να σκοντάψεις και να πέσεις μέσα. Εκσκαφές-εκχωματώσεις, επιχωματώσεις. Σήραγγες του μετρό-  που σκάπτονται υπογείως και ορύγματα που υψώνονται στο παραλιακό μέτωπο με τις ξεχαρβαλωμένες πλάκες εκεί που λάβαιναν χώρα άλλοτε τα καλοκαιρινά Θούρια και οι εκδηλώσεις της ΚΝΕ…
Τα πάρκα είναι έρημα, η παραλία παντού σκαμμένη. «Πώς θα περά-σουμε απέναντι;» Δεν υπάρχουν λαμπρά έργα αλλά μονάχα ποντίκια, φίδια, πένητες, άθλιοι, άστεγοι κρυμμένοι μέσα σε λαμαρίνες σπαράγματα αυτοκινήτων. «Τα πάρκα περιφραγμένα με συρματοπλέγματα, λόφοι με χώματα, παντού χαρακώματα». Άφιλη κι  άξενη πόλη και για τους αυτόχθονες ακόμα. Η συγγραφέας ηθελημένα αδιαφορεί /αγνοεί τα λαμπρά «Μέγαρα». Βλέπει τη λαμπρή καταισχύνη του πολιτισμού.
[…] «Τίποτα δεν αξίζει σ’ αυτόν τον τόπο» λέει, και σέρνεται αδιάκοπα μες στα βαλτόνερα, γιατί η ιδέα της ματαιότητας δεν εξελίσσεται ούτε οδηγεί πουθενά, πάντα βρίσκεσαι κολλημένος στην ίδια βρώμικη λάσπη, εκεί όπου αναμασάς της ανθρώπινης εξαθλίωσης την αδυσώπητη γνώση.


Όπως και στο Δέλτα του Δούναβη στον τόπο των εξορίστων, των βασανισμένων, των ξεχασμένων από ανθρώπους και απ’ τον Θεό. Η Θεσσαλονίκη, μια πόλη που έχει απωλέσει  τη μνήμη της, σε μια διαρκή ανασκαφική δραστηριότητα- λες και προσπαθεί να θυμηθεί-να ανασκάψει «την άλλη» της μνήμη. Όστρακα λογής ξεκολλούν ακόμα και από τον ουρανό της πόλης. Έτσι μοιάζει να συμβαίνει και στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου (όπου και το ιατρείο του νευρολόγου της Πλ. Ναυαρίνου) που «βλέπει» προς το μυθικό ανάκτορο του Γαλερίου. Και από τον νευρολόγο πάλι η οδηγία για το σκεύασμα  Σέλ-ιους του οποίου η ξενική ρίζα συνηχεί με το κύτταρο (cell) , το όστρακο-χτένι (shell) και το ρήμα  πουλώ (sell) …]. Ένα αντικαταθλιπτικό που στέκεται χρήσιμο για την αντιμετώπιση της οδυνηρής σύγκρουσης με την πραγματικότητα και όχι σαν ένα φάρμακο που θα επαναφέρει την ήδη απωλεσθείσα μνήμη. Η διαδικασία της ανασκαφής και της έρευνας συντελείται αλλού: στα βαθειά  ̶ στα πλάτη και τα μάκρη ̶  τις πρώτες «εγγραφές».  Τέλος αποδείχνεται πως μια φράση, όλη κι όλη, είναι αυτή που παλεύει… μονάχη αφού όλοι οι πολιτικοί, ποιητικοί και φιλοσοφικοί μαίανδροι που διατρέχουν το βιβλίο οδηγούν σ’ αυτήν την σπαρακτική τελευταία φράση:
«Όλο το μελάνι του κόσμου δεν φτάνει για να ξεπλύνει την ντροπή μου»…
Αυτή είναι που ορίζει και το αληθινό χρέος της μνήμης: Να μην επιτρέψει ν’ αποστραφεί ποτέ η ματιά του ανθρώπου από τη γένεση του κακού στον κόσμο μέσα στους αιώνες (σε όσους παρήλθαν, τους τωρινούς και τους ερχόμενους.).
»Και κάθε άνοιξη η συνέχεια είναι εκεί πάντα φρικτή και πάντα η ίδια: Γράφεται ξανά από την αρχή το έπος της μεγάλης Πλημμύρας, που δεν είναι σαν το αρνητικό μιας παλιάς μισοκαμένης φωτογραφίας που αποτυπώνει αμυδρά μια θολή ανάμνηση της ανθρωπότητας, αλλά μια ζοφερή αναβίωση του ίδιου συμβάντος, που ωστόσο διαφοροποιείται κι εκσυγχρονίζεται, ως ατομική και συλλογική μοίρα, καθώς εμπλουτίζεται με νέες πληγές, νέες ερμηνείες, νέες αρρώστιες, νέες φρικτές εμπειρίες.



Μικρά υστερόγραφα:
-Θεωρώ πως το λαμπρό αυτό κείμενο θα άξιζε να διασκευαστεί κάποτε σε θεατρική παράσταση [μονόλογος]. Ίσως και γι’ αυτό το σκοπό μονάχα να γράφτηκε…
-Συγχαρητήρια αξίζουν στους συντελεστές της «Περισπωμένης» για το άψογο εκδοτικό αποτέλεσμα. Σωτήριοι οι σχολιασμοί και οι επεξηγήσεις της συγγραφέως στις πίσω σελίδες του βιβλίου.
-Το βιβλίο του Παναΐτ Ιστράτι που εκδόθηκε από τον «Φαρφουλά» το 2014 με τον τίτλο «Τα γαϊδουράγκαθα του Μπαραγκάν» προοιωνίζεται ίσως και τον τίτλο του προηγούμενου, και σχετικά πρόσφατου, βιβλίου με διηγήματα της Λίλας Τρουλινού  «Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια». [Εκδόσεις Περισπωμένη, Νοέμβριος 2016]. Η ίδια πάντως παραδέχεται πως η επίδραση του συγκεκριμένου βιβλίου στάθηκε σημαντική στην οργάνωση του υλικού τουλάχιστον αυτής εδώ της νουβέλας.

ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
Λίλα Τρουλινού γεννήθηκε το 1961. Κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φιλολογία, φιλοσοφία και θέατρο. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Κρήτη. Βιβλία: «Αουρέλια – η πρώτη μνήμη», νουβέλα- εκδόσεις Περισπωμένη (2017), «Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια», εκδόσεις Περισπωμένη (2016). Μεταφράσεις: Foucault, Michel, «Η μικροφυσική της εξουσίας», Ύψιλον, Nietzsche, Friedrich Wilhelm, «Η χαρούμενη γνώση», Εξάντας, «Ξενοφών ο Αθηναίος, Ιέρων ή τυραννικός», Εξάντας, Lefebvre, Henri, «Μηδενισμός και αμφισβήτηση», Ύψιλον, Lefebvre, Henri, «Η εποχή της περιφρόνησης», Ύψιλον, Grimm, Jakob Ludwig, «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι και άλλα παραμύθια», Ύψιλον, Nietzsche, Friedrich Wilhelm, «Συμβολή στη γενεαλογία της ηθικής», Εκδοτική Θεσσαλονίκης
***Ο Νώντας Τσίγκας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959 και έζησε στο Βογατσικό  της Δυτικής Μακεδονίας. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και ειδικεύτηκε στη Νευρολογία. Έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει διηγήματα, ποιήματα και  κείμενά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ασχολείται με την δημοσιοποίηση  ̶ με τον σκοπό της  έκδοσης ̶  των αδημοσίευτων ημερολογίων του Ίωνα Δραγούμη  (της περιόδου 1903-1908). Βιβλία του: «Ου απάν’ κι ου κάτ’ ου κόσμους» (2009). Το «Μαύρο χιόνι» με σχέδια του Μόδη Γούναρη- εκδόσεις ΔιάπυροΝ (2010), «Εποχιακός διανομέας» – διηγήματα, εκδόσεις Πανοπτικόν (2013), «Μαθήματα Πατριδογνωσίας Ι» – Εκδόσεις της Αυλής της Κλεοπάτρας [«αυτοέκδοση»]. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  2. Για την τιμητική αναδημοσίευση της "κριτικής" μου στο βιβλίο της Λ.Τ. θερμά ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. νάστε καλά κ.Τσίγκα, πολλούς χαιρετισμούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή