Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Οι Τούρκοι στα "κλέφτικά" και "σουλιώτικα" τραγούδια της συλλογής "Ρωμαίικα τραγούδια" του A. Passow (από το ιστολόγιο Porta Aurea )






Κι’ ὁ σουλεϊμάνης φώναξε τοῦ καπετὰν Μηλιόνη·

Χρῆστο σὲ θέλ’ ὁ βασιλιάς, σὲ θέλουν κ’ οἱ ἀγάδες.

Ὅσο ‘ν’ ὁ Χρῆστος ζωντανός, Τοῦρκο δὲν προσκυνάει

Ὁ Χρῆστος Μηλιόνης -Ἤπειρος 1700-1710







Ὁ Μπουκοβάλας πολεμᾷ μ’ ὀκτώ, μ’ ἐννιὰ χιλιάδες

….

Μετροῦντ’ οἱ Τοῦρκοι τρεῖς φοραῖς καὶ λείπουν δυὸ χιλιάδες.

Μετροῦνται κ’ οἱ ἁρματωλοὶ καὶ λείπουν ἑβδομῆντα.

Ὁ Μπουκοβάλας - Ἤπειρος/Θεσσαλία 1715





Μετροῦντ’ οἱ Τοῦρκοι τρεῖς φοραῖς καὶ λείπουν πεντακόσιοι.

Μετροῦνται τὰ κλεφτόπουλα καὶ λείπουν τρεῖς λεβέντες·

Ὅνας ἐπῆγε στὸ νερὸ κι’ ἄλλος ψωμὶ νὰ φέρη,

Ὁ τρίτος ὁ καλήτερος στέκεται στὸ τουφέκι.

Ὁ Μπουκοβάλας (2) -Ἤπειρος/Θεσσαλία 1715





Ὁ Μπουκουβάλας πολεμᾷ μὲ τοὺς μουσουχουσαίους

Ὁ Μπουκοβάλας (3) - Ἤπειρος/Θεσσαλία 1715







Μετροῦντ’ οἱ Τοῦρκοι τρεῖς φοραῖς καὶ λείπουν πεντακόσιοι,

Στερνὰ μετροῦντ’ οἱ Χριστιανοὶ καὶ ταὄλλειπ’ ὁ Γιανάκης.

Νά κι’ ὁ Γιανάκης πὤρχεται ‘πὸ μὲς ἀπὸ τοὺς Τούρκους

Μὲ τ’ ἄλογό του παίζωντας, μὲ τὸ σπαθὶ βαμμένο.

Ὁ Μπουκοβάλας (4) -Ἤπειρος/Θεσσαλία 1715







Τρεῖς μέραις κάνει πόλεμο, τρεῖς μέραις καὶ τρεῖς νύχταις.

Χίλιους Τούρκους τοῦ σκότωσε καὶ χίλιους Ἀρβανίταις

Ὁ Στέργιος Μπουκοβάλας -Ἤπειρος/Θεσσαλία 1750-1860









Ὁ Μπουκοβάλας τἄκουσε, στὸν κάμπο κατεβαίνει,

Μαζώνει τὰ μπουλούκια του

….τοὺς βάνει ν’ ὁρκιστοῦνε,

Τοῦρκο ποτὲ μὴν πιστευθοῦν ὅσο καιρὸ κι’ ἂν ζοῦνε.



Γιατὶ μᾶς πλάκωσ’ ἡ Τουρκιά, ὣς δώδεκα χιλιάδες



«Λεβέντες κάμετε καρδιά, σὰ Χριστιανοὶ φανῆτε,

Τοὺς Τούρκους νὰ παστρέψωμε, νὰ πέσουνε στὸν τόπο»

Σὰν τα λιοντάρια σκούξανε, σὰν τα λιοντάρια βγῆκαν·

Τοὺς Τούρκους πέρνουνε μπροστά, σὰ γίδια τοὺς σκορπίζουν.

Σκοτώθηκαν κ’ ἐπιάστηκαν ὅσο γιὰ δυὸ χιλιάδες.

Ὁ Κώστας Μπουκοβάλας -Ἤπειρος/Θεσσαλία.







….

Γιῶργο χαϊντούτης φώναξε τ’ Ἀλέξη Τραγουδάκας·

«Βάλτε φωτιὰ στὴν ἐκκλησιά, κάψτε τοὺς Τούρκους μέσα,

Χίλια φλωριὰ νὰ τὴν χρωστῶ, καινούρια νὰ τὴν φτιάσω»

Ὁ Μπουκοβάλας - Ἤπειρος/Θεσσαλία.







Ὁ Μίτσο Χούσης κλείστηκε μέσα στὴν Παναγία.

Γιῶργο χαϊντούτης χούγιαξε τ’ Ἀλεξη Τραγουδάκη·

«Βάλε φωτιὰ στὴν ἐκκλησιά, κάψε τὴν Παναγία,

Χίλια φλωριὰ νὰ τὴς χρωστῶ καὶ χίλια νὰ τὴν φτιάσω.»



Τὸν λόγο δὲν ἀπόσωσε, τὸν λόγο δὲν ἀκούει

Βλέπουν τοὺς Τούρκους, πὤφευγαν, βλέπουν τους Ἀρβανίταις,

Σὰν ἔκαμε, καὶ χύθηκεν ὁ Γιάνης Μπουκοβάλας.



Πιάνουνε Τούρκους ζωντανοὺς καὶ Τούρκους σκοτωμένους



Βλέπουν τοὺς Τούρκους πὤφευγαν, βλέπουν τοὺς Ἀρβανίταις

Καὶ πήγανε καὶ κλείστηκαν ἀνάμεσα στὴν Ἄρτα.

Ὁ Γιάνης Μπουκοβάλας - Ἤπειρος/Θεσσαλία 1750-1760







Κι’ ὁ Μπουκοβάλας ἔκρενε κι’ ὁ Μπουκοβάλας κρένει·

«Σταθῆτε παλληκάρια μου, πάρτε μου τον καπετὰν Θανάση.

Νὰ μὴν τὸν πάρη ἡ Τουρκιά, τὸν παίρνουν Ἀρβανίταις

Καὶ μὲς στὰ Γιάνινα τὸν πᾶν, τὸν στέλνουνε στὴν πόλι,

Βλέπουν ἐχτροὶ καὶ χαίρουνται…»

Ὁ Θανάσης Καράμπελας - Ἤπειρος/Θεσσαλία 1750-1760







Τὸν Μῆτσο Χούση καρτερεῖ, τοῦ κάν’ ἕνα καρτέρι·

Τριακόσιους Τούρκους σκότωσε, τριακόσιους τσακωμένους…

Ὁ Γιάνης Σταθᾶς – Θεσσαλία/Ἄγραφα 1750-1760







Ἐγὦμ’ ὁ Γιάνης τοῦ Σταθᾶ, γαμπρὸς τοῦ Μπουκοβάλα.

Τράκο λεβέντες ρίξετε στὴ πλώρη τὸ καράβι·

Νὰ χύσωμ’ αἷμα Τούρκικο, νὰ φᾶνε κ’ οἱ κοράκοι».

Κ’ οἱ Τοῦρκοι βόλτα ρίχτουνε, γυρίζουνε τὴν πλώρη.

Πρῶτος ὁ Γιάνης πέταξε, πρῶτος ὁ Γιάνης βγαίνει

Μὲ τὸ τουφέκι στὸ δεξί, μὲ τὸ σπαθὶ στὰ δόντια.

Ποτάμι τρέχουν αἵματα, θάλασσα κοκκινίζει

Κι’ ἀλλᾶ, ἀλλᾶ φωνάζοντες οἱ Τοῦρκοι προσκυνοῦνε.

Ὁ Γιάνης Σταθᾶς – Θεσσαλία/Ἄγραφα 1750-1760







Τὸ καραοῦλ’ ἐφώναξε, τὸ καραοῦλι κράζει·

«Πολλὴ Τουρκιὰ μᾶς ἔρχεται, μπέϊδες καὶ ἀγάδες,

Ἀφῆτέ τους ἂς ἔρχονται κ’ ἐμεῖς τοὺς καρτεροῦμε.

Πιάστε παιδιὰ τὸ στένωμα, βάλτε τους μὲς στὴ μέση,

Κι’ ἀπὲ γιουροῦσι κάμενε, σφάξετε τοὺς ἀγάδες.

Νὰ διοῦν τοῦ Τότσκα τὸ σπαθί, τοῦ Νάκα τὸ τουφέκι,

Βοήθ’ Ἁϊλιὰ τοῦ Μπουρμπουτσὸ κι’ ἀπὸ τὴν Σαμαρίνα,

Τοὺ Τούρκους νὰ χαλάσωμε, τσ’ ἐχτροὺς τῆς πίστεώς μας,

Ποὺ τυραννοῦν τ’ ἀδέλφιά μας, ποὺ σφάζουν τὰ παιδιά μας»

Ὁ Τότσκας – Γρεβενὰ/Πήλιο 1750-1760







Κι’ ἄκουσα ποῦ δασκάλευε Τότσκας στὰ παλληκάρια…

«Γιατὶ δὲν θέλει στὴ Τουρκιὰ νὰ καταντήσουν σκλάβοι»

Ὁ Τότσκας – Γρεββενὰ/Πήλιον 1750-60





«Βασίλη κάτσε φρόνιμα, νὰ γίνης νοικοκύρης,

….»

«Μάνα μου ‘γὼ δὲν κάθομαι νὰ γίνω νοικοκύρης,



Καὶ νἆμαι σκλάβος τῶν Τουρκῶν, κοπέλι τῶν σκυλῶνε



Νὰ πάω νὰ βρῶ τὸ Μάνταλο, νὰ σμίξω τὸν Μπαστέκη,

Ποὺ πολεμοῦν μὲ τὴν Τουρκιὰ καὶ μὲ τοὺς Ἀρβανίταις,

Νὰ μπῶ μὲ δαύτους σύντροφος στὰ Τούρκικα κεφάλια

Μὲ μιὰ σπαθιὰ νὰ κόφτω τρεῖς, μὲ τὸ τουφέκι πέντε,

Καὶ μὲ τὸ γιαταγάνι μου σαράντα καὶ πενῆντα…»



Οἱ Τοῦρκοι τὸν ἀγνάντεψαν καὶ παγανιὰ τοῦ στέλνουν,

Πῆγαν καὶ τὸν καρτέρεσαν σ’ ἓν ἄγριο μονοπάτι,

Κ’ ἐστοχαστῆκαν τὰ σκυλιὰ πὼς ἦταν σὰν καὶ δαύτους

….

Μὰ κεῖνο τ’ ἄξιο τὸ παιδί, τ’ ἄξιο τὸ παλληκάρι.

Σὰ βγάζει τὸ βαριὸ σπαθὶ καὶ ταὤκαμε γιουροῦσι,

Σὰ θεριστὴς ἐφάνηκεν ὅταν θερίζ’ ἀστάχυα,

Μ’ ἀνττὶς ἀστάχυα θέριζε τὰ Τούρκικα κεφάλια,

Θερίζει Τούρκους δεκοχτώ, κ’ ἐλάβωσε τριάντα,

Τοὺς πῆρε καὶ τὰ πλιάτσικα κ’ ἐγίνη καπετάνος.

Ὁ κλέφτης – Πήλιον 1750-60







«Ὁ Χρῆστος πάει καὶ κλείστηκε ψηλὰ στὸ Καρατάσι,

Καὶ πολεμάει μὲ τὴν Τουρκιά, μὲ τοὺς ντερβεναγάδες»

Ὁ Νικολὸς καὶ ὁ Σταθάκης - Ἄγραφα 1750-1760







Πέφτουν τουφέκια σὰν βροχή, κουρσιούμια σὰν χαλάζι,

Θερίζουν Τούρκικα κορμιά, κονιάρικα κουφάρια.

Κι’ ὁ Κουτσοχρῆστος σὰν ἀιτὸς παντοῦ τοὺς τριγυρίζει,

Καὶ σὰν λιοντάρι φοβερὸ μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι,

Χωρὶς τουφέκι νὰ κρατῇ, σὰν πρόβατα τοὺς σφάζει,

Καὶ σὰν λαγοὺς τοὺς κυνηγάει· στὰ παλληκάρια λέγει

Χτυπᾶτε τὰ σκυλοκορμιὰ καὶ μὴ τοὺς ἀψυχᾶτε,

Νὰ μάθουν, μὲ ποιὸν πολεμοῦν, μὲ ποὸν ἔχουν νὰ κάμνουν.

Χτυπᾶτε τ’ ἄπιστα σκυλιά, νὰ μὴ κρυφτῇ ὁ ἥλιος,

Νὰ μὴ νυχτώσ’ ὁ οὐρανὸς καὶ βροῦν τὸν γλυτωμόν τους» -

Κ’ οἱ Τοῦρκοι κράζουν· ἀλλὰχ ἀλλάχ! Καὶ φεύγουν τρομαγμένοι·

Ἀλλά, ἀλλάχ, μεντὲτ ἀλλάχ, μεγάλο κιαμέτι.

Ὁ Κουτσοχρῆστος - Ἄγραφα 1760-1770









Ἀνδροῦτσος ἐκατέβηκε μὲς στοῦ Σκορδᾶ στὸ χάνι,

Τὰ παλληκάρια τὸν ρωτοῦν, γυρίζουν καὶ τοῦ λένε·

«Ἀνδροῦτσό μ’ τεἶσαι κίτρινος καὶ στέκεις μαραμμένος.»

«Μουχτὰρ παςᾶς μ’ ἐπλάκωσε στὸν Νέπαχτο στὸν κάμπο,

Πέντε πολέμους ἔκαμε ἀπ’ τὴν αὐγ’ ὣς τὸ βράδυ,

Πέντε παιδιά μου σκότωσαν καὶ τὸν Βλαχοθανάση



Φτιάστε ταμπούρια δυνατὰ καὶ πολεμᾶτ’ ἀντρεῖα,

Νὰ πιάσω Τούρκους ζωντανοὺς κι’ αὐτὸ τὸν Μιτσομπόνο»

Ὁ Ἀνδροῦτσος – Λειβαδιὰ 1770-1790









Ἑξῆντα μέραιες πολεμοῦν Τοῦρκοι δέκα χιλιάδες

Κι’ Ἀνδροῦτσος ἐπολέμαγε μ’ ἑξῆντα παλληκάρια



«Τώρα νὰ δγῆτε μιὰ φορὰ τ’ Ἀνδρούτσου τὸ τουφέκι»

Καὶ τὰ σπαθιὰ τὰ βγάλανε γιουροῦσι μὲς στοὺς Τούρκους·

Ἐσκότωσαν, ἐλίανισαν Τούρκους ὣς δυὸ χιλιάδες



Ὁ Ἀνδροῦτσος – Λειβαδιὰ 1770-1790







….

Κ’ ἐπάτησαν κ’ ἐχούιαξαν, βάνουν μπροστὰ τοὺς Τούρκους.

Πιάνουν πασάδες ζωντανούς, μπεΐδες σκοτωμένους

….

Ὁ Ἀνδροῦτσος – Λειβαδιά 1786









Ὁ Βλάχος ἐσκοτώθηκε κι’ ὁ Γιάνης πάει στὸν τόπο.

Ἀνδροῦτσος ἐχουχούτιζε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι.

«Πάρτε τοῦ Γιάνη τ’ ἅρματα, τοῦ Βλάχου τὸ κεφάλι,

Νὰ μὴν τὸ πάρη ἡ Τουρκιά, τὸ πᾶν στὰ βιλαέτια,

Βλέπουν ἐχτροὶ καὶ χαίρονται, οἱ φίλοι καὶ λυποῦνται»

Τὸ βλέπει καὶ μιὰ παπαδιὰ καὶ κάθεται καὶ κλαίει·

Στὴ Λειβαδιὰ τὸ στείλανε στὴ μέση στὸ παζάρι,

Τὸ πήγανε στοὺς μπεϊδες κι’ ὅλοι φλωριὰ κερνᾶνε



Ὁ Βλάχος Θανάσης – Λειβαδιὰ 1770-1790







Βγαίνουν ᾑ κλέφταις τοῦ Ντελῆ καὶ τοῦ Ντελῆ Ἀχμέτη,



Πιάνουνε Τούρκους ζωντανοὺς καὶ Τούρκους σκοτωμένους,

Τοὺς πᾶνε καὶ στὸ Δομοκὸ μὲς στοῦ Ντελῆ Ἀχμέτη·

….

Ὁ Ντελῆς Ἀχμέτης – Λειβαδιὰ 1770-1790









Χαιρέτα μου τὴν κλεφτουριά, τὸ Γιάνη Δυυοβουνιώτη,

Τούρκους νὰ μὴν πιστέψουνε κι’ ἀγάδες Σαλωνίταις,

Γιατὶ πιστεύτηκα κ’ ἐγὼ στὸ γιὸ τοῦ Μουσταφάγα,

Καὶ τῶρα κείτομαι στὴ γῆ, κορμὶ δίχως κεφάλι,

Δίχως τὰ παλληκάρια μου καὶ δίχως τ’ ἅρματά μου.

Ὁ Ἀλέξιος Καλόγηρος – Λειβαδιὰ 1770-1790









Πολλὰ τουφέκια πέφτουνε στοῦ μπέη τὸ σεράγι.

Σκότωσαν τὸν καλόγηρο τὸν καπετὰν Ἀλέξη,

….

Στὴν Φήβα κάν’ ἁρματωλός, στὴν Φήβα κάνει κλέφτης,

Κι’ αὐτοῦ μέσα στὰ Σἀλωνα τὸν κάνουν καπετάνο

….

«Ποὖστε παλληκαράκια μου λίγα καὶ παινεμένα,

Νἀρθῆτε νὰ μὲ πάρετε ἀπ’ τοὺς σκυλοκονιάρους,

Ποὺ μ’ ἔφαγαν μὲ ἀπιστιά, μὲ ἔφαγαν μὲ μπέσα»

Ὁ Ἀλέξης Καλόγηρος – Λειβαδιὰ 1770-1790







Μουχτὰρ παςᾶς τοὺς πλάκωσε μὲ δεκοχτὼ χιλιάδες

Κι’ Ἀνδροῦτσος ἐχουχούτισε σὰν ἄξιο παλληκάρι·

«Δὲν σὲ φοβοῦμ’ Μουχτὰρ παςᾶ, στὸ νοῦ μου δὲ σὲ βάνω,

Ἔχω τ’ ἀσκέρι διαλεχτό, τ’ ἀσκέρι διαλεμένο,

Ἐγὼ Τούρκους δὲν σκιάζομαι, κόνιαρους δὲν φοβοῦμαι

….

Ὁ Ἀνδροῦτσος – Λειβαδιὰ 1770-1790









Κι’ ὁ Ἀνδροῦτσος ἐξεκίνησε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χερί,

Βλέπει τοὺς Τούρκους κ’ ἔφευγαν, βλέπει τοὺς Ἀρβανίταις,

….

Ἐδὦν’ Ἀνδροῦτσος ξακουστός. Ἀνδροῦτσος ξακουσμένος.

Ποτὲ Τοῦρκο δὲν σκιάζεται οὔτε καὶ Ἀρβανίταις



Ὁ Ἀνδροῦτσος – Λειβαδιὰ 1770-1790









Καὶ τὸν Ἀνδροῦτσο ζωντανὸ μὲ δώδεκα νομάτους·

Τὸν πῆραν καὶ τὸν πήγανε στὸν Βασιλιὰ στὴν Πόλι.

Κι’ ὁ βασιλιὰς τὸν ρώταε κι’ ὁ βασιλιὰς τοῦ λέγει:

«Ἐσ’ εἶσ’ ὁ Ἀνδροῦτσος ξακουστός, Ἀνδροῦτσος ξακουσμένος,

Ποὺ χάλασες τὴν Ρούμελη κι’ ὅλα τὰ βιλαέτια;

Τώρα σὲ πιάσαν ζωντανὸ καὶ σ’ ἔφεραν στὴν Πόλι.

Μὲ Τούρκους ἐπολέμησες, μὲ Τούρκους, μὲ Ρωμαίους



Ὁ Ἀνδροῦτσος – Λειβαδιὰ 1790







Ὁ Χρόνης

…Πέφτει στραβὸς μὲ τὸ σπαθὶ στὸ Τούρκικο τ’ ἀσκέρι,

Βαρεῖ δεξιά, βαρεῖ ζερβά, βαρεῖ μπροστὰ καὶ πίσω,

Σφάζ’ Ἀρβανίταις δώδεκα καὶ δύο μπουλουκπασίδες.

Ὁ Χρόνης – Θεσσαλία 1750-1770







Τοῦτο τὸ καλοκαῖρι καὶ τὴν ἄνοιξι

Μαῦρα χαρτιὰ μᾶς γράφουν, μαῦρα γράμματα·

«Ὅσοι κι’ ἂν ἦστε κλέφταις στὰ ψηλὰ βουνά,

Ὅλοι νὰ κατεβῆτε ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο,

Κι’ ὅλοι νὰ προσκυνῆστε τὸν Ἀλῆ πασᾶ».

Δυὸ παλληκάρια μόνον δὲν προσκύνησαν.

Πήρανε τὰ τουφέκια, τὰ λαμπρὰ σπαθιά,

Στὸν Ὄλυμπ’ ἀνεβαίνουν, κράζουνε κλεφτιά

Οἱ Κλέφται – Θεσσαλία 1783









Οἱ κλέφταις ἐπροσκύνησαν κ’ ἐγίνηκαν ραγιάδες,

Ἄλλοι φυλάγουν πρόβατα κι’ ἄλλοι βοσκοῦνε γίδια.

Κ’ ἕνα μικρὸ κλεφτόπουλο

…δὲ θὲ νὰ προσκυνήση



«Ἐγὼ ραγιὰ δὲ γένομαι, Τούρκους δὲν προσκυνάω,

Δὲν προσκυνῶ τοὺς ἄρχοντες καὶ τοὺς κοτσαμπασίδες



Ὁ Κλέφτης – Θεσσαλία 1783









Κι’ ἂν τὰ ντερβένια τούρκεψαν, τὰ πῆραν Ἀρβανίταις,

Ὁ Στέργιος εἶναι ζωντανός, πασάδες δὲν ψηφάει.

Ὅσο χιονίζουνε βουνὰ καὶ λουλουδίζουν κάμποι,

Κ’ ἔχουν ᾑ ράχαις κρυὰ νερά, Τούρκους δὲν προσκυνοῦμε.

Πᾶμε νὰ λημεριάσωμεν ὁποῦ φωλιάζουν λύκοι,

Σὲ κορφοβούνια, σὲ σπηλιαῖς, σὲ ράχαις καὶ ραχοῦλες.

Σκλάβοι σταῖς χώραις κατοικοῦν καὶ Τούρκους προσκυνοῦνε,

Κ’ ἐμεῖς γιὰ χώραν ἔχομαι ρημιαῖς κι’ ἄγρια λαγκάδια.

Παρὰ μὲ Τούρκους, μὲ θεριὰ καλήτερα νὰ ζοῦμε.

Ὁ Στέργιος – Θεσσαλία 1783







Διψοῦν οἱ κάμποι γιὰ νερὸ καὶ τὰ βουνὰ γιὰ χιόνια,

Καὶ τὰ γεράκια γιὰ πουλιά, κ’ οἱ Τοῦρκοι γιὰ κεφάλια

Ὁ Γυφτάκης – Πατρατσκίκι 1790







Λένε τὰ δάκρυα τῶν κλεφτῶν, κλεφτῶνε μυριολόγια.

Ἰουσοὺφ Ἀράπης κίνησε νὰ πάγη στὸ Ζητοῦνι.

Σέρνει τσεκούρια στ’ ἄλογα, τσεκούρια στὰ μουλάρια,

Γιὰ νὰ τσακίζη γόνατα καὶ νὰ συντρίβη χέρια·

Κι’ ὅσοι Ρωμιοὶ τ’ ἀκούσανε, πᾶνε νὰ προσκυνήσουν,

Κι’ ὁ Ζαχαράκης τὸ σκυλὶ δὲν πάει νὰ προσκυνήση.

Πιάνει καὶ γράφει μιὰ γραφὴ…



«Δὲ σὲ φοβοῦμαι μπρὲ σκυλί, δυὸ παραδῶν Ἀράπη,



Τί κρύβεσαι Ἰουσοὺφ ἀγᾶ σὰν τὴν παλιοπουτάνα

Καὶ περπατεῖς μὲς στὰ χωριά, παιδεύεις τοὺς ραγιάδες;

Ἔβγα νὰ πολεμήσωμε σὰν ἄξια παλληκάρια»



Σὰν ἔπιασαν τὸν πόλεμον ἀπ’ τὸ ταχ’ ὣς τὸ βράδυ,

Σκοτώνουν Τούρκους χιλιοστούς, πιάνουν καὶ τὸν τσαούση



Ὁ Ζαχαράκης – Πατρατσίκι 1790-1810







….

Στὸ παραθύρι ρίχτηκαν, στὸ δρόμον ἐβρεθῆκαν.

«Ἂν σὲ τσακώσω μπέη μου, στὴ σούβλα θὰ σὲ ψήσω»

Ὁ Τασούλας - Ἀκαρνανία 1790-1800







Ὁ Νικοτσάρας πολεμάει μὲ τρία βιλαέτια

Τὴν Ζίχνα καὶ τὸ Χάντακα, τὸ ἔρημο τὸ Πράβι.



«…Τὶ πόλεμος μᾶς καρτερεῖ μὲ τὰ σκυλιὰ τοὺς Τούρκους

…»

Φεύγουν οἱ Τοῦρκοι σὰν τραγιά, πίσω τ’ Πράβ’ ἀφίνουν.

Ὁ Νικοτσάρας – Θεσσαλία 1804-1805







Πολλὴ μαυρίλλα πλάκωσε, δέκα χιλιάδες Τοῦρκοι,

Καὶ κάνει ἕνα πόλεμο ὁλημερῆς στὸν κάμπο.

Σκοτώνει τοὺς ἀγαρηνοὺς πεζοῦρα καὶ καβάλα



Μὲ τὰ σπαθιὰ τοὺς ἔσχισαν, τοὺς Τούρκους κι’ ἀπεράσαν.

Τότε ὁ Νίκος φώναξε, τὰ παλληκάρια κράζει·

«Λεβέντες μου ἀνίκητοι, περήφανα σαΐνια,

Καβοῦλι μὴ τὸ κάμετε, οἱ Τοῦρκοι νὰ μὰς πάρουν,

Ἢ ὅλους νὰ τοὺς σφάξωμε ἢ ὅλ’ ἂς σκοτωθοῦμε»



Ὁ Νικοτσάρας – Θεσσαλία 1805-1806





…«Καλῶς τὸν καπετάνο

Καπ’τὰν Ρομφεὴ ποῦθ’ ἔρχεσαι καὶ ποῦθε πηγαίνης;»

«Ἀπ’τὴ Λασςῶνα ἔρχομαι, στὴν Κατερίνα πηαίνω.»

«Αυτόῦ μπροστὰ τουρκόσπιτα κ’ εἶναι κουνιαροχώρια.»

«Ἐγὼ Τούρκους δὲν σκιάζομαι, κουνιάρους δὲν φοβοῦμαι·



Ὁ Καπετὰν Ρομφεὴς – Θεσσαλία 1790-1804







Τ’ εἶν’ τὸ κακὸ ποὺ γίνεται στοῦ Λιάκου τὴ γυναίκα;

Πέντ’ Ἀρβανίταις τὴν κρατοῦν καὶ δέκα τὴν ξετάζουν·

«Λιάκαινα δὲν παντρεύεσαι; δὲν παίρνεις Τοῦρκον ἄντρα;»

«Κάλλιο νὰ διῶ τὸ αἷμα μου τὴ γῆ νὰ κοκκινίση,

Παρὰ νὰ διῶ, τὰ μάτια μου Τοῦρκος νὰ τὰ φιλήση.»

Κι’ ὁ Λιάκος τὴν ἀγνάντευεν ἀπὸ ψηλὴ ραχοῦλα,

Κοντὰ κρατεῖ τὸ μαῦρό του, κρυφὰ τὸν κουβεντιάζει·

«Δύνασαι, μαῦρε μ’, δύνασαι νὰ βγάλης τὴν κυρά σου;»

«Δύναμ’ ἀφέντη μ’, δύναμαι νὰ βγάλω τὴν κυρά μου.

Μὸν νὰ μ’ αὐξήσης τὴ ταγή, νὰ πάγω πέρα πέρα.»

Σὰν πῆγε καὶ τὴν ἔβγαλε, στοῦ Λιάκου του τὴν φέρει.

Ἡ Λιάκαινα – Θεσσαλία 1800-1804







«Προσκύνα Λιάκο τὸν πασᾶ, προσκύνα τὸν βεζύρη,

Νὰ γίνης πρωταρματωλός, ντερβέναγας νὰ γίνης.»

«Ὅσο ‘ναι Λιάκος ζωντανός, πασᾶ δὲν προσκυνάει,

Πασᾶ ‘χει Λιάκος τὸ σπαθί, βεζύρη τὸ τουφέκι.»

Ἀλῆ πασᾶς σὰν τ’ ἄκουσε, βαρυὰ τοῦ κακοφάνη·

Γράφει χαρτιὰ καὶ προβοδάει, προστάμματα καὶ στέλνει·

«Σ’ ἐσένα Βελῆ Γκέκα μου σταῖς χῶραις, στὰ χωριά μου

Τὸν Λιάκο θέλω ζωντανὸ ἢ κἂν ἀπεθαμμένο.»

….

Ὁ Λιάκος ἐπετάχθηκε, σὰν ἀετὸς πετίεται.

Μέρα καὶ νύχτα πολεμοῦν τρεῖς μέραις καὶ τρεῖς νύχταις.

Κλαίουν ᾑ Ἀρβανίτισσες στὰ μαῦρα φορεμέναις·

Κι’ ὁ Βελῆ Γκέκας γύρισε στὸ αἷμά του πνιμμένος



Ὁ Λιάκος – Θεσσαλία 1800-1804







Γιὰ πάρετέ μου τὰ φλωριά, πάρτε μου τὰ τσαπράζια,

Πάρτε καὶ τὸ σπαθάκι τὸ πολυξακουσμένο·

Κόψτε τὸ κεφάλι μου, νὰ μὴν τὸ κόψουν Τοῦρκοι,

Καὶ τὸ πηγαίνουν στοῦ πασᾶ ψηλὰ μὲς στὸ ντιβάνι·

Τὸ διοῦν ἐχτροὶ καὶ χαίρουνται, οἱ φίλοι καὶ λυποῦνται·

Τὸ δγῇ καὶ ἡ μανοῦλά μου κι’ ἀπ’ τὸν καϋμὸ πεθάνη.»

Ὁ Λιάκος – Θεσσαλία 1804-1810







Μόν’ εἶν’ ὁ Μουχουρντάραγας μὲ δυό, μὲ τρεῖς χιλιάδες.

Φέρνει κι’ ἀσκέρι διαλεχτό, οὗλο τσαχανταραίους.

Στὰ δόντια πέρνουν τὸ σπαθί, στὸ χέρι τὸ τουφέκι.

Ἂς ἔρχωντ’ οἱ Παλιότουρκοι, ἐμεῖς τοὺς καρτεροῦμε,

Ἐδὦν’ τ’ Ἀντώνη τὸ σπαθί, τοὺ Δίπλ’ ἡ λαζαρίνα·

Κι’ ὁ Κατσάντωνης χούγιαξε ἀπὸ τὸ μετερίζι·

«Ἀφῆτέ τους κι’ ἂς ἔρχωνται, τοὺς παλιογουρνομύταις

...

Πέρνουν τοὺς Τούρκους ὀμπροστὰ σὰν βουκολογελάδια

Σὰν τὴν κοπὴ τὰ πρόβατα, σὰν τὴν κοπὴ τὰ γίδια.



Ὁ Δίπλας – Θεσσαλία/Ἤπειρος 1802







Ὁ Δίπλας εἶναι ζωντανός, πόλεμο δὲν ἀφίνει·

Ἔχει λεβένταις διαλεχτούς, ὅλους Κατσαντωναίους·

Τρῶν τὸ μπαροῦτι σὰ ψωμί, τὰ βόλια σὰ προσφάγι,

Καὶ σφάζουν Τούρκους σὰν τραγιά, ἀγάδες σὰ κριάρια.»

Ὁ Δίπλας – Θεσσαλία/Ἤπειρος 1802







Οἱ κλέφταις τὸν καρτέρεψαν καὶ τὸν γλυκορωτοῦσαν·

«Ποῦ πᾷς Βελῆ μπουλούκμπαση, ριτσάλι τοῦ βεζύρη;»

«Σ’ ἐσέν’ Ἀντώνη κερατᾶ, σ’ ἐσένα Κατσαντώνη.»

Κι’ ὁ Κατσαντώνης φώναξεν ἀπὸ τὸ μετερίζι·

«Δὲν εἶν’ ἐδὼ τὰ Γάνινα, δὲν εἶν’ ἐδῶ ραϊάδες,

Γιὰ νὰ τοὺς ψένης σὰν τραγιά, σὰν τὰ παχειὰ κριάρια·

Ἐδὦναι λόγοι καὶ βουνὰ καὶ κλέφτικα τουφέκια»



Ὁ Κατσαντώνης - Ἤπειρος/Θεσσαλία 1804







«Ἀπόψ’ εἶδα στὸν ὕπνο μου, στὸν ὕπνο ποὺ κοιμώμουν,

Θολὸ ποτάμ’ ἀπέρναγα καὶ πέρα δὲν ἐβγῆκα·

Εἶχε θολὰ τὰ ρέμματα καὶ τὰ νερὰ βαμμένα,

Κεφάλια κυλοῦν ‘πὸ μπροστά, κεφάλια κι’ ἀπὸ πίσω·

Ξήγα τ’ Ἀντώνη μ’, ξήγα τ’ ὄενιρο ποὺ μ’ ἐφάνη.»

«Παιδιά μου μὴ σκοτίζεστε κ’ ἐγὼ σᾶς τὸ ξηγάω·

Τούρκους πολλοὺς θὰ κόψωμε, θὰ πάρουμε καὶ πλιάτσκα»

Ὁ Κατσαντώνης – Θεσσαλία 1800-1810







«Τὸ ποὖσαι Τσόγκα μ’ ἀδελφὲ καὶ Λαμπρὸ Σουλιώτη

Γυρίστε νὰ μὲ πάρετε, πάρτε μου τὸ κεφάλι,

Νὰ μὴ τ’ πάρη ἡ Τουρκιὰ κι’ αὐτ’ς ὁ Νακοθέας.»

Ὁ Λεπενιώτης - Ἄγραφα 1815







«Γιουροῦσ’ παιδιὰ νὰ κάμωμε εἰς τὸν Σμαΐλη Κιόη.»

Τραβοῦν καὶ βγάζουν τὰ σπαθιὰ ἐπάνω στὸν Σμαΐλη

Καὶ τὸ κεφάλ’ τὸν πήρανε, στὸν Τσέλιο τὸ πηγαίνουν.

Βελῆ πασᾶς σὰν τὄμαθε, πολὺ τὸν ἐλυπήθη.

Ὁ Τσέλιος – Ρούμελι 1811







Τὸν Γιωργοθῶμο λάβωσαν μὲς στὸ δεξὶ τὸ χέρι.

Ὁ Γιωργοθῶμος φώναξε ‘πὸ μέσα ἀπὸ τοὺς Τούρκους·

«Ποὖστε μπρὲ παλληκάρια μου λίγα κι’ ἀντρειωμένα;

Πετᾶτε τὰ τουφέκια σας, σύρετε τὰ σπαθιά σας·

Γιουροῦσι μέσα κάμετε, πάρτε μου τὸ κεφάλι,

Νὰ μὴν τὸ πάρη ἡ Τουρκιά, Ἰουσούφαγας ὁ σκύλος.»

Ὁ Γιωργοθῶμος - Ἤπειρος 1811







Φωνὴ τοὺς ἦρτ’ ἀπ’ τοὺς οὐρανοὺς κι’ ἀπ Ἀρχαγγέλου στόμα·

«Ἐσεῖς τρῶτε καὶ πίνετε κ’ οἱ Τοῦρκοι σᾶς κουρσεύουν·



Μετράει τοὺς Τούρκους καὶ μετράει καὶ μετριμοὺς δὲν εἶχαν,

Καὶ πάλε τοὺς μεταμετράει κ’ ἦταν ἐννιὰ χιλιάδες.

Νὰ πάγη πίσω ντρέπεται, νὰ πάγ’ ὀμπρὸς φοβᾶται,

Κάνει σταυρὸ σὰ Χριστιανὸς καὶ μέσα ἄτους μπαίνει.

«Βοήθα μ’ εὐχὴ τῆς μάνας μου, τοῦ δόλιου τοῦ κυριοῦ μου,

Κ’ εὐχὴ τοῦ πρώτου μ’ ἀδερφοῦ τοὺς Τούρκους νὰ κερδέσω»



Οἱ Βλασόπουλοι – Θεσσαλία 1811







«Τί συλλογιέσαι Γιώτη μου; τί βάνεις μὲ τὸ νοῦ σου;

Καιρὸ δὲν εἶν’, ἁρματωλὸς ἢ κλέφτης φέτος νἄβγης;

Τί τὰ ντερβένια τούρκεψαν, τὰ πῆραν Ἀρβανίταις.»

«Κι’ ἂν τὰ ντερβένια τούρκεψαν, τὰ πῆραν Ἀρβανίταις,

Παρακαλέστε τὸν Θεὸ καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους,

Νὰ γιατρευθῇ τὸ χέρι μου, νὰ πιάσω τὸ σπαθί μου



Νὰ πιάσ’ ἀγάδαις ζωντανοὺς καὶ Τούρκους κι’ Ἀρβανίταις,

Νὰ φέρουν τ’ ἄσπρα στὴν ποδιὰ καὶ τὰ φλωριὰ στὸν κόρφο.»

Ὁ Γιώτης – Θεσσαλία 1800-1810







Στ’ Ἀλῆ πασᾶ τὸν πήγαινε, στ’ Ἀλῆ πασᾶ τὸν πᾶνε.



«Γειά σου, χαρά σ’ Ἀλῆ πασᾶ» - «Καλῶς τονε τὸν Κόλια.»

Καὶ τοῦ τσαούση μίλησε καὶ τοῦ τσαούση λέγει·

«Ψῆστε τοῦ Κόλια ‘να καφὲ κι’ ἀνάψτε του τὴ βέργα

Καὶ φέρτε του τὸν ταμπουρὰ νὰ πῇ ἕνα τραγοῦδι,

Πόσους Τούρκους ἐσκότωσε, πόσους μπουλουκμπασίδες.»

Κι’ ὁ Κόλιας ἀποκρίθηκε, τ’ Ἀλῆ πασᾶ τοῦ λέγει·

«Χιλιοὺς Τούρκους ἐσκότωσα κι’ ὄχτω μπουλουκμπασίδες.»

«Ἀκόμα σὺ ἐγλύτωσες ἀπ’ τὰ δικά μου χέρια;»

Καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἅρπαξε, τοῦ κόβγει τὸ κεφάλι.

Ὁ Κόλιας – Βυτίνη







Τεἶν’ τὸ κακὸ ποὺ πάθαμε ἐμεῖς οἱ μαῦροι κλέφτες;

Μᾶς χάλασ’ ὁ Βελῆ πασᾶς, μᾶς πῆρε σὲ γαζέπι,

Μᾶς πῆρε ταῖς γυναῖκές μας, μᾶς πῆρε τὰ παιδιά μας.

Στὸν Τούρναβο τοὺς πάγησε, πεσκέσι τοῦ βεζύρη.



Οἱ Λαζαῖοι – Θεσσαλία 1812







«Τ’ ἔχεις καϋμένε Κόρακα, ποὺ σκούζεις καὶ φωνάζεις;

Μήνα διψᾷς γιὰ αἵματα, μήνα πεινᾷς γιὰ λέσια;

Γιὰ παρακάλει τὸ θεὸ ν’ ἀνοίξη τὸ σεφέρι,

Νὰ φᾷς κεφάλια Τούρκικα, κεφάλια τῶν πασάδων

….

Ὁ Κόρακας – Θεσσαλία 1830







«Μὴ μὲ μαλώνεις Κίσσαβε μπρὲ Τουρκοπατημένε,

Ποὺ σὲ πατοῦν ᾑ Τούρκισσαις τσιγγάναις τῶν κονιάρων.

….

Ἑξῆντ’ ἀγάδες σκότωσα κ’ ἔκαψα τὰ χωριά τους·

Κι’ ὅσους στὸν τόπον ἄφησα καὶ Τούρκους κι’ Ἀρβανίταις,

Εἶναι πολλοὶ πουλάκι μου καὶ μετριμοὺς δὲν ἔχουν.

Τώρα ἐρθ’ ἀράδα μου κ’ ἐμὲ στὸν πόλεμο νὰ πέσω.»

Ὁ Ὄλυμπος







Κ’ ἕνα μνῆμ’ ἦταν ξέχωρα, ξεχωριστὰ ‘πὸ τἄλλα,

Δὲν τοὖδα καὶ τὸ πάτησα ἀπάνου στὸ κεφάλι,

Κι’ ἀκου’ τὸ μνῆμα καὶ βογγᾷ καὶ βαρυαναστενάζει·

«Ἂν ἦσαι Τοῦρκος, πάτει με· Ἐβριός, κορνιάχτισέ με·

Κι’ ἂν ἦσαι ‘πὸ τὸ αἷμα μου, δυὸ λόγια νὰ σοῦ κρίνω.»

«Τ’ ἔχεις μνημοῦρι καὶ βογγᾷς καὶ βαρυαναστενάζεις;

Μήνα τὸ χῶμα σὲ βαρεῖ κ’ ἡ πέτρα σ’ ἡ μεγάλη;»

«Μηδὲ τὸ χῶμα μὲ βαρεῖ μηδ’ ἡ μεγάλη πέτρα.

Δὲν εὗρες τόπο νὰ διαβῇς καὶ δρόμο νὰ περάσης;

Μὸν ἦλθες καὶ μὲ πάτησες ἀπάνου στὸ κεφάλι.

Τάχα δὲν ἤμουν κ’ ἐγὼ νιός, δὲν ἤμουν παλληκάρι;

Τάχα δὲν ἐπερπάτησα νύχτα χωρὶς φεγγάρι;

Τὰχα δὲν ἐπολέμησα σὰν ἄξιο παλληκάρι;

Μὲ δέκα πιθαμαῖς σπαθί, μὲ μιὰν ὀργυιὰν τουφέκι;

Σαράντα Τούρκους ἔσφαξα σὲ τρία μερονύχτια

Κι’ ἄλλους σαράντα λάβωσα στὸν πόλεμον ἐπάνω,

Μὰ τὸ σπαθὶ τσακίστηκεν, ἐγίνη δυὸ κομμάτια·



Στὸ χῶμα καὶ μὲ ξάπλωσεν, ἐδῶ ποὺ μὲ κοιτάζεις.

Κλάψε με φίλε, κλάψε με, γιατεἶσαι βαφτισμένος.»

Ὁ Νεκρὸς







«Μάνα σοῦ λέω δὲν ἠμπορῶ τοὺς Τούρκους νὰ δουλεύω,

Δὲν ἠμπορῶ, δὲ δύναμαι, ἐμάλλιασ’ ἡ καρδιά μου

….

Κ’ εὐχήσουμε μανοῦλά μου, Τούρκους πολλοὺς νὰ σφάξω

...
Ὁ ἀποχαιρετισμὸς τοῦ Κλέφτου







Ὁ Γιάννης ξαπλωμένος τ’ Ἀνδριανόπουλο,

Κομμένος καὶ σφαμμένος κι’ ἀνεγνώριστος.

Τοῦρκοι τὸν τραγουνδᾶνε καὶ Ρωμιοὶ τὸν κλαῖν



Ὁ Γιάνης - Ἀνδριανόπολις







Τὸν Γιῶργο τὸν ἐβάρεσαν ψηλὰ στὸ Μακρυκάμπο



«…Τὸ αἷμα μου νὰ πάρετε ‘πὸ τοὺς ντερβεναγάδες

Κ’ ἐδῶ νὰ μὴ μ’ ἀφήσετε στὸν Τούρκικο τὸν τόπο,

Πὤρχοντ’ οἱ Τοῦρκοι καὶ πατοῦν ἐπάνω στὸ κεφάλι

….

Ὁ Γεῶργος







«Δὲ σοῦ τὦπα μπρὲ Γιάνο, πόλεμο μὴ θές;»

«Σώπα μωρὴ γυναῖκα, μὴ μὲ κατέχης·

Δὲν ἦταν μήτε πέντε μήτε δεκοχτώ·

Μὸν ἑφτ’ ἦταν χιλιάδες, ὅλη ἡ Τουρκιά·

Κι’ ἀπὸ ἑφτὰ χιλιάδες ἕνας γλύτωσε·



Καὶ κεῖνος λαβωμένος καὶ μὲ λάβωσε»

Τραγοῦδι τοῦ Γιάνου







Ἔχουν οἱ κλέφταις μάζωμα, τὰ τρία καπιτανάτα,



Ἔχουν καὶ κόρην ὤμορφη ποὺ τοὺς κερνάει καὶ πίνουν



Τέσσαρους χρόνους περπατεῖ μ’ ἁρματωλοὺς καὶ κλέφταις,

Κανεὶς δὲν τὴν ἐγνώριζαν ἀπὸ τὴν συντροφιά της·

Κ’ἐκεῖ ποὺ ρίχνουνταν στὶς τρεῖς κ’ ἔρριχναν τὸ λιθάρι,

Ἀπὸ τὴν ζώρη τὴν πολλὴ κι’ ἀπ’ τὴν πολλὴν ἀντρειά της

Ξεθλυκωθῆκαν τὰ κομπιά, ταὴ βρῆγκαν τὰ τσαπράζια,

Καὶ τῆς φανῆκαν τὰ βυζιὰ σὰν κίτρα, σὰν λεϊμόνια.

Οἱ καπετάνοι τὴν κυττοῦν κι’ ὅλα τὰ παλληκάρια,

Ὅνας τηράει τὸν ἄλλονε, τὸ τί νὰ πὸῦν, δὲν ξέρουν.

Ἀρχίνησαν καὶ τὴ ρωτοῦν, κι’ ὅλοι τήνε ξετάζουν·

«Κόρη μ’ τί μάνα σ’ ἔκαμε, τί μάνα σ’ ἔχει κάμει;»

«Παιδιά μου μὴ θυμιάνεστε, μὴ παραξενευτῆτε,

Κ’ ἐμὲ μάνα μ’ ἐγέννησε, μάνα σὰν τὴν δική σας·

Ἔκαμα Τούρκαις ὀρφαναῖς, ἔκαμα Τούρκαις χῆραις,

Τώρα ποὺ βγῆκ’ ὁ κόρφος μου, καλόγρια πάω νὰ γένω»

Ἡ κλεφτοπούλα







Τσοῦλκα δὲ βγάνεις τὸ σπαθί, δὲ ρίχνεσαι γιουροῦσι;

Καὶ τὸ σπαθὶ του τράβηξε κ’ ἐρρίχτηκε γιουροῦσι.

Πέρνει τοὺς Τούρκους στὸ κοντὸ στὰν πρόβατα, σὰ γίδια,

Βάνει φωτιὰ καὶ στὰ χωριὰ καὶ τὴν Τουρκιὰ σκορπίζει,

Κλαίγουνε μάναις γιὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ μάναις

Ὁ Τσοῦλκας







Τὸν Δεληγιώργη κλείσανε Τοῦρκοι ἐννιὰ χιλιάδαις.

«Ἔβγα Γιώργη, προσκύνησε, τσουράκη νὰ σὲ κάμω.»

«Δὲν εἶμαι νύφη Πατρινιά, νἀβγῶ νὰ προσκυνήσω·

Χίλιαις φοραῖς τὸ αἷμα μου τὴ γῆ νὰ κοκκινήση,

Παρὰ νὰ δώσω τ’ ἅρματα, τὸ ἔρμο μου νταλιάνι.»

Ὁ Δελιγιώργης







«Ἀρβανιτιὰ μαζώχτηκε, πάγει στὸ Κακοσοῦλι.

Τρία μπαϊράκια κίνησαν τὰ τρί’ ἀράδ’ ἀράδα·

Τὄνα ‘ταν τοῦ Μουχτὰρ πασᾶ, τ’ ἄλλο τοῦ Μιτσιμπόνου,

Τὸ τρίτο τὸ καλήτερο ἦταν τοῦ σελιχτάρη.»

Μιὰ παπαδιὰ τ’ ἀγνάντεψεν ἀπὸ ψηλὴ ραχοῦλα·

«Ποὖστε παιδιὰ τοῦ Μπότσαρη, παιδιὰ τοῦ Κουτσονίκα;

Ἀρβανιτιὰ μᾶς πλάκωσε, θέλει νὰ μᾶς σκλαβώση,

Στὸ Τεπελένι νὰ μᾶς πάη, ν’ ἀλλάξωμε τὴν πίστι.»

Ὁ Κουτσονίκας χούϊαξεν ἀπὸ τὸν Ἀβαρίκο·

«Μὴν τὸ φοβᾶσαι παπαδιά· στὸ νοῦ σου μὴν τὸ βάνης.

Τώρα νὰ δγῇς τὸν πόλεμο, τὰ κλέφτικα τουφέκια,

Πῶς πολεμοῦν ἡ κλεφτουριὰ κι’ αὐτο’ οἱ Κακοσουλιῶτες.»

Τὸν λόγο δὲν ἀπόσωσε, τὴν συντυχιὰ δὲν εἶπε,

Νὰ δγῇς τοὺς Τούρκους κ’ἔφευγαν πεζοῦρα καὶ καβάλα.

Ἄλλ’ ἔφευγαν κι’ ἄλλ’ἔλεγαν· «πασᾶ μ’ ἀνάθεμά σε.

Μέγα κακὸ μᾶς ἤφερες τοῦτο τὸ καλοκαῖρι·

Ἐχάλασες τόση Τουρκιὰ σπαΐδες κι’ Ἀρβανίταις.»

Κι’ ὁ Μπότσαρης ἐφώναξε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι·

«Ἔλα πασᾶ, τί κάκιωσες καὶ φεύγεις μὲ μενζίλι;

Γύρισ’ ἐδῶ στὸν τόπο μας στὴν ἔρημη τὴν Κιάφα,

Ἐδῶ νὰ στήσης τὸ θρονί, νὰ γένης καὶ σουλντάνος.»

Ὁ Κουτσονίκας, 1792







Ὁ Δῆμο Δράκος φώναξε ‘πὸ πάν’ ἀπὸ τὸ Σοῦλι·

Ποῦ πᾶς Μουχτάρη Σκοταρᾶ καὶ σκύλε σελιχτάρη;

Δὲν εἶν’ ἐδὼ τὸ Χόρμοβο, δὲν εἶν’ ἡ Λαμποβίτσα,

Νὰ πάρτε σκλάβους τὰ παιδιά, γυναῖκες δίχως ἄντρες.

Ἐδῶ ‘ν’ τὸ Σοῦλι τὸ κακό, ἐδῶ ‘ν’ τὸ Κακοσοῦλι,

Ποὺ πολεμοῦν μικρὰ παιδιά, γυναῖκες δίχως ἄντρες

….

Ἡ κύρα Μόσχω φώναξε ‘πὸ πάνω ‘πὸ τὴν Κιάφα·

«…Μαζύ μου ὅλοι τρέξετε καὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες,

Τοὺς Τούρκους κατακόψετε, σπόρο νὰ μὴν ἀφῆστε,

Νὰ μείνουν χήραις κι’ ὀρφανά, γυναῖκες καὶ παιδιά τους,

Νὰ λὲν στὸ Σοῦλ’ τοὺς σκότωσαν Σουλιώτισσες γυναῖκες.»

Ἡ Μόσχω τότε ὥρμησε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι.

Τώρα νὰ δγῆτε πόεμο, γυναικικὰ τουφέκια.

Σὰν τοὺς λαγοὺς ἐφεύγανε καὶ πίσω δὲν κυττάζουν,

Πέταξαν τὰ τουφέκια τους, μόνο γιὰ νὰ γλυτώσουν.

Ἡ Μόσχω, 1792







Ἂς ἔρτουν οἱ Παλιότουρκοι, τίποτε δὲ μᾶς κάνουν



Ἀκόμα τοὺς φυλάγομε τοὺς σκύλους τσ’ Ἀρβανίτε;ς



Εἶναι τοῦ Λάμπρου τὸ σπαθί, τὸ τουρκοματωμένο,

Πὤκαμε τὴν Ἀρβανιτιὰ κι’ ὅλη φορεῖ τὰ μαῦρα,

Κλαίγουν μανάδες τὰ παιδιά, γυναῖκες γιὰ τοὺς ἄντρες.

Ὁ Λάμπρος Τζαβέλας, 1792







Ἐδῶ δὲν εἶν’τὸ Χόρμοβο, δὲν εἶν’ τὸ Τεπελένι·

Μὰ εἶν’ τὸ Σοῦλι τὸ κακό, τὸ Σοῦλι ξακουσμένο,

Ποὺ πολεμοῦν μικρὰ παιδιά, γυναῖκες γκαστρωμέναις,



Ἡ Τζαβέλαινα, 1792







Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο μὲ νύφαις καὶ μ’ ἀγγόνια.

Άρβανιτιὰ τὴν πλάκωσε στοῦ Δημουλᾶ τὸν πύργο.

«Γιώργαινα ρῆξε τ’ ἅρματα· δὲν εἶν ἐδῶ τὸ Σοῦλι·

Ἐδῶ ‘σαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκάβα τῶν Ἀρβανίτων.»

«Τὸ Σοῦλι κι’ ἂν προσκύνησε, κι’ ἂν τούρκεψεν ἡ Κιάφα,

Ἡ Δέσπ’ ἀφέντες Λιάπιδαις δὲν ἔκαμε, δὲν κάνει»

Δαυλὶ στὸ χέρι ἅρπαξε, κόραις καὶ νύφαις κράζει·

«Σκλάβες Τουρκῶν μὴ ζήσωμε· παιδιά μ’ ἀγκαλιαστῆτε.»



Ἡ Δέσπω, 1804







Πάργα Τουρκιὰ σ’ ἐπλάκωσε, Τουρκιὰ σὲ τριγυρίζει·

Δὲν ἔρχεται γιὰ πόλεμο, μὲ προδοσιὰ σὲ πέρνει·



Ἔφευγαν Τοῦρκοι σὰ λαγοὶ τὸ Παργηνὸ τουφέκι

Κ’ οἱ Λιάπιδες δὲν ἤθελαν νἄρτουν νὰ πολεμήσουν

….

Πάρτε μανάδες τὰ παιδιά, παπάδες τοὺς ἁγίους,

Ἆστε λεβέντες τ’ ἅρματα, ἀφῆστε τὸ τουφέκι,

Σκάψτε πλατειά, σκάψτε βαθυὰ ὅλα σας τὰ κιβούρια,

Καὶ τ’ ἀντρειωμένα κώκαλα ξεθάψτε τοῦ γονιοῦ σας.

Τούρκους δὲν ἐπροσκύνησαν· Τοῦρκοι μὴν τὰ πατήσουν.»

Τὸ μυρολόγι τῆς Πάργας, 18

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου