Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Κριτική παρουσίαση από τον Γ.Σταματόπουλο στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 22-4-2011



Οταν η Τέχνη συναντά το αυθεντικό

Η εξέλιξη του ελληνικού στοχασμού
Από τον Γιώργο Σταματόπουλο


Σπύρος Κουτρούλης :Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας .Αισθητική και ιδεολογίες του νέου ελληνισμού

Εναλλακτικές Εκδόσεις

Η ανάγνωση του βιβλίου του Σπύρου Κουτρούλη είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για επαναστοχασμό και επαναξιολόγηση της έως τούδε προσωπικής - κοινωνικής - πολιτικής ζωής. Για μερικούς, ή πολλούς, είναι η είσοδος στον στοχασμό, στην περίσκεψη έστω, μιας και οι συγγραφείς που έχει επιλέξει να παρουσιάσει είναι σχεδόν άγνωστοι στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, ενώ η ακαδημαϊκή κοινότητα, που υποτίθεται ότι τους γνωρίζει, σιωπά με μεγάλη γενναιότητα για το έργο τους.

Σε ό,τι δε αφορά τα μέσα ενημέρωσης, αυτά κοιμούνται αμέριμνα και μηρυκάζουν ό,τι τους προστάζει ο νεοοικονομικός, τεχνικός λόγος του κατεστημένου της διανόησης και η υλόφρων φιλοσοφία που διέπει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.

Θα αντιπαρέλθω την ιδεολογική ματιά του συγγραφέα, που φωσφορίζει στον πρόλογό του περί οικουμενικότητας του ελληνισμού, τονίζοντας όμως μια φράση του, την εξής: «Η μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης του ελληνικού στοχασμού μάς οδηγεί στην εύρεση των ορίων, του μέτρου· στην απόρριψη της ύβρεως, στην αναίρεση της αλαζονείας, στη στροφή προς τα "ένδον", στην αναζήτηση του αυθεντικού, σε έναν κόσμο όπου θριαμβεύει το ασήμαντο».

Ολοι οι στοχαστές που επιλέγει, οι περισσότεροι της γενιάς του '30, είναι μέσα σ' αυτή τη φράση του. Ο θρίαμβος του ασήμαντου είναι η επικράτεια της λαϊκότητας, η λιτή γραμμή του ορίζοντα, η χαρά και το πένθος της κάθε μέρας, το κάθε υπερήφανο βήμα του ανθρώπου προς τον θάνατο. Ολα αυτά, όμως, είναι η παγκοσμιότητα, η αγωνία όλων των ανθρώπων του πλανήτη. Αρα δεν νομίζω ότι είναι μόνο το θάμβος του ελάσσονος που χαρακτηρίζει τον ελληνικό στοχασμό. Είναι, κυρίως, ο τρόπος που εκφράζεται κάποιος που ζει στην Ελλάδα, λουσμένος, όντως, σ' ένα άπλετο φως, σε μια εξαιρετικά πολύγραμμη ανάγλυφη γεωμορφία, ευρισκόμενος, πράγματι, σε κρίσιμα θαλάσσια και ηπειρωτικά σταυροδρόμια. Συμφωνώ ότι ο ελληνισμός, όπως και αν εκλαμβάνει κάποιος τον όρο, είναι πολιτική πρόταση, η κοινοτιστική του παράδοση κυρίως και όχι η ασκητική, η έγνοια του για δημοκρατία και όχι η προσήλωσή του σε χριστιανικά δόγματα.

Ο Θεοτοκάς είχε συνοψίσει την κρίση του ελληνικού στοχασμού στον μαρασμό των γραμμάτων, στην ηθογραφία και τον στενό ρεαλισμό της πρόζας, στην έλλειψη φιλοσοφικής σκέψης και στη ροπή του κοινού να διαβάζει χυδαιογραφήματα, καθώς και στην ξενοδουλεία των γαλλομαθών και αγγλομαθών τάξεων. Δεν διστάζει, όμως, να γράψει μια από τις ωραίες φράσεις του, στο «Ελεύθερο πνεύμα»: «Είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι μες στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής. Κανείς δεν περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα. Καμμία ελπίδα δεν χαράζει πουθενά. Η στιγμή αυτή είναι βέβαια μια θαυμάσια στιγμή».

Πόση δύναμη κρύβεται στην τελευταία πρόταση! Θαυμάσια στιγμή, όταν όλα γύρω έχουν καταρρακωθεί, όταν όλα έχουν χαθεί! Και σήμερα, νομίζω, είναι μια θαυμάσια στιγμή για μια δυναμική αναγέννηση. Υποδιαίρεση της στιγμής αυτής είναι το βιβλίο του Σπύρου Κουτρούλη, ο οποίος εύστοχα σημειώνει ότι η σκέψη του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα καθορίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στην ακαδημαϊκή τέχνη και τον λαϊκό πολιτισμό. Και αντλεί από τα γραπτά του καίριες επισημάνσεις, που απεγνωσμένα ψάχνουν για την αυτογνωσία, να βρει δηλαδή το λεπτό νήμα που συγκρατεί τη βαθύτερη ουσία της παράδοσης, να το αφομοιώσει, να το ανανεώσει και ας το χάσει. Αυτό, όμως, λέει, σημαίνει ανάπτυξη, έτσι μεγαλουργούν οι άνθρωποι.

Θα συμφωνήσω και με τα λόγια του συγγραφέα ότι το σημαντικό σε εύρος και ποιότητα έργο του Γιάννη Ρίτσου δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως και παραμένει εξόριστο, καταδιωγμένο από την κυριαρχούσα ασημαντότητα κι ευτέλεια.

Ο στοχαστής Τζούλιο Καΐμη επικρίνει τον νευρικό μηχανικό πολιτισμό που σκοτώνει το απλό και λέει με φυσικότητα: «Η Μεγάλη Τέχνη δεν μπορεί να 'χει τη ρίζα της παρά στην τέχνη του λαού, στη ζωντανή σχέση μεταξύ διανοουμένων και λαού». Ο κόσμος μας, λέει με απλά λόγια, δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητός εάν προηγουμένως δεν γνωρίσεις την τοπική παράδοση.

Ο Ιωάννης Συκουτρής, ένας ταλαντούχος φιλόλογος, ήταν ο πρώτος ίσως που παθιάστηκε με την αρχαιοελληνική γραμματεία, μαθητεύοντας κοντά στον Βιλαμόβιτς και προσπάθησε να παντρέψει τον αρχαίο ελληνικό λόγο με τον νεοελληνικό και ευρωπαϊκό. Παρ' όλον τον οιονεί αριστοκρατισμό του ήρθε σε ρήξη με το κατεστημένο και οδηγήθηκε στην εξαφάνιση.

Σημαντική βεβαίως η αναφορά στον Παναγιώτη Κονδύλη, τον άλλο μεγάλο στοχαστή που κατάπιε ολόκληρο τον κόσμο των ιδεών, από τον Πλάτωνα ώς τις μέρες μας. Εδώ επικεντρώνει στην πρόταση του στοχαστή για στενή συνεργασία της Ευρώπης με την Ασία, στον σχηματισμό της Ευρασίας, αλλά και στη ματιά του πάνω στην παθολογία του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας, όπου φρονεί ότι χρειάζεται άμεση ανασυγκρότηση και παραγωγική μεταστροφή της ελληνικής οικονομίας.

Συγκινητική η αναφορά του στον Πάμπλο και την πίστη του στην αυτοδιαχείριση μέσα από την άμεση δημοκρατία και τον σοσιαλισμό, αλλά κυρίως στη σχέση του με τη θρησκεία. Παρότι πιστεύει ότι ο θρησκείες χρησιμοποιούνται ως μοχλοί επιβολής από τις πολιτικές εξουσίες, διαβλέπει ότι μπορούν να καταπραΰνουν την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου και για τούτο λέει πως κάθε κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς πρέπει να σέβεται και να επιτρέπει σ' αυτές τον πιο ελεύθερη εκδήλωση ως βασικής ατομικής ανάγκης και δικαιώματος.

Οι συγγραφείς που επιλέγει ο συγγραφέας μάς έχουν κληροδοτήσει κείμενα-διαμάντια. Ολα διαπνέονται από την αγάπη για το τοπικό, από τον θαυμασμό για το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν οι συγγραφείς τους, από την αγωνία να εαυτοσκοπηθούν και να δώσουν νόημα στη Ζωή, στο βίωμα, στην Τέχνη, στην πολιτική.

Ολοι εκφράζουν την αγωνία τους και την οργή τους για την απουσία της κοινωνίας, ως θεσμού, στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ολοι εναντιώνονται στον εργαλειακό ορθολογισμό, στη δίνη του τεχνικού πολιτισμού, γαντζώνονται από τον βαθύσοφο ελληνικό λαϊκό πολιτισμό για να αρθρώσουν παγκόσμιο λόγο. Με απλά λόγια προσπαθούν να μας πουν ότι μόνον η γνώση του τοπικού οδηγεί στην κατανόηση της οικουμενικότητας· ότι ο μιμητισμός και ο πιθηκισμός στον κόσμο των ιδεών μόνο στη δουλοφροσύνη μπορεί να οδηγήσει· ότι το μέλλον ενός μικρού κράτους είναι ανύπαρκτο εάν αυτό δεν βασιστεί στα σωθικά του, στην οικονομία του και στις μακροπρόθεσμες πλατιές συμμαχίες με όμορα και άλλα εύρωστα κράτη.

Εάν ο συγγραφέας επεδίωκε να μας ταρακουνήσει από τον λήθαργό μας, από τον τρόμο μας μπροστά στο Μνημόνιο και στην εκχώρηση εκ μέρους της κυβέρνησης βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, από την αμηχανία μας να αυτοπροσδιοριστούμε, νομίζω ότι το πέτυχε. Οι τυχόν διαφωνίες με σημεία των κειμένων ας σημειωθούν στο περιθώριο· θα αποτελέσουν τη ζύμη για έναν ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο σε ό,τι αφορά τη θέση της Ελλάδας στο νεοδιαμορφούμενο γεωπολιτικό γίγνεσθαι.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=269213

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου