Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

HANS MORGENTHAU:Επιστήμη και Πολιτική της Ισχύος




HANS MORGENTHAU:Επιστήμη και Πολιτική της Ισχύος


Το βιβλίο του HANS MORGENTHAU , «Επιστήμη και Πολιτική της Ισχύος» (σελ. 252) , που κυκλοφόρησε το 2011 , σε μετάφραση και επίμετρο του πανεπιστημιακού Πάνου Τσακαλογιάννη , από τις εκδόσεις Τουρίκη, αποτελεί , ένα κλασσικό έργο για την ανάλυση και των διακρατικών σχέσεων , που ξετινάζει με μεθοδικό και συστηματικό τρόπο , όλη την φιλελεύθερη επιχειρηματολογία. Γερμανοεβραίος , αναγκάστηκε το 1937 να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ και να διδάξει εκεί σε διάφορα Πανεπιστήμια. Δεδομένου ότι η πλειονότητα του πολιτικού συστήματος , οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης , οι κύριοι συντελεστές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κυριαρχούνται από τις φιλελεύθερες ιδεοληψίες και αντιγράφουν τα πλέον αφελή και συνεχώς διαψευδόμενα επιχειρήματα του Πόππερ ή του Χάγιεκ ή του Μίζες – όπως ότι το εμπόριο θα αντικαταστήσει τον πόλεμο ή ότι ο πιθανολογούμενος εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας θα την εξημερώσει και θα την οδηγήσει να εγκαταλείψει τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες - , η προσεκτική μελέτη του παραπάνω έργου είναι παραπάνω από αναγκαία και χρήσιμη.
Ο H. MORGENTHAU είχε επηρεαστεί από την Σχολή της Φρανκφούρτης, ενώ οι σχέσεις αλληλοεκτίμησης, που είχε με τον Κ.Σμίτ, διακόπηκαν όταν ο τελευταίος συμπορεύτηκε, με το ναζιστικό κόμμα. Η σκέψη του ξεκινά από το ερώτημα , γιατί οι φιλελεύθερες δημοκρατίες ήταν ανίκανες να αντιμετωπίσουν τον ναζισμό .Τι έφταιξε στην θεωρία και στην πρακτική του ώστε δεν μπόρεσαν να δουν τον κίνδυνο , που συνιστούσε η άνοδος του . Η κριτική , που αναπτύσσει στον εργαλειακό διαφωτισμό , όπως τονίζει και ο μεταφραστής , είναι ίδιας υφής με αυτή των Αντόρνο- Χορκχάϊμερ , θεωρώντας ότι ο «Διαφωτισμός ήταν εξαρχής δομημένος σε λάθος βάσεις»(σελ. 225).Οι σημαντικότερες όμως επιρροές , που δέχθηκε , προέρχονται από το έργο του Μ.Βέμπερ.
Επικρίνει την προσπάθεια απομείωσης της πολιτικής με την προσπάθεια η λήψη πολιτικών αποφάσεων να αντικατασταθεί από την επιστημονική επίλυση και «ο πολιτικός από τον «ειδικό» , ο πολιτικός ηγέτης από τη «δεξαμενή σκέψης » , ο νομοθέτης από τον «νομικό μηχανικό». Η τεχνική αποδοτικότητα της επαγγελματικής επιχείρησης ανάγεται σε μέτρο σύγκρισης για την αξιολόγηση των κυβερνητικών δραστηριοτήτων , η «διοίκηση επιχειρήσεων » σε ιδεώδες για τη βελτίωση της κυβερνητικής μηχανής. Ακόμα και η επανάσταση μετατρέπεται σε «επιστήμη» και ο επαναστατικός ηγέτης σε «μηχανικό της επανάστασης».Από την εποχή του Μπένθαμ ο αγγλικός φιλελευθερισμός αντιμετωπίζει τη νομοθεσία ως εφαρμοσμένη επιστήμη».(σελ. 38,39).Υποτίθεται ότι η ανταλλαγή επιχειρημάτων , όπως και η αντικατάσταση της δίψας για εξουσία από τον νηφάλιο επιστημονικό λόγο ,θα διαδεχόταν τις πολιτικές συγκρούσεις και την ίδια την πολιτική. Βεβαίως η εξέλιξη της ιστορίας δείχνει ότι μας επιφυλάσσει εκπλήξεις , ώστε να διαψεύδει κάθε προκατασκευασμένο ορθολογικό μοντέλο , όπως και της φιλελεύθερης προέλευσης ταύτιση του πολιτικού , του επιστημονικού και του ηθικού (σελ.45).Δυστυχώς αυτοί που συμμερίζονται την φιλελεύθερη σκέψη «ποτέ δεν μαθαίνουν από τις αποτυχίες τους. Διακατέχονται από μια αδιόρθωτη τάση να εμμένουν στις παραδοχές τους και να υφίστανται διαδοχικές ήττες από τα βιώματά τους με βάση τα δεδομένα που τις διαψεύδουν .Οι αποτυχίες , αντί να τους ενθαρρύνουν να αναθεωρούν θεωρία και πρακτική υπό το φως των εμπειριών τους , γίνονται αφορμή για νέες προσπάθειες με τις ίδιες κατά βάση μεθόδους » .(σελ.46).
Κατά τον συγγραφέα ο φιλελευθερισμός έκανε το ιστορικό λάθος να ταυτίσει την ευγενή άμιλλα για την διεύθυνση των ανθρώπινων πραγμάτων με την πολιτική κυριαρχία της αριστοκρατίας πάνω στις μεσαίες τάξεις. Έτσι γενίκευσε μια συμπεριφορά προσδιορισμένη χρονικά και τοπικά. Προχώρησε μάλιστα ακόμη περισσότερο αρνούμενος την πολιτική. Βεβαίως με την άνοδο τους , οι αστικές τάξεις συγκρότησαν « ένα σύστημα έμμεσης κυριαρχίας , το οποίο αντικατέστησε το στρατιωτικό σύστημα της γυμνής βίας με τις αόρατες αλυσίδες της οικονομικής εξάρτησης. Αυτές απέκρυπταν την ύπαρξη σχέσεων ισχύος πίσω από ένα δίκτυο φαινομενικά εξισωτικές διατάξεις» (σελ .54).Σε διακρατικό επίπεδο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο φιλελευθερισμός θεωρεί ότι αντικαθιστά τον πόλεμο με το εμπόριο , ενώ ο διάλογος και η ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ λογικών ανθρώπων θα θέσει τέλος στις συγκρούσεις και στις σχέσεις ισχύος .Το λάθος αυτό , που είναι υπεύθυνο για την χάραξη ατελέσφορων πολιτικών οφείλεται σε δύο λόγους . Πρώτα ότι αγνοεί ότι « η απουσία οργανωμένης βίας για μεγάλα ιστορικά διαστήματα αποτελεί , τόσο στις εσωτερικές όσο και στις διεθνείς σχέσεις , την εξαίρεση μάλλον παρά τον κανόνα. »(σελ. 56).Δεύτερος λόγος είναι ότι « οι φιλελεύθεροι δεν έχουν επίγνωση αυτής της θεμελιώδους διαφοράς μεταξύ εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής στην εποχή του φιλελευθερισμού .Συγχέουν την οριστικότητα της διάκρισης μεταξύ πολέμου και ειρήνης (που ολοένα αυξάνεται ) με μια γενική εξέλιξη προς την ειρήνη και την απομάκρυνση από τον πόλεμο. Εξαπατημένοι από τη φαινομενική ομοιότητα μεταξύ διεθνούς και εσωτερικής ειρήνης στη διάρκεια ανόδου του φιλελευθερισμού , και μεταφέροντας την εσωτερική τους εμπειρία στη διεθνή σκηνή, εξισώνουν τη διάκριση μεταξύ πολέμου και ειρήνης με εκείνη μεταξύ απολυταρχικής βίας και φιλελεύθερου ορθολογισμού. Με αυτό τον τρόπο ο φιλελευθερισμός απέσπασε τις συγκεκριμένες τεχνικές που είχε αναπτύξει σαν όργανα για την κυριαρχία τους στην εσωτερική πολιτική ( π.χ. νομικές εγγυήσεις , δικαστικό σύστημα , οικονομικές διαδικασίες ) από το πολιτικό τους υπόστρωμα και τις μετέτρεψε σε αυθύπαρκτες έννοιες , αποκομμένες από τις αρχικές τους πολιτικές λειτουργίες , στη διεθνή σφαίρα». (σελ. 57).Βεβαίως το γεγονός ότι το νεώτερο κράτος ταυτίζεται με το μονοπώλιο της βίας , αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αναγκαστικά εξοβελιστεί κάθε μορφή βίας , πόσο μάλλον δε στις διεθνείς και στις διακρατικές σχέσεις όπου οι σχέσεις ισχύος , εξακολουθούν να παίζουν τον κύριο ρόλο.
Φυσικά οι φιλελεύθεροι δεν είναι κατά κάθε πολέμου .Πάντα υπάρχουν κάποιοι «δίκαιοι πόλεμοι» ,τους οποίους αποδέχονται. Όμως η πίστη τους , ότι η οργάνωση της διεθνούς κοινωνίας σε εθνικά κράτη , με δημοκρατικό χαρακτήρα, θα ήταν αρκετή για να εξαλείψει όλους τους λόγους πολεμικών συγκρούσεων, δεν ήταν μόνο φρούδα , αλλά και επικίνδυνη , διότι «φάνηκαν ανίκανοι , πνευματικά και ηθικά , να αντισταθούν στη γερμανική επεκτατικότητα για όσο διάστημα αυτή παρουσιαζόταν δικαιολογημένη ( όπως στην περίπτωση της Αυστρίας και της Σουδητίας ) από την απαράβατη αρχή της εθνικής ενοποίησης » (σελ.61).Ο εκδημοκρατισμός βέβαια τελικά δεν εμπόδισε τις δυτικές κοινωνίες να εξαπολύουν πόλεμους και να επεμβαίνουν στρατιωτικά εκτός των συνόρων τους . Διότι η εξωτερική πολιτική πειθαρχεί σε γεωπολιτικές και οικονομικές αναγκαιότητες , που δεν αλλάζουν με την αλλαγή των πολιτικών καθεστώτων: « Οι βασικές συνιστώσες της εξωτερικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων έχουν αντέξει όλες τις αλλαγές της μορφής διακυβέρνησης τους και της εσωτερικής πολιτικής τους. Η Γαλλία , η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία τα τελευταία διακόσια χρόνια αποτελούν απόδειξη γι’ αυτό. Η συνέχεια στις εξωτερικές σχέσεις δεν είναι ζήτημα επιλογής αλλά ανάγκης. Καθορίζεται από τη γεωγραφία , τον εθνικό χαρακτήρα , την παράδοση και την επικρατούσα κατανομή ισχύος , παράγοντες που καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει και μπορεί να τους αγνοήσει μόνο αν το επιλέξει , αλλά διακινδυνεύοντας σοβαρά την αποτυχία. Συνεπώς το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης αποφασίζεται σε συνάρτηση με αυτούς τους μόνιμους παράγοντες , ανεξάρτητα από τη μορφή διακυβέρνησης με την οποία τυχαίνει να διαβιεί ένα έθνος και των εσωτερικών πολιτικών που συμβαίνει να ακολουθεί σε μια ιστορική στιγμή .Τα έθνη είναι «ειρηνόφιλα» κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και πολεμοχαρή κάτω από άλλες , και δεν είναι η μορφή της διακυβέρνησης ή της εσωτερικής πολιτικής που καθορίζουν το ένα ή το άλλο.»(σελ. 69) .
Ο H.MORGENTHAU συμπεραίνει ότι η δημιουργία εθνικών κρατών , στην οποία αρχικά συνέβαλε και ο φιλελευθερισμός, όπως και ο δημοκρατικός εθνικισμός , ακύρωσε την σημασία μηχανισμών όπως το ελεύθερο εμπόριο, το διεθνές δίκαιο , τους διεθνείς οργανισμούς «δια μέσου των οποίων πάσχιζε ο φιλελευθερισμός να διασφαλίσει τη διεθνή ειρήνη »(σελ.70).Σημειώνει δε « η ιδέα ότι ένα έθνος θα μπορούσε να κηρύξει τον πόλεμο σε ένα άλλο για να προλάβει μια επίθεση από αυτό ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από τη φιλελεύθερη θεωρία και πρακτική»(σελ. 71).Θυμίζουμε τι αντιδράσεις προκάλεσε - σε ένα μέρος των ανενημέρωτων δημοσιογράφων - η άποψη του Π.Κονδύλη ότι σε περίπτωση βέβαιης τουρκικής επίθεσης , η χώρα μας θα έπρεπε πρώτη να πλήξει τις βασικές τουρκικές δυνάμεις , όπως την αεροπορία , για να έχει πιθανότητες να μην ηττηθεί στην επικείμενη σύγκρουση . Βεβαίως , όπως αποδεικνύει η συμπεριφορά κρατών όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ , ποτέ δεν δίστασαν να κάνουν το πρώτο κτύπημα , ακυρώνοντας στην πράξη το φιλελεύθερο δόγμα το οποίο κατά τα άλλα διακηρύσσουν στις ιδεολογικές τους διακηρύξεις.
Στην συνέχεια ο MORGENTHAU αναιρεί όλα τα φιλελεύθερα ιδεολογήματα και δείχνει ότι βρίσκονται σε ασυμφιλίωτη διάσταση με την πραγματικότητα και την εμπειρία .Τα περιγράφει ως εξής «Στο φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα αυτό το στοιχείο εναρμόνισης υπόκειται στον απόλυτο εξορθολογισμό .Όλες οι συγκρούσεις μεταξύ εθνών θεωρούνται ότι επιδέχονται ορθολογικές λύσεις είτε με συμβιβασμό είτε με επιδιαιτησία. Όλοι οι άνθρωποι είναι κάτοχοι του ορθού λόγου και θα πρέπει αργά ή γρήγορα να συναντηθούν στο κοινό πεδίο της λογικής και να ανακαλύψουν ότι οι συγκρούσεις είναι φαινομενικές παρά πραγματικές και ότι θα μπορούσαν όλες τους να διαλυθούν με μια απλή ορθολογική συνταγή αποδεκτή από όλους. Αν όλα τα έθνη σε όλους τους καιρούς αποκτούσαν συναίσθηση των πραγματικών τους συμφερόντων , θα διαπίστωναν ότι τα συμφέροντα τους ουσιαστικά ταυτίζονται , ότι αυτό που είναι ωφέλιμο για μια χώρα είναι κατ’ ανάγκη καλό για όλες τις υπόλοιπες , και ότι το μόνο που φταίει είναι η άγνοια και η πλάνη αλλά καμία ουσιαστική σύγκρουση δεν υπάρχει .»(σελ. 80).Το αποκορύφωμα των λανθασμένων φιλελεύθερων ερμηνειών είναι ότι «Το εμπόριο είναι που καθιστά τον πόλεμο απαρχαιωμένο , ενισχύοντας και πολλαπλασιάζοντας τα ιδιωτικά συμφέροντα που βρίσκονται σε φυσική αντίθεση με αυτόν»(σελ.83).Πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το εμπόριο ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες είχε φτάσει σε πρωτοφανή ύψη. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε , αυτές τις δυνάμεις να εμπλακούν σε μια φοβερή σύγκρουση. Παρόμοια ιδεολογήματα θεωρούν ότι η ανάπτυξη του εμπορίου ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία θα απομακρύνει την προοπτική πολέμου και θα τις βοηθήσει να επιλύσουν ειρηνικά τα μεταξύ τους προβλήματα. Ας ελπίσουμε ότι τέτοιες προσπάθειες δεν θα διαψευσθούν με τον ίδιο δραματικό τρόπο που διαψεύσθηκαν σε άλλες περιπτώσεις.
Ο MORGENTHAU θεωρεί ότι η ενοποίηση του κόσμου από τεχνολογική άποψη δεν συνεπάγεται ότι θα ενοποιηθεί πολιτικά. Αντίθετα «σε καμιά άλλη εποχή αυτής της ιστορικής περιόδου δεν υπήρξε ο Δυτικός κόσμος τόσο διαιρεμένος ηθικά και πολιτικά απ’ ότι σήμερα».(σελ. 88).Παρόμοια υπερβολικά αισιόδοξες αποδεικνύονται οι σκέψεις ότι η επιστήμη θα μπορέσει να ενοποιήσει τον κόσμο. Κάθε πολιτικός , που ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει την απτή πραγματικότητα θα πρέπει να σκέπτεται οι αποφάσεις του τι συσχετισμούς ισχύος δημιουργεί .Ώστε «Η επιστημονική εποχή στο πεδίο των διεθνών σχέσεων παρήγαγε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα την υποκατάσταση της πολιτικής αξιολόγησης από τα επιστημονικά πρότυπα και συνετέλεσε μακροπρόθεσμα στην πλήρη αχρήστευση της ικανότητας για ανάληψη ευφυών πολιτικών αποφάσεων. Η ισχύς , όσο περιορισμένη και προσδιορισμένη κι αν είναι , αποτελεί την αξία που η διεθνής πολιτική αναγνωρίζει ως την κυρίαρχη. Συνεπώς ο έλεγχος στον οποίο θα πρέπει να υποβάλλονται οι πολιτικές αποφάσεις στη διεθνή σφαίρα , έχει να κάνει με το βαθμό στον οποίο οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν την κατανομή ισχύος στο διεθνές επίπεδο. Το ερώτημα που έθεταν ο Ρισελιέ , ο Χάμιλτον (και στον ίδιο βαθμό και ο Τζέφερσον ) ή ο Ντισραέλι , προτού αναλάβουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία στη διεθνή σκηνή, ήταν το εξής :Αυτή η απόφαση αυξάνει ή μειώνει την ισχύ του ενός ή του άλλου κράτους ».(σελ. 99).
Συνεπώς τα πολιτικά προβλήματα δεν είναι ζήτημα γνώσεως , που όταν με την χρήση της επιστήμης τα κατανοήσουμε θα μπορέσουμε αυτόματα και να τα λύσουμε. Το λάθος προέρχεται από το μείγμα φιλελευθερισμού και του ορθολογισμού. Βεβαίως ως τέτοιος δεν νοείται η ψυχρή γνώση της πραγματικότητας και η χρήση των αναγκαίων μέσων για την επίτευξη του τιθέμενου σκοπού , αλλά η φιλοδοξία ότι τα πολιτικά προβλήματα μπορούν να λυθούν με την επιστήμη ή να μετατραπούν από πολιτικά σε επιστημονικά θέματα: «Πώς κατόρθωσε το σύγχρονο πνεύμα να καταστήσει την πίστη στις απόλυτες δυνάμεις της επιστήμης κινητήρια ιδέα της εξωτερικής πολιτικής ;Και σ’ αυτή την περίπτωση η απάντηση βρίσκεται στις βασικές αφετηριακές θέσεις της ορθολογιστικής φιλοσοφίας , η οποία δίνει την εντύπωση ότι επαληθεύεται στις καθολικές της προπαραδοχές από την εμπειρία στις εσωτερικές υποθέσεις. Η νίκη του φιλελευθερισμού στον εσωτερικό τομέα οδήγησε σε μια ιδιόμορφη συρρίκνωση της πολιτικής και σε μια αντίστοιχη διεύρυνση της μη πολιτικής σφαίρας , έτσι ώστε η τελευταία , αφυδατωμένη από πολιτικό περιεχόμενο , να προσφέρεται για νηφάλια ορθολογική εξέταση »(σελ. 100).Η προσπάθεια το φιλελεύθερο εγχείρημα να μεταφερθεί από την εσωτερική στην διεθνή πολιτική αποκάλυψε πλήρως το αδιέξοδό του .Διότι «Στο διεθνές πεδίο η αναγωγή των πολιτικών προβλημάτων σε επιστημονικές προτάσεις δεν είναι ποτέ εφικτή , γιατί το πρόβλημα της κατανομής της ισχύος είναι συνεχώς παρόν και μπορεί να λυθεί μόνο με πολιτικές αποφάσεις και όχι με επιστημονικά τεχνάσματα»(σελ.101).Ακόμη περισσότερο η φιλελεύθερη αντίληψη, ότι κάθε σύγκρουση μπορεί να λυθεί με τις διαπραγματεύσεις που οδηγούν σε συμβιβασμό , παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε μεγάλη διαφορά μεταξύ των εθνών δεν λύνεται «στο «πάρε δώσε» του ορθολογικού συμβιβασμού , αλλά στη νίκη ή την ήττα στα πεδία των πολιτικών μαχών »(σελ. 105).Εξίσου αδιέξοδο είναι το νομικίστικο επιχείρημα , που θεωρεί ότι όπως τα δικαστήρια μπορούν να λύνουν τις διαφορές μεταξύ των ατόμων , έτσι και τα διεθνή δικαστήρια θα μπορούν να επιλύουν τα προβλήματα μεταξύ των κρατών. Τελικά όλα αυτά δεν είναι παρά αυταπάτες , που καταφεύγουν όσοι δεν είναι ικανοί να «αντεπεξέλθουν στις ηθικές και πνευματικές προκλήσεις της γνήσιας τέχνης της πολιτικής »(σελ.115).
Στην συνέχεια ο Morgenthau θα επιτεθεί στον ορθολογισμό. Όχι με αφετηρία τον ανορθολογισμό , αλλά με την πεποίθηση ότι εμποδίζει την αποτελεσματική πολιτική δράση μετατρέποντας κάθε πολιτικό σε επιστημονικό πρόβλημα , ενώ υποτιμά την ηθική όσο και την πολιτική διάσταση του ανθρώπου. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν είναι ευθύνη τόσο του ορθολογισμού , όσο του φιλελευθερισμού. Παρόλα αυτά οι επισημάνσεις ότι η πίστη στην επιστήμη συνέβαλλε στην απώθηση της γνώσης που μπορεί να προέλθει από τα πεδία της τέχνης ή της θρησκείας έχει την σημασίας της. Όπως είναι ορθή η επισήμανσή του ότι είναι λανθασμένο να μεταφέρουμε τις μεθόδους των φυσικών στις κοινωνικές επιστήμες , ή ότι τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης (κβαντική θεωρία, πιθανοκρατία αντί αιτιοκρατίας ) απέχουν πολύ «από την ιδέα της φύσης ως ενσάρκωσης του ορθού λόγου»(σελ.122).Τελικά αποδέχεται ότι ο ορθός λόγος υπάρχει αλλά «διάσπαρτος και υποβασταζόμενος από το μη ορθολογικό – μια νησίδα επισφαλώς τοποθετημένη στα μέσα ενός ερεβώδους και ανταριασμένου ωκεανού».(σελ.137).Αλλά και «κοινωνικά χρήσιμος ορθός λόγος είναι ο κοινωνικά προσδιορισμένος ορθός λόγος. Οι κοινωνικές επιστήμες είναι επιστημονικές μόνο κάτω από συγκεκριμένες αφετηριακές προτάσεις , η οικουμενική αποδοχή των οποίων προϋποτίθεται μολονότι ποτέ δεν επιτυγχάνεται »(σελ. 152), ενώ πάντα παραμονεύει ο κίνδυνος του σχετικισμού , όπου ότι είναι λογικό για τον έναν είναι παράλογο για τον άλλο και « η ίδια η αλήθεια σχετικοποιείται ανάλογα με τα κοινωνικά συμφέροντα και τα συναισθήματα»(σελ.157).
Ο άνθρωπος έχει μια διπλή υπόσταση καθώς « είναι αντικείμενο πολιτικής κυριαρχίας και την ίδια στιγμή επιδιώκει να ασκήσει ο ίδιος πολιτική κυριαρχία στους υπόλοιπους. Η πλάτη του γέρνει κάτω από τον πολιτικό ζυγό , και όμως ,ενώ σκύβει από το βάρος , θέλει να ξέρει ότι , τουλάχιστον στη φαντασία του , υπάρχει κάποιος που αναλαμβάνει το ζυγό αυτό αντί για τον ίδιο. Ο άνθρωπος είναι θύμα της πολιτικής εξουσίας από αναγκαιότητα και πολιτικός αφέντης από φιλοδοξία. Αυτή η φιλοδοξία είναι που τον ωθεί να αποκρύπτει το γεγονός της πολιτικής του εξάρτησης και να της προσδίδει ηθική υπόσταση »(σελ.166).Η ανθρώπινη ύπαρξη κυριαρχείται από τραγικές αντιφάσεις και μόνο η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού ,μπορεί να επιτρέψει στον άνθρωπο «να επιλέγει το μικρότερο κακό και να είναι όσο γίνεται πιο καλός σε έναν κακό κόσμο»(σελ. 186).Ο Morgenthau κλίνει προς την τραγική έννοια της ζωής ,δηλαδή ότι η ζωή είναι «μια ατέρμονη διαπάλη ,αντιθέσεων και συγκρούσεων , στοιχείων εγγενών στη φύση των πραγμάτων , τις οποίες το ανθρώπινο λογικό αδυνατεί να επιλύσει»(σελ.189).Μάλιστα δίχως «την αναγνώριση αυτών των τραγικών αντινομιών της ανθρώπινης ύπαρξης η συμβουλή του ορθού λόγου γίνεται συμβουλή του παράλογου»(σελ.192).
Το έργο του Morgenthau, μετά τον Θουκυδίδη ,μας υπενθυμίζει, την σημασία της ισχύος και ότι η προσπάθεια να μετατραπούν τα πολιτικά σε επιστημονικά προβλήματα είναι μια από τις κορυφαίες και πλέον επικίνδυνες πλευρές του φιλελευθερισμού , που περιφρονεί την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μία πολιτική , που με συνέπεια ακολουθεί τα φιλελεύθερα δόγματα , είναι πολλαπλά επικίνδυνη δημιουργώντας μεγαλύτερο κακό από αυτό , που υποτίθεται σκόπευε να θεραπεύσει. Φυσικά μπορεί να διαπρέπει στον χώρο της ιδεολογίας , αλλά στον χώρο της πολιτικής δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη . Το αν στην χώρα μας οι ιδεοληψίες του φιλελευθερισμού γνωρίζουν μεγάλη διάδοση και αποδοχή στους χώρους της πολιτικής εξουσίας , οφείλεται στο γεγονός ότι η τελευταία ικανοποιείται να κολυμπά ή σε μια θάλασσα νιρβάνας ή να αναζητεί εκείνη την ιδεολογία που δικαιολογεί την πολλαπλή της κηδεμονία από την Δύση και την Τουρκία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου