Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Κυκλοφόρησε το νέο μου βιβλίο: Το ξερίζωμα του Ανθρώπου, Η κρίση της νεωτερικότητας, οι ιδεολογίες και οι στοχαστές


exofkout-e1394638358679

Σπύρος Κουτρούλης: Το ξερίζωμα του Ανθρώπου, Η κρίση της νεωτερικότητας, οι ιδεολογίες και οι στοχαστές
Εναλλακτικές Εκδόσεις 2014
Σειρά: Δοκίμιο 24
Σελ. 280
Σχήμα 16Χ24
ISBN: 978-960-427-145-0

Τιμή: 18 ευρώ



Το νεωτερικό κράτος προκάλεσε τέτοιο ενθουσιασμό σε κάποιους στοχαστές, ώστε θεώρησαν ότι ο κύκλος της ιστορίας είχε ολοκληρωθεί. Ο Ναπολέων είναι μια από τις μορφές που ενθουσίασαν, τον Χέγκελ καθώς τον αντίκρισε να περνά στην Ιένα. Στο βηματισμό του, θεώρησε ότι ακολουθούσε ο βηματισμός της Ιστορίας, ενώ στο πρωσικό κράτος ενσαρκωνόταν ο ύπατος σκοπός της ιστορίας.
Προφανώς μια τέτοια αντιμετώπιση θεωρεί ως εύλογη την ταύτιση του Λόγου και της πραγματικότητας.
Επειδή πολλοί στοχαστές της νεωτερικότητας δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ με αυτές τις σκέψεις, αλλά τις θεώρησαν μόνο ως μια εξαιρετική ευκαιρία προβληματισμού, για ένα κόσμο που κυριαρχείται από ασυμφιλίωτες διαφορές αλλά και συγκρούσεις που δεν επιλύονται, με ένα τρόπο τουλάχιστον, που θα έδειχνε ότι υπακούουν σε ένα έλλογο σχέδιο, προέκυψαν τα θέματα που εξετάζουμε στις σελίδες που ακολουθούνε.
Ο ξεριζωμός και η αποξένωση του ανθρώπου δεν αναφέρεται μόνο στην καταπίεση που υφίσταται ο άνθρωπος ως μέλος ενός έθνους που είτε έχει απολέσει την αυτονομία και την ανεξαρτησία του είτε γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης με στόχο την πλήρη εξαφάνιση του, αλλά και στο γεγονός ότι ως ύπαρξη που ζει και συγκροτείται στον σύγχρονο κόσμο είναι «πεταγμένος», ξεριζωμένος και ανέστιος. Η αποξένωση περιγράφει ένα γεγονός θεμελιώδες, μια συνθήκη συντακτική για την νεωτερική κοινωνία όπου ο άνθρωπος χάνει την μικρή του πατρίδα, από όπου προέρχεται, όσο και την πατρίδα-κόσμο.
Η εσχατολογική αντίληψη της ιστορίας ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το τέλος της ιστορίας, κατά το οποίο ο χρόνος ουσιαστικά σταματά και τα γεγονότα που ακολουθούν με όρους ιστορικούς είναι ασήμαντα. Όμως δεν αρκείται σε αυτό. Το τέλος ταυτίζεται με την κυριαρχία πλανητικά ενός συγκεκριμένου προτύπου είτε αυτό είναι το «πνεύμα», ή η «αταξική κοινωνία», ή ο «δημοκρατικός καπιταλισμός». Προφανώς όποιος ισχυρίζεται ότι επέτυχε κάτι τέτοιο διατυπώνει συγχρόνως μια απαίτηση για παγκόσμια κυριαρχία. Γι’ αυτό τις ιστορικές τελεολογίες τις επικαλούνται δυνάμεις, που θρέφουν φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας. Ενώ αντίθετα οι υπάρξεις μικρότερου μεγέθους που αγωνίζονται σκληρά να επιβιώσουν απέναντι σε δυνάμεις που συχνά τις ξεπερνούν ταυτίζονται περισσότερο με την τραγική αντίληψη της ιστορίας, η οποία περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση τους: η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας και το τέλος δεν είναι ποτέ προδιαγεγραμμένο.
Παράλληλα με την αποθέωση του κράτους στην Δυτική Ευρώπη ξεκίνησε η αντίθετη τάση της απομυθοποίησης του. Ο κοινοτισμός επιχείρησε όχι μόνο να δείξει το αδιέξοδο των κρατών, αλλά και να αποτελέσει ο ίδιος την πειστική διέξοδο. Ο Γ. Λαντάουερ και ο Μ. Μπούμπερ – ο πρώτος με νιτσεϊκές επιρροές, ο δεύτερος με πλατιά φιλοσοφική καλλιέργεια- δεν αντιμετώπισαν τον κοινοτισμό ως αποκλειστικά θεωρητική ενασχόληση, αλλά προσπάθησαν να τον κάνουν πράξη. Είναι ενδιαφέρον ότι στην χώρα μας ο κοινοτισμός πολεμήθηκε για χάρη ενός κράτους, που σε πολλές περιπτώσεις στέκεται ξένο ή εχθρικό προς την ελληνική κοινωνία, αφού ελέγχεται από αλλότριες δυνάμεις. Οι επικριτές του ελληνικού κοινοτισμού ισχυρίζονται ότι δεν αποτέλεσε εστία άμεσης δημοκρατίας και κοινοτικού συνεργατισμού, αλλά κέντρο του «κοτζαμπασισμού». Όμως οι ίδιοι που διατείνονταν αυτά, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι ο κοινοβουλευτισμός που διαδέχθηκε τον κοινοτισμό υπήρξε το μέσο με το οποίο οι κοτζαμπάσηδες και οι ξένες δυνάμεις εδραίωσαν την κυριαρχία τους στον νεοελληνισμό. Συνεπώς το πολιτικό σύστημα αναγνωρίζει και επικυρώνει τον συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει μέσα στην κοινωνία, ώστε δεν έχει ευθύνη ο κοινοτισμός αν σε ορισμένες περιπτώσεις ξεστράτισε από τον αρχικό προορισμό του, αλλά και ούτε έπαψε για αυτόν τον λόγο, να είναι πιεστική κοινωνική αναγκαιότητα.
Βεβαίως η Πολιτική –ήδη από την εποχή των Σοφιστών και του Θουκυδίδη– είναι συνυφασμένη με την Ισχύ, είναι μια «ανθρώπινη πολύ ανθρώπινη» κατάσταση, που αν την παραμερίζουμε και την αντικαθιστούμε με ιδεοληψίες δεν υπηρετούμε τους ανίσχυρους, αλλά τα σχέδια των εκάστοτε ισχυρών.
Ο Φ. Νίτσε, αντίθετα από ότι διέδιδαν οι ανόητοι και οι κακόπιστοι, υπήρξε ανελέητος επικριτής κάθε αξίας, αποσκοπώντας όμως στην «μεταξίωση όλων των αξιών». Ως εκ τούτου επιτέθηκε με σφοδρότητα στην κοινωνία του χρήματος, στο «πιο παγερό από τα παγερά τέρατα, το κράτος», στον γερμανικό σωβινισμό, αλλά και στον αντισημιτισμό. Εκκινώντας από το πάθος της απόστασης συναντάται κατ’ αυτόν τον τρόπο με τον Μαρξ που είχε ως αφετηρία το πάθος της εγγύτητας.
Βεβαίως ο Νίτσε και ο Μαρξ, αφού ανέπτυξαν καθένας, ένα τεράστιο έργο, είναι εύλογο να παρουσιάζουν πολλές πλευρές, οι οποίες κάποτε είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Το γεγονός όμως αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να τους δούμε ως πλούσιους σε σκέψεις στοχαστές και όχι ως πετρωμένα, νεκρά μαυσωλεία του παρελθόντος. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Μαρξ τον πόλεμο, ως δημιουργό κοινωνικών σχηματισμών, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.
Απέναντι στον εργαλειακό ορθολογισμό, δηλαδή στον ορθολογισμό που μετατράπηκε σε μέσο χειραγώγησης του ανθρώπου και κυριαρχίας πάνω στην φύση, υπήρξαν πολλών μορφών αντιδράσεις, μία εκ των οποίων είναι ο ποιητικός λόγος του Νόβαλις. Συγχρόνως διατυπώνεται η σκέψη του Στίρνερ, που παρά τις ακρότητες και τις αστοχίες που περιέχει, μας δείχνει πλευρές της νεωτερικότητας, που πριν από αυτόν, δεν είχαν προσεχθεί.
Ο στοχασμός του Σιοράν φανερώνει ότι ένα ρεύμα πανάρχαιο, όπως ο μηδενισμός, όταν φτάσει μέχρι το τέρμα τις λογικές του συνέπειες και αμφισβητήσει όχι μόνο την δυνατότητα για γνώση της πραγματικότητας και εγκυρότητα των αξιών, αλλά και την ίδια την σκοπιμότητα της ύπαρξης, τότε μπορεί άνετα να συνυπάρξει με την πιο βαθιά πίστη.
Η διαμόρφωση της κοινωνίας, της οικονομίας και του κράτους των ΗΠΑ οφείλει πολλά στις θρησκευτικές και αξιακές προυποθέσεις, που δημιούργησε η κυριαρχία του πουριτανισμού. Ίσως δε η θρησκευτική επιρροή να είναι εντονότερη από αυτή που είχαμε στην Δυτική Ευρώπη, διότι στις ΗΠΑ δεν υπήρξε η διαλεκτική κοινωνική σύγκρουση αστικών και φεουδαρχικών στοιχείων. Η αμερικάνικη κοινωνία δημιουργείται χωρίς να υπάρχει πίσω μια σοβαρή και κραταιά ιστορική παράδοση που θα μπορούσε να θέσει προσκόμματα στην δραστηριότητα των διαφόρων προτεσταντικών οργανώσεων.

 Η θεωρία του ανταρτοπολέμου είναι αναγκαία σε ένα κόσμο, που μπορεί να μην θεωρεί ότι η ισχύς ταυτίζεται πάντα με την βία, ή ότι ο πόλεμος είναι αυτοσκοπός, αλλά σίγουρα μετά τον Κλαούζεβιτς επαναλαμβάνει ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Πόλεμος και ειρήνη, φιλία και εχθρότητα, εναλλάσσονται περιοδικά, δείχνοντας ότι είμαστε μακριά από την «παγκόσμια ειρήνη», ώστε είναι αδύνατο να αποφύγουμε να σκεφθούμε για τις σκοτεινές όψεις του ανθρώπου.
Η νεωτερικότητα και ο στοχασμός είναι μια ανοιχτή πολύπλοκη σχέση, μια διαδικασία διαρκώς ασυμπλήρωτη, ακριβώς διότι ο άνθρωπος έχει μεν κάποια στοιχεία, που δεν αλλοιώνονται από τον χρόνο όπως η επιθυμία για ισχύ και αυτοσυντήρηση, αλλά συγχρόνως είναι μια αινιγματική και απρόβλεπτη ύπαρξη, φωτεινή και σκοτεινή, ενθαδική και ανοίκεια, λογική και παιχνιώδη, δημιουργός γεγονότων και συμβάντων που άλλοτε τα προβλέπουμε και άλλοτε μας εκπλήσσουν θετικά ή και αρνητικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου