Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Πέθανε ο σπουδαίος συγγραφέας και μεταφραστής Κωστής Παπαγιώργης




Του Nίκου Φελέκη

Ο ΚΩΣΤΗΣ (ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ) ΤΗΝ ΚΟΠΑΝΗΣΕ, ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ…

Α, ρε Κωστή. Δεν άντεξες. Και “γω περίμενα πότε θα βγεις για να μου στείλεις το καινούργιο σου άρθρο. Μου το “χες υποσχεθεί Κωστή, όταν ήρθα και σε είδα στο Λαϊκό. Ήταν κι ο Τάσος μπροστά όταν μου είπες ότι την άλλη βδομάδα μάλλον θα πας στο σπίτι. Δεν πήγες ρε Κωστή. Έφυγες. Την κοπάνησες μπαγάσα. Για άλλες παρέες, για άλλη ζωή. Ίσως είχες βαρεθεί που έκοψες το τσιγάρο και τα ξίδια και ήθελες να τα ξαναρχίσεις, χωρίς να σου ζαλίζουν το ζάχαρο. Ίσως μας βαρέθηκες όλους. Εντάξει, εκτός από τη Ράνια και το παιδί. Αυτούς ξέρω θα τους έχεις πάντα φυλαχτό και αποκούμπι.
Θυμάμαι φίλε την πρώτη φορά που σε γνώρισα. Ήταν πριν περίπου 20 χρόνια. Είχες έλθει στον «Επενδυτή» για να μου φέρεις το κείμενο, μια σελίδα όπως είχαμε συμφωνήσει. Με ειδοποίησαν ότι ήσουν στην είσοδο και με ζητούσες. Είπα ν” ανέβεις πάνω στο γραφείο. Μου είπαν ότι δεν ανεβαίνεις και ήθελες να κατέβω εγώ. Κατέβηκα, και μου “δωσες το χειρόγραφο. Μετά έμαθα πως δεν σου άρεσαν οι κλειστοί χώροι με τους πολλούς ανθρώπους. Αργότερα τα γραφτά ερχόντουσαν με φαξ ή τα “φερνε η Ράνια και στο τέλος με μέιλ.
Ούτε στα γραφεία του «Κόσμου του Επενδυτή», στην αρχή στο Σύνταγμα και μετά στη Συγγρού, ήρθες ποτέ. Και ήταν τόσοι πολλοί οι συνάδελφοι που ήθελαν να σε γνωρίσουν, να σε δουν από κοντά, να σου σφίξουν το χέρι, να σου εκφράσουν το θαυμασμό τους γι” αυτά που έγραφες. Ήρθες όμως στο matrix24. Εντελώς αναπάντεχα. Χτύπησες το κουδούνι και μπήκες. Μόνος. Τώρα, το Γενάρη, λίγες μέρες πριν μπεις στο νοσοκομείο. Δυο χρόνια δεν είχες έλθει. Μάλλον έκανες περατζάδα από μέρη που ήθελες να πάρεις μαζί σου. Να τα έχεις στη μνήμη σου. Ίσως να προαισθανόσουν κάτι και ήθελες να με χαιρετήσεις.
Αν και σε είχα δει πριν λίγο καιρό στα Εξάρχεια, όταν πήγαμε να φάμε με τον Τάσο και κάποιους δικούς μου φίλους. Θυμάσαι Κωστή; Ναι, τότε που μας παράτησες. Ξαφνικά. Βγήκες δήθεν για λίγο έξω και δεν ξαναγύρισες. Πήγες βόλτα ή στο σπίτι. Δεν σε ρώτησα ποτέ ούτε μου είπες. Έτσι ήσουν. Ιδιαίτερος. Γι” αυτό και ξεχώρισες.
Εγώ πάντως σε ξεχώρισα απ” τ” γραφτά σου. Απ” τους «ζώντες και τεθνεώτες», απ” τα «λάδια και ξίδια», απ” την «ομηρική μάχη», απ” το «περί μέθης», απ” τον Ντοστογιέφσκι, τον Ασημάκη, τον Σωκράτη. Αυτά ήταν που με είχαν γοητεύσει. Τα «καπάκια», ο «Κανέλλος Δεληγιάννης», ο «Εμμανουήλ Ξάνθος», ο «Παπαδιαμάντης», τα «τρία καπέλα» και τ” άλλα σου βιβλία ήρθαν μετά, αφού είχε ξεκινήσει η συνεργασία μας.
Τα πρώτα σου βιβλία, μια συνέντευξή σου στο «Ε» της Ελευθεροτυπίας και ένα κείμενό σου στη «Ρήξη» για τις «Κάψες» αφιερωμένο στον Τάαο Μπάνο, ήταν αυτά που με έκαναν να πω «θ” αναγκάσω τους Έλληνες να μάθουν γράμματα διαβάζοντας Παπαγιώργη». Και έβαλα το άρθρο σου στην τρίτη σελίδα. Άνοιγε την εφημερίδα κάποιος και το πρώτο πράγμα που έβλεπε ήταν το δικό σου άρθρο.
Και τι δεν άκουσα γι” αυτή μου την αποκοτιά. «Μα είναι δυνατόν μια πολιτικο-οικονομική εφημερίδα, και μάλιστα όπως ο «Επενδυτής» να ξεκινάει με τα σχόλια ενός λογοτέχνη;» μου έλεγαν, με πρώτο και καλύτερο τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας. Κι αργότερα, στον «Κόσμο του Επενδυτή», η ίδια πάλι γκρίνια απ” τον μεγαλομέτοχο της εφημερίδας. Εγώ επέμενα. Και Κωστή, όχι πως δεν ήμουν σίγουρος αλλά δικαιωθήκαμε.
Η στήλη σου έγινε σημείο αναφοράς και ήταν πολλοί, μεταξύ των οποίων και πολιτικοί, όπως ο Πρόεδρος της Βουλής Απόστολος Κακλαμάνης που μου τηλεφωνούσε για να μου κάνει σχόλια και παρατηρήσεις για κείμενά σου ή, όπως ο Αλέκος Παπαδόπουλος, που ήθελαν να σε γνωρίσουν και να συζητήσουν μαζί σου. Μπορεί οι Έλληνες να είναι η χειρότερη φάρα, αλλά νομίζω τα καλά γραφτά τα ξεχωρίζουν και τα υπολήπτονται.
Και συ Κώστα, για μένα, είσαι ίσως ο κορυφαίος δοκιμιογράφος τα τελευταία 20-30 χρόνια. Και δεν το λέω για να σε κολακέψω, το λέω τώρα που δεν μπορείς να τ” ακούσεις ή να το διαβάσεις. Και μην μου θυμώσεις. Τετριμμένα πράγματα γράφω. Το λέω γιατί ξέρω πως θα θυμώσεις με κάποιους άλλους που θα βγουν να πουν και να γράψουν καλά για σένα. Δεν το θέλεις γιατί δεν σ” ενδιαφέρουν. Μόνον κάποιοι λίγοι, όπως ας πούμε ο Στέλιος ο Ράμφος, θα ήθελες να μάθεις τι θα πουν για σένα.
Πάντα έτσι ήσουν: μοναχικός, απόμακρος και στρείδι. Και πονεμένος, γι” αυτό και ευγενής. «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις» έλεγες. «Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται».
Εσύ διάλεγες τους ανθρώπους που ήθελες να “ναι κοντά σου, δεν άφηνες να σε διαλέξουν οι άλλοι. Πρώτα τους αγαπούσες και μετά τους συμπαθούσες. Και, νομίζω, μέσα σου, μοίραζες ρόλους. Λίγους. Όπως σε μια οικογένεια. Είχες τον αδελφό, τον πατέρα, τη μάνα, το γιό, τον ανιψιό, τον ξάδελφο. Αυτοί σ” ενδιέφεραν και γι’αυτούς νοιαζόσουν. Μ” αυτούς ένιωθες ελεύθερος και μπορούσες να “σαι ο εαυτός σου. Ακόμη και κυνικός και απότομος, αλλά και τρυφερός και χωρατατζής.
Στα λεγόμενα και τα γραφτά σου μπορείς να λες ότι θέλεις για το θάνατο, όμως, όσο μεγάλωνες όσο ένιωθες, όπως όλοι οι άνθρωποι, ότι το λάδι στο καντήλι, με τα χρόνια, σβήνει, τόσο χτύπαγες ξύλο να μην έρθει. Όσο πλησίαζες προς το θάνατο τόσο περισσότερο αγαπούσες τη ζωή. Και το κατάλαβες αυτό όταν για πρώτη φορά τον άγγιξες εκεί κοντά στα σαράντα σου. Γι” αυτό και έλεγες, πριν περίπου 30 χρόνια στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο: «Έχει νόημα να ζεις, γιατί ο θάνατος δε μπαίνει μέσα στη ζωή. Γι’ αυτό λένε, χτύπα ξύλο… Η ζωή έχει τρομακτική καύλα – για όλους, για τους πάντες. Βλέπεις, άνθρωποι ανάπηροι που έχουν μείνει με το ένα δαχτυλάκι και τρώνε με το δαχτυλάκι… Και δεν ζει κανείς σκεπτόμενος διαρκώς το θάνατο, όσο φιλόσοφος κι αν είναι. Ο θάνατος είναι μια πένθιμη σκέψη που έρχεται και φεύγει – χωρίς να ορίζει τη ζωή».
Για πολλούς ήσουν ένας κορυφαίος συγγραφέας-δοκιμιογράφος, για άλλους ένας λαϊκός φιλόσοφος, για κάποιους ένας περίεργος και ανάποδος άνθρωπος. Για μένα για τα λίγα, τα περίπου είκοσι, χρόνια που σε γνώρισα ήσουν καλός άνθρωπος, καλός συνεργάτης, υπέροχος γραφιάς -αν και σε μένα, τελευταία, λίγο τεμπελάκος, ίσως επειδή έγραφες το τελευταίο σου βιβλίο ή επειδή έπρεπε να ψωμίζεσαι και από αλλού για να τα φέρνεις βόλτα τώρα με την κρίση- και θέλω να πιστεύω ότι και συ με θεωρούσες λίγο φίλο σου ή έστω ένα καλό «αφεντικό», όπως με αποκαλούσες. Κι ας είμαι «γαύρος» -αλλά και συ αδερφέ μου πολύ «βαζέλα».
Καλό σου ταξίδι Κωστή μου. Και μην αρχίσεις πάλι, εκεί που πας, τις καταχρήσεις. Σκέψου τη Ράνια σου. Και μην μας ξεχάσεις φίλε. Εγώ κι ο Τάσος όσο κι αν σ” αγαπάμε, ειδικά ο Τάσος (ο αδελφός σου, το καρντάσι σου, ο συνοδοιπόρος σου που δεν ξέρω κι αυτός τι θα κάνει τώρα, ειδικά τ” απογεύματα) λέμε να καθυστερήσουμε να “ρθουμε να σε δούμε. Το καταλαβαίνεις αδελφέ. Σου υπόσχομαι όμως μία απ” αυτές τις μέρες να πάμε να πιούμε ένα κρασί για σένα στα Πετράλωνα. Και μάλλον θα το κάνουμε όσο μπορούμε συχνότερα. Και όταν μπορεί, και θέλει, και η Ράνια θα την παίρνουμε κι αυτή μαζί μας. Γειά σου σύντροφε…

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Τραγική ειρωνεία: Στις 20 Μαρτίου, δηλαδή προχθές, ο Κωστής είχε γενέθλια. Διάλεξε να φύγει χθες, ακριβώς μια ημέρα μετά. Ίσως επειδή ήθελε να κερδίσει έναν ακόμη χρόνο. Τα κατάφερε, έστω και για μια μέρα.

Πηγή: http://www.matrix24.gr/2014/03/%CE%BF-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%83-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CE%B4%CE%B5%CE%BD/

Παρουσίαση σε αυτό το ιστολόγιο  του βιβλίου του Κωστή Παπαγιώργη: Τρία μουστάκια: ψιχία μηδενισμού», εκδόσεις Καστανιώτη Αθήνα 2006, σελ. 195. : http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2010/03/blog-post_08.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου