Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Η παρουσίαση του βιβλίου του Γ.Καραμπελιά για τον Π.Κονδύλη (video)










Το έργο του Γ.Καραμπελιά αποτελεί μια άρτια περιγραφή της διαδρομής που ακολούθησε η σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη. Πρόκειται για ένα δοκίμιο γραμμένο για ένα φιλόσοφο που έχει πανευρωπαϊκή εμβέλεια και αναγνώριση, από έναν σημαντικό στοχαστή που αποτυπώνει με αυτό την αγωνία του για την μοίρα του ελληνισμού.
Παρακολουθεί την διαδικασία που ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος με αφετηρία τον αιρετικό μαρξισμό καταλήγει να διαμορφώσει το δικό του προσωπικό στίγμα ώστε να χαρακτηριστεί από την δύσκολη σε επαίνους γερμανική ακαδημαϊκή κοινότητα ως ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα.
Για να το πετύχει αυτό, ο Καραμπελιάς, χρησιμοποιεί το σύνολο της βιβλιογραφίας πολλές προφορικές μαρτυρίες, αλλά και την σημαντική γνώση της ιστορίας και της κοινωνικής θεωρίας που ο ίδιος διαθέτει.
Λίγο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Π.Κονδύλη, οι στοχαστές του περιοδικού «Σημειώσεις», που βρίσκονταν πιο κοντά  από όλους σε αυτόν,  σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Νεφέλη» διοργάνωσαν τιμητική εκδήλωση στην Στοά Αρσάκη. Οι ομιλίες τους θα δημοσιευθούν στα τεύχη των «Σημειώσεων» 53, 54 .Αυτές θα  αποτελέσουν πολύτιμη μαρτυρία που θα αξιοποιήσει στο βιβλίο του ο Γ.Καραμπελιάς. Η ομιλία του Μάριου Μαρκίδη είναι αφιερωμένη στον γιατρό Γιάννη Τσέγκο ο οποίος ήταν αυτός που πρώτος τους τον γνώρισε. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ως «πνευματικό πατέρα» του Π.Κονδύλη τον παλαιό σπαρτακιστή Αντώνη Λαυραντώνη. Το έργο του τελευταίου είναι κυρίως προφορικό αλλά είναι αυτός που χάραξε τις βασικές κατευθύνσεις που έλαβε η σκέψη του Κονδύλη. Βεβαίως υπάρχει η αλληλογραφία ανάμεσα στους δύο που όταν δημοσιευθεί θα  αποτελέσει μια σημαντική μαρτυρία για την διαμόρφωση της ιδιοσυγκρασίας και της σκέψης του.  Ας κρατήσουμε όμως από το άρθρο του Α.Λαυραντώνη  «Τα διαμορφωτικά χρόνια του Π.Κονδύλη» την θουκυδίδιας έμπνευσης απόφανση ότι «τα βαθύτερα  όμως, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, που καθορίζουν διιστορικά τον χαρακτήρα των ανθρώπινων κοινωνιών ως εξουσιαστικών- υποδουλευτικών- εκμεταλλευτικών, παραμένουν δυστυχώς (ή ευτυχώς;) αμετάβλητα!»(Σημειώσεις,τ.54,σε 31).  Ο λόγος αυτός, τον οποίο συμμερίστηκε ο Π.Κονδύλης, θα τον ωθήσει να είναι εξαιρετικά καχύποπτος σε κάθε  αισιόδοξη ρητορική που ισχυρίζεται ότι  μπορεί δια μέσου της ανθρώπινης πράξης να επιβάλλει κοσμοιστορικές αλλαγές.  Αλλά και με αυτόν τον λόγο ως αφετηρία, στον ώριμο φιλοσοφικό του έργο ακολουθώντας πιο περίπλοκες νοηματικές διαδρομές θα καταλήξει, ότι η κανονιστική σκέψη κομίζει απαιτήσεις ισχύος. Βεβαίως τόσο τα συμπεράσματα του Λαυραντώνη όσο και του Π.Κονδύλη προϋπέθεσαν την βαθιά  κρίση του μαρξισμού όσο και των καθεστώτων που ισχυρίζονταν ότι είναι σοσιαλιστικά. Ο τελευταίος σε ένα από τα πρώτα του κείμενα, με τον τίτλο «Οι επαναστατικές ιδεολογίες και ο μαρξισμός», γραμμένο το 1964 και δημοσιευμένο στο βιβλίο του «Μελαγχολία και Πολεμική» που κυκλοφόρησε μεταθανάτια , θα χαράξει την απόσταση που  χώριζε τον ίδιο και την σκέψη του από τον μαρξισμό σαν ιδεολογία και σαν κοινωνική πράξη.
Ο Καραμπελιάς αντιμετωπίζει κριτικά το πόρισμα του Π.Κονδύλη ότι η έγκυρη γνώση ταυτίζεται με την αξιολογική ουδετερότητα. Θεωρεί ότι την απολυτότητα αυτής της απαίτησης ανέφικτο γεγονός που όμως μπορεί να μας οδηγήσει σε λανθασμένους ατραπούς, όπως έγινε με την προσπάθεια να διακριθεί κάθετα η ιδεολογία από την επιστήμη. Ο Κονδύλης στις τελευταίες χρονικά  σκέψεις του φαίνεται να αποδέχεται τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Θα λέγαμε πως κατέληξε ότι η «αξιολογική ουδετερότητα» πρέπει να είναι ένας οδοδείκτης, ένας αναγκαίος στόχος που πρέπει να κατευθυνόμαστε ανεξάρτητα του βαθμού  κάθε φορά επιτυχίας. Ένα παράδειγμα των αποτελεσμάτων της εμμονής του Κονδύλη στην «αξιολογική ουδετερότητα» είναι ο τρόπος που αναλύει την ελληνο-τουρκική σύγκρουση. Χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις, τουλάχιστον εμφανείς, αναλύει με ψυχρό βλέμμα τις διαστάσεις και τις παραμέτρους της. Ένα μεγάλο μέρος της πειστικότητας του,  νομίζω ότι την οφείλει σε αυτό. Η υπόλοιπη πειστικότητα οφείλεται στην αισθητική επιμέλεια, στην  παραδειγματική χρήση που κάνει της ελληνικής γλώσσας.
Ο Γ.Καραμπελιάς επισημαίνει την στροφή του Π.Κονδύλη στα τελευταία χρόνια της ζωής στον τρόπο που αντιμετώπιζε το εθνικό ζήτημα. Οι απόψεις αυτές περιέχονται στα επίμετρα των έργων «Θεωρίας του πολέμου», «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», καθώς και στις τελευταίες συνεντεύξεις και στα τελευταία άρθρα. Μέχρι τότε υιοθετούσε δίχως επιφυλάξεις πολλές από τις απόψεις που είχε το μεγαλύτερο των στοχαστών της αριστεράς. Η στροφή του αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από κάποιους δημοσιογράφους, ενώ άλλοι που ήταν ίσως οι πιο κοντινοί και πιο φιλικοί  σε αυτόν αισθάνθηκαν αμηχανία και ενήργησαν σαν να μην είχαν διατυπωθεί ποτέ.
 Είναι χαρακτηριστικό ότι καλός του φίλος ο Μ.Μαρκίδης γράφει ότι «δεν με ενδιαφέρουν και πολύ (περισσότερο λ.χ. απ’ ό,τι θα με συγκινούσε ένα χιτσκοκικό θρίλερ…) τα τελευταία πολεμικά επιχειρησιακά του σχέδια (Σημειώσεις,τ.53.σελ.31). Σε ημερίδα που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων(Ελληνικά Γράμματα, 2001) οι διάφοροι στοχαστές που έλαβαν μέρος  διαπραγματεύτηκαν τον φιλοσοφικό λόγο του Κονδύλη  με στάση μάλλον επικριτική αλλά δεν ασχολήθηκαν διόλου με τις απόψεις του για το εθνικό ζήτημα. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που επισημαίνει ο Γ.Καραμπελιάς από το δοκίμιο της Βούλας Τσινόρεμα  όπου επικρίνει τον Κονδύλη ότι ταυτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη με την πάλη και τον αγώνα, παρακάμπτοντας το γεγονός  ότι ήταν ο ίδιος ο Μάρξ που ερμήνευσε την ιστορία ως συνεχή πάλη των τάξεων. Το ίδιο συνέβη και στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας, στο τεύχος 1717,τον Νοέμβριο του 1999, οι στοχαστές που γράφουν, μεταξύ άλλων ο  παλαιός συνοδοιπόρος του Κοσμάς Ψυχοπαίδης, αδιαφορούν για την ύστερη ερμηνεία του Π.Κονδύλη για το εθνικό ζήτημα. Όμως στο δοκίμιο με τον τίτλο «Το ανορθολογικό στοιχείο στην ελληνική θεωρητική σκέψη», ο Ψυχοπαίδης θα επικρίνει τον Κονδύλη, τον Καστοριάδη, τον Γιανναρά  αποκαλύπτοντας και στους τρεις ένα δεσπόζον ανορθολογικό στοιχείο (Εισήγηση στο 8ο Επιστημονικό Συνέδριο του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα «Ιδεολογικά ρεύματα &τάσεις της διανόησης στη σημερινή Ελλάδα», δημοσιευμένη στον ομότιτλο τόμο πρακτικών του συνεδρίoυ (Ίδρυμα Σ. Καράγιωργα Αθήνα 2002). Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας & Κριτικής» τ. 50/51 και ΑΥΓΗ 22.4.2001 ). Πρόκειται για ένα δοκίμιο πολεμικής, εξαιρετικά ενδιαφέρον το οποίο έχει όμως αστοχήσει για διαφορετικούς για τον καθένα λόγους που δεν είναι του παρόντος να εξετάσουμε.
 Το κενό αυτό καλύπτει με έγκυρο τρόπο το ανά χείρας βιβλίο του Γ.Καραμπελιά. Αλλά  αποκαλύπτει και κάτι άλλο. Μέρος της διανόησης ένοιωσε υπαρξιακή απειλή από το έργο του Κονδύλη διότι αποθεμελίωνε όχι μόνο την μυθολογία της αριστεράς  αλλά και τους μύθους του μεταπολιτευτικού καθεστώτος. Άλλωστε η εκσυγχρονιστική αριστερά πριν αναλάβει την εξουσία, της είχε ανατεθεί η πνευματική εξουσία, έχοντας κυρίαρχο ρόλο όχι μόνο στις στήλες βιβλίου των εφημερίδων αλλά και στον πανεπιστημιακό χώρο. Οι ίδιοι ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι που στήριξαν ή και ακόμη αποτέλεσαν μέρος της διακυβέρνησης Σημίτη, στηρίζουν στην πλειοψηφία τουςτην σημερινή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

 Ο Γ.Καραμπελιάς κατ’ αρχήν θα αντιμετωπίσει με κριτικό τρόπο τις απόψεις του Κονδύλη στο βαθμό που αρχικά συμπορεύτηκαν με την  αριστερή εθνοαποδομητική ιστοριογραφία. Για το λόγο αυτό στο στόχο του θα βρεθεί το δοκίμιο  « η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία»  αλλά  και ο πρόλογος και ο υπομνηματισμός που έγραψε στην συλλογή  άρθρων των Μάρξ και Ένγκελς
«Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα». Βεβαίως θα μπορούσαμε, ακολουθώντας τα συμπεράσματα πολλών ιστορικών όπως του Σβορώνου, να επαναλάβουμε ότι πράγματι στον ελληνικό χώρο δεν υπήρξε  φεουδαρχία ακριβώς γιατί η γη ανήκε στον σουλτάνο. Ο Π.Κονδύλης ανατρέποντας το σχήμα που εισήγαγε ο Κορδάτος υποστηρίζει επιπρόσθετα την απουσία ελληνικής αστικής τάξης και του ιδιαίτερου ήθους και νοοτροπίας που διαμόρφωσε στην Δυτική Ευρώπη. Ο Καραμπελιάς θεωρεί ως λανθασμένη  αυτή την άποψη διότι περιορίζει την αστική τάξη αποκλειστικά στην βιομηχανική της εκδοχή. Πολλοί άλλοι ιστορικοί όπως ο Γ.Δερτιλής δυσκολεύονται να εντοπίσουν την ελληνική αστική τάξη και στο τέλος υποσημειώνουν ότι έχει πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις αστικές τάξεις της Δυτικής Ευρώπης. Θεωρώ όμως στα κείμενα αυτά ο Ένγκελς μας έδωσε  να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους η ύπαρξη ελληνικής αστικής τάξης ήταν αν όχι ανέφικτη, τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολη. Γράφει συγκεκριμένα: « η τουρκική κυριαρχία όπως και κάθε ανατολική είναι ασυμβίβαστη με την καπιταλιστική κοινωνία, όση υπεραξία κερδίζεται δεν είναι σίγουρη από τα χέρια αρπακτικών σατραπών και πασάδων∙ λείπει ο πρώτος βασικός όρος της αστικής προσοδοφόρας δραστηριότητας: η ασφάλεια του προσώπου και της ιδιοκτησίας του εμπόρου. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν τώρα ακόμα μια φορά, αφού από τα 1774 είχαν ήδη δύο φορές αποπειραθεί να εξεγερθούν» (σελ.473,474).
Ορθά ο Γ.Καραμπελιάς  επισημαίνει ότι η στροφή του Κονδύλη σημειώνεται με το δοκίμιο «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» που δημοσιεύτηκε  το 1992 ως επίμετρο στην «Πλανητική πολιτική  μετά τον ψυχρό πόλεμο». Η κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων, η επέλαση της παγκοσμιοποίησης, η χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αφορμή για παρεμβάσεις σε άλλα κράτη, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  τροφοδότησαν την σκέψη του στις νέες κατευθύνσεις που έλαβε . Στο έργο αυτό ο Κονδύλης θα δει στο εθνικό κράτος το τελευταίο ανάχωμα στην παγκόσμια ανομία αφού θα γράψει «μόνον ως κράτος μπορεί ένα μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα μεγάλο έθνος, εφ’ όσον τόσο το μικρό όσο και το μεγάλο έθνος αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος»(σελ.49). Επίσης θα επισημάνει ότι υπό προϋποθέσεις  «οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι μια αντικειμενική εθνική ζωτικότητα, μια πλησμονή χειροπιαστής ισχύος, η οποία επιτρέπει σ’ ένα έθνος να κινείται, θα λέγαμε, στο ύψος των ψευδαισθήσεών του.» 
Σε άλλα κείμενα του ο Κονδύλης επέκρινε την αριστερά διότι υιοθετώντας οποιοδήποτε αίτημα που σήκωνε κάθε κοινωνική συλλογικότητα, επέτεινε  τον παρασιτικό καταναλωτισμό, τον ανεξέλεγκτο δανεισμό, με αποτέλεσμα την εκποίηση της χώρας και την απώλεια και του τελευταίου ίχνους ανεξαρτησίας. Θα προσθέσει ως στοιχεία της ελληνικής κακοδαιμονίας την απουσία εθνικών στόχων. Αλλά και η απουσία σοβαρών πολιτικών θα επιδεινώσει το πρόβλημα . Όπως γράφει: « ότι ο σημερινός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό∙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με την σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων(σελ.170). Στο ίδιο δοκίμιο θα ανατρέψει τους ιδεολογικούς μύθους των ευρωπαϊστών που σε μεγάλο βαθμό θεμελιώθηκε το μεταπολιτευτικό καθεστώς.  Ο Κονδύλης πλέον θα θεωρήσει ομοειδή και συναφή μεγέθη την παραδοσιολατρία και τον πιθηκισμό  καθώς όπως γράφει, και θα επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία «ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους»(σελ.176).
Ο προσωπικός  φίλος του Π.Κονδύλη, ο συγγραφέας Γ.Μερτίκας, ο οποίος στο περιοδικό  «Λεβιάθαν» που  ο ίδιος έκδιδε, οργάνωσε το πρώτο αφιέρωμα στην χώρα μας σε αυτόν, ενόσω μάλιστα ζούσε, δημοσίευσε το εύστοχο δοκίμιο στις «Σημειώσεις»(τ.70,12/2009) με τον τίτλο (παράφραση ενός έργου του φιλόσοφου  Κ.Παπαϊωάννου) «Ο άνθρωπος και η σκιά του- έθνος και εθνικισμός στην περιγραφική θεωρία της απόφασης». Αποδίδει με έγκυρο και έντιμο τρόπο την ερμηνεία που διατύπωσε ο Π.Κονδύλης για το έθνος σε συνδυασμό με το υπόλοιπο έργο του.
Ο Γ.Καραμπελιάς θα σταθεί αναλυτικά στο «Επίμετρο της Θεωρίας του Πολέμου» και στα παρεμφερή κείμενα της ίδιας εποχής. Σε αυτά αφενός με τεκμηριωμένο τρόπο  ο Κονδύλης μας δείχνει πως πρέπει να ενεργήσει ο ελληνισμός ώστε να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα αλλά και ορισμένα ουσιώδη προβλήματα που αδυνατίζουν την θέση του: την διαχρονική συρρίκνωση του ελληνισμού στα όρια ενός εθνικού κράτους που δεν μπορεί να τον προστατεύσει, την εξασθένιση του από την επιδείνωση του δημογραφικού  και την απουσία παραγωγικού ιστού που επιτείνει τον παρασιτικό καταναλωτισμό. Όπως είπε σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο ελληνισμός το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να παράγει ότι του είναι αναγκαίο για να επιβιώσει.
Τα κείμενα του Κονδύλη   δεν χαρακτηρίζονται μόνο από την βαθιά γνώση αλλά και την αισθητική επιμέλεια  και την ευφυή ειρωνεία. Έλκεται από την πολεμική γι’ αυτό και μας έχει αφήσει σημαντικούς διάλογους σαν και αυτό  με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.
Σε διάλογο που είχε στο σπουδαίο περιοδικό «Λεβιάθαν» με τον Θ.Γεωργίου και τον Σ.Βιρβιδάκη , με πικρό χιούμορ θα σημειώσει για κάποιους καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων, πως με την υψηλή επίδοση τους σε κατασκευή κοινωνικών θεωριών με τις οποίες στην φαντασία τους γίνονται αυτόματα κοσμοπλάστες παρηγορούνται "για την γενική κοινωνική τους ασημαντότητα ή ιδιαίτερα για το γεγονός ότι είναι μισθωτοί υπάλληλοι αναγκασμένοι να παλεύουν νυχθημερόν με τις μηχανορραφίες των συναδέλφων τους και τις ανορθογραφίες των φοιτητών τους"(σελ.130).Βεβαίως υπήρξε και η ανταλλαγή άρθρων με τον Ρ.Σωμερίτη από τις στήλες του «Βήματος», που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό. Τα άρθρα του τελευταίου αποτελούν προσωπικοί λίβελλοι κατά τον Π.Κονδύλη που προσπαθούν να τον εξουθενώσουν παρά να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματά του, παρότι θα έπρεπε να γνωρίζει από που προέρχεται όσο και την αναγνώριση που είχε στην Γερμανία. Ενδεικτικό των ηθών μας είναι ότι οι περισσότεροι διανοούμενοι τότε σιώπησαν αν γνώριζαν ότι το έργο του Κονδύλη στην χώρα μας εκδόθηκε κυρίως από έναν εκδοτικό οίκο της αριστεράς το «Θεμέλιο» και ο ίδιος έχαιρε της εκτίμησης του Σβορώνου, του Δημαρά, του Φίλιππου Ηλίου, του Δ.Μαρωνίτη. Η συμπεριφορά αυτή δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στις πιθανές θεωρητικές διαφορές όσο στο γεγονός πως η διανόηση αυτού του είδους αποτελεί –με πολλούς τρόπους-μηχανισμό της τότε εξουσίας κι ας  διατεινόταν το αντίθετο.


Το βιβλίο του Γ.Καραμπελιά αποτελεί μια άρτια εισαγωγή στο έργο και στην προσωπικότητα του Κονδύλη αλλά σε αντίθεση με αυτόν χαρακτηρίζεται από έλλογη αισιοδοξία, αφού παρά την παρακμή και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε μας καλεί να βγάλουμε «φτερά», δηλαδή μας καλεί, όπως ο Δ.Σολωμός, να παντρέψουμε την ονειροπόληση με τον λογισμό. Έρχεται σε μια εποχή που η συνωμοσία σιωπής για τον Κονδύλη έληξε άδοξα και πλέον τον επικαλούνται οι πάντες ακόμη και αν εκπροσωπούν εντελώς αντίθετες κοσμοθεωρίες. Με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε σχέση με την Ευρώπη, λαμβάνει την θέση που του πρέπει. Με αυτή την έννοια το δοκίμιο του Γ.Καραμπελιά προσφέρει  στον νέο όσο και στον έμπειρο αναγνώστη τον δρόμο για να βαδίσει με εγκυρότητα, δίχως περιττές περιπλανήσεις, στο πολύτιμο έργο του Π.Κονδύλη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου