Σάββατο 16 Μαΐου 2026

O Θουκυδίδης, πολιτικός ρεαλισμός και ανθρωπολογική απαισιοδοξία

 


O Θουκυδίδης, πολιτικός ρεαλισμός και ανθρωπολογική απαισιοδοξία: το δίκαιο, η πολιτική, η ισχύς

« Οι  άνδρες αποτελούν την πολιτεία και όχι τα τείχη ή τα καράβια.» [1]

O Θουκυδίδης παραμένει ο αξεπέραστος   ερμηνευτής   και   απομυθοποιός της πολιτικής πραγματικότητας. Μάλλον  θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος με την ιστορία του,  διότι εξακολουθεί να  ικανοποιεί το κριτήριο πού ο ίδιος έθεσε: «ακριβή γνώση των γεγονότων πού συνέβησαν και εκείνων πού θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία από την πλευρά τής ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια»[2].                                                                                                                                                        Η  σημασία τής ανάλυσης του Θουκυδίδη έγκειται στο γεγονός ότι πλησιάζει την πραγματικότητα ψυχρά, με «αξιολογική ουδετερότητα » , χωρίς τις νεφέλες πού δημιουργεί η μονόπλευρη εμμονή σε αξιακές , ηθικές και ιδεολογικές φορτίσεις. Διηγούμενος την σύγκρουση τής πόλης του, της Αθήνας, με την Σπάρτη, ξετυλίγει τις όψεις τής σύγκρουσης μιας  γρήγορης και αποφασιστικής θαλάσσιας δύναμης με μια άτολμη και αργή χερσαία δύναμη, θέτοντας πρώτος αυτός την σημασία που έχει η γεωπολιτική.       Συγχρόνως, υποστηρίζει ότι υφίστανται ορισμένες αναλλοίωτες ανθρωπολογικές σταθερές. Ο άνθρωπος επιδιώκει την ισχύ και οποιαδήποτε άλλη σκοποθεσία υπάγεται σ' αυτήν [3]. Η έναρξη και το τέλος ενός πολέμου, οι σχέσεις πού συνάπτονται ανάμεσα σε εχθρούς και φίλους, οι ιδεολογίες πού επιστρατεύονται σε κάθε περίπτωση για να φωτίσουν ή να συσκοτίσουν αυτές τις σχέσεις υπάγονται αναγκαστικά στην επιδίωξη των υποκειμένων για επαύξηση τής ισχύος τους.

Από την αρχή τής ιστορίας του, ο Θουκυδίδης θέτει άμεσα τα  κριτήριά του: «Πιστεύω, μάλιστα, ότι ο Αγαμέμνων κατόρθωσε να οργανώσει την εκστρατεία εναντίον τής Τροίας και να γίνει αρχηγός της διότι ήταν ισχυρότερος από τούς άλλους ηγεμόνες και όχι επειδή οι μνηστήρες τής Ελένης ήσαν δεμένοι με τούς όρκους τους στον Τυνδάρεω»[4].

Η συνάφεια δικαίου και ισχύος, η σημασία της ισχύος στις ανθρώπινες σχέσεις και ειδικότερα στις πολιτικές σχέσεις δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στην ιστορία του Θουκυδίδη. Σε δύο πλατωνικούς διαλόγους στην «Πολιτεία» ο Θρασύμαχος σε αντίθεση με τον Σωκράτη υποστηρίζει ότι δίκαιο είναι ότι συμφέρει τον ισχυρό και στον «Γοργία» ο Καλλικλής επαναλαμβάνει  παρόμοιες απόψεις ότι το φυσικό δίκαιο ταυτίζεται με το δίκαιο του ισχυρού. Βεβαίως ο Πλάτων στην διαμάχη του με τους σοφιστές  θα επιχειρήσει να θεμελιώσει την αλήθεια σε σταθερότερες βάσεις από ότι η ισχύ και με αυτό τον τρόπο να αναιρέσει τον σχετικισμό και τον μηδενισμό. Στην ίδια την αθηναϊκή πολιτεία  η δημοκρατική ιδεολογία όπως ενσαρκώθηκε με ανεπανάληπτο τρόπο στον «Επιτάφιο» του Περικλή  θα συγκρουστεί και θα ηττηθεί  τελικά με την εξύμνηση της ισχύος που θα πράξουν  οι δημαγωγοί όπως ο Κλέων. Οι τελευταίοι θα παρασύρουν το δημοκρατικό πλήθος, στην Μήλο, στην Κέρκυρα, στην Μυτιλήνη σε ανήκουστες βαρβαρότητες που αναίρεσαν την δημοκρατική υπόσταση τής αθηναϊκής συμμαχίας και την οδήγησαν τελικά στην ήττα και την καταστροφή. Βεβαίως οι προσωρινά νικητές Λακεδαιμόνιοι  ακριβώς επειδή στηρίχτηκαν στην γυμνή, στην ωμή  βία, δηλαδή στην εγκατάλειψη της ιδεολογίας για χάρη του μηδενός, γρήγορα  θα παρακμάσουν. Είναι χαρακτηριστικοί οι επιτιμητικοί ισχυρισμοί του Κλέωνα που λέει στους Αθηναίους «ότι μια δημοκρατία είναι ανίκανη να εξουσιάζει άλλους λαούς»[5]  καθώς «έχετε συνηθίσει στην καθημερινή σας ζωή ούτε να φοβάστε ούτε να επιβουλεύετε ο ένας τον άλλον, φέρεστε με το ίδιο πνεύμα προς τους συμμάχους σας »[6]. Ο Θουκυδίδης ενώ επισημαίνει την σημασία της ισχύος δεν τάσσεται με το μέρος  των ισχυρών, αφού συμβουλεύει τους ασθενέστερους πως θα αντισταθούν σε αυτούς.

 

Οι  Αθηναίοι, στον ξακουστό διάλογο με τούς Μηλίους, αποκαλύπτουν την ισχύ ως την κυρίαρχη ρυθμιστική «κανονικότητα». «Θεοί και άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο τής φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να τα επιτύχουν. Τον νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε  , όπως θα τον ακολουθούνε  αιώνια όσοι μας  διαδεχθούν και ξέρομε καλά ότι κι εσείς και οποιοιδήποτε  άλλοι θα εκάνατε τα ίδια αν είχατε την δύναμή μας»[7]. Για να γίνει ή νίκη των άμεση και χωρίς κόστος, οι Αθηναίοι συμβουλεύουν τούς Μηλίους να υποταχθούν χωρίς αντίσταση: «Δεν πρέπει να παρασυρθείτε από το αίσθημα τής τιμής, το οποίο οδηγεί τούς ανθρώπους σε καταστροφή όταν αντιμετωπίζουν ταπεινωτικές καταστάσεις και βέβαιους κινδύνους. Πολλοί, αν και μπορούσαν ακόμα ν' αντιληφθούν τι τούς περιμένει, παρασύρθηκαν από την ωραία λέξη τιμή. Νικημένοι από μία λέξη, παθαίνουν, εκούσια, ανήκουστες συμφορές και ταπείνωση, πού είναι ακόμα πιο ατιμωτική, αφού δεν είναι αποτέλεσμα τής τύχης, άλλά τής ανοησίας»[8].

 Ο  Θουκυδίδης μας πληροφορεί ότι το ανυπότακτο αίσθημα των Μηλίων στεφανώθηκε με την σφαγή όλων των ενήλικων Μηλίων  και με την υποδούλωση των γυναικόπαιδων από τούς Αθηναίους , που δεν εμποδίστηκαν στις ανόσιες και θηριώδεις πράξεις τους από το δημοκρατικό τους πολίτευμα και τις ανθρωπιστικές τους διακηρύξεις. To ίδιο «παράλογο» αίσθημα τής τιμής κατηύθυνε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να μην παραδώσει   ποτέ την Πόλη αλλά να πέσει μαχόμενος στα τείχη της, τούς Έλληνες να πολεμήσουν συγχρόνως Γερμανούς και Ιταλούς το '40 και σήμερα τους Ουκρανούς να αντιστέκονται στον Ρώσο εισβολέα.

Ποια όμως είναι η ενδεικνυόμενη συμπεριφορά του ασθενέστερου, αν δεν θέλει να υποταχθεί; Οι οιμωγές και το καταφύγιο στο Διεθνές Δίκαιο, ή  γενικότερα στον «Νόμο», ελάχιστα μπορούν να του προσφέρουν. Η αντίσταση είναι δικαίωμα και καθήκον του ασθενέστερου. Καθώς γράφει ο Θουκυδίδης: «Δεν κατηγορώ εκείνους πού επιζητούν να επεκτείνουν την εξουσία τους. Κατηγορώ εκείνους πού είναι πρόθυμοι να υποταχθούν. Είναι στην φύση του ανθρώπου να θέλει να εξουσιάζει όσους δεν αντιστέκονται, αλλά και να προστατεύεται  εναντίον μιας απειλής. Όσοι, λοιπόν, από  μας,  ενώ τα ξέρομε αυτά, δεν προνοήσουμε για το μέλλον και ήρθαμε εδώ χωρίς να νομίζουμε ότι πρωταρχικό ζήτημά μας είναι το πώς θ' αντιμετωπίσουμε, με τον καλύτερο τρόπο, τον φοβερό κίνδυνο πού μας απειλεί όλους, κάνουν μεγάλο σφάλμα»[9].

Συνεπώς, δεν πρέπει να μας ενοχλεί ή Τουρκία αν θέλει να γίνει αρπακτικότερη, αλλά ο εαυτός μας, αν δεν αποφασίσει να αντισταθεί και δεν πράξει τις απαραίτητες ενέργειες, δηλαδή ισχυροποίηση συνολικά του ελληνισμού, πού προϋποθέτει:  παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας , ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αποτελεσματικό κράτος , κατάλληλες διεθνείς και περιφερειακές συμμαχίες, πού δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα στον εχθρό και , τέλος  (αλλά όχι μικρότερης σημασίας) ,  καλλιέργεια πνεύματος αντίστασης και  όχι παράδοσης. Διαφορετικά  η εξέλιξη του νέο-ελληνισμού θα είναι η εξέλιξη ενός κράτους πολλαπλούς κηδεμονίας.

Ένας μικρός στρατός , όπως ο ουκρανικός, υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά έναντι ενός πολυπληθέστερου  και  ισχυρότερου στρατού όπως ο ρώσικος. Αλλά και στην ελληνοτουρκική  διαμάχη  -όπως και σε κάθε παρόμοια- που αντιπαρατάσσονται  δύο άνισες δυνάμεις οι απόψεις του Θουκυδίδη  είναι πολύτιμες : «Πολλές φορές , μικροί στρατοί , επειδή είχαν συνείδηση του κινδύνου , πολέμησαν με επιτυχία μεγαλύτερους στρατούς  οι οποίοι , υποτιμώντας  τον αντίπαλο , δεν είχαν προετοιμαστεί  όπως έπρεπε .Όταν, μάλιστα , βρίσκεται κανείς σ’ εχθρικό έδαφος , βέβαια και πρέπει να έχει ψηλά το ηθικό του , αλλά πρέπει και να παίρνει όλα τα μέτρα  που υπαγορεύει ο φόβος. Με τον τρόπο αυτόν επιτίθεται εναντίον   του εχθρού με ευψυχία  και αμύνεται εναντίον του με ασφάλεια».[10]

 Χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα  , ήταν η Ελλάδα λίγο πριν το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων , που όντως ένα πολύ μικρό κράτος  όταν συνέτρεξαν  ορισμένες προϋποθέσεις  - o αποφασισμένος λαός ,  ο εμπνευσμένος ηγέτης  Ε. Βενιζέλος  , το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον -   κατάφερε να διαλύσει την πολύ ισχυρότερη οθωμανική αυτοκρατορία.

Βέβαια, ένας πόλεμος δεν είναι πάντα πιθανός, χρειάζεται να διαμορφωθούν συγκεκριμένες συνθήκες. Ο Θουκυδίδης είναι  ιδιαίτερα διαφωτιστικός και δεν χρειάζεται  να κάνουμε καμιά προσθήκη: «Δεν υπάρχει, βέβαια, λόγος να μακρηγορήσω, να εξηγήσω, δηλαδή, ότι ο πόλεμος είναι συμφορά και ν' απαριθμήσω όλα τα δεινά πού προκαλεί, αφού το ξέρετε. Κανείς δεν παρασύρεται σε πόλεμο  επειδή δεν ξέρει τι συμφορές σημαίνει αυτό, και κανείς πάλι δεν αποφεύγει τον πόλεμο από φόβο, όταν νομίζει ότι το αποτέλεσμά του θα τον ωφελήσει. Ό πόλεμος ξεσπάει όταν άλλοι θεωρούν ότι το κέρδος είναι μεγαλύτερο από τις συμφορές και όταν άλλοι είναι έτοιμοι ν' αντιμετωπίσουν τούς κινδύνους του, παρά να υποστούν  μιαν άμεση ζημία. Αν, όμως, οι αντίπαλοι τα επιδιώκουν αυτά σε  περιστάσεις πού δεν είναι κατάλληλες, τότε οι συμβουλές για συνδιαλλαγή είναι χρήσιμες»[11]  . Οι σχέσεις κόστους-οφέλους κυριαρχούν ανάμεσα στον εχθρό και στον φίλο. Όσο ευπρεπής και «λογική» να είναι ή στάση τής Ελλάδας, αν ή Τουρκία θεωρεί ότι κερδίζει συνεχώς  από την επιθετική της στάση, τόσο αυτή θα συνεχίζεται. Αν δε κρίνει ότι από έναν πόλεμο με την Ελλάδα το ισοζύγιο κόστους-οφέλους γέρνει υπέρ αυτής, τότε κανένας λόγος δεν  θα υπάρξει για  να μην τον εξαπολύσει. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα έχει με το μέρος της το Διεθνές Δίκαιο, αλλά  βέβαια, το γεγονός τούτο  από μόνο του , σε τίποτε δεν θα μπορεί  να την βοηθήσει.

Για όποιον έχει αμφιβολίες, και σε ένα άλλο σημείο του ο  διάλογος Αθηναίων - Μηλίων είναι πολλαπλά χρήσιμος. Οι Αθηναίοι, στην συγκεκριμένη περίσταση, είναι πιο ισχυροί και γι' αυτό ομιλούν καθαρά στο όνομα τής ισχύος και τού συμφέροντος, ενώ οι  ασθενέστεροι Μήλιοι επικαλούνται το δίκαιο και το ορθό. Το γεγονός ότι οι Μήλιοι καταφεύγουν σε κανονιστικές θεμελιώσεις δεν τούς κάνει γι' αυτό τον λόγο και μόνο ηθικότερους από τούς Αθηναίους, αλλά αποδεικνύεται ότι ή έλλειψη ισχύος οδηγεί τον ασθενέστερο στον εναγκαλισμό του δικαίου ως το τελευταίο οχυρό, όπως «ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του». Η ηθική διάσταση των Μηλίων , τελικά , δεν εντοπίζεται τόσο στα επιχειρήματά τους, αλλά στην ομαδική τους θυσία. Οι Αθηναίοι, πολύ καθαρά και πολύ διδακτικά για όλους μας, υποστηρίζουν: «στις ανθρώπινες σχέσεις τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι πού τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει ή δύναμη του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει ή αδυναμία του»[12]  . Ένας  διάλογος ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, όσο το ισοζύγιο τής γεωπολιτικής ισχύος γέρνει υπέρ τής δεύτερης, θα αποτυπώνει αυτήν την πραγματικότητα και θα συνεπάγεται συνεχείς υποχωρήσεις τής Ελλάδας εις βάρος κυριαρχικών και θεμελιωδών της συμφερόντων, ενώ η αναγωγή στο Διεθνές Δίκαιο, στις Διεθνείς Συμβάσεις ή στις αποφάσεις του ΟΗΕ θα  της  είναι άνευ σημασίας.

Η διαφορά ισχύος ανάμεσα σε Αθηναίους και Μηλίους καθιστά εντελώς περιττή την επίκληση, από τους δεύτερους, ανθρωπιστικών διακηρύξεων. Έτσι, παρατίθεται ως αποκλειστικός στόχος των Αθηναίων η ικανοποίηση του συμφέροντός τους, η δε υποταγή των Μηλίων στο αμοιβαίο συμφέρον επίσης θεμελιώνεται: «Εκείνο πού τώρα θέλομε να σας πούμε είναι ότι ήρθαμε εδώ για το συμφέρον τής ηγεμονίας μας και ότι τα όσα θα σας αναπτύξουμε έχουν σκοπό την σωτηρία τής πολιτείας σας. Θέλομε να σας υποτάξουμε χωρίς να υποβληθούμε σε κόπο και χωρίς να σας καταστρέψουμε, πράγμα πού είναι κοινό μας συμφέρον»[13].

Η υποταγή των Μηλίων εξυπηρετεί και άλλη μια σκοπιμότητα. Η ισχύς των Αθηναίων πρέπει να επιβεβαιωθεί, ώστε να παραδειγματίσει και να φρονηματίσει έμπρακτα τούς υπόλοιπους συμμάχους, για να μην υπάρχουν ασάφειες για το ποιος είναι ο κυρίαρχος: «Δεν μας βλάπτει τόσο ή έχθρα σας όσο ή φιλία σας, πού θα ερμηνευόταν σαν τεκμήριο αδυναμίας μας, ενώ το μίσος σας είναι, για όσους εξουσιάζομε, απόδειξη της δύναμης μας»[14].

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, τι ρόλο διαδραματίζουν οι «αξίες», οι «ιδέες»; Οι ιδεολογίες συνθέτουν τις αξίες και χρησιμοποιούνται όπου είναι αναγκαίο ως μηχανισμοί συναίνεσης ή συγκρότησης συμμαχιών, ώστε η κυριαρχία να μην θεμελιώνεται στην ωμή βία. Οι ιδεολογίες δεν πρέπει να λαμβάνονται στην ονομαστική τους σημασία, αλλά πώς στην πράξη λειτουργούν. Ο λεγόμενος «προλεταριακός διεθνισμός», λειτουργούσε   ως ο  συνεκτικός ιστός σε μια συμμαχία  κρατών, την ηγεμονία της οποίας ασκούσε  η πρώην ΕΣΣΔ, όπως τώρα ο μεγαλόρωσικος εθνικισμός επιχειρεί να στερεώσει μια διεθνή συμμαχία υπέρ του Πούτιν. Η δημοκρατική ιδεολογία των Αθηναίων τούς χρησίμευσε ώστε να συγκροτήσουν φίλιους πληθυσμούς σε κάθε ελληνική πόλη .[15]  Η ίδια όμως ιδεολογία, όταν η αθηναϊκή πολιτεία τέθηκε υπό την κυριαρχία δημαγωγών όπως ο Κλέων, δεν τούς εμπόδισε   να λειτουργούν ιμπεριαλιστικά  ,να εκμεταλλεύονται τούς συμμάχους τους  , να  προβούν σε φοβερές θηριωδίες , όπως να  εξολοθρεύψουν όλους τούς Μηλίους ή και  τούς Αιγινήτες.

Η μοίρα του ηττημένου είναι πάντα ή ίδια, γράφει ο Θουκυδίδης: «Οι Κερκυραίοι παραλάβαν τούς αιχμαλώτους και τούς έβαλαν σε μια μεγάλη οικοδομή. Μετά τούς χώριζαν σε  ομάδες από είκοσι, δεμένους δύο δύο , και τούς διέταζαν να περάσουν ανάμεσα σε διπλή σειρά στρατιώτες, οι οποίοι, όταν αναγνώριζαν κανέναν εχθρό τους, τον χτυπούσαν και τον λόγχιζαν, ενώ άλλοι, πού βάδιζαν πλάι τους με μαστίγια, ανάγκαζαν εκείνους πού βραδυπορούσαν να περπατούν γρήγορα. Με τον τρόπο αυτόν έβγαλαν και σκότωσαν εξήντα από τούς φυλακισμένους, προτού καταλάβουν οι άλλοι, πού νόμιζαν ότι τούς μεταφέρουν σε άλλο οίκημα»[16].Παρόμοιες σκηνές περιγράφει ο Θουκυδίδης , όταν οι Αθηναίοι σκότωσαν παραπάνω από χίλιους πολίτες της Μυτιλήνης , που είχαν αποστατήσει από την συμμαχία τους.

Ο Θουκυδίδης περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα τον πόλεμο: «σε καιρό ειρήνης και όταν ευημερεί ο κόσμος και  οι πολιτείες, οι άνθρωποι είναι γιατί δεν τους πιέζουν ανάγκες φοβερές. Αλλ’ όταν έρθει ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κ’ ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί. Ο εμφύλιος πόλεμος, λοιπόν, μεταδόθηκε από πολιτεία σε πολιτεία. Κι όσες πολιτείες έμειναν τελευταίες, έχοντας μάθει τι είχε γίνει αλλού, προσπαθούσαν να υπερβάλουν σ’ επινοητικότητα, σε ύπουλα μέσα και σε ανήκουστες εκδικήσεις. Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και τη σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρείας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζωνται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή. Όποιος ήταν έξαλλος γινόταν ακουστός, ενώ όποιος έφερνε αντιρρήσεις γινόταν ύποπτος…Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να κάνουν το κακό και να θεωρούνται έξυπνοι, παρά να είναι καλοί και να τους λένε κουτούς. Αιτία όλων αυτών ήταν η φιλαρχία που έχει ρίζα την πλεονεξία και την φιλοδοξία που έσπρωχναν τις φατρίες ν’ αγωνίζονται με λύσσα»[17].

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ακόμη ένα δημοκρατικό ρήτορα  τον Αθηναγόρα που εκθέτει τα δημοκρατικά επιχειρήματα: «θα πουν μερικοί ότι η δημοκρατία δεν είναι ούτε λογική ούτε δίκαιη και ότι οι πλούσιοι είναι οι αξιότεροι για να ασκούν την εξουσία. Αλλά εγώ λέω, πρώτον, ότι ο όρος δημοκρατία περιλαμβάνει όλο τον λαό, ενώ ο όρος ολιγαρχία περιλαμβάνει ένα μέρος μόνο. Δεύτερον ότι οι πλούσιοι είναι, βέβαια, οι καλύτεροι για να διαχειρίζονται το χρήμα, αλλά οι συνετοί  είναι οι καλύτεροι  για να δίνουν συμβουλές και το πλήθος είναι το καλύτερο για να κρίνει αφού διαφωτισθεί. Τα τρία αυτά στοιχεία έχουν, το καθένα χωριστά και όλα μαζί, ισοτιμία στο δημοκρατικό πολίτευμα. Η ολιγαρχία, ενώ κατανέμει τους κινδύνους σ’ όλο τον λαό, για τα ωφελήματα όχι μόνο παίρνει τα περισσότερα, αλλά τα κρατάει για τον εαυτό της, αφαιρώντας όλα από τον λαό. Αυτά επιδιώκουν οι μεταξύ σας ισχυροί και οι νέοι, αλλά δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν σε μια μεγάλη πολιτεία»[18].

Στην πολιτική -  αν θέλουμε να είμαστε αποτελεσματικοί - και στην επιστήμη -αν θέλουμε να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει- δεν μπορούμε να θεολογούμε και να ηθικολογούμε ή να ιδεολογικοποιούμε  αντίστοιχα, παρότι όλα αυτά έχουν μια όχι ευκαταφρόνητη σημασία. Αφού ο άνθρωπος είναι αυτός πού είναι, «πεπτωκός» κατά την   χριστιανική θεολογία και ακόρεστα ορεγόμενος την ισχύ κατά τον Θουκυδίδη, είναι αναγκαίο μεθοδολογικά να επιμένουμε στην διάκριση όντος και δέοντος, πραγματικού και αξιών. Ο Ε. Βενιζέλος, ο βαθύς γνωστής της πολιτικής , ο αριστοτέχνης των συμμαχιών , ο εμπνευστής της νεώτερης Ελλάδας , ο ρεαλιστής και συγχρόνως τολμηρός οραματιστής υπήρξε  συστηματικός μελετητής και μεταφραστής της ιστορίας του Θουκυδίδη. Ο Π. Κονδύλης – ο εξαίρετος και σπάνιας παιδείας στοχαστής -, στην τελευταία του συνέντευξη ομολόγησε ,ότι ο Θουκυδίδης  τον επηρέασε «τόσο  ως προς του πνευματικό του βάρος όσο και χρονολογικά  πρώτος »  , ενώ η επισήμανε πώς  «η μελέτη του με συνοδεύει από τα πρώτα εφηβικά χρόνια μέχρι σήμερα  »[19].

 

 

  Ο Θουκυδίδης, πάντα επίκαιρος, θα φωτίζει τον τρόπο πού συμπεριφέρονται τα πολιτικά υποκείμενα, θα μας δείχνει τον λογικό τρόπο ανάλυσης, πως σκέπτεται  ο εκάστοτε ισχυρός  και πώς θα πρέπει να σκέπτεται ο εκάστοτε ανίσχυρος ώστε να αντιστέκεται αποτελεσματικά σε αυτόν. Θα μας υπενθυμίζει ότι οι δημαγωγοί κατέστρεψαν την αθηναϊκή δημοκρατία. Ότι τελικά η εμμονή στην μονοδιάστατη επιδίωξη της ισχύος αναίρεσε το πνεύμα και την ψυχή της που πλάστηκε όχι μόνο από την φιλοσοφία αλλά κυρίως από την τραγωδία του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη  όπου η ύβρις και η αλαζονεία οδηγούσαν τον ήρωα στην καταστροφή και στη νέμεση.

 Σε ένα απόσπασμα που ταιριάζει απόλυτα στην σημερινή σύγκρουση ανάμεσα σε έναν αδίστακτο τύραννο όπως ο Πούτιν και η Ρωσία και ένα έθνος ασθενέστερο  όπως αυτό της Ουκρανίας  που αντιστέκεται για να σώσει την ελευθερία και την ύπαρξή του τελικά, γράφει :

« Για έναν τύραννο ή για μια πολιτεία πού ασκεί ηγεμονία, τίποτε δεν είναι παράλογο αν είναι συμφέρον, τίποτε δεν είναι οικείο αν δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Ανάλογα με τις περιστάσεις, πρέπει να συμπεριφέρεται σαν φίλος ή σαν εχθρός. Και  εκείνο πού μας συμφέρει εδώ δεν είναι να βλάψουμε τούς φίλους μας, είναι να γίνουν ανίσχυροι οι εχθροί μας, επειδή οι φίλοι μας θα είναι δυνατοί»[20].

 

 

 

 



[1] Θουκυδίδη:Ιστορία Ή (77-78) Εκδόσεις Εστίας 1998, Μετάφραση. Αγγέλου Βλάχου σελ.68

[2] Θουκυδίδη:Ιστορία Ή (77-78) Εκδόσεις Εστίας 1998, Μετάφραση. Αγγέλου Βλάχου σελ σελ.29

[3] Οφείλουμε στον Π.Κονδύλη  την άρτια  και περιεκτική  αναφορά  στην έννοιας της Ισχύος κατά την  εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης  , στο δοκίμιο  του «Οι φιλόσοφοι και η Ισχύς », που περιέχεται στο έργό του : «Η Ηδονή , η Ισχύς , η Ουτοπία »(Εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ ,1992, σελ. 38).Θεωρεί τους Σοφιστές ως αυτούς που  « ανακάλυψαν τον παράγοντα της ισχύος και ανέπτυξαν την θεωρία τους για την αντίθεση μεταξύ Φύσεως (ή ισχύος ) και Νόμου (ή ηθικής ) μέσα στο ευρύ πλαίσιο μιας αντιμεταφυσικής και  σχετικιστικής τοποθέτησης , η οποία έδωσε το αρνητικό έναυσμα για την αντίστροφη πλατωνική σύνδεση του πρωτείου της  ηθικής με μιαν ορισμένη μεταφυσική (σελ.55,56).Ο Θουκυδίδης υπήρξε ο ιδιοφυέστερος  μαθητής τους και ο «μεγαλύτερος  ίσως ιστορικός  που έζησε ποτέ  »(σελ. 57).Κατόπιν η δικανική ερμηνεία της θεολογίας από τον Θωμά τον Ακυινάτη θα επηρεάσει τον Bodin και τον  Hobbes , που «προώθησαν σημαντικά την εκκοσμίκευση των θεολογικών ιδεών »  (σελ. 71).Φιλόσοφοι που ανήκουν στο ρεύμα του Διαφωτισμού θεώρησαν ότι « εφ’ όσον η επιδίωξη ισχύος δεν είναι απλώς μανία καταστροφής , αλλά κυρίως επιθυμία αναγνώρισης  και προσπάθεια απόκτησης κοινωνικού κύρους  , μπορεί να διοχετευθεί  με τέτοιο τρόπο  , ώστε να βάλει ως στόχο της την αρετή»(σελ. 78).  Όμως δεν θα είναι ο Νίτσε αυτός που θα διατυπώσει με επιτυχία την βούληση για ισχύ , αλλά ο εγελιανός Κοζέβ, που « σκιαγράφησε εντυπωσιακά το πρόβλημα της ισχύος και του αγώνα για ισχύ» (σελ. 89).Ο Κονδύλης καταλήγει ότι « δεν είναι καθόλου λογικά αναγκαίο να δεχθούμε την ύπαρξη ανεκρίζωτων και  επιθετικών ψυχορμήτων ισχύος προκειμένου να διαπιστώσουμε ότι παντού  και πάντα είναι  ενεργής μια επιδίωξη ισχύος »(σελ. 101).Σε αντίθεση με ότι υποστήριξε ο Νίτσε «η βούληση της ισχύος είναι φαινόμενο ανθρώπινο με την ειδοποιό σημασία , ακριβώς επειδή το ειδοποιό γνώρισμα του ανθρώπου  έγκειται σ’ ότι συνηθίσαμε να ονομάζουμε «πνεύμα » ή «Λόγο».Η επιδίωξη ισχύος , αν έχει κάποιες , έστω και μικρές κοινωνικές αξιώσεις , δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί εφ’ όσον ο υποκειμενικός της φορέας δεν είναι σε θέση να παραιτηθεί από την άμεση ηδονή και εν γένει να υποτάξει ,σχεδιάζοντας και προνοώντας , τις βραχυπρόθεσμες επιθυμίες στους μακροπρόθεσμους στόχους του » (σελ. 102).Επίσης στην «Θεωρία του πολέμου »  ( Εκδόσεις Θεμέλιο, 1998, σελ. 436)   διακρίνει την ισχύ από την βία καθότι « η εννοιολογική σύγχυση μεταξύ ισχύος και βίας ( τη σύγχυση αυτή τη χρησιμοποίησε ανέκαθεν η ηθική – κανονιστική σκέψη , η οποία ταυτίζει άμεσα ή έμμεσα την επιδίωξη ισχύος με τη βία θέλοντας έτσι να πείσει τους άλλους και  τον εαυτό της ότι αρκεί ν’ αποκηρύξει τη βία για ν’ αποδείξει ότι η ίδια δεν έχει επιδιώξεις ισχύος ) εμποδίζει να συλλάβουμε το στοιχειώδες γεγονός ότι η πολιτική  ακριβώς επειδή είναι επιδίωξη ισχύος συχνότατα οφείλει να χαλιναγωγήσει τη βία και τον πόλεμο προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς της » (σελ. 49).

[4] Θουκυδίδη Ιστορία Α' (8-9), όπως προηγούμενα, σελ. 20

[5] Θουκυδίδη Ιστορία Γ' (36-37), όπως προηγούμενα σελ. 29.

[6] Θουκυδίδη Ιστορία Γ' (36-37), όπως προηγούμενα σελ. 29.

[7] Θουκυδίδη Ιστορία Ε' (103-105), όπως προηγούμενα σελ. 77-78

[8] Θουκυδίδη Ιστορία Ε' (109-113), όπως .προηγούμενα , σελ. 79-80.

[9] Θουκυδίδη Ιστορία Β' (11-12), όπως προηγούμενα σελ. 129

[10] Θουκυδίδη Ιστορία Δ' (60-62), όπως προηγούμενα , σελ. 136-137.

[11] Θουκυδίδη Ιστορία Δ' (59-60), όπως προηγούμενα  σελ. 134-135

[12] Θουκυδίδη Ιστορία Ε' (89-91), όπως προηγούμενα , σελ. 74.

[13] Θουκυδίδη Ιστορία Ε' (91-98), όπως προηγούμενα, σελ. 74-75.

[14]Θουκυδίδη Ιστορία Ε' (91-98), όπως προηγούμενα., σελ.. 75.

[15] Ο Θουκυδίδης παρότι μας προειδοποιεί  ότι η Δημοκρατία , τουλάχιστον στην εποχή του Περικλή   ήταν  του ενός ανδρός  αρχή  , μας έχει δώσει με τον «Επιτάφιο» ένα  από τα ωραιότερα κείμενα που παρουσιάζουν την αξία και την σημασία της  δημοκρατίας. Μεταφέροντας τον λόγο του Περικλή  γράφει ότι το πολίτευμα των Αθηναίων  λέγεται Δημοκρατία  «επειδή την εξουσία δεν την ασκούν λίγοι πολίτες , αλλά  όλος ο λαός .Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μπροστά στον νόμο  για τις  ιδιωτικές τους διαφορές .Για τα δημόσια αξιώματα προτιμώνται εκείνοι που είναι ικανοί και τα αξίζουν και όχι εκείνοι που ανήκουν σε μια ορισμένη τάξη .Κανείς , αν τύχη και δεν έχει κοινωνική θέση ή αν είναι φτωχός , δεν εμποδίζεται γι’ αυτό να υπηρετήσει την πολιτεία , αν έχει κάτι άξιο να προσφέρει…Αν , ωστόσο , η αυστηρότητα λείπει από την καθημερινή μας ζωή , στα δημόσια πράγματα, από εσωτερικό σεβασμό, δεν παρανομούμε. Σεβόμαστε τους άρχοντες, πειθαρχούμε στους νόμους, και , μάλιστα, σε όσους έχουν γίνει για να προστατεύουν τους αδύνατους και όσους που , αν και άγραφοι , είναι ντροπή να τους παραβαίνει κανείς ….Η πόλη μας είναι φιλόξενη για όλους τους ανθρώπους και δεν υπάρχει σε μας νόμος ξενηλασίας που να εμποδίζει τον  ξένο να μάθει  ή να δει κάτι που θα μπορούσε , αν δεν ήταν κρυφό , να ωφελήσει τον εχθρό μας που θα το έβλεπε  .Και τούτο ,επειδή πιστεύομε περισσότερο στην αξία μας παρά σε μυστικές ετοιμασίες και στρατηγήματα…Τον πλούτο μας τον έχομε για να τον χρησιμοποιούμε σε έργα και όχι για να καυχιόμαστε. Δεν θεωρούμε ντροπή την φτώχεια. Ντροπή είναι να μην την αποφεύγει δουλεύοντας…Μόνο εμείς θεωρούμε πως είναι όχι μόνον αδιάφορος, αλλά και άχρηστος εκείνος που δεν ενδιαφέρεται στα πολιτικά…Και στην διάθεσή μας απέναντι στους ξένους διαφέρομε απ’ τους πολλούς, γιατί αποκτούμε φίλους ευεργετώντας τους και όχι περιμένοντας από αυτούς κάποιο καλό » ( Θουκυδίδη, Ιστορία   Β(37-39) σελ.147, 148,149).

 

[16] Θουκυδίδη Ιστορία Δ' (47-48), όπως προηγούμενα σελ. 128

[17] Θουκυδίδη Ιστορία Γ' (82), όπως προηγούμενα σελ. 66,67.

[18] Θουκυδίδη Ιστορία Ζ' (39-41), όπως προηγούμενα σελ. 115,116.

[19] Συνέντευξη στον γράφοντα που δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό «Νέα Κοινωνιολογία » ( Τεύχος 25 , σελ.19 ) και συνέχεια στο βιβλίο του Π. Κονδύλη «Το αόρατο  χρονολόγιο της σκέψης»,Εκδόσεις Νεφέλη,1998

[20] Θουκυδίδη Ιστορία Ζ' (85-86), όπως προηγούμενα, σελ.
147-148.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου