Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ :ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ







ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ



Αν ζούσε σήμερα ο Γιώργος Σεφέρης, θα συμπλήρωνε με όρους αστρονομικούς εκατό έντεκα έτη φωτός. Είδε το φως της μέρας το 1900. Έκλεισε τα μάτια του πριν από 40 χρόνια. Αυτό τιμάμε σήμερα. τη μνήμη της διαρκούς παρουσίας του, τη ζωντανή εμπλοκή του με την ιστορία – την χωρίς τέλος ιστορία, την εξ ορισμού ατελή, ανολοκλήρωτη κι ελαττωματική. Κι όμως αυτός ζητούσε πάντα να γλιστρήσει σ’ έναν άλλο χρόνο, διερευνώντας τα βαθύτερα κοιτάγματα της ανθρώπινης φύσης. «Γυρεύω» έλεγε «το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός». Η καταληκτική εξήγησή του στο «Χειρόγραφο Σεπτέμβρης ’41», που γράφτηκε ακριβώς πριν από 70 χρόνια – οι σχολαστικές ενδείξεις είχαν πάντα για εκείνον ιδιαίτερη σημασία – μαρτυρεί τον συγκροτημένο από κάθε πλευρά χαρακτήρα του: «Έγραψα αυτές τις σελίδες χωρίς άλλο σκοπό παρά να βάλω τάξη στη συνείδησή μου. Το μόνο γενικότερο συμπέρασμα που βγάζω και που με ανησυχεί είναι η καταπληκτική διαφορά του λαού και της συντεχνίας των αρχόντων του, σ’ όποιο κόμμα κι αν ανήκουν. Πού θα μας βγάλει αυτό, δεν το ξέρω [...]. Ο Θεός να βοηθήσει». (Πρετόρια, Σεπτέμβρης-Δεκέμβρης 1941).
Αυτά τα λέει ένας υπάλληλος υπουργείου αλλά και ποιητής εν εξορία, ακολουθώντας την ελληνική κυβέρνηση στο ξεριζωμό της από την κατεχόμενη Ελλάδα μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το «γενικό ανακάτωμα της πολιτείας», καταπώς θα έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός, συνυφασμένο με την «υπέρογκη και τερατώδη στενοκεφαλιά», που συχνά επισημαίνει ο Σεφέρης, προσδιορίζει τους άψυχους τοίχους μιας έγκλειστης, πλην όμως οξυκόρυφης και γρηγορούσας, μοναχικότητας. μιας αριστοκρατικής εκ φύσεως μοναχικότητας, που είλκε την καταγωγή της από τη γοητεία και το σπαραγμό. Το δεδομένο είναι ότι ο Γιώργος Σεφέρης ουδέποτε υπήρξε αναχωρητής από τον κόσμο. αντίθετα η ζωή του, εγγεγραμμένη στο μητρώο των «προφητών-ποιητών», υπήρξε ουσιαστικά «μια περιδιάβαση», ένα ταξίδι ατέρμονο μέσα στην απέραντη θάλασσα ιστορικών και μυθικών πραγμάτων, που θέλησε μεθοδικά να καταγράψει στο προσωπικό του τρίπτυχο «Ημερολόγιο Καταστρώματος».
Η αναφορά μας σ’ αυτόν ίσως θα πρέπει να πορεύεται με όρους του δικού του ιδεοφόρου στρώματος. Για να είμαστε περισσότερο πιστοί και μάλλον εγγύτεροι στη δική του θεματική αλλά και την ιδιαίτερη φόρτιση των λέξεών του (πού βαθμιαία καθιερώνονται και ως λογότυπα), θα πρέπει να εγκύψουμε σ’ αυτά που εκείνος λέει, σε ό,τι δηλαδή ο λόγος του μετρά. Καθετί στον Σεφέρη ζυγιάζεται ακριβοδίκαια – η λέξη «δικαιοσύνη», το «ζύγιασμα της καλοσύνης» και ο ανθρώπινος περίγυρός τους, δημιουργούν ανοίγματα και προϋποθέσεις ευγενέστερης ανάπτυξης προς την παγκόσμια συνείδηση. Μπορεί ο ίδιος να αναγνωρίζεται από τους κριτικούς ως ο ποιητής που συνδέθηκε με τον «καημό της Ρωμιοσύνης», ωστόσο θ’ άξιζε τον κόπο να μελετήσει κανένας βαθύτερα τι σήμαινε γι’ αυτόν η λέξη «Ρωμιοσύνη» και ποια η περιεκτικότητα πατρίδας στη λέξη «Έλλην» για τον Σεφέρη, όπως εξάλλου κατ’ αντιστοιχίαν στη λέξη «Ελληνισμός» για τον Καβάφη. Και οι δυο υπερέβαιναν σαφώς τους γεωγραφικούς περιορισμούς μιας πατρίδας που έλαχε στο μερτικό τους. Προεξέτειναν την ιδέα της πατρίδας ως πνευματικού κατορθώματος, που καθίσταται αποκαλυπτικό και το αξιώνεται κανένας συνειδητά, εφόσον έχει κατακτήσει τη βαθύτερη ουσία της ελληνικότητας. Υπό αυτή την έννοια καθίσταται ένας κεχρισμένος, που αποκολλάται από το υλικό πεδίο της εγκόσμιας Ελλάδας, εισχωρώντας σ’ αυτό που ο Μακρυγιάννης κάποτε αποκάλεσε «αρετήν ελληνικήν». Δεν πρόκειται για αφηρημένην ιδεολογία παρά για συγκεκριμένο μέτρο στάθμισης του ήθους και του χαρακτήρα. Αλίμονο, η σύγκριση με τον Σεφέρη, και μάλιστα υπό το βάρος των σημερινών αδιεξόδων, που οφείλονται σε οικονομικές και πολιτικές ασυνταξίες αλλά και σε προϊούσα κοινωνική αποσάθρωση και απώλεια ήθους πατριωτικού, θα απέβαινε καταλυτική. Για εκείνον η πατρίδα είχε βάρος απροσμέτρητο – ήταν γη και ουρανός, βαθύτατο ρίζωμα και παράλληλα ανάταση και ανάσταση. Ο αμφίβιος λόγος του, μισός στο νερό, μισός στον αέρα – κατά τον τύπο της εμβληματικής γοργόνας που καθιέρωσε ως σφραγίδα σε ορισμένα βιβλία του – συγκερνά βάθος και ύψος. εκφράζει, θα λέγαμε, βιολογικά τη σάρκωση της ιδέας, τη μορφοποίηση του κάλλους και την άνθισή του μέσα από τη βιωματική σχέση του ποιητή με τα πράγματα του κόσμου. Δικαιολογημένα ο Σεφέρης λέει: «Όσοι προτιμούν την Ακρόπολη με πανσέληνο δεν ξέρω αν θα με παρακολουθήσουν [...]. Το αισθητικό είναι ολωσδιόλου άλλη υπόθεση. είναι μια ξαφνική παρουσία έντονη και αποκλειστική. ένας μανδύας από μάρμαρο, που με σκεπάζει ολόκληρο. μια φωνή που δεν καταλαβαίνω, και που ωστόσο αισθάνομαι την επιτακτική ανάγκη να μιλήσω σαν αυτή, για να την καταλάβω».
Καταλαβαίνετε λοιπόν τη σωματική προσπάθεια του ποιητή να μεταφέρει τα αγάλματα εκτός μουσείου, να τους εμφυσήσει ζωή, να τα κάνει να πάλλονται εξ ονόματός του ή, αντιστρόφως, να ταυτιστεί επιτέλους αυτός με το είναι τους. Και όταν, Μάη του ’39, γράφει: «Να έχουμε το κουράγιο των αρετών και των ελαττωμάτων μας (γνωρίζοντάς τα, όσο καλύτερα μπορούμε) για να τα βάλουμε στη δούλεψη του αγαθού», για συγκεκριμένα πράγματα μιλά – της σήμερον. πράγματα που μας πονούν, που μας καίνε χρόνια και χρόνια, καθώς αυτός, με το λεπτοφυές επιδιασκόπιό του, τα ανιχνεύει μονολογώντας με βαθύ καημό για «τα αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη». Κάποιοι στίχοι από την ποιητική του σύνθεση «Μυθιστόρημα», γραμμένοι το 1934, παρέχουν πρώιμες ενδείξεις:

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Διοσημίες, θα πείτε, και προμαντέματα; Για έναν ποιητή που καλλιέργησε με πάθος την επιστήμη της αγάπης για την πατρίδα δεν θα ήταν δύσκολο ν’ αποτυπώσει με τους στίχους του, εν είδει τατουάζ απάνω στην ψυχή του, τα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής του, που οι σύγχρονοι καιροί τα κάνουν δυστυχώς να έχουν αναδρομική ισχύ.

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο λιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν.
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.
Αυτό το τελευταίο είναι το πιο πικρό. ίσως γιατί ξεμάθαμε τον τρόπο ν’ αγαπάμε – νεκρώθηκαν οι αισθήσεις μας, χαθήκαμε από τ’ αληθινό μας πρόσωπο. Και με τούτο εννοώ τον έμφυτο ατομικισμό και το πολλαπλάσιό του, την ιδιοτέλεια, που μας στερούν την «κοινωνία» με το πρόσωπο της πατρίδας – μ’ ένα λόγο, την πατριωτική αρετή, που εξανθρωπίζει και τη ζωή.

Βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους στη λίμνη
του Μαραθώνα
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;

αναριωτιέται ο ποιητής συγκρίνοντας παλιές εποποιίες και σύγχρονη ερήμωση. Η «Έρημη χώρα» του T.S. Eliot ή ο «Σκουπιδότοπος», όπως θα έπρεπε ακριβέστερα να μεταφράζεται, διασταυρώνεται με τη διαπίστωση του Σεφέρη για την «έλλειψη χαρακτήρων, την έλλειψη νεύρου, την έλλειψη βαρύτητας [...], μια σειρά πίκρες, ατιμίες και καταστροφές». φθοροποιά στοιχεία που αδυνατεί, κατά την κρίση του, ν’ αποσείσει η πολιτική – αυτή η «έμπρακτος μηχανή» που λέει ο Πίνδαρος. Η μοίρα «θέσπισε» στον Σεφέρη να είναι παρών στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές του έθνους, εμπλεκόμενος παρατηρητής αλλά και σχολιαστής και χρησμοδότης. Το δημιουργικό του έργο σηματοδοτεί τη «στροφή» όχι μονάχα της ποίησής του προς αλλά αισθητικά λιμάνια παρά και τη στροφή της ίδιας της πολιτικής προς τα υψηλά. Γιατί, όπως έγραψε, «το να είσαι μικρός και κακομοίρης μήτε η πολιτική το συγχωρεί μήτε τίποτε που ν’ αξίζει τον κόσμο».

Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις μυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει

λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

Δεν εννοούσε με αυτό να στήσουμε σκάλα και να ξεμυτίσουμε πάνω απ’ το φράκτη. Ουσιαστικά μιλούσε για την ανάταση της ψυχής και του πνεύματος, για εκείνη την ποιότητα που ανεβάζει τον άνθρωπο και του χαρίζει οφθαλμό, να ιδεί πλατιά τον εαυτό του και τον κόσμο, χωρίς μιζέρια και χωρίς μικρότητα. «Η συνείδηση της πνευματικής υπόστασής μου» γράφει «με βοήθησε να υπηρετήσω τον τόπο με μεγαλύτερη φροντίδα και γνώση της παράδοσής μας και του λαού μας – πράγμα που, δυστυχώς, στη γενιά μου δεν τα παίρνουν στα σοβαρά οι περισσότεροι από τους δημόσιους λειτουργούς. Στην πολιτική μου ζωή ένιωσα, τις περισσότερες φορές, μεγάλη αηδία. Όμως ποτέ δεν έπαψα να δίνω, μ’ όλη τη θέρμη της καρδιάς μου, την πίστη μου στον ελληνισμό, που είναι η άλλη όψη του ανθρωπισμού μου». Σ’ αυτό, προσθέτει, τον βοήθησε η ποιητική φροντίδα του, που ήταν να δώσει μορφή στο συναισθηματικό του κόσμο, δομημένο στην ακρίβεια και την καθαρότητα της κρίσης. Πραγματικά, σε όλα τα γραφτά του ακούμε τη φωνή ενός ισορροπημένου υπεύθυνου πολίτη, πλοηγού σωκρατικής σωφροσύνης, «φαρμακερά αποκλεισμένου», για να θυμηθούμε πάλι τα δικά του λόγια, «από κόμμα, αρχηγό ή συντρόφους». Είναι φαίνεται φυσικός νόμος: η αίσθηση της μοναχικότητας (αυτό το ενέχυρο της αθανασίας) καθώς και η απόσβεση του υπερφίαλου εγώ να συμβαδίζουν με την ουσιαστική, μέσω του πόνου, διάκριση των πραγμάτων και τη συνείδηση του εαυτού μας. «Και περπατούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα, μήτε κανένας με γνώριζε» (Μανόλης Αναγνωστάκης), πράγμα που συμπίπτει εντυπωσιακά με ό,τι λέει κι ο Σεφέρης στη δοκιμή του «Γλώσσες στον Αρτεμίδωρο Δαλδιανό» (1979): «Σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό. στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν». Ήταν ίσως ο καλύτερος τρόπος, ώστε ο πρωτεϊκός ποιητής μας να μεταμορφωθεί σε κείνον που δεν ήταν πια παρά ο Κανείς, ο Ούτις του Ομήρου. Έχοντας πλέον αποβάλει την ατομική συνείδησή του, πληρούται από την ευρύτερη φυλετική. Οι αναβαθμοί της εξελικτικής του πορείας μας δίνουν το στίγμα του: Ο Γιώργος Σεφέρης ξεκινά ως ομηρικός και πλάνητας Οδυσσέας. στη συνέχεια εξομοιώνεται με τον Οιδίποδα, εγγεγραμμένον τραγικά στον κύκλο της αισχύλειας άτης. στο τρίτο στάδιο μορφοποιείται σε εχέφρονα γέροντα στην ακροποταμιά της Ιστορίας, που οράται τον κόσμο μ’ ευριπίδειο σκεπτικισμό, και τέλος καταλήγει σε σωκρατικό πανδοχέα της σοφίας. «Και η ψυχή, ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν βλεπτέον», στοχαζόταν αδιάλειπτα, ταγμένος απ’ τη φύση του ν’ ακρολογιέται την ψυχή του και να συντονίζεται με τη μουσική συμφωνία της. Ο εσωτερικός ρυθμός του τον καθοδηγούσε αναμφίβολα και δεν είναι λίγες οι φορές που τον έκανε ν’ αγρυπνά για μια νότα. Δεν χρειάζεται να μας το πει, το καθιστούν φανερό τα ίδια τα ποιητικά του δημιουργήματα.
Παράλληλα ο Σεφέρης στα δοκίμια και γενικά στα πεζά κείμενά του, με κορύφωση τις ημερολογιακές του εγγραφές και την αλληλογραφία του, σημειώνει, σαν σε πλάκα ευπαθή, τους κραδασμούς της ψυχής του και τις μύχιες σκέψεις του. Ίσως αυτό να ήταν το αντιστάθισμα, που λειτουργούσε ως αντίδοτο και καθαρμός στην επαγγελματική γλώσσα της διπλωματίας, η οποία στηριζόταν συχνά στην τέχνη της αποσιώπησης. Στο θέατρο της Ιστορίας, όπως του φάνταζε ο κόσμος, πάσκιζε με καθημερινές ασκήσεις γραφής και εγρήγορσης, να διατηρήσει τ’ αντισώματά του. Απεχθανόταν κυρίως την ιδιοτέλεια και την αδικία (σε ιδιωτικό και κρατικό επίπεδο) που υποβάθμιζαν την ανθρώπινη ποιότητα. Στα μάτια του ποιητή όλα αυτά μετατρέπονταν σε αντιαισθητικές κακοτεχνίες. Η πατριωτική του εντιμότητα είχε να κάνει με την συγκρότηση ήθους ως προς την ακρίβεια και την εγκράτεια του λόγου, αλλά και με τη θεοφάνεια της αρετής. Ένιωθε θαρρείς τους ανθρώπους ωσάν αγάλματα, που μια ζωή θα έπρεπε να πελεκάνε την ψυχή τους. Γι’ αυτόν η έννοια της κουλτούρας σχετιζόταν με την εξέλιξη των ατόμων και των εθνών επάνω στον πλανήτη μας. Αναζητούσε με πάθος αυτή την εξέλιξη, κι επειδή δεν την έβρισκε, ο κόσμος γινόταν τελικά το γέρας της θλίψης του – ένα βαρύ κι ασήκωτο βραβείο, που το κερδίζει κανείς με την πίκρα, τον απαρηγόρητο καημό και την πληγή.
Εδώ χρειάζεται προσοχή και ειδική μεταχείριση των όρων «θλίψη» και «πληγή». Η ρήση, λόγου χάρη, του Σεφέρη «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» κινείται σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι τα «παραπετάσματα των βουνών και οι γυμνοί γρανίτες», ένας κόσμος κλειστός και αδιαπέραστος. το άλλο είναι «το πουκάμισο του Κενταύρου που γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί του» – δηλητηριώδης πληγή, που αυτός τη δέχεται κατάσαρκα και, απ’ ό,τι φαίνεται, την επιζητεί. Στη δεύτερη περίπτωση ο μύθος συμπλέκεται με την ιστορία και η πληγή καθίσταται πόνος και γνώση μαζί. Ο Σεφέρης δέχεται απάνω στο δέρμα του την πληγή του τόπου. η αισθητική ματιά του τραυματίζεται με όσα βλέπει και βιώνει, ωστόσο δεν υπάρχει άλλος τρόπος: η πληγή είναι το σημείο, η ρωγμή, για να εισρεύσει ο καταιγισμός της γνώσης. Ο τραγικός αυτός εμποτισμός του ποιητή δένεται οργανικά με την αισχύλεια γραμμή: «πάθει μάθος» Άλλωστε το λέει και ο Βαλερύ: «Η ομορφιά είναι πόνος». Φυσικά, όπως καθετί, έχει και η ομορφιά τις διαβαθμίσεις της. Τη νιώθει πληρέστερα «ο ελεύθερος άνθρωπος, ο άνθρωπος ζυγαριά της ζωής», καταπώς θα έλεγε ο Σεφέρης. Όποιος υπερβαίνει το μέτρο είναι υβριστής και τούτο καθορίζει τα όρια και το πλαίσιο της ισορροπίας.



Κυρίες και κύριοι, πρόθεσή μου ήταν να προσεγγίσω τη σχέση του Σεφέρη με την Κύπρο μέσα από το πρίσμα των «κυπριακών», όπως τα χαρακτηρίζει ο Γ.Π. Σαββίδης, ποιημάτων του, που καλύπτουν τη συλλογή «...Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν...» (με το εθέσπισεν εννοείται ο Απόλλων που όρισε στον Τεύκρο – περσόνα εδώ του Σεφέρη – να ιδρύσει και να δεθεί αναπόδραστα με την Σαλαμίνα της Κύπρου, εις ανάμνησιν της πατρικής του Σαλαμίνας, του Σαρωνικού). Τελικά η Κύπρος ήταν η εκβολή (συνέχεια και απόληξη) του μεγάλου ποταμού, που ξεκίνησε από τα βουνά και τα λαγκάδια της σεφερικής ψυχής. Το έργο και η ψυχή του φανερώνουν ότι καλλιέργησε και μετεξέλιξε τα βασικά μοτίβα του, που ήταν δεμένα με την τίμια στάση του απέναντι στην τέχνη και τη ζωή. Ουσιαστικά ο Σεφέρης δεν αποζήτησε παρά το φως, υλικό και πνευματικό – ακριβέστερα υλικό που γίνεται πνευματικό – ταξινομώντας το σε επάλληλους κύκλους.
Όποιος πρωτοπηγαίνει στην Κύπρο ή γυρνά σ’ αυτήν από μακρύ ταξίδι, το πρώτο που προσέχει (ή που θα άξιζε να προσέξει) είναι το φως. Ο Σεφέρης βέβαια το ένιωσε αμέσως και το κατέγραψε στον πρώτο κιόλας στίχο του πρώτου ποιήματος της συλλογής του «...Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν...».

«Και βλέπεις το φως του ήλιου καθώς έλεγαν οι παλαιοί»

Ο στίχος είναι από το ποίημα «Αγιάναπα, Α’», όπου ο ποιητής αξιώθηκε να ιδεί το φως του ήλιου και μεταφορικά να ξαναγεννηθεί. Άλλωστε το «ὁρᾶν φάος ἠελίοιο», όπως έλεγαν οι παλαιοί (με πρώτο φυσικά τον Όμηρο), σήμαινε ακριβώς τη γέννηση και τη ζωή. Στην περίπτωση του Σεφέρη, τα πράγματα προχωρούν πέρα από την πρωτογενή τους μορφογένεση, και θα χρειαζόταν να εντρυφήσει κανείς εκτενέστερα στη γενεαλογία του φωτός. Αρκεί να θυμηθούμε τον σεφερικό στίχο για το «αγγελικό και μαύρο φως», αλλά και την τρομερή απορία του: «Αν το φως της μέρας και το αίμα του ανθρώπου ήταν το ίδιο πράγμα;» Τελικά ο ποιητής αποκτά συνείδηση της μοίρας του και της αποστολής του: «Ξέρω πως με το φως πρέπει να ζήσω». Η ομολογία του προεκτείνεται εν είδει εσωτερικού μονολόγου γύρω από μια θυμέλη: «Πόση επιμονή χρειάζεται για ιδείς και τα πιο απλά πράγματα... «Και βλέπεις το φως του ήλιου» καθώς έλεγαν οι παλαιοί. Θα μπορούσα να αναλύσω αυτή τη φράση και να προχωρήσω ως την πιο μυστική αγάπη. Αλλά για να πεις αυτά που θέλεις να πεις πρέπει να φτιάξεις μιαν άλλη γλώσσα και να τη θρέψεις για χρόνια και χρόνια με ό,τι αγάπησες, με ό,τι έχασες, με ό,τι δε θα ξαναβρείς ποτέ».
Αυτά είναι γραμμένα τον Ιούνιο του 1946, φανταστείτε! Μέσα στη μεγάλη του γένους παραζάλη και την εφιαλτική εμφύλια τραγωδία, ο διπλωμάτης και ποιητής κατέγραφε τον τόνο της ψυχής του βαθαίνοντας στη μεταφυσική του φωτός. «Οι σκοτεινές δυνάμεις», θα σημειώσει λίγα χρόνια αργότερα αναφερόμενος στους Δελφούς, «είναι το προζύμι του φωτός. όσο πιο έντονες είναι, τόσο πιο βαθύ γίνεται το φως, όταν τις κυριαρχήσει».
Και στην «Κίχλη» (1946) τι λέει:

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν.
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις
με λιγότερες φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια.

Αυτό μπορεί να δεθεί και με την ημερολογιακή καταγραφή του, 28 Φεβρουαρίου 1951: «Ανοίγοντας το παράθυρο το πρωί, το φως. κι αμέσως έπειτα μια μαύρη αυλαία: τα πρόσωπα που πρόκειται να συναντήσω όλη τη μέρα – που μ’ εμποδίζουν να ιδώ τον τόπο μου». Πριν εστιάσουμε στο τελευταίο, θα ήταν ίσως πιο σεφερικό να συλλογιστούμε μήπως ο εσμός των κριτών δεν αντιπροσωπεύει μόνο τους απέξω, αλλ’ έχει να κάνει και με τη στάθμιση της ζωής του ποιητή από αυτόν τον ίδιο. Έτσι κι αλλιώς ο Σεφέρης διαλογίζεται εν εαυτώ μονολογώντας. Ο μονόλογός του (που βρίσκει την οργανική του τεκμηρίωση και στον τίτλο του ποιήματος «Νεόφυτος ο Έγκλειστος μιλά – ») δεν είναι παρά η φωνή κάποιου άλλου, κάποιου που φώλιασε μέσα του και αντλεί από τον ποιητή τελετουργικά την ύπαρξή του, με σπονδή από αίμα. Πέρα απ’ αυτό, εκείνοι που τον «εμποδίζουν να ιδεί τον τόπο του», όσο πεζοί και υπαρκτοί, δεν είναι άλλο από το βραχνά των ονείρων του – τα μολεμένα κορμιά (οι φθαρμένες ψυχές) που του φράζουν τη μπασιά και τη θέα της πατρίδας. «Δεν είμαι έξαλλος εθνικιστής», είπε ο Σεφέρης σε πρόσφατα θησαυρισμένη συνέντευξή του, που δημοσιεύτηκε το 1954 σε κυπριακή εφημερίδα, «όμως πιστεύω στην Ελλάδα. Και πιστεύω πως η Ελλάδα είναι μια ηθική έννοια που πρέπει να σωθεί με κάθε τρόπο και να σώσει [...]. Νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη. Η συνείδηση και η αγάπη της μου το επιβάλλει και ο ελεύθερος λόγος μου υπακούει για να τη σώσει και να την κάνει ομορφιά». Ιδού ο λόγος ενός πραγματικά μεγάλου Έλληνα διδασκάλου, που υπηρέτησε χωρίς εκπτώσεις ή παραχωρήσεις τη διπλωματική και ποιητική του αποστολή. Τι μας διδάσκει εδώ ο Σεφέρης; Ότι πρέπει με κάθε τρόπο η Ελλάδα να σωθεί για να μπορέσει – ας το προσέξουμε παρακαλώ αυτό – για να μπορέσει, λέει, να σώσει. Προϋπόθεση της σωτηρίας του τόπου είναι ο αγώνας και το μάτωμα, η σκληρή πάλη, η αγάπη και η συνείδηση της ευθύνης για τη σωτηρία της πατρίδας, χάρη στο ελεύθερο φρόνημα (αυτό εννοεί όταν λέει «ελεύθερος λόγος») και στη λαχτάρα για την αναμόρφωση της Ελλάδας, ώστε να πάρει τη θέση που τους αξίζει. Για να τη σώσει, λέει, «και να την κάνει ομορφιά»! Να ξαναποκτήσει το κάλλος και την αρμόζουσα θέση της μέσα στον κόσμο, που – όσο κι αν ηχεί παράδοξο – έχει λαμβάνειν από αυτήν τη δικιά του σωτηρία. Η συγκεκριμένη σωτηρία δεν θα είναι φυσικά χρηματική παρά πνευματική και φωτοδότρα. Το χρέος της Ελλάδας προς τον κόσμο είναι τελικά πνευματικό. Αλλά για να το εκτελέσει πρέπει πρώτα να ξαναβρεί τον εαυτό του. Ο Σεφέρης, όπως και κάθε αληθινός ποιητής, μας δείχνει το δρόμο.
Από αυτό ξεκινώντας, μπορούμε να θυμηθούμε κάτι σημαδιακό που είπε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (φέτος τιμάμε και αυτού την αγέραστη μνήμη: εκατό χρόνια από το θάνατό του). Το παράθεμα είναι από το διήγημά του «Λαμπριάτικος ψάλτης»: «Άγγλος και Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μαγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν πολυτέλειας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμεραν, όστις θέλει να κάμει δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάσει εις ύψος και φανεί και αυτός γίγας».
Αν εστιάσουμε στους ξένους (Άγγλους, Γερμανούς ή Γάλλους) που «έκτισαν μεγάλην πατρίδα», η σύγκριση με τα καθ’ ημάς είναι απελπιστική. Εμείς ακόμη αγωνιζόμαστε να στερεώσουμε το κράτος μας, και να τ’ ονειρευτούμε ως δικό μας, μετοχικό, με τους πολίτες του να το πονούν, να το σέβονται, να το υπερασπίζονται, να μην το κλέβουν. Δε θα πούμε περισσότερα. καθένας έχει το χρέος που του αναλογεί στη συνείδηση και τον βαθύτερο ανθρωπισμό του. Άλλωστε αυτό προσπάθησε σ’ όλη του τη ζωή και με κάθε τρόπο να εξακτινώσει ο Σεφέρης προς εμάς. Και το έκανε όχι με τον «αφηρημένο στοχασμό ενός διανοούμενου», αλλά, όπως έγραψε ο ίδιος, με μνήμες βιωματικές, «δεδομένα των αισθήσεων (είδες, άγγιξες, ο φόνος, το βογκητό, ακόμα και η πίκρα)», όλα που «σε μεγάλο βαθμό αποτελούν ιδιαίτερα προσωπικές εμπειρίες». «Κατά βάθος η σωτηρία μου και ο κίνδυνός μου – υπογραμμίζει – είναι οι αισθήσεις. Βλέπω κάποτε τη σκέψη μου να κινείται σαν το χέρι που χαϊδεύει ένα ζωντανό κορμί. Δεν μπορώ να ζήσω κοντά σε τίποτε που δεν ανασαίνει με κάποιο τρόπο σωματικά». Από αυτό μπορούμε ν’ αντιληφθούμε και το χέρι του που άγγιξε την ψυχή του κυπριακού ελληνισμού.

Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο – τ’ αλακάτιν,
κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;
Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες φωνή πατρίδας;

Η ερώτηση απευθυνόταν άραγε μονάχα στο ζωγράφο Διαμαντή, που τον συντρόφευε και τον μυούσε στην κυπριακή του περιδιάβαση (κάτι, σα να πούμε, αντίστοιχο με τον πνευματικό δεσμό Βιργιλίου και Δάντη), ή μήπως είναι το δικό του λάλημα ψυχής τη στιγμή της «αναγνώρισης», όπως στην αρχαία ελληνική τραγωδία; Ο Διαμαντής, απ’ ό,τι βλέπουμε στην αλληλογραφία του με τον Σεφέρη, το επαληθεύει με τον τρόπο του, όταν του λέει: «Πόσο βαρύ, πρωτόγονο και αρχαίο, πλούσιο και λιτό μαζί και φίνο είναι το κυπριακό αυτό αίσθημα – το ελληνικό – σαν δράμα και πάθος». Σε άλλο πάλι γράμμα του ο Διαμαντής θα επανέλθει: «Καλέ μου φίλε, πώς να τα πω όλα αυτά και πώς να μεταδώσω το τράνταγμα που αισθάνθηκα από το γλυπτό αυτό ψαύσιμο της πατρίδας μου; [...] «Λεπτομέρειες στην Κύπρο». Ανατολή... κοντά στην εστία – συγγενεύουμε [...] Το ξέρουν οι Έλληνες πού βρίσκεται η πηγή και το ζυμάρι της φυλής; Ευχαριστώ».
Εδώ θα ταίριαζε μια ένθετη παρατήρηση, ως σχόλιο από τον Σεφέρη, που ανήκει σε ημερολογιακή καταγραφή (14 Απρίλη 1953): «Είναι τρομερό κάποτε με πόση καθαρότητα μπορεί να δει ο Έλλην την απόσταση που τον χωρίζει από την Ανατολή και από τη Δύση». Μπορεί αυτό να είναι η δυστυχία και η ευλογία μας: να μην συντασσόμαστε, να μη συμφυρόμαστε. η πνευματική μας αυτοτέλεια να παίρνει τη ρότα της από τη γεωγραφική θέση της σκέψης, αν επιτρέπεται μια τέτοια έκφραση. Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε κάποτε αυτά να μελετηθούν εν σχέσει προς την αίσθηση του «αρχαϊκού δονήματος» που μας συντάσσει ως ανθρώπους σ’ αυτή την ιδιαίτερη περιοχή. Αυτό το δόνημα επαναφέρει στη σκηνή ο Σεφέρης με το τρίξιμο – ακριβέστερα: το βογκητό – του μαγγανοπήγαδου. Ένα γράμμα του Διαμαντή, εν προκειμένω, προσφέρει κάτι από τον κώδικα ερμηνείας του ποιητή: «Να μιλήσω σε σένα που άκουσα τον βαθύ ήχο και ένιωσα τον αρχαίο παλμό της φυλής. Πατρίδες! κι ανθρωπιά και ανεξαρτησία και αυτοσεβασμός ένα πράμα». Στην Κύπρο είν’ αλήθεια δοκιμάστηκαν «η πίστη και η προσήλωση» του ίδιου του Σεφέρη «σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων. στα έργα, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους», όπως έγραψε, για να προσθέσει αλλού: «Αυτός ο κόσμος μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι ακόμη, μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν του τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν». Ο ομφάλιος λώρος που τον έδενε με τον τόπο είναι θεμελιακό γνώρισμά του. αποτελεί θα λέγαμε την κύρια γραμμή της ψυχικής του πλεύσης. Αυτό ο εκλεπτυσμένος αισθησιακός και κραδαινόμενος ανατολίτης είχε μυρίσει όλα τ’ αρώματα του ανατολικού ελληνισμού και της πατρώας Ιωνίας. Η μοίρα το έφερε να νιώσει στο πετσί του και να σαρκωθεί το ίδιο το δημοτικό τραγούδι με το γυρισμό του ως «ξενιτεμένου» στο πατρικό του σπίτι και στις αξεθώριαστες αναμνήσεις των παιδικών του κήπων, εκεί στη Σμύρνη. Λίγο καιρό πριν κατεβεί στην Κύπρο, έκανε μία εις βάθος «επίσκεψη» στην ενδοχώρα της Μικρασίας. Τα μάτια του όντως έσταζαν Καππαδοκία, και τούτο αποτυπώνεται βαθιά στο βιβλίο του «Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Σ’ αυτό μιλά με περισσή εμβρίθεια για την αποκαλυπτική περιοχή που κράτησε στα σπλάχνα της το αρχέγονο ήθος της βυζαντινής Ορθοδοξίας. Τέτοια ήταν η βιωματική του εμπειρία, όταν έφτανε στην Κύπρο, Νοέμβρη του 1953. Το μαρτυρικό αυτό νησί ήταν άλλος ένας κόμβος – ο μεγαλύτερος ίσως αλλά και ο τελευταίος – στην αναζήτηση της μεγάλης Πατρίδας. Έφτασε πάντως σε καίρια στιγμή, λίγο πριν από τον ξεσηκωμό – το σκίρτημα εκείνου του αδιατάρακτου κόσμου – για ελευθερία. τούτο επλούτισε την οπτική και συναισθηματική του εμπειρία, γεγονός που προσέδωσε στην καλλιτεχνική του έκφραση ιδιαίτερη ανάσα και άλλον αέρα. Τα ημερολόγια του ωστόσο μαρτυρούν τη σωματική αλλά και την ψυχική του εξουθένωση από τις πολιτικές αναθυμιάσεις του επαγγελματικού περίγυρού του εκείνου του καιρού. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς να ήταν ο Σεφέρης ανοιχτός στη θεραπευτική αγωγή και το βάλσαμο που του πρόσφερε το νησί. Όπως κι αν έχει, ο Σεφέρης λειτούργησε ως ενεργούμενο – ποιος ξέρει – στη μυστική διάταξη του κόσμου. Άλλωστε του δόθηκε η χάρη να μιλήσει για την Κύπρο, όπως κανένας δε μίλησε πιο πριν ή μετά από αυτόν και μας αποκάλυψε πράγματα που δεν τα γνωρίζαμε οι Κύπριοι, ως ανυποψίαστοι επαρχιώτες. Αλλά και σε τούτο διέκρινε μιαν άλλη αρετή, που δεν παρέλειψε μάλιστα να την εγκολπωθεί και να της προσδώσει ανάλογο φωτοστέφανο: «Η Κύπρος μ’ έκαμε επαρχιώτη – δόξα να ’χει ο Θεός», έγραψε το Δεκέμβρη του 1954. Ίσως ήθελε μ’ αυτό να πει πως η Κύπρος του αποκάλυψε το θαύμα που τόσο λαχταρούσε να ιδεί και που του δόθηκε στην ακραία ώρα της απελπισίας του. Αν μελετήσουμε σφαιρικά τον πλουν του από τη Στροφή του καραβιού του, ίσαμε τα Ημερολόγια Καταστρώματος Α΄ και Β΄ και τη βυθισμένη «Κίχλη» του, θα δούμε από ποια νερά και ποιους σακατεμένους νήπιους ανθρώπους έφτασε στην Κύπρο, χωρίς να τελειώνει εκεί το ταξίδι του. Το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄» (ή, για να κρατήσουμε τον πρωτογενή του τίτλο, «... Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν...») αποτυπώνει το ποιητικό σώμα του νησιού, αφού η Κύπρος συνεχίζει να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο. Μονάχα που εκείνο το εθέσπισεν υποκρύπτει και μιαν εκούσια επιλογή. Ο Σεφέρης συμπάσχει με την Κύπρο – η Κύπρος εφάπτεται της ψυχής του, που αποδεσμεύει πυρήνες και εικόνες από την ηφαιστειώδη μάζα της. Και όλα εκφρασμένα ενσυνείδητα από τον ίδιο, με τρόπο περισσότερο ιδιωματικό, με την αυθεντικότητα του λαϊκού αισθήματος.
Ο ποιητής πήγε στην Κύπρο έξι φορές κι έμεινε σ’ αυτήν συνολικά 78 ημέρες. Όμως τ’ αποτυπώματα της εμπειρίας του και η εμμονή της αγάπης του για το συγκεκριμένο νησί – στο οποίο, όπως έγραψε τότε, κατοικούσαν «400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη», όπου «δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Έλληνες» – όλα αυτά παραμένουν ανεξίτηλα μέσα στο έργο του.
Ο χρόνος δυστυχώς της ομιλίας, που ήδη με την ανοχή σας τον ξεπέρασα, δεν επιτρέπει ν’ αναφερθούμε αναλυτικά στα «κυπριακά» ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Θα παρέπεμπα λοιπόν στο χρηστικό βιβλίο «Ο Σεφέρης περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών», του πρώην πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα Γιώργου Γεωργή, που δίνει τ’ αναγκαία στοιχεία για ένα έκαστο ποίημα. Το ουσιώδες είναι ότι όλα αυτά τα στοιχεία είναι δεμένα με την αγωνία του Σεφέρη για την μοίρα του νησιού, και τούτο καταφαίνεται κι από τις υπηρεσιακές προειδοποιήσεις του – παραμονή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου – προς τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών. Η ποιητική διαίσθηση έκανε τον διπλωμάτη Σεφέρη ν’ αντιλαμβάνεται καθαρά ότι η συνεταιριστική λύση, που επέβαλλαν οι Συμφωνίες, προοιώνιζε μεγαλύτερα κακά για την Κύπρο και την Ελλάδα. Οι προειδοποιήσεις του Σεφέρη έπεσαν στο κενό και μάλιστα ο ποιητής – μολονότι πρέσβης στο Λονδίνο – αποκλείστηκε από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης.
Εδώ ανοίγεται άλλο κεφάλαιο, για το οποίο η Ιστορία δεν είπε ακόμα τον τελευταίο λόγο. Η πληγή παραμένει ανοιχτή και οι επιπτώσεις ορατές και αλυσιδωτές για όλο τον ελληνισμό. Διευκρινίζω ότι ομιλώ ως ποιητής, δεν ήρθα να κάνω πολιτική. Αλλά και οι ποιητές ζουν σ’ έναν κόσμο που υφίσταται συνεχώς την πίεση της ιστορίας και κάποτε αποτελούν – όπως στην περίπτωση του Σεφέρη – τη συνείδηση του τόπου τους. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να δούμε και την περίφημη αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη, που έγινε στις 28 Μαρτίου 1969, με την προφητική προειδοποίηση του για την «τραγωδία που περίμενε αναπότρεπτη στο τέλος». Λέγοντας αναπότρεπτη τραγωδία είχε στο μυαλό του και στην αγωνία του το αγαπημένο του νησί της Κύπρου. Η ιστορία απέδειξε του λόγου το αληθές με το ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Και τώρα κάτι που γλυκαίνει την πληγή. Όταν ο Σεφέρης άφηνε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο, είχε στο σακάκι του δυο αγορασμένα εισιτήρια, (ένα για εκείνον, ένα για τη γυναίκα του) με προορισμό την Κύπρο. Τον πρόλαβε το άλλο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό. Ωστόσο εκείνος πήρε μαζί του αυτά τα εισιτήρια, με πλώρη για την Κύπρο της Άνω Ελλάδας.
«Σκέφτομαι πως στην αρχή κάθε ποιητικής γραφής μου υπάρχει πάντα ένα νησί» έγραφε (30 Ιουλίου 1954) στον Γ.Π. Σαββίδη. Και στον ζωγράφο Διαμαντή, πάλι έγραφε: «Η Κύπρος πλάτυνε το αίσθημα που είχα για την Ελλάδα. Κάποτε λέω ότι μπορεί να με πήρε για ψυχοπαίδι της» (12 Μαρτίου ’54). Το δεδομένο είναι ότι ο Σεφέρης λειτουργούσε με όρους μνημονικούς. Κάποια στιγμή ξαναβρήκε στην Κύπρο, ωσάν τον Τεύκρο, μιαν άλλη Σαλαμίνα και άκουσε τη σπαρακτική κραυγή της πατρίδας που έβγαινε «απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου». Κρίμα που αυτή η κραυγή είχε συντύχει «ανθρώπους με τέλειες πανοπλίες» – ακόμα και δυο άριστους φίλους του Σεφέρη (Γιώργο Κατσίμπαλη, Ζήσιμο Λορεντζάτο) – που δεν κατάφεραν να τη συλλάβουν και να την κάνουν αμέσως αναγνωρίσιμη. «Φυλλομετρώ το βιβλίο», έγραφε τον Απρίλη του ’56 ο Λορεντζάτος στον Σεφέρη «και, μα την αλήθεια, δεν ξέρω τι να σου πω βλέποντάς σε να κρατάς στα χέρια σου ένα όργανο – την ελληνική λαλιά – [...] ένα όργανο από τη φύση του ιερό, και χρησιμοποιώντας το... στο κενό!». Η απάντηση του Σεφέρη ήταν ακαριαία: «Αν τα ιερά όργανα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σκουπίζουμε άδεια κανάτια, χωρίς να γίνουν στάχτη στα χέρια μας, τι σόι όργανα είναι; Κι αν είναι κενό το να μιλάς για την ανθρωπιά και την τραγωδία και τούτη την προφορική παράδοση ενός τόπου δικού σου, ποιο είναι το μη κενό; οι Αζτέκοι;». Το βέβαιο είναι ότι ο Σεφέρης έκανε με το ...Κύπρον, οὗ μ’ εθέσπισεν... μια διακινδύνευση ποιητική, που είχε χλιαρή υποδοχή από την κριτική και το κοινό της Ελλάδας. Ίσως έπρεπε να ζήσει κανείς από κοντά το κλίμα του νησιού για ν’ αντιληφθεί την αλήθεια που έκρυβαν τα λόγια του, όταν έγραφε στον Γ.Π. Σαββίδη, Οκτώβρη του 1955: «Καταπληκτική η ατμόσφαιρα: Ορμή της νιότης, πίστη, κι αυτή η ανάσα ενός λαού που ξαφνικά γνωρίζει τον εαυτό του». Ο εγκρατής στη σκέψη και το αίσθημα Σεφέρης βίωσε επαναστατικά το εύρος και τα επιτρεπόμενα όρια της ευαισθησίας, καθώς αυτή κρυσταλλωνόταν επάνω στο ανθρώπινο υλικό της. Μπορούμε να τον φανταστούμε σαν ένα στήθος που αηδονολάλειε, έχοντας μέσα του μια φουσκοθαλασσιά φωνών που μετασχηματίζονταν πρωτεϊκά. Εκεί που φούντωναν οι μνήμες, οι ψίθυροι και οι αόρατες παρουσίες, αυτός ο αιώνιος ταξιδευτής στοχαζόταν για την ανθρώπινη μοίρα και για την ίδια τη φύση της αλήθειας. Με τη διπολικότητα του διπλωμάτη και του ποιητή, ο Σεφέρης δοκίμασε την πίστη του στο Έθνος αλλά και στις ίδιες τις δυνατότητες της γραφής. Η αμφίπλευρη ιδιότητά του όξυνε το μάτι του, για να ξεχωρίζει πεντακάθαρα τους αηδονολάτρες και τους αηδονοκλάστες. εκείνους που φλογίζονταν από την αγάπη της πατρίδας αλλά και τους άλλους, του χαμόσυρτους και τους αμνήμονες. Η αίσθηση του τραγικού, που τον συνόδευε πάντα, και η ανταύγεια της σωκρατικής του σωφροσύνης τον ολοκλήρωναν ως Έλληνα πολίτη του κόσμου. Άφηνε πλέον πίσω του τα μυθολογικά στερεότυπα κι έμπαινε στο χώρο της καυτής ιστορίας, όπου παιζόταν ακόμα το παιχνίδι του Καλού και του Κακού. Η παραδοχή του ποιητή «ωστόσο νόμιζα πως έβλεπα τόσα χρόνια» αποσύρει το πέπλο των ψευδαισθήσεων και τον οπλίζει με σθένος, ώστε να μπορεί ν’ αντέχει αυτά που βιώνει και όσα επεξεργάζεται στοχαζόμενος. Ακλόνητος, ήρεμος και ισορροπημένος, βλέπει πολλά στο θέατρο της ιστορίας. Και βλέπει και την αποκάλυψη των φίλων μα και το ζύγισμά τους (κλασικό το παράδειγμα του Λώρενς Ντάρρελ, που ανέλαβε την αγγλική προπαγάνδα τον καιρό του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα). Ο ψευτοθεατρίνος «κυνικός και φιλλέλλην – ποιητής ή κάτι τέτοιο» των «Περιχώρων της Κερύνειας» προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη δραματική αξία στην επίκληση του Σεφέρη προς τους «φίλους του άλλου πολέμου». εκείνους που αντιστάθηκαν στην «αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης». Τους συλλογίζεται, «σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά» της Σαλαμίνας της Κύπρου, «καθώς γυρίζει η μέρα». Πόσο είναι άραγε το ειδικό βάρος του σεφερικού συλλογισμού σε τέτοιες γωνιές της γης; Τούτο μάλλον καταγιγνώσκεται από τη διαπίστωση του ίδιου του ποιητή: «Το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα «κουλτούρας» με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη» (γράμμα στον Γ. Θεοτοκά, 28 Δεκεμβρίου 1954). Όποιος ασχολείται με τις λέξεις μπορεί να καταλάβει και τα πράγματα (που αυτές περιέχουν). Ο Λόγος καθορίζει τη «γραμμή»:

Φωνή Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Νῆσός τις ἔστι.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ








Εκφωνήθηκε στο Αμφιθέατρο «Γιάννος Κρανιδιώτης» του Υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2011, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που διοργανώθηκε από την Ένωση Διπλωματικών Υπαλλήλων στη μνήμη του Γιώργου Σεφέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου