Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Μαρξισμός και τροτσκισμός στην Ελλάδα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2015, σελ.615.


ΡΗΞΗ φ.116


Εξαντλητική, κοπιαστική, που εκπληρώνει τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις του επιστημονικού λόγου  είναι η νέα εργασία του Μ.Μελετόπουλου, πάνω σε ένα θέμα καυτό, που δύσκολα επιτρέπει στον ερευνητή να έχει μια αποστασιοποιημένη και ψύχραιμη στάση, δίχως αγιογραφίες ή αναθεματισμούς. Ενδεικτικό των προθέσεων του είναι, ότι, αν και ο συγγραφέας δεν συμμερίζεται τα μαρξιστικά πορίσματα, το βιβλίο έχει αφιερωθεί σε έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, τον Βίκτωρα Αθανασιάδη, διωκόμενο τόσο από το επίσημο κράτος όσο και από το κόμμά του.
Οπωσδήποτε ο ελληνικός μαρξιστικός λόγος έχει κάποια ελαφρυντικά για την κριτική που μπορεί να του ασκηθεί. Αναπτύχθηκε σε μια χώρα, που οι τάξεις υστέρησαν χρονικά σε σχέση με την Δ.Ευρώπη να διαγράψουν τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε από αυτές η θεωρία, οι μεταφράσεις στα πρωτότυπα έργα της μαρξιστικής σκέψης ήταν περιορισμένες και κατά συνέπεια η πρόσβαση στην μαρξική βιβλιογραφία αποσπασματική, ενώ το εχθρικό πολιτικό περιβάλλον όπου οι πολιτικές διώξεις ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση είχαν ως αποτέλεσμα οι στοχαστές της αριστεράς να αντιμετωπίζουν στο έργο τους αξεπέραστες συχνά δυσκολίες, ενώ η  μυθοποίηση τους ανέστειλε κάθε προσπάθεια ειλικρινούς και όχι κατά παραγγελία αυτοκριτικής. Βεβαίως ο σταδιακός έλεγχος του κόμματος από τον σταλινισμό προφανώς επέβαλλε την κομματική πειθαρχία που επεκτεινόταν καταθλιπτικά  στον χώρο της διανόησης. Όμως η ανάδυση του σταλινισμού, παρά τις επιδιώξεις του, χρονικά συμπίπτει με τις πρώτες οργανώσεις της αριστερής αντιπολίτευσης, που οδηγήθηκαν βαθμιαία στην προσχώρηση στον τροτσκισμό. Στην συνέχεια στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του κομματικού μηχανισμού, θα πέσουν θύματα κορυφαίες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος, εργατικοί ηγέτες, διανοούμενοι, αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Παρόλα αυτά η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Λένιν που θα οδηγούσε ο αποκλεισμός της δημοκρατίας στην κοινωνία και στην κομματική ζωή, αλλά δυστυχώς ελάχιστα επηρέασε   τις εξελίξεις. Βεβαίως σε ειρωνεία της ιστορίας ενώ ο μαρξισμός-λενινισμός αποσκοπούσε στην μονολιθική ενότητα τελικά δημιούργησε πολλές διαφορετικές αντιμαχόμενες οργανώσεις που όλες διεκδικούσαν την ορθή ερμηνεία της αρχικής θεωρίας.
Αν ο ελληνικός μαρξισμός επιδιώκει να εμφανίζεται ως η αντίθεση στον ιδεαλισμό - καντιανό ή εγελιανό- συναντάται μαζί του σε ένα χαρακτηριστικό: υπήρξαν και τα δύο ρεύματα μεταπράτες και εισαγωγείς θεωριών που δημιουργήθηκαν στην Δυτική Ευρώπη, με περιορισμένη εγχώρια επεξεργασία και κατά συνέπεια με χαμηλή διανοητική προστιθέμενη αξία. Σε μια χώρα που η πνευματική ζωή διακόπτεται για τέσσαρις τουλάχιστον αιώνες, που δεν υπήρξε ούτε βασική εκπαίδευση ούτε πανεπιστήμια, αλλά ούτε μορφές σαν τον Μάρξ ή τον Βέμπερ ο διανοητικός μεταπρατισμός είναι αποδεκτός μόνο μέχρι ενός σημείου, διότι διαφορετικά γίνεται αρρώστια θανάσιμη που καταλήγει στην απονέκρωση των παραγωγικών και απελευθερωτικών  δυνατοτήτων της κοινωνίας. Ο ιδεαλισμός, σε αντίθεση με τον μαρξισμό, είχε συνήθως με το μέρος του το επίσημο κράτος, αλλά αυτό μακροπρόθεσμα  μάλλον εις βάρος του λειτούργησε.
Ο Μελετόπουλος εισαγωγικά κάνει μια αναγκαστικά σύντομη αλλά περιεκτική αναδρομή στην  ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος από την ίδρυση του ΣΕΚΕ μέχρι το 1974. Σημαντική είναι η επισήμανση ότι το ΚΚΕ στην υπερορία ενδιαφέρθηκε έντονα για την εκπαίδευση των προσφύγων  και την διατήρηση της ελληνικότητας τους. Το γεγονός αυτό δεν εξηγείται μόνο από λόγους πολιτικής τακτικής αλλά, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας "και για τους αυτονόητους ανθρώπινους και συναισθηματικούς λόγους, καλλιεργείτο η  αγάπη προς την Ελλάδα. Παρακολουθούντο συστηματικά οι εξελίξεις της ελληνικής πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής, εορτάζονταν πανηγυρικά οι εθνικές επέτειοι (25ης Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου), οργανώνονταν συναντήσεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα που επισκέπτονταν τις Ανατολικές Χώρες (π.χ. Θεοδωράκης, Μυριβήλης, Βάρναλης, Ρίτσος, Συνοδινού), στην αρχή δειλά-δειλά, πιο συχνά μετά το 1963-4. Μετά το 1954-5, άρχισαν να οργανώνονται ελληνικά φεστιβάλ σε εθνικό επίπεδο κάθε φιλοξενούσας χώρας ".(σελ.77).
Ο συγγραφέας παρουσιάζει βιογραφικά και βιβλιογραφικά το σύνολο της πιο σημαντικής ελληνικής μαρξιστικής σκέψης: τον Γεώργιο Σκληρό, τον Γιάννη Κορδάτο, τον Σεραφείμ Μάξιμο, τον Δημήτρη Γληνό, τον Δημήτρη Μπάτση, τον Νίκο Πουλαντζά, τις διάφορες τροτσκιστικές ομάδες του μεσοπολέμου με κυριότερη το"Αρχείο", τον Άγι Στίνα, τον Παντελή Πουλιόπουλο και τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο). Τον τελευταίο μάλιστα τον είχε γνωρίσει και ο ίδιος προσωπικά.
Ο Γ.Σκληρός συνεχίζει την παράδοση των αναρχοσοσιαλιστών, όπως του Π.Δρακούλη και του Καλλέργη, που συνδύαζαν την εθνική με την κοινωνική απελευθέρωση. Θεωρεί ότι όλοι οι βαλκανικοί λαοί πρέπει να ενωθούν για να αποτινάξουν την τουρκική κυριαρχία.
Ο Γιάννης Κορδάτος στηρίχθηκε σε ένα τεράστιο πρωτογενές υλικό, ενώ η αποσπασματική του πρόσβαση στα κείμενα των κλασσικών του μαρξισμού, τον οδήγησε να παρουσιάσει ως  μαρξιστικές, δικές του λανθασμένες εκτιμήσεις  όπως για παράδειγμα  αυτές για την επανάσταση του 1821 ή τον κοινοτικό συνεργατισμό των Αμπελακίων.
 Ο Σεραφείμ Μάξιμος υπήρξε αναμφισβήτητα ο ευφυέστερος μαρξιστής και οι εργασίες του παραμένουν πολύτιμες για κάθε ερευνητή της νεοελληνικής κοινωνίας.
 Ο σπουδαίος παιδαγωγός και φιλόλογος Δ. Γληνός έγραψε και δημιούργησε ενώ διωκόταν ανελέητα. Όμως τουλάχιστον ακατανόητες παραμένουν κάποιες απόψεις του όπως  η  σύνδεση των εύλογων αιτημάτων του δημοτικισμού με την αντικατάσταση του ελληνικού με το λατινικό αλφάβητο και την κατάργηση της ιστορικής ορθογραφίας. Βεβαίως υπήρξε ο συγγραφέας της διακήρυξης "τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ", που για πρώτη φορά   ένωσε οργανικά το κομμουνιστικό κίνημα με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Πάνω σε αυτήν την επιχειρηματολογία θα θεμελιώσει την δράση του ο Άρης Βελουχιώτης μετατρέποντας ένα ολιγάριθμο κόμμα που μαστιζόταν από τις εσωτερικές έριδες σε ένα πραγματικό εθνολαϊκό κίνημα.
 Ο Δ. Μπάτσης ένα οικονομολόγος με αστικές καταβολές και παιδεία εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη. Ο Μελετόπουλος επισημαίνει ότι "πιθανή αιτία της εξόντωσης του ήταν το γεγονός ότι με το βιβλίο του θέλησε να δημιουργήσει δομές αυτόνομης οικονομικής ανάπτυξης, κάτι που τον έφερε σε αντίθεση με το σύνολο του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που χρωστούσε την ύπαρξή του στην αποικιακή δομή της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας"(σελ.308). Βεβαίως ο στόχος της δημιουργίας βαριάς βιομηχανίας ακολουθούσε το σοβιετικό παράδειγμα το οποίο αναγκαστικά θυσίαζε τόσο την  εξέλιξη της αγροτικής παραγωγής όσο και την ευχέρεια για κατανάλωση.
Ο Νίκος Πουλαντζάς παρά το γεγονός ότι έφυγε σε σχετικά νεαρή ηλικία, άφησε μεγάλο σε όγκο έργο και επηρέασε, τουλάχιστον για κάποιες δεκαετίες   σημαντικό μέρος της διανόησης. Η συνάντηση του με το ρεύμα του στρουκτουραλιστικού μαρξισμού του Λ.Αλτουσέρ, από τα πλέον δογματικά και αδιέξοδα ρεύματα της σύγχρονης φιλοσοφίας, έβλαψε παρά ωφέλησε την εξέλιξη του στοχασμού του. Η συνάφεια που τεκμηρίωσε  ανάμεσα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και τον σοσιαλισμό - πράγμα που σε πολλές περιπτώσεις διακεκριμένων μαρξιστών όπως ο Μπορντίγκα δεν υπήρξε καθόλου αυτονόητη- ήταν ένα προσωπικό του κατόρθωμα. Επίσης θετικό είναι το πόρισμά του ότι το έθνος ούτε το κράτος "μπορούν να υποβιβασθούν σε απλές οικονομικές κατηγορίες. Το έθνος προσδιορίζεται κατά σύνθετο τρόπο από την οικονομική, εδαφική και συμβολικο-ιδεολογική του ενότητα, που συνδέεται με την παράδοση"(σελ. 380).
Τα κεφάλαια  για τον ελληνικό τροτσκισμό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα, ίσως γιατί ο συγγραφέας τον αντιμετωπίζει  με κάποιο ίσως ανυπόκριτο θαυμασμό. Προφανώς τα μέλη του "Αρχείου"  ήταν από τα πιο εγγράμματα  της ελληνικής αριστεράς ενώ η ενεργή τους δράση  στο συνδικαλιστικό κίνημα -κυρίως στους μικροεπαγγελματίες και στους απόμαχους πολεμιστές- τους έθεσε ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά του ΚΚΕ και του κράτους. Ο Γιωτόπουλος, ηγέτης του "Αρχείου Μαρξισμού" υπερασπίστηκε τον ελληνικό χαρακτήρα της Μακεδονίας και της Θράκης έναντι των αντίθετων απόψεων του Τρότσκι. Ο Α Στίνας θα γίνει γνωστότερος ως δάσκαλος του Καστοριάδη, παρά για τον επαναστατικό ντεφαιτισμό και  την υπόλοιπη δράση του. Ο Π. Πουλιόπουλος, γράφει ο Μελετόπουλος, "ήταν ανιδιοτελής...είχε εξαιρετική παιδεία, κοινωνιολογική και φιλοσοφική" (σελ.508,509). Τελικά θα εκτελεστεί από τους Ιταλούς κατακτητές. Ο Μ.Ράπτης, ο χαρισματικός ηγέτης για ένα διάστημα της τετάρτης διεθνούς, προτείνει η αυτοδιαχείριση να συνδυασθεί με τον κοινοτισμό και την άμεση δημοκρατία, ενώ  θεωρεί ως προτεραιότητα - όπως έπρατταν οι πρώτοι Έλληνες σοσιαλιστές-  να συνδυασθεί  η κοινωνική με την εθνική απελευθέρωση.

Το βιβλίο του Μελετόπουλου γραμμένο σε μια στρωτή και εύληπτη νεοελληνική γλώσσα, είναι αναγκαίο σε κάθε ερευνητή των ρευμάτων που καθόρισαν τον νέο ελληνισμό .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου