Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Μία νηφάλια παρέμβαση του Σωτήρη Γουνελά στα πολιτικά δρώμενα




Η κατάσταση στην Ελλάδα
Οι γραμμές που ακολουθούν αποτελούν απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο με θέμα «Ζητήματα πολιτικής και Οικονομίας» που θα δημοσιευτεί προσεχώς στο περιοδικό Άρδην. Το συγκεκριμένο απόσπασμα γράφεται αμέσως μετά το δημοψήφισμα και τις μαραθώνιες διαβουλεύσεις για επίτευξη ‘συμφωνίας’.

Αρχίζω από την αρχή, δηλαδή από την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και την πορεία που ακολουθήθηκε έναντι των εταίρων με ‘σύνθημα’ μια άλλη Ευρώπη, ουσιαστικά δημοκρατική και δίκαιη, μια Ευρώπη των λαών και όχι των ελίτ ή της ολιγαρχίας. Υπάρχει στο ‘σύνθημα’ αυτό ένα είδος εξαπάτησης ή ψευδαίσθησης. Τί εξασφαλίζει την δικαιωματική κυριαρχία των λαών στη σημερινή Ευρώπη στη βάση μιας αριστερής αν όχι κομμουνιστική ιδεολογίας και πολιτικής; Ποιοί θα το υποστηρίξουν ή θα το υποστήριζαν αυτό και, ακόμη πιο συγκεκριμένα, ποιοί θα συνεργάζονταν με τους έλληνες σε μια τέτοια προοπτική; Είχαμε δείγματα για τέτοια συνεργασία; Θα μπορούσα να πω ότι δεν είχαμε σχεδόν τίποτα. Που σημαίνει ότι η κίνηση αυτή, η τάση αυτή, η προσπάθεια αυτή, χωρίς ενεργούς συμμάχους σε μια τέτοια προοπτική, ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Και αυτό έγινε τους πέντε αυτούς μήνες. Υποβάλαμε τον εαυτό μας σε πλήρη κατασπατάληση δυνάμεων, διανοητικών και ψυχοσωματικών προσπαθειών «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη», που λέει ο Σεφέρης. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι διαθέσεις και οι στόχοι του ΣΥΡΙΖΑ και του κυβερνητικού επιτελείου ήταν τελείως λανθασμένα. Ο ΣΥΡΙΖΑ- και αυτό δεν φαίνεται να έχει κατανοηθεί αρκετά εν μέσω του αλληλοφαγώματος που συνηθίζουμε εμείς οι έλληνες ειδικά στους πολιτικούς-κομματικούς χώρους- ψηφίστηκε και εκλέχτηκε για να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια ή να εξασφαλίσει καλύτερους όρους παραμονής μας στην ευρωπαϊκή Ένωση. Είχε επομένως υποχρέωση να πολεμήσει και να διεκδικήσει άλλη λύση. Η μέθοδος ήταν αποτυχημένη, γιατί φαίνεται ότι για μεγάλο διάστημα επιδιώχτηκε ένα είδος μετωπικής ή συγκρουσιακής διαπραγμάτευσης με όρους που, ενώ τόνιζαν τις απαιτήσεις μας, δεν συνυπολόγιζαν τα ως τότε λάθη, όχι μονάχα των ελληνικών κυβερνήσεων αλλά και της ελληνικής κοινωνίας που σημαίνει ολόκληρου του λαού. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ, παρακάμπτοντας την απολυτοποίηση της έννοιας ‘λαός’ που τον κατοικεί,  συμπεριελάμβανε μέσα στη διαπραγμάτευση και αυτή την διάσταση, της παραδοχής σφαλμάτων και ατοπημάτων από μέρους μας, νομίζω πως η εξέλιξη των πραγμάτων θα ήταν διαφορετική και λιγότερη επώδυνη αλλά και πολύ μικρότερης χρονικής διάρκειας.
Πώς θα ήταν δυνατόν οι 18 εταίροι στην Ευρώπη να δεχτούν προτάσεις ή αλλαγές στο όλο ευρωπαϊκό οικοδόμημα ή σύστημα, που να περιορίζουν τα συμφέροντά τους ή να θέτουν σε αμφισβήτηση βασικά δεδομένα του συστήματος; Γι’ αυτό εξάλλου μιλούν διαρκώς για ‘κανόνες’. Εδώ μπορεί να τεθεί αμέσως το ερώτημα: σε περίπτωση που μια χώρα κινδυνεύει να καταποντιστεί λόγω της τήρησης των κανόνων τι γίνεται; Προέχουν οι κανόνες! Αυτό ουσιαστικά πήγε να γίνει με το grexit. Το ότι αποφεύχθηκε, οφείλεται στην υποστήριξη του αιτήματος της Ελλάδας να παραμείνει στο ευρώ από εταίρους (Γαλλία και Ιταλία κυρίως), που έβλεπαν να μην τους συμφέρει η έξοδος της Ελλάδας, είτε γιατί θα χάνονταν ένα σωρό λεφτά που είχαν ήδη καταβληθεί –περίπτωση Γαλλίας- είτε γιατί φοβούνταν  άσχημες οικονομικές επιπτώσεις για τους ίδιους-περίπτωση Ιταλίας. Φυσικά υπάρχει στο καταστατικό της ευρωπαϊκής Ένωσης ο όρος ότι, καμιά χώρα της δεν μπορεί να εκδιωχθεί από την Ένωση χωρίς τη δικής της βoύληση. Μα τότε γιατί το ζήτημα αυτό, εδώ και χρόνια, πλαγίως, υπογείως ή και φανερά κυκλοφορούσε στα διάφορα ευρωπαϊκά eurogroup ή forum
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι μάλλον αναπάντεχη για τους περισσότερους από εμάς. Δεν εντάσσεται στο πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικό πεδίο ούτε απορρέει από αυτό. Η απάντηση είναι ότι δεν φροντίσαμε να ενεργοποιήσουμε τις πνευματικές μας Παραδόσεις –αρχαιοελληνική και χριστιανική-συνθέτοντάς τες ταυτόχρονα με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Θα πρέπει επιτέλους να το καταλάβουμε: δεν μπορούμε να υπάρξουμε σαν χώρα και σαν λαός μηδενίζοντας τις παραδόσεις αυτές-την ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ- και διακηρύττοντας μονάχα ιδεολογίες που εκπηγάζουν μέσα από τον δυτικοευρωπαϊκό στερέωμα (πολιτιστικό ή οποιοδήποτε άλλο) για τον απλούστατο λόγο ότι, εμείς ερχόμαστε από αλλού, έχουμε άλλες καταβολές, άλλο ψυχισμό, άλλα βιώματα γένους, άλλη ιστορία.
Δεν φροντίσαμε λοιπόν σε όλη την διάρκεια των Νεωτέρων χρόνων αλλά και από τότε που υπάρχουμε ως υποτίθεται ανεξάρτητο κράτος-έθνος να παρουσιάσουμε μια ταυτότητας που να αποτελεί ΣΥΝΕΧΕΙΑ μέσα στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ, συνθέτοντας την ΣΥΝΕΧΕΙΑ αυτή με τις δυτικοευρωπαϊκές πραγματικότητες αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ με αυτές ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗ από αυτές. Η κυβέρνηση του ΣΎΡΙΖΑ που έκανε πολύ καλά να φροντίσει για την ανακούφιση όσων υπέφεραν λόγω των μνημονιακών πιέσεων, έκανε επίσης πολύ καλά να θέσει ζήτημα ουσιαστικού εκδημοκρατισμού των κοινωνιών και περιορισμού ή παραμέρισης ολοκληρωτικών ή καταναγκαστικών τάσεων στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο. Όφειλε, ωστόσο, να τονίσει ότι δεν υπάρχουν μονάχα αυτές. Ούτε μπορεί ένα κόμμα –αριστερό ή οτιδήποτε –να τα βάλει με το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα! Αυτή είναι ουτοπική, μάταιη και επηρμένη προοπτική και δεν αποκλείεται καθόλου-πέρα από την ιδεολογική διάσταση- να απορρέει από την μεγαλομανία που χαρακτηρίζει τους έλληνες. Συνακόλουθα, και ενώ βρισκόμαστε σε δεινή θέση, εξαιτίας λαθών που οφείλονται όχι μονάχα στις μεθόδους της τωρινής Κυβέρνησης αλλά και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων (όσοι κυβέρνησαν τα προηγούμενα χρόνια ευθύνονται σχεδόν εγκληματικά για το κατάντημα της χώρας, αλλά και η ίδια η Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ) δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Αρνήθηκαν να συνεργαστούν μετά το 2010 και μάλιστα επί κυβέρνησης Σαμαρά-καταψηφίζοντας όλα σχεδόν τα νομοσχέδια- γιατί άραγε; Επειδή στο μυαλό τους είχαν την κατάργηση της μνημονιακής πολιτικής και την συνολική λύση-‘πακέτο’ στην οποία θα οδηγούσαν τη χώρα όταν θα εκλέγονταν. Και τούτο γιατί έβλεπαν το ρεύμα που σχηματιζόταν υπέρ αυτών. Βέβαια, πρέπει εδώ να διαχωριστεί ρητά η περίπτωση του ΚΚ, το οποίο, εδώ και χρόνια, δεν κάνει άλλο από το να διακηρύττει στερεότυπα την ανάγκη αντικαπιταλιστικής και αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής έναντι όλων, το δίκαιο των εργαζομένων και την αποχώρηση από κάθε λογής σχέση και συναλλαγή με την Ευρώπη. Αυτό που δεν λέει είναι πως προχωρούμε. Που πηγαίνουμε. Όλα υποτίθεται θα τα κάνει «ο κυρίαρχος λαός». Και γιατί δεν τα έκανε ως τώρα; Ή μήπως ο «κυρίαρχος λαός» είναι το 5% που ψηφίζει αυτό το κόμμα;
Για να τελειώνω. Αυτό που προέχει, αυτό που έχουμε άμεση ανάγκη σε τούτη την ταλαίπωρη χώρα είναι η προσπάθεια ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ  όλων των υγιών δυνάμεων και όλων των πολιτών που έχουν επίγνωση της πραγματικότητας χωρίς ουτοπικές επιδιώξεις και χωρίς ιδεοληπτικές προσκολλήσεις σε βλέψεις άλλων καιρών. Αφήνοντας στην μπάντα τις ταξικές κορώνες σε μια χώρα που οι ταξικοί διαχωρισμοί υπολειτουργούν ή που δεν λειτούργησαν ποτέ, όπως έγινε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη- ποτέ δεν αναπτύχθηκε προλεταριάτο στην Ελλάδα γιατί δεν υπήρχε παρά στοιχειώδης βιομηχανική ανάπτυξη και εξίσου ποτέ δεν αναπτύχθηκε αστική τάξη  εφάμιλλη (!) των ευρωπαϊκών-ας πάψουμε να βλέπουμε τον άλλο μέσα από βλέμμα αντιπαλότητας και αντιπαράθεσης. Εννοείται πως προπαντός είναι αδιανόητη η διάσπαση σε ‘μνημονιακούς’ και ‘αντιμνημονιακούς’ μέσα στο ίδιο το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ρήξη αυτή πρέπει πάραυτα να λήξει και όσοι επαγγέλλονται τους μεγάλους επαναστάτες να σκεφτούν καλά ότι περιθώρια για πειράματα δεν υπάρχουν. Η χώρα έφτασε στο χείλος του γκρεμού με τις ευθύνες ολονών μας και όχι μονάχα των δυτικών.
Κλείνοντας θέλω να θυμίσω μια παράγραφο από κείμενο του Γ. Καραμπελιά. Το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου, εξαιρετικά πυκνό και καίριο, μπορεί να αποτελέσει αφορμή  να ανοίξει επιτέλους μια σε βάθος συζήτηση για το ζήτημα της ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ που έθεσα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την ανάγκη αληθινής αυτογνωσίας, την αντιμετώπιση του ‘παρασιτισμού’, των πολιτικών αδιεξόδων που χρονίζουν, του «εθνομηδενισμού» και της αληθινής ταυτότητας: 
«Ευρωπαϊκή επιλογή για μας μπορεί να υπάρξει, ως αντίβαρο στους άλλους κινδύνους, μόνο εάν οικοδομήσουμε ένα μίνιμουμ οικονομικής και παραγωγικής αυτονομίας και μία οξεία συνείδηση της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας, η οποία δεν μπορεί να εξαφανιστεί σε μια τευτονική Ευρώπη αλλά επιμένει στη διαμόρφωση μιας βαλκανικής, «ορθόδοξης» και ανατολικής Ευρώπης, που μόνη αυτή θα επέτρεπε μια ισορροπία από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια και θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να βρίσκεται σε μία Ευρώπη της οποίας όντως θα μπορεί να αποτελεί οργανικό μέρος. Η αυταπάτη του αφηγήματος των ευρωπαϊστών («η Ευρώπη είναι το κοινό μας σπίτι»), μπροστά στη διάψευση που υπέστη από την πραγματικότητα, δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στην παράδοση στον καραδοκούντα ισλαμο-τουρκικό επεκτατισμό, αλλά στη συνείδηση μιας μερικής ταύτισης με την Ε.Ε., μέχρις ότου αυτή θα έχει μεταβληθεί πράγματι σε κοινό ευρωπαϊκό σπίτι των ευρωπαϊκών λαών. Δηλαδή, η αιφνίδια προσγείωση στην πραγματικότητα, από τις μπαρούφες του ομώνυμου Νάρκισσου, θα πρέπει, στην περίπτωση μιας θετικής έκβασης της τρέχουσας αντιπαράθεσης, να απελευθερώσει τους Έλληνες από 40 χρόνια παρασιτικού ευρωλιγουρισμού και να τους μεταβάλει σε Ευρωπαίους, δηλαδή σε Έλληνες με συνείδηση της ευρωπαϊκότητάς τους, που δεν ταυτίζεται όμως με τη Δυτική Ευρώπη. Η Ελλάδα από τη θέση της είναι Ευρώπη, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, και θα βρίσκεται «στο σπίτι της» κυριολεκτικά, μόνο όταν αυτή θα πάψει να είναι δυτικοβαρής» (‘Η Ελλάδα, το ευρώ, η Ευρώπη-Ευρωλαγνεία και εθνική ιδιοπροσωπία’ Ιστοσελίδα Άρδην, 13 Ιουλίου 2015).
                  Σωτήρης Γουνελάς





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου